Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Ο Βελλεροφόντης και η Χίμαιρα..

My Pillow Book...
Στην Ελληνική μυθολογία αναφέρεται η Χίμαιρα, ένα φοβερό τρικέφαλο τέρας που «ήσαν τα σπλάχνα της φωτιά και φλόγες η πνοή της». Το ένα από τα κεφάλια της ήταν λιονταριού, το άλλο φιδιού και το τρίτο τράγου, κατά μία εκδοχή του μύθου.

Ο Βελλερεφόντης ανέλαβε να σκοτώσει την Χίμαιρα. Ο ήρωάς μας όμως ήξερε ότι για να μπορέσει να πετύχει το σκοπό του, έπρεπε να εξουσιάσει πρώτα τον μυθικό Πήγασο. Το φτερωτό άλογο κατέβαινε κι έσβηνε τις νύχτες τη δίψα του στην πηγή Πειρήνη. Όσο κι αν προσπαθούσε ο Βελλεροφόντης να το αιχμαλωτίσει, ποτέ δεν τα κατάφερνε και το φτερωτό άλογο, όλο του ξέφευγε. 

Τότε η Θεά Αθηνά ήρθε στον ύπνο του και του έδωσε τα χρυσά χαλινάρια για να μπορέσει να τιθασεύσει τον Πήγασο. Τον ορμήνεψε να θυσιάσει έναν ταύρο στον πατέρα του τον Ποσειδώνα και να ξεκινήσει. 

Όταν ο Βελλεροφόντης ξύπνησε, βρήκε τα χαλινάρια κι έκανε όπως του είπε η Θεά. 

Έτσι ο ήρωας αιχμαλώτισε τον Πήγασο και ξεκίνησε για να σκοτώσει τη Χίμαιρα. 

Με τη βοήθεια του φτερωτού Πήγασου ο Βελλεροφόντης εκτόξευσε τα βέλη του εναντίον του τρομερού αυτού τέρατος και τελικά το θανάτωσε!

Στο πρώτο κεφάλι της Χίμαιρας, το κεφάλι του λιονταριού βλέπω τον δισέγγονο της λογοτέχνισσας, γιατί στον δικό του εικονικό και διαταραγμένο κόσμο, ασφαλώς θα αισθάνεται σαν τον αδιαμφισβήτητο βασιλιά της σύγχρονης ελληνικής ζούγκλας...

Στη θέση του φιδιού, βλέπω με τα μάτια της φαντασίας μου τον παρασυνταγματολόγο, που ήρθε από το πουθενά και μας έχει κάτσει στο σβέρκο. Φίδι κολοβό που δε διστάζει μπροστά σε τίποτα, προκειμένου να ικανοποιήσει τη νοσηρή του αρχομανία και να εξασφαλίσει την πολιτική του επιβίωση.

Το τρίτο κεφάλι, κεφάλι τράγου, ανήκει δικαιωματικά, όπως τον βλέπω, στον Μπάρμπα Φανούρη, που αναχαράζει ασταμάτητα, τα τσιτάτα παλαιών ένδοξων εποχών αξιοπρεπούς αριστεροσύνης.

Μισητή κι επικίνδυνη η τρικέφαλη Τρόικα Εσωτερικού, ίδια με την μυθική Χίμαιρα, ξερνάει «φλόγες και φωτιές απ' τα πλατιά ρουθούνια», φλόγες και φωτιές που καίνε ανθρώπους, όνειρα, ελπίδες...

Μόνο που στη δική μας ιστορία, με τον δικό μας Βελλεροφόντη, αυτός κοιμάται ακόμα τον ταραγμένο ύπνο του παραμιλώντας.

Κι εν τω μεταξύ η νέα αυτή Χίμαιρα συνεχίζει να κατακαίει ανθρώπους, όνειρα, ελπίδες... Κι η Θεά Παλλάδα με τα χρυσά χαλινάρια στο χέρι και τις ορμήνιες της στο στόμα, δε λέει να ΄ρθει, αργεί...


Ο Πήγασος, όπως κάθε βράδυ, έτσι κι απόψε, θα κατέβει στην πηγή Πειρήνη...

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Νεοελληνική μυθολογία και Ιστορία...

