Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Η επιστροφή της αντικουλτούρας...

του Αχιλλεα Φακατσελη, απο την Ελευθεροτυπια...
Δεν υπάρχει αληθινό έργο τέχνης που να μη βοηθά στην εσωτερική απελευθέρωση όσων το αγάπησαν ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΙ Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας (1913-1960)
50 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟΥ ΤΟΥ ΓΚΑΡΛΑΝΤ
Πριν από μισό αιώνα, οι άνθρωποι δεν έβλεπαν τόσους λόγους όσους βλέπουν σήμερα για να επαναστατήσουν. Οι κοινωνίες τα 'χαν καταφέρει έτσι ώστε να εγκλωβιστούν στην αποχαυνωτική αντίληψη της επιδίωξης πλούτου και καταναλωτικής άνεσης. Κι είχαν βοηθήσει σ' αυτό πολλοί επαγγελματίες των καλών τεχνών, της διαφήμισης και της μαζικής κουλτούρας.
Τότε, το 1964 δηλαδή, ένας Βρετανός γραφίστας, ο Κεν Γκάρλαντ, ξανασκέφτηκε το ρόλο του επαγγέλματός του και αποφάσισε να καλέσει το σινάφι του και τα άλλα συναφή επαγγέλματα, σε μια περιπέτεια αντισυστημικής «καλλιτεχνικής ανυπακοής», συντάσσοντας και το σχετικό μανιφέστο υπό τον ομιχλώδη πλην ελκυστικό τίτλο «First Things First-Manifesto» (σε ελεύθερη μετάφραση: Πρώτα Τα Βασικά - Ενα Μανιφέστο). Τετρακόσιοι γραφίστες, διαφημιστές, φωτογράφοι και φοιτητές προσυπέγραψαν το μανιφέστο του Γκάρλαντ, που τους καλούσε να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις και τα ταλέντα τους σύμφωνα με τις πραγματικές κοινωνικές προτεραιότητες κι όχι με κείνες που όριζε η κυρίαρχη αντίληψη του ασυγκράτητου καταναλωτισμού και του πάση θυσία πλουτισμού.

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

Ο κ. Κατσανέβας, το όνειδος και η Βικιπαίδεια...

απο το Ιστολογιο του Νικου Σαραντακου...
Πριν από πολλά χρόνια, στα τέλη του 19ου αιώνα, διευθυντής της αστυνομίας ήταν κάποιος Μανιάτης, που δεν θυμάμαι τ΄όνομά του, ίσως ο Κοσονάκος. Ο αστυνόμος αυτός είχε πολύ μεγάλη μύτη, και πολλοί τον πείραζαν γι΄αυτό, και σε μια εφημερίδα της εποχής ένας γελοιογράφος έφτιαξε ένα σκίτσο που ήταν ολόκληρο μια μύτη με δυο πόδια, και από κάτω έβαλε λεζάντα “Ο κ. Κοσονάκος” (αν λεγόταν έτσι ο μυταράς αστυνομικός διευθυντής). Μόλις είδε την εφημερίδα ο Κοσονάκος έγινε πυρ και μανία και έστειλε μάρτυρες στον γελοιογράφο καλώντας τον σε μονομαχία -έθιμο που ήταν αν όχι απολύτως νόμιμο πάντως ανεκτό ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Ο γελοιογράφος, ξέροντας ότι ο αντίπαλός του ήταν πολύ καλός στο χειρισμό των όπλων, και μην έχοντας καμιά διάθεση να πάει σαν τον Πούσκιν, ζήτησε αμέσως συγνώμη και υποσχέθηκε να επανορθώσει. Και αμ’ έπος αμ’ έργον, στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας, στην ίδια θέση της πρώτης σελίδας δημοσίεψε την ίδια ακριβώς γελοιογραφία, τη μυταρόλα, μόνο που από κάτω είχε βάλει άλλη λεζάντα: “Δεν πρόκειται για τον κ. Κοσονάκο”! Μαύρη επανόρθωση δηλαδή, αφού όλος ο κόσμος, βλέποντας τη μύτη, με τον Κοσονάκο γελούσε.
Δεν παίρνω όρκο ότι μετέφερα σωστά τα στοιχεία της ιστορίας, κάθε άλλο, αφού την έχω ακούσει από τον μακαρίτη τον παππού μου πριν από πολλά-πολλά χρόνια και από τότε δεν την έχω διασταυρώσει. Πάντως, αυτή η μισοξεχασμένη ιστορία μού ήρθε χτες στο μυαλό, καθώς διάβαζα την πρωτοφανή είδηση, ότι ο πολιτικός κ. Θεόδωρος Κατσανέβας έκανε, λέει, αγωγή εναντίον ενός συντάκτη της Βικιπαίδειας, επειδή το λήμμα της Βικιπαίδειας που είναι αφιερωμένο στον κ. Κατσανέβα είναι γραμμένο έτσι που να προσβάλλει την προσωπικότητά του. Μια άλλη συναφής ιστορία, πολύ πιο κοντινή με την εποχή μας, που μου ήρθε στο μυαλό, ήταν η μήνυση που έκανε ο δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης κ. Ασπασίδης το 1998 κατά του κ. Μπαμπινιώτη, θεωρώντας εαυτόν θιγόμενο από τη σημασία “οι οπαδοί ομάδων της Θεσσαλονίκης, ιδίως του ΠΑΟΚ” που υπήρχε σαν δεύτερη σημασία στο λ. Βούλγαρος στο λεξικό Μπαμπινιώτη, μια ιστορία που αξίζει να την αφηγηθούμε αναλυτικά κάποιαν άλλη φορά.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Eλευθερία στο διαδίκτυο, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Aaron Swartz, πιο επικαιρη από ποτέ...

των Ντίνου Στάμου, Νίκου Κόκκαλη, απο το Barikat...

Aaron
dead. World wanderers, we have lost a wise elder. Hackers for right, we
are one down. Parents all, we have lost a child. Let us weep.

Sir Tim Berners-Lee, inventor of the web


Πριν από μία εβδομάδα ήταν η επέτειος από το θάνατο του Αaron
Swartz, προγραμματιστή, συγγραφέα και πολιτικού ακτιβιστή. Ο Aaron
Swartz στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του πάλευε για ένα πιο ανοιχτό και
ελεύθερο διαδίκτυο. Συμμετείχε ενεργά στους αγώνες κατά των νομοσχεδίων,
που ως σκοπό είχαν το περιορισμό των ελευθεριών στο διαδίκτυο και το
συγκέντρωση της γνώσης στα χέρια λίγων.


Σημαντική ήταν η συμβολή του στο πρότυπο RSS feed, στο web.py, το tor2web, την Open Library, αλλά και στη μεταφορά του plugin HTTPS Everywhere στον Chrome. Επίσης, είχε ενεργό συμμετοχή στον οργανισμό Creative Commons αλλά και στη σελίδα Reddit μέσω της εταιρείας του Infogami.


Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Θα τον διαβούμε το δρόμο όπως και να είναι...

του Δημητρη Χριστοπουλου, απο το TVXS...
Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής/ FosPhotos
H δίκη του Φίλιππου Λοΐζου για τη γνωστή υπόθεση «Παστιτσίου» ήταν μια εμπειρία.
Έχω εδώ και κάμποσα χρόνια καταθέσει πολλές φορές ως μάρτυρας υπεράσπισης σε υποθέσεις που διακυβεύονται δικαιώματα, αλλά είναι η πρώτη φορά που η έδρα με κράτησε τόση ώρα. Συνήθως τέτοιου είδους μαρτυρίες ξεπετιούνται σε μερικά λεπτά ενώ προχθές κατέθετα ενώπιον του προέδρου και της εισαγγελέως  για περισσότερο από μισή ώρα.

Ο διάλογος αφορούσε δύο πράγματα: Πρώτον, αν και γιατί αυτό που έκανε ο Λοΐζος αποτελεί «κακόβουλη εξύβριση θρησκευμάτων» ή σάτιρα. Αν δηλαδή σκοπός του ήταν να βρίσει ή να δημιουργήσει γέλιο. Δεύτερον, αν και σε τι βαθμό η όποια πρόθεσή του προσβάλλει θρησκευόμενους ανθρώπους και επομένως η στάθμιση μεταξύ της ελευθερίας του λόγου του και της προστασίας της προσωπικότητας των ανθρώπων αυτών θα είχε ως πιθανή και θεμιτή έκβαση τον περιορισμό της ελευθερίας του.

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Παρατήσαμε τα παιδιά μας στο διαδίκτυο...

της Μπίμπαν Κίντρον, Προοδευτικη Πολιτικη...

We have abandoned our children to the internet,  ©The Guardian
 Εδώ κι ένα χρόνο μπήκα στην κουζίνα μου και ανακάλυψα μισή ντουζίνα έφηβους να κάθονται εκεί, ο καθένας απολύτως βυθισμένος σιωπηλά στην προσωπική του οθόνη. Τότε συνειδητοποίησα πως πήγαιναν μήνες από τότε που είχα δει έφηβο χωρίς υπολογιστή ή κινητό τηλέφωνο στο χέρι. Αποφάσισα αυτοστιγμεί να γυρίσω ένα ντοκιμαντέρ για το ζήτημα αυτό. Έτσι ξεκίνησε ένα ετήσιο ταξίδι που με οδήγησε από τις οπτικές ίνες στους υπονόμους του Λονδίνου ως το να ξοδεύω ατέλειωτες άχρηστες ώρες σε υπνοδωμάτια εφήβων αγοριών που έβλεπαν πορνό.


Σχεδόν όλα τα κορίτσια με τα οποία συναντήθηκα μου μίλησαν για κοινωνική πίεση· για τις απαιτήσεις να είσαι πάντοτε σε σύνδεση· για τα προβλήματα του «unfriending» ·για το ότι βρίσκεσαι στο οπτικό πεδίο ανθρώπων που μόλις συνάντησες· και για τον απόλυτο τρόμο να κοιτάς πώς σε παρατάνε -πράγμα πολύ πιεστικότερο από αυτό που ένα κορίτσι περιέγραψε ως «εμμονή των γονιών με τα καμάκια και την πορνογραφία».


Αυτό που με εξέπληξε ήταν η οργή των εφήβων που νιώθουν παραμελημένοι από τους γονείς τους που είναι επίσης απορροφημένοι από ηλεκτρονικές συσκευές.


Ακόμα πιο σοκαριστικό ήταν η συνειδητοποίηση πως υφίσταται μια ολόκληρη βιομηχανία που συστηματικά προωθεί τους νέους στον αστραφτερό και απατηλό της κόσμο, χωρίς να δείχνει να νοιάζεται για τις παράπλευρες απώλειες. Όπως λέει ο Λιούις Βον Αν (Luis Von Ahn), ο εφευρέτης του «Captcha» και του «reCaptcha» (του λαμπρού -αν και εκνευριστικού- συστήματος ασφαλείας που σου ζητάει να πληκτρολογήσεις γράμματα σε ένα κουτί για να αποδείξεις πως είσαι ανθρώπινο ον), «όλοι όσοι φτιάχνουν στο διαδίκτυο κάτι για επαγγελματικούς λόγους επανεξετάζουν διαρκώς τους ιστοτόπους τους ώστε οι επισκέπτες τους να τους ξαναεπισκεφθούν». Παραδέχεται ανοικτά πως η βιομηχανία αυτή γνωρίζει πώς να δημιουργεί εξάρτηση, αλλά θέλει να πιστεύει πως κατά κανόνα οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτή είναι καλοί κι έχουν χρηστές αξίες. Δεν είμαι τόσο βέβαιη.


Οι συσκευές που χρησιμοποιούν τα παιδιά μας είναι παραδίδονται εκ κατασκευής με κάθε είδους ακουστικά και ηχητικά εξαρτήματα και δονήσεις να είναι έτοιμες προς λειτουργία. Κάθε νέα «εφαρμογή», ιστοσελίδα, τουιτ, και μήνυμα προσθέτει άλλο ένα επίπεδο παρείσφρησης στην προσωπική τους σφαίρα, και κάθε παρείσφρηση είναι κυνικά σχεδιασμένη να απαντηθεί, με την κάθε απάντηση να δημιουργεί την επιθυμία για μια ακόμα παρείσφρηση.


