Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Τα πρόσωπα του Ντόριαν Γκρέυ...

Τα πρόσωπα του Ντόριαν Γκρέυ
 Ο Αντώνης παίρνει τ’ όπλο του και κάνει αγωγή στη Ζήμενς. Ζητά πίσω τα κλεμμένα. Θέλει το κεφάλι του κ. Χριστοφοράκου στο πιάτο. Μα τη Μεγαλόχαρη! έρχονται εκλογές κι άρχισαν τα θαύματα!
Κομμένες οι μαλθακίες! Αν ξανασυνεδριάσουν οι Υπουργοί Οικονομικών της Γαλλίας και της Γερμανίας (συν δυο – τρεις Επίτροποι της Ένωσης) για το «ελληνικό πρόβλημα» με τον κ. Στουρνάρα κλεισμένον στην παπουτσοθήκη, θα γίνει της πουτ...συγγνώμην της κακομοίρας. Ο κ. Στουρνάρας έχει λάβει  αυστηρές εντολές να εφεύρει νέους αριθμούς success story, διότι οι τρέχοντες τα τίναξαν. Αρχίζει μεγάλη πορεία προς τον λαό! Τέρμα τα ψέματα. Κι άμα δεν του αρέσει του Σόιμπλε να πάει να ανοίξει κουρείο για να κουρεύει τις τρίχες που λέει! Τελεία και παύλα.
Ως εδώ οι παπαρδέλες ότι δεν θα μας κουρέψουν το δάνειο και ότι ετοιμάζουν νέο πακέτο μέτρων 15-20 δις οι Τροϊκανοί. Να σοβαρευτούν! Ως χθες έλεγαν ότι το πακέτο θα ήταν 11-15 δις! Που τα βρήκαν τα υπόλοιπα; απ’ τη μάνα μας και τον πατέρα μας; Απ’ αυτούς έφαγαν το κατοχικό δάνειο και τις πολεμικές  αποζημιώσεις, θέλουν τώρα κι άλλα; Θέλουν τράπεζες; υποθήκες; θέλουν κατασχέσεις και πλειστηριασμούς; γη και ενέργεια; ας έρθουν να τα πάρουν – μολών λαβέ
και ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος. Τέρμα οι πλακίτσες με τον κ. Γιακουμάτο, τέρμα οι τσιρίδες του Αδώνιδος με τους γιατρούς και τους ασθενείς, όποιος δεν κάθεται καλά θα τον φυσουνίζει ο κ. Δένδιας και θα τον αναμορφώνει ο κ. Χρυσοχοΐδης – όστις έχει αλλάξει τελευταίως τα χάπια του και παίρνει αρχηγικά  με θαυμαστά αποτελέσματα.

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Όταν ανοίγεις το στόμα σου...

... μπορεί να βγαίνουν βατράχια, όπως στην περίπτωση Τατσόπουλου ή να αφήνεις άναυδους τους ακροατές σου, όπως έκανε σήμερα ο Άγγελος Φιλιππίδης, τέως διοικητής του τέως Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου.


Τον Πέτρο Τατσόπουλο, όπως και τον Γρηγόρη Ψαριανό παλιότερα, τον θεωρούσαμε έναν γραφικό τύπο, άγνωστης ιδεολογίας και διαμονής, ο οποίος δεν χρησιμοποιούσε τη συνήθη ξύλινη γλώσσα και ήταν χαλαρός. Ο εναρκτήριος λόγος του στη Βουλή περί πολιτισμού ήταν πολύ καλός. Αν δεν ερωτευόταν τη φωνή του, θα μπορούσε να δώσει πολλά.

Όμως, τα κοινωνικά δίκτυα είναι καλά και άγια όταν τα χειρίζεσαι με σύνεση. Η γενιά μου έπεσε με τα μούτρα και φυσικά τα έσπασε. Τρανταχτά παραδείγματα ο Τατσόπουλος κι η Λένα Διβάνη. Το facebook ειδκά έχει κλείσει σπίτια!
Κάπως έτσι την πάτησε κι ο καλός μας βουλευτής. Μόλις πήραν χαμπάρι οι καναλάρχες ότι έχει ψωμί η υπόθεση, τον υιοθέτησαν. Και η Τατσοπουλιάδα άρχισε.
Από κάποιο σημείο, δεν ήξερε τι έλεγε ο στόμας του! Και τότε άρχισαν οι γκρίνιες. Ο Αλέξης έκανε υπομονή. Μέχρι την περίφημη δήλωση ότι κάποιοι στον ΣΥΡΙΖΑ συμπαθούν την τρομοκρατία!
Και σήμερα, όπως είπε κάποιος με χιούμορ, "ο Τατσόπουλος έκανε δεκτή την παραίτηση του ΣΥΡΙΖΑ".

Μόνο που πήρε και την έδρα μαζί του. Αντίθετα με όσα δήλωνε κάποτε. Βλέπετε, είναι γλυκός ο μισθός του βουλευτή και, κυρίως, τα προνόμιά του. Γιατί να τα χάσει; Γνωρίζει, υποθέτω, πως τα κανάλια είναι ελευθερίων ηθών. Θα του γυρίσουν σύντομα την πλάτη, αν δεν προσφέρει άλλη λάσπη εναντίον του τέως κόμματός του.
Τελοσπάντων, καλύτερα μια έδρα λιγότερη, παρά η αγωνία για το τι θα πει κάθε μέρα ο Πετράκης.

Η φωτό είναι από τα Νέα
Το έτερο βαθύ λαρύγγι, ο Άγγελος Φιλιππίδης, έδειξε σήμερα, μιλώντας στην εκπομπή του Κώστα Βαξεβάνη στο Κόκκινο, ότι είναι διατεθειμένος να δώσει διευθύνσεις και ονόματα. Και κυρίως αποκαλύπτει το ρόλο του Γ. Προβόπουλου στα θαλασσοδάνεια που δόθηκαν σε Κοντομηνάδες και Λαυρεντιάδηδες. Ακούστε όσα είπε:

http://www.koutipandoras.gr/ekpompi/103765/hot-doc-radio-1012014

Στο πρώτο μισάωρο μιλά κυρίως ο Πάνος Καμμένος και στο δεύτερο ο Α. Φιλιππίδης.
Η μπόχα δεν μπορεί πια να κρυφτεί. Η κυβέρνηση θα καταφέρει να γλιτώσει τους εκλεκτούς της; Οι επόμενες εβδομάδες θα έχουν φοβερό ενδιαφέρον, αδέλφια.

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Τι κι αν σε δέρνουν δεκατρείς, αν δεν σε δέρνει ο νους σου...

του Ηλια Χρονοπουλου, απο το Red NoteBook...
«Όταν διψάσεις, είναι πολύ αργά για να σκάψεις ένα πηγάδι»
Ιαπωνική παροιμία
Το κείμενο αυτό δεν φιλοδοξεί να εναρμονιστεί με την οργή κανενός. Επιδιώκει ένα «δια ταύτα». Έχει γίνει ακατανόητο σε μένα και σε πολλές αριστερές και αριστερούς για ποιο λόγο πρέπει να βρισκόμαστε με το ζόρι στον ίδιο χώρο με τον κ. Τατσόπουλο. Είναι σαφές ότι δε μας σέβεται, δεν δέχεται να είναι μέρος μιας συλλογικής πορείας, αλλά διεκδικεί (έχει και τη δύναμη να το κάνει πραγματικότητα) μια προσωπική καριέρα πολιτικού-σχολιαστή. Θα ήθελα πολύ να σύχναζα στο ίδιο καφενείο με τον κ. Τατσόπουλο, να υποστηρίζουμε και οι δύο τον ΣΥΡΙΖΑ, να διαφωνούμε για πολλά και να συμφωνούμε σε λίγα. Κατά αυτόν τον τρόπο συμπεριφέρεται ο κ. Τατσόπουλος δημόσια, και μάλιστα με την ιδιότητα του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ. Κι αυτό συνιστά πρόβλημα.

Χαίρομαι όταν αριστερές και αριστεροί έχουν αναγνωρισμένο κύρος και φήμη στο αντικείμενό τους, ιδίως όταν πρόκειται για την τέχνη.

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Θα αφήσουμε όλα τα «λουλούδια» να ξανανθίσουν;

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...