Με το αδιέξοδο της παγκοσμιοποίησης, τα θύματά της αναδιπλώνονται σε εθνικές αξίες είτε από το ιστορικό παρελθόν είτε από τη μυθολογική αφήγησή του. Ο Μαρξ σημείωνε ότι το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, ενώ οι προλετάριοι έχουν. Ο σοσιαλιστής Ζαν Ζορές υπογράμμιζε: «Οταν οι προλετάριοι χάνουν τα πάντα, καταφεύγουν στην πατρίδα, αφού είναι το μόνο που τους απομένει».
Στη σημερινή εποχή που παράγει στρατιές «αφανών», καταφρονεμένων και περιφρονημένων, ιδίως νέων, τίποτα πιο κατανοητό από την αναζήτηση πατρίδας οικογενειακής, κοινωνικής, εθνικής. Η ένταξη σε ευρύτερα σύνολα, έστω φαντασιακή, αποτελεί αντίσταση στον ιδεολογικό οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποίησης.
Η κατεδάφιση της ελληνικής κοινωνίας συμπληρώνεται με την αποδόμηση των «ιδρυτικών μύθων» της. Η «μεταμοντέρνα» κριτική δεν προεξοφλεί μόνον την παρακμή των εθνών λόγω παγκοσμιοποίησης. «Ανακαλύπτει» ακόμη με καθυστέρηση ότι στη νεοελληνική περίπτωση η αναφορά στο έθνος συνιστά αναχρονισμό, ότι εξ αρχής το συγκεκριμένο έθνος δεν ήταν προϊόν ιστορικών συνθηκών, αλλά απατηλών μύθων.
Οι βασικές προϋποθέσεις της νεοελληνικής κοινωνίας, λοιπόν, δεν υπήρξαν ποτέ και παρέμειναν πάντοτε χειραγωγήσεις από δημαγωγίες και λαϊκισμούς, από ολιγαρχίες και πελατειακά συστήματα. Μύθος η αντίσταση της Πόλης το 1453 στους μωαμεθανούς, αφού Εκκλησία και λαός αυτούς προτιμούσαν από τους Δυτικούς. Μύθος το «κρυφό σχολειό» της Τουρκοκρατίας. Μύθος η Επανάσταση του 1821, προϊόν κλεφτισμού και παραπλανημένου ευρωπαϊκού φιλελληνισμού προς διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μύθος η αντίσταση των Σουλιωτών και ο χορός θανάτου στο Ζάλογγο. Μύθος οι γενοκτονίες Αρμενίων και Ελλήνων: «συνωστισμοί» για πλοία που δεν έφθαναν. Μύθος οι διακρίσεις του οθωμανικού κράτους μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών, με τις οποίες οι δεύτεροι υπέκειντο στον κεφαλικό φόρο, ενώ οι πρώτοι απαλλάσσονταν. Μύθος οι βίαιοι εξισλαμισμοί με δέλεαρ την αποφορολόγηση.
Τα πάντα λοιπόν μύθοι. Ομως, η Ιστορία δεν διακρίνεται από τους μύθους, αφού είναι και αυτή ακόμη ένας μύθος. Οι μύθοι δεν κρίνονται από την τεκμηρίωση, αλλά από το φρονηματικό ρόλο τους. Ο κορυφαίος Φερνάν Μπροντέλ δεχόταν ότι «την Ιστορία δεν τη φτιάχνουν τα γεγονότα, αλλά η αφήγησή τους». Σε κάθε εποχή, το παρελθόν προσλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το φρόνημά της. Σήμερα, αφού όλα ανάγονται σε ζήτημα «αφήγησης», είναι παράδοξο ότι ετεροχρονισμένα κάποιοι επισείουν «έλλειμμα» ιστορικής τεκμηρίωσης της νεοελληνικής ιδεολογίας. Η συντριβή ενός λαού, ενός έθνους, μιας κοινωνίας, συνδυάζεται πάντα με την αποδόμηση των «ιδρυτικών μύθων» της. Αραγε το αποδομητικό έργο συνιστά ανώδυνη «ιστορική έρευνα», ή μήπως ιδεολογικό συμπλήρωμα της πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής εξόντωσης, που σήμερα συντελείται;
Στη Γαλλία, η νεοφιλελεύθερη επέλαση ενοχοποιεί για το σήμερα «αδυναμίες» από το ιστορικό και μυθολογικό παρελθόν. Αυτή πρώτη διετύπωσε την έννοια του «έθνους», που όμως ήταν «παραπλανητικός μύθος», προς αιτιολόγηση του ισχυρού κεντρικού κράτους, εις βάρος τοπικών κοινωνιών και πολιτών. Ο γαλλικός μύθος ξεκίνησε πρώιμα με τον Κολμπέρ, συνεχίστηκε με Ιακωβίνους, Βοναπάρτες, Ντε Γκολ. Οι Γάλλοι δεν προσαρμόζονται στη φιλελεύθερη εποχή, επειδή παραμένουν αθεράπευτα προσηλωμένοι στον «αναχρονιστικό» κρατικό μύθο, από τον οποίο δεν μπορούν να απαλλαγούν. Μπορεί και ο «σοσιαλισμός» να είναι «μύθος», γιατί όχι και η «γενική απεργία» και η «επανάσταση». Ο Γεώργιος Σορέλ (1847-1922) δεν ενοχλείτο από τους μύθους, αλλά ανέδειξε τον ενεργό ρόλο τους στην Ιστορία. Ούτε ο Μαρξ είχε πρόβλημα με την ιδεολογία, έστω και «ψευδή», καθ' όσον από τη στιγμή που κατακτά τις μάζες μετατρέπεται σε «υλική δύναμη». «Κουτοπονηριά» η αντιπαραβολή των «κινητήριων μύθων» με την ιστορική τεκμηρίωση. Περισσότερο ενδιαφέρουσα θα ήταν η μελέτη των «μύθων», όπως έδειξε ο Φρόιντ, παρά η σκιαμαχία για την ανασκευή τους.
Οσον αφορά το ελληνικό έθνος, ότι κάποιοι ξεσηκώθηκαν, έστω από την ανυπαρξία, και, με τίμημα τη ζωή τους, διεκδίκησαν σύμπηξη έθνους, ανεξαρτησία, ιστορικό, έστω μυθικό, παρελθόν, αυτό, ακόμη και ως «παράκρουση», δημιούργησε ιστορία, με μείζονα μεταδοτικότητα στον υπόλοιπο κόσμο. Κάθε έθνος επιλέγει τους μύθους του και εμπνέεται από αυτούς. Εάν οι ελληνικοί είναι μύθοι απείθειας, αντίστασης και ελευθερίας μέχρι θανάτου, αυτό δεν εμποδίζει άλλους να συγκινούνται με την αρετή της πειθαρχίας και προσήλωσης στον ισχυρό. Εκαστος επιλέγει τα πρότυπά του, που, έστω και «ατεκμηρίωτα», δημιουργούν Ιστορία. Η πρόσληψη της Ιστορίας βαρύνει περισσότερο από την τεκμηρίωση, αφού η πρόσληψη, έστω και παρεξηγημένη, δεν εκπορεύεται από το παρελθόν, αλλά από το εκάστοτε παρόν. Κάποιοι «εκπλήσσονται» με «ανακρίβειες» που τα έθνη, οι λαοί, οι κοινωνίες ενσωματώνουν στην «ιστορία» τους, όμως έτσι συμβαίνει με όλες τις ιστορίες. Επίδικο δεν είναι η τεκμηρίωση, αλλά το συλλογικό φρόνημα. Εάν το παρελθόν αδράχνει το παρόν, όπως διεπίστωνε ο Μαρξ, το παρόν επίσης διαπλάθει, αναδιαπλάθει και οικειοποιείται το παρελθόν στα οράματά του για το μέλλον.
kvergo@gmail.com

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Το Ζάλογγο και οι μύθοι...

