Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Ο τετραγωνισμός του κύκλου: τακτική ευελιξία και στρατηγική συνέπεια...

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
 

Ακόμα και αν «ομιλεί», ο λαός δεν «αποφαίνεται». Η ιδέα της γενικής βούλησης δεν είναι παρά μια πλασματική κατασκευή. Με αυτή την έννοια, η «λαϊκή ετυμηγορία» δεν είναι ούτε πραγματικά συλλογική ούτε κατά κυριολεξίαν βούληση. Δεν είναι ούτε υπεύθυνη ούτε συνεπής ούτε ορθολογική ούτε αντιφατική ούτε «σοφή» ούτε εσφαλμένη! Απηχώντας συνεχώς μεταβαλλόμενες συγκυρίες αρκείται στο να εκφέρεται.
Δεν εκφράζει ούτε «κοινή» βούληση σταθερότητας ούτε «κοινή» βούληση ανατροπής. Ετσι, το κύριο «μήνυμα» των εκλογών είναι η υπέρβαση των παγιωμένων ισορροπιών: Αθροιστικά, οι δύο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις που εναλλάσσονταν ιστορικά στην εξουσία έχασαν σχεδόν τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων τους. Ο σταθερός μεταπολιτευτικός δικομματισμός έχει εκπνεύσει.
Κύριο αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών είναι η αναγκαιότητα σύμπηξης ετερόκλητων κυβερνητικών συνασπισμών ή, όπως κατά κόρον τονίζεται από τους ζηλωτές της σταθερότητας, η ανάδυση μιας «κουλτούρας» πολιτικών συνεργασιών και συνεργειών. Οι όροι λειτουργίας του πολιτικού παιγνίου αναθεωρούνται ριζικά. Αυτό όμως δεν είναι προϊόν συνειδητής, «ελεύθερης» και «ώριμης» λαϊκής επιταγής, αλλά το αποτέλεσμα ενός αδόκητου και απρόβλεπτου κατακερματισμού των πολιτικών εκπροσωπήσεων. Το κύριο χαρακτηριστικό της νέας εποχής είναι η στρατηγική αμηχανία και αβεβαιότητα όλων των παικτών.
Πράγματι, το εξουσιαστικό παίγνιο δεν διεξάγεται πλέον πάνω στη βάση των εσωτερικευμένων κανόνων, όπου οι δύο παρατάξεις συναποδέχονται τους άρρητους όρους εναλλαγής τους στην άσκηση μιας πολιτικής εξουσίας που, ακόμα και αν «χαθεί», θα ανακτηθεί και πάλι με βεβαιότητα στο προσεχές μέλλον. Οταν οι παίκτες πολλαπλασιάζονται και οι εκλογικές πελατείες αποδιαρθρώνονται, ανατρέπονται οι συμμαχίες, συντέμνονται οι χρόνοι και μετασημασιολογούνται οι πολιτικές λέξεις και τα πολιτικά νοήματα.
Σε τέτοιες μεταβατικές εποχές οι περισσότερες πολιτικοϊδεολογικές διαζεύξεις τείνουν λοιπόν να μετατοπίζονται αποφασιστικά. Μπροστά στην ανάγκη σύμπηξης ετερόκλητων και συχνά θνησιγενών συμπράξεων, όλο και περισσότεροι παίκτες τείνουν να αποστασιοποιούνται από την παραδοσιακή πρόσληψη και αυτοτοποθέτηση όλων των πολιτικών δυνάμεων κατά μήκος ενός σαφούς, εσωτερικευμένου τοπολογικού «συνεχούς» που αντιπαραθέτει τη Δεξιά με την Αριστερά. Ακόμα και οι μεγάλες πολιτικές λέξεις που άκουγαν στο όνομα σοσιαλισμός, σοσιαλδημοκρατία, εκσυγχρονισμός ή ακόμα και «συντήρηση» ή «ανατροπή» φαίνεται να χάνουν τη νοηματική και συμβολική τους αρτιότητα.

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Μια Ε.Ε. ξεκρέμαστη και έωλη...

Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΟΥΚΑΛΑ, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

Ο Μέτερνιχ είπε κάποτε για την Ιταλία ότι είναι μόνο μια γεωγραφική έκφραση. Και όταν σχεδόν μισό αιώνα αργότερα γεννήθηκε το ιταλικό κράτος, ένας από τους πρωταγωνιστές του Ρισορτζιμέντο είχε συμπληρώσει: «Φτιάξαμε την Ιταλία. Απομένει τώρα να φτιάξουμε και τους Ιταλούς». Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να πει κανείς για μια Ευρώπη που σταδιακά κατασκευάστηκε πάνω στα ερείπια που άφησε πίσω του ο πόλεμος. Φτιάξαμε μιαν Ευρώπη, αλλά δεν έχουμε ακόμα αρχίσει να κατασκευάζουμε τους Ευρωπαίους. Μια Ευρώπη ξεκρέμαστη και έωλη, δίχως στρατευμένους συμμέτοχους, μια εν δυνάμει χώρα δίχως ενεργούς πολίτες. Σκορδαλιά δηλαδή χωρίς σκόρδο, όπως έλεγε ο Ροΐδης.
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι πώς φτάσαμε εδώ και γιατί. Και το δεύτερο, αν μπορούμε να κάνουμε κάτι τώρα με στόχο να αναστρέψουμε την πορεία των πραγμάτων. Η σχηματική απάντηση που θα δώσω στο πρώτο ερώτημα είναι ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν κατάλαβαν ποτέ ότι το ευρωπαϊκό σχέδιο ή θα ήταν «αναδιανεμητικό», δηλαδή κατά κάποιον τρόπο «αριστερό», ή θα ήταν μακροϊστορικά καταδικασμένο να εκφυλιστεί και τελικώς να αποτύχει. Και η εξίσου σχηματική απάντηση στο δεύτερο είναι ότι το σχέδιο δεν μπορεί να αναβιώσει αλλιώς, παρά με τη μορφή μιας νέας ευρωπαϊκής αριστεράς.
Τι ήταν όμως το ευρωπαϊκό σχέδιο και σε ποιους απευθυνόταν; Δεν περιοριζόταν βέβαια στην απόφανση ότι η γεωγραφική Ευρώπη «είναι» εξ ορισμού Ευρώπη. Ηταν ένα σχέδιο νέο και ριζικό, που στόχευε να κατασκευάσει μια νέα οντότητα συνθέτοντας σε ένα ενιαίο σύνολο μια σειρά από κοινωνίες ήδη συγκροτημένες σε κράτη, λαούς, πολιτισμούς και απαρτιζόμενες από ανθρώπους με διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικές συμβολικές καταβολές, διαφορετικές συνήθειες και διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης.

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Γκλουπ!

techie chan...
 Υπάρχουν μερικές θέσεις που είναι υπερασπίσιμες κάτω από ένα συγκεκριμένο πρίσμα. Υπάρχουν κι άλλες που είναι τόσο αδύνατο να τις υπερασπιστείς, όπου κάθε προσπάθειά σου να το κάνεις, ανοίγει τον δικό σου λάκκο. Οι συριζαίοι βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε μια κατάσταση σαν τη δεύτερη.
Όταν ο μάγος της επικοινωνίας ζακ σεγκελά κλήθηκε να υπερασπιστεί την περιέ* διότι βρέθηκαν κάτι πολύ επικίνδυνα χημικά στο γάργαρο νερό της, ήξερε ότι είχε να κάνει με τη δεύτερη περίπτωση. Και δεν προσπάθησε ποτέ να ανασκευάσει. Έβαλε απλά ένα νερό περιέ να κλαίει. Και ζήτησε την ειλικρινή συγνώμη των καταναλωτών. Το ίδιο έκανε και η BP όταν κατέστρεψε τον μισό κόλπο του μεξικού. Δυστυχώς οι συριζαίοι επικοινωνιολόγοι την πάτησαν προσπαθώντας να υπερασπιστούν κάτι που ήταν αδύνατο να τύχει υπεράσπισης. Και σκάβουν τον λάκκο τους ακόμα πιο βαθιά.

*ναι την έχετε ξανακούσει την ιστορία συγνώμη, απλά είναι κομβική στην ιστορία της εταιρικής και πολιτικής επικοινωνίας, κάτι σαν το κι όμως γυρίζει.

Οι δικηγόροι εδώ θα διαφωνήσουν και θα πουν πως όλες οι θέσεις είναι υπερασπίσιμες υπό κάποιο πρίσμα. Ναι αυτό ισχύει στις δικαστικές αίθουσες όπου ο κατηγορούμενος θα πει ο,τιδήποτε για να γλυτώσει και κανείς δεν πρόκειται να τον ψέξει. Όμως ο κατηγορούμενος βασίζεται ότι οι βλακίες που θα πει στη δικαστική αίθουσα θα μείνουν θαμμένες για πάντα στα πρακτικά, τη στιγμή που ένα κόμμα απευθύνεται στην ελληνική κοινωνία και άρα το κόλπο αυτό δεν λειτουργεί.