Μελαμψές φυλές κοντοπόδαρες/ Σειλινοί του κράτους / που ξερνάει και να ’τους/ τσιφτετέλληνες/ με γονείς ληστές / των συντρόφων τους θύτες/ για αμνηστία αλήτες/ τώρα διοικητές. / Κράτος ασυστόλων/ και πεσμένων κώλων/ κωλοέλληνες. /      Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη / που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό /  στο Datsun μιας φυλής που ζει φευγάτη  /  απ’ ό,τι ελληνικό στον κόσμο αυτό.... 
  / Μασκαρλίκια δες/ στο Άλφα της Αξίας/ της Αρχής της Μίας λουτροκαμπινές.  / Τιμωρός καιρός/ πέντε αιώνες δύσης/ εθνικής θα ζήσεις/ από δω και μπρος / μ’ αγγλικές αλφαβήτες/ μαλλιαροί μου Ελλαδίτες/ θλιβερές μου πορδές.

Σκαλιστές σκιές/ μακρυχέρηδες/ με το φως σπασμένο κρατικοποιημένο, / Αχ οι Έλληνες! Δεν ακούει κανείς / στο χειρότερο/ του Ελληνισμού κομμάτι/ στην Ελλάδα ζεις

Μια φάουσα καταπίνει τον αέρα,/ τη θάλασσα, την πόλη, το ιερό, / πλημμύρισε σκουλίκια η μητέρα/ το ρόδο καταγής βγάζει καπνό.  / Δεν υπάρχει ελπίς στην Ελλάδα ζεις.
(Διονύσης Σαββόπουλος, Κωλοέλληνες)

Θα πρέ­πει νά ’ταν μια κρύα Κα­θα­ρή Δευ­τέ­ρα του 1989 που α­νε­βή­κα­με στη χιο­νι­σμέ­νη Πάρ­νη­θα για να κά­νου­με υ­παί­θρια, κα­τά το έ­θι­μο, Κού­λου­μα με τον εν­νιά­χρο­νο γιο μου (που αι­σίως δια­νύει α­πλή­ρω­τος τον έ­να­το μή­να, αλ­λά πα­ρα­μέ­νει τυ­χε­ρός που «δου­λεύει» και κα­τα­γρά­φε­ται ως ερ­γα­ζό­με­νος χά­ριν «των στα­τι­στι­κών της ε­ξου­σίας»), τη Στέλ­λα και την Τζέ­λα. Ήταν τα πρώ­τα δύ­σκο­λα χρό­νια στον α­πό­η­χο του χω­ρι­σμού μου.

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Τα λασποειδή «συγκροτήματα» και οι χυλοειδείς «συγγραφείς» τους...

Απέναντι στην λογοτεχνίζουσα χυδαιότητα και την λαμπρακική βαναυσότητα.
Υπάρχουν πλείστοι όσοι, σοβαρότατοι και παλαιότατοι, λόγοι για να αντιμετωπίζει κανείς με στοχαστική υποψία το πάλαι ποτέ «συγκρότημα Λαμπράκη». Από τις προδικτατορικές δεκαετίες, όταν απέκτησε «δημοκρατικά» εύσημα ως αντιπαλατιανό και αντιβασιλικό, μέχρι τις επαμφοτερίζουσες στάσεις του στη διάρκεια της δικτατορίας· και πάλι, από τα χρόνια της μεταπολιτευτικής ευφορίας, όταν απέκτησε τα «προοδευτικά» του εύσημα (κυρίως με τον Μικροπολιτικό του Πέτρου Γαβαλά και, ασφαλώς, την δεύτερη σελίδα των πολιτιστικών, όταν χάρη στον Κώστα Νίτσο και τον Γιώργο Πηλιχό, πέρασαν από εκεί όλα τα βαριά ονόματα της τέχνης και της ποίησης της δεκαετίας ’75-’85), μέχρι τις ένδοξες πασοκικές δεκαετίες των αναφανδόν εκβιασμών της πολιτικής από την αμερόληπτη δημοσιογραφία της δημοκρατικής παράταξης.

Τα παιχνίδια του «συγκροτήματος» με την εξουσία δεν κρύφτηκαν ποτέ. Κάποιες στιγμές μόνο πασπαλίστηκαν με πολιτισμό, με γράμματα και τέχνες. Και, υπ’ αυτήν την έννοια, Τα Νέα έπαιξαν το παιχνίδι καλύτερα από την μεταπολιτευτική Καθημερινή, η οποία ματαίως προσπάθησε να ισορροπήσει το ξεφτισμένο σκηνικό της αστικής καθώς πρέπει λογιοσύνης της Βλάχου με τις ανερμάτιστες εκχωρήσεις στο νέο οικονομικό και πολιτικό σύμπαν που θεμελίωσε και συμβόλισε ο Κοσκωτάς.

Μεταξύ μας, τόσο Τα Νέα (κι από κοντά Το Βήμα) όσο και η Καθημερινή, τράφηκαν ποικιλοτρόπως από την μεταπολιτευτική αίγλη της Αριστεράς. Ειδικά της κυρκικής τοιαύτης. Χρησιμοποίησαν την αίγλη της και ξεζούμισαν (με το αζημίωτο) τους ανθρώπους της. Μέχρι που (επιτέλους) κατάφεραν να δημιουργήσουν και να στήσουν τους δικούς τους καθεστωτικούς διανοούμενους και καλλιτέχνες:

Θόρυβοι και τριγμοί...


του Δημητρη Σεβαστάκη, απο την Αυγη...
Δεν θέλω να εμπλακώ σε μια φθοροποιό και παρείσακτη υπόθεση πολιτικού σέρφινγκ, όπως αυτή η μιντιακή, που εκτυλίσσεται στο πλάι της πραγματικότητας. Υπόθεση που φθείρει και τον κ. Τατσόπουλο και τον ΣΥΡΙΖΑ ακριβώς τη στιγμή που δεν το χρειάζεται κανείς. Εξάλλου, κατά Ρίτσο «καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περισσότερα». Δεν νομίζω ότι ενδιαφέρουν οι θόρυβοι, αλλά οι ήχοι και τα νοήματα.
Με πρόφαση όμως τα ποικίλα βίαια και αχρείαστα που ανταλλάσσονται και που καταπίνουν μέρος μιας ακαθοδήγητης πολιτικής ζωτικότητας, ίσως πρέπει να δούμε με μεγαλύτερη αυστηρότητα κάποιες πλευρές της Αριστεράς. Πρέπει να δούμε, για παράδειγμα, και τον επαρχιωτισμό της Αριστεράς. Το αίσθημα μειονεξίας που τη διατρέχει και την κάνει να τρέχει, ανεξήγητα πεινασμένη, πίσω από το μέινστριμ (mainstream) του σημιτικού κράτους, του μιντιακού υπερκράτους και συχνά της γκλόσσυ (glossy) κουλτούρας.
Έτσι, η Αριστερά θεωρεί ως αυτονόητα αριστερό και πιστό τον σιωπηλό και σημαντικό συνθέτη κ. Μ. Γρηγορίου, αλλά απευθύνεται στον αξιόλογο και πολύ πιο ευλύγιστο κ. Κραουνάκη. Θεωρεί ως υπερβολικά οικείο τον κ. Κ. Χαραλάμπους της άνισης αλλά εξπρεσιονιστικά καθηλωτικής ταινίας «Δεμένη κόκκινη κλωστή» αλλά είναι πιο μεγάθυμη προς τον κ. Καφετζόπουλο. Τη φοβίζει ίσως το απόκρημνο μοντέλο του κ. Α. Ρέτσου, αλλά την πείθει το προσαρμοστικό του κ. Θεοδωρόπουλου. Είναι αυτονόητος ο κ. Λαπαβίτσας, αλλά δελεαστικότερος ως politically correct ο κ. Γκαλμπρέιθ. Βαριέται με τον Κονδύλη και περνάει καλύτερα στην παραλία με τον Ζίζεκ. Θεωρεί αόρατα δικό της τον ποιητή Καναβούρη, αλλά ερωτεύσιμο τον κ. Ραυτόπουλο.

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Το ηθικό πλεονέκτημα και πώς το χάνεις...

του Λωτοφαγου...
Δεκαέξι μέρες πήρε η σύνταξη και επιμέλεια της προκήρυξης για τη διπλή δολοφονία των χρυσαυγιτών, για να μην έχει αυτή τη φορά αστοχίες σαν τα... ντόνατς της προηγούμενης. Η τελειότητα αυτή, μαζί με κάποια κενά στο περιεχόμενο (δεν περιέγραφε την επίθεση ούτε καταφερόταν κατά της κοινοβουλευτικής Αριστεράς, όπως έκαναν οι άλλες), την καταδίκασαν στην ανυποληψία.

