Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΟΥΒΑΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΟΥΒΑΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Το γάλα, ο ΟΟΣΑ, ο Φουκώ και η «αλήθεια της αγοράς»...

της Ντινας Τζουβαλα, απο τα Ενθεματα...
 
Ένας πρακτικός οδηγός:  πώς να ξεχωρίζετε το φρέσκο γάλο από το γάλα υψηλής παστερίωσης με φουκωικό τρόπο...

Ποιον θα ρωτάγατε για να διαπιστώσετε αν το γάλα που πίνετε είναι φρέσκο; Πολλοί θα μπορούσαν να σας διαφωτίσουν σ’ αυτό το απλούστατο ερώτημα: ένας αγρότης, ένας βιολόγος, ένας χημικός, ακόμα κι ένας παππούς σε κάποιο χωριό.
Θα μπορούσατε, ακόμα, επιστρατεύοντας την κοινή λογική σας, να συμπεράνετε ότι προφανώς (πολύ) λίγες ημέρες μετά την παραγωγή του είναι παράλογο να αποκαλούμε οτιδήποτε «φρέσκο». Και θα αποτελούσε μάλλον δείγμα εκκεντρικότητας να απευθυνθείτε στον ΟΟΣΑ ζητώντας του να γνωμοδοτήσει επί του ζητήματος.
Και όμως. Ο ΟΟΣΑ στην τελευταία του έκθεση για την ελληνική οικονομία ασχολείται επισταμένως με το φρέσκο γάλα, καθώς έκρινε ότι οι ισχύουσες διατάξεις αποτελούν εμπόδιο για τον ελεύθερο ανταγωνισμό, με την κριτική να επικεντρώνεται στο ότι η διάρκεια ζωής του παστεριωμένου (φρέσκου) γάλακτος δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πέντε ημέρες. Άλλοι τύποι γάλακτος, που έχουν υποστεί τη διαδικασία της «υψηλής παστερίωσης», επιτρέπεται να κυκλοφορούν, αλλά δεν μπορούν να φέρουν τον χαρακτηρισμό «φρέσκο». Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η ρύθμιση αυτή ευθύνεται για τις αδιαμφισβήτητα υψηλές τιμές του γάλακτος στην Ελλάδα, τις δεύτερες υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως εξηγεί, η προθεσμία των πέντε ημερών κάνει τις γαλακτοβιομηχανίες να εξαρτώνται αποκλειστικά από τους ντόπιους παραγωγούς. Με τη σειρά της, η σχετική διασπορά στον χώρο των άμεσων γαλακτοπαραγωγών και το υψηλό κόστος ορισμένων βασικών υποδομών οδηγούν σε υψηλό κόστος και υψηλότερες τιμές στην εγχώρια αγορά. Δεδομένου ότι το όριο των πέντε ημερών αποκλείει, στην πράξη, το γάλα, οι τιμές παραμένουν σχετικά υψηλές λόγω περιορισμένου ανταγωνισμού.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Μίλησε κανείς για αποπροσανατολισμό;

Ντίνα Τζουβάλα, Στέφανος Τυροβολάς, Red NoteBook...
Βρισκόμαστε στον Ιούνιο του 1941. Προελαύνοντας στο σοβιετικό έδαφος, οι ναζί διαπράττουν φρικαλεότητες απολύτως συνεπείς προς την πεποίθησή τους οτι οι σλάβοι, ως φυλή, βρίσκονται λίγο πιο πάνω από τα ζώα. Όλα βαίνουν «καλώς», μέχρι που στις 23 του μήνα οι ναζί έρχονται αντιμέτωποι με κάτι που γι’ αυτούς είναι –κυριολεκτικά– αδιανόητο: τα σοβιετικά τανκς Τ-34 και ΚV.

To –κυριολεκτικά– αδιανόητο ήταν κάτι απλό: τα τανκς αυτά ήταν ασύγκριτα καλύτερα από τα γερμανικά. Το οτι οι «υπάνθρωποι» σλάβοι κατάφεραν να φτιάξουν στρατιωτικά οχήματα ικανά να καθυστερούν μόνα τους για μέρες ολόκληρες μεραρχίες, ήταν μια εμπειρία αυθεντικά τραυματική για το φυλετικό σύμπαν των ναζί. Βλέπετε, η θεωρία τους για τον κατώτερο χαρακτήρα της σλάβικης φυλής δεν ήταν μια πρόφαση (με την έννοια του συνειδητού ψέματος) για να επιτεθούν στην ΕΣΣΔ ή στους γερμανούς κομμουνιστές. Οι ναζί πήγαν σε πόλεμο βασισμένοι σε αυτήν τους την εκτίμηση, κι αυτό είναι η πλέον πειστική απόδειξη ότι δεν ψεύδονταν.

Την ίδια στιγμή, κι ενώ μάχονταν με τη μισή υφήλιο, αφιέρωναν πόρους, χρόνο και δυνάμεις για να εντοπίσουν και να εξοντώσουν –αρχικά με «παραδοσιακά» μέσα, στην συνέχεια σε στρατόπεδα συγκέντρωσης– εβραίους, κομμουνιστές, ομοφυλόφιλους, τσιγγάνους. Ο αντισημιτισμός τους δεν ήταν ένα ψέμα για να αποπροσανατολίσουν τους γερμανούς από τις τρομακτικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης, από τα «πραγματικά προβλήματα». Ήταν η ακραία εκδήλωση, η πολιτική συμπύκνωση και η φρικαλέα υλοποίηση του διάχυτου αντισημιτισμού και φυλετισμού, που βρίσκει κανείς σε έργα γερμανών διανοουμένων τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα.

Ο ναζισμός, ο φυλετισμός, οι κάθε λογής ακροδεξιές ιδεολογίες, αλλά και οι ιδεολογίες γενικότερα, δεν είναι ψεύδη: δεν είναι τρικ της αστικής τάξης, που καθώς «γνωρίζει», υποτίθεται, τον απαράδεκτο χαρακτήρα της εκμετάλλευσης (ότι κι αν σημαίνει αυτός ο ηθικής τάξης χαρακτηρισμός), προσπαθεί να τον αποκρύψει από τους υποτελείς. Η κυρίαρχη ιδεολογία, εν πάση περιπτώσει, δεν γίνεται να είναι ιδεολογία μόνο των υποτελών, αλλά όχι και των ίδιων των κυρίαρχων. Ειδικά δε η κρατική ιδεολογία, αυτή που δεν «εκφωνείται» απλώς από τους διανοούμενους της αστικής τάξης, αλλά υλοποιείται καθημερινά, μέσα από πλήθος μηχανισμών (από το στρατό και την αστυνομία, μέχρι τα σχολεία και τις υπηρεσίες έξω από τις οποίες στοιβάζονται οι μετανάστες για να πάρουν την πράσινη κάρτα), είναι τρομακτικά πραγματική.

Το ζήτημα, όμως, δεν είναι κυρίως θεωρητικής τάξεως. Αν βλέπουμε τις εκδηλώσεις αυταρχισμού, από τη διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών μέχρι την εκκένωση των καταλήψεων και την συζήτηση περί βίας, κατά βάση ως απόπειρες «αποπροσανατολισμού» της κοινής γνώμης (άλλο αν βραχυπρόθεσμα ισχύει κι αυτό ως στόχευση του αστικού πολιτικού προσωπικού), κάνουμε, πρώτον, μια αβλεψία και, δεύτερον, μια λαθεμένη τακτική επιλογή. 

Η αβλεψία έγκειται στο ότι υποτιμούμε τα υλικά «ίχνη» που αφήνει στο κράτος αυτή η τακτική. Υποτιμούμε, δηλαδή, το γεγονός ότι βρισκόμαστε μπροστά στην πλήρη εξέλιξη ενός σχεδίου «στρατηγικής της έντασης» από πλευράς των κυρίαρχων, οι οποίοι εντάσσουν μεθοδικά στην καθημερινότητα τη λογική του «νόμου και της τάξης»: όχι γιατί απλά και μόνο θέλουν να αλλάξουν την ατζέντα, αποσπώντας μας την προσοχή από την οικονομία. Αλλά κυρίως διότι μια ακροδεξιά κυβέρνηση πιστεύει στην συρρίκνωση της δημοκρατίας, θεωρεί δηλαδή την καταστολή ως κεντρικό άξονα της κυριαρχίας της και, φυσικά, προωθεί την απολύτως στοχευμένη και καθόλου «τυφλή» βία.

Η βία αυτή χρησιμοποιείται άμεσα για την καταστολή και την τρομοκράτηση των αγωνιζόμενων τμημάτων της κοινωνίας, μέσα απο την ακραία άσκηση σωματικής βίας σε κάθε πιθανή (ή απίθανη)  ευκαιρία. Δρα, όμως, και πέρα από τα σώματα. Εντείνοντας, δηλαδή, το αίσθημα ανασφάλειας των μικροαστικών στρωμάτων, και αναδεικνύοντας συνεχώς εσωτερικούς, απροσδιόριστης ταυτότητας εχθρούς, που απειλούν την ήδη σκληρή καθημερινότητα τους.

Ο αυταρχισμός, λοιπόν, δεν ασκεί μόνο κατασταλτική λειτουργία. Την ίδια στιγμή είναι και άξονας οργάνωσης μιας νέας ηγεμονίας των αστικών δυνάμεων. Για το  σχέδιο αυτό, όμως, η περιθωριοποίηση της αριστεράς –που στην πολιτική ζωή εκπροσωπείται, στη φάση αυτή, σχεδόν αποκλειστικά από τον ΣΥΡΙΖΑ– δεν είναι μόνο στόχος. Είναι και προϋπόθεση εφαρμογής του σχεδίου. Καθώς λοιπόν μια σειρά συλλογισμών που ξετυλίγονται στον δημόσιο λόγο είναι πραγματικά εξωφρενικοί (από τις καταλήψεις ή τα γιαούρτια φτάνουμε στα καλάσνικοφ), η έλλειψη ουσιαστικού αντιλόγου από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι απαραίτητη για να «σταθούν» αυτές οι εξωφρενικότητες.