Το να ζητάς από έναν νέο να κλείσει το «Xbox» του ή να σταματήσει να κοιτάει το κινητό του, είναι σαν να ζητάς από έναν αλκοολικό να παρατήσει το ποτό του. Πίσω από τα χαρούμενα χρώματα και τα χαϊδευτικά ονόματα που αποτελούν την επιτομή των εταιρειών του διαδικτύου, κρύβεται ένας κόσμος που είναι αμείλικτα εμπορικός. Κάθε αλληλεπίδραση σημαίνει δεδομένα -δεδομένα που κοστίζουν μια περιουσία. Τα παιδιά μας χειραγωγούνται ώστε να μετατραπούν σε ιδεώδεις καταναλωτές και παραδέχονται ολοένα και πιο πρόθυμα πως νιώθουν πως έχουν «χάσει τον έλεγχο» όσον αφορά το πώς χρησιμοποιούν οι ίδιοι το διαδίκτυο.


Οτιδήποτε κάνει, λέει ή κοιτάει ένας έφηβος, οσοδήποτε πρόσκαιρο κι αν είναι αυτό, συνεισφέρει στη διαμόρφωση της ψηφιακής του προσωπικότητας, που οποτεδήποτε στο μέλλον μπορεί να ανασυρθεί, με σοβαρές επιπτώσεις στην πραγματική του ζωή. Πόσοι εξ ημών θα κρατούσαν σώες όλες τις προσωπικές τους σχέσεις ή την προσωπική τους φήμη αν κάθε παράβαση, λάθος η νεανική μας τρέλα βρισκόταν σε κοινή θέα; Πόσοι από μας επιθυμούν αυτά να στοιχεία να σώζονται και να πουλιούνται ξανά και ξανά σε επιχειρηματικά συμφέροντα με τα οποία θα συναλλασσόμαστε για όλη μας τη ζωή;


Καθώς οι έφηβοι μαθαίνουν για το σεξ ολοένα και περισσότερο μέσω της πορνογραφίας, οι σεξουαλικές νόρμες αλλάζουν. Ρώτησα μια ομάδα αγοριών να μου πουν πού φαντασιώνονται πως εκσπερματώνουν, και χρειάστηκε να περάσουν 20' και πολυάριθμες προτροπές μου πριν φτάσουμε σε μια λέξη που παρέπεμπε στο αιδοίο. «Στο πρόσωπο», «στα βυζ...», «ψηλά στον κ...» και «στο στόμα» ήταν οι τα πρώτα που τους ήρθαν στο μυαλό κι ήταν όλοι 15 ετών. Μια νεαρή γυναίκα μου είπε πως είχε «ερωτευτεί» μόνο διαδικτυακά, αλλά εργαζόταν ως συνοδός από 17 ετών. Ήταν μια από τους πολλούς που μου εξομολογήθηκαν πως ενώ ήταν απολύτως ικανοί να εκτελέσουν με άνεση ένα σωρό σεξουαλικά κόλπα, ένιωθαν αναστολές στο να αφεθούν να εκτεθούν συναισθηματικά σε μια γνωριμία. «Τα πορνό είναι φανταστικά και τζάμπα, αλλά καταστρέφουν σε όλους μας την ικανότητα να αγαπήσουμε», μου δήλωσε στενοχωρημένο ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι.


Εξακολουθώ να διατηρώ προσδοκίες από τις δυνατότητες του διαδικτύου. Αλλά νομίζω πως η μεγαλύτερη επανάσταση στις τηλεπικοινωνίες έχει πέσει στα νύχια των εμπορικών αξιών. Οι εταιρείες που συναπαρτίζουν το διαδίκτυο αξίζουν δισεκατομμύρια, αλλά σε αντίθεση με όλους τους άλλους χώρους, όπου στο κόστος της λειτουργίας τους οι επιχειρήσεις έχουν υποχρεωθεί να συνεκτιμούν την υποχρέωσή τους να παρέχουν ασφαλή προϊόντα και υπηρεσίες στους καταναλωτές τους, στο διαδίκτυο αυτό δεν συμβαίνει. Γιατί θα πρέπει οι αναπάντητες κλήσεις μας, οι αγορές όλων μας, οι πόθοι μιας γενιάς, οι ταυτότητες των υβριστών και τα μυστικά όλων μας να αποτελούν αντικείμενο της ελεύθερης αγοράς και της δημοσιότητας, ακόμα κι όταν βλέπουμε τις πανθομολογούμενες ζημιές και τη διαστροφή των συλλογικών μας κανόνων που προκαλεί αυτό;


Ό,τι εκ πρώτης όψεως μοιάζει σαν μια ευκαιρία για απεριόριστη συμμετοχή, τελικά σκλαβώνει πολλούς ανάμεσά μας, με ένα μόνο «κλικ». Οι πληροφορίες που κοινοποιούμε είναι διαθέσιμες σε πολύ λίγους ανθρώπους, στους οποίους έχουμε παραχωρήσει ανεξέλεγκτη και απεριόριστη πρόσβαση στις πιο μύχιες πλευρές της προσωπικής ζωής των νέων μας, πριν καν αυτοί διαμορφωθούν πλήρως. Το κάνουμε αυτό αποθεώνοντας τα τεχνολογικά αντικείμενα εις βάρος της εμπειρίας, την επαφή εις βάρος της επικοινωνίας, την εικόνα εις βάρος της οικειότητας, την επιπολαιότητα εις βάρος της περίσκεψης.


Η ενηλικίωση απαιτεί μίμηση και πρότυπα, υπομονή και δοκιμές, μοναξιά αλλά και κοινωνικότητα. Αντί όλων αυτών δυστυχώς πολλά από τα παιδιά μας κρατάνε έξυπνα κινητά που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται στα χέρια μας.

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Τιτιβίζοντας το τίποτα...

Αφού δεν μπορεί να παραχθεί μεγάλη ή στοιχειωδώς λειτουργική πολιτική, ας ακουστεί τουλάχιστον ένα τιτίβισμα στο Twitter.
Αν κάποιος επαγγελματίας της πολιτικής είναι ανίκανος να λύσει ένα πρόβλημα συντεθλιμμένος στις εσωκομματικές και θεσμικές συμβάσεις, αν κάποιος πολιτικός αδυνατεί να συνθέσει μια πολιτική κατεύθυνση ή θεωρεί μη χρήσιμο να δουλέψει σε δυσδιάκριτα και μη επικοινωνιακά αντικείμενα-νομοσχέδια, ας κάνει ένα τζέρτζελο ανέβασμα, μια «εικονοκλαστική» χειρονομία, ας ρίξει μια καρπαζιά σε μια γριά ενώ περνάει ξυστά δίπλα της με το μηχανάκι, ας κάνει μια αταξία (απ' αυτές που δεν του επέτρεψε η μαμά του) ώστε να «γράψει» επικοινωνιακά.
Οσο περιορίζεται ή δυσκολεύει το πεδίο πολιτικής παραγωγής τόσο τα ιντερνετικά πρεζόνια -για να επικυρώσουν την ασήμαντη οντότητά τους- προκαλούν θορύβους, στιγμιαία μίση, χαράκωμα της μπογιάς του αυτοκινήτου. Εάν κανείς δει τη διαδικτυακή ύλη που διεκδικεί τη θέση της πολιτικής παραγωγής, κατανοεί έκπληκτος τη δυσαναλογία ηλιθιότητας, ναρκισσισμού και προβλημάτων της κοινωνίας. Το τίποτα χρειάζεται ένα πάμφθηνο κάτι. Οι διαδικτυακοί τραμπουκισμοί, οι εξυπνακίστικες, στεγνές συντομογραφίες υποκαθιστούν την κοινοβουλευτική πράξη, την πολιτική δυνατότητα, τη δύναμη και τη χαρά της δημοκρατίας, την αμυντική αποτελεσματικότητα της ελεύθερης σκέψης και κυρίως υποκαθιστούν τη χρησιμότητα.
Ηπτώση του επιπέδου που τυλίγει Κοινοβούλιο και διαδικτυακό καφενείο δεν οφείλεται μόνο στην κάμψη των πολιτικών ποιοτήτων (στη χαμηλή στάθμη των οποίων ούτως ή άλλως η χώρα μας είναι σταθερά και διιστορικά προσηλωμένη), αλλά και στη σοβαρή έκπτωση πολλών δομών της δημοκρατικής συνθήκης και πολιτικής παραγωγικότητας. Για παράδειγμα, απαγορεύονται απεργίες με τις επιστρατεύσεις ή τις απειλές λόγω ανεργίας (έχουμε, δηλαδή, μια βαθύτατη πολιτικοθεσμική υποχώρηση)· ως παράλληλο συμβάν «τρέχει» ένα νομοθετικό έργο, αντιφατικό, εκβιασμένο, πρόχειρο, αδιάβαστο, αστοιχείωτο (έχουμε δηλαδή μια θεσμοποιητική υποχώρηση)· διευρύνονται και βαθαίνουν κάθε λεπτό τα κοινωνικά μίση, η βία, το έγκλημα, ο υποσυνείδητος εκφασισμός της κοινωνίας (έχουμε δηλαδή μια πολιτισμική υποχώρηση)· ως σύνθεση όλων αυτών των πολλαπλών υποχωρήσεων έχουμε τη μετάθεση της τέλεσης στον αυτοσχεδιασμό, στην ενδοτικότητα, στην κούτρα και ενίοτε τις σκοταδιστικές ιδεοληψίες ελαχίστων (επιλεγμένων) πολιτικών στελεχών, υπό την απόλυτη εξουσία της τρόικας. Απέναντι στα μείζονα, που συμβαίνουν στην κοινωνία, αντιστοιχούν τα ποιοτικώς ελάσσονα στην πολιτική.

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Η ανομολόγητη βία του ιμπεριαλισμού...