Στο μεταξύ, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ασχολούνταν με τις κιτρινογραφίες του Χαντζόπουλου στα Νέα, ο Πέτρος Τατσόπουλος έκανε διάφορες υπερφίαλες δηλώσεις, ο Βασίλης Μουλόπουλος του επιτέθηκε μέσω της Αυγής και χθες ο Αλέξης Τσίπρας -με μια αριστοτεχνική, είναι η αλήθεια, κίνηση- κάλυψε και τους δύο!

Δυο τρία πραγματάκια:

    Τα στελέχη ήξεραν ποιος ήταν ο Τατσόπουλος όταν πρότειναν την υποψηφιότητά του: νάρκισσος και εμετροεπής, δεν αφήνει μικρόφωνο για μικρόφωνο. Οι ψήφοι που πήρε ήταν ακριβώς επειδή είναι γνωστός -είτε ως συγγραφέας, είτε ως τηλεπερσόνα. Εκτός από τον παρθενικό του λόγο στη Βουλή, δεν νομίζω να εμπλούτισε το κόμμα ή το κοινοβούλιο με τις απόψεις του.
    Όσοι ψηφίζουμε για χρόνια τον ΣΥΡΙΖΑ, το κάναμε για την πολυφωνία και τις δημοκρατικές συνθήκες. Αν θέλαμε μια γραμμή και στρατιωτάκια, θα ψηφίζαμε ΚΚΕ. Συνεπώς, αν θέλει κάποιος να υπερασπιστεί τον Βαλλιανάτο ή τη Σώτη από τον διαδικτυακό καννιβαλισμό, ας το κάνει ελεύθερα και με υπογραφή.
    Το άρθρο του Μουλόπουλου ήταν λάθος και παράλογα αυστηρό. Έχουμε μεγαλύτερα προβλήματα από τις δηλώσεις του Πέτρου σε αυτό τον τόπο.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Η πολιτική ως θέαμα...

Χρήστος Καραγιαννίδης, απο το Red NoteBook...
Η διαχείριση πολιτικών ζητημάτων μέσα από τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις.
Η ευκολία του γραψίματος δυο γραμμών που γίνονται κεντρικά ζητήματα στα δελτία των οκτώ μετατρέπει την πολιτική πραγματικότητα σε επιθεωρησιακη κωμωδία. Υπάρχει ο μύθος της αμεσότητας με τον «λαό» που εκφράζεται δια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και που μαθαίνει από πρώτο χέρι τις εξελίξεις. Μόνο που αυτό απέχει πολύ από το να θεωρηθεί δημοκρατικό και, πολύ περισσότερο, από το να είναι αριστερό. Οι συλλογικές αποφάσεις, τα ψηφισμένα κείμενα, οι θέσεις ενός κόμματος της αριστεράς γίνονται καρικατούρες και διαστρεβλώνονται, αποκόπτονται με αποτέλεσμα ο καθένας και η καθεμία να λειτούργει ανεξέλεγκτα παραβλέποντας τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμέτοχη του/της σε έναν οργανωμένο συλλογικό φορέα.

Η συνεχής ατομική εκφώνηση διαφορετικών θέσεων από τη συλλογικά αποφασισμένη γραμμή μπορεί να εμπεριέχει το δικαίωμα στη διαφορετική άποψη, η εμμονή όμως σε αυτή τη πρακτική και η μόνιμη τέτοια συμπεριφορά μπορεί να ερμηνευτεί επιεικώς ως αυτοαναφορική τάση.

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Ο προσωπικός αντιφασισμός του Πέτρου Τατσόπουλου...

Προτάσσοντας το προσωπικό και το ιδιωτικό στοιχείο υπό το πρόσχημα της αμεσότητας, ο “οικείος” πολιτικός –εξηγεί ο αμερικανός κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ– κατεδαφίζει τις λεπτές αποστάσεις που κάνουν δυνατή την λειτουργία της δημόσιας σφαίρας. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο δημόσιος χώρος παύει να λειτουργεί. Αλλά ότι, ενώ φαινομενικά γκρεμίζει τα τείχη ανάμεσα στους πολιτικούς και τους “απλούς πολίτες”, στην πραγματικότητα ο “οικείος” πολιτικός εγκαθιδρύει ένα είδος “τυραννίας”: έναν τρόπο να “κάνει” κανείς πολιτική που δύσκολα ξεχωρίζει από την πάλη ναρκισσισμών ανάμεσα σε πολιτικούς ή μεταξύ πολιτών και πολιτικών. Για τον “οικείο” πολιτικό, το σημαντικό είναι η επιβεβαίωση της κοινότητας των φίλων, ξεκινώντας από την καθημερινότητα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και φτάνοντας μέχρι την ώρα της κάλπης.

Το προσωπικό υπεράνω του πολιτικού;

Όσο κι αν δεν αμφιβάλλω ότι οι προθέσεις του Πέτρου Τατσόπουλου είναι εντιμότερες, νομίζω ότι ο ίδιος συμβάλλει συστηματικά στην τάση αυτή: άλλοτε υπερασπιζόμενος εκτός εαυτού τους “μπαρμπα-Θωμάδες” της εποχής μας απέναντι σε ακραιφνείς νεοφιλελεύθερους, άλλοτε “ξιφομαχώντας” με εκπροσώπους της Χρυσής Αυγής στην τηλεόραση και άλλοτε εξομολογούμενος εκ βαθέων (για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες) τις προσωπικές του ανησυχίες για τις πολιτικές εξελίξεις – εισηγούμενος δε μια πολιτική που ούτε το αντιφασιστικό κίνημα έχει συζητήσει ποτέ σε διαδικασία του, ούτε κανένα όργανο ή σώμα του ΣΥΡΙΖΑ έχει υιοθετήσει, του πρόσφατου ιδρυτικού συνεδρίου του μη εξαιρουμένου. Τι προσφέρει άραγε στις κοινές μας υποθέσεις να τις χειρίζεται κανείς αυθαίρετα, σα να ήταν προσωπικές του;

Ένας από εμάς ή ένας ανθ΄ημών;

Η διαχείριση κομματικών πόρων, όπως στην περίπτωσή μας η πρόσβαση των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ στα ΜΜΕ, είναι προφανώς ζήτημα που άπτεται του καταστατικού του κόμματος. Υπάρχει, ωστόσο, κάτι που υπερβαίνει το καταστατικό – κι αυτό είναι η αθεράπευτη γοητεία της κοινοβουλευτικής ιδεολογίας. Γνωρίζω τον Πέτρο Τατσόπουλο από τα γεγονότα του “Χυτηρίου”, και μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι διαθέτει ισχυρά αντισώματα για πολλά από τα κακώς κείμενα της κοινοβουλευτικής πολιτικής.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Η κα Ρεπούση, πάλι (οι νάνοι και οι σκιές τους) ...


