Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Zorba the freak...

newdiaspora.com...
caryatidesΠριν από λίγες μέρες, έξι νέες κοπέλες ντυμένες Καρυάτιδες και μία τραγουδίστρια της όπερας ντυμένη Ρωμαίος μπήκαν στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, ψάχνοντας ένα κλεμμένο άγαλμα και όση περισσότερη δημοσιότητα μπορούσαν να βρουν.
Για πολλούς Έλληνες, αυτή η διαμαρτυρία ήταν ένας καλός λόγος για να νιώσουν και πάλι περήφανοι για κάτι. Προσωπικά, τη βρήκα μάλλον ταπεινωτική. Όχι επειδή η απαχθείσα Καρυάτιδα δεν πρέπει να επιστρέψει στην Αθήνα, αλλά επειδή έχω κουραστεί με όλα αυτά τα παρωχημένα στερεότυπα που χαρακτηρίζουν τους Έλληνες.
Zorba, syrtaki, ouzo, φραπές, τσολιάδες, κίονες και αμέτρητοι αρχαίοι, για τους οποίους ελάχιστα πράγματα γνωρίζει η συντριπτική πλειονότητα όσων χαίρονται να αυτοπροσδιορίζονται με όρους και αισθητική που παραπέμπουν σε ελληνικές ταινίες της εποχής της Χούντας.
Πίσω στην πατρίδα, ένα ναζιστικό κόμμα άγγιξε το 10% εκλογικής επιρροής, το success story της εξόδου από την κρίση υπάρχει μόνο στα τηλεοπτικά πάνελ, και το Ινστιτούτο Gallup λέει ότι ισοβαθμούμε με την Αίγυπτο στην τρίτη θέση των λαών που βίωσαν το 2013 ως αρνητική εμπειρία. Πίσω από το Ιράκ και το Ιράν, και μια θέση μπροστά από τη Συρία…
Σε μία πρωτοφανή απόφαση, το Βέλγιο παραχώρησε άσυλο σε έναν ήδη αναγνωρισμένο πρόσφυγα που έφυγε από μία άλλη χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης: την Ελλάδα. Και μόλις χθες, οι υπάλληλοι του αρμόδιου υπουργείου θεώρησαν αστείο το να κάνουν δώρο στον απερχόμενο προϊστάμενο τους μία χορήγηση ασύλου με τα στοιχεία του.

Κυριακή 25 Μαΐου 2014

"Εμείς, οι Ευρωπαίοι"...

του Κωστα Δουζινα, απο την Αυγη...
"Εμείς, οι Ευρωπαίοι" Η Ελλάδα και η Ευρώπη βρίσκονται σε ιστορικό σταυροδρόμι. Εκατό χρόνια από την αρχή του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου και σαράντα μετά το τέλος του Δεύτερου, αιωρείται ο κίνδυνος καταστροφής εάν δεν ανατραπούν η λιτότητα και ο αυταρχισμός. Αλλά το διακύβευμα δεν είναι μόνο, ή κύρια, οικονομικό. Το "Μεσοπρόθεσμο" μπορεί να καταργηθεί από μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Αλλά, αν δεν προστατεύσουμε το ήθος, αν δεν υπερασπιστούμε την ηθική και δεν ξανακτίσουμε τον πολιτισμό, η ζημιά θα είναι μακροπρόθεσμη και αμετάκλητη.
Ο λόγος της Αριστεράς πρέπει να εγκαταλείψει τον στείρο οικονομισμό και να αναλάβει την ευθύνη μιας νέας πολιτικής, ηθικής και πολιτισμικής αναγέννησης, όπως έκανε και τη δεκαετία του '60 σε συνθήκες βαριάς ήττας. Η πολιτική με την οικονομία θα καθορίσουν την έκβαση του αγώνα μπροστά μας, η πολιτική με τον πολιτισμό θα οριοδοτήσουν το μέλλον μας. Αλλά τι είναι «πολιτισμός»;
H γνωστή διάκριση μεταξύ «υψηλού» και «χαμηλού» πολιτισμού, που τόσο ταλάνισε την κριτική θεωρία, ευτυχώς μας εγκατέλειψε. Ο Σαίξπηρ και τα κόμικς, το ραπ και ο Μπετόβεν, ο Σεζάν και το γκράφιτι, το βίντεο-αρτ και ο Μπέργκμαν συνωστίζονται και αλληλοαντιγράφονται σε παλαιοπωλεία και πινακοθήκες, σε σινεμά και κρεβατοκάμαρες, σε μέγαρα και MP3. Δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε πια έναν "καθαρό" πολιτισμό από την ιδεολογία και την επικοινωνία, τις δικτυώσεις και τα κοινωνικά μέσα.

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

το αποτύπωμα του οικονομισμού στην κουλτούρα...

Κώστας Καραβίδας, απο το περιοδικο Χρονος...
ή πώς να σκεφτούμε τον οικονομικό άνθρωπο στην πολιτισμική δημοκρατία
Με την κούραση έξι χρόνων βαθιάς ύφεσης στην πλάτη, προσμετράμε σήμερα τα συντρίμμια της οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής.
Παρά τη ρητορική της καταστροφής ως ευκαιρίας για πολιτισμική ανασυγκρότηση,1 τα υπάρχοντα δείγματα γραφής δείχνουν ολοταχώς οπισθοδρόμηση σε παραδοσιακές αξίες και ιδεότυπους.
Η καταγραφή πληγών στο πεδίο της κουλτούρας είναι πιο δυσδιάκριτη, πιο χρονοβόρα, πιο ύπουλη και πιο δυσερμήνευτη από την ανάγνωση των προφανών οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων που συσσώρευσε η κρίση. Όπως έδειξε ο Ντάνιελ Μπελ,2 οι δομές εξουσίας μπορεί να αλλάζουν εν μια νυκτί, αλλά οι δομές κοινωνίας δεν ανατρέπονται γρήγορα. Το αποτύπωμα του οικονομικού πανικού της τελευταίας τετραετίας στην κουλτούρα είναι ωστόσο βαθύ και ανεξίτηλο, ξεπερνά τον παροντισμό και απλώνει ρίζες στον χρόνο που θα ανθίσουν παράξενα κι εξωτικά άνθη τα επόμενα χρόνια. Περνώντας αμέριμνα σήμερα την αφύλαχτη διάβαση, από τον υλικό ευδαιμονισμό στο μετα-λαϊφστάιλ άγνωστο, δεν έχουμε ίσως συλλάβει ακόμα το μέγεθος της πολιτισμικής μεταβολής. Προσηλωμένοι στην αναζήτηση των κατάλληλων οικονομικών απαντήσεων στα διλήμματα για την έξοδο από την κρίση, χάνουμε από την οπτική μας κάτι που ίσως φανεί ακόμα πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμο: την εμπράγματη αλλαγή πολιτισμικού παραδείγματος στο κοινωνικό σώμα από τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης και του πολιτισμικού κεφαλαίου της χώρας.
Οι μεγαλύτερες συνέπειες των πολιτικών που εφαρμόζονται τα τελευταία χρόνια στην κουλτούρα δεν είναι απόρροια της κρατικής ή εθνικής πολιτιστικής πολιτικής. Εκεί βασιλεύει η αδράνεια, η μακαριότητα και ο εφησυχασμός των δημοσίων σχέσεων. Το κράτος δεν διαλέγεται με τη σύγχρονη πολιτισμική παραγωγή, το ξέρουμε· απλώς, συναλλάσσεται. Η Ελλάδα παραμένει η μόνη ευρωπαϊκή χώρα χωρίς καλλιτεχνική παιδεία στο δημοτικό, το γυμνάσιο και το λύκειο και η μόνη που το πεδίο των πολιτισμικών σπουδών παραμένει ανύπαρκτο στα πανεπιστήμια. Κι αυτά γνωστά. Το πώς αντιλαμβάνονται τον πολιτισμό στην εφαρμοσμένη εκδοχή του οι κρατούντες μπορεί να προκαλέσει από γέλωτα μέχρι θλίψη. Επιστρέφοντας στις δεξιές παραδοσιακές ρίζες, το κυρίαρχο πολιτισμικό μοντέλο της εθνικής πολιτικής για τον πολιτισμό είναι ένα παράταιρο κράμα από αρχαιολατρία, αμυντική προσήλωση στις «ελληνοχριστιανικές» αξίες, ανώδυνο λαϊφστάιλ και εθνικιστική αυτοσυντήρηση.

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Ικέτες...

Νινέττα Κοντράρου-Ρασσια, Laternative...
 
Αλλη μια φορά βλέπουμε Ελληνα πρωθυπουργό να καταφεύγει ως ικέτης στα αρχαία ιερά για να τον βοηθήσουν. Μετά το διάγγελμά του στον ελληνικό λαό για το κλείσιμο της συμφωνίας με την τρόικα, έτρεξε ο Αντώνης Σαμαράς κι αγκάλιασε με δάκρυα στα μάτια τα πόδια του αγάλματος της θεάς Αθηνάς κι αφού απόθεσε στα φιλντισένια ακροδάχτυλά της ένα κλαρί ελιάς τυλιγμένο με μαλλιά προβάτου (σύμφωνα με την παράδοση των αρχαίων), άρχισε να της ψιθυρίζει την παμπάλαιη προσευχή όλων των πρωθυπουργών λίγο πριν από τις εκλογές, όταν διαισθάνονταν πως θα τις χάσουν.
Ηταν Οκτώβριος του 2003, αναμένονταν σε λίγους μήνες εκλογές (έγιναν Μάρτιο του 2004) και ο Κώστας Σημίτης προσέφυγε ως ικέτης στον Τόνι Μπλερ να κάνει μια δήλωση για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, γιατί «ξέρεις, έχουμε εκλογές του χρόνου και ίσως αυτό μπορεί να φανεί χρήσιμο». Την κίνηση Σημίτη, που καταδίκασαν οι πάντες, είχε τότε σχολιάσει θετικά ο Ευάγγελος Βενιζέλος που τώρα σηκώνει κι αυτός κλαδί Ελιάς, προκειμένου να ικετεύσει τον ελληνικό λαό να μην καταποντίσει το ΠΑΣΟΚ που κρύβεται από κάτω.
Σήμερα, λοιπόν, και καθώς η κυβέρνηση βρίσκεται στο ίδιο αδιέξοδο εν όψει των εκλογών, επιστρατεύεται και πάλι ο πολιτισμός για να τη σώσει. Τόπος συνάντησης, το Μουσείο της Ακρόπολης και συνδαιτυμόνες 33 έφοροι Αρχαιοτήτων απ' όλη την Ελλάδα, στους οποίους ο Αντώνης Σαμαράς εξέφρασε τη συγκίνησή του γιατί τους ξανάβλεπε μετά το 2009, τότε που ο Κώστας Καραμανλής τον τραβούσε από την αφάνεια στην οποία τον είχε καταδικάσει χωρίς έλεος ο Κ. Μητσοτάκης, προσφέροντάς του την ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού και τα εγκαίνια ενός λαμπρού Μουσείου, όπως ήταν της Ακρόπολης.

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Πολιτική - Πολιτισμός - Δημοκρατία...

του Δημητρη Παπαχρηστου, απο το Εθνος...
Πολιτική - Πολιτισμός - Δημοκρατία
Εχει διαρραγεί ο κοινωνικός ιστός διαλαλούν από τις τηλεοράσεις πολιτικοί, πολιτευτές, δημοσιολόγοι, αναλυτές και συμπληρώνουν περισπούδαστα πως έχει απαξιωθεί η πολιτική ζωή, τα κόμματα και το πλείστον των προσώπων που λειτουργούν ως επαγγελματίες. Η διαφθορά δεν αφορά μόνο τους κυβερνώντες και τους διαπλεκόμενους με το κράτος και τη διαχείριση της οικονομίας και της πολιτικής, αγγίζει και εμποτίζει και τον καθένα μας ξεχωριστά κι όλη την κοινωνία. Δεν μπορεί, όμως, μέσω των γενικεύσεων και των ισοπεδώσεων να εξισώνονται «οι πάντες και τα πάντα» με το «όλοι μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου και με τη γενίκευση μίας αντίληψης που σκοπίμως καλλιεργείται πως «όλοι το ίδιο είναι και αν δεν είναι θα γίνουν». Αυτό βολεύει αυτούς που θέλουν να γαντζωθούν στην όποια εξουσία, γι' αυτό και σπέρνουν τον φόβο και μιλούν για κενό εξουσίας αν δεν αποκτήσουν πλειοψηφία οι συγκυβερνώντες...
Το πρόβλημα είναι, κι αυτό δεν το έχουν καταλάβει οι συγκυβερνώντες, συνδιαχειριστές των μνημονίων που επιβάλλουν οι τροϊκανοί, βαθύτατα υπαρξιακό και κοινωνικοπολιτιστικό και δεν θα λυθεί με τα αποτελέσματα που θα βγουν από τις κάλπες. Η κρίση, πέρα από τις αρνητικές παρακρούσεις που προκαλεί, διεγείρει και τις καταχωνιασμένες ανθρώπινες αξίες, μας αναγκάζει να αναστοχαστούμε τον τρόπο της ζωή μας, να ξεφορτωθούμε τις πλασματικές, πλαστές εν πολλοίς, ανάγκες που δημιουργεί ο καπιταλιστικός καταναλωτισμός. Συνεπώς το ζητούμενο μπορεί να γίνει πραγματικότητα και να βρούμε και να αναγνωρίσουμε τους εαυτούς μας.

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Ο πολιτισμός της απέναντι όχθης...

Της Μαριαννας Τζιαντζη..
Η  κουλτούρα της χούντας είχε πρόσωπο. Ήταν το «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», η αρχαιοπληξία, η χαζοπόπ και το ελαφρολαϊκό, οι φαραωνικές φιέστες και οι παρελάσεις, η ΥΕΝΕΔ, η στραμπουληγμένη καθαρεύουσα. Ένα πρόσωπο τόσο κραυγαλέα απωθητικό που σχεδόν αυτόματα ένας νέος με στοιχειώδη ευαισθησία γύρευε κάτι άλλο. Αναζητούσε την κουλτούρα της αντίστασης, το έστω και υπαινικτικό μήνυμα της ελευθερίας ή προσπαθούσε να ανακαλύψει ένα νέο μήνυμα σε παλιές μορφές. Ιδίως μετά το 1970, ιδίως στην Αθήνα και ιδίως στη φοιτητική νεολαία, αυτό το «κάτι άλλο» δεν ήταν δύσκολο να βρεθεί.
Η κουλτούρα της αντίστασης εκφραζόταν στο τραγούδι (την πιο άμεση και επιδραστική μορφή τέχνης), τον κινηματογράφο, το βιβλίο, το θέατρο, μέχρι και στους ενδυματολογικούς κώδικους. Η ένταξη στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα συνοδευόταν από την υιοθέτηση μιας ταυτότητας και την κατάκτηση μιας συλλογικότητας που υπερέβαινε τις κομματικές γραμμές και, ταυτόχρονα, είχε και μια αισθητική διάσταση. Η εξέγερση κατά της δικτατορίας ήταν και εξέγερση ενάντια στην ασχήμια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κομψότητα και η καλαισθησία είναι πάντα συνώνυμα της ελευθερίας.

