Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα TWITTER. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα TWITTER. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Τιτιβίζοντας το τίποτα...

Αφού δεν μπορεί να παραχθεί μεγάλη ή στοιχειωδώς λειτουργική πολιτική, ας ακουστεί τουλάχιστον ένα τιτίβισμα στο Twitter.
Αν κάποιος επαγγελματίας της πολιτικής είναι ανίκανος να λύσει ένα πρόβλημα συντεθλιμμένος στις εσωκομματικές και θεσμικές συμβάσεις, αν κάποιος πολιτικός αδυνατεί να συνθέσει μια πολιτική κατεύθυνση ή θεωρεί μη χρήσιμο να δουλέψει σε δυσδιάκριτα και μη επικοινωνιακά αντικείμενα-νομοσχέδια, ας κάνει ένα τζέρτζελο ανέβασμα, μια «εικονοκλαστική» χειρονομία, ας ρίξει μια καρπαζιά σε μια γριά ενώ περνάει ξυστά δίπλα της με το μηχανάκι, ας κάνει μια αταξία (απ' αυτές που δεν του επέτρεψε η μαμά του) ώστε να «γράψει» επικοινωνιακά.
Οσο περιορίζεται ή δυσκολεύει το πεδίο πολιτικής παραγωγής τόσο τα ιντερνετικά πρεζόνια -για να επικυρώσουν την ασήμαντη οντότητά τους- προκαλούν θορύβους, στιγμιαία μίση, χαράκωμα της μπογιάς του αυτοκινήτου. Εάν κανείς δει τη διαδικτυακή ύλη που διεκδικεί τη θέση της πολιτικής παραγωγής, κατανοεί έκπληκτος τη δυσαναλογία ηλιθιότητας, ναρκισσισμού και προβλημάτων της κοινωνίας. Το τίποτα χρειάζεται ένα πάμφθηνο κάτι. Οι διαδικτυακοί τραμπουκισμοί, οι εξυπνακίστικες, στεγνές συντομογραφίες υποκαθιστούν την κοινοβουλευτική πράξη, την πολιτική δυνατότητα, τη δύναμη και τη χαρά της δημοκρατίας, την αμυντική αποτελεσματικότητα της ελεύθερης σκέψης και κυρίως υποκαθιστούν τη χρησιμότητα.
Ηπτώση του επιπέδου που τυλίγει Κοινοβούλιο και διαδικτυακό καφενείο δεν οφείλεται μόνο στην κάμψη των πολιτικών ποιοτήτων (στη χαμηλή στάθμη των οποίων ούτως ή άλλως η χώρα μας είναι σταθερά και διιστορικά προσηλωμένη), αλλά και στη σοβαρή έκπτωση πολλών δομών της δημοκρατικής συνθήκης και πολιτικής παραγωγικότητας. Για παράδειγμα, απαγορεύονται απεργίες με τις επιστρατεύσεις ή τις απειλές λόγω ανεργίας (έχουμε, δηλαδή, μια βαθύτατη πολιτικοθεσμική υποχώρηση)· ως παράλληλο συμβάν «τρέχει» ένα νομοθετικό έργο, αντιφατικό, εκβιασμένο, πρόχειρο, αδιάβαστο, αστοιχείωτο (έχουμε δηλαδή μια θεσμοποιητική υποχώρηση)· διευρύνονται και βαθαίνουν κάθε λεπτό τα κοινωνικά μίση, η βία, το έγκλημα, ο υποσυνείδητος εκφασισμός της κοινωνίας (έχουμε δηλαδή μια πολιτισμική υποχώρηση)· ως σύνθεση όλων αυτών των πολλαπλών υποχωρήσεων έχουμε τη μετάθεση της τέλεσης στον αυτοσχεδιασμό, στην ενδοτικότητα, στην κούτρα και ενίοτε τις σκοταδιστικές ιδεοληψίες ελαχίστων (επιλεγμένων) πολιτικών στελεχών, υπό την απόλυτη εξουσία της τρόικας. Απέναντι στα μείζονα, που συμβαίνουν στην κοινωνία, αντιστοιχούν τα ποιοτικώς ελάσσονα στην πολιτική.

Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

Η tweetοποίηση της γλώσσας, της σκέψης και της κοινωνίας...

Γελωτοποιός...

Ανταλλάξαμε τη σοφία με τη γνώση.
Μετά ανταλλάξαμε τη γνώση με την πληροφορία.
                                              Τ.Σ. Έλιοτ
Η γλώσσα με τη σκέψη συνδέονται όπως οι δύο όψεις ενός φύλλου από χαρτί. Είναι αδύνατον να τις ξεχωρίσεις. Και όταν τραυματίζεται η μια πλευρά τραυματίζεται και η άλλη.
Αυτό ισχυρίζεται ο δημιουργός της σύγχρονης γλωσσολογίας, ο Ferdinand de Saussure.
Και ο Lev Vykotsky στο βιβλίο του «Σκέψη και γλώσσα» συμπληρώνει:
«Η σκέψη που δεν ενσαρκώθηκε σε λέξη παραμένει σκιά. Η λέξη που της έχουν αφαιρέσει τη σκέψη είναι νεκρή λέξη.»
Μπορούμε να αναφέρουμε και το φιλόσοφο της γλώσσας, τον Wittgenstein, που έλεγε ότι οι «λέξεις είναι πράξεις» και να πιστέψουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια αποκάλυψη του εικοστού αιώνα.
Και όμως... Η ιδέα ότι η σκέψη με τη γλώσσα ταυτίζονται είναι πολύ παλιότερη.
Ο Πλάτωνας στο διάλογο του «Σοφιστής» λέει: «Η σκέψη και ο λόγος είναι το ίδιο πράγμα.»
Ή αλλού: «Γλώσσα νόησις νοήσεως». Η γλώσσα είναι η σκέψη της σκέψης!
Θέλετε να πάμε ακόμα πιο πίσω;
Στα Ομηρικά Έπη το ρήμα «φράζω» σημαίνει λέγω. Εξ’ ου και τα «εκφράζω, μεταφράζω, παραφράζω». Το ίδιο όμως ρήμα στην παθητική φωνή, «φράζομαι», σήμαινε... Σκέφτομαι.
Λέγω και σκέφτομαι. Σκέφτομαι και γράφω. Ίσως αυτό να σας θυμίζει τα σχολικά σας χρόνια.
Μια και μιλήσαμε για σχολικά χρόνια ας αναφέρουμε και μια σκέψη του Τσολάκη: «Η γλώσσα είναι κοινωνικό προϊόν, αλλά και η κοινωνία είναι προϊόν της γλώσσας.  Όταν υποχωρεί μια γλώσσα, υποχωρεί η σκέψη, υποχωρεί και ο πολιτισμός που αυτή εκφράζει. Γλώσσα είναι ολόκληρος ο λαός -και ένας λαός δεν είναι τίποτα άλλο από τη γλώσσα του.»
Ο καλός χειρισμός της γλώσσας δεν είναι θέμα λεξιλογίου ή γνώσεως των γραμματικών και συντακτικών κανόνων, όχι μόνο. Γιατί τότε ο σημαντικότερος Έλληνας ποιητής θα ήταν ο Μπαμπινιώτης!
«Την πιο δυνατή γλώσσα τη διαθέτει εκείνος που διαθέτει τη πιο δυνατή σκέψη», και μπορούμε να αναφέρουμε ως παράδειγμα το στρατηγό Μακρυγιάννη.
Ο Μακρυγιάννης δεν ήξερε να διαβάζει και να γράφει. Όταν τελείωσε ο εθνοαπελευθερωτικός αγώνας έκατσε και έμαθε γράμματα για να γράψει μόνος του τα απομνημονεύματα του. Το αποτέλεσμα είναι συγκλονιστικό (και αυτό δεν είναι μόνο η δικιά μου γνώμη, ρωτήστε και το Σεφέρη).
Η σκέψη του Μακρυγιάννη ήταν τόσο δυνατή που δεν χρειαζόταν λόγιες λέξεις για να εκφραστεί. Μιλούσε τη γλώσσα του λαού και σκεφτόταν με αυτήν.
                                             ---{}---
Η σύγχρονη γλώσσα, η σκέψη οπότε, είναι σύντομη όσο ένα tweet.