Η κα Ρεπούση, πάλι! Σαν να μην έφταναν όλα τα υπόλοιπα μας προβλήματα. Η έλλειψη ιδεών, η έλλειψη πολιτικής, η έλλειψη παραδείγματος. Ο νανισμός που ενδημεί στη χώρα επιτείνοντας την συλλογική μελαγχολία. Την άκουσα να "απολογείται" δις ενώπιον τηλεδικαστών και την λυπήθηκα. Ούτε να υποστηρίξει τη θέση της δεν τόλμησε. Απλώς δεσμεύτηκε πως δεν θα ξανανακατέψει την ιστορία με την πολιτική (sic). Τέτοια σύγχυση, τόση υποκρισία. Λες και διαχωρίζεται η πολιτική από την ιστορία ή, είναι δυνατόν να σκεφτεί κανείς ή να πράξει πολιτικά χωρίς να διαθέτει προηγουμένως συνείδηση ιστορίας.  Αυτό και αν είναι γκάφα έστω και αν δεν το παρατήρησε κανείς. Χειρότερη από τις αδολέσχειες περί Ζαλόγγου. Τι κάνει στην πράξη η κα Ρεπούση; (Νομίζει ότι) διακονεί τη μοντέρνα ιστορία. Δηλαδή μεθοδικά αρνείται ό, τι διαστέλλει το ιστορικό γεγονός από το μονοσήμαντο και το καθημερινό και το καθιστά σύμβολο. Το "παράδειγμα" που ανέφερα πιο πάνω. Θεωρεί πως καθήκον του ιστορικού είναι να απομειώνει τα μεγέθη, να σμικραίνει τις θυσίες, να παραβλέπει τον τρόμο αλλά και το δέος που εμφιλοχωρεί στις μεγάλες πράξεις των ανθρώπων. Η κα Ρεπούση, έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, αμφισβητεί το Μύθο από τον Ηρόδοτο και το Δράμα από το Θουκυδίδη. Αλλά και επίσης και τα realia που λαμβάνει υπ' όψιν η σχολή των Annales για να διαβάσει το χτες με τα τεχνικά εμπόδια του σήμερα. Φρονώ ότι όσον αφορά τον "συνωστισμό", η συγγραφέας του εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία ώστε να στρογγυλευθούν οι αιχμές και τα δυσάρεστα στοιχεία της ελληνοτουρκικής ιστορίας. Ένα εγχείρημα ήκιστα ιστορικό εφόσον έθετε την ιστορική αλήθεια στην υπηρεσία της πολιτικής σκοπιμότητας. Ήταν τότε που Σημίτης και Γιωργάκης πουλούσαν φιλία στην τουρκική ηγεσία για να εισπράξουν Ίμια, γκρίζες ζώνες και τετελεσμένα. Επειδή φίλτατοι ιστορία σημαίνει την πικρή αλλά σωτηρία γνώση της άληθείας, όλης της αλήθειας. Η τουλάχιστον όσης αλήθειας αντέχει η ανθρώπινη συνθήκη. Χωρίς συμψηφισμούς και τακτοποίησεις. Δεν ήταν λοιπόν lapsus linguae τότε ο "συνωστισμός" αλλά επιστημονικό ατόπημα το οποίο εξάλλου μάζεψε εκ των υστέρων η συγγραφέας του χωρίς πάντως να ζητήσει συγνώμη επειδή πλήγωσε τόσο αναίτια την πρόσφατη εθνική μας μνήμη. Και είπα, τέλος, τη λέξη που πονάει: εθνικό. Υπάρχει μια μερίδα ιστορικών που φοβούμενη μήπως χαρακτηριστεί σωβινιστική αποκρούει κάθε τι το εθνικό, έστω και αν είναι αληθές! Δεν αποφεύγει όμως να χρησιμοποιεί συχνά εύκολη προπαγάνδα ή δάνεια και παρωχημένα σχήματα ερμηνείας.
Συνέβησαν πραγματικά ο Ζάλογγος, η Αραπίτσα, η Κιάφα, το Κούγκι, το Αρκάδι, ο Μαχαιράς; Δεκάδες ιστορικές πηγές το επιβεβαιώνουν. Κυρίως όμως τα νομιμοποιεί η ανάγκη ενός λαού ταπεινωμένου να πιστέψει σε κάτι που να υπερβαίνει τα τρέχοντα σπιθαμιαία αναστήματα. Από την άλλη πλευρά, ακόμα και οι μύθοι αποτελούν εξαίσιο ερμηνευτικό υλικό στα χέρια του ίστορικού που ξέρει να συνθέτει. Το αφαιρετικό μνημείο του Γ. Ζογγολόπουλο στον απόκρημνο βράχο των Κασωπαίων συναντάει το "Κρυφό σχολείο" του Ν. Γύζη, τα ποιήματα του Μαλακάση και του Γρυπάρη. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ο Max Weber, πιο διεισδυτικά και από τον ίδιο το Μαρξ, μίλησε για τον κίνδυνο αποϊεροποίησης του ιερού. Μα μπορούν άνθρωποι να πηδούν στο κενό; Θα βρουν οι ιστορικοί του μέλλοντος στοιχεία για όσους πηδούν σήμερα με τα παιδιά τους απ' τα μπαλκόνια ή για εκείνον το συνταξιούχο που αυτοπυροβολήθηκε στο Σύνταγμα; Οι μαθητές της κας Ρεπούση μάλλον όχι. 
ΥΓ.1  Διαφωνώ όμως και με τον φίλο μου Π. Τατσόπουλο που λέει ότι "η Μαρία στοχοποιείται επειδή είναι γυναίκα". Η κα. Ρεπούση ανήκει στην ακαδημαϊκή ελίτ, συχνά πρωταγωνιστεί στα ΜΜΕ, είναι βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου, τιμής που δεν αξιώθηκαν ο Παπουτσάκης, ο Άγγελος Ελεφάντης, ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης ή ο Παπαγιώργης με τον Καραποστόλη. Η κα Ρεπούση προκαλεί μέσα από κλισέ τους δεξιούς για να εισπράξει από τους αριστερούς. Αυτό συνιστά το μικροπολιτικό της θρίαμβο. Με τέτοιες δηλώσεις στρώνει το κρεβάτι της Χ. Αυγής. Γιατί όμως ο Ζάλογγος σήμερα; Γιατί η μνήμη είναι επικίνδυνη και επειδή ο μύθος είναι απαραίτητος για να ξεπεράσουμε τη λοιμική του παρόντος, για να ονειρευτούμε το μέλλον. Η κα Ρεπούση θέλει όλους τους ήρωες στα μέτρα του Παπαδημου ή έστω του Κουβέλη. Επειδή όπως έλεγε ο Karl Kraus "όταν δύει ο ήλιος, ακόμα και οι νάνοι αποκτούσαν σκιές γιγάντων".
 ΥΓ.2  Χτες 1η Ιουνίου ο διεθνής ακτιβιστής καλλιτέχνης και παλιός σύντροφος της Marina Abramovic, Ulay στο πλαίσιο της παγκόσμιας εκστρατείας του υπέρ του νερού των φτωχών, ανέβηκε συμβολικά στη Κασταλία των Δελφών και μάζεψε λίγες σταγόνες Μύθου. Σας παρακαλώ κα Ρεπούση, μην του αποκαλύψετε πως το νερό αυτό δεν είναι ιερό...




ΥΓ.3  Συμφωνώ όμως σε κάτι με την κα Ρεπούση: μια ιδεολογική άποψη δεν μπορεί να ποινικοποιείται έστω και αν αρνείται το Ολοκαύτωμα ή τις Γενοκτονίες των Ποντίων και Αρμενίων. Η ανθρώπινη ηλιθιότητα ή άγνοια δεν τιμωρείται, απλώς εκπαιδεύεται. Η ΝΔ, ακόμα και αν θέλει να φανεί προοδευτική, προδίδει τα αυταρχικά της ανακλαστικά. Ο φασισμός δεν εξορκίζεται με νόμους που φασίζουν.

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Η μισή και η άλλη μισή Αθήνα...

Της Έφης Γιαννοπούλου, απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
«Έχω πηδήξει τη μισή Αθήνα και αυτοί της Χρυσής Αυγής συνεχίζουν να με αποκαλούν αδερφή», δηλώνει ο Π. Τατσόπουλος σε συνέντευξή του στο περιοδικό Crash του Γ. Τράγκα και συνεχίζει: «γιατί όταν είσαι κακός στην Ελλάδα, πρέπει να είσαι σε όλα κακός. Δηλαδή, να είσαι και ηλίθιος και “αδερφή” και τραμπούκος και μοχθηρός και όλα». Σεξισμός, ομοφοβία, επίδειξη ανδρισμού και βαρβατίλας, όλα μαζί σε δυο προτάσεις, από έναν βουλευτή που θέλει να εμφανίζεται ως αριστερός. Άλλωστε ο Πέτρος Τατσόπουλος θεωρεί την ομοφυλοφιλία κακό πράγμα, και δεν το λένε μόνο οι τέσσερις λεξούλες που περιγράφουν τον «σε όλα κακό» (ηλίθιος, «αδερφή», τραμπούκος, μοχθηρός), αλλά και η άποψη που διατύπωσε μια μέρα νωρίτερα στο facebook ότι η περιπέτεια της κόρης του Γ. Μπαμπινιώτη είναι η νέμεση για τον ταρτούφο, υποκριτή, κόλακα της συντηρητικής κοινής γνώμης πατέρα της.

Αναρωτιέμαι πώς προσδιορίζει την κοινή γνώμη με την οποία χαριεντίζεται ακατάπαυστα ο ίδιος. (Δεν θα ‘θελα να σχολιάσω εδώ ούτε την αντιπαράθεση του Τατσόπουλου με τη Χρυσή Αυγή, ούτε τους τρόπους που έχει επιλέξει για να τη διεξάγει, ούτε την επιλογή του να τα πει αυτά στο περιοδικό του Γ. Τράγκα, ούτε καν τους τρόπους με τους οποίους διεκδικεί να βρίσκεται διαρκώς στο κέντρο μιας δυσάρεστης δημοσιότητας. Ούτε καν για τη σχέση της δημόσιας στάσης του με την πεζογραφία που υπηρετεί. Δεν θα τελειώναμε ποτέ).