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Πολιτισμένοι και απολίτιστοι, πεποιθήσεις και αποκαθήλωσή τους.

Αλληλέγγυα Δύναμη...
«…Σύμφωνα με τους Ινδιάνους, οι λευκοί είναι όλοι τρελοί. Μόνο οι τρελοί επιβεβαιώνουν την σκέψη με το κεφάλι τους. Αυτή η παρατήρηση με άφησε έκπληκτο και ρώτησα τον ινδιάνο αρχηγό να μου πει με τί σκεφτόταν αυτός. Μου απάντησε ότι σκεφτόταν με την καρδιά…».
Κάρλ Γκούσταβ Γιούνγκ


...και φυσικά δεν είναι τυχαία, μέσα από μια τέτοια ψυχολογική οπτική της ζωής, η ύπαρξη της έννοιας της αταξικής κοινωνίας σε πραγματικό ιστορικό χρόνο. Στις πρώτες κοινότητες τροφοσυλλεκτών και κυνηγών, αλλά και των αυτόχθονων φυλών της Αμερικής ως το 19ο αιώνα. Όπου κύρια χαρακτηριστικά τέτοιων κοινωνιών ήταν η διαρκής αλληλεγγύη, η βοήθεια του ενός προς τον άλλο για την εξεύρεση τροφής ή στέγης, η κοινή κι αμοιβαία άμυνα εναντίον των εχθρών. Kι όπου κανείς δεν ονειρευόταν ή μεθόδευε να γίνει ανώτερος από τον άλλο. Και, για να προλάβουμε και ενστάσεις περί ύπαρξης αρχηγών σε αυτές τις κοινωνίες, επισημαίνουμε το εξής σημαντικό: Ο αρχηγός της φυλής ΔΕΝ ασκούσε εξουσία στα μέλη της, ακούσε ηγεσία. Ναι! υπάρχει διαφορά! Η εξουσία είναι ενάντια στη φύση, αντίθετα με την ηγεσία. Κι αυτός που ηγείται σημαίνει ότι προηγείται, βάσει αναγνωρισμένων απ'όλους ικανοτήτων. Και δείχνει στους άλλους το δρόμο, μέσα σε αντίξοα περιβάλλοντα ή ιδιαίτερες και μεταβαλλόμενες συνθήκες, για να μη χαθούν, ενώ επιφορτίζεται και με τη σύλληψη δράσεων που θα ωφελήσουν όλη την υπόλοιπη ομάδα. Κι όχι αποκλειστικά τον ίδιο και την "αυλή του". Και σε περίπτωση που δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στο ρόλο του, απομακρύνεται από τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας.
Μάλιστα, ένας Ιησουίτης μοναχός που έζησε από το 1750 ως το 1767 με τους Ινδιάνους(όπως τους ονόμασαν οι λευκοί αποικιοκράτες) της Καλιφόρνια, αναφέρει πόσο δίκαια και απλά και αρμονικά ζούσαν αυτοί. Χωρίς ατομική ιδιοκτησία και άγχος συσσώρευσης και αύξησης των αγαθών τους! Ώστε να τους χαρακτηρίσει ως πιο ευτυχισμένους και σαφώς καλύτερους από τους χριστιανούς Ευρωπαίους. 
 Τι ειρωνεία! Από τη μια τους ονομάζουμε "απολίτιστους" κι από την άλλη εμείς οι "πολιτισμένοι" νοσταλγούμε το "χαμένο παράδεισο"...Δηλαδή την αναγνώριση της αξίας και τις μνήμες πολιτισμών που δεν έχουν χέση με την τεχνοκρατική δική μας παράκρουση. Γέννημα της βιομηχανικής επανάστασης η οποία μας οδήγησε στον καπιταλισμό και την πιο αντι-ανθρώπινη μορφή του...
Αν λοιπόν θέλουμε να σκεφτόμαστε με τον "εγκέφαλο τις καρδιάς",

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Μικρό νυχτερινό για τα μουσικά σύνολα της ΕΡΤ (και όχι μόνο)...

του Σπυρου Σουρλα, απο το Red NoteBook...
Αν γύριζα το χρόνο πίσω και προσπαθούσα να ανακαλέσω τις πρώτες μου μουσικές, επικεφαλής στη λίστα θα ‘ταν η 6η του Μπετόβεν. Θυμάμαι σαν τώρα το καφέ εξώφυλλο με το πρόσωπό του και τα μαλλιά του ανακατεμένα σαν της Μέδουσας.

Την ίδια περίπου εποχή, πρωτόβαζα μόνος μου σε ένα πικάπ, πράσινη φορμάικα στυλ, πού ‘χε δίπλα ένα μεγάλο ραδιόφωνο με λευκά πλήκτρα (Οlympia) και τους εκατοντάδες σταθμούς απ’ όλες τις χώρες με τα ονόματα πόλεων το Brindisi από την Traviata σε δισκάκι 45άρι με τον Ντι Στέφανο και την Κάλας. Από δίπλα ναπολιτάνικα τραγούδια, πάλι με τον Ντι Στέφανο. Και μαζί με αυτά, Πάνος Γαβαλάς, Μοσχολιού, Μπιθικώτσης, Εnrico Macias, Sandie Shaw, Platters, και διάφορα άλλα δισκάκια, που μερικά απ’ αυτά σε μια καλοκαιρινή εκδρομή με το DKW F11 της εποχής «τά ‘πιασε» ο ήλιος και τά ‘λειωσε, και η στεναχώρια μου ήταν μεγάλη.

Πολύ νωρίς στην ζωή μου κατέφτασε στο σπίτι το «Φορτηγό» -με αριθμό βινυλίου γύρω στο 250- του Σαββόπουλου. Μού ‘παν πως αυτός ο νεαρός μακρυμάλλης αξίζει... Θα ‘μουν 6-7 χρονών όταν προσπαθούσα ν’ ακούσω τη Ζωζώ και το «Βιετνάμ»...

Μετά ήρθε στο σπίτι το «Άξιον Εστί», το «Καπνισμένο Τσουκάλι», η Πόλη μας (ίσως από τα καλύτερα τού Κηλαηδόνη με Μητσιά-Μοσχολιού), το «Στου Όθωνα τα Χρόνια» του Ξαρχάκου, που από νωρίτερα είχα «κολλήσει» στην «Καισαριανή» του…

Συγχρόνως παιζόταν σπίτι η Σκωτική (3η) του Μεντελσον με Μητρόπουλο, το κοντσέρτο για βιολί του Μπετόβεν με Furtwangler και Menuhin, Μότσαρτ με Klemperer (38 της Πράγας) ή Bohm (40-41), το Ρέκβιεμ του Μπερλιόζ, η αγαπημένη Λειτουργία της Αγίας Καικιλίας του Gounod, η 9η του Μπετόβεν με Κάραγιαν, η Παθητική και το κονσέρτο για πιάνο τού Τσαϊκόφσκι, το κοντσέρτο για βιολί του Μπραμς με Heifetz μ’ ένα λεπτό εξώφυλλο, με «χαλασμενο» πράσινο και το πρόσωπο τού σολίστα, και φυσικά, τά υπέροχα κουτιά του Ριγκολέτο, της Νόρμα, της Λουτσία, με την μοναδική Maria... Όπως και η Forza del destino.

Αυτό πού μού ‘χε κάνει μεγάλη εντύπωση ήταν η κενή 2η πλευρά κάποιου δίσκου σε εκείνα τα box set της Όπερας ...μιας και το έργο είχε τελειώσει στην πρώτη πλευρά τού τρίτου δίσκου… Θυμάμαι ότι δεν εκτιμήθηκε ο «Μεγάλος Ερωτικός» και επιστράφηκε, και αντ’ αυτού συναποφασίστηκε - λέμε τώρα- να αγοραστεί «Το Θαλασσινό Τριφύλλι» του Λίνου Κόκκοτου.

Πόση εντύπωση μού ‘χε κάνει ακόμα η «Καταχνιά» του Λεοντή ή το «Πνευματικό Εμβατήριο» και το Canto General του Μίκη… Και κάπου εκεί νάσου ένα μεσημέρι μετά την επιστροφή απ’ τη δουλειά κι εγώ απ’ το σχολείο, ένα πλατύ χαμόγελο ...για τον «Μπάλλο» του Νιόνιου… «Αυτός ωρίμασε», ήταν το σχόλιο. Δύσκολο άκουσμα για μένα, αλλά έμεινα έκπληκτος με τη «Μαύρη Θάλασσα» και τα όργανα και την περίεργη φωνή. Χρόνια μετά, βέβαια, κατάλαβα πως η θρακιώτικη παράδοση είχε «βοηθήσει».

Αργότερα, με τα πρώτα χαρτζιλίκια, άρχισα πλέον να αγοράζω μόνος δίσκους. Θυμάμαι τούς Sweet και τους Slade και χαμογελάω ειρωνικά πλέον, ή τους Deep Purple, καί σήμερα απορώ, αλλά εξακολουθώ να εκτιμώ το Trespass και το Foxtrot των Genesis.

Πιο μετά άλλαξα ρότα -αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, προσωπική, πού ακόμα κύκλους κάνει-, ψάχνοντας σε μια ποικιλία ήχων, από τον αυτοσχεδιασμό ως τις πλέον απόμακρες μουσικές του 20ού αιώνα. Και στη συνέχεια, φεύγοντας εγώ απ’ το πατρικό για σπουδές κι εκείνος με μετάθεση λόγω εργασίας, αντιστράφηκαν τα πράγματα. Του ‘γραφα κασέτες (ακόμα δεν υπήρχε το cd) και τις έστελνα στο Ξενοδοχείο «Ηράκλειο» όπου έμενε.

Με άλλες διαφορετικές μουσικές, πιο «προχωρημένες» πάλι  απ’ την Κλασική, που δεν μπόρεσε ποτέ να τις αποδεχτεί ως οικείες, αλλά προσπαθούσε.. Και τις αγαπημένες όπερες φυσικά. Και πολλά άλλα. Και όταν πήγαινα να τον δω, τον θυμάμαι πάντα με μπλέ καλοσιδερωμένο πουκάμισο να με περιμένει ξύπνιος με τον καφέ ήδη παραγγελμένο, μιάς και το πλοίο έφτανε τότε γύρω στις 6.30 το πρωί απ’ την Αθήνα, και με ένα μεγάλο χαμόγελο. Οι δρόμοι είχαν χωρίσει πια και ο καθένας ζούσε στην πόλη πού εργαζόταν. Όμως πάντα οι συναντήσεις συνέβαιναν…

Έλεγε πως όλα τα καλά και τα άσχημα συνέβαιναν στις 11 ή στις 12 κάθε μήνα. 12 αρραβωνιάστηκε, 12 παντρεύτηκε, 11 είχε ένα σημαντικό ατύχημα στην δουλειά του, 12 γιόρταζα εγώ και πολλές άλλες σημαντικές γι’ αυτόν στιγμές που τον είχαν σημαδέψει συνέβαιναν, κατ’ αυτόν, αυτές τις μέρες. Σαν χρειάστηκε να πάει στο Νοσοκομείο και πήγα κι εγώ κοντά, ζήτησε να μεταφερθεί κάπου αλλού, πιο ήρεμα.

Φαινόταν πολύ πιο υγιής με την αλλαγή. Μια απολύτως επείγουσα ανάγκη με έφερε για μια μόνο μέρα στην Αθήνα, με σκοπό να επιστρέψω άμεσα το άλλο πρωί με το πρώτο αεροπλάνο. Στις 5 το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο. Πήρε για να μου πει ότι αισθανόταν κάπως βαρύς… «Πάρε τη γιατρό», του είπα. «Ναι μωρέ, θα την πάρω», μού είπε, ωαλλά ήθελα πρώτα να πάρω εσένα». Χωρίς καν να το καταλάβω, μού ‘ρθε ο αριθμός 12. Όντως ήταν 12 Ιουλίου… «Αυτό ήταν», σκέφτηκα.

16 χρόνια πέρασαν πια. Και είναι καιρός τώρα που μπορώ να συγκινούμαι και να χαίρομαι και να μιλώ γι’ αυτά. Οι μουσικές που πρωτομύρισα στο σπίτι, η αυστηρότητα της ακρόασης τις Κυριακές έντεκα με μία, όπου κανείς άλλος δεν μιλούσε, μιας και ήταν οι δυο απολύτως δικές του ώρες, η πλήρης έλλειψη πίεσης για να κάτσω κι εγώ δίπλα, αλλά και η απλή προτροπή «για άκου λίγο αυτό», με έκαναν να αγαπήσω τη Μουσική, να ψάξω τους δικούς μου δρόμους, να αμφισβητήσω, να ακυρώσω, αλλά και να επιστρέψω.

Σαν ένα παιχνίδι του μυαλού, προσπάθησα να φέρω στη μνήμη μου χωρίς πίεση αυτά που μού ‘χαν κάνει τότε εντύπωση και πού πλέον δεν υπάρχουν στη δική μου εστία ως πρωτότυπα, αλλά τά ‘χω αφήσει στο πατρικό μου σπίτι, λες και πιστεύω ότι μπορεί και να τον συντροφεύουν. Αυτά θυμάμαι σήμερα απ’ τις μουσικές του μακρινού τότε. Άλλες με τρυφερότητα, άλλες με χιούμορ, άλλες απλώς αδιάφορα και άλλες με μεγαλύτερη ακόμα ένταση ή άλλες σα να βγαίνουν από κάποιο μουσικό κουτί. Όμως πάνω απ’ όλα ήταν αυτές οι Μουσικές που μάς καθόριζαν τη σχέση, παρά τις αναμενόμενες εντάσεις, τις συγκρούσεις και τις νεφελώδεις μέρες. Και αυτό είναι πλέον πού παραμένει καθάριο, σαν το χαμόγελο του γιού μου που φέρει το όνομά του.

Θεωρητικά ήταν «συντηρητικός». Μια επέτειος χαρμολύπης πού μού προσέφερε μιαν ώρα επιστροφής στην παιδική μου γωνιά.

Αφορμή για όλα τα παραπάνω, που προέκυψαν αβίαστα, ήταν η οργανωμένη επίθεση της ακροδεξιάς κυβέρνησης στον πολιτισμό, πού εκδηλώθηκε πρόσφατα με μεγάλη σφοδρότητα ακόμα και στα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ, τα οποία προτίθεται να καταργήσει...

