Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Ο Αλτουσέρ, το ΕΑΜ και ο ΣΥΡΙΖΑ: μια αστάθμητη συνάντηση...

του Σταυρου Παναγιωτιδη, απο τα Ενθεματα...
Ποιες είναι οι συνθήκες που ευνοούν σήμερα την προοπτική της κυβέρνησης της Αριστεράς; Θα έλεγα, μεταξύ άλλων, δύο που αφορούν το ίδιο το υποκείμενο της, τον ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτον, ότι δεν είναι κομμάτι των βασικών σχέσεων εξουσίας και των πελατειακών δικτύων, με την ευρύτερη έννοια, που όριζαν ως τώρα τις πολιτικές αποφάσεις.
Άρα, δεν έχει βεβαρυμμένο πολιτικό «ποινικό μητρώο», αλλά κυρίως δεν έχει τις αντίστοιχες δεσμεύσεις. panagiotidis Δεύτερον, ότι καλείται να κυβερνήσει μέσα σε ένα πεδίο πολύ μεγάλης κρίσης της ιδεολογικής ηγεμονίας των αντιπάλων του, που με κατάλληλες κινήσεις και πρακτικές μπορεί να ρευστοποιηθεί τόσο πολύ που να εδραιώσει στοιχεία μιας νέας ιδεολογικής ηγεμονίας πολύ πιο γρήγορα από όσο φανταζόμαστε.
Όλα αυτά θυμίζουν, τηρουμένων των πολλών αναλογιών, τις συνθήκες ισοπέδωσης της ελληνικής κοινωνίας, υπό τις οποίες το ΚΚΕ ανέλαβε με το ΕΑΜ την πρωτοβουλία της Αντίστασης και της οικοδόμησης νέων σχέσεων εξουσίας και καθημερινότητας στις περιοχές που απελευθέρωνε. Για να το πούμε αλλιώς, τις συνθήκες μέσα στις οποίες η Αριστεράμε τις πρακτικές της έδωσε τον αγώνα για τα μυαλά των ανθρώπων.
Ο Αλτουσέρ και ο Ηγεμόνας του Μακιαβιέλι
Μας παραπέμπουν μάλιστα σε αυτό που πολύ ωραία μας λέει ο Αλτουσέρ μιλώντας για τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι:
«Το πιο εκπληκτικό με τον Μακιαβέλι, στη θεωρία του για τον Νέο Ηγεμόνα που οφείλει να θεμελιώσει τη Νέα Ηγεμονία, είναι ότι αυτός ο νέος άνθρωπος πρέπει να είναι ένας άνθρωπος του τίποτε, χωρίς παρελθόν, χωρίς τίτλους και φορτία, ένας ανώνυμος, μόνος και γυμνός (δηλαδή στην πραγματικότητα ελεύθερος, χωρίς προκαθορισμούς που θα βάραιναν επάνω του και θα μπορούσαν να παρακωλύσουν την ελεύθερη άσκηση της αρετής του).

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Οι προϋποθέσεις μια αριστερής συζήτησης για το Κυπριακό...

Του Σταύρου Παναγιωτίδη, απο το   Barikat.gr...
Κι εκεί που ασχολούμασταν με χίλια-δυο, ενέκυψε αιφνιδίως το ανακινημένο Κυπριακό, πιεστικό και εξελισσόμενο ταχύτατα. Και μαζί αναδύθηκαν τα αντανακλαστικά που είχαν δημιουργηθεί την περίοδο του Σχεδίου Ανάν και ανασυστάθηκαν θέσεις και μετερίζια παλιότερα –που σήμερα θυμίζουν όμως κάτι από φαντάσματα- μη λαμβάνοντας και πολύ υπόψιν τους το έδαφος της κρίσης και των πολιτικών προοπτικών που θέτει. Για να μπορούμε να συζητήσουμε λοιπόν και να συνεννοηθούμε, χρειάζεται να συνομολογήσουμε κάποιες παραδοχές. Ή τουλάχιστον, να το δοκιμάσουμε.
Ζήτημα πρώτο: Το Κυπριακό στη σημερινή του μορφή έχει δημιουργηθεί μετά από πόλεμο. Δεν γίνεται λοιπόν να επανέλθει στην πρότερή του κατάσταση (που ήταν εκρηκτική, έτσι κι αλλιώς) με αμιγώς διπλωματικά μέσα, άρα ούτε και να κρίνουμε τα τελευταία βάσει αυτής της προσδοκίας.  Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί παρά σε ορισμένες περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί στα ανέκδοτα της Ιστορίας, όπως η εισβολή του ελληνικού στρατού υπό τον Πάγκαλο στη Βουλγαρία, για την οποία υποχρεώθηκε από την Κοινωνία των Εθνών σε υποχώρηση και καταβολή αποζημίωσης. Επομένως, ή επιλέγει κανείς την διπλωματική οδό, επιδιώκοντας τα μέγιστα δυνατά οφέλη, ή επιδιώκει μία νέα σύγκρουση.

