Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΕΡΛΟΥΣΚΟΝΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΕΡΛΟΥΣΚΟΝΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Ειδήσεις από την γειτονιά και το μέλλον...

Του Πέτρου-Ιωσήφ Στανγκανέλλη, Red NoteBook...

Τρία πράγματα συνέβησαν στην Ιταλία τις τελευταίες μέρες:
Το πρώτο έτυχε ευρείας  δημοσιότητας από τον καθεστωτικό μας τύπο, μιας και συνδέεται με τις ευρύτερες διεργασίες για την ανασυγκρότηση της «κεντροαριστεράς». Πρόκειται, φυσικά, για την «πάνδημη» εκλογή του (πρώην χριστιανοδημοκράτη) Ενρίκο Λέττα στην ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος της Ιταλίας. Υπενθυμίζω, απλώς, ότι ο νέος αστήρ της ιταλικής «κεντροαριστεράς», νέος, ωραίος και ζάμπλουτος ( συνδυασμός ιδιοτήτων  που  κάποτε τον συναντούσαμε κυρίως στη Λατινική Αμερική), είναι υπέρμαχος του «μικρού κράτους», των ιδιωτικοποιήσεων, της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», και άλλων τέτοιων (νεοφιλελεύθερων) συνταγών εξόδου από την κρίση. Είναι τόσο «κεντροαριστερός», ώστε δεν έχει διατηρήσει την παραμικρή σχέση ούτε καν με την χριστιανοδημοκρατική παράδοση του (όποιου) προνοιακού κράτους, ενώ ακόμα κι ο γνωστός «ακραίος» πρώην πρόεδρος των Δημοκρατικών της Αριστεράς (προ-προηγούμενη ταμπέλα του ίδιου, συνεχώς μεταλλασσόμενου κόμματος)  δήλωσε ότι δεν θέλει καμιά σχέση μαζί του.  Μιλώ φυσικά για τον Μάσσιμο Ντ΄ Αλέμα, που, ως πρωθυπουργός της γειτονικής χώρας, αποφάσισε, μεταξύ άλλων, την πρώτη στρατιωτική επέμβαση του ιταλικού στρατού εκτός συνόρων,  μετά τον Μουσσολίνι.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Ο Γκρίλο και το κόμμα των πέντε διαττόντων αστέρων...

Σε μεγάλο χαμένο των δημοτικών εκλογών, που διεξήχθησαν στην Ιταλία αναδείχθηκε ο Πέπε Γκρίλο και το Κόμμα των Πέντε Αστέρων (M5S), το οποίο είδε το ποσοστό του στη Ρώμη να κατρακυλάει στο 12% από το θριαμβευτικό 27% που είχε συγκεντρώσει στις εθνικές εκλογές. Σε όλη τη χώρα έχασε πάνω από το 50% της δύναμής του. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι το M5S, το οποίο είχε αποσπάσει τη μερίδα του λέοντος από τη μεγάλη δεξαμενή των αναποφάσιστων, χτυπήθηκε σκληρά από την τεράστια αποχή η οποία στις δημοτικές εκλογές πλησίασε το 40%. Παρόλα αυτά η ήττα δείχνει και τα όρια ενός προσωποπαγούς κόμματος το οποίο στηρίχθηκε στην παταγώδη αποτυχία της ιταλικής αριστεράς να προτείνει εναλλακτικές λύσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης, χωρίς όμως και το ίδιο να έχει να παρουσιάσει ένα συγκεκριμένο και αξιόπιστο πρόγραμμα. Εκμεταλλευόμενος τη λαϊκή οργή για τη λιτότητα των τεχνοκρατών και τον ολοένα αυξανόμενο ευρωσκεπτικισμό των Ιταλών πολιτών ο Γκρίλο έκανε την έκπληξη στις βουλευτικές εκλογές αλλά δεν κατάφερε να κρύψει το λαϊκιστικό και πολιτικά αυταρχικό προφίλ του. Είναι χαρακτηριστικό ότι αμέσως μετά τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών ο επικεφαλής του M5S αντί να προχωρήσει σε αυτοκριτική προτίμησε να επιτεθεί στους ψηφοφόρους και συγκεκριμένα στους δημοσίους υπαλλήλους τους οποίους κατηγόρησε για «διαπλοκή» με το πολιτικό status quo. «Μισό εκατομμύριο άνθρωποι που σχετίζονται με την πολιτική, τέσσερα εκατομμύρια δημόσιοι υπάλληλοι και 19 εκατομμύρια συνταξιούχοι ψήφισαν για τον εαυτό τους και όχι για τη χώρα» έγραψε στην ιστοσελίδα του αποδεικνύοντας όχι μόνο την προσωπική κακεντρέχεια του αλλά και ένα υψηλό επίπεδο πολιτικής ηλιθιότητας. Υπό αυτή την έννοια η ρητορική του δεν διαφέρει σε τίποτα από αυτή της προηγούμενης κυβέρνησης και των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης που επιχειρούν να διχάσουν τον πληθυσμό ανάμεσα στους εργαζομένους του δημοσίου και τους άνεργους και τους μικροεπιχειρηματίες.
