Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Χρυσαβγίτικα λερναία....

Απο το Ιστολογιο του Νικου Σαραντακου...
Πλησιάζουν οι εκλογές, αυτοδιοικητικές και δημοτικές, κι αυτό έχει κάπως επηρεάσει και τα άρθρα του ιστολογίου, αλλά σήμερα θα ασχοληθούμε (έμμεσα) με τις εκλογές και ταυτόχρονα με ένα από τα αγαπημένα θέματα του ιστολογίου, τους γλωσσικούς μύθους, και ανάμεσά τους με το Λερναίο κείμενο, για το οποίο τόσες φορές έχουμε γράψει, και στο εδώ ιστολόγιο και στον παλιό μου ιστότοπο.

Οι γλωσσικοί μύθοι γενικά και το Λερναίο ειδικά βρήκαν τη θέση τους στις προεκλογικές διακηρύξεις δύο υποψηφίων, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά. Όπως ίσως ήταν αναμενόμενο, οι δύο πλασιέ των μύθων είναι υποψήφιοι της Χρυσής Αυγής, αν και το Λερναίο κατά καιρούς έχει γοητεύσει ή έχει πείσει ή έχει παρασύρει πολιτικούς σχεδόν από όλο το φάσμα -να θυμίσω μόνο τον κ. Στυλιανίδη και όσα είπε για την πρωτογένεια της ελληνικής (και την ετυμολογία του εντέρου) τότε που ήταν (οΘντκ) υπουργός Παιδείας. (Να κάνω μια παρένθεση εδώ: πριν από μερικά χρόνια είχα πάει σε μια διάλεξη του Μανώλη Γλέζου περί γλωσσολογίας -παρένθεση στην παρένθεση: ο Γλέζος έχει γερή γλωσσολογική κατάρτιση και έχει γράψει βιβλία για τη γλώσσα- και, όπως είναι σχεδόν αναπόφευκτο, όταν ήρθε η ώρα των ερωτήσεων κάποιος από το ακροατήριο άρχισε να λέει για τους υπολογιστές προηγμένης γενεάς που δέχονται μόνο τα ελληνικά, και για την πρωτογένεια της ελληνικής και ο Γλέζος απάντησε ότι “αυτά δεhttp://sarantakos.wordpress.com/wp-admin/post-new.php?post_type=postν ισχύουν” και προχώρησε στην επόμενη ερώτηση).
Ο πρώτος διακινητής γλωσσικών μύθων είναι ο υποψήφιος ευρωβουλευτής της ΧΑ Δρ. Επαμεινώνδας Στάθης, ο οποίος έγραψε εκτενές άρθρο με τίτλο “Συνιστώσα αφελληνισμού η καταστροφή της γλώσσας“. Ο κ. Στάθης, όπως γράφτηκε, είναι γιατρός στο επάγγελμα και διετέλεσε πρόεδρος της ΕΚΟΦ, της φοιτητικής παράταξης δεξιών τραμπούκων στην οποία ανήκε και ο Μιλτιάδης Έβερτ. Το άρθρο του ξεκινάει με μια ομοβροντία αποφθεγμάτων για τη γλώσσα γενικώς και την ελληνική γλώσσα ειδικώς, μερικά από τα οποία είναι ακριβή, άλλα δίνονται λαθεμένα (π.χ. το “παρέξ” στο απόφθεγμα του Σολωμού, λες κι είναι πυρέξ!) ενώ τουλάχιστον ένα, αυτό του Κικέρωνα είναι, όπως έχουμε ξανασυζητήσει εδώ, ανύπαρκτο: μάλιστα, στη χρυσαβγίτικη βερσιόν είναι και στραπατσαρισμένο, διότι αυτό το “ει θεοί διελέγοντο, τη των ελλήνων γλώττη εχρώντο” δεν μου φαίνεται και πολύ καθωσπρέπει, θέλει ένα “αν” στην απόδοση.

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Yπό δύο Εποχές....

Στάθης στον eniko...
Yπό δύο Εποχές.
Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει. Η γλώσσα του επαναστάτη. Αλλά και η γλώσσα του εξουσιαστή. Το 2014 θα συνεχίσει να μιλάει τη γλώσσα του 2013. Μια γλώσσα του εργαστηρίου. Φτιαγμένη για να αλυσοδένει. Να σκλαβώνει. Ευφημισμοί και παρενδύσεις, που σημαίνουν τα αντίθετα απ’ όσα δηλώνουν, ένα γλωσσάρι γλωσσοδέτης του μυαλού.
Που επαναλαμβάνεται με τόση συχνότητα κι επιμονή ώστε να ακυρώνει τον αντίλογο του λόγου. Oλοι κατά βάθος γνωρίζουμε το πραγματικό νόημα αυτών των λέξεων και όμως τις χρησιμοποιούμε με την κατά συνθήκη ψευδολογία τους - πρόκειται για μια τραγωδία. Ισως την πιο βαθειά και άκρως αποτελεσματική - τα τούβλα της φυλακής μας είναι φτιαγμένα από τις λέξεις της γλώσσας που μιλάμε. Για παράδειγμα:
Ανταγωνισμός: Η πεμπτουσία της κυρίαρχης ρητορικής. Ρίχνει τις τιμές, βελτιώνει τα προϊόντα, η ατμομηχανή της αγοράς. Ανοησίες. Πρόκειται για βραχυπρόθεσμο μέγεθος που λειτουργεί, ώσπου ο ισχυρότερος να καταπιεί τον ασθενέστερο. Οδηγεί εκ νέου σε μονοπώλια, τραστ και ολιγοπώλια. Που, ασύδοτα πλέον, επιβάλλουν δικτατορία τιμών, ποιότητας, διάθεσης. Ακόμα κι όσο λειτουργεί ο ανταγωνισμός, δεν αποτρέπει ούτε αποφεύγει τις εναρμονισμένες πρακτικές. Τέλος, εκεί που τα ιδιωτικά μονοπώλια υπερίσχυσαν των κρατικών, οι τιμές απογειώθηκαν.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Από το πλεόνασμα στην κόλαση...



William Bouguereau, “Ο Δάντης και ο Βιργίλιος” (1850)
Όλους τους προηγούμενους μήνες, τότε που ζούσαμε στον αστερισμό του σαξές στόρι, τα ΜΜΕ και η κυβέρνηση μιλούσαν συνεχώς για το πρωτογενές πλεόνασμα που θα απολαύσουμε μετά τις γερμανικές εκλογές και περιέγραφαν πόσο θα είναι και πού και πώς θα διοχετευτεί, με αποτέλεσμα να αισθανόμαστε κάπως σαν τον ασθενή που βρίσκεται σε αυστηρή δίαιτα και φαντάζεται με κάθε λεπτομέρεια το πρώτο πλούσιο γεύμα μετά τη λήξη της. Βέβαια, ακόμα και όσοι πλάσαραν το πλεόνασμα, σε σπάνιες στιγμές ειλικρίνειας παραδέχονταν ότι σε μεγάλο βαθμό είναι πλασματικό, αφού το δημόσιο είχε ένα σωρό απλήρωτες υποχρεώσεις, αλλά στην ευφορία της στιγμής αυτή τη λεπτομέρεια την προσπερνούσαν συνήθως αγέρωχα. Ύστερα, καθώς έφτανε ο Σεπτέμβριος, άρχισε ολοένα και περισσότερο να γίνεται λόγος για το δημοσιονομικό κενό του 2014, το οποίο ανεπαισθήτως πήρε να διογκώνεται και να μαυρίζει, μέχρι που εκτόπισε από το προσκήνιο το πλεόνασμα, το οποίο στην πορεία ολοένα και συρρικνωνόταν  – από το λουκούλλειο γεύμα είχαν απομείνει μόνο δυο φρυγανιές διαίτης. Και ξαφνικά, σε συνέντευξή του ο υπουργός Οικονομικών αποκάλυψε την αλήθεια: οι επόμενοι μήνες, όχι μόνο δεν θα είναι μήνες ευωχίας και απόλαυσης του «πλεονάσματος», αλλά «ως τον Ιούνιο θα είναι κόλαση». Αν μετά θα πάμε στον Παράδεισο (και με ποια έννοια), δεν το διευκρίνισε.
Η κόλαση είναι λέξη αρχαιοελληνική· βέβαια, στην αρχαία θρησκεία Κόλαση δεν υπήρχε, μόνο ο Άδης, χωρίς μάλιστα να έχει τη σημασία του τόπου τιμωρίας των αμαρτωλών. Η λέξη κόλασις είχε άλλη σημασία και μάλιστα έχει την απώτερη προέλευσή της στην… κηπουρική, αφού το ρήμα κολάζω, από το οποίο προέρχεται, είχε την αρχική σημασία «κλαδεύω»· το κολάζω με τη σειρά του ανάγεται στο αρχαίο επίθετο «κόλος», που το χρησιμοποιούσαν για ζώα με κομμένα κέρατα ή για κάτι ακρωτηριασμένο, κολοβό ή κοντό. Η ραψωδία Θ της Ιλιάδας, όπου ο Όμηρος συντομεύει τη διήγηση για να μην περιγράψει αναλυτικά τα παθήματα των Αχαιών, ονομαζόταν «κόλος μάχη».

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Σκόρπιες σκέψεις για ένα φιάσκο...

απο το Ιστολογιο του Νικου Σαραντακου...
Όπως και να το πάρει κανείς, η απόφαση για μη προφυλάκιση των τριών κορυφαίων χρυσαβγιτών μόνο σαν φιάσκο μπορεί να χαρακτηριστεί. Βέβαια, η μη προφυλάκιση δεν ισοδυναμεί με απαλλαγή (όπως και η προφυλάκιση δεν σημαίνει καταδίκη), και βέβαια οι τρεις δεν παύουν να είναι κατηγορούμενοι, που μάλιστα αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους, ο ένας μάλιστα με όχι ευκαταφρόνητη εγγύηση, πράγμα που σημαίνει ότι ο ανακριτής και ο εισαγγελέας βρήκαν κάποιες ενδείξεις ότι πράγματι οι τρεις ήταν μέλη εγκληματικής οργάνωσης, όπως ήταν το αδίκημα για το οποίο παραπέμφθηκαν σε αυτόφωρη διαδικασία, ωστόσο στην όλη ιστορία δεν παύει να υπάρχει μια πρόδηλη και ανησυχητική αντίφαση. Διότι, αν όντως υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ότι οι τρεις ήταν μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, με την αποφυλάκισή τους δεν θα ξαναρχίσουν τάχα τη δραστηριότητά τους ως μέλη της; Κι αν πάλι δεν υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις εναντίον τους, αυτό δεν προμηνύει τίποτα καλό για τη συνέχιση της διαδικασίας. Βέβαια, είναι σωστό αυτό που λέγεται, ότι ακόμα βρισκόμαστε στην αρχή, και ότι τίποτε δεν έχει κριθεί. Ωστόσο, για να χρησιμοποιήσω το παλιό κλισέ, έστω κι αν ο πόλεμος μόλις τώρα άρχισε, την πρώτη αψιμαχία την κέρδισε σαφώς το φιλοναζιστικό μόρφωμα.
Πρέπει ακόμα να διευκρινίσω ότι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν είναι γνωστό αν θα προφυλακιστεί ή όχι ο αρχηγός του μορφώματος, ο Ν. Μιχαλολιάκος. Τυχόν μη προφυλάκισή του θα σημάνει την κορύφωση του φιάσκου, ενώ αν προφυλακιστεί το φιάσκο απλώς θα μετριαστεί. [Λίγο πριν δημοσιευτεί το άρθρο, επι του πιεστηρίου που θα λέγαμε τον παλιό καιρό, διαβάζω ότι ο φυρερίσκος κρίθηκε προφυλακιστέος. Η ουσία όσων ακολουθούν δεν αλλάζει, αν και υπάρχει η ελπίδα -έχει ξανασυμβεί- το μόρφωμα να διασπαστεί αν η αποφυλακισμένη ηγεσία διαφοροποιηθεί από την προφυλακισμένη. Βέβαια, έτσι θα έχουμε και τη σοβαρή ΧΑ που ευαγγελίζονται κάποιοι].

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Η μνημονιακή πολιτική στη γλώσσα της κ. Ρεπούση...

