Ο δημόσιος χώρος είναι ανύπαρκτος αφού ο διπλανός μας είναι αντίπαλοςΟ δημόσιος χώρος στον τόπο μας είναι εναντίον του ιδιωτικού. Η ίδια η συνθήκη της πόλης, θεμελιώνει μια τέτοια αντιδικία. Η Αθήνα με την ανάπτυξη και κατάρρευσή της, το εκφράζει εντονότερα. Οι μεγαλοαστοί θεωρούν την πόλη και τον δημόσιο χώρο, ως το ανεπιθύμητο εμπόδιο που χωρίζει την φρουρούμενη κατοικία από το γραφείο, καθυστερώντας τους.
Κάτι μαγικά κατασταλτικό πρέπει να τους απαλλάξει από τα σαράβαλα που γεμίζουν τους δρόμους, από τα παλιόσπιτα που γεμίζουν τα οικοδομικά τετράγωνα και την πλέμπα που περνάει τις διαβάσεις και ασφυκτιά στα πεζοδρόμια.
Οι μικροαστοί με τον παροιμιώδη ατομισμό τους και την κουλτούρα της ανάθεσης θεωρούν ότι κάτι διαφορετικό από τους ίδιους οφείλει να επιμεληθεί τη ζημιά, την κακοτεχνία, τη βλάβη, τη βρόμα. Κάτι γρήγορο, αυτόματο και χωρίς κόστος. Ο δήμος ή ο Θεός, ανάλογα. Οι ηλικιωμένοι θεωρούν ότι ο δημόσιος χώρος είναι η επιτομή της απειλής. Εκτός του ότι φοβούνται να πάνε στο φαρμακείο ή στην τράπεζα, τα ψώνια τούς φαίνονται βαριά, τα πεζοδρόμια κατειλημμένα, οι συγκοινωνίες έχουν ψηλά σκαλοπάτια -«δεν σηκώνονται πια οι νέοι»- και οι αλλόκοτοι ξένοι, γεμίζουν τις πλατείες και τα παγκάκια. Επιθυμούν, κάτι να τους απαλλάξει από τις «απειλές» και τις δυσκολίες. Οι νέοι θεωρούν τον δημόσιο χώρο περίπου σαν τον πατέρα τους, καταπιεστικό και συγχωρητικό. Πρέπει να τον αποκαθηλώσουν, ώστε να απελευθερωθούν από τον εναγκαλισμό του.