Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΟΥΡΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΟΥΡΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Οι αποδιοπομπαίοι τράγοι και άλλο ένα σόου των ΜΜΕ...

the unbalanced evolution of homo sapiens...
Για άλλη μια φορά ο γενικός γραμματέας διαφάνειας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Γιώργος Σούρλας, έκανε σημαντικές αποκαλύψεις στη ραδιοφωνική εκπομπή της δημοσιογράφου Γιάννας Παπαδάκου, μιλώντας για το λαθρεμπόριο καυσίμων. Την ώρα που τα κανάλια έπαιζαν τη σύλληψη του Γιώργου Σπανού και την αποκάλυψη του κυκλώματος λαθρεμπορίας καυσίμων, ο Σούρλας μίλησε ξεκάθαρα για πολύ μεγάλα ονόματα πίσω από το λαθρεμπόριο καυσίμων, κάτι που δείχνει για ποιο λόγο οι εκθέσεις του όλα αυτά τα χρόνια σχετικά με το ζήτημα, αγνοήθηκαν.

Τα ΜΜΕ βεβαίως βρήκαν τους αποδιοπομπαίους τράγους, τα “μικρά ψάρια”, ως συνήθως, για να αποσπάσουν και πάλι την προσοχή του κοινού από τα “μεγάλα ψάρια” και να συνδράμουν στο σόου της κυβέρνησης που θέλει να παίξει τον ρόλο του αμερόληπτου δικαστή που είναι αποφασισμένος να πατάξει οριστικά τη διαφθορά και την ανομία.

Όμως, ένας άνθρωπος που προέρχεται από το χώρο του μεγαλύτερου κόμματος του κυβερνητικού συνασπισμού, έδειξε πόσο υποκριτική είναι αυτή η στάση, αφού εκείνοι που βρίσκονται πολύ ψηλά, δεν πρόκειται ποτέ να οδηγηθούν στη δικαιοσύνη, ακριβώς επειδή είναι εκείνοι που ελέγχουν τα πάντα σ'αυτή τη χώρα, όπως ο ίδιος αποκάλυψε. Ήταν πολύ φυσικό να αγνοηθεί για άλλη μια φορά.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Μικρό νυχτερινό για τα μουσικά σύνολα της ΕΡΤ (και όχι μόνο)...

του Σπυρου Σουρλα, απο το Red NoteBook...
Αν γύριζα το χρόνο πίσω και προσπαθούσα να ανακαλέσω τις πρώτες μου μουσικές, επικεφαλής στη λίστα θα ‘ταν η 6η του Μπετόβεν. Θυμάμαι σαν τώρα το καφέ εξώφυλλο με το πρόσωπό του και τα μαλλιά του ανακατεμένα σαν της Μέδουσας.

Την ίδια περίπου εποχή, πρωτόβαζα μόνος μου σε ένα πικάπ, πράσινη φορμάικα στυλ, πού ‘χε δίπλα ένα μεγάλο ραδιόφωνο με λευκά πλήκτρα (Οlympia) και τους εκατοντάδες σταθμούς απ’ όλες τις χώρες με τα ονόματα πόλεων το Brindisi από την Traviata σε δισκάκι 45άρι με τον Ντι Στέφανο και την Κάλας. Από δίπλα ναπολιτάνικα τραγούδια, πάλι με τον Ντι Στέφανο. Και μαζί με αυτά, Πάνος Γαβαλάς, Μοσχολιού, Μπιθικώτσης, Εnrico Macias, Sandie Shaw, Platters, και διάφορα άλλα δισκάκια, που μερικά απ’ αυτά σε μια καλοκαιρινή εκδρομή με το DKW F11 της εποχής «τά ‘πιασε» ο ήλιος και τά ‘λειωσε, και η στεναχώρια μου ήταν μεγάλη.

Πολύ νωρίς στην ζωή μου κατέφτασε στο σπίτι το «Φορτηγό» -με αριθμό βινυλίου γύρω στο 250- του Σαββόπουλου. Μού ‘παν πως αυτός ο νεαρός μακρυμάλλης αξίζει... Θα ‘μουν 6-7 χρονών όταν προσπαθούσα ν’ ακούσω τη Ζωζώ και το «Βιετνάμ»...