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Κανένας χρυσαυγίτης μόνος του στην κρίση!

Του Σταύρου Παναγιωτίδη, απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
Η παρουσία του φασίστα Μιχαλολιάκου, αρχηγού της Χρυσής Αυγής, στον ΣΚΑΙ, αλλά κυρίως η παρουσία του δημοσιογράφου του σταθμού, Κωνσταντίνου Μπογδάνου, απέδειξε με τον καλύτερο και τον πιο κρυστάλλινο τρόπο το γιατί πρέπει, ξεπερνώντας τα αντανακλαστικά και τις συνήθειές μας, να μην αφήνουμε πλέον σε κανένα δημόσιο βήμα τους χρυσαυγίτες χωρίς αντίλογο. Η ένδεια των επιχειρημάτων του δημοσιογράφου του ΣΚΑΙ (αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά πως δεν μπορείς να έχεις καμία σοβαρή απαίτηση από τους δημοσιογράφους που έχουν βγάλει το μεγάλο σχολείο των ανεγκέφαλων της… ΔΑΠ), που το μόνο που κατάφερνε να κάνει είναι να αναμασά – ανεπιτυχώς και ενοχλητικά – τα επιχειρήματα για τις ναζιστικές καταβολές της Χρυσής Αυγής, βασισμένα μόνο σε πρωτοσέλιδα του εντύπου της φασιστικής συμμορίας και σε φωτογραφίες των μελών της, κατάφερε να κάνει τον Μιχαλολιάκο συμπαθή. Αποσπασματικές ερωτήσεις, δήθεν (και για αυτό εκνευριστική) ευγένεια και μια χαρακτηριστική αδυναμία να ξεφύγει από τα πρωτόλεια επιχειρήματα κατά της Χρυσής Αυγής που έχουν εξαντλήσει τη δυναμική τους ήδη από την προεκλογική περίοδο.

Αυτό το τελευταίο είναι και το πιο κρίσιμο. Οι δημοσιογράφοι των μεγάλων ΜΜΕ αλλά και οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ δεν είναι σε θέση να απαντήσουν αποτελεσματικά στη Χρυσή Αυγή. Όχι μόνο επειδή είναι φθαρμένα στελέχη ενός απεχθούς συστήματος και άρα αναξιόπιστοι πομποί του οποιουδήποτε μηνύματος, που καταλήγουν να ενισχύουν κάτι όταν του κάνουν κριτική. Αλλά κυρίως, επειδή η επιχειρηματολογία τους δεν μπορεί να ακουμπήσει τα κρίσιμα σημεία που θα αποδομούσαν ριζικά τη Χρυσή Αυγή, τα σημεία που αφορούν την ουσία της πολιτικής της, ειδικά όπως αυτή ξεδιπλώνεται (και εκτίθεται) μέσα στην κρίση.

Έτσι λοιπόν, κάθε φορά που ο Μιχαλολιάκος ένιωθε να στριμώχνεται, πετούσε στον Μπογδάνο μια μπηχτή για τη Ζίμενς, τους μεγαλοδημοσιογράφους που φρουρούνται από την αστυνομία, τις ΜΚΟ που σχετίζονται με τον όμιλο Αλαφούζου και έφερνε με τη σειρά του αυτόν σε δύσκολη θέση, διότι τον εμφάνιζε ως εκπρόσωπο του φθαρμένου συστήματος εξουσίας. Επομένως, ο Μπογδάνος, και κάθε δημοσιογράφος που δρα ως εκπρόσωπος επιχειρηματικών και πολιτικών συμφερόντων, δεν μπορεί να εκθέσει πολιτικά την στάση της Χρυσής Αυγής, διότι αυτό θα επέβαλλε να συγκρουστεί με τα συμφέροντα που υπηρετεί και τις αντίστοιχες πολιτικές αντιλήψεις.