Σεξιστές δεν λείπουν, ούτε έλειψαν ποτέ, από την ελληνική Βουλή. Δεν είναι μόνο ο Πέτρος Τατσόπουλος ή σύσσωμη η Χρυσή Αυγή, ούτε ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης με τα κατεβασμένα παντελόνια του κι άλλα ακόμη χυδαιότερα υπονοούμενα, ούτε ο Σωκράτης Ξυνίδης με την αλήστου μνήμης «καλτσοδέτα» του, που απευθυνόταν στην κα. Εύα Καϊλή, ή ο Γρηγόρης Ψαριανός που ουκ ολίγες φορές έχει διαφημίσει το αντριλίκι του. Δεν λείπουν ούτε από το ΚΚΕ, την πόρτα του οποίου μοιάζει να μην έχει διαβεί ποτέ ομοφυλόφιλος. Είναι βέβαια σοβαρότερο το πρόβλημα όταν μια τέτοια δήλωση προέρχεται από έναν βουλευτή αυτής της Αριστεράς που ισχυρίζεται πως είναι διαφορετική σε σχέση με όλα αυτά, που υποστηρίζει το γυναικείο κίνημα, καταγγέλλει τις διακρίσεις με κριτήριο τον σεξουαλικό προσανατολισμό, συμμετέχει στο Gay Pride, δηλώνει δημόσια την αντίθεσή της σε κάθε είδους σεξισμό. Ο Τατσόπουλος, όπως λέει ο ίδιος, δεν ανήκει στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι συνεργαζόμενος (στην παλιά παράδοση της Αριστεράς, κάτι σαν τον Γρηγόρη Λαμπράκη, όπως δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του στον Κ. Μπογδάνο - τρομάρα του!) Η στάση του θέλω να πιστεύω πως δεν χαρακτηρίζει όλο τον ΣΥΡΙΖΑ, αν και ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να σκεφτεί ποιους δέχεται, συνεργαζόμενους ή μη, στα ψηφοδέλτιά του. Και να πάρει τις δέουσες αποστάσεις.

Αναμενόμενο λοιπόν ήταν η δήλωση του συγγραφέα και βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ να προκαλέσει σάλο χτες στα σόσιαλ μήντια, σάλο που συνεχίζεται και σήμερα. Η αλήθεια είναι πως λιγότερο σχολιάζεται για το σεξισμό και την ομοφοβία της, και περισσότερο γίνεται αντικείμενο ενός γηπεδικού χαβαλέ κυρίως μεταξύ ανδρών (αλλά και κάποιων γυναικών), που εστιάζει στις σεξουαλικές επιδόσεις του Τατσόπουλου. Έχει πηδήξει πράγματι τη μισή Αθήνα; «Σιγά, ρε μάγκα», αναφωνούν οι περισσότεροι, «κατούρα λίγο». - και άλλα αντίστοιχα αστεία.

Δεν λέω, με κάποια απ’ αυτά όλοι γελάσαμε. Όμως, από την πρώτη στιγμή που διάβασα τη σχετική αναφορά, σκέφτηκα τι θα συνέβαινε αν μια γυναίκα απαντούσε με τρόπο αντίστοιχο σε κάποιο υβρεολόγιο της Χρυσής Αυγής ή όποιου άλλου. Αν έλεγε π.χ. «έχω παρθεί με τη μισή Αθήνα, και κάποιοι συνεχίζουν να με αποκαλούν ξινή, αγάμητη γεροντοκόρη». Ή αν έκανε το ίδιο ένας γκέι, όπως σχολίασε ο George Le Nonce, φίλος και συνεργάτης στο UNFOLLOW. Σκέφτηκα την αμήχανη σιωπή που θα επικρατούσε, την παγωμένη βουβαμάρα. Γιατί βέβαια μια τέτοια δήλωση θα έσπαγε κάποια από τα καλά εδραιωμένα μας ταμπού. Κι αν ακόμα και για έναν άντρα είναι άκομψο να επαίρεται για τις σεξουαλικές του επιδόσεις σε εφημερίδες και περιοδικά, οι σχετικές κουβέντες είναι μάλλον συνήθεις σε καφενεία και αντροπαρέες, όπως και ο αντρικός ανταγωνισμός επί του θέματος. Μια γυναίκα όμως; Ένας ομοφυλόφιλος; Αυτοί που γέλαγαν χτες βράδυ, χλευάζοντας ή αμφισβητώντας σκωπτικά τη βαρβατίλα του Τατσόπουλου, θα έχαναν τα λόγια τους και ίσως απλώς να αντιδρούσαν με ένα αδιευκρίνιστο πλατάγισμα της γλώσσας. «Τσς, τσς, τσς  -- κάντε ό,τι θέλετε στο κρεβάτι σας, αλλά μην προκαλείτε».

Ο χτεσινός σχολιασμός, που θύμισε λίγο το χιούμορ του ΚΛΙΚ, του ΝΙΤΡΟ και άλλων παρόμοιων περιοδικών, δεν ήταν τόσο μακρινός από το σύστημα αξιών απ’ το οποίο απορρέει η δήλωση Τατσόπουλου. Η επίδειξη μαγκιάς και ερωτικών κατακτήσεων κάπου συναντήθηκε με την εμμονή της χλεύης της. Μήπως αυτό δεν θα έλεγαν κι οι φίλοι του καφενείου αν κάποιος κόμπαζε ότι έχει πάρει τη μισή Αθήνα; Μήπως δεν θα υπήρχε κάποιος που θα σηκωνόταν από το τραπέζι για να αναφωνήσει «έλα, ρε, κόψε κάτι»; Μήπως δεν θ’ άρχιζαν παρόμοιες πλάκες;

Δεν μου αρέσει η αποστείρωση του politically correct, ούτε φρίττω με τις βέβηλες πλάκες, που, αλήθεια, κάποτε προκαλούν απελευθερωτική ευθυμία. Σκέφτομαι όμως ότι οφείλουμε κι εμείς να κοιταχτούμε στον καθρέφτη, να δούμε τι μοιραζόμαστε από τα στερεότυπα αυτά, απ’ τη ρητορική της μαγκιάς και την επίδειξη της βαρβατίλας. Κι ίσως να προτιμάμε τις πλάκες που σπάνε στερεότυπα αντί να τα διαιωνίζουν.

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Ο Πέτρος και ο λύκος...

Του Βαγγέλη ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ, απο την Αυγη...
Τον συγγραφέα Πέτρο Τατσόπουλο τον γνωρίζω λίγο. Δηλαδή διάβασα, πριν από χρόνια, το "Παυσίπονο", βιβλίο εμβληματικό στους κύκλους των 25άρηδων - 30άρηδων μια εποχή, ιδίως αυτών που αναγνώριζαν στις σελίδες του πολλά βιογραφικά τους στοιχεία, καταστάσεις και διαδρομές στην Αθήνα, στα Εξάρχεια της δεκαετίας του '80. Μου άρεσε, αλήθεια. Δεν έχω διαβάσει αρκετή λογοτεχνία, ομολογώ, και επίσης, απ' όσο θυμάμαι, δεν έχω διαβάσει άλλο Τατσόπουλο έκτοτε.
Τον βουλευτή Τατσόπουλο δεν έχω προλάβει να τον γνωρίσω, όπως και τους περισσότερους από την πολυπληθή Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ.
Τον Τατσόπουλο των τηλεοπτικών πάνελ λίγο τον έχω παρακολουθήσει, διότι βλέπω λιγότερη τηλεόραση απ' ό,τι θα απαιτούσε η επαγγελματική μας διαστροφή. Έχω μια αμυδρά εντύπωση ότι έχει διαπλάσει ή έχει αφήσει να διαπλασθεί σε μια περσόνα τηλεοπτικού καμικάζι.
Όπως και πρωτύτερα η Λιάνα Κανέλλη, σε κάνουν καμιά φορά να λες: "Δεν με εκφράζει ο τρόπος που τα λέει, αλλά, όταν έχεις απέναντί σου τους εκφραστές της πολιτικής χυδαιότητας -τέτοιους θέλουν-, η ευγένεια και το πολιτίκαλι κορέκτ δεν τους πονάει".
Ώς εδώ, έχω πηδήξει τις μισές λέξεις που χωράει η στήλη και δεν έχω πει τη γνώμη μου για την "ταμπακέρα". Λοιπόν, η ταμπακέρα είναι η μαριόλα η επικοινωνία και τα ήθη που επιβάλλει. Το μέσον είναι το μήνυμα, λένε. Δεν το επαναλαμβάνω καθόλου ως δικαιολογία. Δεν ψάχνω δικαιολογίες όταν ένας έξυπνος και υποψιασμένος και αριστερός άνθρωπος παραδίδει τον χαρακτήρα του στη διαχείριση, αν όχι στη διαμόρφωση, από τα μέσα. Τηλεοπτικά, τουιτερικά, φεϊσμπουκικά κ.ά.
Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι ο Τατσόπουλος θα ήταν τόσο απρόσεκτος συζητώντας σε μια παρέα, που, αντί για μικρόφωνα και κάμερες, θα ζεσταινόταν από καφέ και τσάι. Αλλά και ακόμη χειρότερα. Χάριν του μέσου δεν αναγκάζεται κανείς να συνομιλεί με οποιονδήποτε. Κι όταν πείθεσαι ότι πρέπει να συνομιλήσεις με χρυσαυγίτες, δεν είναι αυτονόητο ότι χρειάζεσαι τη γλώσσα τους, τον σεξισμό τους, την ομοφοβία τους και την καφρίλα τους για να σε καταλάβουν οι τρίτοι. Κι έπειτα, ποιοι τρίτοι, όταν ήδη χωρίζεις την Αθήνα σε δύο μισά;

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Δεν θα περάσει...