Μετά ήρθε στο σπίτι το «Άξιον Εστί», το «Καπνισμένο Τσουκάλι», η Πόλη μας (ίσως από τα καλύτερα τού Κηλαηδόνη με Μητσιά-Μοσχολιού), το «Στου Όθωνα τα Χρόνια» του Ξαρχάκου, που από νωρίτερα είχα «κολλήσει» στην «Καισαριανή» του…

Συγχρόνως παιζόταν σπίτι η Σκωτική (3η) του Μεντελσον με Μητρόπουλο, το κοντσέρτο για βιολί του Μπετόβεν με Furtwangler και Menuhin, Μότσαρτ με Klemperer (38 της Πράγας) ή Bohm (40-41), το Ρέκβιεμ του Μπερλιόζ, η αγαπημένη Λειτουργία της Αγίας Καικιλίας του Gounod, η 9η του Μπετόβεν με Κάραγιαν, η Παθητική και το κονσέρτο για πιάνο τού Τσαϊκόφσκι, το κοντσέρτο για βιολί του Μπραμς με Heifetz μ’ ένα λεπτό εξώφυλλο, με «χαλασμενο» πράσινο και το πρόσωπο τού σολίστα, και φυσικά, τά υπέροχα κουτιά του Ριγκολέτο, της Νόρμα, της Λουτσία, με την μοναδική Maria... Όπως και η Forza del destino.

Αυτό πού μού ‘χε κάνει μεγάλη εντύπωση ήταν η κενή 2η πλευρά κάποιου δίσκου σε εκείνα τα box set της Όπερας ...μιας και το έργο είχε τελειώσει στην πρώτη πλευρά τού τρίτου δίσκου… Θυμάμαι ότι δεν εκτιμήθηκε ο «Μεγάλος Ερωτικός» και επιστράφηκε, και αντ’ αυτού συναποφασίστηκε - λέμε τώρα- να αγοραστεί «Το Θαλασσινό Τριφύλλι» του Λίνου Κόκκοτου.

Πόση εντύπωση μού ‘χε κάνει ακόμα η «Καταχνιά» του Λεοντή ή το «Πνευματικό Εμβατήριο» και το Canto General του Μίκη… Και κάπου εκεί νάσου ένα μεσημέρι μετά την επιστροφή απ’ τη δουλειά κι εγώ απ’ το σχολείο, ένα πλατύ χαμόγελο ...για τον «Μπάλλο» του Νιόνιου… «Αυτός ωρίμασε», ήταν το σχόλιο. Δύσκολο άκουσμα για μένα, αλλά έμεινα έκπληκτος με τη «Μαύρη Θάλασσα» και τα όργανα και την περίεργη φωνή. Χρόνια μετά, βέβαια, κατάλαβα πως η θρακιώτικη παράδοση είχε «βοηθήσει».

Αργότερα, με τα πρώτα χαρτζιλίκια, άρχισα πλέον να αγοράζω μόνος δίσκους. Θυμάμαι τούς Sweet και τους Slade και χαμογελάω ειρωνικά πλέον, ή τους Deep Purple, καί σήμερα απορώ, αλλά εξακολουθώ να εκτιμώ το Trespass και το Foxtrot των Genesis.

Πιο μετά άλλαξα ρότα -αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, προσωπική, πού ακόμα κύκλους κάνει-, ψάχνοντας σε μια ποικιλία ήχων, από τον αυτοσχεδιασμό ως τις πλέον απόμακρες μουσικές του 20ού αιώνα. Και στη συνέχεια, φεύγοντας εγώ απ’ το πατρικό για σπουδές κι εκείνος με μετάθεση λόγω εργασίας, αντιστράφηκαν τα πράγματα. Του ‘γραφα κασέτες (ακόμα δεν υπήρχε το cd) και τις έστελνα στο Ξενοδοχείο «Ηράκλειο» όπου έμενε.