Δεν υπάρχει πλέον άνθρωπος που να μην έχει ακούσει πως η Χρυσή Αυγή είναι μια «νεοναζιστική, ρατσιστική, εθνικιστική» οργάνωση. Και δεν υπάρχει κανένας από αυτούς που την ψηφίζουν που να τον νοιάζει. Δεν το θεωρούν σημαντικό, δεν πιστεύουν πως η Χρυσή Αυγή θα μπορέσει ποτέ να έρθει στην εξουσία και να ανοίξει στρατόπεδα συγκέντρωσης ή απλώς – οι λιγότεροι – το εγκρίνουν. Θέλουν να την χρησιμοποιήσουν σαν μαστίγιο απέναντι στο σύστημα. Να το τιμωρήσουν και να το ξυπνήσουν. Επομένως, ο καλύτερος τρόπος για την αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής δεν είναι πλέον ούτε η Ιστορία, ούτε η «καθαρή» ιδεολογία. Το προνομιακό πεδίο πάλης είναι το βασικό, το ταξικό. Μόνο εμείς, λοιπόν, μπορούμε να εγκαλέσουμε τη Χρυσή Αυγή για το ότι ψηφίζει στη Βουλή υπέρ του χαρίσματος των χρεών των ποδοσφαιρικών ομάδων, κατά της εξεταστικής για τη Ζίμενς, υπέρ του Λάτση και υπέρ της πώλησης της Αγροτικής Τράπεζας και πως αγωνίζονται υπέρ ιδιοκτητών πάρκινγκ και εναντίον λαϊκών δημοτικών αρχών. Γιατί μόνο εμείς είμαστε απέναντι σε αυτές τις πολιτικές που προωθεί και η Χρυσή Αυγή. Μόνο εμείς μπορούμε να τους πούμε πως είναι τζάμπα μάγκες, γιατί αντί να στραφούν εναντίον των τραπεζιτών και των εφοπλιστών, χτυπάνε αυτούς που καθαρίζουν τα τζάμια των τραπεζών και τα καταστρώματα των πλοίων. Στη συνέντευξη στον ΣΚΑΙ, όταν ο δημοσιογράφος ρωτούσε για τις ναζιστικές καταβολές της Χρυσής Αυγής, ο Μιχαλολιάκος γινόταν ηγεμονικός επειδή απαντούσε πως το θέμα δεν είναι ο Χίτλερ αλλά «η μάνα στο Πέραμα που δεν έχει να ταϊσει τα παιδιά της εξαιτίας του Μνημονίου». Εκεί λοιπόν, ο μνημονιακός δημοσιογράφος σιωπά. Το βουλώνει. Κιτρινίζει και αλλάζει θέμα. Ενώ εμείς θα λέγαμε ότι από αυτήν τη γυναίκα που πράγματι πεινάει λόγω του Μνημονίου, εμείς ζητάμε να έρθει μαζί μας για να ακυρώσουμε το Μνημόνιο, να βάλουμε τις τράπεζες υπό δημόσιο έλεγχο και να αυξήσουμε τη φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου και των εφοπλιστών, ενώ ο Μιχαλολιάκος έχει να της προτείνει μόνο «να φύγουν οι ξένοι»!

Ας συνειδητοποιήσουμε τη σημασία δύο πραγμάτων και ας φερθούμε αναλόγως. Πρώτον, πως η Χρυσή Αυγή δεν είναι πλέον στο 0,1%, για να υιοθετούμε απέναντί της την τακτική του μη διαλόγου, για να μην της δώσουμε βήμα και την νομιμοποιήσουμε, όπως κάναμε παλαιότερα. Αλλάζουν οι συνθήκες, αλλάζουν και οι τακτικές μας. Δεύτερον, πως εμείς, η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ, είμαστε η μόνη καθαρή δύναμη, το μόνο τίμιο πρόσωπο της πολιτικής στη χώρα. Άρα, οι μόνοι που μπορούν να αποδομήσουν τη Χρυσή Αυγή. Και επομένως, πως δεν έχουμε το περιθώριο να αποσυρθούμε από αυτήν την «πρόσωπο με πρόσωπο» αντιπαράθεση. Και κάτι ακόμη. Ψυχραιμία. Ούτε είμαστε εμείς από κάτω, ούτε η Χρυσή Αυγή βαδίζει προς την εξουσία. Ας μην αφήνουμε τον πανικό να κερδίζει έδαφος. Ας αντιμετωπίσουμε την κατάσταση όπως έχει. Όπως αρμόζει σε αριστερούς.

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Τα άλογα και το κάρο...

ΕΝΘΕΜΑΤΑ...