«Οι λογαριασμοί μετά τη λήξη τους μπορούν να εξοφλούνται στα ταμεία της ΔΕΗ...», «Ρίχνουμε τα ζυμαρικά στο αλατισμένο νερό που βράζει. Αφήνουμε να βράσει 6-8 λεπτά ανακατεύοντας κάθε τόσο». Μια από τις λιτές εντολές στο οπισθόφυλλο του λογαριασμού της ΔΕΗ ή οι οδηγίες σε πακέτο με μακαρόνια. Λειτουργική γλώσσα, που καταλαβαίνεις αμέσως τι εννοεί.
Μπορεί κανείς να θεωρεί ότι αυτή η γλώσσα είναι η πραγματική, η εμπορικά ανταποδοτική, η εγκεκριμένη από το ρεαλισμό. Οι μεταφορές, οι ελιγμοί και οι ήχοι της ποίησης, της λογοτεχνίας, του αρχαίου δράματος, ανήκουν στο βαθύ χώρο της περιττολογίας, είναι ένας πλεονασμός που η κρίση οφείλει να εγχειρήσει.
Η κρίση παραγγέλνει το δικό της στοχασμό, συστήνει το δικό της πολιτισμικό μνημόνιο. Σαν αυτό που εκφράζει με την εγωλατρία της η κ. Ρεπούση, σερφάροντας στο λαϊκιστικό κύμα ενός τελειωμένου και επαρχιώτικου γλωσσικού λειτουργισμού. «Τα Αρχαία Ελληνικά είναι νεκρή γλώσσα». Η γλώσσα του λογαριασμού της ΔΕΗ, οι οδηγίες χρήσης του μίξερ, τα καθοδηγητικά σκίτσα του ΙΚΕΑ, είναι η γλώσσα που επιταχύνει τα πράγματα ακριβολογώντας και συντομεύοντας. Ναι, πρέπει να διευκολύνουμε τη ζωή των ανθρώπων σε μια συντριπτική κυριολεξία, χωρίς μεταφορές , παρομοιώσεις, αλληγορίες. Είναι σίγουρο.
Τα Αρχαία Ελληνικά δεν μαθαίνονται, τουλάχιστον στο συνήθη βίο της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, δημιουργούν όμως μια γλωσσική ώση, που καθοδηγεί και σχηματίζει την έννοια, ξανασχεδιάζει το φθόγγο, το αίσθημα. Γιατί γλώσσα είναι αυτή η έκτη αίσθηση που σε ειδοποιεί για το ψέμα, την εκφραστική αστοχία, την ακυρολεξία που κρύβει ανεντιμότητα και όχι απλώς αδεξιότητα. Γλώσσα είναι η ταλάντωση πάνω στο θέμα, αλλά είναι και η επίμονη διιστορική ρίζα, που χαράσσεται στην ευαισθησία αιώνων και βουνών και βλεμμάτων και ήχων.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Η μαθηματική δομή της ελληνικής γλώσσας και άλλες τέτοιες βλακείες...

απο το Ιστολογιο του Νικου Σαραντακου...
Ένα καινούργιο παραμύθι κυκλοφορεί τις τελευταίες μέρες στο ελληνικό Διαδίκτυο, ένα κείμενο που διατείνεται ότι “Μιλώντας ελληνικά διατυπώνουμε μαθηματικές εξισώσεις” και  έχει ήδη διαγράψει εντυπωσιακή πορεία, αφού έφτασε να δημοσιευτεί σε προβεβλημένους ιστότοπους
σαν το “σκανδαλοθηρικό” παράρτημα του yahoo.gr (το οποίο βέβαια έχει και στο παρελθόν δημοσιεύσει απίστευτες μπαρούφες περί γλώσσας), ή τον γνωστό κυπριακό ιστότοπο CyToday. Κάποιοι φίλοι, και όχι ένας ή δύο, μου ζήτησαν να το σχολιάσω, κι έτσι προέκυψε το σημερινό άρθρο.

Δεν αξίζει να αναδημοσιεύσω ολόκληρη την ηλεμπαρούφα, θα σχολιάσω μερικά σημεία της. Στην αρχή, ο συντάκτης της διατείνεται ότι Η ελληνική γλώσσα δεν είναι τυχαία γλώσσα. Χτίστηκε πάνω στα μαθηματικά, και αυτό που ελάχιστοι ακόμα ξέρουν είναι ότι κάθε λέξη στην ελληνική έχει μαθηματικό υπόβαθρο. Συνεχίζει: Η πιο σημαντική τους ιδιότητα είναι ότι το κάθε γράμμα έχει μια αριθμητική τιμή/αξία, κάθε γράμμα είναι ένας αριθμός, οπότε κατ επέκταση και κάθε λέξη είναι ένας αριθμός.
Θα τα έχετε ξανακούσει αυτά, όταν είπαμε για τους λεξάριθμους, αλλά βέβαια εδώ έχουμε μια θεμελιώδη παρεξήγηση. Το γεγονός ότι στην αρχαία Ελλάδα χρησιμοποιήθηκαν τα γράμματα του αλφαβήτου ως σύμβολα αναπαράστασης των αριθμών, σε ένα όχι και πολύ βολικό αριθμητικό σύστημα (δοκιμάστε να κάνετε πράξεις και θα δείτε πόσο δύσκολο, αν και όχι αδύνατο, είναι), δεν σημαίνει ότι τα γράμματα είχαν εγγενώς αυτή την ιδιότητα, εννοώ την αριθμητική αξία. Αυτό είναι αντιστροφή της πραγματικότητας. Την αριθμητική αξία την προσλάβανε τα γράμματα μόνο αφού έγινε η αντιστοίχιση, δεν την είχαν ανέκαθεν.
Ποια είναι η αριθμητική αξία κάθε γράμματος, θα το θυμάστε. Αν το έχετε ξεχάσει, ιδού ο πίνακας:

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Λερναίο με Κανέλλη...

Απο το Ιστολογιο του Νικου Σαραντακου...
Το ξέρατε ότι με απόφαση του ελληνικού κοινοβουλίου η ελληνική γλώσσα έχει νοικιαστεί και πληρώνουμε δικαιώματα στον Μπιλ Γκέιτς για να τη χρησιμοποιήσουμε; Το ξέρετε ότι για να διαβάσουμε ελληνικά πληρώνουμε λογισμικό; Το ξέρετε ότι οι Αιθίοπες, που έχουν 286 σύμφωνα αλλά καθόλου φωνήεντα, δεν πληρώνουν δικαιώματα;
Το ξέρετε ότι η ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική στον κόσμο που έχει κωδικοποιηθεί από τα χάμπουργκερ; Ότι απέκτησε τα 60 εκατομμύρια λήμματά της με χορηγία;
Αυτά τα εκ πρώτης όψεως εξωφρενικά πράγματα δεν ειπώθηκαν σε κάποιο παρακάναλο λίγο πριν ή λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ούτε τα φώναξαν οι περίεργοι τύποι που εισέβαλαν προχτές στο Πειραματικό και έσκισαν “συμβολικά” τη σχολική γραμματική για να μοιράσουν μια δική τους (παρένθεση: με μεγάλη δυσκολία αντιστάθηκα στον πειρασμό να γράψω για το θέμα, επειδή έκρινα ότι δεν πρέπει να ταΐζουμε τα τρολ). Όχι, οι παραπάνω απόψεις, που θυμίζουν λίγο τις αστειότητες του Λερναίου κειμένου, ειπώθηκαν στη Βουλή, στις 6 Σεπτεμβρίου, κατά τη διάρκεια των εργασιών της κοινοβουλευτικής επιτροπής Άμυνας, από την βουλευτίνα του ΚΚΕ κυρία Λιάνα Κανέλλη.
Η κυρία Κανέλλη δεν είναι ξένη με τη διάδοση μύθων -στην πραγματικότητα, είναι από τους βασικούς υπεύθυνους για τη διάδοση του γνωστότερου ελληνικού σύγχρονου μύθου, και εννοώ βέβαια την υποτιθέμενη δήλωση Κίσινγκερ ότι ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος άρα πρέπει να χτυπηθεί στις πολιτισμικές του ρίζες. Πράγματι, παρόλο που ο μύθος αυτός είχε εμφανιστεί και παλιότερα, η μεγάλη του διάδοση άρχισε με τη δημοσίευσή του, τον Φεβρουάριο του 1997, στο περιοδικό Νέμεσις της Λιάνας Κανέλλη (που ακόμη δεν είχε αρχίσει τη στενή συνεργασία της με το ΚΚΕ· για εκείνον τον μύθο, περισσότερα εδώ). Ταυτόχρονα, ως δημοσιογράφος η Λιάνα Κανέλλη έχει γερή πέννα, χειρίζεται καλά τη γλώσσα, ενώ είχε παλιότερα πρωταγωνιστήσει στις τηλεοπτικές εκπομπές “Ομιλείτε ελληνικά” του Γ. Μπαμπινιώτη (είναι βέβαια ένα ερώτημα αν οι εκπομπές εκείνες έκαναν καλό ή κακό, αλλά παρακαλώ να μην το συζητήσουμε τώρα). Τα λέω αυτά για να δείξω ότι η Λ. Κανέλλη δεν είναι άσχετη με τα γλωσσικά, και έχει εκδώσει και ποιητική συλλογή (ένα εφηβικό της ποίημα είχαμε παλιότερα δημοσιεύσει ως κουίζ). Από τη Λιάνα Κανέλλη λοιπόν έχει κανείς περισσότερες απαιτήσεις, ιδίως όταν μιλάει για θέματα γλώσσας, απ’ ό,τι από τον Πολύδωρα ή τον Άδωνη.
Πριν παραθέσω ακριβώς τα όσα είπε η Λ. Κανέλλη, για να μην την αδικήσω πρέπει να επισημάνω ότι αυτά δεν ειπώθηκαν στην ολομέλεια της Βουλής, αλλά σε συνεδρίαση κοινοβουλευτικής επιτροπής, όπου η διαδικασία είναι πιο χαλαρή και όπου, κατά τα φαινόμενα ο κάθε βουλευτής μπορεί (περίπου) να μιλάει όσο θέλει και ίσως να λέει περίπου ό,τι θέλει. Οπότε, ίσως δεν τα εννοούσε πολύ σοβαρά.  Όλη τη συνεδρίαση της επιτροπής της Βουλής μπορείτε να τη δείτε στο βιντεάκι εδώ, αλλά δεν σας το συνιστώ, κρατάει πάνω από δίωρο. Παρακάλεσα τον μόνιμο γκουρού του ιστολογίου να απομονώσει το επίμαχο απόσπασμα από την ομιλία της Λ. Κανέλλη, και το ανέβασε εδώ, στο γιουτούμπ:




Πρόκειται για το τέλος της ομιλίας, και η Λ. Κανέλλη ξεκινάει δηλώνοντας οπαδός της άποψης “πατρίδα μου είναι η γλώσσα μου” και στη συνέχεια το αιτιολογεί.
Θα κλείσω τη φράση μου, γιατί εγώ είμαι γνωστή ότι τις παρενθετικές μου φράσεις τις ανοίγω και τις κλείνω χωρίς να ξεχνώ το περιεχόμενο. Μέχρις στιγμής σε όλα με έχετε πιάσει. Σε γλωσσικά παραστρατήματα νομίζω μια φορά στο εκατομμύριο να μην το πιάσω μόνη μου, όταν το κάνω.
Κύριε Πρόεδρε, ποιητικά είμαι οπαδός της άποψης ότι πατρίδα μου είναι η γλώσσα μου. Επειδή, λοιπόν, πατρίδα μου είναι η γλώσσα μου τη σέβομαι όπως δεν τη σέβονται άλλοι και άλλοι, αλλάζοντας το περιεχόμενο των λέξεων για να καταλήξουν στην κατάχρηση της πατρίδας ή στην ιδιωτικοποίησή της λες και είναι οικόπεδο.
Σε αυτές τις συνθήκες η επίκληση της παγκοσμιοποίησης και της παγκοσμιότητας της κρίσης, οι ελπίδες για έναν ευρωπαϊκό πολιτισμό που όντως είναι μια νομισματική ένωση και μάλιστα της εσχάτης συμφεροντολογικής υποστάθμης, ειλικρινά σας μιλώ, δεν παίζεται ούτε μπορεί να παιχθεί. Κουβέντες περί Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη και ενεργειακού πόρου δεν μπορούμε να καθίσουμε να τις κάνουμε εδώ μέσα σε εθνικό επίπεδο, σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής ή σε επίπεδο επενδύσεων, μη έχοντας συναίσθηση ότι αυτός ο τόπος έχει δύο χαρακτηριστικά:  είναι ενεργειακά αυτάρκης και αυτοευνουχίστηκε. Δεν υπάρχει χώρα στον κόσμο, η οποία είναι ενεργειακά αυτάρκης και αυτοευνουχίστηκε.
Ήδη έχει περάσει ένα δίλεπτο, και φτάνουμε στο ενδιαφέρον σημείο. Οι υπογραμμίσεις δικές μου:
Για να κλείσω με την γλώσσα θα σας πω, ότι εξωτερική πολιτική με την κατάσταση των σχολείων στο εξωτερικό δεν μπορείτε να έχετε και μιλώ για την μεταπολίτευση και μετά, όπου  δεν έχετε κάνει το παραμικρό για να εξάγετε τη γλώσσα.
Το δεύτερο  οικονομικό χαρακτηριστικό εξωτερικής, εσωτερικής και εθνικής πολιτικής είναι, ότι είμαστε η μοναδική χώρα στον κόσμο που νοίκιασε τη γλώσσα της. Δεν υπάρχει καμία άλλη χώρα στον κόσμο που νοίκιασε τη γλώσσα της. Με απόφαση του Ελληνικού Κοινοβουλίου έχετε νοικιάσει τη γλώσσα σας και πληρώνετε δικαιώματα για να την χρησιμοποιήσετε. Αυτό δεν το έχουν κάνει ούτε οι Αιθίοπες με 287 σύμφωνα, δεν το έχουν κάνει οι Κινέζοι ούτε και οι Γιαπωνέζοι. Η μοναδική χώρα που πληρώνει δικαιώματα στον Bill Gates για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα της, την πριν το 1980, είναι η ελληνική.
Ας μην μου λέει, λοιπόν, εύκολα κάποιος «χωρίς ταξικά κριτήρια για την εξωτερική πολιτική». Η εξήγηση είναι πάρα πολύ απλή. Ο τρόπος με τον οποίο καταργήθηκαν οι τόνοι στην Ελλάδα απαγορεύει την ανάγνωση σε οποιοδήποτε ηλεκτρονικό σύστημα οποιουδήποτε κειμένου έχει τόνους, δηλαδή, του συνόλου της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και πρέπει να πληρώσεις λογισμικό για να την διαβάσεις. Σε καμία χώρα του κόσμου δεν πληρώνεις λογισμικό για να διαβάσεις τη γλώσσα σου. Για άλλη μια φορά θα πω ότι  οι Αιθίοπες που δεν έχουν φωνήεντα αλλά μόνο σύμφωνα, δεν πληρώνουν. Στο κάτω – κάτω της γραφής είμαστε και η μοναδική χώρα που κωδικοποιήθηκε από τα hamburger.
Η κωδικοποίηση της ελληνικής γλώσσας έχει γίνει με χορηγία Mc Donald για να αισθάνεσαι πολύ καλός πατριώτης όταν μασάς ένα hamburger. Καμία άλλη χώρα δεν χρησιμοποίησε χορηγό για να αποκτήσει τα 60 εκατομμύρια λήμματα που δεν έχει καμία άλλη γλώσσα. Όλα αυτά τα είπα για να αιτιολογήσω το «πατρίδα μου είναι η γλώσσα μου».
Δύο είναι οι βασικές ιδέες που υποστηρίζει εδώ η Λιάνα Κανέλλη: α) ότι πληρώνουμε δικαιώματα στον Μπιλ Γκέιτς για να διαβάσουμε (σε ηλεκτρονικό μέσο) παλαιότερα ελληνικά κείμενα, προφανώς πολυτονικά, και β) ότι η κωδικοποίηση της ελληνικής γλώσσας έγινε με χορηγία ΜακΝτόναλντ, διαφήμιση των χάμπουργκερ. Και, επικουρικά, παραθέτει δυο “δεδομένα” γλωσσικού ενδιαφέροντος. Ότι οι Αιθίοπες δεν έχουν φωνήεντα αλλά έχουν 287 σύμφωνα, και ότι η ελληνική γλώσσα έχει 60 εκατομμύρια λήμματα.
Φυσικά, τίποτε από αυτά δεν ισχύει, αλλά όλα έχουν κάποια μικρή και μακρινή σχέση με την πραγματικότητα, σχέση που θα προσπαθήσω να διερευνήσω.
Ξεκινάμε από το πρώτο, ότι πληρώνουμε… δικαιώματα στον Μπιλ Γκέιτς για να διαβάσουμε τη γλώσσα μας, ή έστω κείμενα γραμμένα προ του 1980. Προφανώς η Λιάνα Κανέλλη εννοεί κείμενα γραμμένα στο πολυτονικό (του οποίου παραμένει απαρηγόρητη νοσταλγός), αλλά και πάλι δεν είναι ευνόητο πώς σχημάτισε την ιδέα ότι κάθε χρήστης υπολογιστή πληρώνει δικαιώματα στη Microsoft ειδικώς για το πολυτονικό. Είναι βέβαια αλήθεια ότι εδώ και κάμποσα χρόνια το λειτουργικό σύστημα Windows υποστηρίζει τις πολυτονικές ελληνικές γραμματοσειρές, όπως και δεκάδες άλλα συστήματα γραφής, και εφόσον ο υπολογιστής που αγοράζουμε έχει συνήθως προεγκαταστημένο το Windows, ένα μέρος της τιμής που πληρώνουμε πιθανώς καταλήγει στη Microsoft, αλλά αυτό είναι ανεξάρτητο από τα πολυτονικά ελληνικά. Κι ο Αμερικανός χρήστης που αγοράζει υπολογιστή με το Windows προεγκατεστημένο, το ίδιο ποσοστό ενδεχομένως πληρώνει στην Microsoft, και βέβαια μάλλον δεν θα χρησιμοποιήσει πολυτονικά ελληνικά ποτέ στη ζωή του.Άλλωστε στις μέρες μας υπάρχει ζωή και εκτός Microsoft: εκατομμύρια χρήστες σ’ όλο τον κόσμο χρησιμοποιούν άλλα προγράμματα, π.χ. του ανοιχτού λογισμικού, με λειτουργικά συστήματα εκτός Windows (ας πούμε Mac ή Linux), και βέβαια όσοι από αυτούς είναι Έλληνες ή ελληνομαθείς δεν έχουν πρόβλημα να διαβάσουν πολυτονικά ελληνικά -φυσικά χωρίς δικαιώματα στον κ. Γκέιτς. Οπότε, ο πρώτος ισχυρισμός της Λ. Κανέλλη ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματικότητα. Και να πούμε εδώ ότι η βασική δουλειά για να διευκολυνθεί η απεικόνιση πολυτονικών, κυριλλικών, αμχαρικών, γεωργιανών, αρμενικών κτλ. χαρακτήρων στους υπολογιστές έγινε από τους ανθρώπους του Unicode Project και σ’ αυτούς ανήκει ο μεγάλος έπαινος.
Ο δεύτερος ισχυρισμός της Λιάνας Κανέλλη δεν είναι λιγότερο εξωφρενικός: η ελληνική γλώσσα, λέει, έχει “κωδικοποιηθεί από τα χάμπουργκερ”, με χορηγία ΜακΝτόναλντ. Τι εννοεί εδώ η ποιήτρια; Εννοεί, υποθέτω, το εγχείρημα του TLG, που εδώ και τέσσερις δεκαετίες καταγράφει τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (τώρα και της βυζαντινής), και το οποίο, πράγματι, επινόησε μια κωδικοποίηση για την εσωτερική αναπαράσταση των αρχαίων ελληνικών κειμένων σε λατινικό αλφάβητο (που δεν είναι ορατή στον τελικό χρήστη). Και πράγματι, το TLG στήθηκε με χορηγία της Μαριάννας ΜακΝτόναλντ, η οποία έδωσε χορηγία 1 εκατ. δολαρίων (τη δεκαετία του 1970) για να στηθεί το κέντρο στο πανεπιστήμιο Ιρβάιν της Καλιφόρνιας.
Ωστόσο, η Λ. Κανέλλη έπεσε θύμα της συνωνυμίας. Η Marianne McDonald δεν έχει καμιά σχέση με τα χάμπουργκερ, πέρα από το ότι μπορεί (δεν την ξέρω) να τα τρώει. Θέλω να πω, η κ. ΜακΝτόναλντ δεν έχει καμιά σχέση, απ’ όσο ξέρω, με την πασίγνωστη επιχείρηση χάμπουργκερ με το ίδιο όνομα. Εδώ που τα λέμε, ούτε οι ίδιοι οι ΜακΝτόναλντ που ίδρυσαν το πρώτο φαστφουντάδικο έχουν πια σχέση με την επιχείρηση που έχει το όνομά τους, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Ναι, η κυρία ΜακΝτόναλντ είναι πλούσια, αλλά είναι η κόρη του Γιουτζίν ΜακΝτόναλντ, του ιδρυτή της Zenith Radio, άρα και ο δεύτερος ισχυρισμός της Λ. Κανέλλη είναι άκυρος. Αφήστε που, ακόμα και να ήταν χαμπουργκερού η Μαριάννα ΜακΝτόναλντ, και πάλι δεν θα έστεκε ο ισχυρισμός ότι “η κωδικοποίηση της ελληνικής γλώσσας” έγινε με χορηγία ΜακΝτόναλντ. Αυτό που έγινε με χορηγία (Μαριάννας) ΜακΝτόναλντ ήταν η συλλογή των αρχαίων ελληνικών κειμένων -και φυσικά όσοι ασχολούνται με τα αρχαία ελληνικά σε όλο τον κόσμο αισθάνονται ευγνωμοσύνη που υπάρχει το TLG, ο θησαυρός των κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.
Ο επικουρικός ισχυρισμός ότι η ελληνική γλώσσα έχει 60 εκατομμύρια λήμματα είναι λερναία παρερμηνεία μιας παλιότερης πληροφορίας. Σε κάποια φάση της ζωής του, στο TLG είχαν καταχωρηθεί αρχαία ελληνικά κείμενα συνολικού όγκου 60 εκατομμυρίων λέξεων (τώρα έχουν ξεπεράσει τα 100 εκατομμύρια). Αυτό το νούμερο, τα 60 εκατομμύρια, έδωσε τροφή για ένα σωρό ελληναράδικες παρερμηνείες, από τις οποίες η πιο διαδεδομένη είναι ότι η ελληνική έχει 6 εκατομμύρια λέξεις. Ο Γ. Γεωργαλάς, που είχε αρχικά γράψει αυτό το πράγμα, κατάλαβε το λάθος του, ότι όταν λέμε πως το TLG έχει όγκο 60 εκατ. λέξεις μετράμε και τις εκατοντάδες χιλιάδες φορές που επαναλαμβάνεται η ίδια λέξη στα διάφορα κείμενα· η Λιάνα Κανέλλη επιμένει να μιλάει για 60 εκατομμύρια λήμματα -για την ιστορία, τα λήμματα της αρχαίας ελληνικής δεν ξεπερνούν πολύ τις 200.000 (έχει κάνει λεπτομερείς υπολογισμούς ο Νίκος Νικολάου, π.χ. εδώ).
Ο τελευταίος ισχυρισμός, ότι οι Αιθίοπες δεν έχουν φωνήεντα ενώ έχουν 286 σύμφωνα, δείχνει πόσο κακό έχει κάνει η παραδοσιακή διδασκαλία της γραμματικής, που χρησιμοποιούσε τον όρο φωνήεντα για γράμματα του αλφαβήτου. Μα, αν δεν έχουν φωνήεντα… πώς μιλάνε οι Αιθίοπες; Προφανώς η Λ. Κανέλλη εννοεί ότι το αλφάβητο που χρησιμοποιούν οι Αιθίοπες δεν δηλώνει τα φωνήεντα -αλλά κι αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι ακριβής, ούτε βέβαια ότι έχουν… 286 σύμφωνα. Η αμχαρική γλώσσα είναι συλλαβογραφική, οπότε ο κάθε χαρακτήρας της αναπαριστά έναν συνδυασμό συμφώνου και φωνήεντος και όλα μαζί τα σύμβολα είναι κάπου 275 αλλά βέβαια δεν είναι όλα σύμφωνα αλλά παριστάνουν συλλαβές (π.χ. μα, με, μι, μο, μου κτλ.). Και πώς θα μπορούσε, τάχα, να υπάρχει γλώσσα χωρίς φωνήεντα και με τόσα πολλά σύμφωνα; Ο Νίκος Λίγγρης στη Λεξιλογία είχε μια ιδέα, που τη μεταφέρω εδώ:
Θα έλεγα ότι είναι αδύνατο να φανταστούμε μια γλώσσα με 287 σύμφωνα, αλλά πληροφορούμαι ότι στον πλανήτη Αρλούμπα (όνομα του οποίου η μεταγραφή γίνεται με τους περιορισμούς των γήινων γλωσσών) οι κάτοικοι διαθέτουν γλώσσα που θυμίζει το μαστίγιο «γάτα με τις εννιά ουρές». Με γλώσσα σαν κι αυτή καταφέρνουν να χρησιμοποιούν πάνω από 500 συμφωνικούς φθόγγους, ενώ δεν χρειάζονται κανέναν φωνηεντικό φθόγγο. Είναι γνωστό άλλωστε ότι κάθε συζήτηση με φωνήεντα (ή για φωνήεντα) θα μπέρδευε τους κατοίκους της Αρλούμπας.
Βέβαια, δεν θα κρίνω τη συνολική παρουσία της Λ. Κανέλλη (ή πολύ περισσότερο του ΚΚΕ) από τις αντιεπιστημονικές και δυστυχώς κωμικές απόψεις που εξέφρασε για την ελληνική γλώσσα σε μια συνεδρίαση της επιτροπής Άμυνας της Βουλής. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι σε θέματα γλώσσας η Λ. Κανέλλη έχει τραβήξει το ΚΚΕ πιο κοντά στις δικές της θέσεις (νοσταλγία του πολυτονικού, ας πούμε) αντί να συμβεί το αντίθετο. Κι έτσι, για παράδειγμα, πριν από δυο μήνες που γινόταν η φασαρία με τη Φωνηεντιάδα, ο Ριζοσπάστης απέφυγε να πάρει θέση σχετικά με τη σκοταδιστική επίθεση και περιορίστηκε να γράψει για “στάδια απλοποίησης που υπέστη η γλώσσα μας (όχι κατ’ ανάγκη πάντα σωστά)”, που είναι σαφής υπαινιγμός εναντίον του μονοτονικού, σε σαφή αντίθεση με όσα επί δεκαετίες διακήρυσσε το ΚΚΕ. Αλλά αυτά παθαίνει όποιος προσπαθεί να βγάλει τον μέσο όρο του Δημήτρη Γληνού και της Λιάνας Κανέλλη…

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Στο σχολείο με το σκουλαρίκι...

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία...