του Νικου Σαραντακου...
Γράφω με καθυστέρηση για το θέμα, επειδή τις προηγούμενες μέρες ταξίδευα και δεν είχα ησυχία να γράψω -βέβαια βρισκόμουν στην Ήπειρο, άρα πιο κοντά στο Ζάλογγο, που απασχόλησε τόσο πολύ την επικαιρότητα αυτές τις μέρες, όταν η βουλευτίνα της ΔΗΜΑΡ και ιστορικός Μαρία Ρεπούση κατηγορήθηκε από δημοσιογράφους, συντηρητικούς πολιτικούς και δημάρχους της περιοχής ότι χαρακτήρισε “εθνικό μύθο” τον χορό του Ζαλόγγου. Άλλωστε, και στην ομιλία που έδωσα στα Γιάννενα, παρόλο που η συζήτηση περιστράφηκε κυρίως γύρω από θέματα γλώσσας, κάποια στιγμή από τους γλωσσικούς μύθους περάσαμε στους εθνικούς μύθους, δεν είναι δα και μεγάλη η απόσταση, κι έτσι έγινε κι εκεί αναφορά στο βιβλίο Ιστορίας της 6ης Δημοτικού και στα όσα είπε ή δεν είπε για τον χορό του Ζαλόγγου η κυρία Ρεπούση.
Επειδή, ευτυχώς από μια άποψη, δεν είχα ιστολόγιο την εποχή που εξελισσόταν η θλιβερή ιστορία του βιβλίου Ιστορίας, κι επειδή το θέμα επανέρχεται κατά καιρούς, ίσως δεν είναι περιττό να επαναλάβω εδώ όσα είπα στα Γιάννενα για το βιβλίο Ιστορίας “της κυρίας Ρεπούση”. (Να θυμίσω ότι έχω κρίνει αρνητικά, αλλά ελπίζω με επιχειρήματα, ένα άλλο βιβλίο της, σχετικά με τα Μαρασλειακά). Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, το βιβλίο “της κ. Ρεπούση” είχε αρκετά καλά και μερικά αρνητικά, από τα οποία το σημαντικότερο ήταν ότι αφιέρωνε δυσανάλογα μικρή έκταση στο ιδρυτικό γεγονός του νεοελληνικού κράτους, την επανάσταση του 1821. Αν περνούσε από το χέρι μου, θα αφιέρωνα ακόμα και μια ολόκληρη σχολική χρονιά (μεγαλύτερης τάξης) στο 1821, αλλά βέβαια θα τα λέγαμε όλα: και τις λαμπρές στιγμές και τις σκοτεινές σελίδες, και τις θυσίες και τις εμφύλιες σφαγές, και την καταστροφή της Χίος αλλά και το άγος της Τριπολιτσάς. Επίσης, δέχομαι με προσοχή τη γνώμη κάποιων μάχιμων δασκάλων, ότι ενδεχομένως ήταν δυσκολοδίδακτο στην 6η δημοτικού το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά βέβαια επειδή αυτές διατυπώθηκαν εκ των υστέρων δεν αποκλείω να είναι επηρεασμένες από τον θόρυβο που ακολούθησε. Τα περί “συνωστισμού” (η ακριβής έκφραση του βιβλίου είναι “συνωστίζονται”, μια άστοχη διατύπωση που έδωσε λαβή σε πολλή δημαγωγία καθώς αποκόπηκε από τα συμφραζόμενά της) δεν τα θεωρώ σοβαρό λάθος. Θα μπορούσε ή ίσως θα έπρεπε να γίνεται λόγος για νεκρούς, αλλά σε ένα βιβλίο του δημοτικού αυτά τα πράγματα δεν διατυπώνονται τόσο απερίφραστα. Όμως, το βιβλίο αφιέρωνε πολλές σελίδες στη Μικρασιατική Καταστροφή, οπότε δεν μπορεί να κατηγορηθεί πως υποβάθμισε το ξερίζωμα του ελληνισμού από τη Μικρασία.
Ψεγάδια σαν κι αυτά έχουν κι άλλα σχολικά βιβλία, πολλά μάλιστα έχουν πολύ χειρότερα. Ωστόσο, σε μια συντεταγμένη πολιτεία τα διδακτικά βιβλία εγκρίνονται από τις επιτροπές που ορίζει ο νόμος, και όχι με δημοψήφισμα. Το βιβλίο “της κ. Ρεπούση” δέχτηκε ολομέτωπη την επίθεση της εθνικιστικής δεξιάς (και μερικών αριστερών, που ελπίζω να το έχουν μετανιώσει πικρά) και τελικά αποσύρθηκε, πράγμα το οποίο θεωρώ ότι αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες ιδεολογικές νίκες της ακροδεξιάς τις τελευταίες δεκαετίες. Το διδακτικό είναι ότι οι πρωτεργάτες της εθνικιστικής επίθεσης, οι καρατζαφέρηδες και οι καραμπελιάδες, δεν έδρεψαν τους καρπούς της νίκης τους. Διώχνοντας το βιβλίο “της Ρεπούση” έφεραν στο προσκήνιο τη Χρυσή Αβγή. Λογικό είναι ο δικαιωμένος εθνικιστής να προτιμήσει το γνήσιο τζην. Αλλά κοντεύω να βγω εκτός θέματος, αφού υποτίθεται ότι το άρθρο θα ασχοληθεί με τον θόρυβο που ξέσπασε ύστερα από όσα είπε η κ. Μαρία Ρεπούση για τον χορό του Ζαλόγγου.
Ή, ύστερα απ’ όσα δεν είπε. Διότι, αν έχω καταλάβει καλά (διορθώστε με αν πέφτω έξω, δεν το έχω ακούσει με τ’ αυτιά μου), η κ. Ρεπούση δεν είπε τίποτα ρητά για τον χορό του Ζαλόγγου. Έδινε συνέντευξη σε δημοσιογράφο του ραδιοφώνου του Άλφα, με θέμα το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, και στα καλά καθούμενα ο δημοσιογράφος τη ρώτησε για τον χορό του Ζαλόγγου. Εκείνη δεν απάντησε ευθέως, αλλά παρέπεμψε σε βιβλιογραφία, και συνέχισε λέγοντας ότι: Μέσα στην ιστορία και την διαδρομή κάθε λαός που χειρίζεται την ιστορία του και για συγκεκριμένους λόγους δημιουργεί διάφορους εθνικούς μύθους, οι οποίοι χρειάζονται για εθνικοπατριωτικούς λόγους. Προσεχτική διατύπωση, αφού δεν αναφέρεται ρητά ούτε στον ελληνικό λαό ούτε στο συγκεκριμένο γεγονός (ή “γεγονός”) -αλλά άδικος κόπος, αφού την άλλη στιγμή βούιξε το Διαδίκτυο ότι “Η Μ. Ρεπούση χαρακτήρισε εθνικό μύθο τον χορό του Ζαλόγγου“.