Το ζήτημα, λοιπόν, είναι πώς απαντά ο χώρος μας σε αυτήν την ιδεολογικοπολιτική επίθεση που δέχεται απο την ακροδεξιά τρικομματική συγκυβέρνηση. Διότι θα ήταν αναμενόμενο και λογικό, αλλά και το απολύτως παραγωγικό πολιτικά κατά τη γνώμη μας, ο ΣΥΡΙΖΑ να ακολουθήσει απλά τη γραμμή σύγκρουσης με την κυβέρνηση σε όλα τα επίπεδα. Και κυρίως στο ιδεολογικό. Γιατί υπερασπιζόμενοι τις καταλήψεις ως κοινωνικούς χώρους, δεν υπερασπίζεσαι τα αδιέξοδα της γραμμής  της αναρχίας, αλλά αντιτίθεσαι στην συρρίκνωση  του δημόσιου χώρου και της δημοκρατίας. Επιπλέον, αντιμάχεσαι στην πράξη την εντεινόμενη προσπάθεια της κυβέρνησης να χαρίσει τον έλεγχο περιοχών στην Χ.Α, που λειτουργεί καθ’ έξιν ως μαφία (εμπόριο ναρκωτικών, έλεγχος εκδιδόμενων γυναικών κλπ). Αντίθετα, το να θεωρεί ο ΣΥΡΙΖΑ την προσπάθεια ανάκτησης χώρων ως μια κίνηση σε λάθος χρόνο -παρόλα τα τακτικά λάθη, όπως η κατάληψη των γραφείων της ΔΗΜΑΡ-, όπως το έκανε σε ένα βαθμό  με τη Βίλα Αμαλίας, μαρτυρά και πάλι μια φοβικότητα απέναντι στην κοινωνική κίνηση – μια φοβικότητα εντελώς αναντίστοιχη της περιόδου.

Το αν ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποφασίσει, σε μια περίοδο, να αναδείξει κεντρικοπολιτικά ένα συγκεκριμένο ζήτημα, είναι θεμιτό -αν και η εκάστοτε ιεράρχηση υπόκειται πάντα σε κριτική. Το να πιστεύουμε, όμως, πως μέχρι να λήξει το συγκεκριμένο θέμα, η κοινωνική κίνηση οφείλει να ακολουθήσει τους σχεδιασμούς μας, είναι από παιδαριώδες έως και επικίνδυνο. Κι αυτό γιατί η κυβέρνηση της αριστεράς δεν μπορεί απλά να στηριχτεί στο κοινό αίσθημα των «νοικοκυραίων», ούτε στη λογική των συνταγματικών τόξων  (που κατ’ ανάγκη περιλαμβάνουν τον Φαήλο Κρανιδιώτη και τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ που παίζει σπίτι του stratego με τα αμυντικά σχέδια της χώρας). Άλλωστε, η σχέση νόμιμου-παράνομου δεν μπορεί παρά να είναι ένα αντικείμενο επερώτησης από μια κυβέρνηση της αριστεράς, στο βαθμό που ένα μέρος της νομιμότητας συγκαλύπτει τη δημόσια και ιδιωτική «ανομία» και ακυρώνει ντε φάκτο τη δικαιοσύνη.

Σε κάθε περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κανένα λόγο να δίνει εξετάσεις νομιμοφροσύνης  σε αυτούς που έχουν κάνει ακόμα και την αστική νομιμότητα κουρελόχαρτο. Πάνω απ’ όλα, και χωρίς η παρανομία να είναι κάποιο «επαναστατικό φετίχ», μια σειρά από συνήθεις πρακτικές της Αριστεράς, αλλά και ευρύτερα των κοινωνικών κινημάτων, ήταν και είναι «παράνομες»: από τις καταλήψεις σχολών και υπηρεσιών, μέχρι την περιφρούρηση απεργιών, και από την πολιτική ανυπακοή μέχρι τις κινητοποιήσεις στις Σκουριές, το κίνημα «παρανομεί». Όχι γιατί το επιλέγει, αλλά γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς όταν ο νόμος γίνεται άλλοθι για την επιβολή του πιο γυμνού ιδιωτικού συμφέροντος.  Αυτή, λοιπόν, η φοβικότητα του χώρου μας να απαντήσει στις αιτιάσεις περί βίας και τρόμοκρατίας (!) αναδεικνύει επιτακτικά την ανάγκη για περισσότερη επιμονή πάνω στην πολιτική από θέση αρχών. Απλά, η υλοποίηση αυτής της πολιτικής προϋποθέτει περισσότερη συμμετοχή και πιο συλλογικό έλεγχο, άρα περισσότερη και πιο ποιοτική διαδικασία/δημοκρατία. Για την ώρα, όμως, ας μείνουμε στην επισήμανση του θέματος και όχι στην αντιμετώπισή του.

ΥΓ1: Καθώς αυτό το κείμενο τελείωνε, ο σύντροφος Βούτσης προασπίζοντας την αξιοπρέπειά του και την αξιοπρέπεια του ΣΥΡΙΖΑ, αποχώρησε από τη φαρσοκωμωδία που ονομάζεται «Ανατροπή», ζητώντας την παραίτηση του ακροδεξιού Δένδια. Το να έχουμε συνείδηση ότι κανείς δεν θα μας χαριστεί αν είμαστε διαλλακτικοί και υποχωρητικοί, και ότι αντίθετα χρειάζεται αντεπίθεση, είναι αναγκαία προϋπόθεση για να ηγεμονεύσουμε ακόμα και σε ένα «δύσκολο» ζήτημα.

ΥΓ2: Η στρατηγική της έντασης περιλαμβάνει την προσπάθεια ευθείας σύνδεσης του χώρου μας με το χτύπημα που έγινε στο Μall. Η στοχοποίηση του Βαγγέλη Διαμαντόπουλου, που τόλμησε να πει το αυτονόητο για το καθεστώς λειτουργίας των πολυκαταστημάτων-τεράτων τύπου Μall, είναι ενδεικτική του πολιτικού πλαισίου γύρω απο το οποίο κινείται αυτή τη στιγμή το «συνταγματικό τόξο» του αστισμού.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Αν νομίζετε πως ξεμπερδέψαμε με το νεοφιλελευθερισμό, ξανασκεφτείτε το...

Του George Monbiot, αναδημοσιευση απο το Red NoteBook...
Μα πόσο πρέπει να ματώνουν για μάς! Το 2012 οι 100 πλουσιότεροι άνθρωποι έγιναν κατά 241 δισεκατομμύρια δολάρια πλουσιότεροι.
Τώρα αξίζουν 1,9 τρισεκατομμύρια δολλάρια, δηλαδή λίγο λιγότερο από ολόκληρο το παραγόμενο προϊόν του Ηνωμένου Βασιλείου.

Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα τύχης. Η αύξηση των περιουσιών των υπερ-πλουσίων είναι ευθύ αποτέλεσμα πολιτικών. Ορίστε μερικές:  η μείωση των συντελεστών φορολογίας και της συλλογής των φόρων, η άρνηση των κυβερνήσεων να ανακτήσουν ένα αξιοπρεπές μερίδιο από τα εισοδήματα που προκύπτουν από τα ορυκτά και τη γη, η ιδιωτικοποίηση δημόσιων κεφαλαίων και η δημιουργία μιας   οικονομίας όπου θα πληρώνουμε «διόδια» για τα πάντα, η φιλελευθεροποίηση των μισθών και η καταστροφή των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Οι πολιτικές που έκαναν τους παγκόσμιους μονάρχες τόσο πλούσιους είναι οι πολιτικές που πιέζουν όλους τους άλλους. Δεν είναι αυτό που προέβλεψε η θεωρία. Ο Φρίντριχ Χάγιεκ, ο Μίλτον Φριντμαν και οι οπαδοί τους – σε χιλιάδες σχολές διοίκησης επιχειρήσεων, στο ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ και σχεδόν σε κάθε σύγχρονη κυβέρνηση-  έχουν υποστηρίξει  πως όσο λιγότερο η κυβέρνηση φορολογεί τους πλούσιους, και όσο λιγότερο αναδιανέμει τον πλούτο, τόσο περισσότερο θα ευημερούν όλοι. Κάθε απόπειρα για μείωσης της ανισότητας θα κατέστρεφε την αποτελεσματικότητα της αγοράς, παρεμποδίζοντας την πλημμυρίδα που σηκώνει όλες τις βάρκες. Οι ιεραπόστολοι έχουν διεξάγει ένα τριακονταετές παγκόσμιο πείραμα-  και ιδού τα αποτελέσματα.  Απόλυτη αποτυχία. 

Πριν συνεχίσω  θα πρέπει να επισημάνω πως η συνεχής οικονομικής μεγέθυνση δεν είναι ούτε βιώσιμη ούτε επιθυμητή. Αλλά,  αν η μεγέθυνση είναι ο στόχος σου -ένας στόχος που κάθε κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ασπάζεται- δεν θα μπορούσες να τα κάνεις πιο χάλια απ το να απαλλάσεις τους υπερ-πλούσιους από τους περιορισμούς της δημοκρατίας.

Η ετήσια έκθεση του Συνεδρίου του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη, κατά την περασμένη χρονιά, θα’ πρεπε να’ χε γίνει η νεκρολογία για το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που αναπτύχτηκε απ τον Χάγιεκ, τον Φρίντμαν και τους οπαδούς τους. Δείχνει ξεκάθαρα πως οι πολιτικές τους έχουν παράγει αποτελέσματα αντίθετα από αυτά που προέβλεπαν. Καθώς οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές (περικοπή φόρων για τους πλούσιους, ιδιωτικοποίηση κρατικών κεφαλαίων, απορρύθυμιση της εργασίας, μείωση της κοινωνικής ασφάλισης) ξεκίνησαν να εφαρμόζονται απ’ τη δεκαετία του 1980 και μετά, οι ρυθμοί μεγέθυνσης ξεκίνησαν να πέφτουν και η ανεργία να αυξάνεται. 