Ανοίγουν αύριο τα σχολεία σε όλη τη χώρα, μια και στη χώρα μας, τουλάχιστον τα τελευταία (κάμποσα) χρόνια η ημερομηνία έναρξης της σχολικής χρονιάς δεν είναι κυμαινόμενη όπως αλλού (π.χ. η πρώτη Τρίτη του Σεπτεμβρίου) αλλά σταθερή, εκτός βέβαια αν πέφτει Σαββατοκύριακο -ακόμα κι όταν τυχαίνει η 11 Σεπτεμβρίου να πέφτει Παρασκευή. Φέτος δεν είναι υπουργός εκείνη η ανεκδιήγητη Διαμαντοπούλου κι έτσι τα παιδιά έχουν ελπίδα να βρουν μερικά βιβλία στα σχολεία. Βέβαια, με το που ανοίγουν τα σχολεία θα κλείσουν πάλι, καθώς οι εκπαιδευτικοί έχουν απεργία την Τετάρτη, αλλά είτε με μπουνάτσα είτε με φουρτούνα η σχολική χρονιά θα αρχίσει. Κάποια πρωτάκια θα πάνε για πρώτη φορά σχολείο αύριο, είτε στο δημοτικό είτε στο γυμνάσιο, τα δικά μου τα κορίτσια κοντεύουν πια να γίνουν παλαίμαχες αλλά όσο και να πεις με το που ξεκινάει κάθε σχολική χρονιά, κι ας μην είναι οι πρώτοι, μερικοί χαζογονείς βουρκώνουν.
Εμείς εδώ όμως δεν βουρκώνουμε, λεξιλογούμε -κι έτσι σήμερα θα δούμε ακριβώς τη λέξη “σχολείο” και τις παραφυάδες της. Ομολογώ βέβαια ότι αντλώ υλικό από ένα παλιό μου άρθρο, που είχε δημοσιευτεί στη στήλη μου στην κυριακάτικη Αυγή (ήταν μάλιστα το παρθενικό μου άρθρο πριν από τέσσερα χρόνια) και μετά στο βιβλίο μου “Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία“, αλλά περιέργως δεν έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο.
Το σχολείο είναι λέξη ελληνιστική, με τη σημασία “διδασκαλείο”. Παράγεται, φυσικά, από τη “σχολή”, αλλά η σημασία αυτής της λέξης πολύ απείχε από τη σημερινή. Πράγματι, στα αρχαία ελληνικά η λέξη σχολή σήμαινε αρχικά την ανάπαυση, την απραξία, τον ελεύθερο χρόνο, ενώ η ασχολία σήμαινε ακριβώς την απουσία αργίας, ελεύθερου χρόνου. Η αρχαία σημασία επιβιώνει και σήμερα, ως σχόλη ή σκόλη (Κυριακή γιορτή και σκόλη να ’ταν η βδομάδα όλη, τραγουδούσε η Αλίκη), αλλά και στο σχόλασμα των μαθητών ή των εργαζομένων. Ο τόνος έχει ανέβει στη σημερινή χρήση, για να αποφεύγεται η σύγχυση της σχόλης με τη σχολή που σήμερα σημαίνει άλλο πράγμα –αυτό το λέμε προφύλαξη.
Λοιπόν, όταν ο Αθηναίος της εποχής του Περικλή έλεγε «σχολήν άγω» αυτό σήμαινε ότι καθόταν αραχτός και ήρεμος· και επειδή μόνο ο απαλλαγμένος από τις σκληρές βιοποριστικές ασχολίες μπορούσε να αφιερώνει χρόνο στη χαλαρή συζήτηση με άλλους και στην πνευματική του καλλιέργεια, σιγά-σιγά η λ. σχολή παίρνει τη σημασία «σπουδή, φιλοσοφική συζήτηση» και αργότερα, στην ελληνιστική εποχή, φτάνει να σημαίνει και το μέρος, το ίδρυμα όπου σπουδάζει κανείς και αποκτά γνώσεις.
Από τη σχολή προέρχεται και το λατινικό δάνειο schola, που είναι η αρχή όλων των σημερινών school, école, scuola και των άλλων λέξεων σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών που σημαίνουν «σχολείο». (Στα τούρκικα, ο Κεμάλ όταν έκανε τη μεγάλη του μεταρρύθμιση αντικατάστησε την αραβική λέξη μεκτέπ με την παλαιοτουρκική οκούλ, που τη διάλεξαν επειδή θύμιζε λίγο και το γαλλικό εκόλ). Να πούμε εδώ ότι στα αγγλικά πέρα από το school = σχολείο υπάρχει και μια ομόγραφη λέξη, school = κοπάδι ψαριών, με διαφορετική προέλευση όμως. Μακάρι να το ήξερε αυτό ο ποιητής που σε μια προβεβλημένη μεταγλώττιση (τον καιρό της γκλαμουριάς) έγραψε για “ένα σχολείο κόκκινων ψαριών”.
Αφού διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη, η λέξη “σχολείο” επέστρεψε στη γλώσσα μας κι έδωσε έναν παράδοξο απόγονο. Βλέπετε, το λατινικό schola απέκτησε επίσης τη σημασία του παλατιανού τάγματος· και στο Βυζάντιο, το οποίο για αρκετόν καιρό είχε κρατική γλώσσα τα λατινικά, ενώ στη συνέχεια είχε θεσμική ορολογία με πάρα πολλούς λατινισμούς, οι φρουροί του τάγματος αυτού ήταν οι σχολάριοι, δάνειο από το λατινικό scholaris (επομένως, η λέξη σχολάριος είναι αντιδάνειο). Αυτοί οι σχολάριοι, όπως μαθαίνουμε από το λεξικό Σούδα, ήταν παλατιανοί φρουροί που τους διάλεγαν κατ’ εξοχήν από τους Αρμενίους, και που το δημόσιο τους μισθοδοτούσε πάντοτε καλύτερα από τους άλλους στρατιώτες, ένα είδος επίλεκτου τάγματος δηλαδή.
Οι σχολάριοι αυτοί στις παρελάσεις και τις τελετές φορούσαν στα αυτιά τους ενώτια, όπως ήταν η ονομασία του συγκεκριμένου στολιδιού τότε. Αυτά τα σκουλαρίκια, που θα ήταν υποθέτω εντυπωσιακά, ονομάστηκαν λοιπόν σχολαρικά ενώτια, και επειδή είναι πολύ συχνό φαινόμενο να μαραίνεται και να πέφτει το ουσιαστικό και να ουσιαστικοποιείται το επίθετο (πρβλ. νεαρόν ύδωρ > νερό και άλλα πολλά) τελικά έμεινε σκέτο το σχολαρίκιον, που σιγά σιγά έγινε σκολαρίκιον και σκολαρίκινκαι σκουλαρίκι. Οπότε όταν σήμερα βλέπουμε σκουλαρίκια και στους άντρες, πριν το θεωρήσουμε αταίριαστο, να σκεφτούμε πως στην απαρχή της λέξης βρίσκονται οι επίλεκτοι παλατιανοί φρουροί, οι σχολάριοι, ασφαλώς διαλεχτοί λεβέντες όλοι τους.
Στο αρχικό άρθρο μου, που το είχα γράψει το 2008, είχα σχολιάσει μιαν ετυμολογικίστικη κουτοπονηριά του Άδωνη Γεωργιάδη (τότε ήταν στο Λάος) ο οποίος είχε πει, περίπου, τα εξής: η λέξη σχολείο «που χαρίσαμε σε όλες τις γλώσσες της γης, κατά κυριολεξία σημαίνει τον χώρο που περνάμε τη σχόλη μας … δηλαδή στο σχολείο πάμε για να ευχαριστηθούμε στον ελεύθερό μας χρόνο» –συγκρίνετέ το αυτό, συνέχιζε, «με την εικόνα των έξαλλων παιδιών που αναλώνονται σε καταλήψεις … και θα καταλάβετε σε πόσο λανθασμένο δρόμο βρισκόμαστε».
Απαντώντας σε αυτή τη σοφιστεία, είχα παρατηρήσει αφενός ότι η λέξη σχολείον είναι μεταγενέστερη, ελληνιστική, και μάλλον σπάνια, και ότι τα παιδιά των αρχαίων προγόνων μας την εποχή του Περικλή είχαν δάσκαλο τον παιδαγωγό ή πήγαιναν σε διδασκαλείον (ο αριστοφανικός Στρεψιάδης μάλιστα στο φροντιστήριον του Σωκράτη), πάντως όχι σε σχολείον ούτε καν σε σχολή, πράγμα που δεν τους εμπόδισε να κάνουν το χρυσόν αιώνα -και που φανερώνει τη λαθροχειρία του κ. Άδωνη, διότι βέβαια η χρήση της λέξης σχολείο γενικεύτηκε όταν είχε πια χαθεί η ετυμολογική διαφάνειά της. Και αφετέρου, είχα θελήσει να απαντήσω στον κ. Άδωνη με τα όπλα του, την ετυμολογία: η μετεξέλιξη του ρήματος παιδεύω από τη σημασία «εκπαιδεύω» στη σημασία «βασανίζω» οφείλεται ακριβώς στο ότι οι μαθητές εκλάμβαναν τη φοίτηση στο σχολείο σαν βασανιστήριο· σε καμιά εποχή δεν πήγαιναν οι νέοι με χαρά στο σχολείο «για να περάσουν τον ελεύθερο χρόνο τους», παρά μόνο στην φαντασία του κ. Άδωνη.
Αν βγαίνει κάποιο συμπέρασμα από τη μελέτη της ετυμολογίας, αυτό είναι πως οι αρχαίοι όριζαν σαν πρωτογενή έννοια το να έχεις ελεύθερο χρόνο και να μην κάνεις τίποτα, τη σχόλη· και σαν δευτερογενή έννοια, άρνηση της πρωτογενούς, την α-σχολία, το να έχεις δουλειά (ίδιας ρίζας με τη δουλεία άλλωστε, κάτι που ίσως μας απασχολήσει σε επόμενο σημείωμα). Αλλά προς το παρόν, καλή σχολική χρονιά στα παιδιά, παρ’ όλες τις δυσκολίες!

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Το τελευταίο πακέτο (μέχρι το επόμενο)...

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία...

Εδώ και πολλές μέρες στην ειδησεογραφία κυριαρχούν οι ειδήσεις για το περίφημο «νέο πακέτο», το πακέτο των 11,5 δισεκατομμυρίων, δηλαδή την δέσμη των νέων έκτακτων μέτρων με την εφαρμογή των οποίων πρέπει να εξοικονομηθούν από το πετσί μας ακόμα 11,5 δισεκατομμύρια, κι όλο διαβάζουμε πως το «πακέτο έχει κλειδώσει» κι όλο το ξανασυζητάνε οι πολιτικοί αρχηγοί της ημιτρικομματικής συγκυβέρνησης. Βέβαια, η ονομασία «πακέτο των 11,5 δισεκατομμυρίων» είναι ελαφρώς συμβατική και παρωχημένη, αφού στην πορεία τα 11,5 δις αβγάτισαν κι έγιναν 13 ή 15 ή 18 ή 22 κι εμείς οι δύσμοιροι παρακολουθούμε τα δισμύρια να τραβάνε την ανηφόρα, άλλοι με απόγνωση κι άλλοι με τη θυμοσοφία που αποκτά όποιος ξέρει πως «και μ’ εκατό στη φυλακή, και με τα χίλια μέσα».
Ως γνωστόν, εμείς εδώ λεξιλογούμε· ωστόσο δεν έχουμε, απ’ όσο θυμάμαι τουλάχιστον, ασχοληθεί με τη λέξη «πακέτο», που έχει βέβαια πάρει, όχι με δική της ευθύνη, τη συγκεκριμένη δυσοίωνη σημασία, όμως είναι αρκετά ενδιαφέρουσα από γλωσσική άποψη. Η λέξη είναι δάνειο στα ελληνικά, από το ιταλικό pacchetto, και αυτό από το γαλλικό paquet, με απώτερη αρχή, σύμφωνα με τα λεξικά, το ολλανδικό pak, που σήμαινε «μπάλα μαλλιού», λέξη που αρχικά ανήκε στην ορολογία των εμπόρων μαλλιού στη Φλάνδρα τον 12ο-13ο αιώνα. Πότε μπήκε στα ελληνικά δεν ξέρουμε, τα ληξιαρχεία της γλώσσας δεν δούλευαν τότε.