του Σταύρου Παναγιωτίδη

Bίλμος Περλρότ Κζάμπα, «Σχολή ζωγραφικής», 1907
Όταν το κόμμα μας, πριν από αρκετά χρόνια, αποκόπηκε από το  όνειρο της κεντροαριστεράς, χρειάστηκε να διασαφηνίσει τη βάση στην οποία θα έθετε το ζήτημα της εξουσίας. Τρεις ήταν οι κύριες παραδοχές, ρητά και άρρητα. Πρώτον, ότι είναι άλλο πράγμα η κυβέρνηση και άλλο η εξουσία. Το ότι κατέχει κανείς την κυβέρνηση δεν σημαίνει πως διαθέτει και την πραγματική εξουσία, δηλαδή πως έχει στα χέρια του έναν κοινωνικό συσχετισμό δύναμης και ιδεολογίας και μια κοινωνική δομή που του επιτρέπει να εφαρμόσει το πρόγραμμά του. Δεύτερον, και ως εκ τούτου, ότι δεν δεχόμαστε πως αρκεί να πάρουμε την κυβέρνηση και εκ των υστέρων θα διαμορφώσουμε το σύστημα στα δικά μας μέτρα. Εντελώς χονδρικά, θα λέγαμε πως αυτή η αντίληψη καταλαβαίνει το κράτος ως ένα μονολιθικό εργαλείο άσκησης εξουσίας που όποιος το έχει στα χέρια του το κάνει ό,τι θέλει. Δεν είναι τυχαίο πως την άποψη αυτή μοιράζονται η σοσιαλδημοκρατία και ο σταλινισμός.
Τρίτον, και για το θέμα μας πιο κρίσιμο από όλα. Λέγαμε ότι, δεδομένων των προηγούμενων, η Αριστερά θα πρέπει να χτίσει την άνοδο της προς την κυβέρνηση με τρόπο ώστε, όταν θα φτάσει εκεί, να έχει ήδη διαμορφώσει σε σημαντικό βαθμό τους όρους που θα της επιτρέψουν να ασκήσει την πολιτική της, δηλαδή να έχει αλλάξει σημαντικά τις συνειδήσεις ενός κρίσιμου μέρους του πληθυσμού και να έχει διαμορφώσει ένα δυναμικό που θα προστατεύσει και θα επιβάλει την πολιτική της. Ρόλο στη διαμόρφωση αυτή της άποψης έπαιξαν και οι εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής, με την προσπάθεια ανατροπής του Τσάβες και την περίπτωση της Βολιβίας, όπου κατ’ ουσίαν ένα κίνημα έγινε κυβέρνηση. Ο τρόπος με τον οποίο όλο αυτό το σχήμα των τριών παραδοχών αποκρυσταλλωνόταν ήταν ο εξής απλός: η Αριστερά, για να έρθει στην κυβέρνηση και να μπορέσει να δράσει ως Αριστερά, άρα να πάρει και την πραγματική εξουσία, θα πρέπει να έχει μια υψηλού βαθμού οργανωμένη πολιτική παρέμβαση στους μαζικούς κοινωνικούς χώρους. Η αύξηση της πολιτικής και ιδεολογικής επιρροής της Αριστεράς θα πηγαίνει χέρι χέρι με την αύξηση αυτής της παρέμβασης. Επομένως, για να πάρουμε την κυβέρνηση θα έπρεπε πρώτα να έχουμε κερδίσει την πλειοψηφία σε καμιά εικοσαριά εργατικά σωματεία, δέκα συνδικάτα και πέντε ομοσπονδίες.
Αυτό το σχέδιο δεν ήταν λάθος. Με τα δεδομένα που είχαμε, ο υπολογισμός ήταν λογικός. Απλώς, έπεσε θύμα της πανουργίας της Ιστορίας. Πιστεύαμε πως η άνοδος της Αριστεράς στην κυβέρνηση θα συνέβαινε μέσα σε μια κινηματική έκρηξη. Δεν φανταζόμασταν όμως αυτή την έκρηξη ούτε να λαμβάνει χώρα σε συνθήκες κρίσης, ούτε να είναι κάτι σαν τις «πλατείες». Η έκρηξη ήρθε, αλλά δεν ήταν η συνισταμένη –όπως υπολογίζαμε– της δικής μας σταθερής και ευρείας παρέμβασης στην κοινωνία και ειδικά στους χώρους δουλειάς, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και αυτά.