Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΚΜΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΚΜΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Το δικό μας fin de siècle...

Του Τάσου Τσακίρογλου, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

Γενικευμένο κλίμα παρακμής, εμπεδωμένο αίσθημα απελπισίας, σκοτεινός πεσιμισμός, φαινόμενα κοινωνικού εκφυλισμού, ατομικός κυνισμός, κατάθλιψη. Ολα τα συμπτώματα ενός κανονικού fin de siècle είναι εδώ. Οχι με την έννοια του «τέλους του αιώνα» (turn of the century στ’ αγγλικά), αλλά του τέλους μιας ολόκληρης εποχής και της έναρξης μιας νέας.
Η ελληνική κοινωνία εδώ και μια πενταετία βιώνει τη δική της αίσθηση décadence, αφού σταδιακά εκπίπτουν ή υποβαθμίζονται όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που την κατέτασσαν στα σύγχρονα κράτη: καθολική παιδεία, Εθνικό Σύστημα Υγείας, προνοιακά συστήματα, Κοινωνικό Συμβόλαιο, σχετικά αξιοπρεπές επίπεδο ζωής. Ηδη στις συζητήσεις που γίνονται στο εξωτερικό και μας αφορούν ακούγεται όλο και συχνότερα ο όρος «αποτυχημένο κράτος» (failed state), με την έννοια του κράτους το οποίο έχει αποτύχει σε ορισμένες από τις βασικές λειτουργίες, αρμοδιότητες και ευθύνες της εθνικής του κυριαρχίας. Βάσει της διεθνούς πρακτικής, «η κεντρική κυβέρνηση ενός τέτοιου κράτους είναι εξαιρετικά αδύναμη και μη αποτελεσματική. Πρακτικά, ασκεί ελάχιστο έλεγχο στην επικράτειά της, δεν είναι σε θέση να παράσχει αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες, η διαφθορά και η εγκληματικότητα έχουν εξαπλωθεί, η οικονομία καταρρέει, ενώ ο πληθυσμός αναγκάζεται σε μη ηθελημένη μετανάστευση». Παρ’ ότι η Ελλάδα δεν πληροί το σύνολο αυτών των προϋποθέσεων, όλοι αναγνωρίζουν πλευρές μιας τέτοιας κατάστασης στην καθημερινότητά τους.

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Η ανατομια μιας παρακμης...