Από τις υπόλοιπες παρατάξεις το δημοκρατικό κόμμα του νέου πρωθυπουργού Ενρίκο Λέττα σημείωσε συνολικά μικρά κέρδη και προπορεύεται στους περισσότερους δήμους όπου θα πραγματοποιηθεί και δεύτερη ψηφοφορία την επόμενη Κυριακή. Στη Ρώμη ο υποψήφιος του κόμματος έχει άνετο προβάδισμα με 42.7% έναντι 30.2 του φασίστα Τζιάνι Αλεμάνο ο οποίος βρήκε καταφύγιο στο κόμμα του Μπερλουσκόνι “Ο Λαός της Ελευθερίας”.
Σε συνδυασμό με τη συμμετοχή του και στην κυβέρνηση συνασπισμού ο Μπερλουσκόνι φαίνεται να παγιώνει την επιστροφή του στην πολιτική σκηνή πλασάροντας το προφίλ μιας λαϊκής δεξιάς – το οποίο φυσικά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Παρά την γελοιότητα πάντως που χαρακτηρίζει πάντως τον Μπερλουσκόνι, η θέση που τήρησε στο θέμα του ευρώ δεν αποτελεί ένα απλό καιροσκοπικό παιχνίδι. Όπως έχουμε σημειώσει και στο παρελθόν ο πρώην πρωθυπουργός εξέφρασε με τη στάση του ένα σημαντικό κομμάτι της Ιταλικής αστικής τάξης το οποίο ασφυκτιά από τις πιέσεις του Βερολίνου και θεωρεί ότι η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα θα ενισχύσει τα συμφέροντά του απέναντι στο κέντρο της ευρωζώνης. Η πολιτική αυτή ήταν εύκολο να βρει ανταπόκριση και σε ένα ακόμη μεγαλύτερο τμήμα των Ιταλών ψηφοφόρων, οι οποίοι βιώνουν καθημερινά τις καταστροφικές συνέπειες της ευρωζώνης για τα χαμηλά αλλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα. Ήταν όμως η στήριξη τμήματος της οικονομικής ελίτ που ξέθαψε τον Μπερλουσκόνι από τον πολιτικό του τάφο και τον έφερε στο επίκεντρο της πολιτικής σκηνής.
Σήμερα αποτελεί κοινή παραδοχή ότι ο γηραιός πολιτικός αναμένει απλώς την κατάλληλη στιγμή για να άρει την υποστήριξή του προς την κυβέρνηση, γεγονός που θα οδηγήσει σε άμεση κατάρρευση του κυβερνητικού συνασπισμού. Θα το κάνει όμως μόνο όταν αισθανθεί ότι πατάει αρκετά γερά στα πόδια του για να ανατρέψει, προς όφελός, του το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών. Ο Μπερλουσκόνι έχει κάθε λόγο να πιστεύει ότι σε βάθος χρόνου η κεντροαριστερά θα φθαρεί πολύ πιο γρήγορα μέσα σε αυτή την ανίερη συμμαχία σε σχέση με τη δική του παράταξη. Και η κεντροδεξιά βέβαια θα πληρώσει πολύ γρήγορα το γεγονός ότι δεν θα άρει το δυσβάσταχτο χαράτσι που έχει επιβληθεί στην ακίνητη περιουσία, όπως είχε υποσχεθεί πριν από τις εκλογές.
Το αποτέλεσμα φυσικά των δημοτικών εκλογών όπως και ο σχηματισμός κυβέρνησης συνασπισμού ανάμεσα στη λεγόμενη κεντροαριστερά (που είναι δεξιά) και στη λεγόμενη κεντροδεξιά (που είναι ακροδεξιά) δεν μειώνει σε τίποτα τα κοινωνικά πολιτικά και οικονομικά αίτια που προκάλεσαν τον πολιτικό σεισμό των βουλευτικών εκλογών. Το ποσοστό των Ιταλών που ζει πλέον κάτω από το όριο της φτώχειας διπλασιάστηκε μέσα σε μόλις δυο χρόνια για να φτάσει το 14% δηλαδή οκτώ εκατομμύρια ανθρώπους. Στο ίδιο χρονικό διάστημα η ανεργία των νέων έφτασε το 40% ενώ ένας στους πέντε Ιταλούς πέρασε το χειμώνα χωρίς να καταφέρει να ανάψει τη θέρμανση στο σπίτι του ενώ ένας στους έξι έκοψε οριστικά το κρέας. Το μίσος για την πολιτική διαφθορά αλλά και τις αντιλαϊκές τεχνοκρατικές λύσεις γιγαντώνεται μαζί με την αμφισβήτηση για την ευρωζώνη, η οποία μετέτρεψε την Ιταλία από ισχυρή βιομηχανική δύναμη σε ένα ακόμη θύμα της ευρωπαϊκής περιφέρειας.
Η έλλειψη μιας γνήσιας αριστερής απάντησης στην κρίση ήταν δεδομένο ότι θα άνοιγε το δρόμο για διάττοντες αστέρες, τύπου Γκρίλο, οι οποίοι τελικά θα λειτουργούσαν σαν πρόχειρη βαλβίδα εκτόνωσης της οργής επιτρέποντας όμως στο πολιτικό κατεστημένο να διατηρηθεί στην εξουσία. Ποτέ άλλοτε όμως αυτή η ισσορροπία δεν ήταν τόσο εύθραυστη.