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Το πόθεν αίσχος των "κομμουνιστών" νεοφιλελεύθερων...

τρύπιο ευρώ...
Ισως οι νεοφιλελεύθεροι σε αυτήν τη χώρα να είναι περισσότερο κομμουνιστές από όσο θα ήθελαν και οι ίδιοι να πιστεύουν για τον εαυτό τους! Γι' αυτό κι από χθες λυσσομανούν γιατί ένας βουλευτής τού ΣΥΡΙΖΑ δήλωσε 1.000.000 ευρώ τραπεζικές καταθέσεις. Φαντάζομαι πως θα ήθελαν αυτό το ποσό να έχει διανεμηθεί στους φτωχότερους των συμπολιτών μας ώστε να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής τους. Φαντάζομαι, επίσης, πως το ίδιο επιθυμούν και για τα πολλά περισσότερα εκατομμύρια της ελίτ αυτής της χώρας, που βρίσκονται είτε στην Ελλάδα είτε στην Ελβετία είτε σε οποιοδήποτε άλλο φορολογικό παράδεισο, ώστε να υπάρξει επιτέλους κοινωνική δικαιοσύνη. Δεν τολμώ, όμως, να φανταστώ πως τα δικαιικά τους κριτήρια είναι τόσο επιλεκτικά ώστε να απαιτούν κοινωνική δικαιοσύνη μόνο όταν είναι να λοιδορήσουν ένα βουλευτή τής Αριστεράς αλλά τη λησμονούν εντελώς όταν είναι να δικαιολογήσουν τα υπερκέρδη μιας φαύλης ελίτ, η οποία χρηματοδοτεί την προπαγάνδα τους. Αν είναι ανήθικο, επομένως, ο Δ. Τσουκάλας να έχει 1.000.000 ευρώ στην τράπεζα όταν συμπολίτες μας πεθαίνουν από την πείνα, εκτιμώ πως είναι χίλιες φορές πιο ανήθικο να χρησιμοποιείς δυο μέτρα και δυο σταθμά όταν την ίδια ώρα δε λες κουβέντα, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ή υμνολογείς τραπεζίτες ή επιχειρηματίες με πολλαπλάσια περιουσία την οποία θέλουν να διατηρήσουν υποβάλλοντας το λαουτζίκο σε άγρια λιτότητα...

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Φυγή στο αίσιο μέλλον...


Ο τουριστικός παράδεισος και το τέλος των Πανεπιστημίων.
Ολα μαζί τα αλέθει η μυλόπετρα του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού της αυταρχικής λιτότητας. Εκατόμβες ανήμπορων και απόκληρων σωρεύονται σε κάθε γωνία, νηστικοί μαθητές διδάσκονται σε ετοιμόρροπα κτίρια χωρίς θέρμανση, άρρωστοι πληρώνουν «εισιτήριο» για να νοσηλευτούν στα δημόσια νοσοκομεία, ψυχοπαθείς διώχνονται από τα δημόσια ψυχιατρεία που κλείνουν, οι αυτόχειρες και οι χρεοκοπίες πολλαπλασιάζονται, η επαιτεία επανακάμπτει ως μαζικό φαινόμενο και μερικοί άνεργοι βρίσκουν δουλειά με 380 ευρώ τον μήνα.

Ομως, αν πιστέψουμε την κυρίαρχη ρητορεία, όλα αυτά τα θλιβερά αλλά «αναπόφευκτα» σημεία των καιρών μπορεί τελικώς να αποδειχτούν αναστρέψιμα. Οταν κάποτε, με το καλό, το πρωτογενές πλεόνασμα παγιωθεί, όταν θα έχουμε βγει από το «τούνελ», όταν θα έχουμε πλέον οριστικά ευθυγραμμιστεί προς τις υποδείξεις των επαϊόντων, μπορούμε ίσως να προσβλέπουμε στη μείωση της ανεργίας, στην άμβλυνση της εξαθλίωσης, στη «λελογισμένη» αύξηση μισθών και συντάξεων, στη θέρμανση όσων σχολείων δεν έχουν εν τω μεταξύ καταρρεύσει, στη βαθμιαία μείωση των δυσβάστακτων φόρων και ακόμα, ίσως, και στην κατάργηση του νοσοκομειακού εισιτηρίου!

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Ένα κρίσιμο ζήτημα λειτουργίας της δημοκρατίας...

του Κωνσταντινου Τσουκαλα, απο τα Ενθεματα...
Θα διακρίνω τρία επίπεδα. Όσον αφορά το πρώτο, το ηθικό επίπεδο, αισθάνομαι μάλλον αμηχανία. Τι να πει κανείς; Να επαναλάβει το κοινότοπο, ότι τη βία, ιδίως όταν παίρνει εγκληματικό, δολοφονικό και αποτρόπαιο χαρακτήρα, όπως ακριβώς στην υπόθεση της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, την αποδοκιμάζουμε; Δεν νομίζω ότι έχει νόημα.
Στο πολιτικό επίπεδο, είναι εντελώς σαφές ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν εσμό –για να αποφύγω τη λέξη «συμμορία»– που έχει μορφή πολιτικού κόμματος, ο οποίος συστηματικά, εσκεμμένα και προγραμματισμένα αυξάνει την κοινωνική ένταση και επιδίδεται σε εγκληματικές ενέργειες.
Υπάρχει και μια τρίτη πλευρά, η οποία κατ’ εμέ είναι και η πιο επικίνδυνη, ακόμα και αν είναι πιο δύσκολο να στοιχειοθετηθεί απολύτως. Από όσα τουλάχιστον έχουν γίνει γνωστά –όταν ολοκληρωθεί η ανακριτική διαδικασία θα έχουμε πληρέστερη εικόνα–, η αστυνομία ήταν παρούσα στο επεισόδιο. Ήταν παρούσα, και είτε ολιγώρησε είτε δεν παρενέβη είτε παρενέβη εκ των υστέρων, με αποτέλεσμα να συλληφθεί μεν ο δράστης –δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά– αλλά να μην αποφευχθεί η δολοφονία. Τι σημαίνει η παρουσία μιας μη παρεμβαίνουσας αστυνομίας σε ένα τέτοιο επεισόδιο; Μπορεί να είναι ολιγωρία, δειλία, συνεργασία, συνωμοσία· αυτά τα πράγματα δεν μπορεί να τα πει κανείς με ευκολία απέξω, ωστόσο ένα είναι το βέβαιο: η αστυνομία δεν έκανε καλά τη δουλειά της.

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Οι απεργοί και όλοι «εμείς», οι άλλοι...

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
 
Οπως προβλεπόταν, η τάξη επανήλθε. Οι εξετάσεις διεξάγονται ομαλά, η απεργία ματαιώθηκε, η αγωνία των «παιδιών» «μας» -που συμβολίζουν το κοινό «μας» μέλλον και εκφράζουν την κοινή «μας» ελπίδα- εκτονώθηκε, το κύρος της έννομης εξουσίας αποκαταστάθηκε, η κοινή λογική επικράτησε. Εγινε δηλαδή αυτό που έπρεπε να γίνει. Η κατάσταση λύθηκε, όπως επιβαλλόταν από το κοινό συμφέρον όλων «μας». Οι λίγοι εκείνοι «άλλοι», που ενεργοποίησαν μιαν άκαιρη, καταχρηστική, εκβιαστική και παράλογη απεργιακή κινητοποίηση, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Υπό τους όρους αυτούς λοιπόν, «όλοι μας» μπορούμε να επιχαίρουμε εν χορώ με την απεμπλοκή της χώρας από το αδιέξοδο. Δηλώνοντας δε πως στη «λύση» που τελικώς προέκυψε δεν υπήρξαν ούτε νικητές ούτε ηττημένοι, μπορούμε να ισχυριζόμαστε πως τα πράγματα θα επανέλθουν στην πρότερη «ειδυλλιακή ανισορροπία». Δεν είναι τυχαίο ότι έχοντας προηγουμένως διαβεβαιώσει το πανελλήνιο για τη μη διαπραγματεύσιμη αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να διατρανώσει το συμφέρον «όλων μας» , ο κ. υπουργός της Παιδείας έσπευσε να εκφράσει εκ των υστέρων την ανέξοδη πλέον ευαρέσκειά του σε «όλους», συμπεριλαμβανομένων και των δύσμοιρων εκπαιδευτικών που τελικά αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στη στρούγκα του κοινού «μας» ορθολογισμού.