Η αξιοσημείωτη οικονομική μεγέθυνση στα πλούσια έθνη κατά τις δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970 κατέστη δυνατή από την καταστροφή του πλούτου και της ισχύος της ελίτ, σαν αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης την δεκαετία του 1930 και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η αμηχανία τους, έδωσε στο υπόλοιπο 99% της κοινωνία την χωρίς προηγούμενο ευκαιρία να ζητήσουν αναδιανομή, κρατικές δαπάνες και κοινωνική ασφάλιση, και όλα αυτά τόνωσαν τη ζήτηση.

Ο νεοφιλελευθερισμός ήταν μια προσπάθεια να  ανατραπούν αυτές οι μεταρρυθμίσεις. Με γενναίες επιχορηγήσεις από τους εκατομμυριούχους, οι υποστηρικτές του ήταν φοβερά επιτυχημένοι-πολιτικά. Οικονομικά πάτωσαν. 

Στις χώρες του ΟΟΣΑ η φορολογία έχει γίνει πιο συντηρητική: οι πλούσιοι πληρώνουν λιγότερο, οι φτωχοί περισσότερο. Το αποτέλεσμα, ισχυρίστηκαν οι νεοφιλελεύθεροι, θα ήταν, δήθεν,   η οικονομική αποτελεσματικότητα και οι επενδύσεις να αυξάνονταν, πλουτίζοντας του πάντες. Έγινε το αντίθετο.  Καθώς οι φόροι στους πλουσίους και τις επιχειρήσεις μειώθηκαν, η  αγοραστική δύναμη του κράτους και των φτωχότερον έπεσε και η ζήτηση έπεσε. Το αποτέλεσμα ήταν πως οι ρυθμοί επενδύσεων μειώθηκαν, ακολουθώντας τις προσδοκίες των επιχειρήσεων για μεγέθυνση. 

Οι νεοφιλελεύθεροι επέμεναν, επίσης, πως η απεριόριστη ανισότητα στα εισοδήματα και οι ευέλικτοι μισθοί θα μείωναν την ανεργία. Αλλά, σε όλον τον πλούσιο κόσμο, τόσο η ανισότητα όσο και η ανεργία έχουν απογειωθεί. Η πρόσφατη ραγδαία άνοδος της ανεργίας στις πλέον αναπτυγμένες χώρες – χειρότερη από κάθε προηγούμενης ύφεσης τις τελευταίες τρεις δεκαετίες- είχε σαν προηγούμενο το χαμηλότερο επίπεδο μισθών ως μερίδιο του ΑΕΠ από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η θεωρία ανατινάχθηκε. Απέτυχε για τον ίδιο προφανή λόγο: οι χαμηλοί μισθοί πίεσαν τη ζήτηση, που πίεσε την εργασία.

Καθώς οι μισθοί καθηλώνονταν, οι άνθρωποι συμπλήρωναν το εισόδημά τους με χρέος. Το αυξανόμενο χρέος τάιζε τις αρρύθμιστες τράπεζες, με τις συνέπειες που όλοι μας ξέρουμε. Όσο μεγαλώνει η ανισότητα, καταλήγει η έρευνα του ΟΗΕ, τόσο λιγότερο σταθερή γίνεται η οικονομία, και τόσο μικραίνουν οι ρυθμοί μεγέθυνσης. Οι πολιτικές με τις οποίες οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις επιδιώκουν να μειώσουν το έλλειμμά τους και να τονώσουν τις οικονομίες τους είναι αντι-παραγωγικές.

Η προωθούμενη μείωση του ανώτατου συντελεστή φορολογίας εισοδήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο (από 50% σε 45%) δεν θα δώσει ώθηση στα έσοδα της κυβέρνησης ή στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, θα πλουτίσει όμως τους κερδοσκόπους που βούλιαξαν την οικονομία. Η Goldman Sachs και άλλες τράπεζες σκέφτονται τώρα να καθυστερήσουν την πληρωμή των μπόνους τους για να την εκμεταλλευτούν.    Ο νόμος για την κοινωνική πρόνοια που ψηφίστηκε απ το κοινοβούλιο την περασμένη βδομάδα δεν θα βοηθήσει να ξεμπερδέψουμε με το έλλειμμα  ή να τονώσουμε την απασχόληση: θα μειώσει τη ζήτηση, αποτρέποντας την οικονομική ανάκαμψη. Το ίδιο ισχύει για το ανώτατο όριο πληρωμών του δημοσίου τομέα. «Το να ξαναμάθουμε κάποια μαθήματα για τη δικαιοσύνη και τη συμμετοχή» λέει ο ΟΗΕ «είναι ο μόνος δρόμος για να ξεπεράσουμε τελικά την κρίση και να ακολουθήσουμε ένα μονοπάτι οικονομικής ανάπτυξης». 

Όπως λέω, δεν έχω ιδιαίτερο συμφέρον αναφορικά μ’ αυτή την κατάσταση, εκτός απ’ την πεποίθηση πως σ’ αυτή τη θάλασσα πλούτου κανείς δεν θα’ πρεπε να’ ναι φτωχός.  Αλλά, παρακολουθώντας άναυδος τα μαθήματα που ξεχάστηκαν στην Βρετανία, την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, μου κάνει εντύπωση πώς η όλη δομή της νεοφιλελεύθερης σκέψης είναι μια απάτη. Οι απαιτήσεις των υπερ-πλουσίων μασκαρεύτηκαν σε σοβαρή οικονομική θεωρία, κι έχουν εφαρμοστεί ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Η απόλυτη αποτυχία αυτού του παγκόσμιας κλίμακας πειράματος δεν είναι εμπόδιο για την επαναληψή του. Δεν είναι ζήτημα οικονομικής θεωρίας. Είναι ζήτημα ισχύος. 

Μετάφραση: Ντίνα Τζουβάλα

Πηγή: The Guardian

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Το Μνημόνιο κάνει (;) τα παιδιά μας gay. Ε και;