Την επόμενη μέρα, σε υπερεικοσάλεπτη ανάκρισή της από τρεις ιεροεξ… μεγαλοδημοσιογράφους του Μέγκα (για να προλάβω ερωτήσεις, με τον έναν δεν έχω καμιά συγγένεια, πρόκειται για απλή συνωνυμία), η κ. Ρεπούση διευκρίνισε και πάλι ότι δεν αναφέρθηκε στο Ζάλογγο, και αρνήθηκε να τοποθετηθεί ως προς το αν συνέβη ή όχι ο χορός του Ζαλόγγου, παρά το μπαράζ ερωτήσεων που δέχτηκε. Αν έχετε γερό στομάχι, μπορείτε να ακούσετε όλη τη συζήτηση εδώ, αλλιώς πηγαίνετε στο 12.20 και πάλι στο 15.00. Τα λεξικά του μέλλοντος, σκέφτομαι, που θα αξιοποιούν τις δυνατότητες των πολυμέσων, θα χρησιμοποιούν αποσπάσματα αυτής της εκπομπής για να εξηγήσουν τι σημαίνει η λέξη “ιταμός”.
(Παρένθεση: ο δημοσιογράφος κ. Καμπουράκης, που έχει γράψει και ιστορικά βιβλία, έγραψε ένα άρθρο στο οποίο επικρίνει δριμύτατα όσους θέλουν να θέσουν σε απαγόρευση την ιστορική έρευνα, αλλά περιέργως, ενώ κατονομάζει χρυσαβγίτες, Άνθιμους και Αμβρόσιους, ξεχνάει τον συμπαρουσιαστή του στην εκπομπή και τον ιεροεξεταστικό ζήλο που επέδειξε!)
Η κυρία Ρεπούση προτίμησε να αποφύγει να απαντήσει στο ερώτημα (“δεν απαντάω σε τέτοιες ερωτήσεις” στο 15.10) επειδή φυσικά η επιστημονική της αξιοπρέπεια δεν της επέτρεπε να πει ότι συνέβη ο χορός του Ζαλόγγου -κανείς ιστορικός που σέβεται τον εαυτό του δεν θα το έλεγε- αλλά η πολιτική σκοπιμότητα δεν την άφησε να δώσει την απάντηση που θα έδινε ένας άλλος ιστορικός, να πει δηλαδή ότι ασφαλώς κάποιες Σουλιώτισσες βρήκαν το θάνατο πέφτοντας από το Ζάλογγο, αλλά ο χορός του Ζαλόγγου που μαθαίναμε στο σχολείο είναι μύθος και ότι το περίφημο τραγούδι “Έχε γεια καημένε κόσμε” (“στη στεριά δε ζει το ψάρι”) καταγράφεται έναν ολόκληρον αιώνα αργότερα από το γεγονός.
Θα προτιμούσα να έδινε θαρρετά η κ. Ρεπούση αυτή την απάντηση από την αρχή, αντί να αποφεύγει να απαντήσει στους ανακριτές της. Έτσι κι αλλιώς, την παραποίηση των λεγομένων της δεν την απέφυγε· βλέπετε, οι Χρυσαβγίτες και οι συνοδοιπόροι τους έτσι κι αλλιώς την έχουν βάλει στο στόχαστρο από την εποχή του βιβλίου Ιστορίας -εκατό βουλευτές ήταν απόντες από την αίθουσα του Κοινοβουλίου όταν τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή για τη γενοκτονία των Ποντίων, αλλά μόνο της Μ. Ρεπούση η απουσία σχολιάστηκε.
Για το Ζάλογγο, την πιο καλή σύνοψη των πηγών θα τη βρείτε σε άρθρο του Αλέξη Πολίτη, στο περιοδικό Πολίτης (2005), με τίτλο Ο “χορός του Ζαλόγγου”. Πληροφοριακοί πομποί, πομποί αναμετάδοσης, δέκτες πρόσληψης. Το άρθρο του Πολίτη δεν υπάρχει ονλάιν, και γι’ αυτό κανόνισα να το ανεβάσω εδώ (και ευχαριστώ τη φίλη που το έστειλε και τον φίλο που το σουλούπωσε). Η πρώτη πηγή για τα γεγονότα στο Ζάλογγο είναι ο Πρώσος περιηγητής Μπαρτόλντι (Bartholdy) που βρέθηκε στα Γιάννενα την ίδια εποχή και γράφει: “Καμιά εκατοστή απ’ αυτούς τους δυστυχισμένους είχαν αποτραβηχτεί στο Μοναστήρι του Ζαλόγγου, βόρεια της Πρέβεζας. Τους επιτέθηκαν, επειδή τάχα η τοποθεσία, όντας πολύ ισχυρή, μπορούσε να τους προσφέρει ένα καινούργιο μέρος για ανασυγκροτηθούν, και η σφαγή ήταν φρικτή. Τριάντα εννέα γυναίκες γκρεμίστηκαν ψηλά από τα βράχια με τα παιδιά τους, που μερικά ήταν ακόμα στο βυζί”. Δεύτερος, ο Λικ (Leake), ο οποίος επισκέφτηκε την Ήπειρο ενάμιση χρόνο αργότερα και μιλάει για 22 γυναίκες και 6 άντρες, προσθέτοντας ότι μερικές γυναίκες έρριξαν πρώτα τα παιδιά τους στο γκρεμό πριν πηδήξουν κι οι ίδιες.
Η πρώτη ελληνική πηγή που αναφέρεται στο περιστατικό, και η πρώτη αναφορά σε “χορό”, είναι ο Χριστόφορος Περραιβός ο οποίος το 1815, στη δεύτερη έκδοση της Ιστορίας του Σουλίου και της Πάργας, γράφει: “Τότε εγνώρισαν ο Κουτσιονίκας και ο Κίτσιο Μπότσαρης την συνηθισμένην αντιπληρωμήν οπού δίδει ο Βεζίρης εις τους πιστούς του προδότας, πλην η μετάνοια τότε ήτο ανωφελής. Άρχισαν μ’ όλον τούτο και αντεμάχοντο μεγαλοφύχως’ δεν είχαν όμως τα αναγκαία δια να τους αντισταθούν περισσότερον από δύο ημέρας. Αι γυναίκες δε κατά την δευτέραν ημέραν βλέπουσαι τούτην την κινδυνώδη περίστασιν, εσυνάχθησαν έως εξήκοντα επάνω εις ένα πετρώδη κρημνόν. Εκεί εσυμβουλεύθησαν [=συσκέφτηκαν] και απεφάσισαν ότι καλύτερα να ριφθούν κάτω από τον κρημνόν δια ν’ αποθάνουν, πάρεξ να παραδοθούν δια σκλάβες εις χείρας των Τουρκών. Όθεν αρπάξαντες (sic) με τας ιδίας χείρας τα άκακα αυτών βρέφη, τα έρριπτον κάτω από τον κρημνόν. Έπειτα αι μητέρες πιάνοντας μία με την άλλην τα χέρια τους άρχισαν και εχόρευαν, χορεύουσαι δε επηδούσαν ευχαρίστως μία κατόπιν της άλλης από τον κρημνόν. Μερικαί όμως δεν απέθανον, επειδή έπιπτον επάνω εις τα παιδία των και τους συντρόφους, των οποίων τα σώματα ήτον καρφωμένα επάνω εις τες μυτηρές πέτρες του κρημνού”.
Σαν ιστορική πηγή, ο Περραιβός θεωρείται αναξιόπιστος. Άλλωστε, στην επόμενη έκδοση του έργου του, πολλά χρόνια αργότερα, ο ίδιος έσπευσε να ανασκευάσει τα γραφόμενά του, παραλείποντας εντελώς τα περί χορού. Όμως, η πρώτη έκδοση, που μεταφράστηκε τα επόμενα χρόνια στα ιταλικά και τα αγγλικά, ήταν, όσο διαρκούσε η επανάσταση, το μοναδικό γραμμένο από Έλληνα έργο που μπορούσαν να συμβουλευτούν οι φιλέλληνες, κι έτσι το περιστατικό του χορού του Ζαλόγγου έγινε πολύ γνωστό διεθνώς. Από την ιταλική μετάφραση του Περραιβού πρέπει να αντλεί το υλικό του και ο Διονύσιος Σολωμός, ο οποίος αφιερώνει στο επεισόδιο τις στροφές 98-104 του Ύμνου προς την Ελευθερία. Η στροφή 101:
Τις εμάζωξε στο μέρος
του Τσαλόγγου το ακρινό
της ελευθεριάς ο έρως
και τις έμπνευσε χορό.
Ο τύπος “Τσαλόγγου” δείχνει ότι ο Σολωμός δεν είχε ακούσει από Έλληνες τα περί Ζαλόγγου αλλά τα διάβασε στα ιταλικά (Zalongo, προφ. Τσαλόνγκο).
Πρώτος που αμφισβήτησε ρητά τον χορό είναι ο Περικλής Ζερλέντης, ο οποίος το 1888 επισκέφτηκε το Ζάλογγο, ο μοναδικός ως τότε από όσους είχαν γράψει για το γεγονός, και πρόλαβε ζωντανή την αδελφή του Μαρκομπότσαρη καθώς και ένα από τα παιδιά που γλίτωσαν από την πτώση στο βάραθρο, τη Λάμπρω, το 1803 εφτά χρονών κορίτσι και τότε υπέργηρη μοναχή. Ο Ζερλέντης (εδώ, σε φριχτή καθαρεύουσα, το κείμενό του) θεωρεί ότι τα περί χορού “κατατακτέα εισίν εν τοις μυθεύμασιν”, και, μπροστά από την εποχή του, λέει ότι οι ένδοξες πράξεις δεν αμαυρώνονται από την πιστή και αληθινή περιγραφή τους. Για τα όσα συνέβησαν, ο Ζερλέντης δίνει μια κάπως διαφορετική εικόνα, χωρίς να αμφισβητεί ότι τουλάχιστον μερικοί Σουλιώτες προτίμησαν να πεθάνουν παρά να πιαστούν αιχμάλωτοι: “Έρριψαν πρώτον τα τέκνα αυτών κατά του φρικώδους βαράθρου, είτα δε διά της σπάθης μαχόμενοι, άνδρες και γυναίκες, έρριψαν εαυτούς και ούτοι επί των ασπαιρόντων πτωμάτων των φιλτάτων αυτών”. Ο Ζερλέντης γράφει ότι πολλοί σώθηκαν επειδή έπεσαν από το πλάι και τα ρούχα τους μπλέχτηκαν σε θάμνους ανακόπτοντας την πτώση, με αποτέλεσμα να πιαστούν αιχμάλωτοι, και μάλιστα τους μέμφεται επειδή προτίμησαν την αισχρή αιχμαλωσία από τον ένδοξο θάνατο, αλλά η αφήγησή του υποβάλλει σαφώς την ιδέα ότι δεν υπήρξαν λίγες απομονωμένες γυναίκες που έπεσαν στον γκρεμό αλλά ότι από ένα πλήθος γυναικών και αντρών άλλοι προτίμησαν να πέσουν στον γκρεμό για να μην αιχμαλωτιστούν, άλλοι προσπάθησαν να ξεφύγουν πολεμώντας κι άλλοι επιχείρησαν να διαφύγουν αλλά γκρεμίστηκαν και είτε σκοτώθηκαν είτε πιάστηκαν -κάποιοι λίγοι ασφαλώς θα ξέφυγαν, είτε μόνοι τους είτε με τη βοήθεια του εχθρού, όπως ο Φωτομάρας που είχε βλάμη τον τουρκαλβανό αρχηγό Μπεκίρ Τζογαδόρο, ενώ μερικά παιδάκια που έπεσαν πάνω σε κορμιά άλλων έζησαν, κι ένα από αυτά, κοριτσάκι, κατά την παράδοση, βρήκε καταφύγιο σε ένα σπίτι απ’ όπου πέρασε αργότερα ο Αλήπασας, και, κρυμμένο στη σοφίτα, κατούρησε τον Αλήπασα μη μπορώντας να συγκρατηθεί -εκδικούνται και τα παιδιά με τον τρόπο τους.
Στα τέλη του 19ου αιώνα – αρχές του 20ού γράφονται και θεατρικά έργα, όπως του η “εθνική τραγωδία” Ο χορός του Ζαλόγγου του Περεσιάδη (που είναι γνωστότερος ως συγγραφέας της Γκόλφως). Το τραγούδι που υποτίθεται ότι τραγουδούσαν οι Σουλιώτισσες στον χορό καταγράφεται πρώτη φορά το 1908, και είναι μίξη δημοτικών στίχων και λόγιων στοιχείων. Για παράδειγμα, σε δημοτικό της συλλογής του Πασόβ υπάρχει το δίστιχο “Έχετε γεια ψηλά βουνά κι εσείς χαμολαγκάδια / βρυσούλες με το κρύο νερό, τι εγώ μισεύω τώρα”. Έτσι, με τα χρόνια ο μύθος εδραιώνεται και τις επόμενες δεκαετίες περνάει στα παιδικά βιβλία και στα εικονογραφημένα περιοδικά (δείτε, ας πούμε, εδώ).
Στην εποχή που έπρεπε, ο μύθος έπαιξε το ρόλο του, κάνοντας τον αγώνα των εξεγερμένων Ελλήνων συμπαθή στην Ευρώπη. Αργότερα, έδωσε κουράγιο σε κάποιους που αντιμετώπισαν κατάματα και θαρρετά τον θάνατο: η μοναδική ίσως φορά που το τραγούδι “Έχετε γεια βρυσούλες” τραγουδήθηκε όχι σε σχολική γιορτή αλλά πραγματικά από μελλοθάνατους ήταν το 1947, ύστερα από την τραγωδία της Νιάλας, όταν η δασκάλα Βαγγελίτσα Κουσιάντζα έσυρε τον χορό “του Ζαλόγγου” μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα -οι στρατιώτες του αποσπάσματος αρνήθηκαν να πυροβολήσουν, αλλά βρέθηκαν άλλοι πρόθυμοι.
Στα επόμενα χρόνια, το Ζάλογγο έπαιξε κι έναν άλλο ρόλο, όταν χρησιμοποιήθηκε από τους ντόπιους πολιτικούς για να πείσει τους Έλληνες να υπομείνουν αγόγγυστα κι άλλες θυσίες. Το 1954 ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε δηλώσει σχετικά με τις στρατιωτικές δαπάνες:«Δεν αντέχομεν αλλά δεν μειώνομεν τας δαπάνας… Εμείς έχομεν Ζάλογγα εις την ιστορίαν μας», δήλωση που οι γελοιογράφοι, με πρώτον τον Μποστ, δεν παρέλειπαν να του ξαναθυμίζουν για χρόνια μετά.
Σήμερα, δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος λόγος να συντηρείται ο μύθος και να θεωρείται εθνική μειοδοσία η αμφισβήτησή του. Θα δεχτώ πάντως την αντίρρηση ότι υπάρχουν πολύ σοβαρότερα επίκαιρα προβλήματα και ότι η αντιπαράθεση αυτή μπορεί να αποπροσανατολίζει -αν όμως η ιστορία είναι αρμοδιότητα των ιστορικών, όταν ένα ιστορικό θέμα έρχεται στην επικαιρότητα θα περίμενα από άλλους ιστορικούς να παρέμβουν στη συζήτηση, περίπου όπως έκαναν οι γλωσσολόγοι την εποχή της Φωνηεντιάδας. Θα χαρώ αν μου πείτε ότι τέτοια παρέμβαση υπήρξε τις τελευταίες μέρες και δεν την πήρα είδηση.
ΥΓ Για όσους αγανακτούν με την προσβολή του Ζαλόγγου, ας μάθουν να το λένε σωστά: το Ζάλογγο, όχι ο Ζάλογγος!