Έχουμε λοιπόν κάτι σαν σχήμα πρωθύστερο. Η πολιτική μας δυναμική έχει αυξηθεί αναντίστοιχα της κοινωνικής μας γείωσης. Για λίγο, το κάρο έχει μπει μπροστά από τα άλογα. Αλλά δεν μπορεί να περπατάει έτσι για πολύ. Δική μας δουλειά είναι τα φέρουμε στη σωστή θέση, να φτιάξουμε τώρα και αναδρομικά αυτές τις κοινωνικές αναφορές και τις οργανωτικές σχέσεις των ανθρώπων με την Αριστερά. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την άμεση –τη σωματική δηλαδή– εμπλοκή όλων μας σε αυτή την υπόθεση, τη συνάντησή μας με τον κόσμο, που έχουμε πια τα ίδια προβλήματα να λύσουμε.
Καταλάβαμε λοιπόν το πρώτο λάθος: η τεράστια κοινωνική δικτύωση δεν ήταν τελικά απαραίτητη για την κυβέρνηση. Η κρίση τα έφερε έτσι ώστε να την αγγίξουμε. Παραμένει όμως απαραίτητη για την εξουσία, για να μπορεί η Αριστερά να κυβερνά πραγματικά ως Αριστερά, για να μπορεί να συνομιλεί με τον κόσμο απευθείας. Ας καταλάβουμε λοιπόν και το δεύτερο λάθος. Αυτού του τύπου η κοινωνική δικτύωση δεν πρέπει, σώνει και ντε, να είναι του παλαιού τύπου: σωματείο, συνδικάτο, φοιτητικός σύλλογος με την κλασική τους λειτουργία. Ίσως πρέπει να δοκιμάσουμε, πλέον, αυτές οι δομές –τις οποίες πρέπει οπωσδήποτε να διατηρήσουμε– να καλύψουν και τις νέες ανάγκες, και όχι μόνο αυτές της εποχής που φτιάχτηκαν. Και οι νέες ανάγκες είναι της «υποβοηθούμενης αυτοοργάνωσης». «Αυτοοργάνωση», τόσο διότι λόγω της κρίσης οι άνθρωποι πρέπει να συντονιστούν για να τη βγάλουν καθαρή, όσο και διότι η δική μας Αριστερά, από θέση αρχής, δεν καταλαβαίνει τον εαυτό της ως ένα κοινωνικό διευθυντήριο και την κοινωνία ως ένα κουρδισμένο σώμα, αλλά ως ένα σώμα που βουλεύεται και αποφασίζει. Αλλά και «υποβοηθούμενη», διότι η θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης μας επιτρέπει να κάνουμε ακόμη πιο ορατές αυτές τις πρωτοβουλίες, ενδεχομένως και να επιβάλουμε την ενίσχυση του κράτους προς αυτές.
Οι παραπάνω δράσεις θα πρέπει να αποτελούν μια προεπισκόπηση, όσο αυτό είναι εφικτό, του τι θα έκανε μια κυβέρνηση της Αριστεράς, σε σχέση με τις πρωτοβουλίες των πολιτών και πώς θα τους δίδασκε, μαθαίνοντας ταυτόχρονα και η ίδια, να παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μια από τις βασικότερες δομές που έφεραν το 1917 τους μπολσεβίκους στην εξουσία με ένα –τελικά– πλειοψηφικό πολιτικό πρόταγμα, ήταν οι εργοστασιακές επιτροπές. Αλλά ούτε και πως αυτές ξεπατώθηκαν, λίγο μετά την κατάληψη της εξουσίας (δηλαδή επί Λένιν και όχι επί Στάλιν), εκκινώντας  τη γραφειοκρατικοποίηση του καθεστώτος.
Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα πρέπει να θεσμοποιεί, να οργανώνει και να αναπτύσσει αυτές τις δομές αυτοοργάνωσης και — εξίσου σημαντικό!– να μπολιάζει με τη λογική τους τις «παραδοσιακές» δομές. Δηλαδή, να βοηθάει τα συνδικάτα, τα σωματεία και τους φοιτητικούς συλλόγους, ώστε, πέρα από χώροι διεκδίκησης κλαδικών αιτημάτων, να εξελίσσονται και σε χώρο συνάντησης και συντονισμού των διαδικασιών κοινωνικής αλληλεγγύης, της συνάντησης κράτους και κοινωνικού εθελοντισμού. Για παράδειγμα, το σωματείο εργαζομένων ενός νοσοκομείου μπορεί να είναι ο χώρος που συνεχίζει να διεκδικεί καλύτερους μισθούς και, την ίδια στιγμή, να  οργανώνει το πρόγραμμα με το οποίο οι γιατροί μια φορά την εβδομάδα θα παρέχουν εθελοντικά τις υπηρεσίες τους σε κάποιο κατάλυμα αστέγων ή σε μια υποβαθμισμένη αστική περιοχή. Η διεκδίκηση και η επιβολή καινοτομιών όπως του Συμμετοχικού Προϋπολογισμού (και γενικά δομών κοινωνικής διαβούλευσης) μπορούν να αποτελέσουν σοβαρό έναυσμα για να ενταχθούν οι πολίτες σε μια ουσιωδώς πολιτική διεργασία, ώστε να δοθεί ένα πολύ ισχυρό δείγμα του τι εννοούμε όταν λέμε πως θέλουμε να πάρουμε την κυβέρνηση για να επιστρέψει η εξουσία εκεί από όπου πηγάζει, στο λαό.
Κάποια από τα παραπάνω μοιάζουν, επί της αρχής, αντιφατικά: Διεκδίκηση καλύτερων μισθών και ταυτόχρονα εθελοντική, δηλαδή απλήρωτη, εργασία; Αυτό όμως, αν μπορέσουμε να το πετύχουμε, θα αποτελέσει μια δύναμη με μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο, μια άφθαρτη πολιτική δύναμη, με τα πρόσωπά της, που μπορούν να πείσουν πως είναι εδώ για να βοηθήσουν την κοινωνία να σταθεί όρθια. Για να γίνουν αργότερα μια κυβέρνηση που έρχεται μέσα από τους αγώνες της κοινωνίας και πείθει πως προσπαθεί για το καλύτερο, μαζί με τον κόσμο. Και αυτή είναι μια από τις βασικές καθοδηγητικές γραμμές για την ίδρυση του νέου μας κόμματος, του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ: Η δημιουργία ενός κόμματος με δομές και πολιτική πλατφόρμα που να του επιτρέπουν να λειτουργεί ως ένα πολιτικό εργαλείο που να υλοποιεί τα παραπάνω. Με μια όμως κρίσιμη επισήμανση: το Κόμμα δεν είναι το άθροισμα των επιμέρους κινημάτων, ούτε των επιμέρους αιτημάτων. Δεν είναι ο συλλογικός ακτιβιστής, αλλά ο συλλογικός διανοούμενος. Έτσι,  το βασικό του πλεονέκτημα, έναντι άλλων μορφών συλλογική οργάνωσης, είναι ότι μπορεί να παίρνει πολλές επιμέρους οπτικές, ανάγκες, συμφέροντα, να τα ιεραρχεί και να τα συνθέτει σε ένα πολιτικό σχέδιο, σε ένα πολιτικό και κυβερνητικό πρόγραμμα.
Ο ρόλος των κινημάτων είναι σαφής: η προώθηση των αιτημάτων και η κινητοποίηση της κοινωνίας. Ο ρόλος του κόμματος όμως είναι πιο σύνθετος: η θεσμική ολοκλήρωση και η αναβάθμιση αυτής της κινητοποίησης στο πολιτικό επίπεδο. Είναι κάτι πιο πέρα από τους καλούς κινηματικούς αυτοματισμούς μας. Είναι αυτό που μας ζητάει ο κόσμος, άμεσα, και που δεν μπορούμε να το απορρίψουμε ως ανυπόμονο αίτημα ενός πολιτικά ανώριμου σώματος. Και, ευτυχώς, δεν το κάνουμε!
Ο Σταύρος Παναγιωτίδης είναι υποψήφιος διδάκτορας σύγχρονης Ιστορίας, μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου Νεολαίας ΣΥΝ