Των Ντίνα Τζουβάλα, Αλίκη Κοσυφολόγου και Λίνα Θεοδώρου, Red NoteBook...
«Πέστε μου, σας παρακαλώ,  είναι τώρα ώρα να απασχολείτε τις  εργάτριες επί μήνες ολόκληρους για  το πώς αγαπούν και αγαπιούνται, για  το πώς να κορτάρουν και να  κορτάρονται; Και, εννοείται, πως  γίνονταν αυτά στο παρελθόν, πως γίνονται τώρα και πως θα γίνονται  στο μέλλον και μάλιστα στους διάφορους λαούς. Και αυτό, παρακαλώ, το ονομάζουν με καμάρι ιστορικό υλισμό. Τώρα ο νους και ο λογισμός των εργατριών πρέπει να  κατευθύνεται στην προλεταριακή  επανάσταση».
Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, Συνομιλία με τον Λένιν για το γυναικείο ζήτημα
Η συγκυρία
Μια πρόχειρη αναζήτηση αρνήθηκε να μας αποκαλύψει αν ο σύντροφος Λένιν είχε αποφανθεί και περί της ομοφυλοφιλίας. Αλλά επειδή στην πολιτική δεν υπάρχει κενό, ο πρώην ΠΑΣΟΚ, πρώην ΔΗΜΑΡ και νυν... συνεργαζόμενος Μιχελογιαννάκης έσπευσε να το καλύψει. Πληροφορηθήκαμε, λοιπόν, ότι μια απ’ τις (δυσμενείς;) συνέπειες του Μνημονίου είναι ότι τα παιδιά μας (όχι τα κορίτσια: τα παιδιά) θα γίνουν μαζικά γκέι και οι γυναίκες θα μένουν ανύπαντρες (1). Αυτή η ανθρωπιστική καταστροφή θα επέλθει γιατί οι κανακάρηδες της ελληνικής οικογένειας θα μένουν περισσότερο με την οικογένειά τους, λόγω ανεργίας και ανέχειας, και κάπου στην πορεία θα εκθηλύνονται.
Η παραπάνω δήλωση μας μαθαίνει πολλά. Το πρώτο είναι πως υπάρχει -στα μυαλά διαφόρων, και όχι μόνο στου κυρίου Μιχελογιαννάκη- μια εγγενής σχέση ανάμεσα στο αν κάποιος εργάζεται και κουβαλάει το ψωμί της οικογένειας και στις σεξουαλικές του προτιμήσεις. Ο οικονομικά ανενεργός άντρας χάνει την αρρενοπώτητά του, εκθηλύνεται, γίνεται ...παθητικός. Γι’ αυτό, άλλωστε, η ανεργία θα επηρεάσει μόνο τα ποσοστά ομοφυλοφιλίας των ανδρών. Έτσι κι αλλιώς, στην Ελλάδα λεσβιές δεν υπάρχουν - σύμφωνα πάντα με το συλλογισμό. Η γυναικεία σεξουαλικότητα ορίζεται πλήρως απ’ την αναπαραγωγή και μερικές -προφανώς ντεμέκ- λεσβίες εμφανίζονται μόνο στο πορνό. Προφανώς, βάσει του όλου συλλογισμού, η ομοφυλοφιλία είναι κοινωνικό δεινό, μια «ανωμαλία» στην ομαλή κοινωνική συμβίωση, η οποία στον συγκεκριμένο τομέα είναι ευθεία και αδιαμεσολάβητη αντανάκλαση της φύσης. Έτσι, το ιδανικό θα ήταν να εξαλειφθεί (πώς άραγε;), ή σε κάθε περίπτωση να εφαρμόζεται κάποιο σύστημα ποσόστωσης, ώστε να συγκρατούνται οι αριθμοί.
Και η διαχρονικότητα
Τα τελευταία χρόνια στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ έχουν γίνει πολλές και χρήσιμες συζητήσεις για την προσφορότητα, την (τεράστια) δυναμική, αλλά και τα όρια του αντι-μνημονιακού μετώπου, ως κύριου άξονα συμμαχιών της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Αυτό το κείμενο δεν σκοπεύει να ανοίξει το ζήτημα απ’ τη βάση του. Παρόλα αυτά, η θέση των έμφυλων (φεμινιστικών) διεκδικήσεων εντός του προγράμματος της Αριστεράς φαίνεται ιδιαίτερα επισφαλής. «Δεν υπάρχει καιρός για τέτοια», ακούμε. Μαθαίνουμε πως αυτά είναι «πολυτέλειες» και «μικροαστισμοί». Μπορεί ακόμα και να ‘ναι θεμιτές διεκδικήσεις, αλλά θα επιλυθούν όταν ξεμπερδέψουμε με τον καπιταλισμό ή με το Μνημόνιο -για τους πιο «μετριοπαθείς».
Το ζήτημα δεν είναι απλώς θέμα αξιών, όπως αναλύει εξαιρετικά ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, αν και είναι προφανώς και τέτοιο. Ο οικονομισμός υπονομεύει καθοριστικά την ικανότητά μας να αναλύουμε και επομένως να αντιμετωπίζουμε τα κοινωνικά φαινόμενα. Το παράδειγμα της ΧΑ είναι χαρακτηριστικό. Δεν υπάρχει κανένας λόγος εντοπισμένος αποκλειστικά στην οικονομία που να εξηγεί γιατί στην Ελλάδα του 2012 η ΧΑ καλπάζει (έστω και μόνο δημοσκοπικά). Η φτωχοποίηση μεγάλων στρωμάτων της κοινωνίας από μόνη της δεν εξηγεί κάτι. Υπάρχουν δεκάδες ιστορικά παραδείγματα κοινωνιών σε φτωχοποίηση και πολιτική κρίση που γέννησαν από κλασικές επαναστάσεις μέχρι στρατιωτικές δικτατορίες. Αν ο (νεο)ναζισμός είναι μια ειδική μορφή κράτους έκτακτης ανάγκης, πρέπει να εντοπίζουμε που έγκειται αυτή η «ειδικότητα». Η ραγδαία φτωχοποίηση υποτελών τάξεων στην Ελλάδα έχει συναντηθεί με τον αναζωπυρωμένο εθνικισμό του «Μακεδονικού», την ομοφοβία και το μισογυνισμό μιας κοινωνίας που επίσημα ως το 2005 (αλλά και τώρα) θεωρεί ότι ο βιασμός εντός γάμου δεν είναι έγκλημα.
Πριν από 100 περίπου χρόνια στη συζήτησή του με την Κλάρα Τσέτκιν για το γυναικείο ζήτημα, ο Λένιν προέτρεπε τις γυναίκες να σταματήσουν να ασχολούνται με «τις αγάπες και τα κόρτε» και να αφοσιωθούν στην προοπτική της προλεταριακής επανάστασης. 20 χρόνια μετά την πολυπόθητη προλεταριακή επανάσταση (εν έτει 1936), η έκτρωση κηρυσσόταν και πάλι παράνομη.
Η «ελπίδα» όπου υπάρχει
Δε χωρά αμφιβολία ότι τα μνημόνια, ως κορύφωση της υλοποίησης του σχεδίου για την επιβίωση του καπιταλισμού, διαλύουν την κοινωνία. Υπό την έννοια αυτή, είναι λογικό η κατάργηση των μνημονίων να συμπεριλαμβάνεται στους κεντρικούς στόχους μίας ριζοσπαστικής αριστερής πολιτικής. Ωστόσο, δεν πρέπει επ’ ουδενί να παραγνωρίζεται ότι τα αντιμνημονιακά αιτήματα είναι γεννήματα της συγκυρίας, με αφορμή την οποία η αριστερά εκφράζει στο δημόσιο πεδίο διαχρονικά οράματα και αξίες.
Ειδικότερα, σε μία εποχή κατά την οποία οι αντιδραστικές δυνάμεις κεφαλαιοποιούν ακόμη «ζωντανές» πολιτιστικές δομές στην Ελλάδα, όπως για παράδειγμα ο κυρίαρχος ετεροσεξισμός και η πατριαρχική κουλτούρα, η επικράτηση στους κόλπους της αριστεράς μιας οικονομιστικής αντίληψης του αγώνα, καθώς και η υποτίμηση της ανάγκης για ιδεολογική πάλη για τα ζητήματα των έμφυλων σχέσεων, καταλήγει επικίνδυνη. Βάσει των παραπάνω, δεν είναι τυχαίο που στην άλλη όχθη της πολιτικής αντιπαράθεσης, οι αντιδραστικές δυνάμεις του πολιτικού φάσματος, από τη Νέα Δημοκρατία ως τη Χρυσή Αυγή, έχουν κατασταλαγμένες θέσεις σχετικά με τα ζητήματα αυτά. Θεωρούν τα συγκεκριμένα πεδία προνομιακά της παρέμβασης και δόμησης ενός ηγεμονικού λόγου, που περιγράφει γλαφυρά μια αναδίπλωση στους παραδοσιακούς ρόλους και αναδεικνύει την «ελληνική οικογένεια», καθώς αποτελεί άξονα απορρόφησης της νεοφιλελεύθερης επίθεσης στις κοινωνικές ομάδες. Σε αυτό το σκηνικό, που επιφυλάσσει μηδενική ανοχή για συμπεριφορές που εκφεύγουν του αυστηρά ορισμένου έφμυλου και ετεροκανονικού πλαισίου, το δικό μας αντιπρόταγμα δεν μπορεί να αγνοεί αυτό το πεδίο της πάλης. Πρέπει να διεκδικήσει την ηγεμονία.
Στις σημερινές συνθήκες, η πολιτική της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν μπορεί παρά να εμπνέεται από ένα συνολικό και πολύπλευρο όραμα για την κοινωνική χειραφέτηση, το οποίο θα περιλαμβάνει ως ισότιμους και καθοριστικούς τους στόχους της κατάργησης της έμφυλης και σεξουαλικής καταπίεσης και της σύγκρουσης με το ρατσισμό. Η πολιτική αυτή θα μπορεί να ενοποιεί τα αιτήματα που εκφράζονται μέσα από την πληθώρα των επιμέρους κινημάτων αντίστασης που αναπτύσσονται, φωτίζοντας την προοπτική της κοινωνίας που θέλουμε να δημιουργήσουμε. Για να μπορούμε να κοιτάμε το φεγγάρι και όχι το δάχτυλο, για να μην καταλήξουμε να διαχειριζόμαστε τον πόνο, αλλά να διαμορφώσουμε τους όρους για την οικοδόμηση του καινούριου.
1. Βλ. http://youtu.be/gzYa9d2Gdl4

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Σπόρος στο σωρό...

Της Ντίνας Τζουβάλα, απο τοRed NoteBook...

- To χειρότερο είναι πως τώρα που αποφάσισα να ξεκόψω , όλη η υπόλοιπη χώρα αποφάσισε να το ρίξει στις παρανομίες. Πήγα φυλακή και όταν βγήκα είδα οτι οι ηλίθιοι είχαν εκλέξει ένα μάτσο κακοποιούς. Πως σου φαίνεται αυτό;
-Δεν φταίω εγώ , φιλαράκο, εγώ φήφισα σοσιαλδημοκράτες

Philip Kerr, Οι Βιολέτες του Μάρτη (από την «Τριλογία του Βερολίνου»)


Μέσα στο 2012 οι εκδόσεις Κέδρος αποφάσισαν να εκδόσουν μαζί τα τρία νουάρ αστυνομικά μυθιστορήματα του Philip Kerr, τις Βιολέτες του Μάη (1989), τον Χλωμό Εγκληματία (1990) και το Γερμανικό Ρέκβιεμ (1991). Οι τρεις ιστορίες λαμβάνουν χώρα στο Βερολίνο το 1936, το 1938 και το 1947 αντίστοιχα.

Το χιούμορ του Κερ είναι ανατρεπτικό και κυνικό και οι ιστορίες καλοφτιαγμένες. Δεν είναι όμως αυτό το ζήτημα. Υποθέτω, δε, οτι δεν ήταν καν αυτός ο λόγος που οι εκδόσεις Κέδρος ανέσυραν την τριλογία και αποφάσισαν να την εκδώσουν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Οι τρεις ιστορίες διαδραματίζονται παράλληλα με την άνοδο και την πτώση του Τρίτου Ράιχ, μέσα στον απόηχο της παταγώδους αποτυχίας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Οι παραλληλισμοί της σύγχρονης Ελλάδας με εκείνη την περίοδο είναι ποικίλοι, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο εύστοχοι.

Υπάρχει όμως κάτι που σίγουρα ισχύει και στην περιπτωσή μας: οι καταστάσεις δεν γίνονται ποτέ πραγματικά άσχημες μέσα σε μια νύχτα.  Η αυταρχικοποίηση ενός πολιτεύματος δεν λειτουργεί σαν διακόπτης με δύο τιμές: ανοιχτό-κλειστό. Λειτουργεί περισσότερο σαν σωρός, και είναι γνωστό απο αρχαιότητος το φιλοσοφικό ερώτημα πόσοι σπόροι σταριού χρειάζονται για να φτιάξουν έναν σωρό. Ποιο είναι, δηλαδη, αυτό το κρίσιμο σημείο που η ποσότητα μετατρέπεται σε ποιότητα, αλλάζοντας ριζικά την πραγματικότητα. Το πρόβλημα συνήθως έγκειται στο ότι, όποιοι ζουμε αυτή τη διαδικασία απο μέσα, σπάνια μπορούμε να εντοπίσουμε αυτό το σημείο. Είναι μάλιστα εντελώς συνηθισμένο -και ίσως και λογικό- να μη συνειδητοποιούμε καν την ποιοτική εξέλιξη του φαινομένου ή αν την παρατηρούμε, να προσαρμοζόμαστε σε αυτήν, ώστε πια να μην μας σοκάρει.

Θα ακουστεί παράδοξο, αλλά διαβάζοντας το πρώτο μέρος της Τριλογίας, το πρώτο που σκέφτεται κανείς είναι πως το 1936 τα πράγματα δεν ήταν και τόσο άσχημα. Βεβαίως ήταν πρόβλημα να είσαι κομμουνιστής ή εβραίος ή ομοφυλόφιλος (πολλώ δε μάλλον και τα τρία μαζί:  εντελώς περιφερειακά στις Βιολέτες του Μάρτη εμφανίζεται ένας τέτοιος ήρωας). Ο Μπέρνι Γκούντερ –ο πρωταγωνιστής ντετέκτιβ– αναφέρει σε κάποιο σημείο πως η θνησιμότητα των εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της εποχής ήταν περίπου 7-8% και των υπολοίπων 1%. «Αστείο» ποσοστό σε σχέση με όσα ακολούθησαν. Αλλά τα όσα ακολούθησαν δεν θα μπορούσαν να ‘χουν υπάρξει ποτέ χωρίς να έχει εξοικειωθεί ο καθένας με αυτό το 7-8%.