Παρατηρήστε τις αναρτήσεις όχι μόνο στο twitter, που εξ’ ορισμού είναι μόλις 140 χαρακτήρες, αλλά και στο facebook. Οι περισσότερες συνοδεύονται από εικόνα ή είναι εντυπωμένες πάνω στην εικόνα ή ακολουθούν την εικόνα, το οποίο είναι απαραίτητο για να σου τραβήξουν την προσοχή μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό πληροφοριών.
Οι φράσεις αυτές (ή αν θέλετε μπορείτε να τις θεωρήσετε ως σκέψεις) σπάνια ξεπερνούν τις δέκα λέξεις. Τις περισσότερες φορές είναι «αστείες» ή «έξυπνες» ή μπορεί να είναι ένα «έξυπνο αστείο». Όταν δεν στοχεύουν στη στιγμιαία θυμηδία του «φίλου», είναι κάποιες «μεγάλες» φράσεις «μεγάλων» ανθρώπων, που πάντα συνοδεύονται από το όνομα αυτού του «μεγάλου» (όπως η ρήση του Έλιοτ που αναφέρω στην αρχή αυτού του κειμένου).
Και δεν είναι τυχαίο που όλες αυτές οι σύντομες φράσεις-σκέψεις κοινοποιούνται πάνω στο «τοίχο» του πομπού, σαν ένα ψηφιακό γκράφιτι.
Όμως δεν πρόκειται για «σοφία» ούτε φυσικά για «γνώση», αλλά για «πληροφορία».
Μετά από μία ώρα στα social media τύπου facebook ή twitter το μόνο που σου μένει είναι μια ακαθόριστη σύγχυση ιδεών και η ενίσχυση του επερχόμενου κοινωνικού Αλτσχάιμερ. Δε θυμάσαι τίποτα από όσα διάβασες (και επικρότησες πατώντας το κουμπί του like), αλλά χαμογελάς ανόητα, σαν τον υπερήλικο που τρίβει τυρί για το ρυζόγαλο του.
Ο τουιτοποιημένος λόγος-σκέψη είναι κατά κάποιο τρόπο προφορικός λόγος της σύντομης συνάντησης -αποτυπωμένος ψηφιακά. Προσπαθεί να αναπληρώσει τα μη-λεκτικά στοιχεία του προφορικού λόγου (έκφραση προσώπου, τόνος - χροιά φωνής, στάση σώματος, επαφή), τα οποία αντιπροσωπεύουν το 55% τουλάχιστον της ανθρώπινης επικοινωνίας, με τεχνάσματα όπως τα emoticons :) :(  :Ο, με παραγλωσσικά σύμβολα «lol» (που θέλει να δείξει ότι ο δέκτης γελάει), με σκουντήγματα και το τόσο διαδεδομένο πλέον «like».
Το οποίο βεβαίως σημαίνει «μου αρέσει», εκφράζει την αρέσκεια του αποδέκτη, αλλά εκφράζεται μηχανικά-δυαδικά, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει την ένταση του συναισθήματος. Και πολλές φορές οδηγώντας σε παράδοξες και ανόητες δηλώσεις, όπως το να πατάς «like» σε μια μακάβρια εικόνα ή δήλωση, αφού δεν υπάρχει «dislike».
Η πράξη αυτή, το να σου αρέσει κάτι που ουσιαστικά δε σου αρέσει, θα έκανε τον Όργουελ να διαρρήξει τα βιβλία του –και τα ιμάτια του.
Στο παράρτημα του «1984» ο Όργουελ αναφέρει τις αρχές της Νέας Ομιλίας. Γράφει: «Ο σκοπός της Νέας Ομιλίας ήταν: Κάθε σκέψη αιρετική –δηλαδή μια σκέψη που βρίσκεται σε διάσταση με το Αγγσος (το κόμμα του Μεγάλου Αδελφού)- να είναι αδύνατον να γίνει, τουλάχιστον ως το βαθμό όπου η σκέψη εξαρτάται από τις λέξεις.»
Ποιον τρόπο χρησιμοποίησε το ολοκληρωτικό καθεστώς του τόσο μακρινού μέλλοντος για να χειρίζεται τη σκέψη των υπηκόων του; Του άλλαξε τη γλώσσα.
Κατάργησαν τις «περιττές» λέξεις. Απογύμνωσαν τις υπόλοιπες από κάθε αιρετικό περιεχόμενο. Συμπτύξανε το συντακτικό και τη γραμματική. Δημιούργησαν μια καινούρια γλώσσα όπου η ευκολία εκφοράς και εκμάθησης ήταν αυτοσκοπός. Οι λέξεις με αρνητικό περιεχόμενο, όπως «κακός», αντικατασταθήκανε από τις στερημένες από συναίσθημα αντίστοιχες τους: «μη-καλός».