ελεύθερος δικτυογράφος...



Όταν ένας (ιμιτασιόν έστω) προοδευτικός διανοούμενος παροτρύνει την Ελληνική Αστυνομία να προβεί σε γενοκτονία, δεν θέλει και πολλή σκέψη για να φανταστεί κανείς τι είναι διατεθειμένοι να πράξουν οι γνήσιοι φασίστες. Οι οποίοι αυξάνονται, πληθύνονται και μέρα με τη μέρα εκτραχύνονται, απειλώντας πλέον ανοιχτά με γενικευμένο αιματοκύλισμα “για να ξεβρωμίσει ο τόπος”. Ξεκινώντας από τους αλλοδαπούς, τους τσιγγάνους, τους μουσουλμάνους, τους αναρχικούς, τους αριστερούς και τους ομοφυλόφιλους. Και μετά βλέπουμε…
Η εύκολη όσο και ανώδυνη απάντηση είναι να αρκεστούμε στο κράξιμο των ανεγκέφαλων νεοναζί, να τους λοιδωρήσουμε για το πόσο ανιστόρητοι και ανορθόγραφοι είναι, να τους καταραστούμε να γυρίσουν στις τρύπες τους και να συνεχίζουμε να τους αντιμετωπίζουμε ως γραφικούς και περιθωριακούς τύπους – που δεν αντιπροσωπεύουν παρά ένα απειροελάχιστο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.
Μόνο που η ελληνική κοινωνία έχει ήδη εκφασιστεί σε μεγάλο βαθμό, πολύ μεγαλύτερο από το 7% που πήρε η Χρυσή Αυγή στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις. Ιδίως σε ζητήματα που αφορούν στην παράνομη μετανάστευση, δεν θα με εξέπληττε καθόλου αν ακραίες απόψεις σαν αυτές που εκφράζει ο κύριος Ξανθούλης βρίσκουν σύμφωνη την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Ο οποίος όσο περισσότερο εξαθλιώνεται και ταπεινώνεται, τόσο περισσότερο βυθίζεται στο μίσος. Εναντίον όλων, ακόμα και του ίδιου του του εαυτού.
Ας όψονται οι αναρίθμητοι πλέον υπέρμαχοι του νεοφασισμού, που προκειμένου να προστατέψουν τα συμφέροντα των χορηγών τους από την επέλαση της αριστεράς δεν διστάζουν να συμμαχήσουν ακόμα και με το σκοτάδι το ίδιο. Πλασάροντας την επιστροφή στα εθνικοπατριωτικά ιδεώδη ως μοναδική κι αυτονόητη λύση, ή χλευάζοντας τα εργασιακά κι ανθρώπινα δικαιώματα ως καπρίτσια κακομαθημένων συνδικαλιστών κι καφενόβιων επαναστατών. Κάθε φορά φέρνοντας μας ένα βήμα πιο κοντά στον όλεθρο του πολέμου. Γιατί αυτό είναι το μόνο πράγμα που ξέρει να κάνει ο φασισμός. Και ο παλιός, και ο νέος.
Και πώς αντιμετωπίζουμε το τέρας λοιπόν; Με ετήσια αντιρατσιστικά φεστιβάλ και σποραδικές πορείες αλληλεγγύης; Με τσιτάτα του τύπου “κανένας άνθρωπος δεν είναι λαθραίος”; Είναι αποδεδειγμένο πλέον ότι αυτές οι πρακτικές δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα, διαφορετικά θα μιλούσαμε για μια άλλη κοινωνία και μια άλλη πολιτική ηγεσία από αυτή που έχουμε τώρα. Και μια άλλη οικονομία φυσικά. Μόνο που εκεί θα αργήσουμε να δούμε φως, γιατί είναι απολύτως βέβαιο ότι ξεπουλώντας τους πόρους μιας χώρας και υποδουλώνοντας τους κατοίκους της δεν πρόκειται να υπάρξει ανάκαμψη και κοινωνική ειρήνη. Ποτέ.
Ένας σίγουρος τρόπος να ηττηθεί ο φασισμός είναι η βία εναντίον του, ιδίως αν πρόκειται για μια βία εξίσου βάναυση και αποτρόπαιη με τη φασιστική. Τρόμος στον τρόμο, και φρίκη στη φρίκη. Aldo Raine style.

Μόνο που στη δική μας περίπτωση, μια τέτοια στρατηγική έχει κάποια βασικά μειονεκτήματα:
α) Αν αρχίσεις να αντιμετωπίζεις την άνοδο του φασισμού με προληπτικές δολοφονίες θυματοποιείς τους φασίστες, επιβεβαιώνεις τη ρητορική τους και συσπειρώνεις περισσότερο κόσμο υπέρ τους. Άσε που έτσι οπλίζεις το χέρι της εξουσίας ενάντια στις δημοκρατικές δυνάμεις που υποτίθεται ότι υπερασπίζεσαι.
β) Δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκινήσεις ένοπλο αγώνα εναντίον οποιουδήποτε χωρίς να καταλήξεις σε γενικευμένη σύρραξη, με τακτικό στρατό εναντίον σου, τυφλά χτυπήματα, αθώα θύματα κι απ’ όλα. Κινδυνεύουμε έτσι να γίνουμε Γιουγκοσλαβία, με ελεύθερους σκοπευτές να καθαρίζουν κόσμο στη μέση της Πανεπιστημίου. Και μπορεί και χειρότερα.
γ) Αργά ή γρήγορα γίνεσαι ίδιος με αυτόν που πολεμάς. Εξίσου βάρβαρος, εξίσου αδιάλλακτος, εξίσου φασίστας. Κατά τη γνώμη μου, αυτό ήθελε να σχολιάσει ο Ταραντίνο με την ταινία του, μόνο που το έκανε με τόσο κουλ τρόπο ώστε χάθηκε το μήνυμα.
Ημίμετρα δεν χωράνε στο γήπεδο της βίας. Από τη μία επειδή τα γιαούρτια και οι πέτρες δεν μπορούν να αναχαιτίσουν ορδές εκπαιδευμένων και πάνοπλων μιλιταριστών (κρατικών ή παρακρατικών), κι από την άλλη επειδή δίνουν το δικαίωμα σε όλους τους φασίστες (φανερούς και κρυφούς) να συμψηφίζουν τα “άκρα” και να συκοφαντούν τα κινήματα.
Άρα το ξεχνάμε, ή έστω περιμένουμε σαν ηλίθιοι να αρχίσουν οι πυροβολισμοί και οι χειροβομβίδες για να αντιδράσουμε. Μόνο που τότε θα είναι πολύ αργά πια.
Άλλος τρόπος υπάρχει όμως; Πιστεύω πως ναι. Κι έχει να κάνει με τη ρίζα του προβλήματος, που για μένα δεν είναι τόσο οικονομική/ταξική όσο είναι πολιτισμική.