Χωρίς να περάσουν απαρατήρητα, δύο συμβάντα των τελευταίων εβδομάδων δεν έτυχαν της προσοχής και ιδίως της εμβάθυνσης που η σημασία τους απαιτεί. Το πρώτο αφορά το στρατιώτη Μπράντλεϊ Μάνινγκ.
Επειτα από κράτηση τριών και πλέον ετών, εκ των οποίων ένα έτος σε συνθήκες απόλυτης απομόνωσης και μεταχείρισης που κρίθηκε από τον ειδικό εισηγητή του ΟΗΕ ως «απάνθρωπη και εξευτελιστική» και αντίθετη με όλες τις διεθνείς συμβάσεις, καταδικάστηκε σε 136 χρόνια φυλάκισης για «κατασκοπία». Το αδίκημά του; Σοκαρισμένος από όσα είδε ο ίδιος στο Ιράκ, όπου υπηρετούσε στις γραμμές των αμερικανικών δυνάμεων κατοχής, ο Μάνινγκ δημοσιοποιεί το 2010 μέσω του ιστότοπου WikiLeaks εκατοντάδες χιλιάδες εμπιστευτικά κρατικά ντοκουμέντα σχετικά με τη δράση των ΗΠΑ στο Αγφανιστάν και στο Ιράκ. Ενα μέρος τους αναδημοσιεύθηκε από τα μεγαλύτερα και θεωρούμενα πιο έγκυρα έντυπα διεθνώς, ενώ το σύνολό τους κυκλοφόρησε φυσικά ελεύθερα στο Διαδίκτυο.
Το δεύτερο συμβάν αφορά την οδύσσεια του Εντουαρντ Σνόουντεν, στον οποίο η Ρωσία έδωσε τελικά πολιτικό άσυλο έπειτα από πολύμηνη παραμονή στη ζώνη τράνζιτ του αεροδρομίου της Μόσχας. Ο Σνόουντεν καταζητείται επίσης για «κατασκοπία» από τις αρχές των ΗΠΑ γιατί, όπως και ο Μάνινγκ, έδωσε στη δημοσιότητα εκατοντάδες χιλιάδες εμπιστευτικά ντοκουμέντα αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας, και ειδικότερα της NSA. Τα έγγραφα αυτά δεν αφορούν τους «βρόμικους πολέμους» των ΗΠΑ, αλλά μια άλλη πτυχή της αυτοκρατορικής τους κυριαρχίας: ένα ολικό σύστημα παγκόσμιας παρακολούθησης όλων των τηλεπικοινωνιών τόσο μεταξύ απλών πολιτών όσο και μεταξύ κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών. Ο Σνόουντεν κατέθεσε αιτήσεις ασύλου στις αρχές 20 χωρών, μεταξύ άλλων πολλών χωρών της Ε.Ε. και της Λατινικής Αμερικής, αλλά κατόπιν ανοιχτών εκβιασμών των ΗΠΑ οι περισσότερες απορρίφθηκαν.
Τι συνδέει αυτές τις δύο περιπτώσεις; Κατ' αρχάς το κοινό τεχνολογικό μέσο και η μέθοδος που ακολούθησαν οι δύο πρωταγωνιστές: η μαζική διαρροή εμπιστευτικών εγγράφων στο Διαδίκτυο, που βραχυκυκλώνει κάθε απόπειρα. Με αυτή την έννοια, ο Μάνινγκ και ο Σνόουντεν ανήκουν στους ηρωικούς πρωτοπόρους της διαδικτυακής εποχής στην οποία ζούμε. Και τούτο διότι «αναποδογυρίζουν» κατά έναν τρόπο τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και αναδεικνύουν την «άλλη» πλευρά της. Οτι μπορεί δηλαδή από μέσο ολικής παρακολούθησης να γίνει μέσο διαφάνειας, που βγάζει στην επιφάνεια με τον πιο αδιαμεσολάβητο τρόπο τις πιο σκοτεινές πλευρές της εξουσίας, επί του προκειμένου του παγκόσμιου συστήματος κυριαρχίας που έχουν οικοδομήσει οι ΗΠΑ.
Εξ ου και το δεύτερο κοινό στοιχείο αυτών των δύο προσωπικότητων: πρόκειται για «μοναχικούς ήρωες», για ατομικές συνειδήσεις που εξεγείρονται ενάντια στη βαναυσότητα των εξουσιαστικών μηχανισμών τους οποίους αμφότεροι έζησαν εκ των ένδον. Κατ' εξοχήν όπλο τους είναι το Διαδίκτυο, με την αμεσότητά του και τον φαινομενικά τουλάχιστον αδιαμεσολάβητο χαρακτήρα του. Οσο για τη δράση τους, δεν την τοποθετούν στα πλαίσιο του οποιουδήποτε οργανωμένου κινήματος ενώ, απ' όσα ξέρουμε, η ιδεολογία τους φαίνεται να περιορίζεται στο δικαίωμα του ατόμου να αντιστέκεται στην καταπιεστική εξουσία και να την καταγγέλλει.
Κάθε καλοπροαίρετος θα σκεφτόταν ότι όσοι πρεσβεύουν τις φιλελεύθερες αξίες στις οποίες βασίζονται τα κράτη της «πεφωτισμένης Δύσης» θα έβλεπε με συμπάθεια τέτοιους ήρωες. Ειδικά όταν, για παράδειγμα, στο παρελθόν στεκόταν με ενθουσιασμό αλληλέγγυος με τους «διαφωνούντες» του πάλαι ποτέ «υπαρκτού σοσιαλισμού», τους οποίους θεωρούσε ήρωες του αγώνα ενάντια τον «κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό». Ξέρουμε όμως πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Καμιά δυτική χώρα δεν διαμαρτυρήθηκε για την απάνθωπη μεταχείριση που υπέστη ο Μάνινγκ, καμιά δεν προσέφερε άσυλο στον Σνόουντεν, ενώ ο «σοσιαλιστής» Ολάντ απαγόρευσε τη διέλευση από το γαλλικό εναέριο χώρο του αεροπλάνου του προέδρου της Βολιβίας Μοράλες, γιατί οι ΗΠΑ είχαν αφήσει να διαρρεύσει (ψευδώς) ότι σ' αυτό επέβαινε ο κατηζητούμενος πρώην υπάλληλος της NSA.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτική σημασία αυτών των υποθέσεων: οι Μάνινγκ και Σνόουντεν δεν είναι αγαπητοί στη φιλελεύθερη δυτική συνείδηση ακριβώς γιατί είναι οι διαφωνούντες στη σημερινή παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Γιατί φέρνουν στο φως με τον πλέον αδιαμφισβήτητο τρόπο την απεριόριστη, ολοκληρωτικού χαρακτήρα βία στην οποία θεμελιώνεται αυτή η τάξη, που περισσότερο από ποτέ πρέπει να αποκαλείται με τον όρο που παραδοσιακά φωτίζει την πραγματική της φύση: ιμπεριαλισμός.
* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Ο καλύτερος ογδοντάρης είναι για το σύστημα ο αποβιώσας....

Της Πέπης Ρηγοπούλου, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
getFil34re
 Η εποχή που οι αναλφάβητοι -και κατ’ εξοχήν οι ηλικιωμένοι που δεν είχαν απολαύσει τα αγαθά της εγκύκλιας παιδείας- υπέγραφαν βάζοντας ένα σταυρό, μοιάζει να έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ολοι, όπως μας διαβεβαιώνει η νομοθεσία, έχουμε πλέον δικαίωμα στον αλφαβητισμό και οι βασικές σπουδές είναι υποχρεωτικές, έτσι που κάποιες μειονότητες, ας πούμε οι περιφερόμενοι Τσιγγάνοι, που αντιστέκονται λόγω συνθηκών ζωής, στην ένταξη στην βασική παιδεία, να μοιάζουν εξαιρέσεις.

Υπάρχει βέβαια ο νεο-αναλφαβητισμός. Η επικοινωνιακή μεταβολή που συνοψίστηκε στην μάλλον ατυχή ρήση «μια εικόνα αξίζει χίλιες λέξεις» οδήγησε σε κοινωνίες εικονολάγνων που έχουν όλο και λιγότερη σχέση με την ανάγνωση. Εδώ και δεκαετίες ο γραπτός Τύπος, πριν ακόμα εισέλθει στην τωρινή του κατάσταση της δεινής κρίσης, μείωνε συνεχώς την έκταση των κειμένων. Τα ταμπλόιντ, που κυριαρχούν σήμερα σχεδόν απόλυτα στην μορφή των καθημερινών και όχι μόνον εντύπων, είναι μια βασική μορφή της άτακτης υποχώρησης του λόγου και της τηλεορασοποίησης της κάθε λογής δημοσιογραφίας.

Μέσα σε αυτή την κατάσταση η ιλιγγιώδης αδιάκοπη εξέλιξη των νέων τεχνολογιών και πρωτίστως των ηλεκτρονικών Μέσων Επικοινωνίας και ειδικότερα του διαδικτύου δημιουργούν ένα νέο φράγμα μεταξύ των γενεών. Φράγμα πολύ πιο απόλυτο από αυτό μεταξύ εγγράμματων και αναλφάβητων, αφού, σε αντίθεση με τον κόσμο των υπολογιστών και των άλλων σύγχρονων επικοινωνιακών εργαλείων, η γραφή, επί 4.000 χρόνια δεν γνώρισε άλλη θεαματική αλλαγή εκτός από την εφεύρεση της Τυπογραφίας στην Αναγέννηση. Σήμερα η διάκριση ανάμεσα στους μύστες των νέων τεχνολογιών και στους αμύητους δεν περιορίζεται στο καθαρά τεχνολογικό επίπεδο αλλά παίρνει και άλλες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και ηθικές ακόμη διαστάσεις. Ο αμύητος αισθάνεται με άλλα λόγια ότι μπορεί να θεωρηθεί απόβλητος, να καταστεί καταγέλαστος και -το χειρότερο- να υποστεί βαριές υλικές συνέπειες που παίρνουν την μορφή της τιμωρίας.

Υπερβολές; Οχι αν σκεφτούμε ότι όλοι οι πολίτες και μεταξύ τους άνθρωποι μεγάλων ηλικιών υποχρεώνονται από φέτος, με την επιταγή προφανώς των ντόπιων και ξένων φωστήρων που «σώζουν» την χώρα, να συμπληρώσουν οπωσδήποτε ηλεκτρονικά τις φορολογικές τους δηλώσεις. Οσοι δεν διαθέτουν την απαραίτητη τεχνογνωσία θα επιχειρήσουν να το κάνουν διαπράττοντας λάθη για τα οποία θα τιμωρηθούν δεόντως με πρόστιμα. Ή θα καταφύγουν σε κάποιους που βέβαια, αν δεν είναι συγγενείς, θα απαιτήσουν μια αμοιβή που, με τις όλο και πιο υψηλές συντάξεις που λαμβάνουν τα τιμημένα γερατειά, δεν θα μπορέσουν να πληρώσουν οι υπερήλικες. Κανένα πρόβλημα ακόμα και αν κάποιοι -ακόμη- σκεφτούν την αυτοκτονία. Ο καλύτερος ογδοντάρης είναι για το σύστημα ο αποβιώσας.

Υστερόγραφο: Διάβασα ότι η οικογένεια των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν άγρια στο Αλιβέρι από τον νεαρό Πακιστανό που ασχολούνταν με τον κήπο τους, απαίτησε να μην γίνει καμιά εκμετάλλευση του δράματος με στόχο την ρατσιστική προπαγάνδα. Νιώθω περήφανη που υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι.

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

ο όχλος του διαδικτύου...