Strange Journal...
kratikos-kapitalismos
Μπορεί να έχουμε κουραστεί να μιλάμε για “κρίση” εντός κι εκτός εισαγωγικών, αλλά αν εξετάσουμε την κοινωνία όπως έναν ασθενή, μπορούμε να κάνουμε διάγνωση για τους λόγους που η ασθένειά του μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε θάνατο! Κι αυτό γιατί τα συμπτώματα ήταν χρόνια, αλλά κανείς δεν έδινε σημασία. 
1. Απαξίωση της πολιτικής. 
Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονταν για την πολιτική ως μέσο αλλαγής και προσέγγισης της κοινωνίας και του σχηματισμών των δομών της. Την είχαν συνδέσει με τους επαγγελματίες της, ή με τα κομματόσκυλα. Για να επιδείξει ο Έλληνας ζήλο στο πολιτικό πεδίο, θα έπρεπε να είχε συμφέρον. Ρουσφέτι ή παράσημα από την παράταξη στην οποία ανήκει. Μάλιστα το “απολιτίκ” έγινε trend, γι’ αυτό πέρασε η γραμμή, πως δεν χρειάζεται να εκφράζεις τις ιδεολογικές σου προτιμήσεις.Ακόμη χειρότερα έγιναν τα πράγματα με την μετατροπή της πολιτικής σε θέαμα. Δεν υπήρχε λόγος ν’ ασχολείσαι με την πολιτική -έτσι σου έλεγαν- γιατί το life style είχε τόσες αστραφτερές προτάσεις για σένα, που οτιδήποτε άλλο ήταν “χάσιμο χρόνου”.
. . .
2. Κωστόπουλος και σκυλάδικο.
Αν τυχόν βρισκόσουν σε παρέα και άνοιγες συζήτηση για οτιδήποτε πέρα από την τηλεόραση, τα realities, τις γκόμενες, τον Θρύλο και την Πάνια, είχες πρόβλημα. Γινόσουν ο “βαρετός”, ο “ξενέρωτος”, ο “παράξενος”. Αν τυχόν ο τρόπος διασκέδασής σου δεν περιλάμβανε την Βανδή, τον Ρουβά, τον Ρέμο και τους λοιπούς φασουλήδες τότε ήσουν ο “κουλτουριάρης”, ο περιθωριακός. Αυτή η κατασκευή του πολιτισμικού περιθωρίου, ο εξοβελισμός της διαφορετικής κουλτούρας από το επαρχιωτικό mainstream, ήταν το λίπασμα για να ανθίσουν τα αγκάθια του φασισμού.
Γενιές γαλουχήθηκαν με το Nitro, με τις συμβουλές του κάθε Κωστόπουλου και με δεκάλογους επιτυχίας, σνομπάροντας την γνώση του βιβλίου, τους κλασικούς συγγραφείς και οτιδήποτε πνευματικό, εκτός αν συγκαταλεγόταν στην Ορθόδοξη πίστη. Όπως λέει κι ένα εύστοχο σύνθημα “με τόσα χρόνια Μύκονο, πως να βρεις τον δρόμο για την Ιθάκη;”.
. . .
3. Πολιτισμική ένδεια, ίσον ηθική κατάπτωση.
Σε συνέχεια της προηγούμενης επισήμανσης, ας κοιτάξουμε ποιους επιβράβευε τόσα χρόνια ο ελληναράς. Κάθε σούργελο, οποιοσδήποτε γινόταν ο χαϊδεμένος των media, πούλαγε δίσκους, γέμιζε τα τραπέζια στα clubs και πούλαγε μούρη. Η “μούρη” ήταν -και ακόμα δεν φαίνεται να αλλάζει αυτό- πολύ πιο σημαντική απ’ οτιδήποτε άλλο στην υιοθέτηση του life-style. Σε συνδυασμό βέβαια με το ότι είμαστε από τους πιο τηλεορασόπληκτους λαούς, οδήγησε στην εκμηδένιση οποιασδήποτε διάθεσης για παιδεία. Η ενημέρωση, η αισθητική, ο τρόπος σκέψης, ήρθαν και κούμπωσαν με τα αντίστοιχα της κυρίαρχης ιδεολογίας. Ο εξουσιαστικός λόγος έγινε ψευδής συνείδηση της πλειοψηφίας.
Και πως νομίζεις θα αντιμετωπίσεις αυτή την πλέμπα, όταν έχεις μάθει στον Χατζηγιάννη, την Μενεγάκη και τον Σουλειμάν; Πως έχεις θωρακιστεί απέναντι στις πιέσεις του περιβάλλοντος και με τι “όπλα” θα διαμορφώσεις μια αντι-κουλτούρα που θα αντιμετωπίσει την λαίλαπα;
. . .
4. Ευλογημένη άγνοια
Έχει τύχει να βρεθώ στο ίδιο τραπέζι με άνθρωπο που υπερασπιζόταν την άποψή του ότι τα βιβλία είναι χαμένος χρόνος, με το επιχείρημα “δεν διαβάζω για να έχω ανοιχτούς ορίζοντες“. Πέρα το τραγελαφικά οξύμωρο της υπόθεσης, τέτοια άτομα υπάρχουν πολλά σ’ αυτή την νότια χώρα της βαλκανικής. Η ηθελημένη άγνοια για γεγονότα, πρόσωπα και καταστάσεις, ήταν η προπαρασκευή του αμόρφωτου φασίστα που τώρα συντάσσεται με τον σκουρόχρωμο φυρερίσκο της Χ.Α. και την συμμορία του. Επίσης, η κουραδομαγκιά, οι κραυγές και η υιοθέτηση τηλεοπτικής γλώσσας, ευνόησαν την άγνοια. Όταν δεν έχεις άποψη, εύκολα συντάσσεσαι με το τίποτα.
. . .
5. Πρότυπα προς αποφυγή
Η ελληνική…show biz, ένα άθλιο συνονθύλευμα από πορνίδια, κυνικούς, ναρκισσιστές  κι επικίνδυνα βλάκες, ήταν το πεδίο που ο τηλεορασόπληκτος Έλλην, αντλούσε συμπεριφορές, στερεοτυπικές φράσεις και “παιδευόταν”. Αν έχεις για πρότυπα ξανθιές περσόνες, εγωπαθή είδωλα και αμόρφωτα τσουτσέκια να σου κάνουν μασάζ στις προκαταλήψεις και διαιωνίζουν την δική τους ανεπάρκεια, τότε μετατρέπεσαι κι εσύ σ’ ένα άτομο πάσχον από παθολογίες διαφόρων μορφών και τύπων.
. . .
6. Το χρήμα ως θεός και διάβολος
Στις δύο προηγούμενες δεκαετίες ειδικά, ως μέτρο επιτυχίας, αναγνώρισης και κύρους τέθηκε το χρήμα. Ακόμη και η αξιολόγηση των ανθρώπων έπαιρνε ως μέτρο το “πόσα λεφτά βγάζουν”. Σε συνδυασμό με το ότι ο ελληναράς θεωρούσε γνωστό, άρα πιο αξιόπιστο (για τα δικά του μέτρα) όποιον έδειχνε η τηλεόραση, δημιουργήθηκε ο αυτοματισμός, ότι όσοι εμφανίζονται στο χαζοκούτι είναι πετυχημένοι, άρα λογικό να βγάζουν και χρήματα, ή και το αντίστροφο.
Το χρήμα τοποθετήθηκε ως το ύψιστο ζητούμενο, ως το ιερό δισκοπότηρο και μέσα σε μια ανταγωνιστική κοινωνία ούτως ή άλλως, γέννησε επιθυμία για δύναμη και εξουσία. Ακόμη, το να ακολουθήσεις το όνειρό σου κι ας μην είναι επικερδές, παραμένει μια αντιδημοφιλής επιλογή. Καθόλου τυχαία γονείς έσπρωχναν τα παιδιά τους να γίνουν γιατροί, δικηγόροι και προγραμματιστές.
. . .
Οι παραπάνω λόγοι διαμόρφωσαν ανθρωπάκια αμόρφωτα, αποπροσανατολισμένα, άδεια από οποιαδήποτε κουλτούρα, απαίδευτα και υλιστικά. Η κρίση που βιώνουμε μπορεί να έχει αναφερθεί ότι είναι πρωτίστως ηθική και πολιτισμική, αλλά οφείλουμε να αντιληφθούμε πως φτάσαμε στο σημείο να έχουμε όπλα για να την πολεμήσουμε. Και αν θέλουμε να αντιπαραταχθούμε, χρειάζεται μια ολική καταστροφή του ελληνικού τρόπου σκέψης. Ο πολίτης ή καλύτερα ο άνθρωπος οφείλει να ενημερώνεται για το τι συμβαίνει γύρω του, να διαβάζει, να σκέφτεται, να επιθυμεί την συμμετοχή. Οτιδήποτε άλλο ευνοεί αυτούς που αρέσκονται να μιλάνε για “κοινή γνώμη”, δηλαδή μια μάζα που εύκολα διαχειρίζονται μέσω των ΜΜΕ και μετά την πετάνε στην αρένα της “δημοκρατίας” και των προκάτ επιλογών της.