Με άλλες διαφορετικές μουσικές, πιο «προχωρημένες» πάλι  απ’ την Κλασική, που δεν μπόρεσε ποτέ να τις αποδεχτεί ως οικείες, αλλά προσπαθούσε.. Και τις αγαπημένες όπερες φυσικά. Και πολλά άλλα. Και όταν πήγαινα να τον δω, τον θυμάμαι πάντα με μπλέ καλοσιδερωμένο πουκάμισο να με περιμένει ξύπνιος με τον καφέ ήδη παραγγελμένο, μιάς και το πλοίο έφτανε τότε γύρω στις 6.30 το πρωί απ’ την Αθήνα, και με ένα μεγάλο χαμόγελο. Οι δρόμοι είχαν χωρίσει πια και ο καθένας ζούσε στην πόλη πού εργαζόταν. Όμως πάντα οι συναντήσεις συνέβαιναν…

Έλεγε πως όλα τα καλά και τα άσχημα συνέβαιναν στις 11 ή στις 12 κάθε μήνα. 12 αρραβωνιάστηκε, 12 παντρεύτηκε, 11 είχε ένα σημαντικό ατύχημα στην δουλειά του, 12 γιόρταζα εγώ και πολλές άλλες σημαντικές γι’ αυτόν στιγμές που τον είχαν σημαδέψει συνέβαιναν, κατ’ αυτόν, αυτές τις μέρες. Σαν χρειάστηκε να πάει στο Νοσοκομείο και πήγα κι εγώ κοντά, ζήτησε να μεταφερθεί κάπου αλλού, πιο ήρεμα.

Φαινόταν πολύ πιο υγιής με την αλλαγή. Μια απολύτως επείγουσα ανάγκη με έφερε για μια μόνο μέρα στην Αθήνα, με σκοπό να επιστρέψω άμεσα το άλλο πρωί με το πρώτο αεροπλάνο. Στις 5 το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο. Πήρε για να μου πει ότι αισθανόταν κάπως βαρύς… «Πάρε τη γιατρό», του είπα. «Ναι μωρέ, θα την πάρω», μού είπε, ωαλλά ήθελα πρώτα να πάρω εσένα». Χωρίς καν να το καταλάβω, μού ‘ρθε ο αριθμός 12. Όντως ήταν 12 Ιουλίου… «Αυτό ήταν», σκέφτηκα.

16 χρόνια πέρασαν πια. Και είναι καιρός τώρα που μπορώ να συγκινούμαι και να χαίρομαι και να μιλώ γι’ αυτά. Οι μουσικές που πρωτομύρισα στο σπίτι, η αυστηρότητα της ακρόασης τις Κυριακές έντεκα με μία, όπου κανείς άλλος δεν μιλούσε, μιας και ήταν οι δυο απολύτως δικές του ώρες, η πλήρης έλλειψη πίεσης για να κάτσω κι εγώ δίπλα, αλλά και η απλή προτροπή «για άκου λίγο αυτό», με έκαναν να αγαπήσω τη Μουσική, να ψάξω τους δικούς μου δρόμους, να αμφισβητήσω, να ακυρώσω, αλλά και να επιστρέψω.

Σαν ένα παιχνίδι του μυαλού, προσπάθησα να φέρω στη μνήμη μου χωρίς πίεση αυτά που μού ‘χαν κάνει τότε εντύπωση και πού πλέον δεν υπάρχουν στη δική μου εστία ως πρωτότυπα, αλλά τά ‘χω αφήσει στο πατρικό μου σπίτι, λες και πιστεύω ότι μπορεί και να τον συντροφεύουν. Αυτά θυμάμαι σήμερα απ’ τις μουσικές του μακρινού τότε. Άλλες με τρυφερότητα, άλλες με χιούμορ, άλλες απλώς αδιάφορα και άλλες με μεγαλύτερη ακόμα ένταση ή άλλες σα να βγαίνουν από κάποιο μουσικό κουτί. Όμως πάνω απ’ όλα ήταν αυτές οι Μουσικές που μάς καθόριζαν τη σχέση, παρά τις αναμενόμενες εντάσεις, τις συγκρούσεις και τις νεφελώδεις μέρες. Και αυτό είναι πλέον πού παραμένει καθάριο, σαν το χαμόγελο του γιού μου που φέρει το όνομά του.