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Μπέπε Γκρίλο, μια σφίγγα χωρίς αίνιγμα...

του Θωμα Τσαλαπατη...
Καθώς περνούν τα χρόνια, Ο πίθηκος φοράει μάσκα πιθήκου
ΜΑΤΣΟΥΟ ΜΠΑΣΟ, (μτφρ. Γιώργος Μπλάνας)

Από όλες τις τεκτονικές πλάκες που κινήθηκαν κατά τον σεισμό των ιταλικών εκλογών, αυτή του Μπέπε Γκρίλο μοιάζει, αν όχι η πιο σημαντική σίγουρα η πιο ενδιαφέρουσα. Το φαινόμενο Γκρίλο κουβαλά τη φωτογένεια  του νέου και του αταξινόμητου διεκδικώντας  το χώρο του στον δημόσιο λόγο ως ένα ερωτηματικό που απλώνει τον ίσκιο του κατά μήκος της Ευρώπης.
Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα νέο αίνιγμα; Ο Γκρίλο χαρακτηρίστηκε ήδη πολύ πριν τις εκλογές  από επαναστάτης και φορέας του νέου μέχρι δημαγωγός και λαϊκιστής, από αριστερός και επικίνδυνος αναρχικός μέχρι ακροδεξιός και νέου τύπου φασίστας. Στην οικοδόμηση του αινίγματος  ήρθε να συμβάλει και η αριστερά.
Ενώ ο Ντάριο Φο π.χ. έσπευσε να τον αγκαλιάσει και να εκφράσει τον ενθουσιασμό του για το αποτέλεσμα του συνδυασμού του, η Ροσάνα Ροσάντα -ζωντανός θρύλος της Ιταλικής αριστεράς- δήλωνε σε πρόσφατη συνέντευξή της πως  η στάση του Γκρίλο είναι  ‘’η κλασική δεξιά αντιπολιτική στάση’’.
Στη σύγχυση προφανώς συνέβαλε και ο ίδιος ο Γκρίλο, ο οποίος τοποθέτησε τον εαυτό του υπεράνω του δίπολου αριστεράς και δεξιάς, δήλωσε πως το κίνημά του είναι κίνημα ιδεών και όχι ιδεολογιών και χαρακτήρισε τους οπαδούς του ‘’συντηρητικούς επαναστάτες’’.
Ενώ σε πολλές συγκεντρώσεις του – κυρίως στην κεντρική Ιταλία-  οι αναφορές του στον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ ήταν συνεχείς και ενθουσιώδεις, καταδίκασε τα κόμματα και τα σωματεία συλλήβδην   ενώ δεν δίστασε να προτείνει στους νεοφασίστες τις Κάζα Πάουντ να ενταχθούν στα ψηφοδέλτιά του (‘’ο αντιφασισμός  δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητές μου’’ δήλωσε). 
Μπορεί λοιπόν ο κωμικός- μπλόγκερ- πολιτικός να μείνει αταξινόμητος, σαν κάτι καινοφανές μέσα στην ιταλική ιστορία; Ο Μπέπε Γκρίλο αποτελεί το νεότερο παράδοξο στην πολιτική ιστορία μιας χώρας σπαρμένης με θετικές και αρνητικές παραδοξότητες.
Τοποθετώντας τον δίπλα σε ένα από τα πιο πρόσφατα –το μουμιοποιημένο παράδοξο του Σύλβιο Μπερλουσκόνι- δεν είναι δύσκολο να εντοπίσουμε κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Και οι δύο προέκυψαν από το πουθενά με κόμματα που θριάμβευσαν μπουσουλώντας σε μια βρεφική ηλικία. Και οι δύο προέκυψαν από μια βαθειά πολιτική κρίση σαν απόρροια και σαν απάντηση σε αυτή.
Ο Μπερλουσκόνι   ύστερα από το σκάνδαλο Tangentopoli, ο Γκρίλο ύστερα από την πρόσφατη ευρωπαϊκή  κρίση, ερχόμενοι και οι δύο ως άγγελοι της κάθαρσης και περιγράφοντας τους εαυτούς τους ως μη- πολιτικούς. Και οι δύο θριάμβευσαν μέσα από το κυρίαρχο μέσο της εποχής τους αποτελώντας ταυτόχρονα ενσάρκωσή του.
Ο ένας από την ιδιωτική τηλεόραση και τα πανεθνικά δίκτυα, ο άλλος από το διαδίκτυο και τα μπλογκ. Και οι δύο μέσα από τους θεατρινισμούς, τις δημαγωγίες και τις αρένες χαρακτηρίστηκαν μεταμοντέρνοι φασίστες. Και ενώ οποιαδήποτε ταύτιση και του Γκρίλο με τον φασισμό μοιάζει απλουστευτική και παρωχημένη,  κάποιες συγκρίσεις προκύπτουν φυσικά.
Και στις δύο περιπτώσεις –με τελείως διαφορετικούς όρους- βρισκόμαστε μπροστά σε σκηνοθετημένες εμφανίσεις και στη θεατρική κατασκευή του πολιτικού μύθου. Οι κλασικοί του φασισμού, αντέγραψαν το υψηλό θεατρικό ύφος (αφαιρώντας του βέβαια το περιεχόμενο), τη χειρονομία, την πόζα, την τελετουργία και την πομπώδη ρητορική.
Ο Γκρίλο μεταφέρει στη σκηνή το θεατρικά χαμηλό, την κωμική χειρονομία και τον εκτονωτικό καρναβαλικό ψόγο. Δεν μεγεθύνει το ανάστημά του όπως ο Μουσολίνι, αντίθετα μικραίνει το ανάστημα των αντιπάλων. Στην πρώτη περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά στην σκηνοθεσία της εξουσίας, στη δεύτερη στη σκηνοθεσία του ξηλώματος της.
Ο Φύρερ υπάρχει σε απόσταση σαν πατέρας, ο Γκρίλο βρίσκεται δίπλα μας όπως ένας μεγάλος προστατευτικός αδερφός, άμεσος και οικείος. Μια οικειότητα διαμεσολαβημένη βέβαια από το μέγεθος του σταρ. Κάθε θέση του κινήματος του Μπέπε Γκρίλο, δεν αποτελεί κατ αρχήν λύση αλλά πρωτίστως περιγραφή μιας δίκαιης δυσαρέσκειας απέναντι στη διαφθορά ενός συστήματος και των πολιτικών επιβολών του.
Οι προτάσεις του κινήματος των πέντε αστέρων αποτελούν έναν εκλεκτικισμό που συνδυάζει χωρίς να συνθέτει. Τα αστέρια δεν καταφέρνουν να συγκροτήσουν  αστερισμό. Δηλώσεις και θέσεις συχνά αλληλοσυγκρούονται. Ο Γκρίλο δημιούργησε ένα κόμμα για να χτυπήσει τα κόμματα.  
Ενώ η άμεση δημοκρατία είναι μία από τις βασικές του θέσεις, ο ίδιος έχει δημιουργήσει ένα απολύτως αρχηγικό και προσωποκεντρικό κόμμα (ενδεικτικές είναι οι μαζικές διαγραφές των οποιοδήποτε διαφωνούντων καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο ίδιος έχει κατοχυρώσει τα πνευματικά δικαιώματα του ονόματος και των συμβόλων).
Ενώ οι θέσεις του γύρω από την οικολογία ή την τεχνολογία προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα προοδευτικό προφίλ ανοιχτό στο καινούργιο, οι θέσεις του για τους μετανάστες ή τους ομοφυλόφιλους μόνο προοδευτικές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν.
Ακόμα και η αποχή από την τηλεόραση και τον στημένο διάλογο, στην πραγματικότητα δημιουργούν τις συνθήκες μιας μονόδρομης αντιπαράθεσης η οποία δεν γίνεται ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο και δεν εκτίθεται ποτέ στη διαφωνία. Ενώ ταυτόχρονα το μη τηλεοπτικό προφίλ του πολιτικού έχει φτιαχτεί σε συνεργασία και συνεχή εξάρτηση με τους επικοινωνιολόγους της εταιρείας Casaleggio.
Ο Μπέπε Γκρίλο δεν αποτελεί αντίφαση, αλλά μια ενσαρκωμένη εξωστρέφεια που αδιαφορεί για τις αντιφάσεις. Παρά την έντασή του, το φαινόμενο Γκρίλο μοιάζει βραδυφλεγές. Ο Ιταλός κωμικός, είναι ένας μη-πολιτικός που φοράει την μάσκα του μη-πολιτικού. Και  όμως το πρόσωπο κάτω από την μάσκα -παρά τις ζητωκραυγές του θριάμβου- έχει ήδη αρχίσει να διαβρώνεται από την ευθύνη του 25%.
Απόφαση την απόφαση, δήλωση τη δήλωση, επιλογή την επιλογή, το πρόσωπο θα περπατά την απόστασή του από το προσωπείο, ενώ η αγανάκτηση θα παραμένει σταθερή.

(Στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Η πολιτική φούσκα του Μόντι, η λιτότητα κι εμείς...

Σταύρος Χριστακόπουλος, απο το Ποντικι...
Συνεχώς αυξάνονται οι ενδείξεις ότι ο Μάριο Μόντι θα αποτολμήσει να κατέβει στις ιταλικές εκλογές. Ήδη η Μέρκελ προσπαθεί να παρέμβει από τώρα κατευθύνοντας την Ιταλία ώστε να ψηφίσει τις επιλογές της. Τίποτε πρωτότυπο μέχρι εδώ.