Υποψιάζομαι πως αυτές τις μέρες στην Ελλάδα προστέθηκε ο σπόρος αυτός που έφερε την ποιοτική αλλαγή. Δεν σκοπεύω να αναπαραγάγω εδώ εκτενώς τα γεγονότα, αλλά οι συλλήψεις των (αρχικά) δεκαπέντε αντιφασιστών, οι συνθήκες κράτησής τους και οι (ανύπαρκτες) δικονομικές εγγυήσεις όσον αφορά τη δίωξή τους είχαν τέτοια χαρακτηριστικά που μαρτυρούν (και αυτά) μια συνολική μετάλλαξη του κράτους. Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο στοιχείο, πιστεύω. Η όλη διαδικασία δεν υπήρξε συνέπεια του εκφασισμού και της ημι-αυτονόμησης τμημάτων της αστυνομίας - αν και αυτά έπαιξαν έναν ρόλο. Δεδηλωμένος στόχος του θεοφοβούμενου πρωθυπουργού μας είναι «να βγάλει τις κουκούλες» από τους «μπαχαλάκηδες» και προφανώς αυτό δεν επιτυγχάνεται πάντα με σεβασμό στην δικονομία. Η ημι-αυτονομημένη αστυνομία, λοιπόν δεν είναι η αιτία αυτού του συγκεκριμένου προβλήματος, αλλά το μέσο για την επίτευξη του διακηρυγμένου στόχου. Με τον ίδιο τρόπο που το κράτος πρέπει να ναι σχετικά αυτόνομο για να διασφαλίζει την τάξη και τη συνοχή (ή την ταξική συνοχή αν θέλετε) σε έναν κοινωνικό σχηματισμό, κομμάτια του κράτους μπορεί να χρειάζεται να αυτονομηθούν, ώστε απερίσπαστα από δικαιικά κολλήματα (απομεινάρια της επάρατης Μεταπολίτευσης) να εκπληρώσουν έναν συγκεκριμένο στόχο. Η ανακοίνωση του Υπουργείου ΠΡΟΠΟ που δείνει ρητά πολιτική κάλυψη σε αστυνομία και ναζί και επιτίθεται στον ΣΥΡΙΖΑ (οποία έκπληξις!) επιβεβαιώνει αυτή την υπόθεση.

Μπροστά σε αυτή τη διαδικασία αυταρχικοποίησης μπορούμε να κάνουμε όλα τα λάθη εκτός απο ένα: να ψιρίζουμε την μαϊμού, κατά το κοινώς λεγόμενο. Θέλω να πω πως υποθέτω οτι οι μέθοδοι της ΧΑ και της ΕΛΑΣ δεν είναι αρεστές σε όλο το αστικό πολιτικό σκηνικό, ούτε στο σύνολο της αστικής τάξης. Παρόλα αυτά, δεν φαίνεται να κάνουν τίποτα, γιατί αντιλαμβάνονται πως είναι πολιτικά αποτελεσματικότερο να τα εντάξουν όλα αυτά σε ένα ενιαίο σχέδιο: σ’ αυτό που θα διασφαλίζει τη διατήρηση και τη διεύρυνση της οικονομικής, κοινωνικής και πολτικής τους εξουσίας. Η δική μας δουλειά, όμως, είναι το ακριβώς αντίθετο. Συνεπώς, το ζήτημα δεν είναι η εξαντλητική αξιολόγηση κάθε πράξης που προέρχεται από το από ‘δω στρατόπεδο (με την ευρεία έννοια), ούτε η πλήρης συμφωνία μπορεί να είναι προϋπόθεση για την στήριξη όσων στοχοποιεί το κράτος.  Αδιέξοδο σ’ αυτή τη συγκυρία είναι μόνο το να διστάσουμε.

Υ.Γ.: Η συντριβή της Γερμανίας και η πλήρης διάλυση του Βερολίνου μετά των πόλεμο, όπως αποτυπώνονται στο τελευταίο κομμάτι της τριλογίας (Γερμανικό Ρέκβιεμ), έχουν άλλο ένα δίδαγμα για το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που φαντασιώνεται φυλετικές ανωτερότητες: όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα, τον τρών’ οι κότες.

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Μιλώντας για (με) τη Χρυσή Αυγή: μερικές πρώτες σκέψεις ...

Red NoteBook...
 Της Ντίνας Τζουβάλα

 Ας ξεκινήσουμε με μερικά μάλλον κοινώς αποδεκτά δεδομένα. Η ως τώρα ακολουθούμενες τακτικές για την αντιμετώπιση της ΧΑ αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές, καθώς  στις εκλογές της 17ης Ιούνη η Χρυσή Αυγή διατήρησε το σημαντικό 7% που είχε κατακτήσει ενάμιση μήνα νωρίτερα. Η αρχική σιωπή (πριν τις 6 Μάη), η υπόμνηση της φιλοναζιστικής ιδεολογίας της ΧΑ, το κατοχικό παρελθόν της Ελλάδας και τα εν γένει εγκλήματα του ναζισμού, η επίκληση της ξεκάθαρα εγκληματικής δράσης της οργάνωσης δεν απέδοσαν τα αναμενόμενα (;) αποτελέσματα. Η ΧΑ όχι μόνο διατήρησε τα ποσοστά της, αλλά παρουσιάζει και τέτοια πληθυσμιακή κατανομή που βεβαιώνει πως η ίδια δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο.

Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον...

Αναζητώντας τι πρέπει να κάνουμε από ΄δω και μπρος, θα πρέπει να διερωτηθούμε γιατί αυτό που κάναμε ως τώρα είναι αναποτελεσματικό. Προσωπική μου εκτίμηση είναι πως η εκστρατεία κατά της ΧΑ ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις είχε έντονα στοιχεία ηθικού πανικού και δεν εστίασε επαρκώς στους λόγους ανόδου της οργάνωσης. Η υπόμνηση, για παράδειγμα, της ναζιστικής θηριωδίας κατά τη διάρκεια της Κατοχής πατούσε εν πολλοίς στο σχήμα της καθολικής αντίστασης των Ελλήνων απέναντι στον ναζισμό και στην απόλυτα περιθωριακή ύπαρξη του δωσιλογισμού. Όμως, παρόλο που το ΕΑΜ πήρε όντως πρωτόγνωρες διαστάσεις, δεν πολέμησαν όλοι οι παππούδες μας το ναζισμό, όπως έλεγε μια από τις εικόνες που κυκλοφορούσαν ευρέως στο διαδίκτυο. Αντίθετα, ο δωσιλογισμός υπήρξε κοινωνικό φαινόμενο με βαθιές πολιτικές ρίζες. Ο απόηχός του επιβίωσε μέσα από τον Εμφύλιο, τις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60 και τη Χούντα, για να φτάσει -μεταλλαγμένος προφανώς- μέχρι τις μέρες μας. Το γεγονός, για παράδειγμα, πως ο εκλεγμένος αντιπρόσωπος της ΧΑ στην Εύβοια κατάγεται απ την Αμάρυνθο, έδρα των Ταγμάτων Ασφαλείας, δεν είναι εντελώς τυχαίο. Σ΄ αυτή τη μερίδα του πληθυσμού, το έπος της Αντίστασης είναι το περιτύλιγμα της «κόκκινης τρομοκρατίας», και συνεπώς καμία θετική συγκίνηση δεν προκαλεί.

Από την άλλη, η επίκληση γενικά των εγκλημάτων του ναζισμού μπορεί να μας μπλέξει σε μια στατιστικού τύπου πτωματολογία για το αν σκότωσαν πιο πολλούς ο Χίτλερ ή ο Στάλιν, πτωματολογία την οποία πρώτοι εφηύραν οι φιλελεύθεροι. Όσο αυτονόητη κι αν φαντάζει στα μάτια μας η απάντηση σε μια τέτοιου είδους συζήτηση, το επιχείρημά μας δεν δομείται για όσους αντιλαμβάνονται αυτό το αυτονόητο.

Τέλος, η βίαιη δράση και η στρατιωτικοποιημένη δομή της ΧΑ ήταν πόλος έλξης παρά απώθησης για όσους την ψήφισαν. Η αντιφατική σχέση έλξης/αποστροφής τμημάτων της μικροαστικής τάξης για τη βία ικανοποιείται πλήρως από την επιλογή «θα τους ψηφίσω για να δέρνουν», έστω και αν την ίδια στιγμή, η βία του Δεκέμβρη του 2008 έχει κωδικοποιηθεί ως τραύμα στο σώμα αυτών των στρωμάτων.

Το τόξο και τα βέλη

Αν κάτι μας άφησε η συζήτηση για το νόμο περί ιθαγένειας είναι η περιβόητη φράση περί «συνταγματικού τόξου»[1] που θα απομόνωνε τις δυνάμεις εκτός αυτού. Μπορεί μια τέτοιου είδους προσέγγιση να μας βοηθήσει στην μάχη ενάντια στον ναζισμό; Η απάντησή που δίνεται εδώ είναι αρνητική. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ ούτε μπορούν ούτε θέλουν να επικουρήσουν έναν τέτοιο αγώνα - και το έχουν δείξει με κάθε τρόπο: η ανοχή της αστυνομίας σε φαινόμενα φασιστικής βίας είναι τόσο εκτεταμένη που δύσκολα ανάγεται μόνο σε φαινόμενα αυτονόμησης, ο πολιτικός λόγος της ΝΔ προεκλογικά είχε σαφείς ακροδεξιές αναφορές, ενώ σε ό,τι αφορά το ΠΑΣΟΚ, όταν ένα τμήμα του δεν φλερτάρει ανοιχτά με το φασισμό (Πάγκαλος, Λοβέρδος), ενορχηστρώνει μαζί με τη ΔΗΜΑΡ τον αγώνα κατά των «άκρων». Παράλληλα, οποιαδήποτε τέτοια «συμμαχία», ακόμα και αν ήταν επιθυμητή, θα επιβεβαίωνε το ψευδεπίγραφο σλόγκαν «μόνοι εναντίον όλων» που διακινούν σε όλους τους τόνους οι νεοναζί. Μια τέτοια ταύτιση με τα καθεστωτικά κόμματα δεν έχει τίποτα να προσφέρει στην Αριστερά. Αντίθετα, ανοίγει την πόρτα στην ανάδειξη της ΧΑ ως μόνης αντικαθεστωτικής δύναμης.