***

Η μουσική, όπως και οι άλλες τέχνες, χρειάζονται έδαφος γόνιμο για να ριζώσουν και να αναπτυχθούν. Αλλά γι’ αυτό δεν φτάνει μόνον η όποια παιδεία παρέχει κάθε οικογένεια. Εξίσου αναγκαία είναι και η στήριξη και η ενίσχυση των μουσικών εκείνων συνόλων που απευθύνονται στην κοινωνία. Έτσι βλασταίνει ο σπόρος, έστω κι αν απαιτείται χρόνος γι’ αυτό.

Όπως, λοιπόν, εδώ και χρόνια μπορώ και να αναφέρομαι στο επιλυμένο πλέον πένθος για την πατρική απώλεια, έτσι οφείλω να αναφερθώ και στο πένθος αλλά και στην οργή που δημιουργεί η εγκατάλειψη και κατάργηση των μουσικών συνόλων. Και ίσως για τον πατέρα μου να αρκούσε αυτό που έγραψε ο Λειβαδίτης: «Εξάλλου δεν ζητήσαμε την νίκη -μονάχα λίγη μουσική». Για εμάς και τις επόμενες γενιές, αυτό και μόνον δεν αρκεί. Πέραν των άλλων, είναι και ζήτημα πολιτισμού.

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

ποια δημόσια τηλεόραση θέλουμε, για ποιους πολίτες;

 Κουλτούρα και ιδεολογία στην Ε.Ρ.Τ.:  υποκριτικές γενικεύσεις και λαϊκή Δεξιά
Δεν κοιτάζουμε την τηλεόραση. Η τηλεόραση μας κοιτάζει.  Το βλέμμα της, «ποιοτικό» ή μη, έχει αναλάβει να μας ακινητοποιήσει.
Χρήστος Βακαλόπουλος
Η δημόσια συζήτηση για την Ε.Ρ.Τ. κινείται αποπροσανατολιστικά στον αστερισμό της γενίκευσης. Η διελκυστίνδα ανάμεσα στην «αμαρτωλή» και την «ποιοτική» Ε.Ρ.Τ. θολώνει τα νερά και μεταφέρει τον διάλογο σε άγονες περιοχές.
Το αυταρχικό κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης, του κατεξοχήν δηλαδή εικονοποιητικού, και άρα φορτισμένου με ειδικό συμβολικό βάρος, μοχλού αναπαραγωγής των κυρίαρχων ιδεολογικών μορφών και των επίσημων αφηγήσεων για το εθνικό παρόν και το παρελθόν, παραπέμπει σε ιδιοκτησιακή αντίληψη για το κράτος και τον πολιτισμό. Η κυβέρνηση, υποτιμώντας τον υψηλό βαθμό πίστης της ελληνικής κοινωνίας στις συμβολικές μορφές του πραγματικού, στάση που απελευθέρωσε τη δυναμική του κινήματος υπεράσπισης της Ε.Ρ.Τ., επιχειρεί να αξιοποιήσει τη δημόσια τηλεόραση ως μηχανισμό ιδεολογικής επιτήρησης της κουλτούρας και ελέγχου της εξουσίας, αφού αδυνατεί λόγω άγνοιας και ανικανότητας να τη διαχειριστεί ως μηχανισμό αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Η κοινοτοπία της «ποιοτικής» Ε.Ρ.Τ.
Απέναντι σε αυτή τη βιοπολιτική πραγματικότητα, όσοι αντιστρατεύονται τις αυταρχικές μεθόδους δεν κατάφεραν να κρύψουν την αμηχανία τους στην προσπάθεια να συγκροτήσουν λόγο εναντίον της αντιδημοκρατικής εκτροπής των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου. Το κίνημα υπεράσπισης της ανοιχτής και δημοκρατικής δημόσιας τηλεόρασης που αναπτύχθηκε τις τελευταίες μέρες έθεσε στο επίκεντρο την ποιότητα των πολιτιστικών προγραμμάτων και γενικότερα των πολιτιστικών πολιτικών και των δημόσιων φορέων που λειτουργούν υπό την εποπτεία της Ε.Ρ.Τ. Έτσι, ακούσαμε συχνά, τόσο από τον καλλιτεχνικό όσο και από τον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, θερμούς και συναισθηματικούς λόγους υπεράσπισης των εκπομπών λόγου, τέχνης και ιστορίας, των ντοκιμαντέρ, του Β΄ και του Γ΄ Προγράμματος Ραδιοφωνίας, του κοσμοπολίτικου KOSMOS, του οπτικοακουστικού Αρχείου, της Φωνής της Ελλάδας αλλά και των Ορχηστρών της Ε.Ρ.Τ., του καναλιού της Βουλής κ.λπ. Ενός πολύπλευρου δηλαδή θύλακου συλλογής και διαφύλαξης της πολιτιστικής μνήμης που αποτελεί ταυτόχρονα ιδεολογική κιβωτό του νεότερου ελληνισμού.
Ο κοινότοπος όμως λόγος των επιχειρημάτων γύρω από την υποστήριξη της υψηλής ποιοτικής στάθμης της Ε.Ρ.Τ. φαίνεται να αγνοεί τη συνολικά θολή εικόνα που αυτή εκπέμπει στο πεδίο της κουλτούρας και της ιδεολογίας. Έτσι, η αυτονόητη υπεράσπιση μιας ανοιχτής, δημόσιας, δημοκρατικής, αξιοκρατικής και πλουραλιστικής δημόσιας τηλεόρασης γίνεται ασθενέστερη όταν αναπαράγεται άκριτα στην επιχειρηματολογία το ανεπαρκές κλισέ της πολιτιστικής υπεροχής της Ε.Ρ.Τ. στο πέλαγος της τηλεοπτικής κακογουστιάς.
Το βασικό επιχείρημα όσων υπεραμύνονται του πολιτιστικού προσώπου της Ε.Ρ.Τ είναι ότι ο ρόλος της δημόσιας τηλεόρασης έχει τον εθνικό χαρακτήρα της διάσωσης και διάδοσης της συλλογικής μνήμης, όπως ακριβώς συμβαίνει με την Εθνική Πινακοθήκη, το Εθνικό Θέατρο, την Εθνική Λυρική Σκηνή, την Εθνική Βιβλιοθήκη, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης κ.λπ. Όμως η Ε.Ρ.Τ. δεν είναι ένας οποιοσδήποτε δημόσιος πολιτιστικός οργανισμός, πόσο μάλλον Δ.Ε.Κ.Ο. Η θεμελιώδης διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι, σε σύγκριση με τους άλλους εθνικούς φορείς, η Ε.Ρ.Τ. βρίσκεται να μονοπωλεί, όσον αφορά τον πολιτισμό, τη διαμεσολαβητική σχέση της τηλεόρασης με το κοινό, αφού στα ιδιωτικά κανάλια, τις σπάνιες φορές που γίνεται ευδιάκριτος, ο πολιτισμός ταυτίζεται με δράσεις σωματείων και ιδρυμάτων που ανήκουν στον όμιλο του καναλάρχη. Συνεπώς, οφείλουμε με την Ε.Ρ.Τ. να είμαστε απαιτητικότεροι, αυστηρότεροι και να περιμένουμε μεγαλύτερη τόλμη.

Ιδεολογικό συνονθύλευμα χωρίς αιχμή και στίγμα
Το γεγονός ότι η ιδιωτική τηλεόραση εκφράζει όλο το άθλιο και κακόγουστο σκουπιδολόι δεν καθιστά αυτομάτως την Ε.Ρ.Τ. καλύτερη ή τουλάχιστον δεν της εξασφαλίζει εχέγγυα ποιότητας. Η βασικότερη αδυναμία της πολιτιστικής Ε.Ρ.Τ. βρισκόταν στο ότι, παρά τις επιμέρους καλές εκπομπές της, τη χαρακτήριζε μια διαλυτική ιδεολογική ετερογένεια χωρίς στίγμα, καθώς συνυπήρχαν στο εσωτερικό της όχι απλώς ανομοιογενή προγράμματα αλλά μια «αισθητική» των δημοσίων σχέσεων με μια «ποιοτική» σοβαροφάνεια που δεν ερέθιζε, δεν εξέπληττε, δεν ξεσήκωνε, δεν ενθουσίαζε, δεν προκαλούσε ούτε καν ερμήνευε. Αντιθέτως, το πρόγραμμά της, από συνολική σκοπιά ιδωμένο, δεν κατόρθωσε ποτέ να αποτελέσει μια συνολική πρόταση πολιτισμού. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, η «ποιοτική» Ε.Ρ.Τ. ήταν πάντα ένα συνονθύλευμα χωρίς αιχμή και άποψη, όπου το Αρχονταρίκι συνυπήρχε με το Παρασκήνιο, οι στρατιωτικές παρελάσεις με τα σοβαρά ντοκιμαντέρ, η Γιουροβίζιον με τον Γιώργο Μυλωνά και τη Δόμνα Σαμίου, το Στην Υγειά μας με το Ριμέικ και το Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα, τα Προσωπικά της Έλενας Κατρίτση με τα Βιβλία στο κουτί, η Τόλμη και γοητεία με τον Πύργο του Ντάουντον, η Βίκυ Φλέσσα και η Μπήλιω Τσουκαλά με τον Εξάντα και τη Μηχανή του χρόνου, οι Βοσκοί του Παπατάκη με τον Παπαφλέσσα του Τζέιμς Πάρις.
Το μείγμα πάντα έβγαζε ισχυρές δόσεις παράδοσης, θρησκείας, ελληνοκεντρικής αυταρέσκειας, εθνικής αρετής και τόλμης. Η Ε.Ρ.Τ. σπανίως, στις πολιτιστικές της εκπομπές, αναμετριόταν με το παρόν. Η αντίληψή της για την κουλτούρα έβαζε τον πολιτισμό σε θέση μουσειακού εκθέματος, μετατρέποντας την «ποιότητα» σε νεκρό γράμμα, καθώς συχνά συνοδευόταν από ακαδημαϊσμό και προκαλούσε ανία και βαθιά χασμουρητά, θυμίζοντας τη σχολική αντίληψη περί πολιτισμού. Η Ε.Ρ.Τ. δεν δημιούργησε το κοινό της ούτε διαμόρφωσε γούστο. Παρήγαγε συχνά μια εγκυκλοπαιδική κουλτούρα εκπαιδευτικής τηλεόρασης, όπου η ποιότητα ταυτιζόταν με τη σοβαροφάνεια και απ’ όπου εξέλιπε η αμεσότητα και η επικοινωνιακότητα. Παρότι έμεινε σχετικά αμόλυντη από την κουλτούρα του λάιφσταϊλ, υπήρξε εξίσου εχθρική απέναντι λ.χ. σε όλες τις ζωντανές και καλόγουστες εκδοχές του ποπ. Οι ποιοτικές εκπομπές, παρά την αναμφισβήτητη αξιοσύνη των συντελεστών τους και τη συνεισφορά τους στον πολιτισμό, αποτέλεσαν εντέλει το άλλοθι που μπορούσε να σκεπάζει συντηρητικές δομές δεκαετιών, που ακουμπούσαν τους ιδρυτικούς στόχους της τηλεόρασης της επταετίας (1967-1974). Το τηλεοπτικό κιτς που εγκαινίασε η χούντα διαχύθηκε ως περιεχόμενο στα ιδιωτικά κανάλια και διατηρήθηκε ως δομή στην Ε.Ρ.Τ. Οι όποιες, αρκετές και σοβαρές, ανανεωτικές απόπειρες, όπου δεν πνίγονταν, φιλτράρονταν στην ανέγγιχτη από τις κυβερνήσεις γραφειοκρατική κρησάρα.

Πέρα από την πολιτική της ντουντούκας
Και ο Σαμαράς τι καταλαβαίνει απ’ όλα αυτά; Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι δεν είναι τώρα η ώρα για μια συνολικότερη και συστηματικότερη κριτική των κακώς κειμένων της Ε.Ρ.Τ. Δεν συμφωνώ. Από την ποιότητα και τις επεξεργασίες που θα περιέχει ο υπερασπιστικός λόγος της Ε.Ρ.Τ. ως δημόσιου αγαθού θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η αντοχή του κινήματος υποστήριξής της. Κατά τ’ άλλα, ο Σίμος Κεδίκογλου, ως πολιτικός προϊστάμενος, αποτελεί ο ίδιος, με το κίτρινο βιογραφικό του, εγγύηση για τις κατευθύνσεις που θα έχει το όποιο νέο σχήμα θα εισηγηθεί η κυβέρνηση Σαμαρά. Ο ίδιος συμβολίζει την παραδοσιακή υποκρισία της λαϊκής Δεξιάς, που δεν μπορεί να σταθεί άξια κληρονόμος ούτε των καλών στιγμών της συντηρητικής ή φιλελεύθερης αντίληψης για τον πολιτισμό.
Η δεδηλωμένη πρωθυπουργική πρόθεση για επαναλειτουργία της Ε.Ρ.Τ. με νέους όρους και προφανώς με νέο περιεχόμενο, επιβάλλει μεγαλύτερη ετοιμότητα θέσεων και αναλύσεων από αυτή που μέχρι σήμερα έχουν επιδείξει όλοι οι κομματικοί φορείς. Πέρα από το άμεσο της ανάγκης να μείνει ανοιχτή η Ε.Ρ.Τ., υπάρχει και το μακροπρόθεσμο ερώτημα που θα γίνει επείγον: Ποια δημόσια τηλεόραση θέλουμε, για ποιους πολίτες; Οι δυνατότητες διοχέτευσης του πολιτισμού στη δημόσια σφαίρα μέσω της Ε.Ρ.Τ. είναι μοναδικές, αλλά προϋποθέτουν σκέψη, όραμα, τόλμη και ευαισθησία.