Εν τω μεταξύ τα spread της Ιταλίας ανεβαίνουν και ο Μπερλουσκόνι άρχισε τον αντιμερκελικό προεκλογικό του αγώνα λέγοντας ότι οι επιλογές της Γερμανίας έφεραν την Ελλάδα στο χείλος του εμφυλίου.
Το τι θα βγάλουν οι κάλπες δεν μπορεί να προβλεφθεί, αφού η αυτοδυναμία είναι αδύνατη. Αυτή την ώρα όμως έχει σημασία να δούμε μια διαφορετική προσέγγιση της πολιτικής «φούσκας» που ονομάζεται Μάριο Μόντι. Ο παραλληλισμός με τα δικά μας είναι ιδιαίτερα χρήσιμος.
Ας αξιοποιήσουμε λοιπόν την ανάλυση του Wolfgang Munchau στους Financial Times, η οποία τιτλοφορείται: «Έσκασε η φούσκα του Μάριο Μόντι» (ολόκληρο το κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε μεταφρασμένο στην ιστοσελίδα Euro2day).
Η πρώτη παρατήρηση του αναλυτή είναι ότι η αναμενόμενη παραίτηση του Μόντι από την πρωθυπουργία οδηγεί σε δύο συμπεράσματα: ότι η πολιτική παρεμβαίνει απρόσκλητη και ότι η κρίση επιδεινώνεται πάλι.
Ύστερα επισημαίνει πως ο Μόντι συχνά έγινε αποδέκτης «αβασάνιστων κολακειών», οι οποίες εκκινούσαν από την ιδέα ότι «τα προβλήματα της Ιταλίας θα μπορούσαν να λυθούν εάν παραμεριστεί η πολιτική, εάν επιβληθούν λίγες μεταρρυθμίσεις και αρκετή λιτότητα».
Εν συνεχεία παρατηρεί αυτό που ήταν παγκοίνως γνωστό εδώ και καιρό: «Το μαγικό ραβδί του Μόντι φάνηκε να λειτουργεί για λίγο». Εντυπωσιακή μάλιστα είναι η παρατήρησή του ότι επί Μόντι «η απόδοση του δεκαετούς ιταλικού ομολόγου υποχώρησε περίπου 200 μονάδες βάσης επειδή οι επενδυτές, ζητώντας απεγνωσμένα κάποια καλή είδηση, θέλησαν να πιστέψουν στη μαγεία».
Επί της οικονομίας «Ιταλοί πολίτες και ξένοι επενδυτές δεν θα αργήσουν να καταλάβουν ότι ελάχιστα άλλαξαν τον τελευταίο χρόνο, πέρα από το ότι η οικονομία βυθίστηκε σε ύφεση».
Και τώρα; Κατά τον Munchau «δύο πράγματα χρήζουν άμεσης επιδιόρθωσης στην Ιταλία. Και τα δύο απαιτούν πολιτική ισχύ και υπερβαίνουν το πεδίο δράσης των τεχνοκρατών. Το πρώτο είναι να ανατραπεί αμέσως η λιτότητα – να ανατραπεί ουσιαστικά το έργο του Μόντι».
Ας παρακολουθήσουμε αναλυτικά το σκεπτικό του, το οποίο σε κάθε περίπτωση αγγίζει και την Ελλάδα, αφού τα κοινά χαρακτηριστικά στην πολιτική που ασκείται στις δύο χώρες είναι πάρα πολλά. Σαν να μιλάει για τη δική μας χώρα:
«Οι αυξήσεις στη φορολογία και οι περικοπές των δαπανών έχουν αντιπαραγωγικό αποτέλεσμα. Μειώνοντας ταυτόχρονα χρέος και ανάπτυξη, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ έχει αυξηθεί βραχυπρόθεσμα και αμφιβάλλω εάν θα μειωθεί σημαντικά μακροπρόθεσμα. Η επιδείνωση της διαχειρισιμότητας του ιταλικού χρέους θα γίνει πιο σαφής τον επόμενο χρόνο, καθώς θα έχουμε περισσότερα στατιστικά στοιχεία για τον καταστροφικό αντίκτυπο της λιτότητας.
Τα αποτελέσματα γίνονται ήδη αισθητά προτού εφαρμοστεί ο προϋπολογισμός του 2013. Το φορολογικό βάρος για την ιταλική οικογένεια σχεδόν διπλασιάστηκε αυτόν τον μήνα – ως αποτέλεσμα της εισαγωγής του νέου φορολογικού συστήματος για την ακίνητη περιουσία – κι έχει άμεσο αντίκτυπο τον θάνατο της προεορταστικής περιόδου για το λιανικό εμπόριο. Η Confcomercio εκτιμά ότι η κατανάλωση θα μειωθεί κατά 13%.
Η δεύτερη προτεραιότητα είναι η εναντίωση στην Άνγκελα Μέρκελ. Ο Μ. Μόντι δεν ήθελε – ή δεν μπορούσε – να ανταποκριθεί σε αυτό το καθήκον. Προσπάθησε λίγο να εντυπωσιάσει, όμως ποτέ δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει τη Γερμανίδα καγκελάριο στο θέμα που είχε τη μεγαλύτερη σημασία. Να πει ότι χωρίς κάποιας μορφής αμοιβαιοποίηση του χρέους – ένα ευρωομόλογο – δύσκολα μπορεί να παραμείνει μέλος της ευρωζώνης μία χώρα με χρέος στο 130% του ΑΕΠ και πρακτικά καμία ανάπτυξη μετακυλίοντας εσαεί τα χρέη της.
Μόνο ένας εκλεγμένος ηγέτης μπορεί να επιβάλει αυτήν την επιλογή. Ένας τεχνοκράτης πρωθυπουργός δεν μπορεί να προσφέρει μία αξιόπιστη απειλή εάν η απάντηση από το Βερολίνο είναι “όχι”».
Κατόπιν αυτών έρχεται και το κρίσιμο ερώτημα: Τι θα κάνει η Γερμανία εάν βρεθεί αντιμέτωπη με την επιλογή ευρωομολόγου ή αποχώρησης της Ιταλίας από την ευρωζώνη; Ο Munchau απαντά:
«Πιστεύω ότι, εάν το Βερολίνο βρεθεί ενώπιον αυτού του αδιεξόδου, αρχικά θα τα χάσει. Ο λόγος για τον οποίο ο Μ. Μόντι είναι τόσο δημοφιλής στη Γερμανία είναι επειδή με τη φούσκα που έχει δημιουργήσει και τη λιτότητα που έχει επιβάλει παίζει το παιχνίδι της καγκελαρίου, αναβάλλοντας τις δύσκολες αποφάσεις για τακτοποίηση του χρέους και θεσμικές μεταρρυθμίσεις μετά τις βουλευτικές εκλογές στη Γερμανία το επόμενο έτος».
Και μια τελευταία αναφορά στον Μπερλουσκόνι, ο οποίος για πολλούς λόγους θα είναι το κεντρικό πρόσωπο της προεκλογικής περιόδου στην Ιταλία – ίσως ακόμη των εκλογών και του μετεκλογικού σκηνικού:
«Δεν θα γίνει πρωθυπουργός. Οι Ιταλοί τον βαρέθηκαν, αν και χαίρει ακόμη κάποιας δημοτικότητας στη δεξιά. Όσο κωμικός και άχρηστος κι αν ήταν, όμως, κατά την τελευταία του θητεία στην ηγεσία της Ιταλίας, η διάγνωσή του για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα είναι σωστή. Δηλώνει ότι η Ιταλία χρειάζεται μία νέα συμφωνία με την ευρωζώνη, προσθέτοντας ότι ακόμη και η έξοδός της από το ευρώ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ταμπού. Και έχει κατ’ επανάληψη υποστηρίξει ότι η λιτότητα δεν αποδίδει. Θα έπρεπε να τα είχε πει, όμως, όσο ήταν πρωθυπουργός».
Κατόπιν τούτων, ας συνοψίσουμε: Οι εκλογές στην Ιταλία, αλλά και το μοντέλο διαχείρισης του χρέους της Ισπανίας και της Ιταλίας θα είναι εξαιρετικά κρίσιμοι παράγοντες για τη μοίρα που θα επιφυλάξει και για την Ελλάδα η ευρωζώνη. Όπως πολλές φορές έχουμε επισημάνει στο παρελθόν, τα νέα για τη χώρα μας θα έρχονται πάντα απ’ έξω. Τουλάχιστον όσο η δική μας πολιτική ελίτ και η κοινωνία δεν αποφασίζουν ότι πρέπει κάποτε να δώσουν τη μάχη τους...