Θεωρητικά ήταν «συντηρητικός». Μια επέτειος χαρμολύπης πού μού προσέφερε μιαν ώρα επιστροφής στην παιδική μου γωνιά.

Αφορμή για όλα τα παραπάνω, που προέκυψαν αβίαστα, ήταν η οργανωμένη επίθεση της ακροδεξιάς κυβέρνησης στον πολιτισμό, πού εκδηλώθηκε πρόσφατα με μεγάλη σφοδρότητα ακόμα και στα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ, τα οποία προτίθεται να καταργήσει...

***

Η μουσική, όπως και οι άλλες τέχνες, χρειάζονται έδαφος γόνιμο για να ριζώσουν και να αναπτυχθούν. Αλλά γι’ αυτό δεν φτάνει μόνον η όποια παιδεία παρέχει κάθε οικογένεια. Εξίσου αναγκαία είναι και η στήριξη και η ενίσχυση των μουσικών εκείνων συνόλων που απευθύνονται στην κοινωνία. Έτσι βλασταίνει ο σπόρος, έστω κι αν απαιτείται χρόνος γι’ αυτό.

Όπως, λοιπόν, εδώ και χρόνια μπορώ και να αναφέρομαι στο επιλυμένο πλέον πένθος για την πατρική απώλεια, έτσι οφείλω να αναφερθώ και στο πένθος αλλά και στην οργή που δημιουργεί η εγκατάλειψη και κατάργηση των μουσικών συνόλων. Και ίσως για τον πατέρα μου να αρκούσε αυτό που έγραψε ο Λειβαδίτης: «Εξάλλου δεν ζητήσαμε την νίκη -μονάχα λίγη μουσική». Για εμάς και τις επόμενες γενιές, αυτό και μόνον δεν αρκεί. Πέραν των άλλων, είναι και ζήτημα πολιτισμού.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Η δική μας «Τροία»...

Όλοι κουβαλάμε σαν τον Αινεία τον πατέρα μας στους ώμους
Horacio Castillio

Η εικόνα του Αινεία στην Ιλιάδα, που στα ερείπια της Τροίας κουβαλάει στους ώμους του τον γέρο τυφλό πατέρα του Αγχίση για να τον σώσει από τους Αχαιούς, διαπερνά τον ιστορικό χρόνο και παραπέμπει στον σεβασμό των απομάχων της ζωής. Είναι ακριβώς το σημείο εκείνο που ο νεώτερος αποδέχεται τη δική του ωρίμαση και διαισθάνεται πλέον ότι αναλαμβάνει την ευθύνη, στο μέτρο του δυνατού, της φροντίδας του γεννήτορα.

Πρόκειται, επίσης, για μια βασική αρχή του κοινωνικού Κράτους, που παρέχει τα αναγκαία για μια αξιοπρεπή διαβίωση σε εκείνους που μόχθησαν μιαν ολόκληρη ζωή, και τώρα, αργά αλλά σταθερά, οδηγούνται στο κλείσιμο του κύκλου.

Αυτή η πανανθρώπινη εικόνα του Αινεία αρχίζει όχι μόνον να ξεθωριάζει, αλλά και να υποστρέφεται, από το νεοφιλελεύθερο απάνθρωπο μοντέλο που έχει επιβληθεί στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και στον τόπο.

Τα τελευταία χρόνια γινόμαστε μάρτυρες μιας δραματικής αλλοίωσης της εξέλιξης του ανθρώπου, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την διαρκώς αυξανόμενη επιστροφή οικογενειών στο πατρικό σπίτι, καθώς και την αδυναμία των νεοτέρων να εγκαταλείψουν την γονεϊκή «εστία» αναζητώντας τη δική τους επαγγελματική και προσωπική ανάπτυξη.