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Τι να πεις στον Κεδίκογλου για το Τρίτο;

του Γιαννη Αλμπανη...
Έχει γραφεί ότι όταν στα 1848 τα αυτοκρατορικά στρατεύματα είχαν περικυκλώσει την επαναστατημένη Βιέννη, ο Μπακούνιν πρότεινε στους επαναστάτες να πάρουν τα έργα τέχνης από τα παλάτια και τα μουσεία, και να τα τοποθετήσουν μπροστά στα οδοφράγματα, ούτως ώστε οι στρατιώτες να μην ανοίξουν πυρ. Δεν ξέρω αν είναι αληθινή η ιστορία, εντούτοις, απηχεί μια αλήθεια.

trito

Το ότι δηλαδή υπήρξε μια εποχή στην Ευρώπη, κατά τη διάρκεια αυτού του μεγάλου ευρωπαϊκού 19ου αιώνα, όπου ο σεβασμός στην τέχνη και την κουλτούρα υπήρξε τόσο μεγάλος και τόσο αυτονόητος, ώστε ακούγεται αληθοφανής η υποτιθέμενη πεποίθηση του αναρχικού επαναστάτη Μπακούνιν ότι τα αυτοκρατορικά αντεπαναστατικά στρατεύματα δεν θα μπορούσαν να βάλουν κατά των έργων, αυτά τα ίδια στρατεύματα που θα έσφαζαν τους εξεγερμένους, αν έμπαιναν στην πόλη. Μια ορισμένη αντίληψη για την πνευματική καλλιέργεια και την καλλιτεχνική δημιουργία έμοιαζε κοινή για τους μορφωμένους Ευρωπαίους της εποχής, ακόμα αν ανήκαν σε αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα, ακόμα και αν οι ιδεολογικές τοποθετήσεις τους τούς οδηγούσαν στην αλληλοσφαγή.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα άλλαξαν βέβαια πολλά. Στον 20ο αιώνα είδαμε ότι η Ευρώπη καλλιεργεί μέσα της ένα τέρας που μπορεί να κάψει ανθρώπους και βιβλία, που μπορεί να εξοντώσει καλλιτέχνες και να καταστρέψει τα έργα τους. Ωστόσο, μετά το τέλος του δεύτερου Μεγάλου Πολέμου, η γενική πεποίθηση, και στα δύο μπλοκ που σχηματίστηκαν, ήταν όχι μόνο πως η προστασία των Τεχνών αποτελεί μέρος των θεμελιωδών αξιών που πρέπει να ενστερνίζονται οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά και ότι συνιστά υποχρέωση του κράτους να τις προάγει. Μάλιστα, στον μεταπολεμικό κόσμο, η προστασία και προαγωγή των Τεχνών συνδέθηκε αναπόφευκτα με την έκρηξη των ΜΜΕ και της μαζικοποίησης της εκπαίδευσης. Οι υψηλές τέχνες έπρεπε να γίνουν κτήμα όλων ή τουλάχιστον όσο το δυνατό περισσότερων. Γι’ αυτό και παντού στην Ευρώπη ιδρύθηκαν ΜΜΕ (ραδιόφωνα και τηλεοράσεις) που βασικό τους σκοπό δεν είχαν τόσο την πολιτική προπαγάνδα, όσο την πνευματική καλλιέργεια του μεγάλου κοινού.
Ο μπαμπάς μου υπήρξε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς αυτή η δημόσια παρέμβαση στην οποία αναφέρθηκα, μπόρεσε όντως να αλλάξει με θετικό τρόπο τους ανθρώπους και να προαγάγει τις Τέχνες. Πιτσιρικάς, τον πήρανε μαθητευόμενο σε ένα τυπογραφείο. Εκεί, οι τυπογράφοι, μάγκες τεχνίτες και λίγο διανοούμενοι ταυτόχρονα, ακούγανε Τρίτο Πρόγραμμα. Επειδή ο μπαμπάς μάλλον τους είχε σε μεγάλη εκτίμηση τους τυπογράφους και σιγά-σιγά τού έγινε οικεία η μουσική που κυριαρχούσε στη δουλειά, συνέχισε να την ακούει και όταν άλλαξε επάγγελμα. Για πενήντα χρόνια (μισό αιώνα…) άκουγε κάθε μέρα Τρίτο. Επειδή κατά κύριο λόγο άνοιγε ραδιόφωνο κυρίως στη δουλειά και δούλευε πολύ, μπορώ να κάνω τον πολλαπλασιασμό 50Χ300Χ8, και να φτάσω στο συμπέρασμα ότι ο μπαμπάς μου στο πέρασμα του από τη ζωή άκουσε 120.000 ώρες Τρίτου Προγράμματος. Αυτή η υπαρξιακή σχέση με το Τρίτο άλλαξε τον ίδιο, που δεν είχε κανένα ανάλογο backround, και πέρασε και σε μένα. Δεν είναι μόνο ότι, όπως ακριβώς ο μπαμπάς μου, ακούω στη δουλειά Τρίτο Πρόγραμμα –αλλά και στο σπίτι, τα ήσυχα καλοκαιρινά απογεύματα που δεν έχουμε συνεδριάσεις… Είναι και το ότι από πολύ μικρός υιοθέτησα την πεποίθηση ότι γενικά είναι πολύ σημαντικό να προσπαθείς συνεχώς να καλλιεργείσαι, καθώς και, ειδικά, ότι η καλή μουσική είναι η λεγόμενη κλασική. Πεποίθηση που μένει ακλόνητη στο πέρασμα του χρόνου, γιατί δεν σχετίζεται με κάποιο «κήρυγμα» των γονιών (που θα μπορούσε να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα), αλλά με την ίδια την παρουσία της μουσικής στη ζωή σου. Πεποίθηση που συνδέεται στη συνέχεια τόσο αδιάρρηκτα με τις πολιτικές αντιλήψεις σου, που δεν μπορείς να θυμηθείς πότε ακριβώς έφτασες στο συμπέρασμα ότι η Αριστερά δεν είναι μόνο η παράταξη των εργαζομένων αλλά και των καλλιτεχνών, ότι κομμουνισμό δεν θα έχουμε μόνο όταν θα βρίσκουν όλοι ψωμί, αλλά και όταν όλοι θα πηγαίνουν στην όπερα.
Τώρα στο 90,9  δεν παίζει τίποτα . Και μού φαίνεται τόσο δύσκολο να επιχειρηματολογήσει κανείς για ποιο λόγο πρέπει στο 90,9 και το 95,6 να παίζει Τρίτο. Πώς μπορείς να εξηγήσεις σε ανθρώπους σαν τον Κεδίκογλου, τον Φαήλο και τον Σαμαρά ότι ο Μάρκος Μωυσίδης πρέπει οπωσδήποτε να ακούγεται στα ερτζιανά, γιατί στην εκπομπή του μαθαίνεις μουσική, γιατί από αυτόν άκουσες πρώτη φορά το Stabat Mater του Περγκολέζι, γιατί είναι σημαντικό για τη ζωή σου να ξέρεις το Stabat Mater είτε σού αρέσει είτε όχι, καθώς και γιατί ο Μωυσίδης δεν υπάρχει περίπτωση να παίξει ποτέ σε κανένα άλλο ραδιόφωνο; Πώς μπορείς να εξηγήσεις στον Κεδίκογλου ότι η εισαγωγή από τον Χρυσό του Ρήνου είναι ένα διαρκές κάλεσμα για να στρέψουμε το βλέμμα μας σε πιο μακρινούς ορίζοντες, και αυτό το κάλεσμα πρέπει να το ακούσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι; Πώς μπορείς να εξηγήσεις σε αυτόν τον απολίτιστο ακαλλιέργητο εσμό που μας κυβερνάει, ότι χρειαζόμαστε τις ορχήστρες και τους μουσικούς, γιατί η μεγάλη μουσική (για να θυμηθούμε το Όλα τα Πρωινά του Κόσμου) καταπραΰνει το υπαρξιακό άγχος που απορρέει από τη συνείδηση της θνητότητάς μας;
Η απάντηση είναι ότι σε ανθρώπους σαν τον Κεδίκογλου, τον Φαήλο και τον Σαμαρά δεν μπορείς να εξηγήσεις για ποιο λόγο χρειαζόμαστε το Τρίτο ούτε για ποιο λόγο χρειαζόμαστε την ΕΡΤ. Δεν διαθέτουν ούτε το ενδιαφέρον ούτε την ευαισθησία για να καταλάβουν. Δεν διαθέτουν αυτήν την κοινή παιδεία που ένωνε τους επαναστάτες και τους αντεπαναστάτες στη Βιέννη του 1848. Δεν διαθέτουν την έγνοια του πώς θα επιβιώσει ο πολιτισμός, πώς θα επιβιώσει η κοινωνία. Δεν μπορείς να τους εξηγήσεις. Πρέπει να τους διώξεις.
Γιάννης Αλμπάνης
Η αφίσα είναι του Δημήτρη Αρβανίτη

Το δακρυσμένο βλέμμα της βιολονίστριας...

Кроткая...
BMv64FgCIAInwdl
Νιλς Χόλγκερσον, Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος, Παρασκήνιο, Θέατρο της Δευτέρας, Κινηματογραφική Λέσχη,
Φρουτοπία, Ντενεκεδούπολη, Τρίτο Πρόγραμμα, Λιλιπούπολη, Αγώνες Κέρκυρας, Γιάννης και Μαρία, Αστροφεγγιά, Μινόρε της αυγής, Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα, Εξάντας, Εκείνος κι εκείνος, Λωξάντρα, Μαντάμ Σουσού, Ο Παραμυθάς, Το καπλάνι της βιτρίνας, Ο κήπος με τ’αγάλματα, Ο θησαυρός της Βαγίας, Μάγια η Μέλισσα 


και πόσα ξεχνάω
στέκονται απέναντι σε κάτι θλιβερά ανθρωπάκια που το μεγάλο τους επίτευμα ειναι μια θεσούλα στην κριτική επιτροπή του ιλουστρασιόν τίποτα, κάτι μηδενικά που αποτελούν την επιτομή της άγνοιας, της αμορφωσιάς και του πάτου. Τα μηδενικά που πατρονάριζαν τόσα χρόνια τα κατακάθια και το σκουπιδομάνι που λειτούργησε σα γλυκό, εθιστικό ναρκωτικό. Όσο υπήρχε η επίφαση της ευμάρειας. Τώρα που πια δεν πιάνει, επιστρατεύτηκε η τρομοκρατία και ο φόβος. Αλλά κι αυτά μετρημένες μέρες έχουν.
Ακόμα κι αν είχαμε την παραμικρή αμφιβολία, οι αποψινές στιγμές στην Αγία Παρασκευή ανέδειξαν ακριβώς την ουσία αυτής της μάχης. Πολιτισμός, συγκίνηση και ομορφιά. Σκέτα, ατόφια, μεγάλα μες την απλότητά τους. Τα δακρυσμένα μάτια της βιολονίστριας είναι το όπλο μας.
BMwBSlKCMAAEM3A
Η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση ανήκει σε όλους μας. Κι αυτές τις μέρες ανθίζει. Βρίσκει την ευκαρία επιτέλους να συνδιαμορφωθεί πειραματικά απατρονάριστη, κηδεμονευόμενη απλά από τις ιδέες, την εμπνευση και τη δημιουργικότητα των ανθρώπων. Των ανθρώπων που έσπευσαν να την υπερασπιστούν, κι ας μην την είχαν δίπλα τους όταν τη χρειάστηκαν, γιατί απλά τότε δεν ήταν ανοιχτή και ανεξάρτητη. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έτρεξαν να την υπερασπιστούν ανταποδωτικά, ούτε επειδή τη θεώρησαν ποτέ ιδανική. Τα ξέρουν τα προβλήματά της. Κι έχουν κι απάντηση σε αυτά. Την έδωσαν τις προάλλες που τραγουδούσαν Άσιμο στο προαύλιο ή χτες το βράδυ που χόρευαν Πιατσόλα.
BMwSwWSCYAAW49U
Τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση την στηρίζουμε και την αγαπάμε, γιατί σε αυτή τη συγκυρία, στο πρόσωπό της βάλλεται ο δημόσιος χαρακτήρας των κοινωνικών αγαθών. Αυτοί πουλάνε και τα πτώματά μας, όπως την υγεία, την εκπαίδευση, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, τις θάλασσες και τα βουνά, τα μνημεία και την ιστορία. Αφού πρώτα τα εξευτέλισαν με τον πιο χυδαίο και αμοραλιστικό τρόπο, μακιαβελικότεροι κι απ’τον Μακιαβέλι, κατηγορούν για την κατάντια αυτούς που την υπέστησαν. Και ξεπουλάνε.
BMwEs0wCIAAJaiZ
Ο κόσμος που κλείνει τη Μεσογείων και τη Λεωφόρο Στρατού, όμως, ακούγοντας Μότσαρτ, ο κόσμος που μετέτρεψε το προαύλιο τις ΕΡΤ σε μιλόνγκα, δηλωνει απλά πως δεν δέχεται το πραξικόπημα των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, πως απαιτεί τα κοινωνικά αγαθά να είναι δημόσια (και όχι κρατικά), πως ο πολιτισμός του, οι αναμνήσεις του και η ζωή του, του ανήκουν. Και δεν τα διαπραγματεύεται.
BMwUrI4CEAI4fWN
Το στοίχημα της ΕΡΤ δεν είναι οι θέσεις εργασίας και τα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων. Είναι και αυτά. Αλλά είναι κάτι παραπάνω. Είναι η υγεία, η εκπαίδευση, ο πολιτισμός, οι μεταφορές, το νερό. Είναι η λαϊκή βούληση, η πραγματική δημοκρατία.
Είναι η ζωή μας, που μπορούμε να την ορίζουμε. Είναι ο κόσμος μας που μπορεί να ανατείλει, αν πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας.
Είναι το δακρυσμένο βλέμμα της βιολονίστριας.


Πολύ καλύτερα τα είπαν ο Silent και το Πορτατίφ.

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Η κουλτούρα του τρόμου...