Ανάγονται τα παραπάνω σε μια τριτοδιεθνιστικής κοπής γραμμή «σοσιαλφασισμού»; Η απάντηση είναι και πάλι αρνητική. Κατ΄ αρχάς μια τέτοια αναλογία παραβλέπει σημαντικές διαφορές, και ως προς τον πολιτικό χαρακτήρα των πιθανών συμμάχων (το να παρομοιάζει κανείς το ΠΑΣΟΚ με τη γερμανικη σοσιαλδημοκρατία του Μεσοπολέμου είναι τουλάχιστον ατυχές), όσο και ως προς τον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων (σε γενικές γραμμές, η δύναμη των σοσιαλδημοκρατών και η γείωσή τους στην εργατική τάξη στην Δ. Ευρώπη ήταν πολλπλάσια αυτής των κομμουνιστών) [2]. Επιπλέον, η παραπάνω πρόταση δεν εξισώνει τις πολιτικές δυνάμεις όλου του αστικού φάσματος ως προς την επικινδυνότητά τους. Διαθέτοντας την ιστορική εμπειρία του ναζισμού, γνωρίζουμε ότι αυτός δεν είναι μια οποιαδήποτε αστική διαχείριση. Παρόλα αυτά, στην παρούσα διάταξη δυνάμεων, μια συμμαχία με τις φθαρμένες πολιτικές δυνάμεις το μόνο που εξασφαλίζει είναι η απαξίωση της Αριστεράς, η οποία όντως μπορεί να ανοίξει το δρόμο για αυταρχικές λογικές διαχείρισης του καπιταλισμού.

Σημαίνει αυτό πως δεν μας αφορά το να μην βγάλει η ΧΑ αντιπρόεδρο στη Βουλή ή το να σταματήσει η προκλητική ανοχή της ΕΛΑΣ απέναντι στα εγκλήματα της οργάνωσης; Φυσικά και όχι. Τόσο γενικώς, όσο και με δεδομένη την ειδική συνθήκη ο ΣΥΡΙΖΑ να βρίσκεται στην αξιωματική αντιπολίτευση, ο θεσμικός αγώνας είναι εφικτός, και προβάλλει μάλιστα αξιώσεις αποτελεσματικότητας χάρη στην έκταση της πιθανής μας παρέμβασης. Τέτοιες πρωτοβουλίες είναι καλοδεχούμενες, στο βαθμό αφενός που ηγεμονεύονται από την Αριστερά (και όχι από μια γενικόλογη επίκληση του κράτους που «πρέπει να κανει τη δουλειά του»), και στο βαθμό, αφετέρου, που δεν μας εγκλωβίζουν σε ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς με όσους δεν έχουμε τίποτα κοινό. Αυτό που έχει μια σημασία είναι πως, το να αφήνει κανείς στο κράτος την πάταξη του παρακράτους έχει υπαρκτά, αλλά κοντά ποδάρια.

Καλωσήλθατε στην έρημο του Πολιτικού
   
Μετεκλογικά, η ΧΑ φαίνεται πως ακολουθεί μια επί της ουσίας διαφορετική τακτική από αυτήν που ακολουθούσε μέχρι πρότινος. Οι ρατσιστικές επιθέσεις δεν έχουν σταματήσει, όμως οι αυτουργοί τους στρέφονται παράλληλα σε δράσεις ελληνοπρεπούς κοινωνικής (φυλετικής δηλαδή) αλληλεγγύης, μοιράζοντας τρόφιμα και αίμα μόνο σε Έλληνες. Παραδόξως, θεωρώ την εξέλιξη αυτή μάλλον ευχάριστη. Ομολογουμένως, μπορεί να ανοίξει το δρόμο για τη σύνδεση της ΧΑ με λαϊκές μάζες. Αυτό όμως έχει μια απαραίτητη προυπόθεση: η Αριστερά να μην κάνει σωστά όσα της αναλογούν.

Αυτή η μάχη θα δοθεί υπό έναν ορισμένο συσχετισμό δυνάμεων. Εάν απομονώσουμε το συσχετισμό αριστεράς-ναζισμού, ομολογουμένως ξεκινάμε από συντριπτικά καλύτερη βάση. Έχω συναίσθηση οτι απλοποιώ σε σημαντικό βαθμό (είναι απαραίτητο, δηλαδή, να λάβουμε υπόψη τον συνολικό συσχετισμό για να έχουμε πλήρη εικόνα). Είναι ωστόσο μέγιστο λάθος να αντιμετωπίσουμε την ΧΑ ωσάν τα ποσοστά μας να ήταν αντίστροφα κατανεμημένα: αυτή θα ήταν η η πιο βέβαιη οδός να αντιστραφούν.

Οπότε; Στην τελευταία Λεύγα παρατίθεται ένα εξαιρετικά βοηθητικό κείμενο του Γκαίμπελς, με τον οποίο ο μεγάλος προπαγανδιστής απευθύνεται στον «φίλο» του, μέλος του γερμανικού ΚΚ: «Βεβαίως συμφωνούμε πως οι γερμανοί εργάτες είναι εξαθλιωμένοι και πρέπει να κάνουν κάτι άμεσα για να ζήσουν καλύτερα», του λέει χοντρικά. «Μέχρι εδώ συμφωνούμε», τελειώνει το απόσπασμα. Υποθέτω ότι στη συνέχεια παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους, αυτό που λένε οι ναζί είναι πιο αποτελεσματικό για να επιτευχθεί αυτός ο λογικότατος και κοινός στόχος. Η ηγεμονία έχει δομηθεί, και μάλιστα με συντριπτικούς όρους.

Ας πάμε τώρα λίγο στο σήμερα. Η ΧΑ μοιράζει ελληνικό αίμα, αλλά δεν λέει τίποτα για τις δεκάδες χιλιάδες νοσοκομειακές κλίνες που καταργούνται. Μιλάει για ελληνοπρεπή παντοπωλεία, αλλά δεν μας απαντά στο πώς θα αυξηθούν πάλι οι μισθοί. Αντιλαμβάνομαι απολύτως γιατί το πρώτο σκέλος είναι πιο σοκαριστικό, αλλά θεωρώ πως το δεύτερο είναι που αποτελεί το αδύναμο σημείο τους. Ας τους ρωτήσουμε μειλίχια γι αυτό. Η αδυναμία τους να δώσουν πειστική απάντηση, θα είναι πιο πειστική από όλες τις επικλήσεις του Αουσβιτς μαζεμένες. Με διαφορετική διατύπωση, το αν η ΝΔ και η ΧΑ είναι «αδελφά κόμματα» δεν πρέπει να χρησιμοποιείται πρωτίστως σαν επιχείρημα ενάντια στην ΝΔ, αλλά ενάντια στην ΧΑ.

Ισχυρίζονται εν πολλοίς πως αν η ψήφος στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό διαρθρώνεται πια περισσότερο με κοινωνικούς παρά με ιδεολογικούς όρους, έχουμε καθήκον να διαρρήξουμε ακριβώς αυτή τη σχέση ανάμεσα στην ΧΑ και τους ψηφοφόρους/υποστηρικτές της. Στο βαθμό που το «αντι-μνημονιακό» μπλοκ στη φάση αυτή σαφώς ηγεμονεύεται από την Αριστερά, έχουμε τη δυνανότητα να διεμβολίσουμε απολύτως οποιονδήποτε άλλο διεκδικεί το χώρο μας. Η αντιπολιτική ρητορική της ΧΑ θα σκοντάφτει πλέον στο γεγονός ότι και η ίδια είναι κοινοβουλευτική δύναμη. Το επιχείρημά τους δεν διαλυεται μεν, αλλά διανοίγονται ρωγμές.

Αντιλαμβάνομαι πως όλοι και όλες μας νιώθουμε άβολα μ΄ αυτή την υποτιθέμενη και εν πολλοίς επιφανειακή γειτνίαση. Όμως η πολιτική σε καιρούς κρίσης (πρέπει να) είναι αμείλικτη. Το να μιλήσουμε στον κόσμο της ΧΑ με όρους ενσωμάτωσης-καταγγελίας είναι κάτι στο οποίο δεν είμαστε συνηθισμένοι. Απλά, αν το να λεηλατεί η ακροδεξιά την Αριστερά δεν είναι νομοτέλεια, και μάλιστα μονής κατεύθυνσης, τίθεται το ερώτημα συκγρότησης μιας τέτοια ηγεμονίας που θα λεηλατήσει οτιδήποτε άλλο θέλει να προβάλει τον εαυτό του ως αντι-συστημικό.

Βάζοντας άνω τελεία

Όπως έλεγε πρόσφατα ένας σύντροφος, η όλη στάση μας απέναντι στον φασισμό ηγεμονεύεται συντριπτικά από τις ήττες μας. Οι συζητήσεις για το πώς η κρίση θα οδηγήσει στον φασισμό «όπως την προηγούμενη φορά» (οπότε μόνο δυο χώρες ανέπτυξαν μαζικό φασιστικό κίνημα), και εν συνεχεία σε γενικευμένο πόλεμο «όπως την προηγούμενη φορά» (λες και δεν χρειάστηκε να συντρέξουν ειδικές συνθήκες, λες και οι αστικές τάξεις δεν μάθαν μετά το 1945 πως όταν δίνεις στους λαούς όπλα, είναι δύσκολο να τους τα πάρεις πίσω), είναι οικείες σε όλους μας. Το μύθευμα [3] περί συντριπτικής διείσδυσης του ναζισμού στην εργατική τάξη είναι επίσης γνωστό.