Η τρομακτική αύξηση της ανεργίας (ακόμα μεγαλύτερη στους νέους), οι απολύσεις και τα πολλά νοικοκυριά που δεν έχουν ούτε έναν εργαζόμενο, οδηγούν σε μια «συμπίεση» των γενεών, που προκαλεί μεγάλη σύγχυση και δυσχεραίνει τη φάση του «αποχωρισμού-ανεξαρτητοποίησης» του ανθρώπου (separation-individuation). H υποχρεωτική επιστροφή, στο πατρικό σπίτι, οικογενειών της παραγωγικής ηλικίας, αποτελεί ένα συντριπτικό πλήγμα αποτυχίας, ήττας και απογοήτευσης που διαχέεται και στα παιδιά, τα οποία «εκπαιδεύονται» ακούσια σε ρόλους που δεν συνάδουν με την ανάπτυξή τους και τα οδηγούν σε μια εξελικτική σύγχυση (enmeshment).

Μέσα σε αυτό το εφιαλτικό τοπίο, παρατηρείται ακόμα η αγωνία των γηραιοτέρων να συνδράμουν με τα πενιχρά τους μέσα τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, γεγονός από μόνο του συγκινητικό, αλλά και επώδυνο.

Οι «αστέρες» του νεοφιλελευθερισμού είναι πιθανό να θεωρούν «λαϊκισμό» την αδυναμία του συνταξιούχου να αγοράσει πλέον ένα μικρό, συμβολικό δώρο στα εγγόνια του, μιας και οι πενιχρές οικονομίες παραδίδονται στα παιδιά τους για την αντιμετώπιση, έστω κατ’ ελάχιστον, των βασικών οικονομικών υποχρεώσεων.

Ένα σπίτι τρεις γενιές, λοιπόν, γεγονός που οδηγεί σε αντιστροφή του ιστορικού εξελικτικού χρόνου και στην ανάπτυξη, μέσω «καθρεπτίσματος» (mirroring), ενός κεντρικού συναισθήματος αποτυχίας, το οποίο μάλιστα μετατρέπεται σε οδυνηρό «υπόδειγμα» για τα νεώτερα μέλη, που ως γνήσια «τέκνα της κρίσης» δεν θα εκπαιδευτούν στη δημιουργική αυτονόμηση.

Στα σημερινά ερείπια της δικής μας «Τροίας», ο «Αγχίσης» συχνά αναλαμβάνει να κουβαλήσει στους κουρασμένους και κυρτωμένους του ώμους τον «Αινεία», γεγονός που συνιστά μια δραματική ανατροπή των ανθρωπίνων συνθηκών της αξιοπρέπειας και του πολιτισμού.

Είναι μια ευθεία προσβολή στον βαθύτερο πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, που αν δεν αναστραφεί, θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε μια συνολική κοινωνική ισοπέδωση και απάθεια η οποία θα ευνοήσει τις δυνάμεις εκείνες που επιθυμούν αφασικές και κατεσταλμένες οντότητες, αδύναμες και απελπισμένες.

Το «δικαίωμα στη στέγη» λοιπόν μαζί με τον πόλεμο κατά της ανεργίας, αποκτά ως αίτημα μεγάλη βαρύτητα, αφού δεν αποτελεί ενίσχυση της αίσθησης της «ατομικής ιδιοκτησίας», αλλά αντιθέτως είναι μια ουσιαστική παράμετρος ψυχολογικής και δημιουργικής ενίσχυσης της αυτονόμησης και της εξέλιξης, αλλά και της αποκατάστασης του ιστορικού χρόνου, η οποία σήμερα οδηγείται πίσω στον Μεσαίωνα.

Είναι πιθανότατο, οι κήρυκες του νεοφιλελευθερισμού να θεωρούν τα παραπάνω ως «λαϊκίστικες επισημάνσεις» που εμποδίζουν την ανάπτυξη. Εύλογη η δική τους θεώρηση μιας και γι’ αυτούς ο άνθρωπος ποτέ δεν ήταν το κεντρικό επίδικο, αλλά ανώνυμη «παραγωγική μονάδα». Άλλωστε γι αυτούς καμιά σημασία δεν έχει ούτε ο «Αινείας», ούτε ο «Αγχίσης», αλλά το τέλος και των δύο ως οντοτήτων. Είναι αυτό που περιγράφει ο ποιητής:

[…] λατομεία / γεμάτα ανθρώπους εξαντλημένους, σακάτηδες, χωρίς πνοή / και το αίμα αγορασμένο και το αίμα πουλημένο / και το αίμα μοιρασμένο σαν τα παιδιά του Οιδίποδα / και τα παιδιά του Οιδίποδα νεκρά (Γ. Σεφέρης –Τυφλός-Δεκέμβρης 1945).