Λαμπρος Τσουκνίδας, απο την Αυγη...
Η είδηση μεταδόθηκε πριν το λουκέτο στην ΕΡΤ: το 56% των Αμερικανών απάντησε στην έρευνα του ινστιτούτου Pew για τη Washington Post ότι το ομοσπονδιακό πρόγραμμα παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών που αποκαλύφθηκε την περασμένη εβδομάδα, παρά την παραβίαση της ιδιωτικής σφαίρας των ανθρώπων, αποτελεί αποδεκτό μέσο έρευνας για την "τρομοκρατική" απειλή. Εύλογο αν αναλογιστούμε τι βλέπουν οι Αμερικανοί: ό,τι μεταδίδουν και τα ελληνικά ιδιωτικά κανάλια. Με διαφορετικό τίτλο και διαφορετικούς ηθοποιούς, όλοι προβάλλουν ένα μείγμα παράνοιας, βίας και αίματος που αποκαλύπτει στον τρομαγμένο τηλεθεατή ότι όλα τον απειλούν "εκεί έξω" (από το σαλόνι του) αν τολμήσει να κινηθεί, να ερωτευθεί, να πλησιάσει οποιονδήποτε "διαφορετικό", πόσο μάλλον αν διανοηθεί να... μπλέξει με τα κοινά.
Ο "μεγάλος αδελφός" του Prism δεν έφτασε ξαφνικά ούτε ήρθε μόνος του. Προηγήθηκε μια συστηματική πλύση εγκεφάλου από την αγοραία ιδιωτική τηλεόραση με μοναδικό στόχο, που φαίνεται να επιτεύχθηκε, να ενσταλάξει τον φόβο στο βαθύτερο είναι τού μέσου πολίτη. Αυτό είναι το ραδιοτηλεοπτικό μοντέλο εισήγαγε και εδώ η "ελεύθερη τηλεόραση", εξοβελίζοντας τον πολιτισμό με -δυστυχώς, είναι αλήθεια- ικανοποιητική τηλεθέαση, αυτήν ακριβώς που επικαλείται ο κάθε Σίμος Κεδίκογλου για να δικαιολογήσει το κλείσιμο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Ο φόβος πουλάει. Και παραλύει...
Με όλα τα στραβά που της φόρτωναν οι κυβερνητικές διοικήσεις, η ΕΡΤ λειτουργούσε στον αντίποδα αυτού του μοντέλου. Πρώτα απ' όλα με τα ντοκιμαντέρ της, που αναδείκνυαν τις επιπτώσεις του νεοφιλελευθερισμού στο περιβάλλον, τη γεωργία, την οικονομία, την κοινωνία σε όλο τον πλανήτη. Αλλά δεν ήταν μόνον αυτά. Ήταν και οι συμπαραγωγές της σε ταινίες παγκόσμιου καλλιτεχνικού βεληνεκούς. Η ΕΡΤ, ως τηλεόραση και ραδιόφωνο, ήταν ο μόνος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός που έδινε φωνή στην τέχνη που αντιστεκόταν -ως τέχνη, όχι στεγνά πολιτικά- στον φόβο και τον ευτελισμό που προωθούν τα ιδιωτικά κανάλια. Έδινε φωνή στην τέχνη που αναδεικνύει την αξία της ζωής, είτε μιλάμε για εικαστικά, είτε μιλάμε για τζαζ, είτε μιλάμε για παράδοση, είτε για λογοτεχνίες του κόσμου. Ιδίως το ραδιόφωνο, και δεν μιλάμε μόνον για το Τρίτο Πρόγραμμα, λειτούργησε ως σχολείο πολιτισμού για ολόκληρες γενιές. Αυτές οι παραγωγές αποτέλεσαν μια όαση ζωής στο βασίλειο της παράνοιας, του τρόμου και του θανάτου που εξαπλώνεται καθημερινά σαν καρκίνος από τις ιδιωτικές συχνότητες.
Το βίαιο "λουκέτο" που επιφύλαξε στην ΕΡΤ η τρικομματική κυβέρνηση -ο "ξαφνικός θάνατος" φάνηκε πως ήταν αρκούντως προσχεδιασμένος- αφυδατώνει ακριβώς αυτό το άλλο πολιτισμικό πρότυπο που, σε τελική ανάλυση, είναι κάτι παραπάνω: είναι η διαφορετική προσέγγιση της ζωής που η κυβέρνηση Σαμαρά θέλει να σβήσει στο όνομα μιας "χαμηλής τηλεθέασης" που επιδίωξε με κάθε τρόπο. Και όμως, αυτή η διαφορετική προσέγγιση είναι το ζητούμενο κάθε δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, πόσο μάλλον που αποτελεί προαπαιτούμενο για τη διαμόρφωση πολιτών που δεν θα δεχτούν ως αυτονότητη την παραβίαση της ιδιωτικότητας στο όνομα καμιάς ασφάλειας, πολιτών με κριτική σκέψη. Το πόσο συνδέεται ο εξοβελισμός του πολιτισμού με την επιβολή της κουλτούρας του "μεγάλου αδελφού", οι δύσπιστοι μπορούν να το αντιληφθούν ρίχνοντας μια ματιά στις δεξιές "δεξαμενές σκέψης", και εδώ στην Ελλάδα, οι οποίες έσπευσαν από την πρώτη στιγμή να υπερασπιστούν την παρακολούθηση όλων μας από τις κάθε είδους μυστικές υπηρεσίες και τα χρυσοφόρα -για να μην ξεχνιόμαστε- προγράμματά τους που, αποδίδουν δισεκατομμύρια στους κατόχους τους...

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Πλιάτσικο με ΕΣΠΑ...

Μία ομάδα μουσικοχορευτικών δρώμενων επιχορηγείται με 329.000 ευρώ από τη γενική γραμματεία Πολιτισμού. Η δράση της ομάδας Ηχόδραμα εντάσσεται στο ΕΣΠΑ Περιφέρειας Αττικής για το έργο «Βελτίωση πολιτιστικών υπηρεσιών στην Αττική και προβολή του σύγχρονου πολιτισμού μέσω παραγωγής, προβολής και παρουσίασης χοροθεατρικών και μουσικοχορευτικών παραστάσεων εμπνευσμένων από την ελληνική ιστορία και παράδοση και παρουσιαζόμενων με σύγχρονα μέσα,
καθώς επίσης και μέσω διοργάνωσης σεμιναρίων σύγχρονου χορού».
Το σκεπτικό για το έργο το αντιγράφω από τη δημοσιευμένη απόφαση της γεν. γραμματείας Πολιτισμού στον κόμβο Διαύγεια. Η απόφαση, με ημερομηνία 2 Μαΐου 2013, φέρει την υπογραφή της γεν. γραμματέως Λίνας Μενδώνη.
Ποια είναι η ομάδα Ηχόδραμα; Στον ιστότοπό της αναφέρεται ότι ιδρύθηκε το 2006 και μέχρι σήμερα έχει παρουσιάσει τέσσερις παραγωγές, εκ των οποίων η τελευταία, το χορόδραμα The Cave, παρουσιάζεται αυτές τις μέρες στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Τι κάνει τη συγκεκριμένη ομάδα τόσο σημαντική, ώστε να επιχορηγηθεί με 329 χιλ. ευρώ; Κανείς από τους ανθρώπους του χορού που ρωτήσαμε δεν γνωρίζει κάτι γι’ αυτή την καλλιτεχνική εταιρεία.
Από το δημοσιευμένο υλικό στον ιστότοπο προκύπτει ότι στην τελευταία παραγωγή, τρία πρόσωπα με το επώνυμο Πισιμίση, οι κ. Φαίδρα, Δανιέλα και Γιάννης, είναι υπεύθυνα για τη δραματουργία, τη χορογραφία και τη μουσική, δηλαδή σχεδόν για όλα. Εικάζεται όθεν ότι η ομάδα είναι λίγο–πολύ οικογενειακή υπόθεση.
Είναι πολλά άραγε τα 329 χιλιάδες ευρώ; Εξωφρενικά πολλά. Για να αντιληφθούμε το ποσόν στο πλαίσιο των καλλιτεχνικών παραγωγών και των επιχορηγήσεων, ας δούμε τα εξής στοιχεία. Την περίοδο 2009-10, το σύνολο των επιχορηγήσεων του υπουργείου προς 23 ομάδες χορού ήταν 468 χιλ. ευρώ. Το 2011, σύμφωνα με τον ιστότοπο του υπουργείου, επιχορηγήθηκε μόνο το Σωματείο Ελλήνων Χορογράφων, με 60 χιλ. Το 2012 επιχορηγήθηκαν πάλι το Σωματείο με 50 χιλ. και το Κέντρο Ισιδώρας Ντάνκαν με 10 χιλ. ευρώ.
Στο θέατρο: Το 2012 η επιχορήγηση ήταν 2,015 εκατομμύρια ευρώ για 67 θιάσους με 89 παραγωγές. Τα παλαιότερα και πιο παραγωγικά σχήματα έλαβαν από 50 έως 95 χιλ. ευρώ. Οι περισσότεροι θίασοι αρκέστηκαν στις 20 χιλ. έκαστος. Η Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή επιχορηγήθηκε με 60.000. Σημειωτέον: Ολες οι επιχορηγήσεις εδόθησαν μεν με υπουργική απόφαση, αλλά κατόπιν ενδελεχούς έρευνας από γνωμοδοτική επιτροπή, που εξέδωσε αναλυτικό σκεπτικό.
Θυμίζουμε: Το Ηχόδραμα επιχορηγήθηκε με 329 χιλιάδες ευρώ. Αν δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτό το ποσόν, ας συνυπολογιστούν και αυτά: Ο προϋπολογισμός του εμβληματικού και γιγάντιου Διεθνούς Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου είναι περίπου 3 εκατ. ευρώ. Το δε καταξιωμένο και μοναδικό στη χώρα Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας έλαβε από το ΕΣΠΑ για τρία χρόνια περίπου 1 εκατ. ευρώ.
Γνωρίζουμε ότι η κρίση έχει πλήξει τον κόσμο του χορού και του θεάτρου, όπως και κάθε άλλο καλλιτεχνικό και επαγγελματικό χώρο. Στο Σπίτι του Ηθοποιού χορηγείται συσσίτιο σε ανέργους. Η ορχήστρα Καμεράτα βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης· το ιστορικό Ωδείο Αθηνών χαροπαλεύει. Τα διεθνή μουσικά φεστιβάλ Ναυπλίου και Αίγινας των Γ. Βακαρέλη και Ντόρας Μπακοπούλου εκλιπαρούν για στήριξη. Με ποιο κριτήριο η κυβέρνηση, με την υπογραφή της έμπειρης κ. Μενδώνη, επιχορηγεί μια άγνωστη ομάδα με το μυθικό για τα σημερινά δεδομένα ποσόν των 329.000;
Προφανώς οι χορηγοί γνωρίζουν κάτι που εμείς αγνοούμε· ίσως γοητεύτηκαν από την πρωτοτυπία και την ποιότητα των δρώμενων της ομάδας Ηχόδραμα. Μια επίσκεψη στα σχετικά βίντεο του ιστότοπου μπορεί να διαφωτίσει. Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική ηγεσία της γεν. γραμματείας Πολιτισμού οφείλει μια τεκμηριωμένη εξήγηση προς όλους τους χειμαζόμενους καλλιτέχνες, και προς τους δοκιμαζόμενους πολίτες. Με ποια κριτήρια μοιράζονται απλόχερα οι επιχορηγήσεις; Ποια είναι τα απαιτούμενα προσόντα για συμμετοχή στο πάρτι; Δεν ξέρω ποια είναι η απάντηση – αν υπάρχει απάντηση. Ισως υπάρχει. Πολύ φοβάμαι όμως ότι και αυτή η περίπτωση δείχνει ότι η διακυβέρνηση συνεχίζεται με την ίδια πελατειακή, ρουσφετολογική και αναξιοκρατική νοοτροπία, ακριβώς την ίδια που βούλιαξε τη χώρα. Τίποτε δεν άλλαξε. Ή, μάλλον, άλλαξε προς το πολύ χειρότερο, διότι τώρα οι Ελληνες υποφέρουν και στριμώχνονται. Την ίδια στιγμή, το γκουβέρνο συνεχίζει το πλιάτσικο επί ερειπίων.

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Η Φραουλίτσα και ο Γαργαντούας...

Γελωτοποιος...
E4B73492-FE0F-4514-B814-01C8CC106224
Ο Γαργαντούας είναι ο ήρωας ενός «μυθιστορήματος» του Ραμπελέ, εξόχως διασκεδαστικού και επίκαιρου –παρότι γράφτηκε πριν 500 χρόνια. Είναι ένας γίγαντας, ένας γιγάντιος γίγαντας, ένας αχόρταγος γίγαντας, ένας αδηφάγος γίγαντας.
Οι χωρικοί του φέρνουν ολόκληρα βόδια και γουρούνια, λαχανικά και φρούτα με το τσουβάλι, βαρέλια κρασί, τσουκάλια με φαΐ και ο Γαργαντούας τα καταβροχθίζει όλα, χωρίς ποτέ να χορταίνει.
Η Φραουλίτσα είναι η ηρωίδα ενός «κοριτσίστικου» κινούμενου σχεδίου. Είναι καλοκάγαθη και χαριτωμένη και ζει σε έναν γλυκό κόσμο φτιαγμένο από ζαχαρωτά. Τα μόνα προβλήματα που αντιμετωπίζει η γλυκιά Φραουλίτσα έχουν να κάνουν με τη μαρέγκα που δεν της πέτυχε ή με την τούρτα γενεθλίων του σκύλου της –«Ωχ, όχι! Μου τέλειωσε το παντεσπάνι!»
Στον κόσμο της Φραουλίτσας, όπως φάνηκε με το εγκληματικό περιστατικό στη Μανωλάδα, ζούνε και οι Έλληνες –καθώς και όλος ο δυτικός κόσμος, ας μην ιδιοποιούμαστε την υποκρισία.
Όλοι σοκαρίστηκαν και έσπευσαν να καταδικάσουν τους «δουλέμπορους του 21ου αιώνα». Όλα τα κόμματα, όλες οι εφημερίδες –ημεδαπές και αλλοδαπές, όλοι οι φραουλένιοι πολίτες που άξαφνα συνειδητοποίησαν ότι υπάρχουν κακοί άνθρωποι που εκμεταλλεύονται τον λαθροσυνάνθρωπο τους.
«Μποϋκοτάζ στις φράουλες του αίματος», φωνάζουν διαδικτυακά τα φραουλόπαιδα.
«Δε θα ξαναφάω ποτέ φράουλες με σαντιγί», διακηρύττει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Και αναρωτιέμαι: Είμαστε ηλίθιοι ή υποκριτές;
Ποιοι έχουν φτιάξει τα ρούχα και τα παπούτσια που φοράμε; Ο δισεκατομμυριούχος Ζάρας με τα χεράκια του ή χιλιάδες εξαθλιωμένοι εργάτες, εκεί μακριά στην Ασία;
Και τα «σκυλάδικα» παιχνίδια που αγοράζουμε στα παιδιά μας μήπως τα κατασκευάζουν χαρούμενοι εργαζόμενοι που δουλεύουν οκτάωρο και το απόγευμα πηγαίνουν στη μεζονέτα τους –στα προάστια του Χονγκ Κονγκ;
Τον υπολογιστή μας και το τόσο έξυπνο κινητό μας που τα έχουν συναρμολογήσει; Στην Ελβετία ή στο Λουξεμβούργο;
Και τα έπιπλα που αγοράζουμε γιατί είναι φτηνά; Επειδή οι Σουηδοί ρίχνουν το κόστος βάζοντας αλογίσιο κρέας στα κεφτεδάκια τους;
Ο καφές, τα πορτοκάλια Αργεντινής, ο βακαλάος Ειρηνικού είναι προϊόντα fair trade;
gargantua kutali
Ο πολιτισμός έχει κτιστεί πάνω στα σώματα σκλάβων. Αλλά οι σκλάβοι του σήμερα ζούνε πολύ μακριά για να μη μας χαλάνε τη φραουλένια μας διάθεση όταν αγοράζουμε το νέο ipad.
Και σαν τους καλοφαγάδες που ζητάνε από τον εστιάτορα να διώξει το ζητιάνο από την τζαμαρία του εστιατορίου, γιατί τον λυπούνται και δεν μπορούν να φάνε, έτσι κι εμείς δε θέλουμε να ξέρουμε για τους σκλάβους.
Ας πάνε στο Μπαγλαντές να πεθάνουν, γιατί πρέπει να εξοντώνονται στη Μανωλάδα;

Η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση μας, η οποία «καίγεται» για τα ανθρώπινα και εργασιακά δικαιώματα, καταδικάζει αυτού του είδους τις αποτρόπαιες εκδηλώσεις βίας, απ’ όπου κι αν προέρχονται, αρκεί βεβαίως να μην προέρχονται από τον Ελληνικό Χρυσό και την Ελντοράντο.
Ο Γαργαντούας, βλέπετε, πρέπει όχι μόνο να τραφεί, αλλά και να προστατευτεί από τα φραουλόπαιδα. Έτσι ρίχνουν πρώτο θέμα σε όλα τα κανάλια και τις εφημερίδες τα γαργαντουάκια και τα σκυλιά τους.
Και για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού έθνους όλοι συμφωνούν.