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Στον αρ­χαίο κό­σμο βρα­διά­ζει πια νω­ρίς...

Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας, απο την Εποχη...

Όσο με­γα­λώ­νου­με, / τό­σο τα ποιή­μα­τα γερ­νούν  /  Η σάρ­κα πλα­δα­ρή  /  οι πε­ρού­κες και η πού­δρα  /  δεν μπο­ρούν να κρύ­ψουν τις ρυ­τί­δες  /  μια μαύ­ρη γά­τα αί­λου­ρος  /  κοι­μά­ται α­νά­με­σα στις λέ­ξεις […]   /  Γι’ αυ­τό ό­σο με­γα­λώ­νω  /  δια­λέ­γω πιο αιχ­μη­ρούς  /  κον­δυ­λο­φό­ρους
Χλόη Κου­τσου­μπέ­λη

Στη Βιό, ό­πως ά­ρε­σε –παί­ζο­ντας με «τον βίο» των αν­θρώ­πω­ν– στον γλωσ­σο­κε­ντρι­κό ποιη­τή Μι­χά­λη Κα­τσα­ρό να α­πο­κα­λεί το τε­τρά­γω­νο στη συμ­βο­λή Λέ­νορ­μαν και Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως, στα ση­με­ρι­νά πα­ρακ­μα­σμέ­να, ε­πει­δή ο­δεύουν και αυ­τά προς πώ­λη­σιν, τα­χυ­δρο­μεία έ­νας ά­ντρας σω­ριά­ζε­ται στο ο­δό­στρω­μα. Η πα­ράλ­λη­λη με το πε­ζο­δρό­μιο θέ­ση του δεν δια­κό­πτει την κυ­κλο­φο­ρία. Τ’ αυ­το­κί­νη­τα συ­νε­χί­ζουν α­κώ­λυ­τα την πο­ρεία τους. Τον προ­σπερ­νώ. Μα­ζί και τις δε­κά­δες κα­ρο­τσά­κια μ’ αυ­τόν τον εκ­κω­φα­ντι­κό θό­ρυ­βο –υ­πάρ­χει πά­ντα κά­τι χει­ρό­τε­ρο α­κό­μα κι α­π’ το μαρ­τύ­ριο της στα­γό­νας– που κά­νουν στο δρό­μο οι με­ταλ­λι­κές τους ρό­δες. Εκεί που άλ­λο­τε βά­ζα­με τρό­φι­μα, κι ο Sky σή­με­ρα ε­να­πο­θέ­τει με­τά της εκ­κλη­σίας τις φι­λαν­θρω­πίες τους, στοι­βά­ζο­νται με μα­ε­στρία τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γού σε τσίρ­κο τα χι­λιά­δες α­πό­βλη­τα ό­νει­ρά μας. Τα ρά­κη μιας ζωής και μιας κοι­νω­νίας που ευ­τυ­χώς ξε­χνά γρή­γο­ρα και γι’ αυ­τό εί­ναι πα­νέ­τοι­μη να δώ­σει ψή­φο α­κό­μα και στον Λομ­βέρ­δο.
Άλλω­στε, ό­πως μας λέει και η Θεσ­σα­λο­νι­κιά Χλόη Κου­τσου­μπέ­λη, στην ο­ποία α­νή­κει και ο τίτ­λος του ση­με­ρι­νού ση­μειώ­μα­τος: «Η μνή­μη του χρυ­σό­ψα­ρου διαρ­κεί έ­να λε­πτό/ του ε­λέ­φα­ντα για χρό­νια/ του πι­ράν­χας εί­ναι το λαί­μαρ­γο πα­ρό­ν/ του με­τα­ξο­σκώ­λη­κα/ η κά­μπια». Τε­λι­κά συ­γκα­τα­λε­γό­μα­στε στα πι­ράν­χας ή στα χρυ­σό­ψα­ρα; Ή μή­πως με­τα­ξο­σκώ­λη­κες ό­σο κρα­τά η εκ­τρο­φή μας α­π’ τις κά­μπιες; Μό­νο που το δι­κό μας έκ­κρι­μα δεν πα­ρά­γει με­τά­ξι, πε­ριο­ρί­ζε­ται α­πλώς σε πρό­σω­πα της τρέ­χου­σας ε­πι­και­ρό­τη­τας.