Πακέτο, βεβαίως, λέει το λεξικό, είναι «πράγμα ή πράγματα τυλιγμένα καλά και όλα μαζί με χαρτί, ή κλεισμένα σε χάρτινο κουτί, για να μεταφέρονται εύκολα και με ασφάλεια» και, κατ’ επέκταση, «τυποποιημένη χάρτινη συσκευασία (κουτί ή σακούλα) που περιέχει ορισμένο αριθμό ή ποσότητα πραγμάτων»· αυτοί οι ορισμοί είναι από το ΛΚΝ, και αν διαβάζουν από το λεξικό ας τους βελτιώσουν λίγο, διότι αμέσως μετά από τον δεύτερο ορισμό δίνουν το παράδειγμα «ένα πακέτο μακαρόνια», το οποίο δεν είναι χάρτινη συσκευασία. Το πακέτο λοιπόν είναι και η συσκευασία και το περιεχόμενό της, όπως χαρακτηριστικά στο πακέτο τσιγάρα.
Αυτές βέβαια είναι οι κυριολεκτικές σημασίες, αλλά η λέξη «πακέτο» έχει πάρει και μεταφορικές σημασίες, που έχουν μάλιστα λεξικογραφηθεί. Πακέτο είναι «σύνολο ομοειδών ενεργειών, προτάσεων κτλ. που έχουν έναν κοινό στόχο» (ΛΚΝ)· λέγεται επίσης για «σύνολο πραγμάτων που προσφέρονται όλα μαζί και όχι το καθένα χωριστά», όπως στα πακέτα λογισμικού ή τα πακέτα της κινητής τηλεφωνίας. Στην ευρωενωσιακή γλώσσα, πακέτο ήταν η δέσμη μέτρων και οικονομικών παροχών προς τα κράτη μέλη, και συνήθως συνοδευόταν από το όνομα του εκάστοτε προέδρου της Κομισιόν· υπήρξαν περισσότερα από ένα πακέτα Ντελόρ, αλλά και πακέτο Σαντέρ θυμάμαι. Υπάρχουν και συμφωνίες-πακέτα, δηλαδή συνολικές συμφωνίες, που εφαρμόζονται ή όλα τα μέρη ή κανένα.
Σε πολλές περιπτώσεις το πακέτο μπήκε στη γλώσσα μας ως μεταφραστικό δάνειο από τα αγγλικά (package deal, ας πούμε) ή τα γαλλικά, όμως άλλοι σχηματισμοί είναι θαρρώ εγχώριοι, ιδίως στην αργκό. Μάλιστα, η σημασία «πακέτο = απογοήτευση, δυσάρεστη εξέλιξη, πάθημα» πρόλαβε να λεξικογραφηθεί στο λεξικό Μπαμπινιώτη, μαζί με τη συναφή φράση «τρώω πακέτο», π.χ. έφαγα πακέτο με τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Μια ακόμα διαδεδομένη φράση είναι η «πάνε πακέτο», που λέγεται για πράγματα ή πρόσωπα που συνδέονται τόσο στενά που το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο· αυτή είναι αρκετά παλιότερη, αν σκεφτούμε ότι το χαζοσουξέ «Εμείς οι δυο πάμε πακέτο δεν θα χωρίσουμε ποτέ» της Λίτσας Διαμάντη είναι τραγούδι του 1989.
Σε μια άλλη αργκοτική σημασία, πακέτο είναι το παραμύθι, το ψέμα, και πακετατζής ο παραμυθάς, ο μεγάλος ψεύτης· αν και εδώ υπάρχει μπέρδεμα, διότι στη Βόρεια Ελλάδα πακετάς είναι απλώς ο ντελιβεράς, αυτός που «δουλεύει πακέτο». Αυτή και άλλες εκφράσεις έχουν φυσικά καταχωρηθεί στο slang.gr, όπου μπορείτε επίσης να βρείτε ότι «το έχει όλο το πακέτο» σημαίνει «έχει όλα τα απαραίτητα προσόντα», ενώ πακέτο λέγεται επίσης το εξόγκωμα του παντελονιού στην περιοχή των γεννητικών οργάνων· αυτό το έχουν και οι Ισπανοί, paquete λέγεται το αντρικό εργαλείο και θυμάμαι, τότε που μάθαινα ισπανικά, ένα χιουμοριστικό σκετς ενός Ισπανού κωμικού που παρωδούσε τις διαφημίσεις απορρυπαντικών· ο κωμικός απευθυνόταν σ’ ένα ζευγάρι που έβγαινε από σουπερμάρκετ, και πρότεινε στη γυναίκα να αλλάξει το πακέτο απορρυπαντικών που κουβαλούσε ο άντρας της με το απορρυπαντικό της προσφοράς, κι εκείνη έλεγε όχι, «μα το πακέτο που σας δίνω είναι μεγαλύτερο· ναι, αλλά το πακέτο του άντρα μου το έχω συνηθίσει», τέτοια· περιέργως, έβγαζε γέλιο, αλλά για υπόλοιπες σημασίες του πακέτου σας παραπέμπω στο όπως πάντα πλούσιο λήμμα του slang.gr.
Όλες αυτές οι σημασίες και οι εκφράσεις είναι νέες, νεότατες, μετά τη μεταπολίτευση όλες. (Τέσσερις δεκαετίες για τη γλώσσα είναι διάστημα ελάχιστο· όσο ν’ ανοιγοκλείσουν οι αιώνες τα μάτια τους, έχουν περάσει). Η φρασεολογική και λεξικογραφική αυτή ζωτικότητα του πακέτου είναι κάτι απολύτως φυσιολογικό· η γλώσσα βέβαια είναι πράγμα συντηρητικό, που αλλάζει με τους δικούς της αργούς ρυθμούς, όμως αλλάζει. Το φρασεολόγιο και το παροιμιολόγιό μας διαμορφώθηκαν στους ατέλειωτους αιώνες της αγροτικής κυριαρχίας, γι’ αυτό και στις εκφράσεις και παροιμίες μας αναβιώνει μια παλιότερη Ελλάδα, που πολλοί την έχουμε γνωρίσει -αλλά που έχει πια φύγει. Αυτό δεν μας εμποδίζει να χρησιμοποιούμε τις παλιότερες εκφράσεις· μπορεί κάποιος νέος να μην έχει δει ποτέ του γάιδαρο εκ του φυσικού, όμως θα βρίσει «γαϊδούρι» τον αγενή συμμαθητή του ή θα επαναλάβει την παροιμία «κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε»· αλλά οι παροιμίες και οι φράσεις που φτιάχνονται τώρα, στην κοινωνία των πόλεων, δεν θα έχουν τον γάιδαρο, θα έχουν το πακέτο.
Κι έτσι, γυρίσαμε στο πακέτο των εντεκάμισι (ή δεκατριών, ή είκοσι, τζάμπα είναι) δισμυρίων, που όλο ακούμε ότι «κλείδωσε» (γι’ αυτή την έκφραση θα πούμε άλλη φορά) και όλο δεν ανακοινώνεται· μπορεί το περιεχόμενο του πακέτου να μην έχει ακόμα ανακοινωθεί, όλοι όμως μας λένε πως το πακέτο θα είναι οδυνηρό, βαρύ, σκληρό, δυσβάστακτο, αλλά απαραίτητο, μας λένε. Και φροντίζουν επίσης οι πολιτικοί αρχηγοί να υπογραμμίζουν ότι πρόκειται για «το τελευταίο πακέτο». Σε αυτό τους πιστεύω. Στην ελληνική γλώσσα, η λέξη «τελευταίος» έχει δυο βασικές σημασίες· αφενός λέγεται για κάτι που ύστερα απ’ αυτό δεν υπάρχει άλλο, αφετέρου για το πιο πρόσφατο, το πιο κοντινό σε μια δεδομένη στιγμή, π.χ. τις τελευταίες μέρες, τα τελευταία νέα. Με αυτή τη σημασία μιλάνε για το «τελευταίο πακέτο μέτρων»· το τελευταίο μέχρι να έρθει το επόμενο.

Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

Η tweetοποίηση της γλώσσας, της σκέψης και της κοινωνίας...

Γελωτοποιός...

Ανταλλάξαμε τη σοφία με τη γνώση.
Μετά ανταλλάξαμε τη γνώση με την πληροφορία.
                                              Τ.Σ. Έλιοτ
Η γλώσσα με τη σκέψη συνδέονται όπως οι δύο όψεις ενός φύλλου από χαρτί. Είναι αδύνατον να τις ξεχωρίσεις. Και όταν τραυματίζεται η μια πλευρά τραυματίζεται και η άλλη.
Αυτό ισχυρίζεται ο δημιουργός της σύγχρονης γλωσσολογίας, ο Ferdinand de Saussure.
Και ο Lev Vykotsky στο βιβλίο του «Σκέψη και γλώσσα» συμπληρώνει:
«Η σκέψη που δεν ενσαρκώθηκε σε λέξη παραμένει σκιά. Η λέξη που της έχουν αφαιρέσει τη σκέψη είναι νεκρή λέξη.»
Μπορούμε να αναφέρουμε και το φιλόσοφο της γλώσσας, τον Wittgenstein, που έλεγε ότι οι «λέξεις είναι πράξεις» και να πιστέψουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια αποκάλυψη του εικοστού αιώνα.
Και όμως... Η ιδέα ότι η σκέψη με τη γλώσσα ταυτίζονται είναι πολύ παλιότερη.
Ο Πλάτωνας στο διάλογο του «Σοφιστής» λέει: «Η σκέψη και ο λόγος είναι το ίδιο πράγμα.»
Ή αλλού: «Γλώσσα νόησις νοήσεως». Η γλώσσα είναι η σκέψη της σκέψης!
Θέλετε να πάμε ακόμα πιο πίσω;
Στα Ομηρικά Έπη το ρήμα «φράζω» σημαίνει λέγω. Εξ’ ου και τα «εκφράζω, μεταφράζω, παραφράζω». Το ίδιο όμως ρήμα στην παθητική φωνή, «φράζομαι», σήμαινε... Σκέφτομαι.
Λέγω και σκέφτομαι. Σκέφτομαι και γράφω. Ίσως αυτό να σας θυμίζει τα σχολικά σας χρόνια.
Μια και μιλήσαμε για σχολικά χρόνια ας αναφέρουμε και μια σκέψη του Τσολάκη: «Η γλώσσα είναι κοινωνικό προϊόν, αλλά και η κοινωνία είναι προϊόν της γλώσσας.  Όταν υποχωρεί μια γλώσσα, υποχωρεί η σκέψη, υποχωρεί και ο πολιτισμός που αυτή εκφράζει. Γλώσσα είναι ολόκληρος ο λαός -και ένας λαός δεν είναι τίποτα άλλο από τη γλώσσα του.»
Ο καλός χειρισμός της γλώσσας δεν είναι θέμα λεξιλογίου ή γνώσεως των γραμματικών και συντακτικών κανόνων, όχι μόνο. Γιατί τότε ο σημαντικότερος Έλληνας ποιητής θα ήταν ο Μπαμπινιώτης!
«Την πιο δυνατή γλώσσα τη διαθέτει εκείνος που διαθέτει τη πιο δυνατή σκέψη», και μπορούμε να αναφέρουμε ως παράδειγμα το στρατηγό Μακρυγιάννη.
Ο Μακρυγιάννης δεν ήξερε να διαβάζει και να γράφει. Όταν τελείωσε ο εθνοαπελευθερωτικός αγώνας έκατσε και έμαθε γράμματα για να γράψει μόνος του τα απομνημονεύματα του. Το αποτέλεσμα είναι συγκλονιστικό (και αυτό δεν είναι μόνο η δικιά μου γνώμη, ρωτήστε και το Σεφέρη).
Η σκέψη του Μακρυγιάννη ήταν τόσο δυνατή που δεν χρειαζόταν λόγιες λέξεις για να εκφραστεί. Μιλούσε τη γλώσσα του λαού και σκεφτόταν με αυτήν.
                                             ---{}---
Η σύγχρονη γλώσσα, η σκέψη οπότε, είναι σύντομη όσο ένα tweet.
Παρατηρήστε τις αναρτήσεις όχι μόνο στο twitter, που εξ’ ορισμού είναι μόλις 140 χαρακτήρες, αλλά και στο facebook. Οι περισσότερες συνοδεύονται από εικόνα ή είναι εντυπωμένες πάνω στην εικόνα ή ακολουθούν την εικόνα, το οποίο είναι απαραίτητο για να σου τραβήξουν την προσοχή μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό πληροφοριών.
Οι φράσεις αυτές (ή αν θέλετε μπορείτε να τις θεωρήσετε ως σκέψεις) σπάνια ξεπερνούν τις δέκα λέξεις. Τις περισσότερες φορές είναι «αστείες» ή «έξυπνες» ή μπορεί να είναι ένα «έξυπνο αστείο». Όταν δεν στοχεύουν στη στιγμιαία θυμηδία του «φίλου», είναι κάποιες «μεγάλες» φράσεις «μεγάλων» ανθρώπων, που πάντα συνοδεύονται από το όνομα αυτού του «μεγάλου» (όπως η ρήση του Έλιοτ που αναφέρω στην αρχή αυτού του κειμένου).
Και δεν είναι τυχαίο που όλες αυτές οι σύντομες φράσεις-σκέψεις κοινοποιούνται πάνω στο «τοίχο» του πομπού, σαν ένα ψηφιακό γκράφιτι.
Όμως δεν πρόκειται για «σοφία» ούτε φυσικά για «γνώση», αλλά για «πληροφορία».
Μετά από μία ώρα στα social media τύπου facebook ή twitter το μόνο που σου μένει είναι μια ακαθόριστη σύγχυση ιδεών και η ενίσχυση του επερχόμενου κοινωνικού Αλτσχάιμερ. Δε θυμάσαι τίποτα από όσα διάβασες (και επικρότησες πατώντας το κουμπί του like), αλλά χαμογελάς ανόητα, σαν τον υπερήλικο που τρίβει τυρί για το ρυζόγαλο του.
Ο τουιτοποιημένος λόγος-σκέψη είναι κατά κάποιο τρόπο προφορικός λόγος της σύντομης συνάντησης -αποτυπωμένος ψηφιακά. Προσπαθεί να αναπληρώσει τα μη-λεκτικά στοιχεία του προφορικού λόγου (έκφραση προσώπου, τόνος - χροιά φωνής, στάση σώματος, επαφή), τα οποία αντιπροσωπεύουν το 55% τουλάχιστον της ανθρώπινης επικοινωνίας, με τεχνάσματα όπως τα emoticons :) :(  :Ο, με παραγλωσσικά σύμβολα «lol» (που θέλει να δείξει ότι ο δέκτης γελάει), με σκουντήγματα και το τόσο διαδεδομένο πλέον «like».
Το οποίο βεβαίως σημαίνει «μου αρέσει», εκφράζει την αρέσκεια του αποδέκτη, αλλά εκφράζεται μηχανικά-δυαδικά, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει την ένταση του συναισθήματος. Και πολλές φορές οδηγώντας σε παράδοξες και ανόητες δηλώσεις, όπως το να πατάς «like» σε μια μακάβρια εικόνα ή δήλωση, αφού δεν υπάρχει «dislike».
Η πράξη αυτή, το να σου αρέσει κάτι που ουσιαστικά δε σου αρέσει, θα έκανε τον Όργουελ να διαρρήξει τα βιβλία του –και τα ιμάτια του.
Στο παράρτημα του «1984» ο Όργουελ αναφέρει τις αρχές της Νέας Ομιλίας. Γράφει: «Ο σκοπός της Νέας Ομιλίας ήταν: Κάθε σκέψη αιρετική –δηλαδή μια σκέψη που βρίσκεται σε διάσταση με το Αγγσος (το κόμμα του Μεγάλου Αδελφού)- να είναι αδύνατον να γίνει, τουλάχιστον ως το βαθμό όπου η σκέψη εξαρτάται από τις λέξεις.»
Ποιον τρόπο χρησιμοποίησε το ολοκληρωτικό καθεστώς του τόσο μακρινού μέλλοντος για να χειρίζεται τη σκέψη των υπηκόων του; Του άλλαξε τη γλώσσα.
Κατάργησαν τις «περιττές» λέξεις. Απογύμνωσαν τις υπόλοιπες από κάθε αιρετικό περιεχόμενο. Συμπτύξανε το συντακτικό και τη γραμματική. Δημιούργησαν μια καινούρια γλώσσα όπου η ευκολία εκφοράς και εκμάθησης ήταν αυτοσκοπός. Οι λέξεις με αρνητικό περιεχόμενο, όπως «κακός», αντικατασταθήκανε από τις στερημένες από συναίσθημα αντίστοιχες τους: «μη-καλός».
Αλλά ο Όργουελ δεν είχε φτάσει στο σημείο να φανταστεί ότι δε χρειάζονται καν αντίθετες λέξεις. Ότι μπορείς να πατάς like ακόμα και όταν διαφωνείς, θλίβεσαι, θυμώνεις, εξοργίζεσαι.
Όταν γράφεις tweets μαθαίνεις να σκέφτεσαι με tweets: Κατακερματισμένα και ασύνδετα.
Και η μνήμη σου γίνεται το ίδιο βραχύχρονη.
Κάτι που κάνει τους φαύλους κυβερνώντες να πατάνε «like» και να γράφουν «lol», με πολλά θαυμαστικά στο τέλος !!!!!!!!!!!! και άλλα τόσα emoticons :-))
Δεν είναι τυχαίο ότι το twitter και το facebook είναι το αγαπημένο μέσο των σύγχρονων μας πολιτικών. Ακόμα και στην τηλεόραση, με τις προαποφασισμένες ερωτήσεις των «δημοσιογράφων», πρέπει να σκεφτούν και να μιλήσουν για να πείσουν.
Πρέπει να φανούν (μη-λεκτική γλώσσα) ειλικρινείς και σίγουροι.
                                              ---{}---
Το διάβασμα tweets και αναρτήσεων του facebook δεν ωφελεί σε τίποτα την νόηση (συμπεριλαμβάνοντας και το θυμικό), αφού οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε χίλια tweets δεν ισούνται με 140Χ1000 χαρακτήρες ενός βιβλίου –εξαρτάται πάντα και από το βιβλίο.
Θα μπορούσε να γίνει ένα ψυχολογικό πείραμα: Τα υποκείμενα της πρώτης ομάδας να διαβάζουν για ένα μήνα μόνο tweets. Τα υποκείμενα της δεύτερης ομάδας μόνο βιβλία.
Και στο τέλος του μήνα να ρωτήσουμε τα υποκείμενα του πειράματος τι θυμούνται από αυτά που διάβασαν (δε λέμε τι προσκόμισαν γιατί αυτό έχει να κάνει και με την αντίληψη του καθενός).
Φανταστείτε αυτό το πείραμα (ως υποκείμενα της πρώτης ομάδας) να το κάνετε σε ολόκληρη τη ζωή σας!!!  :Ο   lol.
Το αντεπιχείρημα κάποιων φανατικών τουιτιστών ίσως να είναι ότι ο λόγος (και η σκέψη) βρήκε έκτακτες εκφάνσεις μέσω της συντομίας. Τα «θραύσματα» του Ηράκλειτου, τα επιγράμματα των αρχαίων Ελλήνων, το λακωνίζειν, οι λαϊκές παροιμίες, τα χαϊκού, τα δίστιχα ποιήματα του Ταγκόρ, τα μονόχορδα του Ρίτσου.
Όμως για να καταφέρεις να κάνεις αφαίρεση πρέπει πρώτα να γνωρίζεις πρόσθεση.
Ο Ρίτσος έγραψε τα μονόχορδα αφού πρώτα ολοκλήρωσε ποιήματα όπως η Σονάτα του Σεληνόφωτος.
Τα χαϊκού και η ποίηση του Ταγκόρ έλκουν την καταγωγή τους από την υψηλή αισθητική και φιλοσοφική ενατένιση του κόσμου, όπως την κατανοούν οι Ασιατικοί λαοί: Με μια μεγάλη παύση ανάμεσα σε κάθε σκέψη.
Τα «θραύσματα» των Προσωκρατικών είναι ό,τι διασώθηκε από τη σκέψη τους.
Το «λακωνίζειν» είναι αυτοαναιρούμενο, αφού οι Λάκωνες δε διακρίθηκαν για το μεγαλείο της σκέψης τους και του λόγου τους (σε αντίθεση με τους Αθηναίους που καθόλου φειδωλοί δεν ήταν στα γραπτά τους).
Η ανθρώπινη σκέψη θεμελιώθηκε με τη συγγραφή των Ομηρικών επών και ξεθεμελιώνεται με την επικράτηση των tweets, τα οποία, παρότι γραπτά, είναι έπεα πτερόεντα.
 