Αλλά ο Όργουελ δεν είχε φτάσει στο σημείο να φανταστεί ότι δε χρειάζονται καν αντίθετες λέξεις. Ότι μπορείς να πατάς like ακόμα και όταν διαφωνείς, θλίβεσαι, θυμώνεις, εξοργίζεσαι.
Όταν γράφεις tweets μαθαίνεις να σκέφτεσαι με tweets: Κατακερματισμένα και ασύνδετα.
Και η μνήμη σου γίνεται το ίδιο βραχύχρονη.
Κάτι που κάνει τους φαύλους κυβερνώντες να πατάνε «like» και να γράφουν «lol», με πολλά θαυμαστικά στο τέλος !!!!!!!!!!!! και άλλα τόσα emoticons :-))
Δεν είναι τυχαίο ότι το twitter και το facebook είναι το αγαπημένο μέσο των σύγχρονων μας πολιτικών. Ακόμα και στην τηλεόραση, με τις προαποφασισμένες ερωτήσεις των «δημοσιογράφων», πρέπει να σκεφτούν και να μιλήσουν για να πείσουν.
Πρέπει να φανούν (μη-λεκτική γλώσσα) ειλικρινείς και σίγουροι.
                                              ---{}---
Το διάβασμα tweets και αναρτήσεων του facebook δεν ωφελεί σε τίποτα την νόηση (συμπεριλαμβάνοντας και το θυμικό), αφού οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε χίλια tweets δεν ισούνται με 140Χ1000 χαρακτήρες ενός βιβλίου –εξαρτάται πάντα και από το βιβλίο.
Θα μπορούσε να γίνει ένα ψυχολογικό πείραμα: Τα υποκείμενα της πρώτης ομάδας να διαβάζουν για ένα μήνα μόνο tweets. Τα υποκείμενα της δεύτερης ομάδας μόνο βιβλία.
Και στο τέλος του μήνα να ρωτήσουμε τα υποκείμενα του πειράματος τι θυμούνται από αυτά που διάβασαν (δε λέμε τι προσκόμισαν γιατί αυτό έχει να κάνει και με την αντίληψη του καθενός).
Φανταστείτε αυτό το πείραμα (ως υποκείμενα της πρώτης ομάδας) να το κάνετε σε ολόκληρη τη ζωή σας!!!  :Ο   lol.
Το αντεπιχείρημα κάποιων φανατικών τουιτιστών ίσως να είναι ότι ο λόγος (και η σκέψη) βρήκε έκτακτες εκφάνσεις μέσω της συντομίας. Τα «θραύσματα» του Ηράκλειτου, τα επιγράμματα των αρχαίων Ελλήνων, το λακωνίζειν, οι λαϊκές παροιμίες, τα χαϊκού, τα δίστιχα ποιήματα του Ταγκόρ, τα μονόχορδα του Ρίτσου.
Όμως για να καταφέρεις να κάνεις αφαίρεση πρέπει πρώτα να γνωρίζεις πρόσθεση.
Ο Ρίτσος έγραψε τα μονόχορδα αφού πρώτα ολοκλήρωσε ποιήματα όπως η Σονάτα του Σεληνόφωτος.
Τα χαϊκού και η ποίηση του Ταγκόρ έλκουν την καταγωγή τους από την υψηλή αισθητική και φιλοσοφική ενατένιση του κόσμου, όπως την κατανοούν οι Ασιατικοί λαοί: Με μια μεγάλη παύση ανάμεσα σε κάθε σκέψη.
Τα «θραύσματα» των Προσωκρατικών είναι ό,τι διασώθηκε από τη σκέψη τους.
Το «λακωνίζειν» είναι αυτοαναιρούμενο, αφού οι Λάκωνες δε διακρίθηκαν για το μεγαλείο της σκέψης τους και του λόγου τους (σε αντίθεση με τους Αθηναίους που καθόλου φειδωλοί δεν ήταν στα γραπτά τους).
Η ανθρώπινη σκέψη θεμελιώθηκε με τη συγγραφή των Ομηρικών επών και ξεθεμελιώνεται με την επικράτηση των tweets, τα οποία, παρότι γραπτά, είναι έπεα πτερόεντα.
 