Το Βυτιο...
Με αφορμή τα όσα έγιναν με τη Δημουλά, γίναμε μάρτυρες μιας κατάστασης που τείνει να επαναλαμβάνεται. Κάποιος καλλιτέχνης, συγγραφέας ή πολιτικός γράφει ή λέει κάτι και αυτό αναπαράγεται στα κοινωνικά δίκτυα. Οι διάφοροι ανώνυμοι, ψευδώνυμοι και επώνυμοι του διαδικτύου κριτικάρουν σοβαρά, βρίζουν ή κοροϊδεύουν τη δήλωση. Μετά τον πρώτο μικροχαμό, αναλαμβάνουν δημοσιογράφοι και συνήθως ομότεχνοι του όποιου έκανε την αμφιλεγόμενη δήλωση, να νουθετήσουν, κουνώντας το δάχτυλο, τον όχλο των social media.
Διαδικτυακό λιντσάρισμα, υπερβολές, λαϊκισμός, bullying, υστερία, φασισμός, έλλειψη ανοχής στην διαφορετική άποψη. Αυτές είναι μερικές από τις κατηγορίες που αποδίδονται στους χρήστες των κοινωνικών δικτύων.
Αναρωτιέμαι τι θα σκέφτονταν οι επικριτές του όχλου, αν έμπαιναν σε ένα καφενείο την ώρα που η τηλεόραση παίζει ειδήσεις και παρατηρούσαν τις βρισιές, τα σιχτίρια και τις μούντζες επί δικαίων και αδίκων. Μία απ’ τις (πολλές) λειτουργίες του facebook ή του twitter είναι και αυτή η φαντασιακή επανασύσταση του καφενείου. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, σχολιάζει ο καθένας, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο υπερβολικά, όπως άλλωστε αρμόζει σε μια παρέα που γλεντάει ή απλά σκοτώνει το χρόνο της. Το χιούμορ του καφενείου δεν είναι πάντα πετυχημένο, ούτε τα πειράγματα πάντοτε δίκαια ή καλοσυνάτα.
Ίσως η παραπάνω να είναι μια υπερβολικά επιεικής αντιμετώπιση του διαδικτυακού όχλου, αλλά απ’ την άλλη δυσκολεύομαι να καταλάβω την εμμονή στην υστερική μετριοπάθεια, τη σοβαροφάνεια και τον καθωσπρεπισμό που δείχνουν διάφοροι συγγραφείς και δημοσιογράφοι.
Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, θα πρέπει να ομολογήσω ότι πιστεύω ότι το πρόβλημα δεν είναι η σφοδρότητα της επίθεσης, αλλά η επίθεση καθεαυτή. Οι μόνιμοι θαμώνες των τηλεοπτικών πάνελ και των σαλονιών των εφημερίδων βρίσκονται τον τελευταίο καιρό αντιμέτωποι με μια καινούρια κατάσταση. Το μικρόφωνο δεν ανοίγει μόνο για τις δικές του ατάκες. Οι «επώνυμοι» σχολιάζονται ποικιλοτρόπως και όχι πάντοτε με κομψότητα στα  κοινωνικά δίκτυα.
Όμως αναρωτιέμαι πως γίνεται να επικεντρώνεις την προσοχή και την ευαισθησία σου σε αυτό το θέμα. Για παράδειγμα δεν μπορώ να συλλάβω ότι γράφονται άρθρα επί άρθρων για το bullying ή το «ηλεκτρονικό λιντσάρισμα» της ποιήτριας, την ώρα που ζούμε στη χώρα που ο ίδιος ο υπουργός, διαπόμπευε για μήνες, παρέα με τους τηλεοπτικούς συνδαιτυμόνες του, γυναίκες αδύναμες και άρρωστες. Τότε, δεν επρόκειτο για φασισμό και τραμπουκισμό, αλλά για υγειονομική βόμβα και ρεαλ πολιτίκ. Τώρα συγγραφείς και δημοσιογράφοι εξανίστανται για την τύχη που επεφύλασσε ο όχλος σε μια ποιήτρια που αν μη τι άλλο, δεν είναι άρρωστη και απροστάτευτη, αλλά έχει επί χρόνια δημόσιο βήμα και χώρο να μιλήσει η ίδια για τον εαυτό της.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει όταν κατηγορείται για λαϊκισμό η πλέμπα του διαδικτύου, στη χώρα που υπουργός του Πασόκ είπε το «μαζί τα φάγαμε» και συνέχισε να κυβερνά, στη χώρα που ο πρωθυπουργός, σύμφωνα με το MEGA, μίλησε με το Θεό.
Το μέτρο και την ισορροπία, δεν θα έπρεπε να τη αναζητάνε οι άνθρωποι αυτοί, στον όχλο του διαδικτύου που άλλοτε κάνει την πλάκα του, άλλοτε απλά ξεσπαθώνει και άλλοτε (μάλιστα αρκετά συχνά) κάνει σπουδαία πράγματα. Το μέτρο και την ισορροπία ας την αναζητήσουν στις επί χρόνια παρουσίες τους στα τηλεοπτικά πάνελ, στα εκλογικά βράδια στα κανάλια, όταν κάθονταν όλοι μαζί δίπλα σε όσους σήμερα διώκονται ποινικά ή κρύβονται σε μακρινές και εξωτικές χώρες. Το μέτρο και την ισορροπία ας την αναζητήσουν στον Σταύρο Θεοδωράκη τη στιγμή που γελάει, όταν Βορίδης αυτοαποκαλείται ακτιβιστής της δεξιάς ή τη στιγμή που ο ίδιος δημοσιογράφος παίρνει συνέντευξη πίνοντας απ’ την κούπα με το λογότυπο της Χρυσής Αυγής.
Όπως και να ‘χει όμως, θέλοντας και μη, μέχρι τουλάχιστον να κλείσει το internet ή να ρυθμιστεί ασφυκτικά στα πρότυπα άλλων καθεστώτων, οι μονόλογοι (και μαζί το a priori τεράστιο κύρος του δημοσίου προσώπου) έχουν τελειώσει. Το καφενείο έχει πρόσβαση στα μικρόφωνα και τώρα ακούγονται τα πάντα. Από άθλιες βρισιές μέχρι εμπεριστατωμένες κριτικές και υπέροχα ποιήματα. Ευτυχώς, θα συμπλήρωνα.
υγ. ποστίδιο παρασκευασμένο για τη Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Ποιος θα ελέγξει το Διαδίκτυο;

 Schiller Dan, monde  diplomatique...
μεταφραση Θανασης Κούτσης...
Οι ΗΠΑ διατυμπανίζουν προς κάθε κατεύθυνση την προσήλωσή τους στην « ελευθερία του Ίντερνετ », την ίδια στιγμή που η αμερικανική κυριαρχία στο παγκόσμιο μέσο έχει εδραιωθεί μέσω εταιρειών όπως η Google, το Facebook, η Microsoft, η Apple και η Amazon. Υπάρχει περίπτωση να αλλάξει κάτι μετά από τη διάσκεψη του Ντουμπάι, που έθεσε μια πρώτη αμφισβήτηση αυτής της κυριαρχίας ;

Το γεωπολιτικό διακύβευμα του Διαδικτύου ξεδιπλώθηκε καθαρά τον περασμένο Δεκέμβριο, κατά τη διάρκεια της διεθνούς διάσκεψης στο Ντουμπάι, η οποία διοργανώθηκε από τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ΔΕΤ –International Telecommunication Union, ITU), μια συνεργαζόμενη με τον ΟΗΕ υπηρεσία, με 193 κράτη-μέλη. Σε αυτές τις συναντήσεις, οι εκπρόσωποι των κρατών (έχοντας δίπλα τους σωρεία συμβούλων από τις εταιρείες του κλάδου) διαμορφώνουν συμβάσεις που διευκολύνουν τις διεθνείς καλωδιακές και δορυφορικές επικοινωνίες. Οι εν λόγω συναθροίσεις, όσο βαρετές και γραφειοκρατικές κι αν είναι, έχουν αποφασιστική σημασία λόγω της κολοσσιαίας σπουδαιότητας των δικτύων για τη λειτουργία της διακρατικής πολιτικής οικονομίας.
Η Παγκόσμια Διάσκεψη για τις Διεθνείς Τηλεπικοινωνίες (WCIT) του Δεκεμβρίου 2012 στο Ντουμπάι προκάλεσε μια μείζονα διένεξη : Πρέπει τα κράτη-μέλη της ΔΕΤ να της παραχωρήσουν την ευθύνη εποπτείας του Διαδικτύου, μια ευθύνη ανάλογη με εκείνη που επί δεκαετίες διέθετε για άλλες μορφές διεθνών επικοινωνιών ;
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είπαν όχι, και η θέση τους υπερίσχυσε : το έγγραφο της νέας συνθήκης της ΔΕΤ δεν παρέχει στην υπηρεσία τυπικό ρόλο σε αυτό που έχει καθιερωθεί να αποκαλείται « παγκόσμια διακυβέρνηση του Διαδικτύου ». Ωστόσο, η πλειοψηφία των κρατών ενέκρινε την προσθήκη ενός ψηφίσματος που « καλεί τα κράτη-μέλη να επεξεργαστούν το καθένα τη θέση του για τα σχετικά με το Διαδίκτυο ζητήματα τεχνικής, ανάπτυξης και δημόσιας πολιτικής ». Αντιτιθέμενες « ακόμη και στη συμβολική παγκόσμια εποπτεία », όπως το έθεσε ένας συντάκτης των Τάιμς της Νέας Υόρκης [1], οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να υπογράψουν τη συνθήκη και αποχώρησαν. Το ίδιο έκαναν και η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιαπωνία, η Ινδία, η Κένυα, η Κολομβία, ο Καναδάς, η Βρετανία και άλλα κράτη. Ωστόσο, περισσότερα από τα δύο τρίτα των παρισταμένων κρατών –89 εν συνόλω– επικύρωσαν το έγγραφο -και μερικές από τις χώρες που δεν το υπέγραψαν ίσως αποδεχθούν αργότερα τη συνθήκη.
Προκειμένου να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που διακυβεύεται, πρέπει πρώτα να διώξουμε το πυκνό νέφος των ρητορειών που συσκοτίζει την υπόθεση. Επί μήνες πριν από τη WCIT, ο Τύπος σε Ευρώπη και Αμερική διατυμπάνιζε ότι επρόκειτο για μια κοσμοϊστορική σύγκρουση μεταξύ των υποστηρικτών ενός ανοιχτού Διαδικτύου και των επίδοξων σφετεριστών της ελευθερίας ή των κυβερνητικών λογοκριτών, με επικεφαλής αυταρχικά κράτη όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Κίνα. Το πλαίσιο αναφοράς τέθηκε με τόσο μανιχαϊστικούς όρους, ώστε ο Φράνκο Μπερναμπέ, διευθυντής της Telecom Italia και πρόεδρος της ένωσης εταιρειών κινητής τηλεφωνίας GSMA, το αποκάλεσε « πολεμική προπαγάνδα » [2].
Η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι ασήμαντο ζήτημα. Όπου και αν ζούμε, υπάρχει λόγος να ανησυχούμε ότι η σχετικά ανοιχτή φύση του Διαδικτύου γίνεται αντικείμενο σφετερισμού, διαβρώνεται ή χειραγωγείται. Κάτι τέτοιο δεν προϋποθέτει στρατιές κρατικοδίαιτων λογοκριτών ή κάποιο ηλεκτρονικό « Σινικό Τείχος ». Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ, για παράδειγμα, παρακολουθεί το σύνολο των επικοινωνιών που περνούν από τα καλωδιακά και δορυφορικά δίκτυα των ΗΠΑ μέσω των πολλών « κέντρων υποκλοπών » της, αλλά και του νέου, γιγαντιαίου κέντρου παρακολούθησης που κατασκευάζεται στο Μπλαφντέιλ, στην έρημο της Γιούτα [3]. Εξάλλου, η κυβέρνηση των ΗΠΑ καταδίωξε έναν πραγματικό συνήγορο της ελευθερίας της έκφρασης –τα WikiLeaks– με αμείλικτη επιμονή. Αμερικανικές διαδικτυακές εταιρείες όπως το Facebook και η Google έχουν μεταμορφώσει το Διαδίκτυο σε μια « μηχανή παρακολούθησης », που απορροφά κάθε εμπορικά εκμεταλλεύσιμο δεδομένο της συμπεριφοράς των χρηστών.