Πρέπει λοιπόν όλοι «μας» μαζί (τα κόμματα, τα συνδικάτα, τα ΜΜΕ και η ετερόφωτη κοινή γνώμη) να «ξεχάσουμε» το επεισόδιο και να κοιτάξουμε προς το μέλλον. Η δημοκρατία «μας» δεν μπορεί να επιβιώνει αλλιώς παρά χάρη σε επιλεκτικούς συνδυασμούς μνήμης και λήθης. Το κοινό «μας» καλό επιβάλλει να παριστάνουμε τους μεγαλόθυμους, ακόμα και αν η μεγαλοθυμία αυτή δεν υποκρύπτει παρά διάχυτη υποκρισία και συγκρατημένο ή ασυγκράτητο σχετλιασμό.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η σημασία της χρήσης (και της κατάχρησης) του πρώτου πληθυντικού προσώπου. Οπως όλες οι προσωπικές αντωνυμίες, το «εμείς» υποκαθιστά το όνομα, σηματοδοτώντας ένα σύνολο, μιαν «αυτονόητη» ομάδα που δεν μπορεί και δεν χρειάζεται να ορισθεί. Το περιεχόμενο του «εμείς» οριοθετείται πάντα από το νόημα που του προσδίδεται από το ανεξέλεγκτα ομιλούν «εγώ» που εξουσιάζει τις λέξεις και τη σημασία τους. Οι πρώτοι πληθυντικοί δεν υπάρχουν λοιπόν ποτέ ως δεδομένοι. Ως ελευθέρως δομούμενοι και αποδομούμενοι εμφανίζονται σαν προϊόντα της κινούμενης εξουσιαστικής συγκυρίας.

Αυτό όμως είναι αναπότρεπτο. Οι σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες είναι αδιανόητες δίχως την εμπέδωση της φαντασίωσης ενός σταθερού, δεδομένου και υποστασιοποιημένου «εμείς». Από την εποχή του Ρουσό, τα φιλελεύθερα κοινωνικά συμβόλαια, το συλλογικό συμφέρον και η γενική βούληση θεμελιώνονται πάντα στο πλάσμα ενός υπερβατολογικά δεδομένου πρώτου πληθυντικού. Και στις δημοκρατικές κοινωνίες, το μόνο γενικά ισχύον περιεχόμενο του πρώτου πληθυντικού αναφέρεται στους όρους συγκρότησης του συλλογικού υποκειμένου. Ως δεδομένο υποκείμενο συλλογικής βούλησης, το «εμείς» μπορεί λοιπόν να νοηθεί μόνο σε σχέση με τη διαδικασία ονομαστικής αναπαραγωγής του δεδομένου Ολου και στη διαιώνιση του δημοκρατικού κοινωνικού συμβολαίου και των κανόνων που θεμελιώνουν τη λειτουργία του πολιτεύματος. Με αυτήν την έννοια, ως κοινό και αδιαίρετο συμφέρον «όλων» μπορεί να νοηθούν μόνο η τήρηση των δημοκρατικών κανόνων, ο σεβασμός στο Κράτος Δικαίου, η κατοχύρωση των συνταγματικά αναπαλλoτρίωτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ίσως δε, in extremis, η συντήρηση των αξιακών θεμελιώσεων του δυτικού πολιτισμού.

Υπό τους όρους αυτούς όμως, όλα τα «άλλα» συμφέροντα (ατομικά, συλλογικά, ταξικά ή «συντεχνιακά») δεν μπορεί παρά να νοούνται ως μερικά, διαιρετά και δυνάμει συγκρουσιακά. Η πρόταξη ορισμένων συμφερόντων έναντι άλλων συνιστά λοιπόν πάντα πολιτική ετυμηγορία που δεν είναι δυνατόν να ανάγεται σε λόγους αρχής. Οι πραγματικές συγκρούσεις λύνονται πάντα μέσα από την άσκηση εξουσίας. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ηθελημένη παρανάγνωση του τρέχοντος διακυβεύματος. Πράγματι, το ζήτημα που τίθεται σήμερα δεν αναφέρεται στην αντίφαση ανάμεσα στα ειδικά («συντεχνιακά») συμφέροντα μιας ειδικής κατηγορίας πολιτών και στα συμφέροντα «όλων των άλλων» που στη συνέχεια εύκολα ορίζονται ως αντιστοιχούντα στο γενικό συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας. Η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίθετη. Στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει είναι ότι το γενικό (και συνταγματικά κατοχυρωμένο) συμφέρον όλων των εργαζομένων (και κατ’ επέκτασιν όλων των πολιτών που συνυπογράφουν το ισχύον κοινωνικό συμβόλαιο) να ασκούν το οικουμενικά νομοθετημένο δικαίωμα της απεργίας διεκδικώντας τα (οποιαδήποτε) δικαιώματά τους συγκρούεται με τα ειδικά συμφέροντα εκείνων που θέλουν να χαλιναγωγήσουν προκαταβολικά όλα τα απεργιακά δικαιώματα. Το γενικό εμφανίζεται επομένως ως ειδικό και το ειδικό ως γενικό.

Βρισκόμαστε λοιπόν σε μια νέα ιστορική φάση. Η επιχείρηση τιθάσευσης των απεργιακών δικαιωμάτων εκφράζει την παραδοχή ότι η κοινωνική τάξη και ασφάλεια των εμπεδωμένων εξουσιών πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι απαραβίαστες, ακόμα και εις βάρος και πάνω στο πτώμα της ισχύουσας έννομης τάξης. Υπό το καθεστώς μιας διαρκούς κατάστασης ανάγκης, τα νομοθετήματα και τα ατομικά δικαιώματα πρέπει να γίνονται σεβαστά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι δεν «ενοχλούν».

Σε αυτό ακριβώς κατατείνει η νεόκοπη εκπόνηση της έννοιας της κατάχρησης των απεργιακών δικαιωμάτων. Η ιστορική τομή είναι προφανής. Ακόμα και αν, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, δεν νοείται «καταχρηστική» άσκηση των πολιτικών ή και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, οι δραστηριότητες που αμφισβητούν τη λογική της ελεύθερης αγοράς πρέπει να μπορεί να τίθενται υπό άμεσο έλεγχο. Στο μέτρο που η απεργία μπορεί να είναι μέσο άμεσης πολιτικής πίεσης, οι σημερινοί κρατούντες πρέπει να μπορούν να την εγκλωβίζουν σε όρια μέσα στα οποία θα είναι πια αδύνατον να ασκείται ως «εκβιαστική», άρα και ως δυνάμει αποτελεσματική.

Ιδεωδώς λοιπόν οι ναυτικοί θα δικαιούνται να απέχουν από τις δραστηριότητές τους όταν έχει υπάρξει απαγόρευση απόπλου, οι στρατιωτικοί όταν έχει ήδη συμφωνηθεί οριστική ανακωχή, οι αστυνομικοί αν είναι δυνατόν να έχουν εξασφαλίσει εκ των προτέρων την αποχή των κακοποιών από τις δραστηριότητές τους, οι εκπαιδευτικοί κατά την περίοδο των διακοπών όταν τα σχολεία είναι άδεια, οι οικοδόμοι όταν έχει ανακοινωθεί καταστρεπτικός σεισμός και ίσως, κατά παραχώρησιν, οι εργαζόμενοι στη ΔΕΗ τον Απρίλιο και τον Μάιο όταν, με τον καλό καιρό και τις μικρές νύχτες, μειώνεται η κατανάλωση ενέργειας για φωτισμό, θέρμανση και ψύξη. Και στη βάση της ίδιας ακριβώς λογικής οι διαδηλωτές θα δικαιούνται να συναθροίζονται και να φωνασκούν μόνο στην εξοχή ή στην έρημο όπου δεν γίνονται αντιληπτοί από κανέναν. Απεργίες και κινητοποιήσεις πρέπει να τελούν πλέον υπό την αίρεση της «μη βλαπτικότητάς» τους, άρα και της αφετηριακής τους αναποτελεσματικότητας.

Στο όνομα ενός πλασματικού και υπό αναζήτησιν πρώτου πληθυντικού φαίνεται λοιπόν να αποδυναμώνεται το ιστορικό δικαίωμα των εργαζομένων να προωθούν συλλογικά το συμφέρον τους. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο υποβολιμαίος χαρακτήρας των τρεχουσών εκλογικευτικών κατασκευών. Την ίδια στιγμή που στο όνομα του «γενικού συμφέροντος» περιορίζεται η πολιτική διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων, η εξουσία των ισχυρών παραμένει πάντα αταλάντευτη. Ενώ το κεφάλαιο δικαιούται να καταχράται των δικαιωμάτων του δίχως περιορισμούς και όρια, η εργασία οφείλει να τα ασκεί με φειδώ και κοινωνική «ευαισθησία».