(Έμπνευση και υλικό ο Γελωτοποιός άντλησε από το βιβλίο του Χρίστου Τσολάκη: «Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική», εκδόσεις Νησίδες)
ΥΓ: Αυτό το κείμενο δεν είναι tweet.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Τα δήθεν μακρά φωνήεντα, ο Σαββόπουλος και η έρευνα του κ…

 Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία...

Το ιστολόγιο, όπως θα ξέρουν οι ταχτικοί αναγνώστες, δεν πολυσυμπαθεί τις αθυρόστομες εκφράσεις· ο σημερινός τίτλος, με μιαν αισχρολογία έστω και αποσιωπημένη, ας θεωρηθεί εξαίρεση. Πάντως, δοκίμασα και άλλους τίτλους και τους απέρριψα· σε κάποια παραλλαγή, είχα στον τίτλο τη Χρυσή Αυγή, που ασφαλώς η αναφορά της είναι πολύ χειρότερη προσβολή της κοσμιότητας και της δημοκρατίας. Το πώς συνδέονται ο Σαββόπουλος και η έρευνα του κώλου (και επικουρικά η Χρυσή Αυγή) με τα μακρά φωνήεντα, είναι το σημερινό μας θέμα, που μπορούμε να το δούμε σαν ένα παρακλάδι της Φωνηεντιάδας, δηλαδή της σκοταδιστικής επίθεσης στη νέα Γραμματική και γενικότερα στις γλωσσικές μεταρρυθμίσεις από το 1976 και μετά που δρομολογήθηκε με αφορμή το καθόλου αθώο άρθρο της δασκάλας από τη Ραφήνα.
Η νέα γραμματική κατηγορήθηκε ότι θέλει να καταργήσει τα γράμματα η και ω, που είναι βέβαια άθλιο ψέμα -απλώς η γραμματική επαναλαμβάνει κάτι που όλες οι προηγούμενες γραμματικές εδώ και δεκαετίες έλεγαν, ότι τα φωνήεντα (οι φωνηεντικοί φθόγγοι δηλαδή) της ελληνικής γλώσσας είναι πέντε: α, ε, ι, ο, ου ή, σωστότερα, [a], [e], [i], [o]. [u]. Αλλά αυτά τα έχουμε ξαναπεί.
Στη σημερινή ελληνική γλώσσα, όπως ξέρει κι ένα παιδί της πρώτης δημοτικού, έχουμε πολλούς τρόπους για να αποδώσουμε τον φθόγγο [ι] ή [i] με το διεθνές φωνητικό αλφάβητο: Τα γράμματα (και συνδυασμοί γραμμάτων) ι, η, υ, ει, οι, υι όλα προφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Ολοφάνερα, οι αρχαίοι δεν τα πρόφεραν έτσι και δεν μπορεί στα διάφορα ιοίην, ιείην, οι υιοί, ποιοίη, ρυοίη που αφθονούν στα αρχαία ελληνικά η προφορά να ήταν η σημερινή. Όπως γράφει ο Ελισσαίος Γιανίδης, από τον οποίο ξεσήκωσα και τα παραδείγματα, «θα ήταν σωστή ασέβεια στην ανώτερη καλαισθησία των ανθρώπων εκείνων, να υποθέσουμε πως μπορούσαν να συνεννοούνται μεταξύ τους λέγοντας ιίι, ιίι, ιίι, και με την απαίτηση πως αυτό το νιαούρισμα έχει δυο και τρεις διαφορετικές έννοιες».
Πράγματι, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μακρά και βραχέα φωνήεντα, δηλαδή κάποιες συλλαβές τους διαρκούσαν περισσότερο από κάποιες άλλες· πρόκειται για τη λεγόμενη προσωδιακή διάκριση. Αυτό δεν υπάρχει στα νέα ελληνικά ή στα ισπανικά, που έχουν μόνο πέντε φωνηεντικούς φθόγγους, υπάρχει όμως στα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα γερμανικά -και είναι και μόνιμος παράγοντας που μας δυσκολεύει όταν μαθαίνουμε ξένες γλώσσες. (Πάντως, το σύστημα των πέντε φωνηέντων δεν είναι σπάνιο: το 30% των γλωσσών του κόσμου που έχουν μελετηθεί έχουν πέντε φωνήεντα μόνο).