(Έμπνευση και υλικό ο Γελωτοποιός άντλησε από το βιβλίο του Χρίστου Τσολάκη: «Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική», εκδόσεις Νησίδες)
ΥΓ: Αυτό το κείμενο δεν είναι tweet.

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Red NoteBook - Το (υπό αναζήτηση) χάσταγκ* του ΣΥΡΙΖΑ

Red NoteBook...
 Των Πάνου Κουνενάκη και Βασίλη Χρυσού
Κανείς δεν το αμφισβητεί: ο ΣΥΡΙΖΑ αναγνωρίζεται πλέον σαν το πιο προχωρημένο πολιτικά, αριστερό ανασυνθετικό πείραμα στην Ευρώπη (γιατί κόμμα δεν είναι ακόμα), το οποίο, μέσα στο σεληνιακό τοπίο που αφήνει πίσω της η κρίση, στέκεται με όλες του τις δυνάμεις δίπλα στους εργαζόμενους με έντιμο τρόπο, από την αρχή των μνημονιακών πολιτικών. Αυτό έχει σε μεγάλο βαθμό εμπεδωθεί. Eπόμενος στόχος πρέπει να είναι η υγιής μετάλλαξη σε κάτι που θα σηκώσει τα νέα βάρη που επωμίζεται o χώρος μετά τις 17 Ιουνίου, διορθώνοντας ταυτόχρονα όσα παραστρατήματα έγιναν μέχρι τώρα.

Οι πρόσφατες δύο εκλογικές αναμετρήσεις,  εκτός από την ανάδειξη της πρωτοφανούς πόλωσης (λέγε με  ταξικότητα) στην ελληνική κοινωνία, μας δίδαξαν ότι το παιχνίδι στα ΜΜΕ είναι ακόμα ένα παιχνίδι που παίζουμε εκτός έδρας και με πουλημένο διαιτητή. Πολλά καινούργια ή και έμπειρα ακόμα στελέχη (μη μαθημένα όμως στην τόση τηλεοπτική έκθεση)  έμοιαζαν στα τηλεοπτικά πάνελ σαν πρόβατα οδηγούμενα στη σφαγή, αρθρώνοντας αμυντικό, αταίριαστο, απολογητικό τις περισσότερες φορές λόγο. Άλλωστε ο τρόπος που εδώ και χρόνια συντελείται ο δημόσιος διάλογος και μοιράζεται ο  τηλεοπτικός χρόνος στα κανάλια, ευνοεί περισσότερο αυτόν που γκαρίζει παρά αυτόν που επιχειρηματολογεί. Αποτέλεσμα, η αριστερά συχνά να είναι χαμένη από χέρι, πόσο μάλλον όταν οι τηλε-σπιτονυκοκυραίοι σου σκάβουν το λάκκο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την όποια παρέμβαση.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η κοινωνία βράζει. Ο κόσμος βγαίνει κατά εκατοντάδες χιλιάδες στους δρόμους, αυτοοργανώνεται εναντίον των άδικων μέτρων, επιχειρεί να σπείρει το σπόρο της δυαδική εξουσίας με τις λαϊκές συνελεύσεις και ενδυναμώνει τις γραμμές άμυνας και την αντίστασή του σε όλα τα επίπεδα. Η αντίφαση μεταξύ του κόσμου των 8 και μισή και του πραγματικού ποτέ δεν ήταν μεγαλύτερη. Στη σφαίρα όμως της γενικότερης πολιτικής αντιπαράθεσης, η μάχη δινόταν αυτή την περίοδο και σε ένα γήπεδο που εξαρχής δεν τους ήταν οικείο. Ένας κόσμος δικός μας (με ή χωρίς εισαγωγικά) απαντούσε με επιθετικότητα στην αλαζονεία και στα ψέματα της εξουσίας σε ένα άλλο πεδίο, ελεύθερο, αδιαμεσολάβητο, μη κατευθυνόμενο. Ένας κόσμος που δεν είναι  ΣΥΡΙΖΑ, αλλά στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ εκλογικά και, κυρίως, κινηματικά.