Ο ΣΕΒ είναι ελεύθερος να αρνείται να υπογράψει συλλογικές συμβάσεις αδιαφορώντας για τις κοινωνικές συνέπειες των επιλογών του, αλλά οι εργαζόμενοι είναι υποχρεωμένοι να ευθυγραμμίζονται προς τις επιταγές εκείνων που ομιλούν στο όνομα ενός γενικού συμφέροντος που ορίζουν οι ίδιοι. Αυτό άλλωστε είναι και το αιτούμενο. Είναι πια καιρός να αντιληφθούν οι εργαζόμενοι πως δεν είναι ούτε λογικό ούτε σωστό να διεκδικούν ίση μεταχείριση με την εξουσία. Εκαστος εφ’ ω ετάχθη και κάθε κατεργάρης στον πάγκο του!

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Ο μάγος Μάης...

του Κωνσταντινου Τσουκαλα, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
ΜΑΗΣ ’68
tsoukalasΗμουν κι εγώ εκεί. Ή μάλλον, για να ακριβολογήσω, πήγα κι εγώ εκεί. Διαβάζοντας στα πρωτοσέλιδα ότι το Παρίσι «καίγεται», δεν μπορούσα να μείνω άλλο στο πληκτικό Νιου Χέιβεν όπου βρισκόμουν. Η έλξη εκείνου που δεν υπήρχε ακόμα παρά μόνο στη μετεφηβική φαντασία μου ήταν ακατανίκητη. Και με το αεροδρόμιο του Παρισιού κλειστό, αναγκάστηκα να ταξιδέψω μέσω Βρυξελλών.
Από εκεί, συνέχισα με λεωφορείο. Και η πρώτη ένδειξη πως κάτι ριζικό έχει αλλάξει ήταν το γεγονός ότι κανείς δεν μας έλεγξε στα σύνορα. Χαρούμενοι -ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζαν- τελωνοφύλακες μας απεύθυναν φιλικά νεύματα. Σαν να έμπαινα σε μια άλλη χώρα, απαλλαγμένη από κανόνες, νόμους, δεσμεύσεις και φοβίες. Εδώ, σκέφτηκα, ίσως να μπορεί να αλλάξουν όλα. Κι εγώ μαζί.


Οπως βέβαια φάνηκε εκ των υστέρων δεν μπορούσαν να αλλάξουν όλα. Αλλά σίγουρα άλλαζαν πολλά. Και πρώτα πρώτα εγώ ο ίδιος, που δίχως να το επιδιώκω ή να είναι δυνατόν να το προβλέψω βρήκα τον δρόμο μου, αποκρυστάλλωσα απόψεις και κατέληξα στο τέλος να αποκτήσω «ιδιότητες», άρα και «επάγγελμα». Η σημαντικότερη ίσως παρενέργεια του Μάη ήταν ότι εξωθούσε όχι μόνο τους πρωταγωνιστές του αλλά κι εκείνους που παρέμεναν απλοί μάρτυρες να απωθήσουν τις αβεβαιότητές τους και να αναθεωρήσουν όλες τις κοσμοθεωρητικές αφετηρίες τους. Αλλά η απώθηση είχε τίμημα.

Οσοι δεν αντιστάθηκαν στη μαγεία του στροβιλισμού στην άγνωστη χώρα, όπου «όλα μπορεί να συμβούν», όσοι δεν φοβήθηκαν να παρασυρθούν στο παίγνιο μιας απόλυτης επιτρεπτικότητας, όπου «απαγορεύεται το απαγορεύειν», όσοι άφησαν τον εαυτό τους έκθετο στη γοητεία των δαιμόνων και των Σειρήνων, όσοι πειραματίστηκαν με την αναζήτηση απαγορευμένων καρπών που μετέχουν ταυτόχρονα της γνώσης του καλού και του κακού, αναλάμβαναν τον κίνδυνο της επιγενόμενης αποσύνθεσης και διάλυσης. Δεν είναι τυχαίο ότι, τελικώς, πολλοί ανάμεσά τους αυτοκτόνησαν ή κατέληξαν έγκλειστοι σε ψυχιατρικά καταστήματα. Από τη στιγμή που κατέστη σαφές ότι η φλόγα που θα έφερνε «τη φαντασία στην εξουσία» είχε αρχίσει να τρεμοπαίζει, όσοι είχαν πιστέψει ανεπιφύλακτα στην αστείρευτη ζωογόνο της δύναμη κινδύνεψαν να καούν στα αποκαΐδια. Χορεύοντας στα χείλη προαιώνιων αβύσσων, πολλοί ήταν αυτοί που δεν άντεξαν τη συνεχή διαπραγμάτευση με το αδύνατο. Η παραδείσια «αμμουδιά κάτω από τ’ αγκωνάρια» δεν είχε ούτε βάθος ούτε διάρκεια.

Με αυτήν την έννοια, ο Μάης του ’68 υπήρξε ένας εορτασμός του εφήμερου, ένας καθαγιασμός της ζωής ως περιπλάνησης σε τόπους στους οποίους είναι αδύνατον κανείς να επανέλθει, ίσως και ένας ύμνος στη ζωή ως υπέροχο «λάθος». Δεν είναι τυχαίο ότι στο στερνό του κείμενο ο εμβληματικός φιλόσοφος Μισέλ Φουκό ορίζει τη ζωή ως «εκείνο που είναι ικανό να σφάλλει» και τον άνθρωπο σαν ένα «ζωντανό ον που δεν βρίσκεται ποτέ στη θέση του, ένα ον που είναι πλασμένο για να περιπλανάται και να αυταπατάται». Οπως επίσης δεν είναι ίσως τυχαίο ότι παρ’ όλο που διήρκεσαν πολλά χρόνια, τα απόνερα του γαλλικού Μάη δεν οδήγησαν σε οργανωμένες μορφές πολιτικής βίας. Ο Παρισινός Μάης δεν άνοιξε τον δρόμο σε συγκεκριμένες «κλειστές» και ολιστικές απόψεις για το δέον γενέσθαι και για τους τρόπους με τους οποίους όσοι είχαν πάρει τη ζωή τους λάθος, θα πρέπει να αλλάξουν ζωή. Είναι μια πολύ βαθύτερη και άνευ όρων κατάφαση σε μια γοητευτική αλλά εν τέλει μάταια υπαρξιακή περιπλάνηση ανάμεσα σε αντιφατικές προκλήσεις και επιθυμίες, σε αλήθειες και ψεύδη, σε διλήμματα και απολαύσεις, όπου ο καθένας αναλαμβάνει συνειδητά τον κίνδυνο μιας επόμενης μέρας δίχως επιστροφή, νόημα ή αντίκρυσμα. Το μαγικό λάβαρο που συνήγειρε τους στρατευμένους ζηλωτές του Μάη συνόψιζε το απωθημένο όνειρο απαλλαγής από οποιονδήποτε ψυχαναγκασμό σε επανάληψη. Και γι’ αυτό ίσως εξακολουθεί να μας γνέφει, έστω από μακριά.

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Τα συντρίμμια του καθρέφτη...

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
 tsoukalasΒρισκόμαστε στον αστερισμό του φόβου. Με την αποσάθρωση των εμπεδωμένων συνηθειών, των αυτοματισμών, των αξιακών αγκυλώσεων, των κατεστημένων υλικών απολαύσεων και των αυτοαναπαραγόμενων προνομίων, που οριοθετούσαν την πορεία μας μέσα στον χρόνο, όλοι νιώθουμε το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια μας.


Οταν το «υπάρχον» τίθεται υπό συνεχή αμφισβήτηση, όταν το παρελθόν και το παρόν δεν φαίνεται να μπορούν να επαναλαμβάνονται στο μέλλον, όλα τα καταφύγια ενάντια στην αγωνία της αβεβαιότητας δείχνουν να καταρρέουν.

Εφεξής, το φάντασμα της συνεχούς και ανεξέλεγκτης «απώλειας» ελλοχεύει παντού. Οι βεβαιότητες και οι εκλογικεύσεις ανατρέπονται, οι ελπίδες και οι φαντασιώσεις αλλοιώνονται και λογοκρίνονται. Οι συνήθεις ύποπτοι είναι άλλωστε ομόφωνοι: χρηματοπιστωτολόγοι, οικονομολόγοι, επικαιρολόγοι, μελλοντολόγοι και αυτόκλητοι ηθικολόγοι δεν παύουν να υπογραμμίζουν πως δεν δικαιούμαστε να ζούμε, να προτάσσουμε, να εργαζόμαστε, να ονειρευόμαστε, να σχεδιάζουμε και να ηρεμούμε όπως πριν. Παραιτούμενοι από τους μηχανισμούς που μας θωράκιζαν ενάντια στην αγωνία και την κατάθλιψη, καλούμαστε να ξαναπιάσουμε το νόημα των πραγμάτων από την αρχή. Εχοντας πάρει, όπως μας λένε, τη ζωή μας λάθος, πρέπει να αλλάξουμε ζωή. Δεν ξέρουμε όμως ούτε τι πρέπει να κάνουμε ούτε ποια είναι η ζωή που μας περιμένει. Είτε ως άτυχα θύματα αντίξοων περιστάσεων είτε εξοφλώντας εντόκως παρελθούσες αμαρτίες, οφείλουμε να υποκύψουμε στην αμείλικτη λογική μιας αδέκαστης ιστορίας που εκτυλίσσεται ερήμην μας και μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας.