Τώρα που ακόμα, ως Αριστερά, έχουμε τη δυνατότητα να περπατάμε πάνω στα ερείπια, είναι βασικό μας χρέος να «βλέπουμε» όλες αυτές τις «παράπλευρες» απώλειες. Να τις επισημαίνουμε, αλλά και να αγωνιζόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις για να ξαναδώσουμε στον Άνθρωπο τις βασικές του ιδιότητες.

Το οφείλουμε πρωτίστως σε όσους έρχονται - αλλά και σε όσους φεύγουν...

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Το χαμένο βλέμμα...

Του Σπύρου Σούρλα, απο το Red NoteBook...

«Ένας ωκεανός περιμένει την βάφτισή του» -Κλ. Κύρου
Το μνημονιακό τοπίο του πλέον ακραίου καπιταλισμού, με την πάροδο του χρόνου, προκαλεί όλο και μεγαλύτερα πλήγματα στις δυνάμεις της εργασίας, τα οποία πρωτίστως αποτυπώνονται στην κάμψη των κινημάτων.

Οι άνεργοι, οι απολυμένοι, αλλά και όσοι ακόμα έχουν δουλειά φαίνεται στην παρούσα συγκυρία να αποσύρονται, εν μέρει, στον αγώνα της ατομικής επιβίωσης, με ένα συναίσθημα οδύνης, τώρα που πλέον έχουν απομείνει μόνον ράκη του κοινωνικού κράτους.

Η πλέον τραυματική εκδοχή της απόσυρσης είναι οι αυτοκτονίες, που σύμφωνα και με εγχώριες μελέτες εμφανίζουν αξιοσημείωτη αύξηση την τριετία 2010-2012. Το θλιβερό αυτό εύρημα της κρίσης αποτελεί στην ουσία την πλέον ακραία «έκφραση»΄ μιας κοινωνίας κατακερματισμένης με λίγες εστίες συλλογικότητας, μετά τις μεγάλες διαδηλώσεις και αντιδράσεις των προηγουμένων ετών...

Η κόπωση του «σώματος» αποτελεί πιθανότατα και τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τις δυνάμεις της Αριστεράς που μάχονται για την ανατροπή της βαρβαρότητας.

Απ΄ όσα συμβαίνουν σήμερα, φαίνεται πως το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι αυτό που ονομάζεται «Learned Ηelplessness», δηλαδή η ατομική αίσθηση του αβοήθητου, μετά απο αρκετές αποτυχημένες απόπειρες υπέρβασης και εξεύρεσης λύσης για την διατήρηση μιας στοιχειώδους, τουλάχιστον, ποιότητας ζωής. Έλλειψη ελπίδας, απογοήτευση, κατάθλιψη και τα πρώτα στοιχεία πληβειοποίησης κατά Hannah Arendt, εμπεριέχουν τον κίνδυνο, μέρος της κοινωνίας «να ψάχνει για άρτο και να σιτίζεται με θεάματα»...

Η χώρα ζώντας στην ατομική μετα-νεωτερικότητα για αρκετά χρόνια και έχοντας απολέσει τα αναγκαία εκείνα αντανακλαστικά οργανωμένης και μαζικής αντίδρασης, αιφνιδιάστηκε ιδιαίτερα απο το «διάγγελμα του Καστελόριζου» το 2010 και παρότι στην συνέχεια δημιουργήθηκαν «κινήματα των Πλατειών», με θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά και μεσολάβησε και η ριζοσπαστικοποίηση ενός σημαντικού τμήματος της κοινωνίας, τον Ιούνιο του 2012,  που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, οι αλλεπάλληλες ταξικές επιθέσεις μέσω των ιδεολογικών, αλλά και των κατασταλτικών μηχανισμών του Κράτους, έχουν οδηγήσει τις δυνάμεις της εργασίας σε μια ενδιάμεση κατάσταση, που εμπεριέχει την ματαίωση, την τάση απόσυρσης, αλλά και την ελπίδα.