Κά­θε που α­γκυ­λώ­νει την ψυ­χή η φρί­κη τό­σο συ­νει­δη­το­ποιώ πως το τε­λευ­ταίο διά­στη­μα γι­νό­μα­στε ο­λοέ­να και πιο πε­ρι­γρα­φι­κοί: κα­τα­γρα­φείς του συρ­μού με την ε­πι­με­λώς δια­φυ­λαγ­μέ­νη α­πό­στα­ση του γρα­φειο­κρά­τη που ως πο­λι­τι­κός, πο­λί­της, στρα­τιω­τι­κός, υ­πάλ­λη­λος δη­μο­σιο­γρά­φος, ή συγ­γρα­φέ­ας διεκ­πε­ραιώ­νει ε­ντο­λές, ή ι­κα­νο­ποιεί μό­δες, κι­νού­με­νος σε ό­ρια α­σφυ­κτι­κά που άλ­λοι και προ πολ­λού του έ­θε­σαν, ή του προ­σφέ­ρουν. Από τον Γιωρ­γά­κη, την Τρόι­κα και τον Μάρ­κα­ρη, μέ­χρι τον Χίτ­λερ την Μέρ­κε­λ, τον Κα­σι­διά­ρη και τον Χατ­ζη­σω­κρά­τη.
Ύστε­ρα τι να σου κά­νει ο Μα­νι­τά­κης; Ένας α­πλός υ­πουρ­γός που α­πο­λύει κα­τ’ ε­ντο­λή­ν; Ή ο α­πλώς υ­πο­γρά­φων (α­πο­πο­μπές, μειώ­σεις, συ­νταγ­μα­τι­κές εκ­τρο­πές, κοι­νω­νι­κές δο­λο­φο­νίες), εκ­φω­νη­τής προ­ε­δρι­κών διαγ­γελ­μά­τω­ν; Ή ο βα­σα­νι­στής στο Μά­ουτ­χα­ου­ζεν –συ­γκι­νη­τι­κή η πρό­σφα­τη πα­ρά­στα­ση και α­να­τρι­χια­στι­κή η (ε­πα­να)δια­πί­στω­ση της α­νε­ξέ­λε­γκτης αν­θρώ­πι­νης δια­στρο­φής–, ή ο Κου­βέ­λης με τα ι­σο­δύ­να­μα και τα γε­νό­ση­μά του; (Που χαί­ρει και της ε­κτί­μη­σης των χρυ­σό­ψα­ρων).
Να σας πε­ρι­γρά­ψω, λοι­πόν, τη φε­τι­νή προ­σο­μοίω­ση των ε­ορ­τών, με τους δε­κά­δες φοί­νι­κες και τον «ε­λαιώ­να» της πρω­τεύου­σας που καλ­λιερ­γούν ζη­λό­τυ­πα α­πό ε­πο­χής Μπα­κο­γιάν­νη ό­λοι οι δή­μαρ­χοι, πά­νω στα κα­του­ρη­μέ­να τσι­μέ­ντα της άλ­λο­τε πλα­τείας Ομο­νοίας; Για­τί μπο­ρεί να ξε­κλη­ρί­στη­καν οι φοί­νι­κες, πού να βρε­θούν λε­φτά για ψε­κα­σμούς, αλ­λά ο δι­κο­μα­νής δή­μαρ­χος με την πλά­στιγ­γα ε­ξα­σφά­λι­σε σε γλά­στρα αρ­κε­τούς για τις φε­τι­νές ε­ορ­τα­στι­κές εκ­δη­λώ­σεις. Μα­ζί και δυο ε­λιές που θα α­πο­τε­λέ­σουν τη μα­γιά της α­να­σύ­στα­σης του Πλα­τω­νι­κού ε­λαιώ­να με τα άλ­λο­τε 117.000 αιω­νό­βια δέ­ντρα που τά ’πνι­ξαν τα μπά­ζα και τα α­πό­βλη­τα της Πέ­τρου Ράλ­λη. Και που δεν ά­φη­σαν τον Βabis να α­να­πλά­σει μέ­σω των 50.000 τε­τρα­γω­νι­κών του.
Ανεύ­θυ­νοι διεκ­πε­ραιω­τές, λοι­πόν, εί­μα­στε που θα στο­λί­σου­με και φέ­τος το δέ­ντρο της πεί­νας, της αυ­τα­πά­της, και της προ­σω­ρι­νής δια­φυ­γής μας α­π’ ό­σα συμ­βαί­νουν στον δι­πλα­νό μας. Για­τί τε­λι­κά ε­μείς θα κα­τα­φέ­ρου­με να γλι­τώ­σου­με το Άου­σβι­τς που μας α­να­λο­γεί.