Στην Ελλάδα του 2012, μια νίκη του νεοναζισμού περνάει ευθέως μέσα από μια δικιά μας ήττα, την οποία έχουμε κάθε λόγο να αποφύγουμε. Από την άλλη, στον βαθμό που η δικιά μας νίκη εξαρτάται (και) απ΄ το πόσο συντριπτικά θα νικήσουμε τον ναζισμό, εκτιμώ πως η απομάκρυνση από την ηθικολογία, τα μαθήματα ιστορίας και την πτωματολογία, η minimum επίκληση του κράτους, η αποφυγή ταύτισης με «συνταγματικά», δηλαδή εν πολλοίς και για πολλούς καθεστωτικά τόξα, και η συγκρότηση ενός τέτοιου ηγεμονικού λόγου και μιας τέτοιας ηγεμονικής πρακτικής, που δεν θα αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας για το ποιος είναι αυτός ο πολιτικός χώρος που έχει τη θέληση και την ισχύ να βγάλει τις υποτελείς τάξεις από την κρίση, είναι ο δρόμος προς τη νίκη.

Παίζουμε, έτσι, με την φωτιά; Βεβαίως. Αλλά σε μια εποχή που η άλλη εναλλακτική είναι να περιμένεις να κατακαείς, αυτή είναι η ευχάριστη εκδοχή.

__________________

[1] Νίκος Αλιβιζάτος, Mετανάστες: «συνταγματικό τόξο» για την Ελλάδα, Καθημερινή, 3.1.2010 (βλ. εδώ)

[2] Για μια τεμηριωμένη ανάλυση του θέματος βλέπε: Γιώργος Αλεξάτος, Η σοσιαλδημοκρατία αντιμέτωπη με τον φασισμό. Η εμπειρία του Μεσοπολέμου, Εκτός Γραμμής, 16.6.2012 (βλ. εδώ)

[3] Για μια αποδόμηση αυτής της κοινής αντίληψης: Dies brumalis, Η ταξική φύση του ναζιστικού κόμματος, Aristero blog, 1.7.2012 (βλ. εδώ)

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Γυναίκες (πάλι) στην πυρά ...

Red NoteBook ...
Της Ντίνας Τζουβάλα


Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έχτιζαν για τα μικρά ψαράκια
στη θάλασσα τεράστια κλουβιά, και θα έβαζαν μέσα διάφορες τροφές, φυτά καθώς και ζωντανά. Θα φρόντιζαν τα κλουβιά να έχουν πάντα καθαρό νερό και γενικά θα τα εφοδίαζαν με διάφορες εγκαταστάσεις υγιεινής

    Μπέρτολντ Μπρεχτ, Ιστορίες του Κυρίου Κόινερ
             
Στο πολύ ενδιαφέρον της βιβλίο «Ο Καλιμπάν και η Μάγισσα», η Σίλβια Φεντερίτσι αναδεικνύει μια παραγνωρισμένη πλευρά της βίας που συνόδευσε την πρωταρχική συσσώρευση. Εκτός από τη βία της αποικιοκρατίας και των περιφράξεων, μας θυμίζει, υπήρξε και μια «άλλη» βία, αυτή κατά των γυναικών, που έμεινε γνωστή στην ιστορία σαν «κυνήγι μαγισσών». Στην Ελλάδα του 2012 το κυνήγι αυτό αναβιώνει - και είναι εξίσου βίαιο και αηδιαστικό, όπως ήταν πάντα.

Η δημοσίευση της φωτογραφίας της 22χρονης οροθετικής πόρνης, μια ενέργεια κανιβαλικής βίας εναντίον μιας γυναίκας, είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από «μεμονωμένο» περιστατικό. Είχαν προηγηθεί δύο υπουργοί του ΠΑΣΟΚ (Λοβέρδος και Χρυσοχοϊδης), που εδώ και κάποιους μήνες μας προειδοποιούσαν πόσο μεγάλη απειλή για την ελληνική οικογένεια συνιστούν οι αλλοδαπές εκδιδόμενες, που μολύνουν τους πελάτες τους - προφανώς εξαναγκάζοντάς τους σε συνουσία, και δη σε συνουσία χωρίς προφυλάξεις... Δεν είναι, λοιπόν, να απορεί κανείς που ο εντοπισμός μιας γυναίκας που νοσεί συνοδεύτηκε με διαπόμπευσή της από την ΕΛ.ΑΣ, και βέβαια από την αναπαραγωγή του θέματος ως θεάματος από τα ΜΜΕ.

Αυτό για το οποίο, αντίθετα, αξίζει να απορεί κανείς είναι αν η συγκεκριμένη γυναίκα είναι η πρώτη εκδιδόμενη στη χώρα μας που εντοπίζεται θετική στο AIDS. Γιατί αν δεν είναι (που δεν είναι), αναρωτιέται κανείς εύλογα πώς αντιμετωπιζόταν μέχρι τώρα το ζήτημα χωρίς να χρησιμοποιούνται τέτοιες πρακτικές. Υποθέτω ότι η δημοσίευση των στοιχείων του οίκου ανοχής θα ήταν αρκετή: μετά από αυτή, κάθε «πελάτης» θα είχε την ευθύνη να πάει να ρωτήσει ο ίδιος και βέβαια να υποβληθεί στις αναγκαίες εξετάσεις. Μάλλον, όμως, τέτοιες «μη δραστικές» λύσεις ήταν για τις εποχές που δεν είχαμε στρατόπεδα συγκέντρωσης, και που ο λόγος των δύο μεγαλύτερων (μέχρι τώρα) κομμάτων δεν έμοιαζε τόσο τρομακτικά με αυτόν της Χρυσής Αυγής.

Από την άλλη πλευρά, «δραστικές» λύσεις, όπως η διαπόμπευση, από αστυνομία και ΜΜΕ, μιας γυναίκας που πάσχει από AIDS, δεν χρησιμοποιούνταν στις «χρυσές εποχές» του ελληνικού καπιταλισμού, τη δεκαετία του ’90, ή στα πρώτα χρόνια του 2000. Τότε δηλαδή που η «ρωσίδα» ήταν η απόδειξη του κοινωνικού στάτους και του «ανδρισμού» των μεσοστρωμάτων στις πόλεις και στην επαρχία. Αυτές οι εποχές, όμως, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, μαζί με την «ισχυρή Ελλάδα» των εκσυγχρονιστών του Σημίτη. Γι’ αυτό και η μετανάστρια που εκδίδεται παύει πια να είναι το «όνειρο» του Έλληνα οικογενειάρχη, και γίνεται «απειλή για τη δημόσια υγεία». Μικρή λεπτομέρεια: το ελληνικό κράτος εδώ και δεκαετίες ανέχεται το συντονισμένο έγκλημα της καταναγκαστικής πορνείας (συντονισμένο, γιατί και οι πελάτες που εν γνώσει τους έρχονται σε επαφή με γυναίκες που εξαναγκάζονται στην εκπόρνευση, επίσης εγκληματούν). Όμως κανένας υπερασπιστής της δημόσιας υγείας και της νομιμότητας δεν φαίνεται να το θυμάται αυτό.

***

Όταν λέγαμε πως η εργαζόμενη μετανάστρια (ειδικά στην «βιομηχανία του σεξ») υπόκειται σε τριπλή εκμετάλλευση, λόγου του φύλου, της καταγωγής και της τάξης της, λίγοι υποθέτω μπορούσαν να φανταστούν σε τι επίπεδα αγριότητας θα έφτανε αυτή η εκμετάλλευση. Βλέπετε, όσο και να προσπαθούμε να αποκοπούμε από την «αισιοδοξία» του Διαφωτισμού και τον ιστορικισμό ενός ορισμένου μαρξισμού, η έννοια της «προόδου» παραμένει βαθιά ριζωμένη στις περισσότερες και τους περισσότερους: το Ολοκαύτωμα και ο ναζισμός ανήκαν -θεωρούσαμε- οριστικά στο παρελθόν. Να όμως που η κρίση ήρθε να μας θυμίσει κάτι που ίσως είχαμε ξεχάσει. Ότι την «πρόοδο» ή την «οπισθοδρόμηση» δεν τις υπαγορεύει ο Ορθός Λόγος, αλλά οι αγώνες.

Σήμερα, λοιπόν, που η αξιοπρέπεια μιας 22χρονης γυναίκας θεωρείται ανάξια να προστατευθεί, χρειάζεται να θυμόμαστε πως η «αξιοπρέπεια που είναι ανάξια να προστατευθεί» απέχει δύο μόλις βήματα από τη «ζωή που είναι ανάξια να βιωθεί» - από το δόγμα, δηλαδή, πάνω στο οποίο χτίστηκαν τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το αποτέλεσμα των εκλογών της Κυριακής θα είναι ένας από τους παράγοντες που θα κρίνουν αν  αυτά τα δύο βήματα θα γίνουν. Την ίδια στιγμή, όμως, το ίδιο αυτό αποτέλεσμα θα αποτιμηθεί σε βάθος χρόνου. Όχι με βάση τα ποσοστά των κομμάτων, αλλά κυρίως με βάση όσα θα ακολουθήσουν.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Δικαιολογώντας τα αδικαιολόγητα. «Έλληνες, μην τρώτε τους μισθούς των σλοβάκων»...

Red NoteBook ...
Της Ντίνας Τζουβάλα


Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.
Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

Μανόλης Αναγνωστάκης, «Στο παιδί μου», Ο στόχος (1970)


Όταν ήμασταν μικροί (μερικοί το συνεχίζουν ακόμα) και κάναμε κάτι πολύ λάθος, εφευρίσκαμε τις πιο απίθανες δικαιολογίες. Συνήθως «κάποιο ρακούν είχε μπει στο σπίτι» και είχε σπάσει το καλό κινέζικο βάζο ή είχε φάει όλο το παγωτό. Χαριτωμένο αν είσαι κάτω από 12, αλλά εκνευριστικό αν είσαι πάνω από 18. Αν μη τι άλλο, όμως, πρωτότυπο αν είσαι πάνω από 18 και διανοούμενος του Μνημονίου που αρθρογραφεί σε free press.