Συγκαλυμμένα συμφέροντα

Ήδη από τη δεκαετία του 1970, η ρητορική της « ελεύθερης ροής των δεδομένων » αποτελεί κεντρικό θεμέλιο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ [4]. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και του τέλους της αποικιοκρατίας, το δόγμα αυτό παρουσιαζόταν ως φάρος που φώτιζε τον δρόμο της χειραφέτησης από την κρατική καταπίεση και τον ιμπεριαλισμό. Στις μέρες μας εξακολουθεί να επενδύει βαθιά εδραιωμένα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα με μια ελκυστική γλώσσα οικουμενικών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Οι όροι « διαδικτυακή ελευθερία » και « ελευθερία της σύνδεσης » –που χρησιμοποιήθηκαν τις παραμονές της WCIT τόσο από την υπουργό Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον όσο και από στελέχη της Google– αποτελούν τη σύγχρονη εκδοχή της ωδής στην « ελεύθερη ροή ». Ακριβώς όμως όπως και παλαιότερα, η « διαδικτυακή ελευθερία » αποτελεί μια εσκεμμένη χειραγώγηση. Υπολογισμένα παραπλανητική, μας λέει να εμπιστευθούμε ένα θεμελιακό ανθρώπινο δικαίωμα σε ένα ζεύγος έντονα ιδιοτελών κοινωνικών παραγόντων : στις μεγάλες εταιρείες και στα κράτη.
Οι συζητήσεις στη WCIT ήταν πολυδιάστατες και ως αντικείμενό τους είχαν ζητήματα από πολλά διαφορετικά πεδία. Ένα από αυτά ήταν οι όροι της συναλλαγής μεταξύ των διαδικτυακών υπηρεσιών όπως η Google και των εταιρειών που διακομίζουν την ογκωδέστατη ροή των δεδομένων τους –των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων και των παρόχων υπηρεσιών Διαδικτύου όπως η Verizon, η Deutsche Telekom ή η Free. Αυτή η επιχειρηματική διαμάχη ενέχει επιπτώσεις και για ένα γενικότερο και σημαντικότερο ζήτημα πολιτικής : ποιος θα πληρώνει για τον διαρκή εκσυγχρονισμό των δικτυακών υποδομών, από τις οποίες εξαρτώνται οι συνεχείς αναβαθμίσεις και προσθήκες στις διαδικτυακές υπηρεσίες ; Η τολμηρή επίθεση του Ξαβιέ Νιέλ, επικεφαλής του παρόχου διαδικτυακής πρόσβασης Free, στα έσοδα της Google από τη Γαλλία, όταν έθεσε σε λειτουργία το πρόγραμμα μπλοκαρίσματος των διαφημίσεών της [5], πρόβαλε το μέγεθος του διακυβεύματος σε κοινή θέα. Όμως οι όροι συναλλαγής στην παγκόσμια βιομηχανία του Ίντερνετ είναι σημαντικοί και για έναν ακόμη λόγο : αν θεσπιστεί ότι οι προμηθευτές περιεχομένου πρέπει να πληρώνουν τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων –ο στόχος του Νιέλ, παρόμοιος με εκείνον άλλων τηλεπικοινωνιακών εταιρειών– θα υπάρξουν σοβαρές επιπτώσεις στην πολιτική ουδετερότητας του Διαδικτύου, που είναι ζωτικής σημασίας για τους χρήστες του.
Μέχρι τώρα, αυτή η εξουσία θεσμοθέτησης βρισκόταν δυσανάλογα συγκεντρωμένη στα χέρια των ΗΠΑ [6]. Τη δεκαετία του 1990, όταν το « ιστο-κεντρικό » Διαδίκτυο εμφανίστηκε ορμητικά στη διεθνή σκηνή, οι ΗΠΑ έκαναν έντονες προσπάθειες να θεσμοποιήσουν τον διαχειριστικό ρόλο τους. Για να λειτουργεί το σύστημα, τα ονόματα των διαδικτυακών χώρων (του τύπου .com), οι αριθμητικές διευθύνσεις και οι αναγνωριστές δικτύου πρέπει να είναι μοναδικά : κάτι τέτοιο προϋποθέτει την ύπαρξη μιας θεσμικής αρχής που τα εκχωρεί –και συνεπώς τα προνόμιά της εκτείνονται στο σύνολο ενός συστήματος που εκ φύσεως βρίσκεται εκτός του εδάφους της χώρας.
Η διαχείριση αυτών των ζωτικών διαδικτυακών πόρων ασκείται από μια υπηρεσία των ΗΠΑ, την Internet Assigned Numbers Authority (IANA), στο πλαίσιο σύμβασής της με το υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ. Η IANA λειτουργεί τύποις ως μονάδα μιας ξεχωριστής, και φαινομενικά πιο υπεύθυνης, μη-κερδοσκοπικής εταιρείας με έδρα την Καλιφόρνια, ονόματι Internet Corporation for Assigned Names and Numbers (ICANN), της οποίας η αποστολή συνίσταται στη « διατήρηση της λειτουργικής σταθερότητας του Διαδικτύου ». Τα τεχνικά πρότυπα του Ίντερνετ αναπτύσσονται από δύο άλλες αμερικανικές υπηρεσίες, την Internet Engineering Task Force (IETF) και τον Internet Architecture Board (IAB), που με τη σειρά τους λειτουργούν στο πλαίσιο μιας άλλης μη-κερδοσκοπικής εταιρείας, της Internet Society. Η συγκρότηση και η χρηματοδότηση των οργανισμών αυτών τους κάνουν πιο δεκτικούς στις προτιμήσεις των ΗΠΑ παρά στις απαιτήσεις των χρηστών [7].
Οι κυριότεροι παγκόσμιοι εμπορικοί ιστότοποι του Διαδικτύου δεν λειτουργούν με κινεζικά ή ρωσικά, πόσω μάλλον με κενυατικά ή μεξικανικά κεφάλαια. Όπως όλοι γνωρίζουν, η Google, το Facebook, η Microsoft, η Apple και η Amazon είναι που ανέπτυξαν τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες τις οποίες χρησιμοποιούν άνθρωποι από όλον τον κόσμο. Και η τρέχουσα μετάβαση προς τις υπηρεσίες του « υπολογιστικού νέφους » (cloud computing), όπου και πάλι οι βασικοί « παίκτες » είναι Αμερικανοί, θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο την εξάρτηση του δικτύου από τις ΗΠΑ. Η δομική ασυμμετρία στον έλεγχο του Διαδικτύου προσφέρει την απαραίτητη βάση για την εταιρική και στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ στον κυβερνοχώρο. Και ενώ η αμερικανική κυβέρνηση ασκεί έναν δυσανάλογα μεγάλο ρόλο, τα υπόλοιπα κράτη ελάχιστες ευκαιρίες διαθέτουν –τόσο το καθένα ξεχωριστά όσο και συλλογικά– να θέσουν κανονιστικές ρυθμίσεις στο σύστημα. Βεβαίως, μέσω διάφορων τεχνικών και νομικών μέτρων, κάθε κράτος μπορεί να ασκήσει κάποια κυριαρχία στο « εθνικό » σκέλος του Διαδικτύου, πάντοτε όμως υπό τη στενή παρακολούθηση των Αμερικανών διαμορφωτών της γενικότερης πολιτικής. Ο πανεπιστημιακός Μίλτον Μιούλερ εύστοχα εντοπίζει αυτή την ασυμμετρία, παρατηρώντας ότι, με τον τρόπο που είναι σήμερα συγκροτημένο, το Διαδίκτυο ενσωματώνει την αμερικανική πολιτική της « μονόπλευρης παγκοσμιοποίησης [8] ».

Αίσθηση ιδιοκτησίας

Η άσκηση αυτής της διαχειριστικής λειτουργίας επέτρεψε στις ΗΠΑ να αναπτύξουν μια λογική ιδιοκτησίας μέσα στην ίδια την καρδιά της ανάπτυξης του Διαδικτύου –μέσω της ICANN. Παρόλο που αποτελεί έναν σύνθετο, ημιαυτόνομο θεσμό, η εξουσία της ICANN επάνω στο Domain Name System (DNS, Σύστημα Ονοματοδοσίας Διαδικτυακών Χώρων) χρησιμοποιήθηκε ώστε να προσφέρει πλεονεκτήματα εκτός ορίων των ΗΠΑ σε κατόχους μεγάλων εταιρικών σημάτων και άλλων εμπορικών συμφερόντων –παρά τις διαμαρτυρίες μη εμπορικών οργανισμών οι οποίοι, αν και εκπροσωπούνται στην ICANN, δεν ήταν σε θέση να υπερισχύσουν έναντι της Κόκα-Κόλα, της Πρόκτερ και Γκαμπλ ή άλλων μεγάλων εταιρειών. Και η ICANN έκανε χρήση του ιδιωτικού εμπορικού δικαίου προκειμένου να επιβάλει τους κανόνες της στους απομακρυσμένους οργανισμούς που διαχειρίζονται τις τοπικές ή γενικές « επεκτάσεις » των ονομάτων των διαδικτυακών χώρων (top-level domain, όπως « .org » ή « .gr ») σε όλο τον κόσμο. Οι εθνικοί προμηθευτές διάφορων διαδικτυακών εφαρμογών ελέγχουν τις τοπικές αγορές τους σε αρκετές χώρες, όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Νότια Κορέα. Ωστόσο, οι υπερεθνικές διαδικτυακές υπηρεσίες –τα πλέον επικερδή και στρατηγικά σημεία σε αυτό το εξωεδαφικό σύστημα– παραμένουν, από την Amazon και το PayPal έως την Apple, « φρούρια » κατασκευασμένα από το κεφάλαιο και την κρατική ισχύ των ΗΠΑ.
Σχεδόν από την αρχή, κάποια κράτη αντιστάθηκαν σε αυτό το καθεστώς υποταγής τους. Όσο αυξάνονταν τα σημάδια ότι οι ΗΠΑ δεν ήταν διατεθειμένες να εκχωρήσουν τον έλεγχό τους, τόσο εντείνονταν και οι αντιδράσεις. Οι εντάσεις αυτές οδήγησαν σε μια σειρά συναντήσεων υψηλού επιπέδου –τη Διάσκεψη Κορυφής για την Κοινωνία της Πληροφορίας (World Summit on the Information Society), που διοργανώθηκε από τη ΔΕΤ στη Γενεύη και την Τύνιδα, μεταξύ 2003 και 2005.
Η Διάσκεψη Κορυφής υπήρξε σαφής προάγγελος της σύγκρουσης του 2012 στο Ντουμπάι, με την έννοια ότι τουλάχιστον δημιούργησε ένα μικρό προγεφύρωμα για τα κράτη (πέραν των ΗΠΑ) σε σχέση με τη συμμετοχή τους στην παγκόσμια διακυβέρνηση του Διαδικτύου. Η « Κυβερνητική Συμβουλευτική Επιτροπή » (Government Advisory Committee), επιφορτισμένη με την προσφορά των δικών της δεδομένων στην « πολυσυμμετοχική » διαδικασία του οργανισμού, εκχωρεί στις κυβερνήσεις το ίδιο καθεστώς που αποδίδεται στις μεγάλες εταιρείες και τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, όπως οι ΜΚΟ. Πολλά κράτη μπορεί πράγματι να ικανοποιούνταν με αυτή την περίεργη διευθέτηση, αν δεν υπήρχε ένα κραυγαλέο δεδομένο : παρά τις θριαμβολογίες περί « πολυμορφίας που διαχέεται από τα κάτω προς τα πάνω » και « πολυσυμμετοχικότητας », η παγκόσμια διακυβέρνηση του Διαδικτύου κάθε άλλο παρά ισότιμη ήταν –ή έστω πλουραλιστική. Ήταν ολοφάνερο πως ο υπ’ αριθμόν ένα « συμμετέχων » ήταν το Εκτελεστικό Τμήμα των ΗΠΑ.
Το τέλος της σύντομης εποχής του ενός παγκόσμιου πόλου και η κατάδυση στην κρίση, που οδήγησε σε μακροχρόνια παγκόσμια ύφεση, επέτεινε και διεύρυνε σε μεγάλο βαθμό τη διακρατική διαμάχη γύρω από την πολιτική οικονομία του κυβερνοχώρου. Κάποιες κυβερνήσεις συνέχισαν να αναζητούν σημεία πίεσης, μέσω των οποίων θα προσπαθούσαν να διευρύνουν τον παγκόσμιο συντονισμό και τη διαχείριση του Διαδικτύου. Το 2010-11 προσέφυγαν μάλιστα ευθέως στο υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ, όταν αυτό εκκινούσε τη διαδικασία αξιολόγησης για την ανανέωση της σύμβασής του με την ΙΑΝΑ περί της διαχείρισης των διαδικτυακών διευθύνσεων. Με μια μάλλον ασυνήθιστη κίνηση, αρκετές χώρες και ένας διεθνής οργανισμός –η ΔΕΤ– υπέβαλαν επίσημα τις παρατηρήσεις τους. Η κυβέρνηση της Κένυας πρότεινε μια « μετάβαση » από την αμερικανική εποπτεία της λειτουργίας της ΙΑΝΑ μέσω του υπουργείου Εμπορίου, προς ένα καθεστώς πολύπλευρου ελέγχου με επίκεντρο τις κυβερνήσεις. Ο εκ μέρους των ΗΠΑ έλεγχος πρέπει να διαφοροποιηθεί μέσω της διεθνοποίησης των συμφωνιών για ολόκληρο το θεσμικό εποικοδόμημα που έχει χτιστεί γύρω από τα ονόματα και τις διευθύνσεις του Διαδικτύου. Η Ινδία, το Μεξικό, η Αίγυπτος και η Κίνα υπέβαλαν εντυπωσιακά παρόμοιες προτάσεις.
Οι ΗΠΑ αντέδρασαν κλιμακώνοντας τη ρητορική της « διαδικτυακής ελευθερίας », προσπαθώντας έτσι να απωθήσουν την εντεινόμενη απειλή απέναντι στον διαχειριστικό έλεγχό τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επέτειναν και τις διμερείς παρασκηνιακές πιέσεις, ώστε να παρακινήσουν μερικά από τα κράτη που διαφωνούσαν να επιστρέψουν στο « μαντρί ». Τα αποτελέσματα φάνηκαν καθαρά στη WCIT, όταν η Ινδία και η Κένυα συνέπλευσαν με τις ΗΠΑ στην απόρριψη της συνθήκης.
Τι θα συμβεί τώρα ; Είναι βέβαιο ότι οι κυβερνητικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και οι μεγάλες δυνάμεις του διαδικτυακού κεφαλαίου, όπως η Google, θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν όλες τις δυνάμεις που διαθέτουν ώστε να ισχυροποιήσουν το αμερικανοκεντρικό Διαδίκτυο και να δυσφημίσουν τους αντιπάλους τους. Ωστόσο, η πολιτική αντίθεση στη « μονόπλευρη παγκοσμιοποίηση » των ΗΠΑ έχει πλέον βγει στο φως –και εκεί θα παραμείνει. Ένας αρθρογράφος της « Wall Street Journal » δεν δίστασε να αποκαλέσει τη διάσκεψη του Ντουμπάι « πρώτη μεγάλη ψηφιακή ήττα της Αμερικής [9] ».