Αγνές σκιές πε­ρι­φε­ρό­με­νες σε σκου­πί­δια και τη­λε­ο­ρά­σεις εί­μα­στε, στρώ­μα­τα α­γίων στις γω­νίες και τις πυ­λω­τές. Κα­τα­στρο­φείς κά­θε γω­νιάς που ξέ­φυ­γε τη βρω­μιά, τη μουτ­ζού­ρα και την ε­γκα­τά­λει­ψη. (Η συ­νε­χι­ζό­με­νη μα­νία δεν εί­ναι ά­σχε­τη με την α­πο­στρο­φή που βα­θειά αι­σθα­νό­μα­στε).
Σαν τους πα­λιούς Ρώ­σους κο­λί­γους καί­με ό,τι πέ­φτει στα χέ­ρια μας, για­τί η α­νέ­χεια κι ο φό­βος ευ­τε­λί­ζει την ί­δια μας τη ζωή. Ερπε­τά στη δι­κή μας Λα­σπο­κοκ­κυ­γία πού ’ρθε να πά­ρει τη θέ­ση της Νε­φε­λο­κοκ­κυ­γίας του Αρι­στο­φά­νη, με τα ψο­φί­μια κα­τα­γής στην άλ­λο­τε πό­λη των που­λιών. Την πο­λι­τεία που τη νιώ­θου­με να τουρ­του­ρί­ζει μα­ζί μας, κα­τά το στί­χο ε­νός πρόω­ρα χα­μέ­νου –ό­πως ό­λοι οι πραγ­μα­τι­κοί ά­γιοι– ποιη­τή.
Εί­ναι πολ­λά τα πε­ρίερ­γα που α­δυ­να­τεί να συλ­λά­βει ο νους μου: τη συλ­λο­γι­κό­τη­τα, ας πού­με, μιας συ­ντε­ταγ­μέ­νης σταυ­ρο­δο­σίας, και το πώς ε­ντάσ­σε­ται στο ο­μα­δι­κό πνεύ­μα της ε­πα­να­στα­τι­κής α­ρι­στε­ράς; Για­τί εί­ναι πο­λι­τι­κή πρά­ξη να ε­τοι­μά­ζο­νται ο­λο­νυ­χτίς ψη­φο­δέλ­τια; Το δια­γκω­νι­σμό ε­νός α­ρι­στί­δην διο­ρι­σμού, με τις έν­νοιες «διο­ρι­σμός» και «α­ρι­στί­δην» να α­ντι­λαμ­βά­νο­μαι ως α­σύμ­βα­τες. Πώς νέες ι­δέες καρ­πί­ζουν πά­νω σε ξε­θυ­μα­σμέ­να πα­λιά υ­λι­κά;
Σκέ­φτο­μαι εμ­φα­νώς α­μή­χα­να, ό­πως και σ’ ό­λα τα τε­λευ­ταία μου κεί­με­να, πως α­νά­με­σα στην τρα­γι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και στην πο­λι­τι­κή της δια­χεί­ρι­ση υ­πάρ­χει α­κό­μα με­γά­λο χά­ος.
Δεν πρω­το­τυ­πεί η ε­πο­χή μας. Θα φύ­γου­με, (κα­λο­προ­αί­ρε­τοι ή κα­κο­προ­αί­ρε­τοι) φορ­τω­μέ­νοι με τις ί­διες α­ντι­φά­σεις/α­νε­πάρ­κειές μας. Απο­στρε­φό­με­νοι το «λά­θος», ή υ­πε­ρα­μυ­νό­με­νοι του «σω­στού», μο­λο­νό­τι ξέ­ρου­με πως και τα δυο δεν εί­ναι μο­νο­σή­μα­ντα.
Τι μέ­νει; Του­λά­χι­στον η ποίη­ση α­φού, κα­τά τον Σα­ρα­ντά­ρη, άρ­νη­σή της Ση­μαί­νει [ό­τι] ε­γκα­τα­λεί­που­με τον α­γώ­να/ Πα­ρα­τά­με τη χα­ρά στους α­νί­δε­ους/ Τις γυ­ναί­κες στα φι­λιά του α­νέ­μου/ Και στη σκό­νη του και­ρού/ Ση­μαί­νει πως φο­βό­μα­στε/ [πως] η ζωή μας έ­γι­νε ξέ­νη/ Ο θά­να­τος βρα­χνάς.
Με τις 3.124 αυ­το­κτο­νίες να βα­ραί­νουν τη σύγ­χρο­νη πο­λι­τι­κή ι­στο­ρία ας ε­ξα­κο­λου­θή­σου­με να εί­μα­στε ποιη­τές. Του­λά­χι­στον θα ση­κώ­νου­με σταυ­ρούς. Δεν θα σκα­ρώ­νου­με σταυ­ρο­δο­σίες.


Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας,
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Αγαπητέ μου συμπολίτη, είσαι ηλίθιος ...

Φραγκισκα Μεγαλουδη απο το Ιστολογιο της...
Θυμάμαι τις "καλές εποχές". Τότε που χρήματα υπήρχαν, οι  ξανθιές παρουσιάστριες με τα αβυσσαλέα ντεκολτέ έπιναν καφέ στα κανάλια, οι απόλυτες σταρ  των φτηνών σουξέ κυριαρχούσαν και τα σκυλάδικα είχαν αναβαθμιστεί σε "clubs".
Παντού, ακριβά αυτοκίνητα, αγορασμένα με δόσεις,  ταβέρνες που είχαν γίνει  "γκουρμέ" εστιατόρια και ένας λαός που ζούσε τον μύθο του. Είχα πάντα την εντύπωση πως γύρω μου κυκλοφορούσε ένας απροσδιόριστος πλούτος, που όμως δεν μπορούσα να εντοπίσω από που προερχόταν. Ποιος είχε δουλέψει για αυτά τα χρήματα, και κυρίως τι είδους δουλειά έκανε. Το χειρότερο όμως ήταν πως κανένας δεν αναρωτιόταν. Δεν γνωρίζω αν έφταιγε η κοινωνία, τα κανάλια, το πολιτικό κατεστημένο ή ακόμα και όλα μαζί, όμως, πλην ελαχίστων εξαιρέσεωνν κανείς δεν προβληματιζόταν. Μας έφτανε αυτό που βλέπαμε και τα ψίχουλα που μας πετούσαν οι πολιτικοί που ψηφίζαμε. Ίσως και να μας άρεσε κιόλας, δεν ξέρω....