Την ίδια στιγμή οι ξένες εφημερίδες «εκφράζουν τον αποτροπιασμό τους», λες και στις ΗΠΑ οι Μεξικάνοι λαθρομετανάστες ζούνε το αμερικανικό όνειρο.
Λες και στην Ευρώπη η ελαστική εργασία, η μερική εργασία, η παράνομη εργασία, η κακοπληρωμένη εργασία και η ανεργία δεν είναι ο κανόνας.
Λες και οι χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ και οι χώρες του νυν μεσογειακού μπλοκ δεν μετατρέπονται σε στρατόπεδα εργασίας.
Λες και όλα αυτά δεν γίνονται για να τραφεί ο Γαργαντούας.

Δε θυμάμαι το τέλος του Γαργαντούα. Νομίζω –ή θέλω να πιστεύω- ότι πεθαίνει από το πολύ φαγητό. Ή μπορεί οι χωρικοί να σταματάνε να τον ταΐζουν και να πεθαίνει από ασιτία.
Σίγουρα πάντως, ο Γαργαντούας δε θα πάθει τίποτα αν δεν έχει να φάει φτηνές φράουλες -κι αυτό το ξέρει καλά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.

ΥΓ: Επειδή η ηλιθιότητα δεν είναι καθόλου σπάνια στις μέρες μας, θα πρέπει να κάνω τη διευκρίνιση ότι δεν αντιτίθεμαι στο μποϋκοτάζ.
Αν δεν έγινα σαφής με όσα έγραψα το λέω και με μια βιβλική φράση: Διυλίζουμε τις φράουλες και καταπίνουμε την κάμηλο.

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Ας κλείσουμε επιτέλους τα μάτια κι ας πληκτρολογήσουμε μια ευτυχισμένη εικόνα...

του Κωστα Κρεμμυδα απο την Εποχη...
Γι’ αυτό πυροβολείτε τους ποιητές / όπου τους βρίσκετε / είναι ικανοί να ταράξουν / τη γαλήνη του ύπνου σας
Κ.Κ.

Δε φα­ντα­ζό­μουν ό­τι στην Κο­μο­τη­νή, πα­ρό­τι και στο πα­ρελ­θόν έ­χω ζή­σει στην πό­λη α­νά­λο­γες ε­μπει­ρίες (χά­ρη στην Τζέ­νη Κα­τσα­ρή, τον συγ­γρα­φέα, με­τα­φρα­στή, συ­νερ­γά­τη του Μαν­δρα­γό­ρα Χρή­στο Χαρ­το­μα­τσί­δη και τον άλ­λο­τε δή­μαρ­χο της πό­λης Τά­σο Βα­βα­τσι­κλή), θα συ­να­ντού­σα τό­σο ο­λο­ζώ­ντα­νη πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή, πο­λύ­χρω­μη, πο­λύ­μορ­φη και γι’ αυ­τό μο­να­δι­κή ει­κό­να.

Αφορ­μή στά­θη­καν δυο βι­βλία των ποιη­τών Βλα­ντι­μίρ Μπο­για­ρί­νοβ και Μα­ξίμ Ζάμ­σε­β, προέ­δρου και α­ντι­προέ­δρου α­ντί­στοι­χα της Ένω­σης Ρώ­σων Συγ­γρα­φέων, και έ­να πα­λαιό­τε­ρο του Αζέ­ρου ποιη­τή Ελτσίν Ισγκε­ντερ­ζά­ντε, γεν­νη­μέ­νου στην πε­ριο­χή του Κα­ρα­μπάγ του Αζερ­μπαϊτζάν. Με πλή­θος ε­πι­στη­μο­νι­κών και λο­γο­τε­χνι­κών μο­νο­γρα­φιών στο ε­νερ­γη­τι­κό του, με­τα­φρα­σμέ­να στις γλώσ­σες των χω­ρών της Κοι­νο­πο­λι­τείας Ανε­ξαρ­τή­των Κρα­τών (της πρώην ΕΣ­ΣΔ), αλ­λά και με­τα­φρά­σεις ξέ­νων έρ­γων στην Αζερ­μπαϊζα­νο­τουρ­κι­κή.

Δεν εί­ναι τυ­πι­κή η α­να­φο­ρά μου σή­με­ρα, αλ­λά τι­μη­τι­κή υ­πο­χρέω­ση και πα­ρά­δειγ­μα μί­μη­σης στον δια­πο­λι­τι­σμι­κό χα­ρα­κτή­ρα που ε­δώ και χρό­νια κα­τα­κτά συ­στη­μα­τι­κά η Ρο­δό­πη μέ­σα α­πό τον α­γώ­να και την κοι­νή δρά­ση του πο­λύ­φω­νου πλη­θυ­σμια­κού δυ­να­μι­κού της πε­ριο­χής. Ο πλη­θυ­σμός της Κο­μο­τη­νής –ε­ξαι­ρε­τι­κά πο­λύ­γλωσ­σος για το μέ­γε­θός της– α­πο­τε­λεί­ται α­πό Έλλη­νες, α­πό­γο­νους προ­σφύ­γων α­πό τη Μι­κρά Ασία και την Ανα­το­λι­κή Θρά­κη, Έλλη­νες Μειο­νο­τι­κούς (Τουρ­κό­φω­νους, Πο­μά­κους και Αθίγ­γα­νους, κυ­ρίως Μου­σουλ­μά­νους στο θρή­σκευ­μα) και α­πο­γό­νους Αρμε­νίων προ­σφύ­γων. Οι Τσιγ­γά­νοι μέ­νουν στον Ήφαι­στο (πα­λιά ο­νο­μα­σία: Καλ­κάτ­ζα), βο­ρειο­δυ­τι­κά της πό­λης και στην πε­ριο­χή Αλάν Κου­γιού (Αλάν­κιοϊ) γνω­στό και ως «Τε­νε­κέ Μα­χα­λά» μέ­σα στην Κο­μο­τη­νή. Την δε­κα­ε­τία του 1990 ε­γκα­τα­στά­θη­καν και πα­λιν­νο­στού­ντες ο­μο­γε­νείς α­πό χώ­ρες της πρώην ΕΣ­ΣΔ (κυ­ρίως Γεωρ­γία, Αρμε­νία, Ρω­σία, Ου­κρα­νία και Κα­ζακ­στάν).

Κι ε­νώ α­πό τη μια πλευ­ρά που υ­πάρ­χουν οι δια­φο­ρε­τι­κές γλώσ­σες, κουλ­τού­ρες, πα­ρα­δό­σεις, προ­κύ­πτει ως α­νά­γκη η συ­νερ­γα­σία/συ­νύ­παρ­ξη/κοι­νή δρά­ση φο­ρέω­ν: το Δη­μο­κρί­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Θρά­κης, πο­λι­τι­κών (ο βου­λευ­τής του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ Ρο­δό­πης Αϊχάν Κα­ρά Γιου­σούφ), κοι­νω­νι­κών συλ­λό­γων (Πο­ντίων νο­μού Ρο­δό­πης), πο­λι­τι­στι­κών και καλ­λι­τε­χνι­κών ο­μά­δων (π.χ. η ο­μά­δα «Ανθρώ­πι­να», το πε­ριο­δι­κό insanca, και βέ­βαια η ε­φη­με­ρί­δα «Πα­ρα­τη­ρη­τής της Θρά­κης», με την πο­λύ­χρο­νη δυ­να­μι­κή πα­ρου­σία της Τζέ­νης Κα­τσα­ρή), αλ­λά και ι­διω­τών (ο φί­λος πρώην βου­λευ­τής του ΣΥΝ Μου­στα­φά Μου­στα­φά, η οι­κο­γέ­νεια του Κο­μο­τη­νέ­ου για­τρού και λο­γο­τέ­χνη Χα­σάν Αχμέ­τ, ο Ισί­δω­ρος Αμοι­ρί­δης, που γεν­νή­θη­κε και έ­ζη­σε μέ­χρι το 1992 στη Δη­μο­κρα­τία της Αρμε­νίας και εί­χε με τη Σου­ζά­να Γκιουρτ­ζί­δη την ευ­θύ­νη της ταυ­τό­χρο­νης με­τά­φρα­σης στη ρω­σι­κή), α­πό την άλ­λη, στα α­θη­ναϊκά κα­νά­λια και τις ει­δή­σεις προ­βάλ­λε­ται και καλ­λιερ­γεί­ται, κυ­ρίως εξ αι­τίας κυ­βερ­νη­τι­κών σχε­δια­σμών, η μι­σαλ­λο­δο­ξία και ο να­ζι­σμός. Ση­μά­δια εκ­πε­σμού ή α­πό­γνω­σης ε­νός συ­στή­μα­τος που πα­σχί­ζει έ­να­ντι ό­ποιου τι­μή­μα­τος να ε­πι­βιώ­σει; Επι­θα­νά­τιος ρόγ­χος ε­νός ε­πι­τέ­λους τέ­λους, ή με­θο­δι­κά λα­γού­μια των α­ρου­ραίων της ε­ξου­σίας που θα τα κα­τα­φέ­ρει και πά­λι να μας ε­γκλω­βί­σει;

Το Ιμα­ρέτ της Κο­μο­τη­νής (δηλ πτω­χο­κο­μείο στην τουρ­κι­κή) εί­ναι α­πό τα πα­λαιό­τε­ρα σω­ζό­με­να ο­θω­μα­νι­κά μνη­μεία της Ευ­ρώ­πης, α­πό τα αρ­χαιό­τε­ρα δείγ­μα­τα ο­θω­μα­νι­κής αρ­χι­τε­κτο­νι­κής στη Θρά­κη. Χρο­νο­λο­γεί­ται με­τα­ξύ των αρ­χών της δε­κα­ε­τίας του 1360 και του τέ­λους του 14ου αιώ­να και χτί­στη­κε α­πό τον Οθω­μα­νό κα­τα­κτη­τή Γα­ζή Αχμέτ Εβρε­νό, κο­ντά στα α­να­το­λι­κά τεί­χη του βυ­ζα­ντι­νού κά­στρου των Κου­μουτ­ζη­νών (βυ­ζα­ντι­νή ο­νο­μα­σία της πό­λης που στα τουρ­κι­κά λέ­γε­ται Γκιου­μουλτ­ζί­να). Το Ιμα­ρέτ α­πο­τε­λεί­ται α­πό τρεις χώ­ρους που δια­μορ­φώ­νουν στην κά­το­ψη το σχή­μα Τ (τύ­που ζα­βι­γέ) και εί­ναι κτι­σμέ­νο με τη βυ­ζα­ντι­νή τε­χνι­κή χρη­σι­μο­ποιώ­ντας πλιν­θο­πε­ρί­κλει­στη τοι­χο­δο­μία, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των πρώι­μων ο­θω­μα­νι­κών κτι­σμά­των. Στη νό­τια πλευ­ρά μά­λι­στα του κτί­σμα­τος έ­χει α­να­κα­λυ­φθεί ε­ντοι­χι­σμέ­νο μαρ­μά­ρι­νο γυ­ναι­κείο κε­φά­λι ρω­μαϊκών χρό­νων.

Κο­ντά και το Γε­νί Τζα­μί (1585) (τουρκ. Νέο Τέ­με­νος) και τον Πύρ­γο του Ωρο­λο­γίου (1884), ε­πί­σης ο­θω­μα­νι­κά κτί­σμα­τα, βρί­σκο­νται τα μα­γα­ζιά της μειο­νό­τη­τας: σι­δε­ρά­δι­κα, στρα­γα­λά­δι­κα (λε­μπλιε­μπλιά), κα­φε­πω­λεία με ι­διαί­τε­ρα χαρ­μά­νια τούρ­κι­κου κα­φέ και πα­ρα­δο­σια­κά γλυ­κά: μα­λε­μπί και σουτ­ζούκ λου­κού­μ, που θεω­ρεί­ται α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό το­πι­κό έ­δε­σμα και πα­ρα­σκευά­στη­κε για πρώ­τη φο­ρά α­πό τον Νε­ντίμ Με­μέτ σε έ­να λου­κου­μά­δι­κο της πό­λης. Άλλο­τε ε­βραϊκά μα­γα­ζιά μέ­χρι το ξε­κλή­ρι­σμα της ε­βραϊκής κοι­νό­τη­τας, κα­θώς του Ολο­καυ­τώ­μα­τος ε­πέ­ζη­σαν ο­κτώ ά­το­μα (!), με α­πο­τέ­λε­σμα το 1958 να δια­λυ­θεί η Ισρα­η­λί­τι­κη Κοι­νό­τη­τα λό­γω έλ­λει­ψης με­λών, και να κα­τε­δα­φι­στεί η Εβραϊκή συ­να­γω­γή το 1994, μο­λο­νό­τι δέ­κα χρό­νια πριν εί­χε κρι­θεί δια­τη­ρη­τέα!