Πόσα φωνήεντα (φθόγγους) είχαν τα αρχαία ελληνικά; Η ερώτηση είναι κακοβαλμένη. Μπορούμε να την απαντήσουμε μόνο αν περιοριστούμε σε συγκεκριμένη εποχή και σε συγκεκριμένη διάλεκτο. Στην κλασική εποχή και στην αττική διάλεκτο υπήρχαν δώδεκα φωνήεντα (εφτά μακρά και πέντε βραχέα) που αποδίδονταν φυσικά με τα γνωστά μας εφτά γράμματα και με κάποια δίψηφα. Τα γράμματα α, ι και υ απέδιδαν δύο φωνήεντα το καθένα, γι’ αυτό αργότερα ονομάστηκαν, από παρανόηση, δίχρονα.
Οι αρχαίοι, να πούμε παρεμπιπτόντως, είχαν μουσικό τονισμό, ενώ στα νέα ελληνικά έχουμε δυναμικό τονισμό. Αυτό σημαίνει ότι στα αρχαία, οι τονιζόμενες συλλαβές διέφεραν από τις άτονες στο ύψος, όπως οι νότες, ενώ σήμερα η συλλαβή που τονίζεται ακούγεται απλώς πιο δυνατά δηλ. διαφέρει στην ένταση της φωνής.
Η διάκριση μεταξύ μακρών και βραχέων άρχισε να υποχωρεί σταδιακά από τον 3ο αιώνα π.Χ. και χάθηκε εντελώς μέχρι τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες· αυτή η εξέλιξη κλόνισε και το σύστημα τονισμού, με αποτέλεσμα να συντελεστεί, λίγους αιώνες αργότερα, η μετάβαση από τον μουσικό στον δυναμικό τονισμό. Πρόκειται δηλαδή για μετάβαση που έγινε στα χρόνια της Κοινής. Στο τέλος της ελληνιστικής εποχής είχαν μείνει έξι μόνο φωνήεντα (φθόγγοι). Τα πέντε σημερινά και το [y], δηλαδή ένα φωνήεν σαν το γαλλικό u (ή το γερμανικό ü). Το γράμμα υ όπως και το δίψηφο οι προφέρονταν [y], και αυτή η διαφορετική προφορά άντεξε μέχρι τον δέκατο αιώνα περίπου -μετά, χάθηκε το [y] και επικράτησε ο πλήρης γιωτακισμός.
(Δεν είναι στο θέμα μας, αλλά να πούμε παρεμπιπτόντως ότι και η δασεία είχε αρχίσει να χάνεται ήδη από τους προχριστιανικούς αιώνες).
Φυσικά, και σήμερα όταν μιλάμε,  κάποιες συλλαβές έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από άλλες, αυτό όμως οφείλεται στον επιτονισμό, στη σειρά των λέξεων στην πρόταση και σε άλλα τέτοια· και για να το καταλάβουμε, μπορούμε να σκεφτούμε τις φράσεις:
Ψάχνω τον Κώστα
Τον Κώστα ψάχνω
Στη δεύτερη περίπτωση, η συλλαβή «Κώ» τονίζεται περισσότερο.
Για να αντιγράψω έναν γλωσσολόγο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ακραίος, τον Γ. Μπαμπινιώτη, από το τέλος της ελληνιστικής εποχής «τα φωνήεντα της ελληνικής είναι, από πλευράς ποσότητας/διάρκειας ισόχρονα (δεν υπάρχουν μακρά και βραχέα φωνήεντα, πλην μιας ελάχιστα αυξημένης διάρκειας που επιφέρει φωνητικά η ύπαρξη τόνου στο φωνήεν)». Το ίδιο είχε πει πολύ νωρίτερα ο πατέρας της ελληνικής γλωσσολογίας, ο Γ. Χατζιδάκις. Αντιγράφω από τα “Μεσαιωνικά και νέα ελληνικά” (τόμ. Ι, σελ. 202): “Είναι πασίγνωστον γεγονός ότι η φωνητική τής ελληνικής γλώσσης κατά την δ΄ και ε΄ μ.X. εκατονταετηρίδα τοσούτον είχεν αλλοιωθή και απομακρυνθή από της αρχαίας και τοιαύτη τις είχε καταστή, ώστε, εξαιρουμένου του υ και του οι, ανάγκη να υποτεθή σφόδρα ομοία τή ημετέρα σήμερον. [...] εν τή αρχαία γλώσση υπήρχον μακρά και βραχέα φωνήεντα, εν δε τή νέα γλώσση ούτε μακρά ούτε βραχέα, αλλά πάντα ισόχρονα”. Αυτά τα γράφει ο Χατζιδάκις, μέγας αντίπαλος της δημοτικής, ο οποίος είχε κατηγορήσει τα εξαίσια Ψηλά βουνά και τα άλλα αναγνωστικά της μεταρρύθμισης του 1917 ότι επιχειρούν να προσηλυτίσουν τους μαθητές “εις τας νέας μπολσεβικικάς θεωρίας”. Κι όμως γράφει: ούτε μακρά, ούτε βραχέα φωνήεντα υπάρχουν, αλλά όλα είναι ισόχρονα.
Αυτά τα πράγματα είναι αλήθειες τόσο εδραιωμένες όσο και ότι η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο. Κι όμως, μερικοί φωνηεντοκάπηλοι (εννοώ αυτούς που επιτέθηκαν στη νέα Γραμματική επειδή τάχα καταργεί φωνήεντα) έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν το αυτονόητο, να διαψεύσουν τον Χατζιδάκι και όλους τους γλωσσολόγους, ότι δηλαδή στα νέα ελληνικά δεν υπάρχει διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων.
Είχε βέβαια προηγηθεί ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος στην ημερίδα για τη γλώσσα που διοργάνωσε το 1985 το ΚΚΕ εσωτ. στον Μίλωνα είχε ισχυριστεί ότι οι παλμογράφοι του αποκάλυψαν τη διαφορά ανάμεσα σε μακρές και βραχείες συλλαβές. Βέβαια, όταν ρωτήθηκε από τους συνέδρους τι καταλαβαίνει από την εκφώνηση  /omos/: τον αντιθετικό σύνδεσμο «όμως» ή το μέρος του σώματος «ώμος», απάντησε πως «η μουσική έχει σχέση με ό,τι έπεται και ό,τι προηγείται» -δηλαδή με τα συμφραζόμενα, οπότε πάνε περίπατο και τα μακρά και τα βραχέα. Για μια κριτική της ομιλίας του Σαββόπουλου γραμμένη τότε από τον Γιάννη Χάρη, δείτε εδώ.
Αργότερα, ο Σαββόπουλος επανέλαβε τα ίδια άκυρα επιχειρήματα σε άλλες ομιλίες ή κείμενά του. Τώρα που ξέσπασε η Φωνηεντιάδα, κάμποσοι θυμήθηκαν τις κωμικές θέσεις του Σαββόπουλου και τις επικαλέστηκαν υποστηρίζοντας ότι αλλιώς προφέρεται το γράμμα /η/ και αλλιώς το /ι/.
Την ίδια θέση εκφράζει ο γνωστός Κασιδιάρης της Χρυσής Αυγής, σε ερώτησή του προς τον Υπουργό Παιδείας (δεν βάζω λινκ, μυρίζει άσχημα): Διαβάζοντας το εν λόγω βιβλίο, διαπιστώσαμε ότι στη σελ. 36 αναφέρεται ότι τα φωνήεντα της ελληνικής γλώσσας είναι πέντε και συγκεκριμένα τα (α),(ε),(ι),(ο),(ου), ενώ τα γράμματα (η),(υ) και (ω) παραλείπονται με το σκεπτικό ότι δεν παριστούν ξεχωριστό φθόγγο (γλωσσικό ήχο, φώνημα), αλλά η εκφορά τους ταυτίζεται με εκείνη του γράμματος ιώτα (ι) και του γράμματος όμικρον (ο) αντιστοίχως. Βεβαίως, η άποψη αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, καθώς έχει διαπιστωθεί ότι κατά την εκφορά του προφορικού λόγου το διάγραμμα της ηχογράφησης καθενός από τα παραπάνω γράμματα μέσα στα πλαίσια ολοκληρωμένων προτάσεων είναι εντελώς διαφορετικό. Θα προσέξατε ότι ο κασιδιάρης είναι πονηρός κι έτσι μιλάει για “εκφορά … στα πλαίσια ολοκληρωμένων προτάσεων”, ώστε να μπορεί, με τον επιτονισμό, να θολώσει τα νερά.
Και από χτες, στα ελληνοκεντρικά ιστολόγια προστέθηκε, με εικόνα, η επιστημονική τεκμηρίωση την οποία επικαλέστηκε ο Κασιδιάρης -εικονογραφήθηκαν, μπορούμε να πούμε, οι παλμογράφοι του Σαββόπουλου. Πρόκειται για αυτό που χαρακτήρισα έρευνα του κώλου, όχι κάνοντας υπαινιγμό στην ποιότητά της αλλά επειδή ο… ερευνητής διάλεξε σαν λέξη-παράδειγμα της διαφοράς μακρών και βραχέων τη λ. κώλος. Εκφώνησε λοιπόν τη λέξη μπροστά στο κατάλληλο εργαλείο και πήρε το διάγραμμα που βλέπουμε αριστερά, και κατόπιν τούτου δήλωσε αγέρωχα: Η συζήτηση τελείωσε για μένα! Το άρθρο αυτό στη συνέχεια αναδημοσιεύτηκε με θριαμβολογίες σε καμιά εκατοστή ελληνοκεντρικά ιστολόγια (πάντως το πρωτότυπο είναι εδώ) με τον μετριόφρονα τίτλο “Eπεξεργασία σήματος ήχου εναντίον Νέας Ελληνικής Γραμματικής του Δημοτικου, σημειώσατε 1-0″.
Μόνο που το γκολ ήταν οφσάιντ. Αν διαβάσατε τα παραπάνω, θα καταλάβατε φυσικά ότι η διαφορά στη διάρκεια της συλλαβής δεν οφείλεται στο ότι το ωμέγα προφέρεται μακρό αλλά στο ότι πρόκειται για τονιζόμενη συλλαβή. Άλλωστε, πάρα πολλοί γράφουν «κόλος» (οι γκουγκλιές του “κόλος” είναι ελάχιστα λιγότερες απο του “κώλος”) -λέτε αυτοί να το προφέρουν διαφορετικά; (Κι αν πράγματι το ω προφέρεται διαφορετικά από το ο και το η από το ι, γιατί τάχα να υπάρχουν ορθογραφικές παραλλαγές σαν το κώλος/κόλος;)
Αλλά ας παίξουμε κι εμείς το παιχνίδι με τους παλμογράφους. Επειδή εγώ τέτοιο σύνεργο δεν έχω, παρακάλεσα τον Σπύρο Αρμοστή, γλωσσολόγο-ερευνητή στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, που μάλιστα είναι ένας από τους 140 γλωσσολόγους που υπέγραψαν τη διακήρυξη, να εκφωνήσει τις εξής λέξεις: κώλος, πόλος, όλως και να μου στείλει τα αντίστοιχα διαγράμματα.

Όπως βλέπετε, το πρώτο διάγραμμα, της λ. κώλος, έχει μορφή παρόμοια με αυτήν που έδωσε ο ερευνητής πιο πάνω, με την πρώτη συλλαβή να διαρκεί περισσότερο από τη δεύτερη.
Το διάγραμμα αποτελείται από δύο πεδία: το πάνω είναι η κυματομορφή (δηλαδή οι διακυμάνσεις στην πίεση του αέρα σε ένα δεδομένο σημείο ως προς τον χρόνο) και το κάτω το φασματογράφημα (δηλαδή η συγκέντρωση ακουστικής ενέργειας στις διάφορες συχνότητες του ακουστικού σήματος και πάλι ως προς τον χρόνο).
Στο δεύτερο όμως διάγραμμα, της λέξης «πόλος», παρατηρούμε ότι, όπως περιμέναμε, η πρώτη, τονιζόμενη, συλλαβή επίσης διαρκεί περισσότερο, παρόλο που «θα έπρεπε» αν όντως ήταν βραχεία, να διαρκεί λιγότερο.

Και στο τρίτο διάγραμμα, της λέξης «όλως», και πάλι η πρώτη συλλαβή διαρκεί περισσότερο από τη δεύτερη, παρόλο που η πρώτη (υποτίθεται ότι) είναι βραχεία και η δεύτερη (ω φρίκη!) μακρά.

Άρα; Άρα,  με το μικρό μας τεστ επιβεβαιώσαμε αυτό που ανέκαθεν λέγανε και δεν έχουν πάψει να λένε όλοι οι γλωσσολόγοι, από τον υπερσυντηρητικό Γ. Χατζιδάκι και τον συντηρητικό Γ. Μπαμπινιώτη ίσαμε τους πιο αδιάλλακτους δημοτικιστές, ότι δηλαδή στα σημερινά ελληνικά ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ διάκριση ανάμεσα σε μακρά και βραχέα, ότι το ωμέγα προφέρεται ακριβώς όπως και το όμικρον, ό,τι και να λέει ο Σαββόπουλος, ό,τι και να κρώζουν οι χρυσαυγίτες, ό,τι και να δείχνουν οι έρευνες του κώλου. Γι’ αυτό άλλωστε δεν έχει και κανένα νόημα στα σημερινά ελληνικά η περισπωμένη και γι’ αυτό τραβάνε τα μαλλιά τους οι επιμελητές των λιγοστών εκδοτικών οίκων που τυπώνουν ακόμα πολυτονικό, κάθε φορά που έχουν να τονίσουν μια καινούργια λέξη: παίρνει τάχα οξεία ή περισπωμένη ο μπαγασάκος;
Θα μου πείτε ότι το τεστ δεν είναι αδιάβλητο, διότι, θα μπορούσε να πει κανείς, πού ξέρουμε ότι ο φίλος που έκανε το τεστ πρόφερε «πόλος» και «όλως» και όχι «πώλος» (πουλάρι δηλαδή) και «όλος»; Ομολογώ ότι δεν το ξέρουμε, αφού ο πόλος και ο πώλος προφέρονται το ίδιο. Αλλά αυτό θαρρώ πως ήθελα να αποδείξω!

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Ο "πόλεμος των φωνηέντων" και η φτώχεια της δημόσιας συζήτησης...

 Capital.gr...
του Κώστα Ράπτη
Το μονοπάτι που οδηγεί προς τη Μονή των Φιλανθρωπηνών, στη Νήσο της Παμβώτιδας, έχει (ή τουλάχιστον είχε μέχρι πριν από λίγα χρόνια) την επιγραφή  «Προς Κρυφό Σχολειό». Μάλιστα, κατά τη δική μου επίσκεψη στο αξιοθαύμαστο αυτό μνημείο, η ηλικιωμένη κλειδοκρατόρισσα της Μονής δεν παρέλειψε να σηκώσει χάριν των επισκεπτών και την καταπακτή της «κρυψώνας», όπου «έμπαιναν τα παιδιά όταν έρχονταν οι Τούρκοι». Στην παρατήρησή μου ότι το παραπλεύρως αναρτημένο επεξηγηματικό κείμενο της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων αναφέρει πως στη Μονή των Φιλανθρωπηνών λειτουργούσε δημοσίως και αδιαλείπτως επί πολλούς αιώνες όχι «κρυφό σχολειό» αλλά ονομαστή Σχολή, η αυτοσχέδια ξεναγός μας κούνησε το κεφάλι και μουρμούρισε με έσχατη περιφρόνηση: «Τι να μας πούν και οι αρχαιολόγοι…». Η υπόλοιπη παρέα, που κατά σύμπτωση αποτελούνταν από… αρχαιολόγους, περιορίσθηκε να μειδιάσει.

Δεν ξεσυνερίζεται βέβαια κανείς μια ηλικιωμένη γυναίκα, πιθανότατα χωρίς εγκύκλια μόρφωση, για την προσκόλλησή της στους μύθους που δίνουν σάρκα και νόημα στη σχέση της με το ιστορικό παρελθόν. Δικαιούται, ωστόσο, να αντιμετωπίσει διαφορετικά λ.χ. έναν διατελέσαντα (έστω και για 48 ώρες) πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, όταν επί τη βάσει ανυπόστατων μύθων, επιτίθεται στην έννοια της επιστημονικής γνώσης, για να σαλπίσει μάλιστα πολεμικό κάλεσμα – εναντίον ποίου, αλήθεια;

Το διέπραξε, πάντως, ο κ. Βύρων Πολύδωρας, με αφορμή τον «πόλεμο των φωνηέντων» - ήτοι τον θόρυβο που ξέσπασε αρχικά στο Διαδίκτυο και κατόπιν και στα (αθεράπευτα ρηχά και πρόχειρα) μέσα ενημέρωσης μετά την «καταγγελία» της δασκάλας κ. Μαρίας Χρυσού ότι το νέο σχολικό εγχειρίδιο Γραμματικής της Ε’-Στ’ Δημοτικού αναφέρει (στο… κεφάλαιο «Φθόγγοι»! ) ότι τα φωνήεντα της Νέας Ελληνικής είναι πέντε (όσα δηλ. εδώ και… περίπου 1200 χρόνια, οπότε εξέλιπε, εξαιρουμένων κάποιων περιφερειακών διαλέκτων, το στρογγυλό κλειστό εμπρόσθιο φωνήεν [y]).