Τι δουλειά έχει ο Τατσόπουλος και η γκρίνια του περί πολιτιστικής υποβάθμισης με την απειλή του φασισμού ρε φίλε; Τεράστια, γιατί καταδεικνύει το πώς βρεθήκαμε στην παρούσα κατάσταση: Εξυμνώντας τη χυδαιότητα του νεοπλουτισμού κι εξορίζοντας την αμφισβήτηση που προσφέρουν τα γράμματα και οι τέχνες στη ζώνη του τηλεοπτικού λυκόφωτος. Ανεβάζοντας στην κεντρική πολιτική σκηνή πρόσωπα που πρεσβεύουν την ημιμάθεια και τη μισαλλοδοξία. Μετατρέποντας την ενημέρωση της κοινής γνώμης σε χειραγώγηση που αποσκοπεί στην προστασία μιας διεφθαρμένης πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Και προπαγανδίζοντας με κάθε τρόπο τον περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών. Δειλά-δειλά στην αρχή, κι ολοένα και πιο απροκάλυπτα όσο κορυφώνεται η κρίση.
Δεν θα βαρεθώ να το λέω, κι ας μη μου δίνει σημασία κανείς: Ο μοναδικός τρόπος για να νικήσουμε τον φασισμό είναι να συντρίψουμε την προπαγάνδα που τον στηρίζει. Να αποκαθηλώσουμε τους εκπροσώπους της, να διαπομπεύσουμε τη ρητορική τους, να αντιτάξουμε στη δηλητηριώδη μούχλα τους ένα ελπιδοφόρο όραμα που θα συνεπάρει τις μάζες. Και να το κάνουμε καλά. Με μέθοδο, επαγγελματισμό, φαντασία κι επιμονή. Χωρίς ξύλινα μανιφέστα και διανοουμενίστικες αναλύσεις για δυνατούς λύτες, αλλά και χωρίς τον χοντροκομμένο λαϊκισμό που αποκτήνωσε έναν ήδη αμόρφωτο και συντηρητικό λαό, οδηγώντας τον στην αγκαλιά του φασισμού.
Τα social media είναι μόνο η αρχή, και προς το παρόν αποτελούν πεδίο όπου έχουμε υποστεί πανωλεθρία. Γιατί για κάθε βιντεάκι που αποφασίζουμε να μοιραστούμε στο Facebook (φοβούμενοι ότι ίσως έτσι δυσαρεστήσουμε κάποιους από τους φίλους μας), οι φασίστες ανεβάζουν δέκα και αφήνουν σχόλια σε εκατό. Όχι επειδή είναι πιο πολλοί από εμάς, αλλά επειδή είναι οργανωμένοι. Κι επειδή αυτοί που τους δίνουν εντολές ξέρουν ότι αν οι απόψεις τους δίνουν την αίσθηση ότι αποτελούν πλειοψηφία, θα κερδίσουν κι άλλο κόσμο με το μέρος τους.
Στους δρόμους και τις πλατείες, οι συμβολικές κινήσεις διαμαρτυρίας και κομματικού προσηλυτισμού πρέπει να αντικατασταθούν από ουσιαστικές παρεμβάσεις αλληλεγγύης. Συσσίτια, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ρουχισμός, ασφάλεια, ψυχαγωγία. Με ενεργή συμμετοχή των κατοίκων κι όχι επαναστατικές αποκλειστικότητες πεφωτισμένων. Διαφορετικά,  αφήνουμε τους χρυσαυγίτες να καλλιεργούν τη φήμη ότι είναι οι σύγχρονοι Ρομπέν των Δασών. Κι άρα να αυξήσουν κι άλλο την επιρροή τους.
Στα τηλεοπτικά πάνελ και τα βουλευτικά έδρανα, ο λόγος μας οφείλει να εμπνέει κι όχι απλά να καταγγέλει. Αυτό είναι άλλωστε κι ένα από τα ελάχιστα στρατηγικά μας πλεονεκτήματα ενάντια στους νεοφασίστες, καθώς η δημαγωγία τους στηρίζεται στο μίσος και τον ξαναζεσταμένο εθνικισμό, χωρίς να προτείνει τίποτα άλλο πέρα από εκδίκηση. Που ναι μεν πουλάει, αλλά δεν είμαστε Γερμανία του ’30 για να παραμυθιαστούμε ότι μπορούμε να κατακτήσουμε τον κόσμο. Ελπίζω δηλαδή.
Να ξαναβρούμε τη χαμένη μας αξιοπρέπεια θέλουμε, και να μπορούμε να ζήσουμε σαν άνθρωποι. Χωρίς να φοβόμαστε ότι θα πεινάσουμε, θα σκοτωθούμε ή θα ξεφτιλιστούμε ακόμα περισσότερο. Κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να μας το προσφέρει ο φασισμός, όσο ελκυστικός κι αν παρουσιάζεται από τα Μέσα και τους “νομοταγείς” opinion makers που τα κατακλύζουν. Και τους οποίους εύχομαι η Ιστορία κάποτε να τιμωρήσει με τον χειρότερο δυνατό τρόπο: Τη λήθη.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Αγανακτισμένοι

Το κουτι της Πανδωρας ...
Πέτρος Τατσόπουλος
Κατέλαβαν την πλατεία Συντάγματος στην πιο αυθόρμητη εξέγερση που έγινε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα.
Υποτιμημένοι ή υπερεκτιμημένοι, «κομμουνιστές, φασίστες και μαλάκες» ή το πιο αυθόρμητο λαϊκό κίνημα από την εποχή της Μεταπολίτευσης, οι Έλληνες Αγανακτισμένοι δημιούργησαν ευθύς εξαρχής τον προσωπικό τους μύθο και, κατά τη γνώμη ορισμένων, παγιδεύτηκαν σε αυτόν. Δεν έχει πια σημασία αν ο πυροκροτητής για την αφύπνισή τους ήταν η απαξίωση -είτε αληθινή είτε χαλκευμένη- των Ισπανών ομογάλακτων -«σιγά, μην ξυπνήσουμε τους ΄Ελληνες!»-, όπως και δεν έχει πια σημασία τι θα συνέβαινε αν ιδεολογικά δεν ήταν το σκορποχώρι που τελικά ήταν.
Σε κάθε περίπτωση, οι Έλληνες Αγανακτισμένοι σχεδόν εξαφανίστηκαν πριν από την πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου και, εδώ που τα λέμε, σχεδόν καθόλου δεν συνέβαλαν σε αυτή την πτώση – η κυβέρνηση κατεδαφίστηκε με το πρώτο δυνατό αεράκι από τις Βρυξέλλες. Σε ανύποπτο χρόνο, όταν ακόμη οι Αγανακτισμένοι ήταν στην ακμή τους, είχα πει ότι η κυβέρνηση θα τους αφήσει να ξεφουσκώσουν μέσα σε ατέρμονες συνελεύσεις, αγωνιστικά χάπενινγκ και μούντζες εκτόνωσης, έτσι δε και διαπιστώσει πως αυτή η τακτική της είναι ατελέσφορη ή τραβάει υπερβολικά σε μάκρος, θα επιχειρήσει ν’ αραιώσει τις γραμμές τους με προβοκάτσιες και να διαλύσει κατόπιν τα απομεινάρια τους με τη βία. Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση δοκίμασε με σχετική επιτυχία και τις δυο μεθόδους. Στο τέλος του καλοκαιριού οι Έλληνες Αγανακτισμένοι ήταν ήδη ανάμνηση, με δυο ετεροχρονισμένους, ξεφτισμένους σπασμούς σε δυο -ποδοσφαιρικά μιλώντας- «στημένες φάσεις»: την 28η Οκτωβρίου και το Πολυτεχνείο.
Δεν έμεινε, λοιπόν, τίποτα σήμερα από αυτούς; Δεν είμαι σίγουρος. Έμεινε πρώτα απ’ όλα η πεποίθηση πως ένα λαϊκό κίνημα μπορεί να σταθεί στα πόδια του χωρίς κομματικό καπέλωμα και χειραγώγηση από τους συνδικαλιστοπατέρες – για την ακρίβεια, αυτό το «χωρίς» σήμερα επιβάλλεται, καθώς συνδυάζεται με καθολική περιφρόνηση του πολιτικού προσωπικού της χώρας. Έμεινε και κάτι σημαντικότερο.
Ένας φίλος μου τις προάλλες μου έγραψε: «Μην υποτιμάς την οργή του υπομονετικού ανθρώπου». Στις μέρες που έρχονται, αυτός ο χρονίως υπομονετικός άνθρωπος, που τώρα βρίσκεται σε κατάθλιψη, ίσως ξαναβγεί στους δρόμους, πιο βίαιος και λιγότερο διστακτικός να σουτάρει προ της εστίας του αντιπάλου, αποφασισμένος ν’ ακολουθήσει τα νάματα, αλλά όχι και τα λάθη των Αγανακτισμένων που προηγήθηκαν. Ίσως τότε η διστακτικότητα και η αμφιθυμία μεταφερθούν από τις πλάτες των Αγανακτισμένων στις πλάτες των δυνάμεων που θα τους αντιμετωπίσουν.
Κερδισμένος σε αυτή την κόντρα πείσματος θα βγει -όπως πάντα- όποιος κλείσει δεύτερος τα βλέφαρα.
Ο Πέτρος Τατσόπουλος είναι συγγραφέας. Εμφανίστηκε με έντονο τρόπο στην ελληνική λογοτεχνία το 1980. Το 18ο βιβλίο του, «Γκαγκάριν – Ο κόσμος από χαμηλά», θα κυκλοφορήσει την άνοιξη από τις εκδόσεις Οξύ.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