Αν ήμουν υποστηρικτής του Μνημονίου «γιατί είναι ο μόνος τρόπος να μην πτωχεύσουμε», κι ενώ η Ελλάδα οδεύει ταχέως προς την πτώχευση, θα έπρεπε να σκαρφιστώ κάτι πολύ έξυπνο για να δικαιολογήσω το μισθό μου (απ’ όπου κι αν προέρχεται…). Παρόλα αυτά, κάθε πιθανή δικαιολογία που έρχεται στο δικό μου μυαλό είναι σκέτος κομφορμισμός μπροστά στο τι σκέφτηκε ο Τάκης Μίχας για να κερδίσει το ψωμί του κι αυτό το μήνα.

Πολύ περιληπτικά, ο δημοσιογράφος επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι το τελευταίο καταφύγιο του κρετινικού νεοφιλελευθερισμού είναι είτε η ανούσια ηθικολογία είτε η ευθεία διαστρέβλωση των γεγονότων (εν προκειμένω είναι και τα δύο μαζί). Το επιχείρημα είναι περίπου αυτό: είναι ανήθικο και αδιανόητο ο μέσος Σλοβάκος που αμείβεται με 700 ευρώ να στερείται για να χρηματοδοτεί μέσω του Μνημονίου το μέσο Έλληνα που παίρνει 1700. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να σταματήσει η χρηματοδότηση της Ελλάδας μέσω του μηχανισμού στήριξης, ώστε να αποκατασταθεί η ηθική τάξη και οι άσωτοι Έλληνες να τιμωρηθούν για την τρυφηλότητα του βίου τους.

Κατ’ αρχάς να χαιρετίσουμε την προσχώρηση του Τάκη Μίχα στην άποψη ότι η απεμπλοκή της Ελλάδας από το Μνημόνιο είναι δυνατή και ευκταία. Με ανησυχεί βέβαια τι θα πει ο Πάσχος Μανδραβέλης, ο οποίος συστηματικά υποστήριζε (τουλάχιστον όταν η πτώχευση δεν ήταν προ των πυλών) ότι η «παλαβή αριστερά» επιθυμεί την πτώχευση, ώστε να δημιουργηθεί χάος και να έχει μια ευκαιρία να έρθει στα πράγματα. Υποθέτω, έστι, ότι το ίδιο θα ισχυριστεί τώρα και για την παλαβή νεοφιλελεύθερη δεξιά του Τάκη Μίχα. Καθώς υποψιάζομαι δε ότι η αναστάτωση που έχει στο μυαλό του ο Μίχας δεν περιλαμβάνει τις μάζες στους δρόμους, αναρωτιέμαι ευλόγως μήπως περιλαμβάνει τανκς. Κι επειδή έπειτα από μια τέτοια αναταραχή σίγουρα δεν πρόκειται να έρθει στα πράγματα η Αριστερά, υποψιάζομαι μήπως τελικά έρθουν οι τεχνοκράτες. Για να λέμε τα σύκα σύκα και τον αυταρχισμό αυταρχισμό, στη Χιλή πέτυχε.

Εν πάση περιπτώσει, είμαι σίγουρη ότι ο Πάσχος θα τα επισημάνει όλα αυτά αργά ή γρήγορα, έτσι δεν σκοπεύω να ασχοληθώ παραπάνω – άλλωστε οι σχέσεις του νεοφιλελευθερισμού με τη δημοκρατία έχουν αναβαθμιστεί σε άλλο επίπεδο από την εποχή που η Σχολή του Σικάγο μετακόμιζε στη Χιλή για να βοηθήσει τον Πινοσέτ να τονώσει την ανταγωνιστικότητα.

Τώρα, λοιπόν, που αφομοιώσαμε την ταχεία μεταστροφή του Τάκη Μίχα, και αφού πανηγυρίσαμε την αναπάντεχη διεύρυνση του αντιμνημονιακού μπλοκ, μπορούμε να περάσουμε στις λεπτομέρειες της ανάλυσής του. Εδώ βεβαίως υπάρχουν κάποια μικρά προβλήματα που με κάνουν να ανησυχώ για τη φερεγγυότητα του νέου συμμάχου. Κατ’ αρχάς ο γράφων φαίνεται να μην μπορεί να αποφασίσει αν ο εργαζόμενος στην Σλοβακία παίρνει 300 ή 700 ευρώ το μήνα, καθώς υποστηρίζει και τα δύο σε απόσταση δύο παραγράφων. Επειδή όμως νιώθω ήδη τύψεις που είμαι τόσο δύσπιστη, θα υποθέσω ότι το 700 είναι ο μέσος μισθός και το 300 ο κατώτατος, ή ο μισθός που παίρνει πραγματικά ο μέσος Σλοβάκος αν αφαιρέσουμε το ελάχιστο ποσοστό των πολύ υψηλά αμειβομένων (παρεμπιπτόντως, μην εμπιστεύεστε ποτέ τους μέσους όρους: εκεί είναι κάποιος που καθαρίζει 4000 το μήνα και κάποιος που βγάζει 200. Ο μέσος όρος είναι 2100, αλλά κανείς δεν παίρνει τοις μετρητοίς αυτό το ποσό. Στο δημοτικό μας λέγαν ότι δεν μπορείς να αθροίσεις μήλα με πορτοκάλια, πράγμα που οι mainstream οικονομολόγοι δεν πήραν ποτέ τοις μετρητοίς).

Με τον ενθουσιασμό μου για τη διεθνιστική αλληλεγγύη του Τάκη Μίχα να έχει κάπως μειωθεί, συνεχίζω να διαβάζω πως 600.000 αδίστακτοι έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι πίνουν το αίμα των Σλοβάκων αδελφών μας. Προσπαθώ, λοιπόν, να μάθω ποιο ήταν το εισόδημα των Σλοβάκων πριν τη συμμετοχή της χώρας τους στο μηχανισμό στήριξης για να δω τι χρωστάω στη μέση σλοβάκα εργαζόμενη και αν θα μπορέσω ποτέ να ξεχρεώσω (παρεμπιπτόντως και πάλι, αν διαβάσετε τον Μίχα, θα πιστέψετε ότι στην Ελλάδα και στη Σλοβακία δουλεύουν ή «δουλεύουν» μόνο οι άντρες. Δεν βλέπω την παραμικρή αναφορά σε εργαζόμενες ή έστω ελληνίδες «εργαζόμενες»). Στην προσπάθειά μου να το διαπιστώσω ανακαλύπτω διάφορα ενδιαφέροντα για την ανάπτυξη της Σλοβακίας το 2009 και εντεύθεν. Δεν βρίσκω, όμως, κανένα συγκριτικό στοιχείο για τους μισθούς στη Σλοβακία πριν τους αφαιμάξει η Ελλάδα. Επειδή θεωρώ πως ο όψιμος σύμμαχος απλά ξέχασε να το αναφέρει, καταφεύγω στο Διαδίκτυο, απ’ όπου πληροφορούμαι πως το 2004-05 ο μέσος μισθός πωλητή στη Σλοβακία ήταν 378 δολάρια. Έχω πλέον βάσιμες υποψίες πως το βιοτικό επίπεδο στη Σλοβακία δεν έχει επηρεαστεί από το μηχανισμό στήριξης: ήταν ήδη στον πάτο.

Όμως το ενδιαφέρον του Τάκη Μίχα με έχει συνεπάρει. Θέλω πολύ να μάθω τι πήγε τόσο στραβά στη Σλοβακία και οι άνθρωποι έφτασαν να ζουν με λιγότερα από 400 δολάρια το μήνα. Είμαι απόλυτα πεισμένη ότι γι’ αυτό ευθύνεται ακριβώς ό,τι και στην Ελλάδα: η μειωμένη παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα. Ο διεθνιστής αρθρογράφος, ωστόσο, με διαβεβαιώνει πως όχι. «Η Σλοβακία έκανε κάθε θυσία για να γίνει χώρα που αποτελεί μαγνήτη για τις ξένες επενδύσεις: Η Samsung φτιάχνει τις τηλεοράσεις στα βουνά Tatra, η VW κατασκευάζει εκεί το μοντέλο Touareg, η Porshe το Cayenne και η Audi το Q7. Η κορεάτικη αυτοκινητοβιομηχανία έχει επενδύσει στην Zilina και η Peugeot έχει εργοστάσιο στην Trnava». Αν και η Σλοβακία, λοιπόν, είναι μαγνήτης για επενδύσεις, οι μισθοί δεν φαίνεται να πηγαίνουν πολύ καλά. Παρόμοιες φήμες υπάρχουν και για την Κίνα, αλλά δεν θα θελα να επεκταθώ. Έχω πάντως αρχίσει να πιστεύω πως οι μισθοί στην Ελλάδα, τη Σλοβακία, την Κίνα και αλλού δεν πάνε πολύ καλά τα τελευταία χρόνια και, ως εκ τούτου, μάλλον υπάρχει κάποια πειστικότερη εξήγηση γι’ αυτό από το Μεγάλο Ελληνικό Δημόσιο. Άσπονδοι φίλοι του κυρίου Μίχα, μάλιστα, υποστηρίζουν ότι φταίει η προσπάθεια του νεοφιλελευθερισμού πανταχού γης να συντρίψει το κόστος εργασίας προς όφελος του κεφαλαίου.

Θα αποφύγω τα βιαστικά συμπεράσματα, όσο κι αν η εμπιστοσύνη μου στον κύριο Μίχα –το ομολογώ– έχει κλονιστεί. Έχω αρχίσει, όμως, να πιστεύω ότι ο κύριος Μίχας και οι φίλοι του (έλληνες και σλοβάκοι) έχουν φάει όλο το γλυκό και τώρα σκαρφίζονται κάθε πιθανή και απίθανη δικαιολογία για τα αδικαιολόγητα. Θα τους πιστέψουμε;

Ροη αρθρων