Και δεν είναι μόνον αυτό. Πέρα από τον φόβο της υποβάθμισης, η προοπτική για μια δίχως όρους και όρια κατολίσθηση των συνθηκών υλικής επιβίωσης συνεπιφέρει τη διάχυση ενός άλλου, βαθύτερου, πιο ύπουλου και «αμετάβατου» τρόμου μπροστά στο ανονόμαστο και άγνωστο κενό. Κανείς δεν είναι πια σε θέση να σκέφτεται τη ζωή του στο πλαίσιο ενός κόσμου όπου οι όροι πρόσβασης στην απόλαυση των αγαθών δεν υπακούουν σε κανένα ορατό και οικείο σύστημα κανονισμών. Απροειδοποίητα, το νοηματισμένο σύστημα της μαζικής και ανταγωνιστικής κατανάλωσης έχει μετατραπεί σε ένα απονοηματισμένο σύστημα μαζικής στέρησης. Σε αντιδιαστολή με την εποχή όπου η διαφορική πρόσβαση στα υλικά αγαθά ενεργοποιούσε απτές και συνειδητές ατομικές στρατηγικές, σήμερα όλο και περισσότεροι δεν μπορούν πια να ζουν επιλέγοντας τους τρόπους με τους οποίους διαφοροποιούνται από τους άλλους. Ο αλήστου πλέον μνήμης καταναλωτής-θεός απογυμνώνεται ξαφνικά από τις φαντασιώσεις της ελεύθερης επιλογής του τρόπου της ζωής του.

Στο εξής, κανείς δεν μπορεί να διαφοροποιήσει ανάμεσα στο αναγκαίο και το περιττό, στο απαραίτητο και στο πολυτελές. Η διάκριση ανάμεσα στους όρους απλής επιβίωσης και στον ατομικό σχεδιασμό της ιδιωτικής ζωής παύει να είναι προφανής. Ως αθύρματα μιας απροσδιόριστης συλλογικής μοίρας, πληθαίνουν αυτοί που δεν ξέρουν «πώς» και «γιατί» δρουν, άρα και «ποιοι» είναι. Τα οικεία είδωλα που αντανακλώνται στον νοερό τους καθρέφτη δεν έχουν πια ούτε μορφή ούτε περίγραμμα. Και έτσι, η οικεία εικόνα του εαυτού εμφανίζεται όλο και πιο απροσδιόριστη, ανονόμαστη και τρομακτική. Σε κοινωνίες που έχουν ήδη απολακτίσει τις αυτονόητες παραδοσιακές συλλογικότητες και αμοιβαιότητες, οι παρενέργειες είναι απροσμέτρητες. Οταν τα άτομα έχουν συνηθίσει να οργανώνουν τους όρους της αυτογνωσίας τους σε συνεχή διαπραγμάτευση με τους παραμορφωτικούς καθρέφτες τους, ο θρυμματισμός των ειδώλων απειλεί να συνεπιφέρει ένα απόλυτο σημασιολογικό και αξιακό κενό.

Η προσαρμογή στη νέα αυτή τάξη πραγμάτων και νοημάτων είναι ταχύτατη. Πολλοί τέως νοικοκύρηδες άστεγοι δεν μπορούν να επιμελούνται πια του «οίκου» τους, τέως οικογενειάρχες βλέπουν την οικογένειά τους να διαλύεται, τέως αξιοπρεπείς επώνυμοι πολίτες προστρέχουν, συχνά κρύβοντας τα πρόσωπά τους, στην ανώνυμη επαιτεία και τέως επιλεκτικοί καταναλωτές ψάχνουν στους κάδους των απορριμμάτων. Μέρα με τη μέρα πληθαίνουν οι άρρωστοι που δεν τολμούν καν να πληροφορηθούν αν χρειάζονται θεραπεία, οι ψυχικά ασταθείς που αυτο-εγκαταλείπονται στην κατατονία και στην αδιαφορία, οι απόμαχοι της ζωής που δεν περιμένουν παρά τον θάνατο μέσα σε μια απόλυτη και δύσοσμη ανέχεια και οι απεγνωσμένοι που διαπραγματεύονται ακόμα και με την ιδέα της αυτοχειρίας.

Και παρ’ όλα αυτά, οι κατεστημένες εξουσίες απέχουν, σιωπούν, κρύβονται ή ίσως, καμιά φορά, και επιχαίρουν. Ακόμα και αν τα συμπτώματα είναι τραγικά -μας λένε-, είναι ιστορικά αναπόφευκτα. Οποιοι έχουν συνηθίσει να καταναλίσκουν περισσότερα από όσα παρήγαν, πρέπει τώρα να πληρώσουν τον λογαριασμό. Οσοι είχαν παρασυρθεί από τις σειρήνες της παγκόσμιας μαζικής καταναλωτικής ευωχίας, «όφειλαν» να έχουν εγκαίρως βουλώσει όχι μόνο το στόμα τους αλλά και τα αυτιά τους. Οσοι είχαν πιστέψει ότι ξοδεύοντας αλόγιστα και δανειζόμενοι αφειδώς από τις πρόθυμες τράπεζες δεν ικανοποιούσαν απλώς τις ατομικές τους επιθυμίες αλλά συνέβαλαν στην υλοποίηση του γενικού αναπτυξιακού συμφέροντος, «όφειλαν» να έχουν εγκαίρως καταλάβει ότι οι παραινέσεις των απανταχού ιθυνόντων δεν ήταν τίποτε άλλο από κενά ρητορικά σχήματα που δεν αντιστοιχούσαν παρά στα δικά τους συμφέροντα.

Οσοι είχαν πεισθεί ότι το καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να αναπαράγεται εις το διηνεκές προσφέροντας σε όλους τους πολίτες την ικανοποίηση ολοένα και περισσότερων φαντασιώσεων, όφειλαν να έχουν προκρίνει να αντισταθούν στα υποβολιμαία κελεύσματα της κυρίαρχης γνώμης. Οσοι είχαν ταυτίσει την ιδιωτική τους ισορροπία με την ανταγωνιστική σώρευση σημάτων κοινωνικής διάκρισης, όφειλαν να έχουν καταλάβει -πριν να είναι πολύ αργά- πως η ατομική ηθική και κοινωνική τους ολοκλήρωση δεν «έπρεπε» να μπορεί να εμφανίζεται ως συνάρτηση της καταναλωτικής τους «επιτυχίας». Και όσοι αποδεικνύεται σήμερα πως δεν φρόντισαν εγκαίρως να επιλέξουν να επιζούν ως αποστασιοποιημένοι και λιτοί σοφοί, οφείλουν να αποδεχθούν την τιμωρία.

Το ηθικό δίδαγμα δεν αφήνει λοιπόν περιθώρια αμφιβολίας. Η αγωνία για το αύριο είναι «ευκαιρία» ώστε να ξανασκεφτούμε γύρω από το ποιοι είμαστε και τι μπορούμε να ελπίσουμε. Πρέπει, λοιπόν, να μετανοήσουμε ατομικά και να αδρανήσουμε συλλογικά. Πρέπει να εξακολουθήσουμε να είμαστε προσηλωμένοι στην αναγκαιότητα ενός φιλελεύθερου καπιταλισμού, που οφείλει εντούτοις να τιμωρεί εκείνους που απέτυχαν να προβλέψουν σωστά τις ενδεχόμενες παρενέργειες των τυποποιημένων εντολών του.

Πρέπει να δεχθούμε πως η λογική της ιστορίας επιτάσσει να υποκλινόμαστε αδιαμαρτύρητα σε όλες τις «παράπλευρες απώλειες» του κυρίαρχου ορθολογισμού, ακόμα και όταν οι απώλειες αυτές επεκτείνονται στις ανακουφιστικές «εικόνες εαυτού» που είχαν συγκροτηθεί μέσα στον χρόνο.

Πρέπει να συνυπογράψουμε το αξίωμα ότι όλοι οφείλουμε να υπέχουμε την ακέραια και αδιαίρετη ευθύνη για ένα ατομικό μέλλον που δεν μπορούμε εντούτοις να το προσδιορίσουμε οι ίδιοι. Πρέπει να παραιτηθούμε από οποιαδήποτε συλλογική προσπάθεια να μετατοπίσουμε από κοινού τους όρους της ορθολογικής αγοραίας τιμωρίας μας για τις παρελθούσες αμαρτίες μας. Πρέπει να εξακολουθήσουμε να είμαστε μεμονωμένα άτομα, δίχως να μπορούμε να μεταμορφωθούμε σε ιστορικά υποκείμενα. Αλλάζοντας τη λάθος ζωή μας, πρέπει να πάψουμε να ελπίζουμε πως θα έχουμε δική μας ζωή.