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Η κα Ρεπούση, πάλι (οι νάνοι και οι σκιές τους) ...


Η κα Ρεπούση, πάλι! Σαν να μην έφταναν όλα τα υπόλοιπα μας προβλήματα. Η έλλειψη ιδεών, η έλλειψη πολιτικής, η έλλειψη παραδείγματος. Ο νανισμός που ενδημεί στη χώρα επιτείνοντας την συλλογική μελαγχολία. Την άκουσα να "απολογείται" δις ενώπιον τηλεδικαστών και την λυπήθηκα. Ούτε να υποστηρίξει τη θέση της δεν τόλμησε. Απλώς δεσμεύτηκε πως δεν θα ξανανακατέψει την ιστορία με την πολιτική (sic). Τέτοια σύγχυση, τόση υποκρισία. Λες και διαχωρίζεται η πολιτική από την ιστορία ή, είναι δυνατόν να σκεφτεί κανείς ή να πράξει πολιτικά χωρίς να διαθέτει προηγουμένως συνείδηση ιστορίας.  Αυτό και αν είναι γκάφα έστω και αν δεν το παρατήρησε κανείς. Χειρότερη από τις αδολέσχειες περί Ζαλόγγου. Τι κάνει στην πράξη η κα Ρεπούση; (Νομίζει ότι) διακονεί τη μοντέρνα ιστορία. Δηλαδή μεθοδικά αρνείται ό, τι διαστέλλει το ιστορικό γεγονός από το μονοσήμαντο και το καθημερινό και το καθιστά σύμβολο. Το "παράδειγμα" που ανέφερα πιο πάνω. Θεωρεί πως καθήκον του ιστορικού είναι να απομειώνει τα μεγέθη, να σμικραίνει τις θυσίες, να παραβλέπει τον τρόμο αλλά και το δέος που εμφιλοχωρεί στις μεγάλες πράξεις των ανθρώπων. Η κα Ρεπούση, έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, αμφισβητεί το Μύθο από τον Ηρόδοτο και το Δράμα από το Θουκυδίδη. Αλλά και επίσης και τα realia που λαμβάνει υπ' όψιν η σχολή των Annales για να διαβάσει το χτες με τα τεχνικά εμπόδια του σήμερα. Φρονώ ότι όσον αφορά τον "συνωστισμό", η συγγραφέας του εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία ώστε να στρογγυλευθούν οι αιχμές και τα δυσάρεστα στοιχεία της ελληνοτουρκικής ιστορίας. Ένα εγχείρημα ήκιστα ιστορικό εφόσον έθετε την ιστορική αλήθεια στην υπηρεσία της πολιτικής σκοπιμότητας. Ήταν τότε που Σημίτης και Γιωργάκης πουλούσαν φιλία στην τουρκική ηγεσία για να εισπράξουν Ίμια, γκρίζες ζώνες και τετελεσμένα. Επειδή φίλτατοι ιστορία σημαίνει την πικρή αλλά σωτηρία γνώση της άληθείας, όλης της αλήθειας. Η τουλάχιστον όσης αλήθειας αντέχει η ανθρώπινη συνθήκη. Χωρίς συμψηφισμούς και τακτοποίησεις. Δεν ήταν λοιπόν lapsus linguae τότε ο "συνωστισμός" αλλά επιστημονικό ατόπημα το οποίο εξάλλου μάζεψε εκ των υστέρων η συγγραφέας του χωρίς πάντως να ζητήσει συγνώμη επειδή πλήγωσε τόσο αναίτια την πρόσφατη εθνική μας μνήμη. Και είπα, τέλος, τη λέξη που πονάει: εθνικό. Υπάρχει μια μερίδα ιστορικών που φοβούμενη μήπως χαρακτηριστεί σωβινιστική αποκρούει κάθε τι το εθνικό, έστω και αν είναι αληθές! Δεν αποφεύγει όμως να χρησιμοποιεί συχνά εύκολη προπαγάνδα ή δάνεια και παρωχημένα σχήματα ερμηνείας.
Συνέβησαν πραγματικά ο Ζάλογγος, η Αραπίτσα, η Κιάφα, το Κούγκι, το Αρκάδι, ο Μαχαιράς; Δεκάδες ιστορικές πηγές το επιβεβαιώνουν. Κυρίως όμως τα νομιμοποιεί η ανάγκη ενός λαού ταπεινωμένου να πιστέψει σε κάτι που να υπερβαίνει τα τρέχοντα σπιθαμιαία αναστήματα. Από την άλλη πλευρά, ακόμα και οι μύθοι αποτελούν εξαίσιο ερμηνευτικό υλικό στα χέρια του ίστορικού που ξέρει να συνθέτει. Το αφαιρετικό μνημείο του Γ. Ζογγολόπουλο στον απόκρημνο βράχο των Κασωπαίων συναντάει το "Κρυφό σχολείο" του Ν. Γύζη, τα ποιήματα του Μαλακάση και του Γρυπάρη. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ο Max Weber, πιο διεισδυτικά και από τον ίδιο το Μαρξ, μίλησε για τον κίνδυνο αποϊεροποίησης του ιερού. Μα μπορούν άνθρωποι να πηδούν στο κενό; Θα βρουν οι ιστορικοί του μέλλοντος στοιχεία για όσους πηδούν σήμερα με τα παιδιά τους απ' τα μπαλκόνια ή για εκείνον το συνταξιούχο που αυτοπυροβολήθηκε στο Σύνταγμα; Οι μαθητές της κας Ρεπούση μάλλον όχι. 
ΥΓ.1  Διαφωνώ όμως και με τον φίλο μου Π. Τατσόπουλο που λέει ότι "η Μαρία στοχοποιείται επειδή είναι γυναίκα". Η κα. Ρεπούση ανήκει στην ακαδημαϊκή ελίτ, συχνά πρωταγωνιστεί στα ΜΜΕ, είναι βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου, τιμής που δεν αξιώθηκαν ο Παπουτσάκης, ο Άγγελος Ελεφάντης, ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης ή ο Παπαγιώργης με τον Καραποστόλη. Η κα Ρεπούση προκαλεί μέσα από κλισέ τους δεξιούς για να εισπράξει από τους αριστερούς. Αυτό συνιστά το μικροπολιτικό της θρίαμβο. Με τέτοιες δηλώσεις στρώνει το κρεβάτι της Χ. Αυγής. Γιατί όμως ο Ζάλογγος σήμερα; Γιατί η μνήμη είναι επικίνδυνη και επειδή ο μύθος είναι απαραίτητος για να ξεπεράσουμε τη λοιμική του παρόντος, για να ονειρευτούμε το μέλλον. Η κα Ρεπούση θέλει όλους τους ήρωες στα μέτρα του Παπαδημου ή έστω του Κουβέλη. Επειδή όπως έλεγε ο Karl Kraus "όταν δύει ο ήλιος, ακόμα και οι νάνοι αποκτούσαν σκιές γιγάντων".
 ΥΓ.2  Χτες 1η Ιουνίου ο διεθνής ακτιβιστής καλλιτέχνης και παλιός σύντροφος της Marina Abramovic, Ulay στο πλαίσιο της παγκόσμιας εκστρατείας του υπέρ του νερού των φτωχών, ανέβηκε συμβολικά στη Κασταλία των Δελφών και μάζεψε λίγες σταγόνες Μύθου. Σας παρακαλώ κα Ρεπούση, μην του αποκαλύψετε πως το νερό αυτό δεν είναι ιερό...




ΥΓ.3  Συμφωνώ όμως σε κάτι με την κα Ρεπούση: μια ιδεολογική άποψη δεν μπορεί να ποινικοποιείται έστω και αν αρνείται το Ολοκαύτωμα ή τις Γενοκτονίες των Ποντίων και Αρμενίων. Η ανθρώπινη ηλιθιότητα ή άγνοια δεν τιμωρείται, απλώς εκπαιδεύεται. Η ΝΔ, ακόμα και αν θέλει να φανεί προοδευτική, προδίδει τα αυταρχικά της ανακλαστικά. Ο φασισμός δεν εξορκίζεται με νόμους που φασίζουν.

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Ο χριστουγεννιάτικος μέρμηγκας...