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Εγχειρίδιο διαπραγμάτευσης...

του Μαζεστιξ απο το Ιστολογιο Τοιχο - Τοιχο...

Βγήκε στη δημοσιότητα από τη Γαλλία το σπουδαιότερο ντοκουμέντο της διαπραγμάτευσης.

Αν και οι περισσότεροι μιλάμε για τη διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους, λες και είναι κάτι πολύ εύκολο, η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ενα σκληρό πόλεμο στον οποίο καλείται ο εκάστοτε πρωθυπουργός να σταθεί όρθιος κρατώντας αντίσταση σε σκληρότατες πιέσεις.

Ο πρώην υπουργός οικονομικών της Γαλλίας, Φρανσουά Μπαρουάν αποκαλύπτει στο "Ημερολόγιο Κρίσης",  (όπως αναδημοσιεύει το tsantiri.gr) για τη μυστική συνάντηση των Ομπάμα, Μέρκελ, Σόιμπλε, Σαρκοζί, Παπανδρέου το Νοέμβριο του 2011 με αφορμή την ανακοίκωση του ΓΑΠ για δημοψήφισμα για το Μνημόνιο.

«Ο Γιώργος Παπανδρέου έχει κληθεί να δώσει εξηγήσεις για το δημοψήφισμα. Η συζήτηση διαρκεί δύο ώρες χωρές διακοπή με την ένταση να είναι στα ύψη. Η Μέρκελ κάθεται απέναντι στον Παπανδρέου. Αριστερά της Μέρκελ και απέναντι στον Ομπάμα, ο Σαρκοζί. Δεξιά της Καγκελαρίου, ο Σόιμπλε. Αριστερά του Σαρκοζί, ο Ζιπέ. Κι αριστερά του Ζιπέ, εγώ.

Το κλίμα είναι βαρύ και ξεκινάει ένα μπρα ντε φερ με τον Παπανδρέου, ο οποίος συνοδεύεται από τον υπουργό του των Οικονομικών. «Σ’ το λέμε ξεκάθαρα, εάν κάνεις δημοψήφισμα δεν υπάρχει σχέδιο σωτηρίας» λέει ο Σαρκοζί στον Ελληνα Πρωθυπουργό. Ο Παπανδρέου κάνει ότι δεν καταλαβαίνει. Με παγωμένο βλέμμα, η Μέρκελ επαναλαμβάνει στον Έλληνα Πρωθυπουργό το ίδιο πράγμα με πολύ αποφασιστικό τρόπο. Είναι ένας ψυχολογικός πόλεμος. Η ένταση ανεβαίνει κι άλλο. Ο Σαρκοζί τού επαναλαμβάνει τους όρους μας σε στυλ τελεσιγράφου. Ο Παπανδρέου ιδρώνει, αντιστέκεται, προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει.

Ο Ομπάμα παρατηρεί τη σκηνή, ακούσει προσεκτικά. Μερικές φορές συνοψίζει τα πράγματα, ηρεμεί το παιχνίδι όταν η ένταση ανεβαίνει. Ο Παπανδρέου παίζει την καριέρα του. Ιδρώνει όλο και πιο πολύ, ταλαντεύεται από τις αρχικές του θέσεις, έπειτα καταρρέει. Στο τέλος δεν έχει άλλη επιλογή: αναγκάζεται να τοποθετηθεί υπέρ ή κατά του ευρώ.

Καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί πια να ξεφύγει από αυτό ερώτημα υποβάλλοντας το στον λαό του. Είμαι παρών στον πολιτικό θάνατο σε ζωντανή μετάδοση. Έπειτα από δύο ώρες αντιπαράθεσης, παραδίδει τα όπλα. Ερχεται η σειρά του Μπερλουσκόνι, δεν θα αντέξει για πολύ. Παπανδρέου, Μπερλουσκόνι, δύο πρωθυπουργοί θα πέσουν. Είμαστε σε καιρό ειρήνης. Δύο πρωθυπουργοί θα πέσουν κάτω από διεθνή πίεση».


Ξέρετε, είναι πολύ σημαντικό να ξέρουμε τί γίνεται εκεί μέσα στα μυστικά επιτελεία.
Να διαλύσουμε τους μύθους μας και να αναζητήσουμε την αλήθεια.
Γιατί αναζητούμε απ' τους εκπροσώπους της χώρας να σηκώσουν ανάστημα απέναντι στους γίγαντες της παγκόσμιας πολιτικής εξουσίας, λες και έιναι πρόεδροι 15-μελούς και πάνε στο λυκειάρχη να πάρουν τα κλειδιά για να κάνουν κατάληψη.
Δεν είναι έτσι όμως η διαπραγμάτευση με τους πολιτικούς άρχοντες της Γης, όπως φαίνεται κι απ' τα γραπτά του Μπαρουάν.
Δεν είναι κάτι εύκολο.
Δεν είναι καν κάτι δύσκολο.
Είναι ένα φορτίο πολύ βαρύ, που δεν είναι για όλους τους ώμους.

Λύγισε ο Παπανδρέου με συνοπτικές διαδικασίες.
Λύγισε ο Μπερλουσκόνι, επίσης με συνοπτικές διαδικασίες.
Και οι δύο έπεσαν και εξοβελίστηκαν από την πολιτική σκηνή.
Ο διεθνής παράγοντας είναι πολύ πιο ισχυρός απ' όσο νομίζουμε.
Παρακολουθήστε τα τρία ρήματα που χρησιμοποιεί ο Μπαρουάν για τον Παπανδρέου:
"ιδρώνει, ταλαντεύεται, καταρρέει".
Αυτή είναι η διαδικασία της διαπραγματευτικής ήττας.
Είναι η εικόνα ενός ανακρινόμενου, που λυγίζει υπό αφόρητες πιέσεις.
Κια αν αρχίσει να ιδρώνει, τότε νομοτελειακά θα λυγίσει.