Εδώ και λίγα χρόνια (με μια τεράστια ώθηση μετά το κίνημα των πλατειών και την όξυνση της κρίσης) μια  παράλληλη δημοσιογραφία των από κάτω αντιπολιτεύεται χωρίς να εντάσσεται οργανωτικά πουθενά. Είναι ο κόσμος που θα λέγαμε ότι ανήκει στην κοινωνική αριστερά, αυτός που ειρωνεύεται κάθε μέρα την κυβέρνηση, αποδομεί τα επιχειρήματά της, απαντάει με αστραπιαίο χιούμορ σε κάθε μπούρδα υπουργού, καλεί σε μαζέματα αλληλεγγύης μέσα και έξω από τη χώρα, ξεμπροστιάζει τα χτυπήματα των φασιστών και τους κοροϊδεύει με πανέξυπνα συνθήματα, αποκαλύπτει με ντοκουμέντα την αστυνομική βια, αρθρογραφεί ασταμάτητα, διαφωνεί και ανταπαντά, αποφασίζει συλλογικά μέσα στις ομάδες του, δικτυώνεται και προσπαθεί να οργανωθεί. Κόσμος ο οποίος δραστηριοποιείται σε αυτό που τετριμμένα ονομάζεται πλέον «κοινωνικά μέσα δικτύωσης» (κυρίως  twitter,  αλλά και σε facebook,  blogs κλπ), μεγαλώνει συνεχώς, βρίσκεται δίπλα μας σε κάθε απεργία με τις κάμερες και τα λάπτοπ του: αναδεικνύοντας τους αγώνες της Κερατέας, της Χαλυβουργίας, του Άλτερ και της Ελευθεροτυπίας, υπερασπιζόμενος τους μετανάστες όπου χτυπιούνται, δίνοντας βήμα στην εναλλακτική τέχνη και στα αλληλέγγυα παζάρια.

Κανείς δε θα διαφωνήσει ότι για τις νέες γενιές αυτός ο κόσμος έχει μεγαλύτερη αξιοπιστία από όλα τα καθεστωτικά ΜΜΕ μαζί. Αυτό το μέτωπο λειτουργούσε όλον αυτό τον καιρό (ιδιαίτερα στην προεκλογική περίοδο) παράλληλα με την ισχνή μιντιακή δύναμη του ρ/σ Κόκκινο 105.5 και της Αυγής, αλλά δυστυχώς οι χώροι αυτοί ποτέ δε διασταυρώθηκαν εκεί που θα μπορούσαν. Το τελικό αποτέλεσμα των εκλογών της 17ης Ιουνίου δεν μπορεί να είναι εντελώς ανεξάρτητο από αυτή την κατάσταση. Το ότι ο φόβος τελικά  νίκησε την ελπίδα είχε να κάνει και με τον καθοριστικό τρόπο που διακινείται και κρίνεται η πληροφορία. Δυστυχώς, απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φρόντισε να συντονιστεί (όσο και όπου γίνεται) μαζί με όλον αυτόν τον υπερδραστήριο νέο κόσμο που δεν αφήνει την εξουσία σε χλωρό κλαρί. Σαν συνέπεια αυτού, το βάρος της ενημέρωσης της κοινωνίας πέρασε κατά κύριο λόγο μέσα από τα κατεστημένα  ΜΜΕ και όχι από αυτά τα μέσα «αντι-πληροφόρησης» που υπερασπίστηκαν τον ΣΥΡΙΖΑ όλο το προηγούμενο διάστημα.