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Κόκκινες γραμμές και μαύρη προπαγάνδα...

 ΕΝΘΕΜΑΤΑ...
 του Σταύρου Παναγιωτίδη

Μια από τις πολλές φράσεις και όρους που εισήχθησαν στην καθημερινότητα μας, συγκροτώντας αυτό που θα λέγαμε «το γλωσσάρι της κρίσης», είναι οι περίφημες «κόκκινες γραμμές». Όπως αυτές που διέθετε ο κ. Σαμαράς, οι οποίες εσχάτως εξελίχθησαν από ευθείες σε καμπύλες για να ραγίσουν τελικά και να γίνουν διακεκομμένες. Σαν αυτές που, όπως μας πληροφόρησαν κατά σειρά ο εκπρόσωπος του κυνισμού της εξουσίας κ. Πάγκαλος, και της εξουσίας του κυνισμού κ. Παπαδήμος, δεν έχουμε εμείς, αλλά μόνο οι δανειστές μας. Δανειζόμενοι οι ίδιοι, αλλά και πολλοί άλλοι ένθερμοι ζηλωτές της εξουσίας και του πλούτου, απλουστευτικά σχήματα ερμηνείας με βάση την καθημερινή μας εμπειρία (η οποία βεβαίως αφορά το μικροεπίπεδο της ατομικής μας ζωής και όχι αυτό της πολιτικής, αλλά σιγά μην ασχολούμαστε τώρα με μεθοδολογικές ιδιοτροπίες) μας θύμιζαν διαρκώς: «Όταν δανείζεσαι χρήματα από κάποιον, δεν του βάζεις εσύ όρους, αυτός σου βάζει».
Δεν είναι στις προθέσεις μου να εξηγήσω σε αυτό το κείμενο το γιατί είναι γελοίο να στήνει κανείς τέτοιες αναλογίες, του τύπου «οι οικονομικές σχέσεις των κρατών είναι όπως οι οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων», ούτε να αποδείξω το γιατί η συγκρότηση μίας αναλογίας δεν συνεπάγεται και την συγκρότηση μίας απόδειξης. Άλλωστε, αυτή η τεχνική είναι από τις πιο παλιές της ρητορικής τέχνης: Εμφανίζω μια κατάσταση όπου η αλήθεια είναι αυταπόδεικτη, την παραλληλίζω αυθαίρετα με την κατάσταση που εξετάζω και εμφανίζω το συμπέρασμα της μίας ως να ισχύει αναλογικά και για την άλλη. Αλλά, είπαμε: όχι μεθοδολογία. Τι μας μένει; Μα, η Ιστορία. Αυτό που θέλω λοιπόν με αυτό το κείμενο είναι να παρουσιάσω δύο περιπτώσεις στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία, που η εξέτασή τους κάνει την επιχειρηματολογία περί μονόπλευρων κόκκινων γραμμών να καταρρέει μέσα σε γέλια και απαξίωση.
Πρώτη στάση. 1942. Η Κατοχή βαθαίνει τις δομές της στην Ελλάδα. Η Αντίσταση και η ήττα του Άξονα στη Μέση Ανατολή, όπως μας θύμισε και ο Μιχάλης Λυμπεράτος πριν από λίγες Κυριακές στην Αυγή,[1] προκαλεί την όλο και μεγαλύτερη στρατιωτική παρουσία των αρχών Κατοχής και τη διαρκή αύξηση των οικονομικών τους απαιτήσεων. Για αυτό οι ναζί επιτάσσουν μεγάλες ποσότητες πολύτιμων μετάλλων αλλά και τροφίμων, με αποτέλεσμα τη λιμοκτονία ενός πολύ μεγάλου αριθμού Ελλήνων σε ημερήσια βάση. Ο Μουσολίνι φτάνει να δηλώσει πως «οι Γερμανοί πήραν από τους Έλληνες ως και τα κορδόνια των παπουτσιών τους». Ήδη από το 1941 η υποχρεωτική οικονομική αρωγή της Ελλάδας προς τις αρχές Κατοχής ξεπερνάει το ένα δις μάρκα και τα επόμενα χρόνια πολλαπλασιάζεται. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο δοσίλογος και τοποθετημένους από τους ίδιους τους ναζί, πρωθυπουργός της κατεχόμενης Ελλάδας, στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, ενημερώνει τις ναζιστικές αρχές για την πρόθεση του να παραιτηθεί αν η κατάσταση εξακολουθήσει ως έχει! Αστείο θα ήταν βεβαίως το να υποστηρίξει κανείς πως ο Τσολάκογλου πραγματοποίησε κάποιο πραγματικά πατριωτικό πολιτικό διάβημα με εκείνη του την κίνηση. Αποδεικνύεται όμως η δυνατότητα άσκησης (ή απειλής άσκησης) πολιτικής πίεσης, ακόμη και σε ακραία δεσμευτικές συνθήκες.