Το να υποθέσει κανείς αν ο τάδε ή ο δείνα είναι κατάλληλος γι' αυτή τη δουλειά είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένο, καθώς το σθένος της αντίστασης που θα προβάλλει κάποιος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

α) Από το τί θέλει να καταφέρει. Ποια είναι η ιδεολογία του, ποιο το όραμά του.
π.χ. ένας νεοφιλελεύθερος, λόγω ιδεολογίας, δε θα προβάλει αντιστάσεις στην επιβολή ιδιωτικοποιήσεων.

β) Από το ενδεχόμενο να τον κρατάνε οι ξένοι από κάπου.
π.χ. ένας που βρίσκεται μπλεγμένος σε ένα σκάνδαλο αλά Siemens, εκβιάζεται και υποχωρεί εύκολα με αντάλλαγμα να γλιτώσει τη δίωξή του.

γ) Από το ηθικό του ανάστημα. Αν δηλαδή μπορεί να μη λυγίσει σε προσφορές, δώρα, μίζες κλπ.

δ) Από την ικανότητά του να βρει στηρίγματα μέσα στη διεθνή κοινότητα.

ε) Από το διεθνές του κύρος.

στ) Από τον κόσμο που έχει πίσω του. Αν έχει αφήσει πίσω στην Ελλάδα ένα λαό που τον πιέζει να επιβάλει τα θέλω του και αν χρειαστεί να έρθει και σε ρήξη με τις Μεγάλες Δυνάμεις, τότε αφενός ξέρει ότι αν έρθει σε ρήξη, θα βρει στήριγμα στο λαό μόλις γυρίσει, και αφετέρου αν υποκύψει στις πιέσεις έχει έναν προδομένο λαό που ζεσταίνει τη μηχανή του ελικοπτέρου του...

Στη διαπραγμάτευση η επιτυχία από την αποτυχία απέχουν ελάχιστα.


Από τα παραπάνω κρίνεται η ανθεκτικότητα ενός Πρωθυπουργού στις πιέσεις που θα δεχτεί.
Μη γελιέστε, όσα λέει ο Μπαρουάν είναι αυτά πυο πραγματικά συμβαίνουν.
Δεν είναι παιδική χαρά τα συμβούλια κορυφής.
Ένα "και" του Προέδρου των ΗΠΑ, ένα "αλλά" του Καγκελάριου της Γερμανίας, ένα "όμως" του προέδρου της Ρωσίας, ένα "μήπως" του Πρόεδρου της Γαλλίας μπορούν να αλλάξουν όλο τον ρουν της ιστορίας ενός λαού σαν το δικό μας.
Βάλτε δίπλα και Ντράγκι, Μπαρόζο, Ρομπάι, Νταλάρα, Γιούνκερ, Λαγκάρντ και τους λοιπούς μεγάλους διεθνείς παράγοντες που εκπροσωπούν τα πιο ισχυρά οικονομικά συμφέροντα της Γης (αγορές, τράπεζες, βιομηχανίες, πολυεθνικές).
Κάθε κίνηση, κάθε κουβέντα από οποιονδήποτε απ' αυτούς έχει τεράστια σημασία.

Όπως κάποτε η στάση ενός Κάνιγκ επηρέασε τις διεθνείς εξελίξεις σχετικά με την αναγνώριση του ελληνικού κράτους, έτσι και τώρα δεν είμαστε δυστυχώς μόνοι.
Όπως ο Κάστρο χρειάστηκε την ΕΣΣΔ για να αλλάξει τα πράγματα στην Κούβα.
Μόνος του δε θα κρατούσε πάνω από δυο-τρία χρόνια.
Η επανάσταση δεν αρκεί. Καταπνίγεται πολύ εύκολα είτε από μέσα είτε απ' έξω.
Χρειάζεται και διεθνής στήριξη, τουλάχιστον από ένα από τα μπλοκ στο παγκόσμιο σκάκι.



Μη νομίζουμε ότι θα πάει αύριο π.χ. ο Τσίπρας σ' ένα κλειστό γραφείο με Μέρκελ, Σόιμπλε, Ολάντ, Ομπάμα κλπ και θα τους πει με μαγκιά "εγώ θα καταργήσω το Μνημόνιο" και αυτοί θα τον κοιτούν σα χάνοι.
Δε θα τον αφήσουν σε χλωρό κλαρί.
Θα τον πιάσουν με το καλό να τον μεταπείσουν για το αναγκαίο της συναίνεσής του.
Αν κρατάει, θα τον πιέσουν ψυχολογικά.
Αν κρατάει και πάλι, τότε θα μπουν οι ωμοί εκβιασμοί στο παιχνίδι.
"Σε πετάμε τώρα έξω απ' το ευρώ. Σου κάνουμε εμπάργκο"
Αν δεν κωλώσει ούτε και τωρα, μπορεί να μπουν στο παιχνίδι και οι "οικονομικοί δολοφόνοι", αν δεν έχουν μπει ήδη.
Ο Τσίπρας -ορθώς για μένα- έχει μιλήσει για το "πυρηνικό όπλο" του ντόμινο της ελληνικής εξόδου από την ευρωζώνη.
Το θέμα είναι να το πιστεύει πράγματι. Να είναι 100% πεπεισμένος γι αυτό -ή αν δεν είναι, να δείχνει πεπεισμένος- και να μην κωλώσει.
Αν δείξει πως υπάρχει μια αμυχή αμφιβολίας μέσα του, τότε θα λυγίσει με συνοπτικές διαδικασίες.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις θα απειλήσουν με οικονομικό (και όχι μόνο) αφανισμό του ελληνικού λαού.

(Αναφέρομαι στον Τσίπρα, ως παράδειγμα, διότι αυτός θα είναι μάλλον ο επόμενος διαπραγματευτής, αλλά τα ίδια ισχύουν και για κάθε άλλον εκπρόσωπό μας που θα πάει να κάτσει σ' αυτό το τραπέζι με τα -οικονομικά και όχι μόνο- πιστόλια).

Όπως άλλωστε γράφει και ο Μπαρουάν:
«Οι γαλλικές αρχές εργάζονταν στα τέλη του 2011 πάνω στο σενάριο αποχώρησης της Ελλάδας από το ευρώ και της διάλυσης της Ευρωζώνης»
«Ζήτησα από τους ανθρώπους που εμπιστεύομαι να εργαστούν πάνω σε δύο πράγματα: το κόστος για τη Γαλλία ενδεχόμενης αποχώρησης της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και τις πιθανές ζημιές, αφενός στον τραπεζικό και ασφαλιστικό κλάδο, αφετέρου στο σύνολο της Ευρωζώνης».