Σήμερα μου φαίνεται γελοίο. Όχι τόσο το σύστημα αυτό-το οποίο είναι γελοίο εξ ορισμού- αλλά όσοι σήμερα το αποδομούν. Πρόσφατα εντυπωσιάστηκα-όταν με αρκετή καθυστέρηση ομολογώ-διάβασα μαζεμένα τα editorials του κ. Γεωργελέ στο athens voice. Αρχικά νόμιζα πως βρίσκομαι σε παράλληλο σύμπαν αλλά μετά θυμήθηκα τους ύμνους που ο ίδιος κάποτε έγραφε στο ΚΛΙΚ για  το χρηματιστήριο βαπτίζοντας  "επενδυτές" τους καιροσκόπους, οπότε βεβαιώθηκα πως είμαι ακόμα στην ελληνική πραγματικότητα.

Αυτή η ελληνική πραγματικότητα είναι τελείως σχιζοφρενική. Η χώρα βυθίζεται εδώ και 3 χρόνια σε μια οικονομική ύφεση άνευ προηγουμένου. Σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές έχουμε 60,000 μικρές επιχειρήσεις κλειστές, ένας στους τρεις είναι άνεργος και η οικονομία έχει συρρικνωθεί πάνω από 20%. Τα ξέρετε όλα αυτά διότι οι συνέπειες τους έχουν γίνει μέρος της καθημερινής ζωής.

Το θέμα μας λοιπόν δεν είναι πως δεν έχουμε συναίσθηση της  κατάστασης, το θέμα είναι ο τρόπος με τον οποίο η ελληνική κοινωνία την αποκωδικοποιεί. Είναι κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω αλλά ούτε και να καταλάβω.

Και σε ρωτώ Έλληνα συμπολίτη μου. Γνωρίζεις τον ειδικό φόρο τηλεοπτικών διαφημίσεων που προέβλεπε το μνημόνιο και αντιστοιχούσε στο 20%  επί της διαφημιστικής δαπάνης? Ο νόμος λοιπόν ψηφίστηκε το 2010 αλλά η εφαρμογή του αναβλήθηκε για το 2013  απλά και μόνο επειδή κάποιοι μεγαλοκαναλάρχες πίεσαν και κέρδισαν.  Όπως αναβλήθηκαν και τα χρήματα που θα πλήρωναν οι ίδιοι κύριοι για τις τηλεοπτικές συχνότητες και οι οποίες τελικά τους παραχωρήθηκαν δωρεάν στερώντας από το κράτος εκατομμύρια ευρώ.