Μιλώντας λοιπόν γι αυτή την ενδιάμεση κατάσταση, πιθανώς το μεγαλύτερο επίδικο, πέρα και πάνω απο οικονομίστικες «νομισματικές διαμάχες», είναι το πώς οι δυνάμεις της Αριστεράς θα κατορθώσουν να απευθυνθούν σε εκείνους που αποτελούν, δυνάμει, τους φυσικούς συμμάχους της...

Τα τελευταία προ των Μνημονίων χρόνια είχαν ήδη προετοιμάσει το έδαφος, ώστε το υποκείμενο να  τρωθεί, να  απο-συλλογικοποιηθεί και ως εκ τούτου να υπάρχει έλλειψη κοινωνικής και ταξικής νοηματοδότησης..  Ζώντας μάλιστα στον «πολιτισμό της ενοχής» και όχι «της ντροπής», παρατηρούμε σήμερα μερίδα της κοινωνίας να έχει «συνηθίσει» την εξαθλίωση, που μάλιστα συνοδεύεται και απο εκφασισμό.

Το κενό νοήματος καθώς και το α-πρόσωπο ενισχύει ακόμα περισσότερο τον κίνδυνο «αμερικανοποίησης»  της πολιτικής ζωής (Βερναρδάκης: «H απελπισία τους διώχνει απο την κάλπη», 22-01-2013, tvxs),γεγονός που αν επιβεβαιωθεί, θα ενισχύσει αντικειμενικά την κυρίαρχη ιδεολογία...

Ζητούμενο λοιπόν σήμερα είναι η επανανοηματοδότηση του συλλογικού υποκειμένου.. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψιν και την βασική  αρχή της ομαδικής δυναμικής, ότι  «η ομάδα υπερβαίνει το άθροισμα των μελών που την συναποτελούν», μόνον μέσα απο ουσιαστικές κοινωνικές διαδικασίες μπορεί να αποκτηθεί η απαιτούμενη αίσθηση του «συν-ανήκειν», της «ένστάλλαξης της ελπίδας» και του «κοινού στόχου».. Όπως μάλιστα έχει φανεί, συχνότατα  η αλλαγή της ατομικής κατάστασης  επισυμβαίνει μέσα απο την ομαδική διαδικασία...

Αναγκαίο για τα παραπάνω είναι να πεισθεί να συμμετέχει η πλειονότητα των κοινωνικά αδύναμων ή αποσυρμένων σε συλλογικότητες δημοκρατικές που να αναστρέφουν, αφενός μεν το κλίμα του ατομικού «αναχωρητισμού»,  και αφετέρου να δίνουν την δυνατότητα  λόγου στον αποξενωμένο   και ελπίδα  αποκατάστασης της τραυματισμένης του αξιοπρέπειας…

Εξυπακούεται πως τον πρωτεύοντα λόγο τον έχει η Αριστερά, που οφείλει να στραφεί με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στην αναζήτηση του «χαμένου βλέμματος» και στην μετατροπή της ατομικής κατάστασης σε αλυσιδωτή αντίδραση (chain reaction) με θετικό πρόσημο...

Αν, αντιθέτως,  επικρατήσει το ιεραρχικό μοντέλο «σωτηρίας» της κυρίαρχης ιδεολογίας η ακόμα χειρότερα του φασιστικού μορφώματος της Χ.Α (που σαφώς και ευοδώνεται από τους ταξικούς επικυρίαρχους), οι δυνάμεις της εργασίας θα υποστούν καταστροφικές συνέπειες...

Άλλως τε, το βλέμμα προς τον «άλλον» το έχουμε απολέσει εδώ και πολύ καιρό και απαιτείται δημοκρατική και συλλογική «επανεκπαίδευση»  υπό την ηγεμονία της αριστεράς...

Ροη αρθρων