Notes

[1] Eric Pfanner, « Message, if murky, from US to the world », « The NewYork Times », 15-12-12.
[2] Rachel Sanderson και DanielThomas, « US under fire after telecoms treaty talks fail », « Financial Times », Λονδίνο, 17-12-12.
[3] James Bamford, « The NSA is building the country’s biggest spy center », « Wired », Σαν Φρανσίσκο, Απρίλιος 2012.
[4] Herbert I. Schiller, « Libre circulation de l’information et domination mondiale », « Le Monde diplomatique », Σεπτέμβριος 1975.
[5] (ΣτΜ) Στις αρχές Ιανουαρίου, ο μεγαλύτερος πάροχος στη Γαλλία, η εταιρεία Free, προσπάθησε να προσφέρει υπηρεσίες απαλλαγμένες από διαφημίσεις στους συνδρομητές της αλλά με παρέμβαση της υπουργού Ψηφιακής Οικονομίας, Φλερ Πελεράν, η υπηρεσία αυτή απενεργοποιήθηκε σε λίγες μέρες.
[6] DwayneWinseck, « Big new global threat to the Internet or paper tiger : The ITU and global Internet regulation », 10-6-12, http://dwmw.wordpress.com.
[7] Harold Kwalwasser, « Internet governance », στο Franklin D. Kramer, Stuart H. Starr και LarryWentz (επιμ.), « Cyberpower and National Security », National Defense University Press - Potomac Press, Washington-Dulles (Βιρτζίνια), 2009.
[8] Milton L. Mueller, « Networks and States : The Global Politics of Internet Governance », The MIT Press, Κέμπριτζ (Μασαχουσέτη), 2010.
[9] L. Gordon Crovitz, « America’s first big digital defeat », « The Wall Street Journal », Νέα Υόρκη, 17-12-12.

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Το Διαδίκτυο σαν μαμή....

του Παντελη Μπουκαλα απο την Καθημερινη...
Ακόμα και οι τελευταίοι των «παλαιοημερολογιτών» και των λουδιτών, ή των τεχνοφοβικών, θα συμφωνούσαν ότι το Ιντερνετ, εκτός από πανίσχυρο, είναι και καλό, κι όχι σατανάς. Για να το πω όσο πιο απλοϊκά γίνεται, λειτουργεί σαν μια τεράστια, διαρκώς διευρυνόμενη και ανανεούμενη εγκυκλοπαίδεια και συγχρόνως σαν ένας τεράστιος πομποδέκτης. Συμβάλλει λοιπόν στην έρευνα και την αυτομόρφωση, στη διακίνηση ιδεών και αισθημάτων, αλλά και στη συγκρότηση ομάδων που συχνά δεν παραμένουν ψηφιακές αλλά παίρνουν υλική υπόσταση.
Ωστόσο, και οι φανατικότεροι του Διαδικτύου θα αποδέχονταν ότι ούτε αποκλειστικά αγαθό είναι ούτε η ισχύς του απεριόριστη.
Ενα φρέσκο παράδειγμα από τη μονίμως ταραγμένη πολιτική σκηνή: Στον θυμό του απάνω, ο έτσι κι αλλιώς διαρκώς οργισμένος κ. Καμμένος υποστήριξε ότι «το κόμμα του δημιουργήθηκε στο Διαδίκτυο». Δεν ήθελε να δείξει την εξοικείωσή του με τα νέα μέσα ο υπό αμφισβήτηση νεόκοπος αρχηγός αλλά να καρφώσει τα έως χθες πρωτοπαλίκαρά του, που ήδη ανεξαρτητοποιούνται από τους Ανεξάρτητους Ελληνες. Να τους πει δηλαδή ότι δεν τους έχει ανάγκη, αφού αυτός, σαν «άφθαρτος», δεν στηρίζεται στο φθαρμένο πολιτικό προσωπικό αλλά στη γιγάντια ιντερνετική δεξαμενή. Πάνω-κάτω το ίδιο πιστεύει ο αυτοπροαναγγελθείς σωτήρ κ. Λοβέρδος. Και αυτός το Διαδίκτυο διάλεξε για την πρεμιέρα του, ευελπιστώντας ότι σ’ αυτό το απέραντο πέλαγος θα βρεθούν μερικοί καλοκάγαθοι κι άλλο τόσο αμνήμονες, ώστε να τον ακολουθήσουν στον μικροηγετικό βηματισμό του.
Παραπάει πιστεύω να συμπεράνουμε πως η μαμμή της Ιστορίας (ή της επανάστασης) είναι το Διαδίκτυο, η «κοινωνική δικτύωση». Σήματα, ναι, εκπέμπονται από εκεί. Σήματα πολλά και αλληλοσυγκρουόμενα. Η ιδεολογική μάχη άλλωστε στην μπλογκόσφαιρα είναι οξύτερη και από την εκεί σύγκρουση «γαύρων» και «βάζελων». Κάποια από τα σήματα είναι πιθανό να βρουν αποδέκτες, κάποιοι από τους αποδέκτες είναι πιθανό να πείσουν τον εαυτό τους να κάνει κάτι περισσότερο από το να παραμείνει αραχτός «φόλουερ» ή... «λάικερ», και κάτι να γίνει. Αυτό το «κάτι» όμως ενδέχεται να είναι τόσο υλικό όσο τα παραδοσιακά φαντάσματα. Βλέπεις ας πούμε στα σχετικά σάιτ να πέφτει χίλιες φορές, από χίλιους αποστολείς, το κατεπείγον μήνυμα «Ολοι κάτω τώρα!» (στο Σύνταγμα λ.χ.) και παρά τον τόσο ενθουσιασμό, να μη μαζεύονται στην πλατεία πάνω από εκατό. Και εν πάση περιπτώσει, παρά τα θρυλούμενα, ούτε οι επαναστάσεις στις αραβικές χώρες οφείλονται αποκλειστικά στο Διαδίκτυο ούτε τα κινήματα αγανακτισμένων στις ευρωπαϊκές πόλεις.
Αν ο έσωθεν βαλλόμενος κ. Καμμένος και ο σεμνοπρεπώς αυτοπροβαλλόμενος κ. Λοβέρδος πιστεύουν πως όλοι στην Ελλάδα ξημεροβραδιάζονται μπροστά στο κομπιούτερ τους περιμένοντας να «ζυμωθούν» από την αυθεντία τους και να ασπαστούν το σωτηριολογικό τους άγγελμα, λαθεύουν. Αλλά αυτό δεν είναι κακό.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Οι διαδικτυακοί μου φίλοι...

Κεράσια και Κρίνοι... το ειδα στο TVXS...
 