«Στο πάρτι δεν κάλεσαν το λαό»

«του Πέτρου Τατσόπουλου απο το TV Χωρίς Σύνορα...
Ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος τελευταία επιδίδεται σε ιδιαίτερα καυστικά πολιτικά σχόλια με μεγάλες δόσεις χιούμορ για την κυβέρνηση και τις συνέπειες της πολιτικής της. Αντίσταση στην κατάθλιψη; Συνέντευξη στη Βασιλική Σιούτη.
«Ακριβώς», απαντάει και εξηγεί ότι «ακόμα και στην πιο θλιβερή κατάσταση το μάτι σου μπορεί να εστιάσει σε μια πλευρά που να είναι φαιδρή». Δεν κρύβει ωστόσο την ανησυχία του για το μέλλον, εάν δεν υπάρξει απάντηση από την κοινωνία.

Η επιχείρηση μαζικής ενοχοποίησης της ελληνικής κοινωνίας σάς βρίσκει σύμφωνο;
Πιστεύω ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη πλαστογράφηση ευθυνών στη σύγχρονη ιστορία μας. Σίγουρα, υπήρξε εκτεταμένη διαφθορά. Μπορεί να αφορά και εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Γύρω από αυτούς τους εκατοντάδες χιλιάδες υπάρχουν εκατομμύρια που δεν συμμετείχαν σε αυτή τη διαφθορά. Ανθρωποι που έζησαν σε όλη τους τη ζωή υπό καθεστώς λιτότητας. Ο ελληνικός λαός δεν συμμετείχε στο πάρτι. Δεν τον καλέσανε ποτέ. Ούτε για να τον κεράσουν ένα μπουρεκάκι.
Του ρίχνουν όμως την ευθύνη.
Ολοι αυτοί μας κουνάνε το δάχτυλο και λένε «είσαστε κακοί μαθητές», «είστε διεφθαρμένοι», «είσαστε σπάταλοι». Επιχειρούν έναν ισοσκελισμό ευθυνών για να τιμωρηθεί ο «κακός» λαός με μεγάλη φτώχεια. Αυτό αγίζει τα όρια του σαδισμού. Δεν φτάνει που καταδικάζεις μία κοινωνία στη φτώχεια, θέλεις να νιώθει και ένοχη.
Κάποιοι τραπεζίτες ομολογούν ότι το ποτάμι δεν θα το περάσουν όλοι και ότι οι αδύναμοι θα μείνουν πίσω.
Αυτό το θεωρώ μεγάλη αλητεία. Κάποιοι με τη βεβαιότητα ότι αυτοί θα το περάσουν το ποτάμι, αδιαφορούν εντελώς γι' αυτούς που δεν θα το περάσουν. Ο Ναπολέων όταν πήγαινε σε μια μάχη, έλεγε στον επιμελητή: «Πόσους μάχιμους έχουμε;» Του έλεγε αυτός «20.000». «Ωραία», του έλεγε, «πάρε τρόφιμα για 14.000 γιατί δεν θα έχουμε 20.000 μετά τη μάχη». Οι τραπεζίτες ξέρουν ότι δεν θα έχουμε «20.000» μετά τη μάχη. Θα έχουμε δεκατέσσερις ή τέσσερις χιλιάδες. Στα παλιά τους τα παπούτσια. Ξέρουν ότι αυτοί θα είναι στους τέσσερις.
Η ελληνική αστική τάξη δεν έχει ευθύνες;
Τεράστιες, αλλά δεν είναι ακριβώς «εθνική» αστική τάξη. Δεν διαθέτει καμία εθνική συνείδηση.
Βλέπετε διέξοδο;
Οχι, είμαστε σε έναν φαύλο κύκλο, γι' αυτό ο κόσμος έχει πάθει κατάθλιψη. Αυτό που υποτιμούν οι κυβερνώντες, όμως, είναι ότι η κατάθλιψη δεν είναι το τελικό στάδιο. Μετά ακολουθεί η οργή. Οταν είσαι σε απόγνωση, είσαι αδρανής. Και στην Κατοχή έτσι έγινε. Το χειμώνα του '41-'42 δεν γινόταν τίποτα και πέθαιναν κατά κύματα και μετά βγήκαν στο βουνό. Κάπως έτσι πάει.
Μια κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. θα μπορούσε να είναι κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας»;
Οχι, απλώς θα έπαιρνε πιο σκληρά μέτρα, αφού θα είχε πετύχει τη διαβόητη συναίνεση.
Εχουν αντίκρισμα οι θυσίες του κόσμου;
Οχι, και γι' αυτό υπάρχει τόση απόγνωση. Οι τελευταίοι που θα σωθούν είναι οι αδύναμοι, γιατί είναι αναλώσιμοι. Δεν το λένε όμως. Αν ήταν ειλικρινείς, θα έλεγαν: Παιδιά, πρέπει εσείς να θυσιαστείτε για τη σωτηρία των τραπεζών και των δανειστών. Αντ' αυτού λένε: όλοι θυσιαζόμαστε, όλοι ματώνουμε...Θα ξεράσω.
Η εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας, που παραδέχθηκε ο πρωθυπουργός, σας ενοχλεί;
Με ενοχλεί, αλλά μήπως την είχαν πριν; Πρόκειται για κυνική ομολογία που δείχνει ότι θεωρεί πως ο λαός που τον ακούει βρίσκεται σε ημικωματώδη κατάσταση. Πως ό,τι και να του πει, δεν θα αντιδράσει.
Γιατί, αντέδρασε;
Οχι. Αυτό δείχνει το μούδιασμα που μας διακατέχει όλους. Δεν θα διαρκέσει, όμως, για πάντα.
Κάνετε πολύ καυστικά σχόλια για τον Ευ. Βενιζέλο.
Του έχω διαχρονική αδυναμία. Η περσόνα του, με ψευδώνυμο, πρωταγωνιστούσε και σε ένα βιβλίο μου παλιότερα.
Παραδέχεστε δηλαδή ότι ο ήρωας του «Τιμής ένεκεν» ήταν βασισμένος πάνω στον Ευ. Βενιζέλο;
Ναι, και ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος που λόγω του ναρκισσισμού του φέρεται σαν βλάκας.
Καλύτερος ως υπουργός Πολιτισμού ή Οικονομικών;
Στο Πολιτισμού τον είχε βάλει τιμωρία ο Σημίτης, αλλά κι αυτός το έβλεπε σαν αγγαρεία. Τώρα έχει πέσει στη φωτιά και παίζει την Ιωάννα της Λωραίνης και τον Ιησού Χριστό που ταπεινώνεται... Ξέρετε τι δεν έχουν καταλάβει ακόμα όλοι αυτοί; Οτι έχουν καεί. Ολο το πολιτικό προσωπικό έχει καεί.
Ναι, αλλά βλέπετε κάτι άλλο στις επόμενες εκλογές;
Οχι, πάλι αυτοί θα βγουν με πολύ μικρότερη δύναμη. Και το 20% να τους ψηφίσει, αν οι άλλοι είναι κατακερματισμένοι, τους φτάνει.
Τι μας περιμένει;
Νομίζω ότι είτε με ΠΑΣΟΚ είτε με Ν.Δ. είτε όπως αλλιώς θα λέγεται, στην εξουσία θα έχουμε ένα ακροδεξιό αστυνομικό κράτος. Αν δεν υπάρξει οργάνωση στη βάση, δηλαδή πραγματικός αντίπαλος που να τον λαμβάνουν υπ' όψιν -και όχι με την πρώτη προβοκάτσια να μπορούν να τον διαλύσουν- θα έχουμε ένα αστυνομικό κράτος. Αν δεν γεννηθεί μία νέα ενωμένη αριστερά που δεν θα τρώει τα σωθικά της και δεν θα καβγαδίζει για το φύλο των αγγέλων, θα υπάρχει ένας μονόλογος της δεξιάς, όπως κι αν λέγεται η κυβέρνηση, ακόμα και αν τη λένε σοσιαλιστική.
Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία 09 Οκτωβρίου 2011

Ροη αρθρων