Πρέπει να ξεχάσουμε και να ξεπεράσουμε τους ιδιοτελείς «εαυτούς» μας, δίχως να καταφύγουμε στην επικίνδυνη και ανορθολογική χίμαιρα της συλλογικότητας. Πρέπει να αποδεχθούμε πως μπορούμε να οφείλουμε να δρούμε μέσα σε ένα ανοίκειο, ακατανόητο και αποκρουστικό σημασιολογικό, συμβολικό και ηθικό κενό. Και πρέπει να αντικαταστήσουμε τα συντρίμμια του ειδώλου μας από ένα θολό ομοίωμα μέσα στο οποίο δεν μπορεί κανείς να διακρίνει τίποτε εκτός από το τίποτε.

Η σωτηρία μας επιτάσσει να κοιτάζουμε δίχως να βλέπουμε σε έναν θρυμματισμένο, βουβό και κενό καθρέφτη.

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Αιδώς εν οφθαλμοίς...

του Κωνσταντινου Τσουκαλα, απο την εφημεριδα των Συντακτων...

Η εικόνα μάς συγκλόνισε όλους. Απλωμένα χέρια απεγνωσμένων ανθρώπων προσπαθούν να αγγίξουν μια σακούλα πορτοκάλια που μοιράζουν απεγνωσμένοι αγρότες. Εικόνα που εκφράζει τα αδιέξοδα ενός ολόκληρου λαού. Εικόνα που καθιστά περιττή κάθε ανάλυση ή στατιστική. Εικόνα μιας κοινωνίας Ταντάλων, που γνωρίζουν ότι, ακόμα και αν καταφέρουν να πιάσουν τους καρπούς στα χέρια τους, προσωρινή και μόνο θα είναι η ανακούφισή τους. Εικόνα αποκαλυπτική μιας Αποκάλυψης που καθένας δεν θα μπορούσε να έχει προφητεύσει.

Μοιραία λοιπόν, η εικόνα έκανε τον γύρο ενός κόσμου που κυριαρχείται πια από το θέαμα. Οι κοιμώμενες φαντασίες και κατ” επέκτασιν και η σκέψη ερεθίζονται σχεδόν αποκλειστικά από τις πανταχού παρούσες εικόνες. Για όλο και πιο πολλούς, ο πόλεμος του Βιετνάμ «είναι» η εικόνα του γυμνού κοριτσιού που κλαίει τρέχοντας μέσα στους καπνούς, όπως ο πόλεμος του Κόλπου «είναι» ο βουτηγμένος στην πίσσα κορμοράνος. Μπορεί κανείς λοιπόν να προδικάσει πως για όλο και περισσότερους αθώους ή μη θεατές της οικουμενικής νεοφιλελεύθερης τραγωδίας, τα απλωμένα αυτά χέρια θα «είναι» η δυσνόητη «φτωχοποίηση» και «εσωτερική υποτίμηση» σε μια ευρωπαϊκή χώρα που μοιάζει πια με υποσαχάρια αφρικανική χώρα. Με τη διαφορά πως, αντίθετα με τον κορμοράνο του Κόλπου, η τωρινή εικόνα δεν είναι φτιαχτή. Τα απλωμένα χέρια δεν είναι μόνο πραγματικά. Είναι εξίσου ριζικά αληθινά με την Γκερνίκα του Πικάσο.

Και όμως, την αλήθεια αυτή θέλουμε να την κρύψουμε. «Δεν είναι αυτή η Ελλάδα», μας λένε, «και πάντως δεν είναι μόνον αυτή». Τα εν οίκω μη εν δήμω. Ακόμα και εάν δεν είναι πλαστή, η εικόνα είναι «μονόπλευρη» και «παραπλανητική». Δεν είμαστε «όλοι» εξαθλιωμένοι ψωμοζήτες. Και, σε κάθε περίπτωση, γιατί πρέπει να τη δείχνουμε; Τι θα πουν οι ξένοι; Ποιον εξυπηρετεί η πάνδημη αναπαραγωγή της μεροληπτικής εικόνας; Μήπως πρέπει να αναζητήσουμε τη συνωμοσία; Μήπως το πρακτορείο Ρόιτερς εκφράζει σκοτεινά ανθελληνικά κέντρα; Η εθνική μανία καταδιώξεως καλά κρατεί.
Στην πραγματικότητα βέβαια, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Πρέπει να σκεφτούμε πως μέσοι όροι δεν υπάρχουν παρά ως πλασματικές κατασκευές. Και γι” αυτό παραμένουν τελικώς ανώδυνοι. Στο μέτρο ακριβώς που ο καθένας πάντα δυστυχεί με τον δικό του ανεπανάληπτο τρόπο, αναφορές στον «κανονικό» ή «τυπικό» Ελληνα δεν αποκαλύπτουν την «αλήθεια». Αντιθέτως, την κρύβουν. Οι αρχαίοι τραγικοί έδειξαν πως το κατεξοχήν αληθές και παραδειγματικό είναι το εξωφρενικό και το ακραίο, εκείνο που ενοχλεί και συνταράζει, εκείνο που διαψεύδει την τυποποιημένη εικόνα του εαυτού μας, εκείνο που δεν μπορεί να έχει συμβεί. Εύλογο είναι λοιπόν να αποδραματοποιούμε. Δείχνοντας τη δυστυχία με απλούς αριθμούς, ακριβολογούμε αλλά δεν ομιλούμε. Το φρικτό θέαμα πρέπει να συγκαλυφθεί, τουλάχιστον από τη ματιά των «άλλων».

Υπάρχουν βέβαια δικαιολογίες. Ως εξαρτημένοι και αδύνατοι, κινδυνεύουμε. Δεν είμαστε σαν τις ΗΠΑ που μπορούν ατιμωρητί να προβάλλουν τα πολυάριθμα κρούσματα των μαζικών φόνων αμάχων από παράφρονες οπλοφόρους. Δεν έχουμε την «πολυτέλεια» να υποθάλπουμε ή να επιτρέπουμε τη διοχέτευση πληροφοριών ή εικόνων που μπορεί να κλονίσουν την παραδείσια εικόνα της χώρας. Οπως η βία, οι διαδηλώσεις, τα τρομοκρατικά φαινόμενα και τα βασανιστήρια, έτσι και η αθλιότητα και η απόγνωση πρέπει λοιπόν να αποσιωπώνται. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως η «βαριά εθνική βιομηχανία» είναι ο τουρισμός.

Και οι τουρίστες φοβούνται τους απόκληρους. Οι πεινασμένοι είναι πάντα πιθανόν να μεταβληθούν σε αντιαισθητικούς επαίτες ή ακόμα και σε επικίνδυνους περιθωριακούς. Ακόμα και ο δήμαρχος της τουριστικοδίαιτης Νέας Υόρκης είχε «μετακομίσει» βίαια τους δικούς του παρίες και άστεγους στο απροσπέλαστο Μπρονξ. Αν λοιπόν δεν μπορούμε (ή δεν θέλουμε) να βοηθήσουμε τους δικούς μας απόκληρους, θα πρέπει τουλάχιστον να τους κρύβουμε. Σε μια χώρα που υπόσχεται ευδαιμονία στους ξένους, δεν χωρούν περιφερόμενοι γηγενείς Τάνταλοι. Ακόμα και αν δεν μπορούν να επιζήσουν, οι Ελληνες πρέπει να φαίνεται πως ζουν ως κακέκτυπα του Αλέξη Ζορμπά. Προέχει η εικόνα ενός λαού που μπορεί πάντα να ξεπερνάει τις δυσκολίες του διατηρώντας το κέφι του και τη ζωντάνια του. Μαζί με ήλιο, άμμο και αρχαία μνημεία, η Ελλάδα προσφέρει χαρά ζωής και έρωτα. Και αυτήν ακριβώς την εικόνα δεν επιτρέπεται, μας λένε, να διακυβεύουμε.