Πολλές είναι οι φορές που οι διαδικτυακοί μου φίλοι με συγκινούν. Με τις εκδηλώσεις τους, την αγάπη τους, την εμπιστοσύνη τους, το ενδιαφέρον, και όλα αληθινά, χωρίς κανένα κέρδος, χωρίς υστεροβουλία.
Στα blogs συζητάμε τόσο πολύ για το πόσο άσχημα είναι τα πράγματα γύρω μας, πως όλα πάνε από το κακό στο χειρότερο, πως τίποτα δεν μπορεί να γίνει, για το πόσο χάλια είναι οι άνθρωποι και δεν καταλαβαίνουν, και δεν λένε να κάνουν κάτι.
Κι όμως, απορώ, πώς γίνεται όσοι συναντώ εδώ, οι περισσότεροι τουλάχιστον, να είναι τόσο αξιόλογοι, ευαίσθητοι, διορατικοί, αποφασισμένοι, ανήσυχοι;
Και όλοι αυτοί οι αόρατοι διαδικτυακοί φίλοι, υπάρχουν κάπου εκεί έξω, με σάρκα και οστά. Είμαστε εμείς εκεί έξω, οι ίδιοι, που συναντιόμαστε χωρίς να το ξέρουμε σε πορείες και κινητοποιήσεις.
Είμαστε πολλοί χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει. Είμαστε όλοι μαζί και νομίζουμε πως είμαστε μόνοι.
Κι όμως, το διαδίκτυο μπορεί να μας αποδείξει το αντίθετο. Αυτό το ψυχρό, απρόσωπο μέσο, τόσο καιρό κάτι προσπαθεί να μας πει και δεν το ακούμε.
Μήπως έχουμε μια δύναμη που δεν γνωρίζουμε; Μήπως είμαστε περισσότεροι απ' όσοι νομίζουμε; Μήπως είμαστε πιο έτοιμοι απ' όσο πιστεύουμε;
Παρακολουθώ λίγα χρόνια το διαδίκτυο και βλέπω τόση ποιότητα, ένα τέτοιο τεράστιο χάσμα με όλο το σκουπίδι των επίσημων media!
Μήπως αξίζουμε περισσότερο απ' όσο θέλουν να μας επιτρέψουν να πιστεύουμε; Μήπως η ελληνική κοινωνία κρύβει έναν τεράστιο και ανεκτίμητο θησαυρό που παλεύουν με νύχια και με δόντια να θάψουν και να αφανίσουν κάτω από σωρό σκουπιδιών;
Εδώ μέσα ανθίζουν απέραντοι κήποι με λουλούδια και η τηλεόραση εξακολουθεί να κατασκευάζει επίμονα και μονότονα μια κόλαση. Επίμονα και μονότονα, με όλες τις δυνατές παραλλαγές, να δείχνει εκείνο που θέλει να γίνουμε: ένα σάπιο σαρκίο.
Τι θα συνέβαινε άραγε μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες αν έπαυαν να εκπέμπουν τα μεγάλα και γνωστά κανάλια; Τι θα συνέβαινε αν τη θέση των πληρωμένων δημοσιογράφων και θλιβερών δημοσιογραφίσκων, έπαιρναν οι ελεύθεροι bloggers; Ο κόσμος γύρω μας θα συνέχιζε να είναι ο ίδιος; Οι άνθρωποι θα συνέχιζαν να σκέφτονται τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο; Θα συνέχιζαν να ζουν όπως τώρα, χωρίς όνειρα, χωρίς οραματισμούς; Θα εξακολουθούσε η ελληνική κοινωνία σε αυτόν τον ατέρμονο, απότομο γκρεμό που κατρακυλά;
Αν όσα γράφουμε και όσα σχολιάζουμε εμείς εδώ, κάθε μέρα και κάθε νύχτα, με ψυχή, με μεράκι, με αλήθεια, ήταν κτήμα αυτής της κοινωνίας και κομμάτι της καθημερινής της πραγματικότητας, στην ίδια ποσότητα με την οποία είναι σήμερα κτήμα της τα χυδαία πρωινομεσημεριανάδικα, τα υπαγορευμένα δελτία ειδήσεων, τα φτηνοσήριαλ, τι θα συνέβαινε άραγε σε αυτή τη χώρα μέσα σε λίγες μόνο ημέρες;
Αν είχαμε το λόγο στ' αλήθεια, εμείς και μόνο εμείς, εμείς που δεν πληρωνόμαστε για να λέμε ότι μας ψυθιρίζουν στ' αυτί, αλλά μεταδίδουμε μόνο τον παλμό της καρδιάς και τους χτύπους του μυαλού μας, πόσο θα άλλαζε η εικόνα που σχηματίζουμε για τον κόσμο, για το παρελθόν, το παρόν και το μελλον μας; Και τότε πόσο θα άλλαζε και αυτό που θέλουμε για τις ζωές μας; Και αυτό που κάνουμε για να το φθάσουμε;
Πόση ζωντάνια και πνοή και φρέσκος αέρας θα μεταδιδόταν από άκρη σε άκρη σε τούτη την κυνηγημένη χώρα, σε τούτο τον πονεμένο τόπο, σε αυτούς τους ρημαγμένους ανθρώπους;
Και θα υπήρχε τότε άραγε χώρος για χρυσαυγίτες, για αδώνιδες και βορίδιδες, για ψευτιές και υποκρισίες;
Πόσο πολύ ο κυρίαρχος λόγος και οι κυρίαρχες εικόνες αναπαράγουν και αυγαταίνουν τον ίδιο τους τον εαυτό, πόσο πολύ το κάθε τι γίνεται αυτό που του λες πως είναι; Αυτοεκπληρούμενη προφητεία!
Πολλές φορές αναρωτήθηκα, ιδιαίτερα την τελευταία περίοδο, γιατί να μας λένε κάθε μέρα από τις ειδήσεις όλα αυτά τα ίδια αναμασημένα για τα μέτρα. Είναι ένα είδος τρομοκρατίας; Θέλουν να μας πείσουν πως δεν γίνεται αλλιώς; Σε τι χρησιμεύει όλος αυτός ο βομβαρδισμός με αρνητικές ειδήσεις και εικόνες, με τα γεγονότα που κατασκευάζει η χρυσή αυγή σε θέατρα και γειτονιές; Οι ατέλειωτες δήθεν συζητήσεις στα παράθυρα και τα πάνελ με τα ίδια φαιδρά πρόσωπα;
Κατασκευάζουν έναν αρνητικό κόσμο, έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει τίποτα φωτεινό, καμιά χαραμάδα διαφυγής, έναν κλοιό που μας σφίγγει πνευματικά και ψυχικά, μια παγίδα, ένα αδιέξοδο.
Κι όμως, υπάρχει ένας άλλος, πραγματικός, αυθεντικός κόσμος, εδώ και τώρα, απτός, με σάρκα και οστά. Είμαστε εμείς και οι σκέψεις και τα όνειρά μας και τα συναισθήματά μας, χωρίς φίλτρο λογοκρισίας, χωρίς έλεγχο εγκυρότητας.
Εξαπλώνουν έναν ιό στην κοινωνία, έχουν τα μέσα για να το κάνουν. Έναν ιό που μολύνει και διαβρώνει τα πάντα και κυρίως τις ανθρώπινες σκέψεις και ψυχές, που είναι ευάλωτες.
Εμείς εδώ, στο διαδίκτυο - χρειάστηκαν λίγα χρόνια για να το νιώσω, να το καταλάβω - είμαστε ένα κάστρο που προστατεύει πολύτιμα για την κοινωνία αγαθά. Ένα θησαυροφυλάκιο σπόρων ιδεών, γνώσεων, πληροφοριών, εικόνων, συναισθημάτων.
Ίσως όμως δεν έχουμε συνείδηση αυτού. Όταν αποκτήσουμε τη συνείδησή του, τότε θα είμαστε πιο δυνατοί και τότε θα εξαπλωθούμε. Κυρίως δεν έχουμε συνείδηση οτι είμαστε μαζί, όλοι εμείς μαζί, και όχι μονάδες παραταγμένες στη σειρά.
Και δεν είμαστε μαζί μόνο με την ιδιότητά μας ως bloggers ή και σχολιαστές. Δεν είμαστε μαζί μόνο ως αλληλέγγυοι. Δεν είμαστε μαζί μόνο ως χρήστες του ίδιου μέσου. Δεν είμαστε μαζί μόνο ως κοινωνοί των ίδιων πληροφοριών.
Είμαστε μαζί γιατί μοιάζουμε. Είμαστε μαζί γιατί ξεχωρίζουμε από τα σκουπίδια. Είμαστε μαζί γιατί κρατάμε ο καθένας από ένα εργαλείο και από μια πέτρα για να οικοδομήσουμε τον ίδιο όμορφο κόσμο. Και έχουμε ξεκινήσει άλλωστε να το κάνουμε.
Μετά από τόσο καιρό, αισθάνομαι τόσο κοντά με όλους τους διαδικτυακούς φίλους και συνοδοιπόρους, αισθάνομαι πόσο πολύ έχουμε τις ίδιες αγωνίες, με όλο τον πλούτο των παραλλαγών τους.
Είμαστε μια κρυμμένη βόμβα φωτός στο σκοτεινό δάσος που υψώνουν γύρω μας με μανία. Μια βόμβα που δεν θα αργήσει η μέρα που θα εκραγεί.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

τρία ντάμπλιγιου εκτόνωση τελεία τζι αρ...

Επιμελώς Αμελής & Λοιπά Παράδοξα...

εία τζι αρ

Πρέπει να ήταν αρχές του 1997 (μπορεί και του ’96 δεν θυμάμαι καλά) όταν πάτησα πρώτη φορά www. Λειτουργικό ms windows 95 (μετά την πρόσθεση των τριών κακών της μοίρας μου έγιναν 98), dial up συνδέσεις και σελίδες λευκές με γκρι και μαύρους κόκκους. Οι ελληνικές σελίδες λιγοστές, κυρίως προφίλ εταιρειών με ελάχιστες φωτογραφίες, τα coming soon έδιναν κι έπαιρναν. Η Ελλάδα ανακάλυπτε τον μαγικό κόσμο του διαδικτύου. Αργά. Πατούσες το dial, μπίρου μπίρου καλούσε το μόντεμ, έβαζες τον ελληνικό στην χόβολη και περίμενες. Υπομονή να είχες. Τα πρώτα web portals κάνουν την εμφάνισή τους, οι πιο καινοτόμες εταιρείες αποκτούν σελίδες και οι χρήστες επικοινωνούν γράφοντας ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες κατ’ ανάγκη. Ανοίγουν chat rooms & clubs και μαθαίνουμε τι σημαίνει blogging. To πρώτο μου blog το έφτιαξα στον pathfinder το 2002, όπου φιλοξενούνταν και το club στο οποίο ήμουν admin. Πλάκα είχε. Για να ανεβάσω κείμενο ή να κάνω αλλαγή στην σελίδα άναβα αρωματική λαμπάδα για να ξορκίσω τα διαόλια της γραμμής κι έκανα γονατιστή τον γύρο του τετραγώνου δέκα φορές.
To IKA και η εφορία έμελλε να φέρουν την μεγάλη αλλαγή. Το σύστημα υποβολής των ασφαλιστικών εισφορών καθώς και των δηλώσεων ΦΠΑ εκσυγχρονίζεται, οι εταιρείες οφείλουν να αποκτήσουν πρόσβαση στο διαδίκτυο και οι λογιστές να μάθουν να χειρίζονται ποντίκι. Κάνω σεμινάρια από το πρωί ως το βράδυ. «-Κυρία Λω δεν λειτουργεί σας λέω. –Κυρία Λογιστιάδου, το κρατάτε ανάποδα, η μπίλια να ακουμπάει στην επιφάνεια του γραφείου παρακαλώ». Τα νεύρα μου στα καλώδια μαζί με τα τελευταία εγκεφαλικά κύτταρα που διατελούν εν ηρεμία.
Μπίρου στο μπίρου έρχεται η ευρυζωνικότητα. Κάθε σπίτι ένας καημός, κάθε καημός και χρήστης. Τα βιογραφικά αναγράφουν ως δεξιότητα την χρήση του διαδικτύου αντάμα με τις γνώσεις Internet Explorer και Outlook Express και γω βάζω το μυαλό μου στην κατάψυξη για να μην πάθω κανένα ανεύρυσμα στην προσπάθειά μου να επιλέξω προσωπικό. Ξέρω και ίντερνετ, να σε πάω μια βόλτα στον θαυμαστό, νέο κόσμο που γίνεται πολύχρωμος και λαχταριστός και γεμίζει εργαλεία που ούτε στα όνειρά μου. Το social networking εξελίσσεται, myspace, facebook, youtube, twitter, google+βάλε, τα απρόσωπα nicknames αποκτούν προφίλ, φωτογραφίες και σελίδες και η συνέχεια επί των οθονών.
Ο θαυμαστός νέος κόσμος κατακλύζει τον παλιό κι αυτός ανταριάζεται. Συνειδητοποιώντας ότι το διαδίκτυο είναι δυνατόν να εξυπηρετήσει και άλλες σκοπιμότητες εκτός από αυτές των πορνοσελίδων, των εταιρειών, των οργανισμών και των διαδικτυακών καταστημάτων, οι επαγγελματίες της επικοινωνίας (επιχειρηματίες και εργαζόμενοι) σπεύδουν να καταλάβουν τη θέση που τους αναλογεί στη νέα πραγματικότητα, ενώ πολίτες/μπλόγκερς δειλά στην αρχή, σταθερά και αυθάδικα στην συνέχεια τους βγάζουν την γλώσσα και διεκδικούν μια θέση στα μέσα που μέχρι πρότινος λοιδορούσαν. Τρεχάτε δαχτυλάκια μου, οι αναγνώστες λιγοστοί και ποιος να τους πρωτοπιάσει. Στην ποδιά της μικρής αγοράς σφάζονται χιλιάδες παλικάρια, η οποία τους παρακολουθεί χαμογελώντας ξέροντας ότι εκείνη θα γελάσει τελευταία, πώς κάνετε έτσι όλοι θα πάρετε από την πίτα που έχω φουρνίσει. Ένα ψίχουλο. Τόσο βγαίνει το μερίδιο πώς να το κάνουμε.
Η διαδικτυακή Ελλάδα ως κομπλεξαρισμένη επαρχιωτοπούλα (αυτό το είμαστε τριάντα χρόνια πίσω δεν χωνεύεται εύκολα), φοράει τα καλά της και μπαίνει στον χορό, προσπαθώντας να παίξει το παιχνίδι πριν ακόμα μάθει τους κανόνες του. Πιάνει το τσιγκέλι, παίρνει το μαντήλι τις πρώτης, πηδάει πιο ψηλά, φοράει κατακόκκινο βρακί, τυρκουάζ ζαρτιέρα, λιμπιστερό στηθόδεσμο, δείχνεται και καμώνεται κι όλο και κοιτάει στα εξωτερικά να δει τι κάνουν εκεί για ν’ αντιγράψει. Και πώς αντιγράφει, αχ πώς! Χωρίς μέθοδο, χωρίς πρόγραμμα, άλλα ντ’ άλλα της Παρασκευής το γάλα που το χύσαμε Δευτέρα και πήραμε χαμπάρι ότι ξίνισε την Πέμπτη…
Αρχοντοχωριάτα ολκής, νεόκοπη αναγνώστρια που διεκδικεί βραβεία και ταχταρίσματα, γυρνάει την πλάτη στα παραδοσιακά μέσα, έχει κλείσει την τηλεόραση χρόνια τώρα, μη βλέπεις που ξέρει όλα τα σίριαλ απέξω στο γιουτιούμπ τα βλέπει καλέ, γράφει κακές λέξεις φανερά, κανένας δεν μπορεί να την λογοκρίνει τι ευτυχία, αναμασά μαλάκες, σκατά και πουτάνες τρεις φορές την μέρα πριν το φαγητό για να ανοίξει η όρεξη, κατάδηλα ευτυχής που εκφέρει αιρετικό λόγο. Μιμείται τους βάρβαρους ξένους, κλέβει τα κόλπα τους, μαθαίνει γρήγορα (το Ελληνικό δαιμόνιο δεν κρύβεται αγάπη μου, όλους θα τους φάμε, θα δεις) και ακκίζεται. Το βράδυ γέρνει στο μαξιλάρι χαμογελώντας για όσα με παρρησία και θάρρος ξεστόμισε.
Η Ελλάδα ως γνωστόν δεν διαβάζει. Αλλά γράφει. Κι αν δεν γράφει, σχολιάζει. Και αν δεν σχολιάζει παρακολουθεί. Σελίδες, πύλες, προφίλ, κανάλια. Αν τα bits ήταν ευρά θα είχαμε βγει από την κρίση χρέους. Την γνωστή κρίση. Που μας έχει οδηγήσει στην ανέχεια και στην ύφεση. Και εναντίον της οποίας πρέπει να επαναστατήσουμε. Εικονικώς. Γράψε, μοίρασε, σχολίασε, καυγάδισε, βρίσε τον επώνυμο, τον πολιτικό, ξαναμοίρασε, ξανασχολίασε, βρίσε τον ανώνυμο εικονικό σου φίλο, ανέβασε φωτογραφία, γράψε κείμενο, μάζεψε αναγνώστες, επαναστάτησε. Ταχρίρ- Σύνταγμα με το τρόλλεϋ 10, στάση Καλλιφρονά δεν έχει, ας σταματήσουμε στις Τζιτζιφιές να φάμε και μαρίδα. Πιο έξυπνοι είναι οι Αιγύπτιοι; Και οι Ισπανοί; Μας είπαν ότι κοιμόμαστε. Ξυπνήσαμε. Το κάναμε εκδήλωση στο facebook. Και αγανακτήσαμε. Μετά μας πέρασε. Δεν πειράζει. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να μας βρίσει ξανά. Θα ξαναξυπνήσουμε πού θα πάει.
Το διαδίκτυο στην Ελλάδα λειτουργεί ως άτυπος διαχειριστής οργής. Ως κυματοθραύστης της αδικίας και της ανομίας που επιτίθεται ανοιχτά, πρόστυχα και χυδαία. Λένε ότι αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν κάτι θα ήταν παράνομες. Λέω ότι αν το διαδίκτυο μπορούσε να αλλάξει κάτι θα είχε καταργηθεί. Ελάχιστοι ξεφεύγουν από τις εύκολες φόρμες, οι περισσότεροι μένουν στο ότι έβρισαν τον πολιτικό ή τον δημοσιογράφο και κοιμούνται ήσυχοι. Ζούμε στην εποχή του γενναίου, νέου κόσμου του Χάξλεϊ (Aldous Huxley). Η οργή απλώνεται, σχηματοποιείται, λειαίνεται και ξεχνιέται. Μέχρι την επόμενη μέρα. Ανακυκλώνουμε την πίκρα μας κυνηγώντας τις ίδιες μας τις ουρές. Μέσα στην φάκα.
Η επανάσταση απαιτεί αυταπάρνηση. Πολύ φοβάμαι ότι το στοιχείο αυτό εκλείπει από το ανομοιογενές πλήθος που έχουμε καταντήσει. Ο χρόνος που αναλώνεται στην επικοινωνία των δράσεων και αντιδράσεων έναντι της ύφεσης και της κατάρρευσης της αγοράς και της κοινωνίας είναι διπλάσιος από αυτόν της ίδιας της δράσης. Η εικόνα επιτίθεται με βιαιότητα στην ουσία και νικάει κατά κράτος. Όταν ζεις σε απολυταρχικό καθεστώς τον ξέρεις τον εχθρό, απέναντί σου είναι και η γνώση αυτή σού δίνει δύναμη να αντιπαλέψεις. Όταν όμως βιώνεις επιφάσεις δημοκρατίας και ελεύθερου και ανοιχτού διαλόγου απολαμβάνεις την εικονική, ιδιάζουσα ελευθερία σου και μένεις με το ποντίκι στο χέρι. Ξεσπάς, θυμώνεις, ουρλιάζεις, λυπάσαι εικονικά και έτσι γίνεσαι πειθήνιο όργανο με τρανταχτό άλλοθι.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει λόγος να εφαρμόσουν ούτε sopa ούτε pipa. Βουτήξαμε στα βαθιά των ωκεανών της πληροφορίας χωρίς σωσίβιο ή έστω μίτο. Μετά από κάθε διαδικτυακή βραδιά με λίγο απ’ όλα (πέντε περιπαιχτικά σχόλια, τρία εξυπνακίστικα, δύο τουίτς αποφθεγμάτων, μια σοβαρή ανάρτηση για το γεγονός της ημέρας, δέκα βρισίδια ή μπράβο στους συντάκτες στα μεγάλα πόρταλς, τσατ με την γκόμενα που ψήνεται, τραγουδάκι για το αγόρι στο απέναντι προφίλ, μπόλικη αγανάκτηση και τριάντα αναστεναγμούς για την κατάντια της χώρας), καθετί μας έχει ξεθυμάνει και ξεπλυθεί. Η οργή, η αγανάκτηση, η πίκρα, ο θυμός ακόμα και η απόγνωση. Η υπερπληροφόρηση, τα απανωτά κλικ, οι οθόνες που εναλλάσσονται σκεπάζουν με καταχνιά τα συναισθήματά μας αφού εικονικώς το κάναμε το καθήκον μας. Φωνάξαμε, κλάψαμε, αντιδράσαμε, επαναστατήσαμε, εκτονωθήκαμε. Εικονικώς.
Ακολουθεί η ματιά του Stuart McMillen επί του βιβλίου του Neil Postman Amusing ourselves to death. Μια ενδιαφέρουσα άποψη. Οι εικόνες στάλθηκαν από φίλο μέσω email και έτσι δεν γνωρίζω ποιος είναι ο μεταφραστής.