Η ελληνική απειλή περί εξόδου από το ευρώ είναι πυρηνικό όπλο απέναντι στις Μεγάλες Δυνάμεις


Με λίγα λόγια οι Μεγάλες Δυνάμεις θα απειλήσουν ξεκάθαρα με εκδίωξη της Ελλάδας απ' το ευρώ.
Αν ο ελληνικός λαός έχει προετοιμαστεί για παν ενδεχόμενο και είναι έτοιμος να το αντιμετωπίσει, τότε η ελληνική πλευρά της διαπραγμάτευσης έχει ένα πολύ ισχυρό όπλο στα χέρια της.
Να πει η Μέρκελ "σε διώχνω αύριο απ' το ευρώ" και η ελληνική πλευρά να απαντήσει "διώξε με, να δούμε ποιος θα κλάψει περισσότερο, εγώ ή εσύ". Για να το πει όμως αυτό η ελληνική πλευρά, θα πρέπει ο ελληνικός λαός να έχει αποτινάξει από πάνω του τη δαιμονοποίηση της δραχμής.
Να συνεκτιμηθεί ο αλληλένδετος χαρακτήρας των οικονομιών στα παγοσμιοποιημένα πλαίσια.
Σπάει ο κρίκος, σπάει και η αλυσίδα.
Αυτό είναι ισχυρό όπλο για να μη μας κουνήσει κανείς.
Βέβαια, τα ισχυρά όπλα δεν ευστοχούν πάντα και πρέπει να το γνωρίζουμε καλά αυτό.
Αλλά οφείλουμε να παίξουμε με τα ισχυρότερα όπλα, μπας και καταφέρουμε να κερδίσουμε στη διαπραγμάτευση.


Γι' αυτό πρέπει να ξέρουμε τις δυσκολίες της διαπραγμάτευσης.
Και να είμαστε προετοιμασμένοι για το ενδεχόμενο ο εκάστοτε απεσταλμένος μας να αποδειχτεί λίγος γι' αυτή τη δουλειά.
Όχι για να δικαιολογούμε τον ενδοτισμό του εκάστοτε εκπροσώπου, αλλά για να μπορούμε να τον διαχειριστούμε ως λαός.
Να είμαστε προετοιμασμένοι και για να πιέσουμε προκαταβολικά για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο (το οποίο είναι και ο ευκτέο), αλλά και για να μην απογοητευτούμε και να περάσουμε γρήγορα στην επόμενη μέρα, αναζητώντας νέους τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος με νέους φορείς, νέες μορφές πίεσης και φυσικά νέα πρόσωπα ικανότερα να κάνουν αυτή τη δουλειά.



Συμπέρασμα.
Ο εκπρόσωπος του λαού και της χώρας σ' αυτόν το λάκκο των λεόντων πρέπει να συγκεντρώνει τα εξής χαρακτηριστικά:

α) Να είναι ιδεολογικά αντίθετος με αυτά που επιβάλλουν οι Μεγάλες Δυνάμεις (μννημονιακό νεοφιλελευθερισμό).
Να ξεκινάει δηλαδή από αντίθετη αφετηρία σε σχέση με την απέναντι πλευρά.
Οι απέναντι να λένε ένα απόλυτο "ναι" και αυτός να λέει ένα απόλυτο "όχι", παλεύοντας να γείρει η πλάστιγγα προς το μέρος του.
Αν δείξει/πει/υπονοήσει ότι αν τα πράγματα φτάσουν σε αδιέξοδο θα ενδώσει στο "ναι", τότε έχει τελειώσει η διαπραγμάτευση με παταγώδη αποτυχία.
Πρέπει να δείχνει ανένδοτος και ατρόμητος μπροστά ακόμη και στην απόλυτη ρήξη.
Έτσι μόνο ίσως καμφθούν.
Αν αφήσει στην αρχή έστω και μια μικρή χαραμάδα να ενδώσει, αυτή η χαραμάδα θα εξελιχτεί δεδομένα σε Κερκόπορτα.

β) Να είναι καθαρός και να μην έχει εμπλοκή σε μεγάλα σκάνδαλα, που μπορεί να λειτουργήσουν ως μοχλός πίεσης.

γ) Να είναι ηθικά άτεγκτος. Να μην αποσκοπεί στη λήψη δώρων.
Να μπει στη σύσκεψη με όπλο το ψώνιο του να αφήσει ιστορία.

δ) Να δικτυωθεί καλά στη διεθνή κοινότητα και να βρει στηρίγματα που θα κρατούν κόντρα, την ώρα που θα πιέζουν αφόρητα οι επικυρίαρχοι.

ε) Να έχει δημιουργήσει ένα προφίλ εντός και εκτός χώρας που να προκαλεί σεβασμό ή ακόμα και φόβο. Ένα πρόσωπο που οι πράξεις και τα λόγια του να δημιουργούν κάποια αίσθηση στο διεθνή χώρο.

στ) Να εκπροσωπεί έναν κόσμο αποφασισμένο να πολεμήσει μέχρις εσχάτων γι' αυτά που τον έστειλε εκεί. Έναν κόσμο που θα είναι έτοιμος να βγει κατά εκατοντάδες χιλιάδες στους δρόμους για να υποστηρίξει τις προσπάθειες. Έναν λαό που θα είναι έτοιμος να δουλέψει, να παράγει, να αντέξει σε περίπτωση "ατυχήματος", αν πάψει δηλαδή η εξωτερική οικονομική βοήθεια.
Να είναι έτοιμος να σηκώσει στις πλάτες του τον εκπρόσωπο που θα σταθεί αντάξιος των περιστάσεων, να τον πιέσει, να τον εκφοβίσει και να τον εμψυχώσει αν τον δει επίφοβο να λυγίσει ή να τον εκδιώξει αν τελικά λυγίσει.
Το καλύτερο διαπραγματευτικό χαρτί θα ήταν ένα δημοψήφισμα με σαφώς πλειοψηφική την απόφαση του ελληνικού λαού να πει "όχι", αποδεχόμενος όμως και τις συνέπειες που μπορεί αυτό το "όχι" να έχει.

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Αντίο παλιάτσο ...