Θυμάσαι την τροπολογία για την φορολόγηση των σκαφών αναψυχής η οποία αποσύρθηκε, όπως αποσύρθηκε και κάθε σκέψη για την φορολόγηση των εφοπλιστών;

Έχεις συνειδητοποιήσει ότι η Εκκλησία ακόμα δεν φορολογείται αλλά και πως απαλλάσσεται από τον φόρο ιδιοκτησίας τον οποίο καλείται να πληρώσει και ο τελευταίος Έλληνας πολίτης;

Ενώ οι μειώσεις στους μισθούς πλήττουν τους φτωχότερους, συντεχνία υπαλλήλων  του υπουργείου οικονομικών εξαιρείται από τις μειώσεις αυτές με ειδική τροπολογία.  Ένα ακόμα ρουσφέτι δηλαδή για κάποιους ευνοημένους κλάδους οι οποίοι έχουν τη δύναμη να ασκούν πολιτικές πιέσεις και να κερδίζουν. Υπάλληλοι που αδιαφορούν πλήρως για τους συναδέλφους τους που απολύονται ή χάνουν τις αποδοχές τους, αρκεί εκείνοι να διατηρούν ακόμα τα προνόμια.
Φαντάσου το λοιπόν όλο αυτό στον ευρύτερο δημόσιο βίο. Η μάλλον δεν χρειάζεται να το φανταστείς, το έχεις ήδη ψηφίσει.

Τα παραδείγματα είναι άπειρα και θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο όχι απλά κάποιες αναρτήσεις.
Άπειρη όμως είναι και η ηλιθιότητα σου αγαπητέ μου συμπολίτη (και ναι εδώ μπορείς να με βρίσεις και να με πεις βολεμένη, ανθέλληνα, ότι θέλεις-δεν έχει σημασία). Διότι για τα σημερινά χάλια δεν σου φταίει ούτε η Μέρκελ, ούτε οι μετανάστες, ούτε οι Εβραίοι, ούτε οι Αμερικάνοι. Και δεν θα σε σώσει ούτε η Παναγία, ούτε το πετρέλαιο, ούτε οι "ομογενείς".

Ναι, η κρίση είναι ευρωπαϊκή, και ναι δεν τα φάγαμε όλοι μαζί, αλλά τους αφήσαμε να τα τρώνε και συνεχίζουμε να τους αφήνουμε.

Προσπερνάμε τα σκάνδαλα τους,  ξεχνάμε τους διορισμούς των παιδιών τους, των φίλων τους των ερωμένων τους, συγχωρούμε τα ρουσφέτια και την σαπίλα τους, παρακολουθούμε σαν αποβλακωμένοι τα κανάλια τους. Δημοσιογράφοι που δηλώνουν εισοδήματα από 700 και 400 χιλιάδες ευρώ γίνονται τιμητές των πάντων και μας μιλάνε για λιτότητα. Και όμως είναι ΌΛΟΙ ακόμα εκεί στις θέσεις τους και στα προνόμια τους. Και σου πετάνε ψίχουλα ηλίθιε λαέ και σε ταΐζουν ελεημοσύνες και συσσίτια.

Ναι αγαπητέ μου συμπολίτη είσαι ηλίθιος και άξιος της μοίρας σου. Όχι  επειδή τους ψήφισες αλλά επειδή έχεις πάθει ανοσία στην διαφθορά και στο ρουσφέτι. Επειδή κοιτάς μόνο την πάρτη σου και μετά επιτρέπεις στο κάθε φασιστικό γουρούνι και στο παπαδαριό να έχει άποψη και δημόσιο λόγο. Είσαι ηλίθιος επειδή σε ξεπουλάνε καθημερινά και εσύ ανέχεσαι ακόμα ένα σάπιο σύστημα και τους ίδιους ρουσφετολόγους πολιτικούς να αποφασίζουν για την ζωή σου.

Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω. Είμαι σίγουρη πως τίποτα δεν θα καταλάβεις από ότι γράφω και το επιχείρημα σου θα είναι βρισιές και αερολογίες περί καπιταλισμού.
Όμως ένα θα σου πω.
Αν τα κοράκια των διεθνών δανειστών έχουν πέσει πάνω από τα πτώματα μας, είναι επειδή είμαστε πτώματα εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Ροη αρθρων