Το κείμενο στηρίζεται σε προσωπικά μου βιώματα. Δεν έχω ελέγξει ημερομηνίες ή/και στατιστικές για τις απαρχές του Ελληνικού Internet.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Γράμματα στο 1% ...

του Θωμα Σιδερη απο το Mediasoup...
Υπάρχει ένας διαδικτυακός τόπος που μπορείτε να αφήσετε ένα μήνυμα στο 1% που συνεχίζει ακάθεκτο, με τις ευλογίες των κυβερνήσεων, να συσσωρεύει τον πλούτο του κόσμου. Η διεύθυνσή του είναι: http://posts.occupytheboardroom.org/
Ας δούμε δύο χαρακτηριστικά μηνύματα που έχουν αφήσει κάποιοι χρήστες στο γραμματοκιβώτιό του.
Η Σάρον Μασκντόναλντ από το Σέφιλντ έγραψε ένα μήνυμα με τίτλο “Η απελπισία του 99% της χώρας”.
Σημειώνει σχετικά: “Είμαι 75 ετών και στη διάρκεια της ζωής μου, ποτέ δεν έχω δει τέτοια απόγνωση και τέτοια απελπισία γύρω μου. Έχω διδάξει σε νηπιαγωγεία σε 6 κράτη, σε πλούσια και σε φτωχά παιδιά αλλά και σε παιδιά της λεγόμενης μεσαίας τάξης. Όντως, το 99% των οικογενειών αγωνίζονται καθημερινά να τα βγάλουν πέρα. Έχω δει ένα πεντάχρονο παιδί να επιστρέφει με ένα κλειδί γύρω από το λαιμό του στο άδειο σπίτι του. Οι δυο γονείς του ήταν υποχρεωμένοι να εργάζονται, σε δυο δουλειές ο καθένας τους, και πάλι δεν μπορούσαν να αντέξουν τα έξοδα ενός ιδιωτικού παιδικού σταθμού. Η πίεση που δέχονται οι οικογένειες είναι ανυπόφορη και συχνά δεν ξέρουν τι να κάνουν τα παιδιά τους. Δεν είναι σε θέση να τους προσφέρουν τα στοιχειώδη. Στο μεταξύ, σα να μην είναι όλα ετούτα αρκετά, τα σχολεία καταρρέουν και οι εκπαιδευτικοί που απολύονται. Η ερώτησή μου προς εσάς, είναι πώς μπορείτε και κοιμάστε τη νύχτα; Εσείς που ανήκετε σ’ αυτό το ελάχιστο 1% είστε υπεύθυνοι για την τόση πολλή δυστυχία που υπάρχει στον κόσμο. Σας νοιάζει ή όχι;”
H Μισέλ με τη σειρά της γράφει ένα άκρως αποκαλυπτικό κείμενο με τίτλο “Γεια σου, Τομ. Θες να πάμε για καφέ και κουβεντούλα;”
Μεταξύ άλλων σημειώνει: “Γεια σου, Τομ. Πώς είσαι; Θα γούσταρα πολύ να γινόσουν ο καινούριος καλύτερός μου φίλος. Ίσως θα μπορούσες να με βοηθήσεις πώς θα τη βγάλω καθαρή από το χρέος της πιστωτικής κάρτας μου. Ξέρεις, ποτέ δεν ήμουν κακός πελάτης, μέχρι που οι τράπεζες άρχισαν να αλλάζουν τους ρόλους. Πάντα προσπαθούσα να ζω σύμφωνα με τον χρυσό κανόνα. Σου αρέσει ο χρυσός κανόνας; Ξέρω, πιθανώς δεν ξέρεις και πολλά γύρω από το 99%. Ως επί το πλείστον είμαστε αξιοπρεπείς λαοί που έπαιξαν με τους κανόνες και αγωνίστηκαν για την υλοποίηση του αμερικάνικου ονείρου, αλλά το γ….. την έχει κοπανήσει. Φαίνεται ότι εσύ και οι άλλοι τραπεζίτες παίξατε τυχερά παιχνίδια με τα χρήματα των λαών και στη συνέχεια ζητήσατε διάσωση από την κυβέρνηση και μας αφήσατε να πιστεύουμε πως άμα καταρρεύσετε θα πάψουμε να υπάρχουμε, θα πάψουμε να ζούμε. Το ζήτημα, φίλε, είναι ότι μπορείτε να ξεγελάσετε τους ανθρώπους για λίγο αλλά στη συνέχεια θα το καταλάβουν και θα θυμώσουν. Ήξερες ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί; Νομίζω ότι το μεγαλύτερο μέρος του 99% βρίσκουν ξανά τη φωνή τους. Οι τραπεζίτες σου τους έχουν κάνει πολύ θυμωμένους. Πάντως, θέλω να σ’ ευχαριστήσω διότι έχω απογοητευτεί που κανείς δεν παρατήρησε τι πραγματικά συνέβαινε το προηγούμενο διάστημα με όλους εσάς τους άπληστους και τους πεινασμένους για δύναμη. Εσύ και οι φίλοι σου στην Ουάσιγκτον προσπαθήσατε να στοχοποιήσετε την άπληστη ένωση εργαζομένων και τους άπληστους και τεμπέληδες καθηγητές κι αυτό δούλεψε για ένα διάστημα και –ουάου!- είναι καταπληκτικό πώς καταφέρνετε και ξεγελάτε τους ανθρώπους και να θεωρητικοποιείτε την πείνα σας για χρήμα. Το κίνημα “Tea Party” ήταν επίσης μια έξυπνη κίνηση από μέρους σας. Έλα τώρα, ξέρω ότι ένας έξυπνος άντρας σαν εσένα, πρέπει να πιάνει τέτοια πράγματα στον αέρα. Είναι τόσο έξυπνος που όλο αυτό πρέπει να μοιάζει ότι “οι άνθρωποι είναι θυμωμένοι” και ότι ο Πρόεδρος θα ακούσει τα προβλήματα κάποιων τρελών και μετά θα πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να τους χειραγωγήσουμε. Θα ‘θελα πραγματικά να ακούσω τι λέτε μεταξύ σας. Θα ‘θελα πραγματικά να αγαπώ κάποιους πλούσιους φίλους. Δεν έχω την πολυτέλεια να πάρουμε μαζί ένα δείπνο σε κάποιο ακριβό εστιατόριο, αλλά μπορούμε να πάρουμε έναν καφέ και να κουβεντιάσουμε σε κάποιο Mc Donald. Ένα δολάριο για καφέ, έχω να το ξοδέψω, φίλε. Στην υγειά σου!”
(Πηγή φωτογραφίας: studentbranding)

Ροη αρθρων