Ετσι όμως, επιλέγουμε να παραμένουμε αιχμάλωτοι μιας ψευδούς εικόνας που είναι πολλαπλά αποδιοργανωτική και επικίνδυνη. Προσαρμόζοντας την εικόνα του εαυτού μας και της χώρας μας στην εικαζόμενη ματιά των ξένων, φαίνεται να αποδεχόμαστε έναν συλλογικό πολιτιστικό ετεροπροσδιορισμό. Οι ξένοι τουρίστες αναζητούν τους εύθυμους και ανέμελους τελετάρχες και μαγιορδόμους που θα τους κάνουν να ξεχάσουν τις δικές τους γκρίζες καθημερινότητες. Και υπάρχει μια δόση αλήθειας σε αυτό. Για να αγοραστεί ένα προσωρινό ευ ζην, εξυπακούεται πως πρέπει να τηρούνται οι άρρητοι κανόνες της τουριστικής φιλοξενίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει βέβαια πως όλοι οι Ελληνες οφείλουν εν χορώ να ταυτιστούν με τον ρόλο του χαμογελαστού ικέτη, μετασημασιολογώντας την απόγνωση σε ιλαρότητα και την αθλιότητα σε χαρά ζωής. Στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να υπάρξει αξιοπρέπεια πέραν της αλήθειας. Και την αλήθεια αυτή δεν δικαιούμαστε να την αποκρύπτουμε, για μας τους ίδιους. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αποδιοργανωτικό από το να πιστέψουμε πως οφείλουμε να λογοκρίνουμε συστηματικά όσα νιώθουμε και αυτό που «είμαστε». Αν αποδεχθούμε να απεμπολήσουμε τη δική μας αλήθεια, εγκαταλείπουμε και την όποια ελπίδα μας.

Βέβαια, στο μέτρο που οι «άλλοι» είναι πάντα η κόλασή μας και ο παράδεισός μας, δεν μπορούμε ποτέ να απαλλαγούμε από τη ματιά τους. Θα πρέπει όμως να αντισταθούμε στην εσωτερικευμένη πια ιδέα ότι οι «ξένοι» είναι οι μόνοι πραγματικοί «άλλοι». Από τη στιγμή που το αριστοτελικό «αιδώς εν οφθαλμοίς» αρχίζει να αναγιγνώσκεται ως «αιδώς εν τουριστικοίς οθφαλμοίς», επισφραγίζουμε οριστικά την πολιτιστική και ψυχολογική μας ετερονομία. Αν δεχτούμε πως, ακόμα και ως φτωχοί, πρέπει πάση θυσία να παραμένουμε εύθυμοι, ευπροσήγοροι και ευδιάθετοι για χάρη των ξένων, αποδυναμώνεται ό,τι είχε μείνει από τη συλλογική μας αξιοπρέπεια. Αυτή ίσως άλλωστε να είναι και η ύστατη ratio του «Μνημονίου». Δεν αρκεί να πεινάμε και να υπομένουμε. Πρέπει επίσης να χαμογελάμε σε όσους μας επιτρέπουν να ελπίζουμε. Καλούμαστε να επιζούμε ως σχιζοφρενείς.

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Ο μύθος της «φορολογικής δικαιοσύνης»...

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
Από καταβολής κόσμου, οι εξουσίες αποσπούν, οικειοποιούνται και χρησιμοποιούν ένα μέρος του κοινωνικού πλούτου κατά το δοκούν. Ολα τα κράτη είναι λοιπόν «φορολογικά». Και με αυτήν την έννοια, η κατίσχυση του φιλελευθερισμού ούτε άλλαξε ούτε ήταν δυνατόν να αλλάξει η βασική λειτουργία της φορολογίας. Αλλαξαν μόνο η θεσμική μορφή της και οι όροι της κοινωνικής της πρόσληψης. Πράγματι, στο εξής, η φορολογία δεν μπορεί να επιβάλλεται αυθαίρετα ή ευκαιριακά. Οφείλει πλέον να υπόκειται στον νόμο, να υπακούει στο γενικό συμφέρον, να είναι προβλέψιμη και να αντλεί τη νομιμοποίησή της από τη δημοκρατική κοινωνική συναίνεση.

Κατ” ανάγκην, λοιπόν, στο νέο αυτό πλαίσιο, η φορολογία θα νοηθεί με νέους ιδεολογικούς όρους. Από τη μια μεριά, η πληρωμή των φόρων εμφανίστηκε ως «πολιτειακό καθήκον» όλων όσοι, εκόντες ή άκοντες, «μετέχουν» στην κοινωνική οργάνωση. Ως κοινωνοί του Κράτους Δικαίου, οι πολίτες οφείλουν πλέον να αναλάβουν το βάρος της αναπαραγωγής του από κοινού. Από την άλλη μεριά, οι όροι κατανομής αυτής της γενικής υποχρέωσης, το ζήτημα δηλαδή «ποιος» θα πληρώσει «τι» και «πόσο» πρέπει επίσης να ρυθμιστεί πάνω στη βάση γενικά αποδεκτών κριτηρίων. Ετσι, η εσωτερίκευση του γενικού φορολογικού καθήκοντος προϋποθέτει ότι η οργάνωση της δημόσιας απόσπασης πλούτου αποδίδει «φορολογική δκαιοσύνη». Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα Συντάγματα διακηρύσσουν ρητά πως οι πολίτες οφείλουν να επωμίζονται τα δημόσια βάρη ανάλογα με τις «δυνατότητές» τους. Προφανώς, λοιπόν, οι πλούσιοι πρέπει να πληρώνουν περισσότερο από τους φτωχούς. Σε άνισες κοινωνίες, η φορολογική ισότητα προϋποθέτει άνιση επιβάρυνση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι άμεσοι φόροι είναι πιο δίκαιοι από τους έμμεσους. Οι δίκαιοι φόροι είναι πάντα κλιμακωτοί και «προοδευτικοί».

Ομως, η αφετηριακή αυτή παραδοχή δεν απαντά στο ερώτημα «πόσο» περισσότερο πρέπει να πληρώνουν οι εύποροι. Και στο σημείο αυτό εμφιλοχωρεί μια τρίτη άρρητη παράμετρος. Δεν αρκεί η φορολογία να είναι δίκαια. Πρέπει επιπλέον να μπορεί να εμφανίζεται και ως ταξικά και ιδεολογικά «ουδέτερη». Ακόμη λοιπόν και αν οδηγεί στην άμβλυνση κάποιων ανισοτήτων, η φορολογία δεν επιτρέπεται να ανατρέπει την κατεστημένη κοινωνική πραγματικότητα. Εχοντας πληρώσει ό,τι τους αναλογεί, πρέπει οι φτωχοί να παραμένουν φτωχοί, οι πλούσιοι να παραμένουν πλούσιοι και οι κεφαλαιούχοι να εξακολουθούν να αντλούν τα «κεκανονισμένα» κέρδη τους.

Υπό τους όρους αυτούς, οι φιλελεύθερες κοινωνίες οδηγήθηκαν βαθμιαία σε μια γενική συναίνεση σε ό,τι αφορά τη λειτουργία και τα κριτήρια μιας φορολογίας που δεν έρχονταν σε αντίθεση με την αναπαραγωγή των κοινωνικών ισορροπιών. Ετσι ακριβώς εμπεδώθηκαν οι μεγάλες γραμμές της κυρίαρχης φιλελεύθερης «φορολογικής ηθικής». Στο μέτρο που όλοι είναι «ίσοι ενώπιον του νόμου», οφείλουν να νιώθουν και «ίσοι ενώπιον του φόρου που τους αναλογεί» στο πλαίσιο ενός δεδομένου συστήματος κοινωνικών ιεραρχιών. Οι κοινωνικές σχέσεις δεν πρέπει να ανατρέπονται, αλλά να αναπαράγονται.

Ομως, οι πρόσφατες εξελίξεις σηματοδοτούν την προϊούσα διάβρωση του ιδεολογικού αυτού οικοδομήματος. Υπό τις τρέχουσες συνθήκες, φαίνεται να καταρρέουν τόσο η ιδέα της φορολογικής δικαιοσύνης όσο και το αξίωμα της φορολογικής ουδετερότητας. Ετσι, είναι πια φανερό ότι η ιδέα της ισότητας ενώπιον του φόρου δεν είναι παρά ένα εξωραϊστικό και παραπλανητικό σύνθημα. Στο εξής, οι κοινωνοί δεν φορολογούνται ανάλογα με τις δυνατότητές τους. Η επιβάρυνση ποικίλλει ανάλογα με το είδος, την πηγή και τον «τόπο» ή τον μη τόπο όπου καταχωρίζονται ο πλούτος και τα εισοδήματα. «Βλέποντας» μόνο όσα συμβαίνουν μέσα στην επικράτειά της, η φορολογική εξουσία αποστρέφει το βλέμμα της από τον υπερεπικρατειακό πλούτο. Η ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και η ευχερής «αποθήκευσή» τους στους υπερπόντιους παραδείσους, επιτρέπει στο μεγαλύτερο τμήμα του παγκόσμιου κεφαλαίου να αποφεύγει οποιαδήποτε φορολογική επιβάρυνση. Η σχέση των ατόμων με τη φορολογική επικράτεια δεν είναι λοιπόν πια δεδομένη. Την ίδια στιγμή που η ορατή ακίνητη περιουσία εξακολουθεί να μπορεί να φορολογείται -υπό τον όρο βέβαια ότι δεν ανήκει σε ανεξέλεγκτες υπερπόντιες εταιρείες- η αόρατη κινητή περιουσία παραμένει στο απυρόβλητο. Η φορολογική αδικία είναι λοιπόν εξόφθαλμη. Οι κεφαλαιούχοι δεν τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης…

Η έμμεση αυτή φορολογική «απαλλαγή» επηρεάζει άμεσα τις συναλλαγές. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια στιγμή που τα ακίνητα είναι εκτεθειμένα σε επιβαρύνσεις που μπορεί να αγγίζουν τα όρια της δήμευσης, πλούτος αξίας πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων (δηλαδή πολλών χιλιάδων δισεκατομμυρίων!) περνάει κάθε μέρα τα αφανή σύνορα που χωρίζουν τις ανήμπορες και αναρμόδιες πλέον επικράτειες. Οπως επίσης και ότι την ίδια στιγμή που οι εργαζόμενοι, οι επαγγελματίες, οι επιχειρηματίες και οι ιδιοκτήτες που εξακολουθούν να είναι παραγωγικά δεμένοι με μια συγκεκριμένη χώρα, εμφανίζονται ίσοι ενώπιον του νόμου και του φόρου, η μειοψηφία που δραστηριοποιείται στα ρευστά υπερεπικρατειακά μεταίχμια καλπάζει ανενόχλητα σε ένα ολοένα διευρυνόμενο φορολογικό κενό.