ΤΑ ΝΕΑ ...
Ο κονφερανσιέ που έγινε μεγιστάνας των media αποχωρεί από τον πολιτικό στίβο έπειτα από 17 χρόνια ακροβασίας ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

Στον πολιτικό στίβο κατέβηκε το 1994 με το σύνθημα: «Η χώρα που αγαπώ». Αποσύρεται ύστερα από δεκαεπτά χρόνια με μια αποχαιρετιστήρια φράση - προϊόν τηλεφωνικής υποκλοπής - που υπενθυμίζει ότι μια θριαμβευτική αρχή συνοδεύεται πολλές φορές από ένα ταπεινωτικό τέλος: «Αυτή εδώ είναι μια σκατοχώρα». Εκείνο το σύνθημα και αυτή η φράση περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο μια ιδιόμορφη πολιτική περιπέτεια με χαρακτηριστικά κωμωδίας και δράματος. Για να αρχίσει την πολιτική του καριέρα, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι υποδύθηκε το τυπικό δείγμα μιας Ιταλίας εύθυμης, που παίρνει ελαφριά τη ζωή, αγαπάει τα κορίτσια, κυνηγάει την κοινωνική αναγνώριση, μιλάει πολύ και μιλάει δυνατά. Μιας Ιταλίας με ψυχή χαβαλέ, λίγο πονηρής αλλά στο βάθος καλοκάγαθης. Μπήκε τόσο πολύ στο πετσί του ρόλου του, όμως, που έχασε το μέτρο: από τυπικός Ιταλός έγινε ένας α-τυπικός επιχειρηματίας και α-τυπικός πολιτικός, συνδυάζοντας δύο ιδιότητες απολύτως αταίριαστες για τα δημοκρατικά ήθη της λοιπής Ευρώπης.

Η ΕΚΤΟΞΕΥΣΗ. Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι έγινε ο πιο πλούσιος άνθρωπος στη χώρα του μολονότι δεν είχε καμία σχέση με το made in Italy, το οποίο αναγνώριζε ως σήμα κατατεθέν ποιότητας και αισθητικής ο υπόλοιπος κόσμος. Δεν έφτιαχνε αυτοκίνητα, παπούτσια, ρούχα ή αξεσουάρ. Κέρδισε πολλά χρήματα χτίζοντας την ιταλική εκδοχή της βιομηχανίας του θεάματος, ένα προϊόν εσωτερικής κατανάλωσης και σχεδόν καθόλου εξαγώγιμο. Ελάχιστοι γνωρίζουν πώς ακριβώς έφτασε μέχρι εκεί. Σχεδόν κανείς δεν τον θυμάται ως κονφερανσιέ στα κρουαζιερόπλοια ή την εποχή που ζούσε σε ένα διαμέρισμα 50 τ.μ. στο Μιλάνο. Κανείς δεν ξέρει - ή δεν θέλει να θυμάται - πώς βρέθηκε να χτίζει μια πόλη έξω από την πόλη, το Μιλάνο 2, ως κατασκευαστής. Οι σχέσεις του με το οργανωμένο έγκλημα εκείνη την περίοδο δεν ξεπέρασαν ποτέ τα όρια της φήμης - που λέει ότι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι ήταν ο άνθρωπος που μετέφερε το χρήμα της σικελικής Μαφίας στον ιταλικό Βορρά, ότι εκμεταλλεύτηκε το κενό για να γίνει ο τρίτος πόλος της διαπλοκής ανάμεσα στο οργανωμένο έγκλημα και την πολιτική τάξη. Ενα κενό εκμεταλλεύθηκε, νομοθετικό αυτή τη φορά, για να οδηγήσει την Ιταλία στην εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης με τις ευλογίες του τότε ηγέτη των ιταλών Σοσιαλιστών Μπετίνο Κράξι.

ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Την ευκαιρία ενός άλλου κενού άρπαξε για να μπει σαν σίφουνας στην πολιτική τη δεκαετία του 1990. Ηταν τότε που η Πρώτη Δημοκρατία κατέρρεε υπό το βάρος μιας σειράς σκανδάλων διαφθοράς και η επιχείρηση Καθαρά Χέρια διέλυε το pentapartito, τα πέντε κόμματα που μοιράζονταν για ολόκληρες δεκαετίες την εξουσία με επικεφαλής τους Χριστιανοδημοκράτες. Ο Μπερλουσκόνι χρειάστηκε μόλις μια φωτοβολίδα περί κομμουνιστικού κινδύνου για να διαλύσει την Αριστερά και να γίνει ο πρώτος Πρωθυπουργός της Δεύτερης Δημοκρατίας. Και για να κατακτήσει την εξουσία δεν δίστασε να συμμαχήσει με τον Διάβολο - τους αποσχιστικούς του Ουμπέρτο Μπόσι και τους νεοφασίστες του Τζανφράνκο Φίνι. Η πρώτη του κυβέρνηση δεν κράτησε παρά επτά μήνες.
Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι δεν είναι μόνο ένας από τους πλουσιότερους πολίτες της Ιταλίας αλλά και ο μακροβιότερος Πρωθυπουργός στην ιστορία της χώρας του. Το βιογραφικό του λέει ότι έγινε Πρωθυπουργός ακόμη δύο φορές - από τον Ιούνιο του 2001 έως τον Μάιο του 2006 και από τον Μάιο του 2008 έως τον Νοέμβριο του 2011. Η Δεύτερη Δημοκρατία στην Ιταλία είναι η εποχή του μπερλουσκονισμού. Υπάρχουν όμως και άλλα στοιχεία όπως ότι ο Μπερλουσκόνι έχασε δύο φορές από έναν σχεδόν άσημο ακαδημαϊκό που πήγαινε στο πανεπιστήμιο με ποδήλατο, τον Ρομάνο Πρόντι. Επίσης ότι ο επιχειρηματίας που υποσχέθηκε να «τρέξει» μια χώρα σαν να είναι επιχείρηση, δηλαδή με ιδιωτικονομικά κριτήρια, δεν απελευθέρωσε ποτέ την οικονομία, ότι ο πολιτικός που κάποτε αυτοανακηρύχθηκε «καλύτερος ηγέτης στον κόσμο» παραδίδει μια χώρα στο χείλος της αβύσσου, ηθικά καταβαραθρωμένη, με πληγωμένο κύρος και χαμένη αξιοπιστία.

ΤΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ. Ο λόγος όμως για τον οποίο ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι αποχωρεί από τον πολιτικό στίβο με την αποδοχή του στην κοινή γνώμη να έχει πέσει κάτω από το 20% είναι άλλος. Εδώ και δύο δεκαετίες, ο Καβαλιέρε παρουσιάζεται στους ιταλούς πολίτες σαν σάρκα από τη σάρκα τους αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα μπορούσαν να γίνουν κάποτε όπως αυτόν. Μόνο που το προϊόν αποδεικνύεται ελαττωματικό. Τι σόι λεφτάς είναι κάποιος που φτιάχνει νόμους για να προστατεύουν τον ίδιο και τις επιχειρήσεις του; Και τι είδους γυναικάς είναι κάποιος που δεν κατακτά, αλλά πληρώνει στρατιές γυναικών για να κάνει πάρτι «μπούνγκα μπούνγκα»; Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι αδυνατεί πλέον να δώσει απαντήσεις. Εκείνο το μόνιμο μειδίαμα έχει εξαφανιστεί από το πρόσωπό του, σαν να μην έχει όρεξη ούτε για εκείνα τα σαχλά αστεία που τόσο τον διασκέδαζαν την εποχή της παντοδυναμίας του.

Ροη αρθρων