Δεύτερη στάση. 1949. Αρχές του χρόνου, με τον Εμφύλιο εν εξελίξει και την παρουσία των ΗΠΑ στην Ελλάδα κυριαρχική όσο ποτέ ως τότε. Το Σχέδιο Μάρσαλ και τα οικονομικά του πακέτα δρομολογούν εξελίξεις στην ελληνική οικονομία και την κοινωνία που περνάνε μέσα από σκληρές διαδικασίες για την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η Διεύθυνση Οικονομικής Συνεργασίας (ECA/G), μία από τις Οικονομικές Αποστολές που δρουν στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο, καταλήγει στο ότι οι τιμές ασφαλείας των αγροτικών προϊόντων δεν θα πρέπει να υπερβούν το 85% των προπολεμικών τους επιπέδων και για αυτό επιμένει στη μείωση των αγροτικών επιδοτήσεων.[2] Τον πρώτο μήνα του χρόνου η κυβέρνηση Σοφούλη απειλεί την ECA/G (δηλαδή, εμμέσως τις ίδιες τις ΗΠΑ, από την στήριξη των οποίων εξαρτιόταν η έκβαση του Εμφυλίου), πως σε περίπτωση επιμονής στη μείωση των αγροτικών επιδοτήσεων, θα παραιτηθεί.
Δύο περιπτώσεις, λοιπόν, κυβερνήσεων με εξαιρετικά ισχυρές σχέσεις εξάρτησης. Δύο κυβερνήσεις οι επικεφαλής των οποίων έχουν την ευθύνη για την αντιμετώπιση των τεράστιων κοινωνικών συγκρούσεων της εποχής τους και άρα κάθε λόγο να μη χαλάνε κανένα χατίρι στους προστάτες τους. Και όμως, το ένστικτο της πολιτικής τους αυτοσυντήρησης και ο φόβος της πολιτικής αποτυχίας και της κοινωνικής έκρηξης τους οδήγησαν μέχρι την απειλή της παραίτησης. Μέχρι, δηλαδή, μια προσπάθεια χάραξης μιας «κόκκινης γραμμής». Περισσότερο ή λιγότερο πραγματικής ή υποκριτικής. Είναι λυπηρό αλλά αληθινό πως η στάση της πολιτικής εξουσίας της Ελλάδας μέσα στην κρίση είναι ως τώρα τέτοια που της είναι άβολο να συγκριθεί ακόμη και με τα γεγονότα που προαναφέραμε. Όσοι έχουν παίξει μέχρι στιγμής με το μέλλον του ελληνικού λαού, εμφανίζοντας τις επιλογές τους ως έναν εξαναγκασμένο μονόδρομο τον οποίο οι ίδιοι τραβάνε παρά τη θέλησή τους, έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο μόνο ερμηνείες: Ή έχουν φανεί κατώτεροι ακόμη και των κυβερνήσεων των συνεργατών των ναζί και των ΗΠΑ ή οι πολιτικές επιλογές τους είναι στην πραγματικότητα συνειδητές και απολύτως επιθυμητές και, εν τέλει, σκληρά ταξικές. Άρα,  θα μπορούσαν να θέσουν κόκκινες γραμμές, αλλά απλώς δεν το επιθυμούν. Διότι τα Μνημόνια είναι η εφαρμογή των δικών τους πολιτικών ιδεών και η υπεράσπιση των δικών τους ταξικών συμφερόντων. Δύσκολα μονοπάτια όμως αυτά, ειδικά σε μέρες που πλησιάζει η εκλογική κρίση και οι κυβερνήσεις προσπαθούν να εμφανίσουν την οικονομική κρίση ως φυσικό φαινόμενο και να εξαφανίσουν τις ευθύνες τους σαν σκουπίδια κάτω από το χαλί. Δύσκολα, δηλαδή, βρίσκει διάθεση κανείς να αναμετρηθεί με την Ιστορία, τη στιγμή που αυτή ετοιμάζεται να ρίξει πάνω του ό,τι πιο βαρύ έχει αυτός ο κόσμος. Τη σκιά της.
Ο Σταύρος Παναγιωτίδης είναι υποψήφιος διδάκτορας Σύγχρονης Ιστορίας, μέλος Κεντρικού Συμβουλίου Νεολαίας ΣΥΝ

[1] Μιχάλης Λυμπεράτος, «Το κατοχικό δάνειο: μια αναγκαία υπενθύμιση», Η Αυγή, 18.3.2012.
[2] Γιώργος Σταθάκης, «Η οικονομία κατά τον Εμφύλιο», στο Ηλίας Νικολακόπουλος, Άλκης Ρήγος, Γρηγόρης Ψαλίδας (επιμ.) Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Θεμέλιο, Αθήνα 2002, σελ. 65

Ροη αρθρων