Της Μαριαννας Τζιαντζη...
Με τον πασίγνωστο μύθο του Αισώπου με τον τζίτζικα και το μέρμηγκα κατέφυγε ο υπουργός Οικονομικών. Από το βήμα της Βουλής, ο Γιάννης Στουρνάρας προειδοποίησε ότι το 2013 θα είναι μια δύσκολη χρονιά και έκανε τη βαθυστόχαστη πρόβλεψη ότι «ή θ’ αποδειχθεί ότι θα τα καταφέρουμε είτε ότι δεν θα τα καταφέρουμε», θυμίζοντάς μας τη Γεωργία Βασιλειάδου στην Κυρά μας τη μαμμή όταν προέβλεπε με κομπογιαννίτικη ακρίβεια το φύλο του μωρού. Επίσης, πρόσθεσε ότι «για πολλά χρόνια ήμασταν τζίτζικες, όμως τώρα γινόμαστε μέρμηγκες».
Πώς ένας τζίτζικας μεταμορφώνεται σε μέρμηγκα; Πρώτον, χάνει τα φτερά του· δεύτερον, παύει να τραγουδάει και παίρνει αντικαταθλιπτικά χάπια και τρίτον, εγκαταλείπει τα φυλλώματα των δέντρων και χώνεται στις οπές της γης, όπου συσσωρεύει τα σπόρια και τα ψίχουλα που βρίσκει στην επιφάνειά της. Ο τροφοσυλλέκτης μέρμηγκας είναι το σύμβολο της εργατικότητας ενώ ο τζίτζικας της εφήμερης χαράς της ζωής.
Μόνο οι τράπεζες είναι υπεράνω των αρχαίων μύθων. Αυτές δάνειζαν τον τζίτζικα (και κέρδιζαν) και αυτές τώρα ποδοπατούν, συνθλίβουν τον μέρμηγκα και κερδίζουν ξανά. «Συρθείτε στο χώμα!», μας προστάζει η κυβέρνηση. Μεταμορφωθείτε σε ζωύφια, χωθείτε στις κατακόμβες, μη γυρεύετε το φως.
Η διαφορά των σύγχρονων μυρμηγκιών από τα μυρμήγκια του μύθου είναι ότι τα πρώτα θέλουν να εργαστούν και δεν μπορούν, δουλειά ψάχνουν και δουλειά δεν βρίσκουν. Είναι υποχρεωμένα να διαγράφουν ατέλειωτες διαδρομές στο χώμα ή αν είναι ακόμα νέα, να μεταναστεύουν σε ξένα χώματα για να επιβιώσουν.
Όλοι οι μέρμηγκες είναι ίσοι, αλλά κάποιοι φαίνεται ότι είναι πιο ίσοι. Τα μυρμήγκια – εργάτες δεν πρέπει ούτε να διανοηθούν να ζητήσουν ανακατανομή των αποθεμάτων τροφίμων ώστε να μη λιμοκτονούν τα περισσότερα από αυτά. Έτσι κι αλλιώς, οι τζίτζικες – τραγουδιστές πέθαναν, όμως και τα μυρμήγκια – εργάτες δεν αισθάνονται και τόσο καλά τώρα τελευταία.
Οι παγκόσμιοι και οι τοπικοί άρχοντες των μυρμηγκιών καλούν τους υπηκόους τους να περάσουν τα Χριστούγεννα ζαρωμένα στην τρύπα τους με την έγνοια στην επιβίωση και όχι στη ζωή. Όμως δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα μυρμηγκάκια θα τους κάνουν το χατίρι.
(ΠΡΙΝ, "To τέλος της αγοράς", 22.12.2012)

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Η ιστορία του σπαθιού, του δέντρου, της πέτρας και του νερού

AlterThess ...
Μασούλα την πίπα ο γερο-Αντόνιο, Μασούλα τις λέξεις καί τους δίνει μορφή καί νόημα.. Μιλά ο γερο-Αντόνιο, η. βροχή σταματά για να ακούσει καί το νερό καί. η σκοτεινιά κάνουν ένα διάλειμμα να ξεκουραστούν.

"Οί πιο μεγάλοι μας παππούδες αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν τον ξένο που ήρθε να κατακτήσει αυτά τα χώματα. Ήρθε ο ξένος να μας επιβάλει άλλο τρόπο, άλλο λόγο, άλλη πίστη, άλλο θεό κι άλλη δικαιοσύνη. Ήταν η δικαιοσύνη του μοναχά για να έχει εκείνος καί να απογυμνώνει εμάς. Ήταν ο θεός του το χρυσάφι. Ήταν η πίστη του η υπεροχή του. Ήταν ο λόγος του το ψέμα. Ήταν ο τρόπος του η βιαιότητα. Οί δικοί μας, οί πιο μεγάλοι πολεμιστές, τους αντιμετώπισαν εκείνους τους ξένους, έγιναν μεγάλες μάχες ανάμεσα στους ιθαγενείς αυτής της γης για να υπερασπίσουν τη γη από το χέρι του ξένου. Αλλά μεγάλη ήταν κι η δύναμη που έφερνε το ξένο χέρι. Μεγάλοι καί τρανοί πολεμιστές έπεσαν στη μάχη καί σκοτώθηκαν. OΙ μάχες συνεχίζονταν, λίγοι, ήταν πια οί πολεμιστές, κι οί γυναίκες καί τα παιδιά έπαιρναν τα όπλα αυτών που έπεφταν.

" Συγκεντρώθηκαν τότε οί πιο σοφοί από τους παππούδες και διηγήθηκαν την ιστορία του σπαθιού, του δέντρου, της πέτρας καί του νερού. Διηγήθηκαν ότι στους καιρούς τους πιο παλιούς κι εκεί στα βουνά, μαζεύτηκαν τα πράγματα που οί άνθρωποι είχαν για να δουλεύουν καί να αμύνονται. Βρίσκονταν οί θεοί καταπώς συνήθιζαν, δηλαδή κοιμισμένοι ήταν, γιατί πολύ τεμπέληδες ήταν τότε οί θεοί, που δεν ήταν οί πρώτοι θεοί, οί πιο μεγάλοι, αυτοί που γέννησαν τον κόσμο. Κι ο άντρας κι η γυναίκα ξοδεύονταν στο σώμα καί μεγάλωναν στην καρδιά, κάπου σε μια γωνιά του πρωινού. Σιωπή ήταν η νύχτα. Σιωπηλή ήταν γιατί ήξερε πως πολύ λίγο της απέμενε. Τότε μίλησε το σπαθί.
"Ένα σπαθί τόσο", διακόπτει την αφήγηση του ο γερο-Αντόνιο καί παίρνει μια μεγάλη δίκοπη ματσέτα. Το φως της φωτιάς βγάζει μερικές αχτίδες, μόλις για μια στιγμή, κι έπειτα γίνεται σκιά.
Συνεχίζει ο γερο-Αντόνιο:
"Τότε μίλησε το σπαθί καί είπε:
"Εγώ είμαι το πιο δυνατό καί μπορώ να τους καταστρέψω όλους. Η κόψη μου κόβει καί δίνει εξουσία σ' αυτόν που με κρατά καί θάνατο σ' αυτόν που με αντιμετωπίζει".
"Ψέματα!" λέει το δέντρο. "Εγώ είμαι το πιο δυνατό, αντιστάθηκα στον άνεμο καί στην πιο άγρια καταιγίδα".
" Πάλεψαν το σπαθί καί το δέντρο. Δυνατό καί σκληρό έγινε το δέντρο κι αντιμετώπισε το σπαθί. Το σπαθί χτύπησε καί ξαναχτύπησε μέχρι που έκοψε τον κορμό καί γκρέμισε το δέντρο.
"Εγώ είμαι το πιο δυνατό" επανέλαβε το σπαθί.