Η κάθε νέα συζήτηση που θα ξεκινήσει στο ΣΥΡΙΖΑ για τη δημιουργία του νέου κόμματος πρέπει να περνάει από την προάσπιση (δεδομένου ότι απειλείται) της ελευθερίας της έκφρασης στο διαδίκτυο, τη στήριξη και διάδοση της οριζόντιας, συμμετοχικής, διαδραστικής δημοσιογραφίας των πολιτών. Στόχος πρέπει να είναι αυτό το χαρμάνι των χιλιάδων «αυτόκλητων» κριτών του δημόσιου λόγου (με ταξικό πάντα πρόσημο), να επεκταθεί σε όλη τη χώρα (και ιδιαίτερα στην επαρχία) και να επισκιάσει σε λίγα χρόνια τη «σοβαρότητα» που έχει ο παθητικός δέκτης της τηλεόρασης. Αυτό, πέρα από την επείγουσα και αυτονόητη ανάγκη της δημιουργίας ενός αναβαθμισμένου δικτύου ραδιοφώνων, web tv, εφημερίδας, περιοδικού και ιστοσελίδων της εργατικής τάξης, θα μπορέσει να σταματήσει επιτέλους το παράδοξο ενός κόμματος που υποστηρίζεται τουλάχιστον από το 30% των πολιτών, αλλά μόλις από το  1% των εφημερίδων και των καναλιών.

Ενός δικτύου που θα δίνει βάρος στα «δικά μας» θέματα όπως το κινηματικό και εργατικό ρεπορτάζ, που θα αναδεικνύει συνεχώς το διεθνιστικό του χαρακτήρα μη χάνοντας επαφή με τις κάθε είδους αντιστάσεις στον υπόλοιπο πλανήτη, που θα βρίσκεται στην πρωτοπορία (και όχι στην ουρά) όσον αφορά στη χρήση νέων μέσων, που θα κρατάει πάντοτε ανοιχτές στήλες σε εφημερίδες και ραδιοφωνικές ζώνες για πολιτική ζύμωση και βήμα σε ομάδες και κατηγορίες πληθυσμού οι οποίες δε βρίσκουν έκφραση. Ενός δικτύου, τέλος, που θα εξασφαλίζει την πλουραλιστική σύνθεση, κάνοντας την αριστερή ανασύνθεση βασικό χαρακτηριστικό και των ΜΜΕ στο ΣΥΡΙΖΑ. Το πώς ακριβώς θα επιτευχθούν όλα αυτά είναι σαφώς ένα πολύπλοκο θέμα, μιας και στην περίπτωση αυτή θα έχουμε να κάνουμε με ένα μαζικό κόμμα (σύντομα ελπίζουμε) με εσωτερικές δομές, τάσεις κλπ. Όμως, όπως και αν επιτευχθεί το μπόλιασμά του με το προαναφερθέν κίνημα, είναι ζητούμενο και ευκταίο να μάθουμε και να αξιοποιήσουμε τις δομές και τους τρόπους λειτουργίας του.

Η περίοδος επιτρέπει να σχηματιστεί αυτή η κρίσιμη μάζα που θα  υπερασπιστεί, θα συνδιαμορφώσει και θα ελέγξει η ίδια την καινούρια πολιτική κουλτούρα που φέρει μαζί του ο ΣΥΡΙΖΑ και που ακόμα θα είναι έτοιμη να τραβήξει προς τα αριστερά οποιοδήποτε αυτί επιχειρήσει να στραφεί προς την αντίθετη πλευρά.


* Ο τρόπος που ορίζεται ένας ‘’τόπος συζήτησης’’ στο twitter με το σύμβολο #

Ροη αρθρων