Η ξε­νά­γη­ση θα συ­νε­χι­ζό­ταν για ώ­ρες α­πό τον ποιη­τή και συ­νερ­γά­τη του Μαν­δρα­γό­ρα Χά­ρη Μι­χα­λό­που­λο, κα­θη­γη­τή σή­με­ρα λα­τι­νι­κών στο Δη­μο­κρί­τειο, (α­π’ τον ο­ποίο έ­μα­θα και τη λέ­ξη βουλ­γο­ρο­γραμ­μέ­νος και το ρή­μα «βουλ­γα­ρο­γρά­φο­μαι»), αν δεν έ­φτα­νε η ώ­ρα της εκ­δή­λω­σης στην κα­τά­με­στη αί­θου­σα της Πε­ρι­φέ­ρειας.
Να ση­μειώ­σω, ε­πί­σης, την ξε­χω­ρι­στή α­παγ­γε­λία ποιη­μά­των στα ρω­σι­κά και ελ­λη­νι­κά (α­κού­στη­καν βε­βαίως και στα τουρ­κι­κά ποιή­μα­τα) α­πό τους φοι­τη­τές Βα­σί­λη Ανθι­μιά­δη, Ρα­φαέ­λα Για­πιτ­ζό­γλου, Αλί­σια Ντο­λέ­σο­βα, Ευ­θύ­μη Φι­λή­ντρα, Όλγα Αλε­ξέε­βα, Γρη­γό­ρη Πι­τσι­κά­κη, Ρα­φαέ­λα Κα­να­ρί­δη, Θω­μαή Χρι­στό­φα, Σπύ­ρο Κορ­για­λά Κα­ρύ­δα, Αλε­ξάν­δρα Τσια­μού­λη, Αθη­νά Τι­σκα­ρί­δου, Δή­μη­τρα Σπυ­ριά­δου και Μα­ρία Μπιλ­μπί­λη, του Τμή­μα­τος Φι­λο­λο­γίας και Πο­λι­τι­σμού Πα­ρευ­ξεί­νιων Χω­ρών του Δη­μο­κρί­τειου Πα­νε­πι­στη­μίου.

Βρι­σκό­μα­στε σε μια με­τα­βα­τι­κή κοι­νω­νι­κά, πο­λι­τι­κά, οι­κο­νο­μι­κά ε­πο­χή. Αυ­τό δεν μπο­ρεί πα­ρά να α­πο­τυ­πω­θεί στην τέ­χνη. Στην πε­ρί­πτω­ση των δύο ρώ­σων ποιη­τών, που έ­χουν πί­σω τους μια 20ε­τή ο­δυ­νη­ρή ε­μπει­ρία κα­τάρ­ρευ­σης, α­πο­τυ­πώ­νε­ται/ω­ρι­μά­ζει και γί­νε­ται έκ­δη­λο. Στην Ελλά­δα τώ­ρα ξε­κι­νά.
Η τέ­χνη άλ­λο­τε γί­νε­ται πα­ρα­κο­λού­θη­μα κι άλ­λο­τε πρω­το­πο­ρία. Μα­κά­ρι στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες να πρω­τα­γω­νι­στή­σει, ό­χι μό­νο για ν’ α­πο­τε­λέ­σει την κα­τα­φυ­γή, αλ­λά να δώ­σει και ώ­θη­ση στις α­να­γκαίες, και ή­δη κα­θυ­στε­ρη­μέ­νες, κοι­νω­νι­κές α­να­τρο­πές. Απ’ τη σκο­πιά αυ­τή τα δυο βι­βλία και η προ­σπά­θεια που ζή­σα­με στη δια­πο­λι­τι­σμι­κή Κο­μο­τη­νή, μας έ­δω­σαν ελ­πί­δα.

Για άλ­λη μια φο­ρά η τέ­χνη έ­δει­ξε το δρό­μο. Μα­κά­ρι κι οι πο­λι­τι­κοί να πά­ρουν το μή­νυ­μα.

Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Ο δρόμος σπάει τους φράχτες...

 Της Πέπης Ρηγοπούλου, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

Το καθημερινό. Το ιδιωτικό. Εν ανάγκη, το μύχιο. Ενας τρόπος να κάνεις κινηματογράφο, λογοτεχνία, θέατρο. Ή ένα άρθρο σε εφημερίδα. Υπάρχει η τάση να σνομπάρουμε τα μεγάλα θέματα. Κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά, πολιτισμικά. Να δηλώνουμε πως μας έχουν κουράσει και πως είναι καιρός να «καλλιεργήσουμε την αυλή μας». Η ιδέα με θέλγει και κάθε πρωί βγαίνω στην ταράτσα μου για να καλημερίσω την προσωπική μου αυλή, λίγες γλάστρες με αθάνατους, γεράνια, λίγα αρωματικά βότανα μέχρι και δυο λυμφατικά εσπεριδοειδή.
Μονάχα, να. Η αυλή μας μπάζει από παντού. Δεν ξέρεις ποιος άλλος χαροκαμένος από την κρίση θα σου μιλήσει για μια αδιέξοδη κατάσταση, στην οποία εννιά φορές στις δέκα δεν θα έχεις να του προσφέρεις παρά μόνο λίγα λόγια παρηγοριάς. Ο δρόμος, με άλλα λόγια, σπάει τους φράχτες, εισβάλλει ακάθεκτος στην αυλή και την κάνει γης Μαδιάμ.

Αυτή είναι και η διαφορά της Ελλάδας και σταδιακά και άλλων χωρών της Νότιας, κυρίως, Ευρώπης με τις υπόλοιπες κοινωνίες της ηπείρου μας. Για μας, τους Ευρωπαίους δεύτερης κατηγορίας -ή αν προτιμάτε ταχύτητας- η κρίση είναι ένα καθημερινό και μόνιμο, προσωπικό και συλλογικό δράμα. Για τους υπόλοιπους, αυτούς του Βορρά, είναι ακόμη μια έννοια, ένα φαινόμενο προς ανάλυση σε πίνακες με διαγράμματα οικονομικών εξελίξεων.

Μικρό παράδειγμα είναι αυτό που συμβαίνει με την αξία της γης. Στην Ελλάδα, στην Ισπανία, εκατομμύρια κατοικίες έχουν απαξιωθεί οικονομικά, μένουν απούλητες και καταλήγουν να είναι βάρος σε ανθρώπους που δεν έχουν έσοδα, αλλά πρέπει να πληρώνουν τον φόρο κατοικίας. Στη Γαλλία αντίθετα, η οποία ωστόσο νιώθει κιόλας την κρίση, οι τιμές των σπιτιών του Παρισιού είναι εξωφρενικές ενώ στην Αγγλία τα μισά σπίτια αγοράζονται πριν αποπερατωθούν.

Καμιά αμφιβολία ότι πρέπει όσο μπορούμε πιο πολύ να μιλάμε με την υπόλοιπη Ευρώπη. Οχι μόνο με όσους έχουν πειστεί πως η μοίρα θα είναι τελικά κοινή και άρα κοινή πρέπει να είναι και η αντίδρασή μας. Αλλά και με τους πολλούς που ακόμα ξορκίζουν την πραγματικότητα. Σε όσους, για παράδειγμα, ακούν αδιαμαρτύρητα τον κύριο Μόντι, πρώην και ίσως μέλλοντα πρωθυπουργό της Ιταλίας, να τους λέει απειλητικά ότι αν δεν υποκύψουν στη λιτότητα θα καταντήσουν σαν την Ελλάδα.

Ο πολιτισμός, το λησμονημένο βάθος της συλλογικής, πολύμορφης και πολυδιάστατης μνήμης, που μπορεί να ενώνει την κάθε μια κοινωνία χωριστά αλλά και τους λαούς μεταξύ τους, είναι ένας από τους δρόμους για να πετύχουμε αυτόν τον δύσκολο αλλά αναγκαίο ευρωπαϊκό διάλογο. Για να το κάνουμε θα πρέπει να αντιστρέψουμε τις ίδιες τις αρχές -αρχές μονομερώς οικονομικές και τεχνολογικές και συνεπώς στρεβλές- πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η Ευρωπαϊκή Ενωση. Να δεχτούμε ότι «όσο κι αν σπάσαμε τα αγάλματά τους», όπως έλεγε ο Καβάφης, «διόλου δεν πέθαναν γι” αυτό οι θεοί» της μνήμης και της δημιουργίας, απαραίτητοι για να θεμελιώσουν τις όποιες συλλογικές ταυτότητες.

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Να γεννιέσαι άνθρωπος και να πεθαίνεις «λαθραίος»...

Αξιοπρεπεια και Αντοχη...
Μόλις την περασμένη Τρίτη (11.12.12) ο ιστότοπος δημοσίευσε ένα μικρό αφιέρωμα σε σειρά ρεπορτάζ του Γιώργου Κουβαρά για τη μετανάστευση, στην παρουσίαση του οποίου αναφερόταν:
«Ο δημοσιογράφος επισκέπτεται κομβικά σημεία στο... ατέλειωτο ταξίδι των μεταναστών από την Ανατολή, το Νότο και τον Βορρά προς την Ευρώπη, καταγράφοντας τις συνθήκες παρακολούθησης των ανθρώπινων κυμάτων από τις εκάστοτε κρατικές αρχές, αλλά και τις προσωπικές ιστορίες των ατόμων που αναζητούν μια καλύτερη ζωή, επιλέγοντας ωστόσο έναν τρόπο που τους φέρνει τόσο κοντά με τον θάνατο»...

Χθες Κυριακή (16.12.12), διαβάσαμε στο tvxs.gr: «H σορός ενός ακόμη μετανάστη εντοπίστηκε την Κυριακή στις ακτές της Λέσβου, ενώ οι έρευνες συνεχίζονται, καθώς αγνοούνται ακόμη άλλα έξι άτομα, μεταξύ των οποίων και παιδιά. Η βάρκα στην οποία επέβαιναν ανατράπηκε το πρωί της Παρασκευής, με αποτέλεσμα μέχρι στιγμής να έχουν βρει τραγικό θάνατο 21 άτομα»…

Τα ελληνικά ΜΜΕ δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με το θέμα, πέραν των απλών αναγκαστικών αναφορών. Άλλωστε δεν ήταν και τίποτα ξένοι τουρίστες αυτοί που πνίγηκαν σε κάποια χαλαρωτική κρουαζιέρα. «Παράνομοι» ήταν. «Λαθρομετανάστες». Εντάξει, 1500 πνίγηκαν ή αγνοούνται στη Μεσόγειο μόνο από το 2011, για ακόμα 21 θα κάνουμε ντόρο; Κι άλλοι 61 τις προάλλες. Κι άλλοι 63 πέρυσι; Ε σιγά. Τόσοι περιμένουν ακόμα!

Τι σου είναι, όμως, ο «ανθρώπινος Πολιτισμός», ε; Να γεννιέσαι άνθρωπος στην «τριτοκοσμική» Ανατολή και να πεθαίνεις παράνομος, «λαθραίος», στην «ανεπτυγμένη» Δύση! Να σε εξαθλιώνουν, να σε βομβαρδίζουν, να σε ξεριζώνουν, να σε εξοντώνουν και να σε καταμετρούν! Κι αν είσαι τυχερός, αφού πνιγείς σε κανένα ποτάμι ή θάλασσα, να θαφτείς και σε κανένα μονόστηλο εφημερίδας ή τριτοτέταρτο (στην καλύτερη περίπτωση) ρεπορτάζ! Κι αυτό αν είσαι μπουλούκι μαζί με άλλους και δεν μπορούν να σε κρύψουν. Αν τυχόν χαθείς μονάχος, άσε μάνα, γυναίκα και παιδιά να περιμένουν νέα σου…
Σε παλαιότερο άρθρο και με διαφορετική αφορμή, ο ιστότοπος είχε θέσει το παρακάτω ερώτημα, το οποίο, όσο υφίσταται ο θάνατος των κατατρεγμένων ανθρώπων αλλά ταυτόχρονα και της βιασμένης δημοσιογραφίας, θα επαναλαμβάνεται συνεχώς…

«Ποιά ανθρώπινη ηθική και ποιά «δημοσιογραφική δεοντολογία» επιτάσσει τον προσδιορισμό μιας παράνομης πράξης ανάλογα με την εθνικότητα του θύτη ή του θύματος; Ποιό είδος ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλει τον προσδιορισμό «λαθρομετανάστης/αλλοδαπός/μετανάστης» αναλόγως με την συναισθηματική φόρτιση που προκαλεί (ή επιδιώκεται να προκαλέσει;) το εκάστοτε περιστατικό; Κι αν ο ρατσισμός είναι θέμα παιδείας και ενημέρωσης, η σκατοψυχία τίνος θέμα είναι;;;»...

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Νανι Μπαλεστρινι: Σύ­ντο­μα ο κα­πι­τα­λι­σμός θα κα­ταρ­ρεύ­σει...

Τη συ­νέ­ντευ­ξη πή­ρε ο Θω­μάς Τσα­λα­πά­της για το Humba! μεσω της Εποχης...

Ο Νά­νι Μπα­λε­στρί­νι εί­ναι έ­νας α­πό τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους ι­τα­λούς λο­γο­τέ­χνες. Υπήρ­ξε ι­δρυ­τι­κό μέ­λος της ορ­γά­νω­σης «Εργα­τι­κή Εξου­σία» (Potere Operaio) και συμ­με­τεί­χε στο κί­νη­μα της ερ­γα­τι­κής αυ­το­νο­μίας.
Ο Μπα­λε­στρί­νι α­φη­γή­θη­κε τη συλ­λο­γι­κή ε­μπει­ρία του ι­τα­λι­κού κι­νή­μα­τος α­πό τη γέν­νη­σή του το 1968, την κλι­μά­κω­ση του το 1977 και την πτώ­ση του στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 80 στα δύο θρυ­λι­κά πλέ­ον μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του «Τα θέ­λου­με ό­λα» και «Οι αό­ρα­τοι». Το 1979, κα­τη­γο­ρή­θη­κε, μα­ζί με πολ­λά άλ­λα μέ­λη της αυ­το­νο­μίας, για συμ­με­το­χή σε τρο­μο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση και διέ­φυ­γε κά­νο­ντας σκι μέ­σω των Άλπεων στην Γαλ­λία. Το 1984 τε­λι­κά α­θωώ­θη­κε. Ο Νά­νι Μπα­λε­στρί­νι βρέ­θη­κε πρό­σφα­τα στην Αθή­να για την πα­ρου­σία­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του «Furiosi», με θέ­μα τους ι­τα­λούς ο­πα­δούς του πο­δο­σφαί­ρου, την κουλ­τού­ρα τους και το κί­νη­μα των Ultras. Το βι­βλίο κυ­κλο­φο­ρεί α­πό τις Απρό­βλε­πτες Εκδό­σεις. Θα θέ­λα­με να ευ­χα­ρι­στή­σου­με τον Αχιλ­λέα Κα­λα­μα­ρά (με­τα­φρα­στή του βι­βλίου) για την ε­πί τό­που με­τά­φρα­σή του και το πε­ριο­δι­κό Humba! για τη γεν­ναιό­δω­ρη βοή­θειά του.