"Ψέματα!" είπε η πέτρα. "Εγώ είμαι η πιο δυνατή γιατί είμαι σκληρή καί αρχαία πι είμαι βαριά καί συμπαγής".
"Καί πάλεψαν το σπαθί καί η πέτρα. Σκληρή καί στερεή έγινε η πέτρα κι αντιμετώπισε το σπαθί. Το σπαθί χτύπησε καί ξαναχτύπησε καί δεν μπόρεσε να καταστρέψει την πέτρα αλλά την έσπασε σε πολλά κομμάτια. Το σπαθί έμεινε χωρίς κόψη κι η πέτρα πολύ κομματιασμένη.
"Είναι ισοπαλία!" είπαν το σπαθί κι η πέτρα κι έκλαψαν κι οι δυο για την ανώφελη πάλη τους.

" Στο μεταξύ, υπήρχε καί. το νερό του χειμάρρου που μονάχα παρακολουθούσε την πάλη καί δεν έλεγε τίποτα. Το είδε το σπαθί κι είπε:
"Εσύ είσαι το πιο αδύνατο απ' όλους μας! Τίποτα δεν μπορείς να κάνεις σε κανέναν. Είμαι πιο δυνατός από σένα!" καί τινάχτηκε το σπαθί με μεγάλη δύναμη ενάντια στο νερό του χειμάρρου. Κι έγινε μεγάλη φασαρία και θόρυβος καί τρόμαξαν τα ψάρια αλλά το νερό δεν αντιστάθηκε στο χτύπημα του σπαθιού.
" Λίγο λίγο, χωρίς να πει τίποτα, το νερό ξαναπήρε την αρχική μορφή του, τύλιξε το σπαθί καί συνέχισε το δρόμο του στο ποτάμι που θα το μετέφερε στο μεγάλο νερό που είχαν φτιάξει οί θεοί για να γιατρέψουν τη δίψα που είχαν.

" Πέρασε ο καιρός καί το σπαθί στο νερό άρχισε να παλιώνει καί να σκουριάζει, έχασε την κόψη του καί τα ψάρια το πλησίαζαν χωρίς φόβο καί το κορόιδευαν. Με πόνο αποσύρθηκε το σπαθί από το νερό του χειμάρρου. Χωρίς κόψη καί νικημένο πια, διαμαρτυρήθηκε: "Είμαι πιο δυνατό από εκείνο, αλλά δεν μπορώ να του πάνω ζημιά, κι αυτό, χωρίς να παλέψει, με νίκησε". Πέρασε το ξημέρωμα κι ήρθε ο ήλιος να σηκώσει τον άντρα καί τη γυναίκα που είχαν κουραστεί μαζί για να φτιάξουν νέους. Βρήκαν ο άντρας κι η γυναίκα το σπαθί σε μια σκοτεινή γωνιά, την πέτρα κομματιασμένη, το δέντρο κομμένο καί το νερό του χειμάρρου να τραγουδάει...

" Τέλειωσαν οί παππούδες να διηγούνται την ιστορία του σπαθιού, του δέντρου, της πέτρας καί του νερού καί είπαν; "Υπάρχουν φορές που πρέπει να παλέψουμε σαν να ήμασταν σπαθί ενάντια στο ζώο, υπάρχουν φορές που πρέπει να παλέψουμε σαν δέντρο απέναντι στην καταιγίδα, υπάρχουν φορές που πρέπει να παλέψουμε σαν πέτρα ενάντια στο χρόνο. Αλλά υπάρχουν φορές που πρέπει να παλέψουμε όπως το νερό απέναντι στο σπαθί, το δέντρο, την πέτρα. Αυτή είναι η ώρα να γίνουμε νερό καί να συνεχίσουμε το δρόμο μας προς το ποτάμι που μας φέρνει στο μεγάλο νερό όπου γιατρεύουν τη δίψα τους οί μεγάλοι θεοί, οί πρώτοι, αυτοί που γέννησαν τον κόσμο."

"Έτσι έκαναν οί παππούδες μας, είπε ο γερο-Αντόνιο. Αντιστάθηκαν όπως το νερό αντιστέκεται στα πιο άγρια χτυπήματα. 'Εφτασε ο ξένος με τη δύναμη του, τρόμαξε τους αδύναμους, πίστεψε πως νίκησε καί με τον καιρό πάλιωσε καί σκούριασε. Κατέληξε ο ξένος σε μια γωνιά γεμάτος πόνο καί χωρίς να καταλάβει γιατί, αν καί νίκησε, ήταν χαμένος".
Ο γερο-Αντόνιο ξανανάβει την πίπα καί τα ξύλα της φωτιάς καί προσθέτει:
"Έτσι νίκησαν οί πιο μεγάλοι καί σοφοί παππούδες μας το μεγάλο πόλεμο με τον ξένο. Ο ξένος έφυγε. Εμείς εδώ είμαστε, όπως το νερό του χειμάρρου συνεχίζουμε να πορευόμαστε προς το ποτάμι που θα πρέπει να μας πάει στο μεγάλο νερό όπου γιατρεύουν τη δίψα τους οί πρώτοι, οι πιο μεγάλοι θεοί, αυτοί που γέννησαν τον κόσμο...". . , Έφυγε το ξημέρωμα καί μαζί του έφυγε κι ο γερο-Αντόνιο. Εγώ συνέχισα το δρόμο του ήλιου, προς τη δύση, ακολουθώντας ένα χείμαρρο που στριφογυρνούσε ως το ποτάμι. Μπροστά στον καθρέφτη, ανάμεσα στον ήλιο της ανατολής καί τον ήλιο της δύσης, βρίσκεται το γλυκό χάδι του ήλιου του μεσονυκτίου. Μια ανακούφιση που είναι πληγή. Ένα νερό που είναι δίψα. Μια συνάντηση που συνεχίζει να είναι αναζήτηση...

Όπως το σπαθί του παραμυθιού του γερο-Αντόνιο, η κυβερνητική επίθεση του Φεβρουαρίου εισχώρησε χωρίς καμιά δυσκολία στις περιοχές των Ζαπατίστας. Ισχυρό, εκ-θαμβωτικό, με όμορφη λαβή, το σπαθί της Εξουσίας χτύπησε την Ζαπατιστική Ζώνη. Όπως το σπαθί της ιστορίας του γερο-Αντόνιο έκανε μεγάλο θόρυβο καί φασαρία, όπως αυτό, τρόμαξε μερικά ψάρια. Όπως στο παραμύθι του γερο-Αντόνιο,το χτύπημα του ήταν μεγάλο, δυνατό... καί άχρη-στο, Όπως το σπαθί της ιστορίας του γερο-Αντόνιο, εξακολουθεί να είναι μέσα στο νερό, να σκουριάζει καί να παλιώνει. Το νερό; Συνεχίζει το δρόμο του, τυλίγει το σπαθί καί χωρίς να του δίνει σημασία, φτάνει μέχρι το ποτάμι που θα πρέπει να το πάει μέχρι το μεγάλο νερό όπου γιατρεύουν τη δίψα οί πρώτοι θεοί, οί μεγάλοι, αυτοί που γέννησαν τον κόσμο...
Η ιστορία είναι από το βιβλίο οι "Ιστορίες του γερό Αντόνιο" του Κομαντάτε Μάρκος

Ροη αρθρων