Και όμως, κατά την καταγγέλλουσα, στο εγχειρίδιο «εσκεμμένα [...] πάρθηκε η απόφαση ενός ακόμα βιασμού της ελληνικής γλώσσας», κατόπιν προτάσεως «κάποιου ανθέλληνα φιλολόγου» και αποδίδεται η όλη κίνηση σε απόπειρα παρεισαγωγής της φωνητικής ορθογραφίας, και ακόμη περισσότερο σε προσπάθεια «να θυσιάσουμε την γλώσσα μας για να μοιάσουμε στους Δυτικούς, για να γίνουμε αρεστοί από αυτούς». Επιπλέον υποστηρίζεται ότι η χρήση του μονοτονικού συστήματος γραφής «έφερε την δυσλεξία στην πρώτη θέση των μαθησιακών δυσκολιών, εξαιτίας της ελλείψεως βασικών κανόνων γραμματικής και τονισμού» και ότι τα φωνήεντα «ενυπάρχουν στο DNA μας από την αρχή της υπάρξεως μας στον πλανήτη» και ότι «το κάθε γράμμα μας έχει την βαρύτητά του, ο κάθε φθόγγος έχει την μουσικότητα του, και ο κάθε τόνος είχε την αξία του».

Ματαίως επιχείρησαν με γραπτές παρεμβάσεις τους ο πρώην πρύτανης του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου καθηγητής Γ, Μπαμπινιώτης, ο πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας καθηγητής Ι. Καζάζης και κυρίως 140 πανεπιστημιακοί γλωσσολόγοι, μελετητές της Ελληνικής να βάλουν μερικά πράγματα στη θέση τους.

Κατά τον Βύρωνα Πολύδωρα «η διάλυση της γραμματικής και της γλώσσας γίνεται με… ΄΄επιστημονική΄΄ υποστήριξη βαρέος πυροβολικού 140 πανεπιστημιακών! Δεν είναι λάθος ή αμέλεια. Είναι ΄΄προμελέτη΄΄. Μας λέγουν με πρωτοφανή οίηση: ΄΄Πώς τολμάτε, εσείς οι μη λέκτορες, οι μη ειδικοί, οι μη γλωσσολόγοι, οι αγράμματοι, μ΄ ένα λόγο να αντιστέκεσθε;΄΄. Επομένως, ΠΟΛΕΜΟΣ! Γρηγορείτε Συνέλληνες!»

Ο κ. Πολύδωρας δεν υπήρξε ο μόνος από το πολιτικό προσωπικό της χώρας με αντίστοιχη άποψη. Είχε προηγηθεί σε τηλεοπτικό πάνελ η τοποθέτηση (εν εξάλλω, κατά το σύνηθες) της Λιάνας Κανέλλη – παντελώς ανυποψίαστης για το έτσι ότι υποθάλπτει τον θρασύ ελληναραδισμό που επέστρεψε στην ίδια υπό μορφήν μπουνιάς στο πρόσωπο…

Η κάθε χώρα έχει, φαίνεται, τη μορφή αντιεπιστημονικού ανορθολογισμού που της ταιριάζει. Οι ΗΠΑ, τον «ευφυή σχεδιασμό» και την αμφισβήτηση της θεωρίας της εξέλιξης. Η Ελλάδα, την πλήρη απαξίωση των ανθρωπιστικών επιστημών, εν μέσω της ολοκληρωτικής πλέον κυριαρχίας μιας παραληρηματικής αντίληψης της μοναδικότητας του ελληνικού έθνους, της ιστορίας του και της γλώσσας του (και, αντιστοίχως, της υπόρρητης, αλλά απεριόριστης υποτίμησης, μπροστά στα αρχαία κλέη, του σύγχρονου ελληνισμού και της ομιλούμενης γλωσσικής πραγματικότητάς του). Μοιάζει σαν ο τόνος της σχετικής δημόσιας συζήτησης να δίνεται πλέον κατά προτεραιότητα από συνομωσιολογικές, παραθρησκευτικές ή φασιστικές φυλλάδες και ιστοσελίδες.

Από εκεί και πέρα, οι ελληνικοί «cultural wars» αποδεικνύονται όχι μόνο απολύτως προβλέψιμοι αλλά ολοένα και πιο φαιδροί. Για αν, λ.χ., ο θόρυβος περί το σχολικό βιβλίο Ιστορίας της κ. Μ. Ρεπούση, είχε τουλάχιστον μιαν ιδεολογική βάση, η τωρινή διαμάχη βασίζεται σε παντελώς ανυπόστατη αφορμή (σύγχυση γραμμάτων και φθόγγων) και στην κινδυνολογική πρόθεση «καταγγελλόντων» που δεν διστάζουν να κάνουν την αμάθειά τους παντιέρα. (Ήδη στο Διαδίκτυο εκκολάπτεται και «τρίτος γύρος», σχετικά με την υποτίμηση του αρχαίου ελληνικού αποικισμού» σε κάποιο άλλο σχολικό βιβλίο).

Ειδικά η γλωσσική επιστήμη αποδεικνύεται ως η πιο ευάλωτη, καθώς έχει εδραιωθεί πια η πεποίθηση ότι για το ιδιαίτερο αντικείμενό της μπορεί ο οποιοσδήποτε να τοποθετείται βασισμένος αποκλειστικά στα προσωπικά του κριτήρια περί καλλιέπειας (ενώ λ.χ. για το μποζόνιο του Higgs κανείς, εξαιρουμένου του Πειραιώς Σεραφείμ, δεν τολμά να εκφέρει γνώμη για κάτι που επί της ουσίας αγνοεί). Και το θέμα δεν είναι να υπερασπισθεί κανείς την αυθεντία των «ειδικών» - δεν έχουν ούτε αυτοί ανοσία στην ανοησία ή την ιδιοτέλεια – αλλά την κατοχύρωση όρων στοιχειώδους ορθολογικότητας στην δημόσια συζήτηση. Τουλάχιστον στην επιστημονική μεθοδολογία οι απόψεις αναμετριούνται με ό,τι έχει ήδη καταγραφεί στη βιβλιογραφία (αντί να το προσπερνούν) και διατυπώνονται με τρόπο που να επιτρέπει την επιβεβαίωση ή διάψευσή τους βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων.

Με αυτή την έννοια, πρέπει να μεμφθεί κανείς τους Έλληνες γλωσσολόγους, όχι επειδή αποφάσισαν να διαφωτίσουν την κοινή γνώμη για μερικά στοιχειώδη κεκτημένα της επιστήμης τους, αλλά, αντιθέτως, διότι ένας-δυο εξ αυτών επί πολλά έτη κολάκευαν τα γλωσσικά στερεότυπα και τις προκαταλήψεις («γλωσσική πενία» κ.ο.κ.) ενώ οι υπόλοιποι μάλλον ακολουθούσαν έναν «τεχνοκρατικό» δρόμο αποχής από τη δημόσια συζήτηση.

Όσο για τα πολιτικά πρόσωπα που έσπευσαν να τοποθετηθούν με εφόδιο την ανάμνηση του σχολικού άσματος «τα φωνήεντα είναι επτά και τα λέμε δυνατά», θα προτείναμε εναλλακτικά αντικείμενα παρέμβασης. Σε ό,τι αφορά π.χ. «την εκπαίδευση των παιδιών μας» θα άξιζε να αναλυθεί περισσότερο το θέμα «συμπτύξεις σχολείων και σχολικών τμημάτων». Ή, ως προς την «επιβίωση του ελληνισμού», προτείνεται να εξετασθεί η υπέρβαση του αριθμού των εργαζόμενων από τους οικονομικά ανενεργούς και ανέργους. Δεν θα εξασφαλισθεί ντόρος στο Διαδίκτυο, αλλά αξίζει τον κόπο…


Πηγή:www.capital.gr

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Τα φωνήεντα και οι συνήθεις «ανθέλληνες»...

kathimerini.g...

Του Παντελη Μπουκαλα

Καχύποπτοι όπως είμαστε, για λίγα πράγματα εμφανιζόμαστε πλειοψηφικά βέβαιοι. Πρώτον, ότι ο Θεός είναι Ελληνας, ιδίως όταν τα εθνικά μας χρώματα μάχονται σε κάποιο αθλητικό πεδίο, γήπεδο ποδοσφαίρου, κλειστό του μπάσκετ, πισίνα του πόλο κ.τ.λ. Δεύτερον, ναι μεν δεν υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι λαοί, πάντως εμείς είμαστε ανώτεροι των μεταναστών (αυτό δήλωσε το 63% εξ ημών σε πρόσφατη έρευνα). Δηλαδή -και γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε- είμαστε Ο Ανώτερος Λαός.
Πεποίθηση τρίτη: η γλώσσα μας είναι η αρχαιότερη και πλουσιότερη στον κόσμο («έχει εκατομμύρια λέξεις», όπως λένε όσοι από εθνικόφρονη ασχετοσύνη μετρούσαν ξεχωριστή λέξη καθέναν από τους εκατό τύπους με τους οποίους εμφανίζεται ένα ρήμα κλινόμενο σε όλους τους χρόνους και τις εγκλίσεις), η μόνη με ενσωματωμένα κρυφά νοήματα, η μόνη μουσική, η μόνη συμβατή με τα κομπιούτερ (εξού και ο θρυλικός έρως του Μπιλ Γκέιτς), η μόνη που βρίσκεται χαραγμένη πάνω σε Ούφο (το γράμμα έψιλον...), αλλά και πάνω στον Αρη (τον πλανήτη, όχι την ομάδα της Θεσσαλονίκης).. Και επειδή όλ’ αυτά είναι νόμοι της φύσεως, ιδού και ο «νόμος της πολιτικής», στον οποίο επίσης πλειοψηφικά πιστεύουμε: με αρχηγό τον Χένρι Κίσινγκερ (εκείνον με τις γνωστές δηλώσεις που δεν έγιναν ποτέ, αλλά τι σημασία έχει), μυριάδες ανθέλληνες, σιωνιστές, μασόνοι, εαμοβούλγαροι, κουάκεροι, ιλουμινάτοι, μπιλντερμπεργκιανοί και λοιποί βδελυροί πάνε να μας φάνε ό,τι πολυτιμότερο: τη γλώσσα μας. Τ’ ακούς μάλιστα αυτό από ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς που μόνοι τους διάλεξαν μη ελληνικό όνομα και δεν τους το επέβαλε κανένας ανθέλλην συνωμότης, και δεν ξέρεις ποια υποχρέωση προηγείται: του γέλιου ή του κλάματος.
Τώρα λοιπόν μας κλέβουν τα ιερά μας φωνήεντα. Αυτό κατανόησε μια δασκάλα, ανίκανη να δει τη διαφορά ανάμεσα στους ήχους και τα γράμματα, παρότι τη διδάχτηκε. Αυτό διαλαλούν τα μπλογκ του αγριολαϊκισμού και οι εφημερίδες του εθνικόφρονος κιτρινισμού. Αυτό διακηρύσσουν οι εκπομπές όσων δημοσιογράφων έχουν μόνο τους εφόδιο την παντογνωσία τους. Αυτό βροντοφωνάζει ο φιλολογών Βύρων Πολύδωρας, που κατέθεσε ερώτηση στη Βουλή...
Δεν το πιστεύουν βέβαια αυτό 140 γλωσσολόγοι, που, έντρομοι από την καταιγίδα της αγράμματης εθνικοφροσύνης, δημοσιοποίησαν σχετικό κείμενο. Για να θυμίσουν (εις μάτην φοβάμαι) όσα αποτελούν κοινό επιστημονικό κτήμα χρόνια τώρα: ότι άλλο η γραφή κι άλλο η φωνή, ότι τα φωνήεντα της Αρχαίας είναι εφτά, της δε Νέας πέντε, αφού χάθηκε η προσωδία. Εχουν δίκιο οι γλωσσολόγοι μας. «Ευτράπελα» είναι όλα τούτα, καταγέλαστα. Αλλού όμως. Οχι εδώ. Οχι στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας όπου συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε σαν σοβαρό πολιτικό (και επιπλέον γραμματιζούμενο) τον υφυπουργό που άλλαξε τις πινακίδες για να τις βλέπει πολυτονικές στη δίμηνη θητεία του και να νιώθει Σωκράτης - τουλάχιστον. Εχει σημασία που ο Σωκράτης δεν σκάμπαζε από τόνους και πνεύματα, αφού δεν υπήρχαν στον καιρό του; Τι; Τα ’χαν αρπάξει οι Πέρσες;

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Εφιαλτικά παιχνίδια επιβίωσης...

Από την Ελευθεροτυπία...

Ανέκαθεν η εξουσία αντλούσε μεγάλο μέρος της ισχύος της μέσα από την προνομιακή χρήση της γλώσσας. Ο τρόπος επικοινωνίας αποτελεί σημαντική πτυχή της ηγεμονίας που ασκεί το πολιτικοοικονομικό σύστημα στο κοινωνικό σώμα.
Σε εποχές κρίσης και πλήρους ανατροπής η αξιοποίηση της γλώσσας γίνεται πιο σπουδαία ακόμη και από την ωμή βία. Πρέπει να πείσει για την αναγκαιότητα και την τεχνοκρατική ουδετερότητα των κυρίαρχων πολιτικών.

Ροη αρθρων