Πού βρί­σκε­ται σή­με­ρα η γε­νιά που τα ή­θε­λε ό­λα;

Θα μπο­ρού­σα­με να μι­λή­σου­με για δύο γε­νιές. Για αυ­τούς που ή­ταν 20 χρο­νών το ’68 και για τους νε­ο­λαίους του ’77. Εγώ εί­μαι α­κό­μα πα­λαιό­τε­ρος. Η γε­νιά του ’68 τα κα­τά­φε­ρε, λό­γω του ό­τι δεν συμ­με­τεί­χε στην έ­νο­πλη πά­λη, η ο­ποία τε­λι­κά ε­ξό­ντω­σε την ε­πό­με­νη γε­νιά. Λί­γο πο­λύ ό­λοι οι πρω­τα­γω­νι­στές, με ε­λά­χι­στες ε­ξαι­ρέ­σεις, α­να­κυ­κλώ­θη­καν μέ­σα στο σύ­στη­μα. Έγι­ναν δη­μο­σιο­γρά­φοι, εκ­δό­τες, δια­φη­μι­στές, πα­νε­πι­στη­μια­κοί. Αντί­θε­τα, η γε­νιά του ’77 κα­τα­στρά­φη­κε. Εί­τε μέ­σω της έ­νο­πλης πά­λης, εί­τε κα­τα­λή­γο­ντας στη φυ­λα­κή. Όσοι μπό­ρε­σαν να σω­θούν, κα­τα­στρά­φη­καν δια­νο­η­τι­κά. Για τη γε­νιά του ’68 ή­ταν δια­φο­ρε­τι­κά. Οι άν­θρω­ποι ζού­σαν μια φυ­σιο­λο­γι­κή ζωή και βίω­σαν την έ­κρη­ξη των γε­γο­νό­των του ’68. Στη συ­νέ­χεια ό­μως, ε­πέ­στρε­ψαν ο­μα­λά στην προ­η­γού­με­νη κα­τά­στα­ση. Αντί­θε­τα, η γε­νιά του ’70 έ­ζη­σε την πε­ρίο­δο της ε­ξε­γερ­σια­κής ε­φο­ρίας και σκε­φτό­ταν πως αυ­τή θα κρα­τή­σει για πά­ντα. Πί­στευαν πως η ζωή τους θα γι­νό­ταν α­κό­μη κα­λύ­τε­ρη. Και έ­τσι ό­ταν τε­λείω­σε αυ­τή η πε­ρίο­δος ό­σοι δεν κα­τέ­λη­ξαν στη φυ­λα­κή, βίω­σαν μια κα­τά­στα­ση α­πελ­πι­σίας. Η γε­νιά της δε­κα­ε­τίας του ’70 κα­τα­στρά­φη­κε ο­λο­κλη­ρω­τι­κά.

Αυ­τή υ­πήρ­ξε και η γε­νιά των α­ο­ρά­των.
Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός αό­ρα­τοι χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε αρ­γό­τε­ρα. Τη δε­κα­ε­τία του ’80, τα μέ­σα ε­νη­μέ­ρω­σης ο­νό­μα­σαν τα χρό­νια που πέ­ρα­σαν ως «χρό­νια του μο­λυ­βιού». Η ε­μπει­ρία ό­λης αυ­τής της γε­νιάς δια­γρά­φη­κε τε­λείως. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός «αό­ρα­τοι» ή­ταν δη­μιούρ­γη­μα της δε­κα­ε­τίας του ’80 για να χα­ρα­κτη­ρί­σει αυ­τή τη γε­νιά, η ο­ποία δια­γρά­φη­κε α­πό τη συ­νεί­δη­ση της κοι­νής γνώ­μης. Εγώ προ­σπά­θη­σα να τη φέ­ρω στο φως, να διη­γη­θώ την ε­μπει­ρία της, δη­λα­δή να την κα­τα­στή­σω ο­ρα­τή.

Στα βι­βλία σας βλέ­που­με συλ­λο­γι­κούς μύ­θους και συλ­λο­γι­κές πρά­ξεις. Πρω­τα­γω­νι­στές εί­ναι οι ερ­γά­τες, οι ε­ξε­γερ­μέ­νοι, οι ο­πα­δοί. Σε μια ε­πο­χή έ­ντο­να α­το­μι­κι­στι­κή, σαν τη ση­με­ρι­νή, ποια εί­ναι η λει­τουρ­γία των βι­βλίων σας;
Η λει­τουρ­γία των βι­βλίων μου, α­κό­μη και του «Furiosi» -το ο­ποίο πε­ρι­γρά­φει μια συλ­λο­γι­κό­τη­τα η ο­ποία δεν συ­γκε­ντρώ­νε­ται γύ­ρω α­πό ι­δέες ή υ­ψη­λά ι­δα­νι­κά- εί­ναι να δεί­ξει την ευ­χα­ρί­στη­ση του να πράτ­τεις συλ­λο­γι­κά, να κά­νεις πράγ­μα­τα μα­ζί με τους άλ­λους. Ει­δι­κά σή­με­ρα που υ­πάρ­χει αυ­τή η ε­ξα­το­μί­κευ­ση, η ο­ποία αγ­γί­ζει α­κό­μη και τους συγ­γρα­φείς. Ενώ οι συγ­γρα­φείς πα­λαιό­τε­ρα ε­πι­δίω­καν να βρί­σκο­νται με­τα­ξύ τους, να δη­μιουρ­γούν λο­γο­τε­χνι­κές ο­μά­δες και να συ­ζη­τούν τα έρ­γα τους, αυ­τή τη στιγ­μή κλεί­νο­νται στον ε­αυ­τό τους και ο έ­νας ε­πι­τί­θε­ται στον άλ­λο.

Η Ιτα­λία μπαί­νει σι­γά σι­γά σε μια κα­τά­στα­ση πα­ρό­μοια με την Ελλά­δα. Λι­τό­τη­τα, νέα μέ­τρα και πε­ρι­κο­πές, τε­χνο­κρά­τες πρω­θυ­πουρ­γοί κτλ. Βλέ­πε­τε να υ­πάρ­χουν α­ντι­στά­σεις που μπο­ρούν να κα­τα­λή­ξουν σε ε­κρή­ξεις ό­πως αυ­τές του ‘68 ή του ‘77;
Όχι, κυ­ρίως για δύο λό­γους. Πρώ­τον, ο α­ντί­πα­λος δεν εί­ναι ο­ρα­τός, δεν μπο­ρείς να τον ε­ντο­πί­σεις εύ­κο­λα στο χώ­ρο και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τά σου. Ο δεύ­τε­ρος εί­ναι πως δεν υ­πάρ­χουν μορ­φές ορ­γά­νω­σης ό­πως πα­λαιό­τε­ρα, ο­μά­δες ό­πως αυ­τές της αυ­το­νο­μίας. Μορ­φές ό­πως οι α­γα­να­κτι­σμέ­νοι ή το κί­νη­μα Occupy εί­ναι ε­φή­με­ρες μορ­φές α­ντί­στα­σης, δεν δη­μιουρ­γούν έ­να πλέγ­μα σχέ­σεων ώ­στε να υ­πάρ­ξει μια συ­νέ­χεια.
Αυ­τή τη στιγ­μή το κε­φά­λαιο δεν έ­χει έ­ναν σο­βα­ρό α­ντί­πα­λο. Μπο­ρεί να κά­νει ό,τι θέ­λει. Όμως, πα­ρό­λα αυ­τά, βρί­σκε­ται σε μια κα­τά­στα­ση ήτ­τας. Η με­τα­τό­πι­ση α­πό την πα­ρα­γω­γή στο χρη­μα­τι­στι­κό κε­φά­λαιο α­πο­δει­κνύει ό­τι ο κα­πι­τα­λι­σμός α­πέ­τυ­χε και έ­χει φτά­σει σε α­διέ­ξο­δο. Και πα­ρό­λο που μέ­σω των μέ­τρων λι­τό­τη­τας προ­σπα­θεί να αρ­πά­ξει ό,τι μπο­ρεί, προ­κει­μέ­νου να συ­νε­χί­σει τη συσ­σώ­ρευ­ση του, τε­λι­κά α­πο­δει­κνύει ό­τι βρί­σκε­ται σε κρί­ση. Υπάρ­χει αυ­τό που έ­λε­γε ο Μπορ­ντί­γκα, έ­νας ι­τα­λός αι­ρε­τι­κός κο­μου­νι­στής, πως ο κα­πι­τα­λι­σμός θα κα­ταρ­ρεύ­σει σε σύ­ντο­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα λό­γω της πτώ­σης του μέ­σου πο­σο­στού κέρ­δους. Ο κα­πι­τα­λι­σμός, για να συ­νε­χί­σει να υ­πάρ­χει, πρέ­πει να αυ­ξά­νει συ­νε­χώς τα κέρ­δη του και τη συσ­σώ­ρευ­ση τους. Όταν το κέρ­δος πέ­φτει, ση­μαί­νει πως ο κα­πι­τα­λι­σμός ε­ξαν­τλεί τα ό­ριά του. Η α­νο­δι­κή πο­ρεία του κε­φα­λαίου τε­λείω­σε στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ‘70, α­πό ε­κεί και πέ­ρα ξε­κί­νη­σε η πτώ­ση την ο­ποία κα­τά­φε­ραν να συ­γκρα­τή­σουν ή να α­να­βά­λουν μέ­σω της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης, της προ­σφυ­γής στο χρη­μα­τι­στι­κό κε­φά­λαιο, της α­να­μό­χλευ­σης των χρεών, αλ­λά πα­ρό­λα αυ­τά η πτώ­ση συ­νε­χί­ζε­ται.

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Οι Ξένοι της Χώρας...

 Intellectum...
Τέλλος Φίλης
Ποιος είναι ο «ξένος» σ’ αυτή τη χώρα; Πόσο ξένος είναι ο Πολωνός στον τρίτο που παντρεύτηκε μια Αλβανή γέννησαν ένα αγοράκι, το βάφτισαν Απόλλωνα, και το αγαπημένο τους νησί διακοπών είναι η Σύμη γιατί εδώ «τελειώνει η χώρα;» Πόσο ξένος είναι αυτός ο Πολωνός του τρίτου, που το πρωί δουλεύει σε μανάβικο και τα απογεύματα παίρνει τον 7χρονο Απόλλωνα και γυρίζουν τις εκκλησίες της πόλης, με τα βιβλία στα χέρια και καταγράφουν τις βυζαντινές εικόνες, που ασχολείται καθημερινά σε μαθήματα αγιογραφίας, που διαβάζει για να κοιμηθεί Έλενα Ακρίτα  γιατί τον κάνει και γελά;
Πόσο ξένος είναι ο Αλή από το Πακιστάν που όνειρό του είναι να γίνει καπετάνιος και καθαρίζει τζάμια καταστημάτων το πρωί, το μεσημέρι ταΐζει τις τρεις αδέσποτες γάτες έξω από το σπίτι του και στο φτωχικό του δωμάτιο έχει μια τεράστια αφίσα της Μελίνας Μερκούρη από τις «Κραυγές Γυναικών», μιλάει καλά Ελληνικά και όταν τον ρωτάς σου λέει πως δεν τον πειράζει που δεν έχει τηλεόραση, του αρκεί που ένας πελάτης του, του έδωσε Ηρόδοτο για να διαβάζει.
Ποσό ξένη είναι η Ταμάρα που σπουδάζει Νομική, τον ελεύθερο χρόνο της , σχεδόν όλα τα Σαββατοκύριακα, πηγαίνει για πεζοπορία στον Όλυμπο, ξέρει τα πάντα για τον αρχαιολογικό χώρο του Δίον, και το όνειρό της είναι να πάει στη Δήλο και να την περπατήσει απ’ άκρη σ’ άκρη;
Πόσο ξένοι είναι όλοι αυτοί που γεννήθηκαν από Έλληνες γονείς, πήγαν σε ελληνικά σχολεία αλλά γράφουν γκρικλις (και αγνοούν τα ηγγλισινικά), ακούνε μόνο χιπ-χοπ, τρώνε χάμπουργκερ και πίνουν κόκα κόλα, με την πρώτη ευκαιρία σε οποιοδήποτε μνημείο ή δημόσιο κτίριο γράφουν με ανεξίτηλο μαρκαδόρο την ομαδάρα τους και δεν ντρέπονται να κάθονται τουλάχιστον τρεις ώρες  «για να πιουν καφέ με φίλους»;
Πόσο περισσότερο ξένοι είναι αυτοί που ήρθαν για να επιβιώσουν από άλλες χώρες εδώ κι αγάπησαν αυτόν τον τόπο, δουλεύουν αθέατα νυχθημερόν ή φέρνουν Ολυμπιακά μετάλλια για την Ελλάδα  απ’ όσους γεννήθηκαν εδώ και τον καταστρέφουν;
Θα μου απαντήσει κανείς;

Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με...

βλέμμα...
Η διανομή τροφίμων από τη Χρυσή Αυγή, στην πλατεία Συντάγματος, μόνο σε όσους επεδείκνυαν ελληνική ταυτότητα και κατεγράφοντο τα στοιχεία του αίματός τους, προσημαίνει την ώρα μηδέν για την ελληνική κοινωνία, την ώρα της ηθικής και ψυχικής της αποσάθρωσης.
Μόνο ντροπή μπορεί να νιώσει ένας Ελληνας, ακόμη και στην πληγωμένη Ελλάδα του 2012, όταν μελανοχίτωνες μοιράζουν μακαρόνια εξετάζοντας το αίμα του πεινώντος. Ντροπή, γιατί αυτή η ωμά ρατσιστική ενέργεια διεξάγεται υπό την σκιά της δημοκρατικής Βουλής των Ελλήνων.
Ντροπή, γιατί η διάκριση αίματος ποδοπατά όλες τις παραδόσεις ελληνικού πολιτισμού, όπως κι αν τις δει κανείς, από τον Ξένιο Δία και την Αθηνά Ξενία των ομόγλωσσων αρχαίων προγόνων έως τον Καππαδόκη Μέγα Βασίλειο τον ελληνοχριστιανό ομόδοξο: «Εάν εύρης εχθρόν που ευρίσκεται εις δυσκολίαν μη προσθέσης εις την οργήν που σε κατέχει την εκδίκησιν, αλλά να τον θρέψης όπως εκείνος έθρεψε τους αδελφούς που τον επώλησαν.» (Μ. Βασίλειος, Εν λιμώ και αυχμώ).
Ντροπή. Και δέος για το τι περιμένει όποιον περιφρονεί ιδρυτικές συνθήκες της ανθρωπιάς: «ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, γυμνός και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με». Ας μην αναρωτηθεί κανείς μωρός σήμερα: «Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα ή διψώντα ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή εν φυλακή και ου διηκονήσαμέν σοι;» Η απάντηση θα είναι πάντα η ίδια, τρομερή και ισχύουσα: «Εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον» (Ματθ. 25:41-46)
Κόλαση είναι ο κόσμος του αρχέγονου αίματος και της ωμής βίας, τα μακαρόνια του μελανοχίτωνα φουσκωτού. Κι όσοι προσπερνούν τέτοιες ωμότητες, με μικροδικαιολογίες και μουρμουρητά, ας ετοιμαστούν να δείχνουν εφεξής ταυτότητα και αίμα, για να μιλούν, να σκέφτονται, να αναπνέουν.

Ροη αρθρων