Ετσι, η ιδέα της φορολογικής δικαιοσύνης δεν είναι πια δυνατόν να γίνει πιστευτή. Και μαζί με αυτήν καταρρέει και η αξιωματική φορολογική ουδετερότητα που οφείλει να διέπει τις φιλελεύθερες παρεμβάσεις. Πράγματι, η διαφορική φορολόγηση συνεπιφέρει μια σειρά περαιτέρω μεταλλαγών στις κοινωνικές ισορροπίες. Από τη στιγμή που τα κινούμενα υπερεπικρατεικά κεφάλαια ευνοούνται σκανδαλωδώς σε σχέση με τα κεφάλαια που εξακολουθούν να είναι δεμένα με τις εθνικές επικράτειες, ο αγοραίος ανταγωνισμός ανάμεσά τους δεν είναι πια ούτε «ελεύθερος» ούτε «ουδέτερος». Μοιραία, λοιπόν, τα υπολείμματα των «εθνικών αστικών τάξεων» τείνουν να μεταμορφωθούν σε αποστασιοποιημένους τυχοδιώκτες. Αναπόφευκτα, το ανεξέλεγκτα κινούμενο, και συχνά «βρόμικης» προέλευσης, χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο διαβρώνει ό,τι απομένει από εκείνους που έπαιζαν το παίγνιο της συσσώρευσης με παραδοσιακούς όρους. Βαθμιαία, όλοι οι ορθολογικοί πλούσιοι φροντίζουν να μπουν στο φορολογικό απυρόβλητο.

Οι προεκτάσεις των νέων φορολογικών δεδομένων είναι όμως ακόμα πιο σημαντικές σε ένα άλλο επίπεδο. Πράγματι, αποψιλούμενα από το προϊόν της συμβολής των προνομιούχων, τα φορολογικά κράτη εξωθούνται στο να αποσπούν ολοένα και περισσότερους πόρους από τους εξαρτημένους μισθωτούς και τη μεσαία τάξη των αυτόνομων μικροεπιχειρηματιών που δεν μπορούν να κρυφτούν. Εμμέσως πλην σαφώς, λοιπόν, οι κοινωνικές ισορροπίες αλλοιώνονται. Προκειμένου να διατηρούνται οι δημοσιονομικές ισορροπίες πρέπει να ανατραπούν οι κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες που οριοθετούσαν την αναπαραγωγή των φιλελεύθερων καθεστώτων. Και, έτσι, ο απειλούμενος ταξικός υποβιβασμός των παραδοσιακών στρωμάτων στερεί την κοινωνία από τη σπονδυλική της στήλη.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μιαν ιστορική τομή με απροσμέτρητες και άδηλες προεκτάσεις. Οι «οικονομικοί άνθρωποι» δεν καλούνται να δράσουν μέσα σε ένα ενιαίο αγοραίο θεσμικό περιβάλλον. Οι ενοικούντες τον κόσμο διακρίνονται στους τυχοδιώκτες «επενδυτές», «δανειστές» και «αξιολογητέες» που αρμενίζουν ανεμπόδιστα στις θάλασσες των αναδυόμενων ευκαιριών και στους «άλλους», τους άξεστους, ανεπιτήδειους και ανήμπορους «ιθαγενείς» που οφείλουν να πληρώσουν το τίμημα της παραγωγικής και επικρατειακής τους καθήλωσης. Ενώ οι πρώτοι απολαμβάνουν της προστασίας των υπερεπικρατειακών «φορολογικών παραδείσων» ως απόλυτοι άρχοντες ενός «καθαρού» και ανεξέλεγκτου κεφαλαίου, οι δεύτεροι δεν βρίσκονται μόνο ριγμένοι στις επικρατειακές «φορολογικές κολάσεις», από τις οποίες δεν είναι δυνατόν να ξεφύγουν, αλλά υποχρεούνται επιπλέον να απεμπολούν την επιβιωτική τους ικανότητα, τον πολιτικό τους πολιτισμό και την αξιοπρέπειά τους, εκλιπαρώντας την εύνοια και την ανοχή των τυχοδιωκτών που τους καταδιώκουν. Είναι λοιπόν σαφές ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν μπορεί να υπάρξει ούτε φορολογική ουδετερότητα ούτε φορολογική δικαιοσύνη. Και υπό τις συνθήκες αυτές είναι λογικό να κλονίζεται συθέμελα η ευρύτερη κοινωνική συναίνεση που οριοθετούσε την κυρίαρχη αστική φορολογική ηθική. Ο μόνος φορολογικός νόμος που φαίνεται πια να ισχύει είναι ο νόμος της φορολογικής ζούγκλας.

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Πειρατές...

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
Αντιγράφω από το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη: «Η λέξη πειρατής παράγεται από το θέμα πειρα- του ρήματος πειρώ/πειρώμαι που σήμαινε δοκιμάζω, προσπαθώ να κάνω ή να πετύχω κάτι και με εχθρική διάθεση “επιτίθεμαι”»… Η λέξη χρησιμοποιήθηκε και σε χριστιανικά κείμενα, για να δηλώσει τον Διάβολο ή τους δαίμονες… διαφέρει δε από τον κουρσάρο κατά το ότι ο πειρατής «ενεργεί για το δικό του όφελος και όχι με εντολή της κυβέρνησής του εις βάρος εμπορικών πλοίων ανταγωνίστριας ή εχθρικής χώρας».
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο πως η πειρατική σημαία είναι μαύρη και φέρει το σήμα του θανάτου, τη νεκροκεφαλή. Η άρνηση της ζωής, της τάξης, των κανόνων και των χρωμάτων ισοδυναμεί με απόρριψη της αρμονικής συμβίωσης, της κοινωνίας, της έννομης τάξης, δηλαδή της οργανωμένης ποικιλίας των ανθρωπίνων πραγμάτων και της οποιασδήποτε ασφάλειας της ζωής και της ιδιοκτησίας. Αρμενίζοντας στην ανοιχτή θάλασσα έξω από κάθε επικράτεια και κάθε νόμο και μη αφήνοντας ορατά ίχνη, ο πειρατής εφορμά και αρπάζει ό,τι βρει στο διάβα του. Και μετά εξαφανίζεται μέσα σε μια ομίχλη από την οποία δεν θα αναδυθεί παρά τη στιγμή που θα αποφασίσει να ξαναχτυπήσει. Δρα μόνος, με μόνο γνώμονα τη συγκυρία και το συμφέρον της στιγμής.

Από τη στιγμή που ο νεότερος κόσμος οργανώθηκε ως σύστημα κυρίαρχων και αυτεξούσιων κρατών, έννομων τάξεων και οργανωμένων πολιτικών εξουσιών, η πειρατεία άρχισε να παρακμάζει. Βαθμιαία, οι «πειρατές» μεταμορφώθηκαν σε «κουρσάρους» που καλούνταν πια να δρουν στο όνομα, συχνά για λογαριασμό και σε κάθε περίπτωση υπό τη σκέπη της εθνικής τους σημαίας. Ετσι ακριβώς γεννιέται το «δίκαιο της θάλασσας» και μαζί με αυτό το «ιδιωτικό διεθνές δίκαιο». Κάτω από την υψηλή εποπτεία της θαλασσοκράτειρας Βρετανίας, η δράση των ανθρώπων στην ανοιχτή θάλασσα άρχισε επιτέλους να τιθασεύεται. Αντλώντας δύναμη από τις έννομες τάξεις στις οποίες μετείχαν, οι κατ” επάγγελμα «εφ-οπλιστές», «αρματωτές» (armateurs) -για μία ακόμα φορά οι λέξεις δεν είναι τυχαίες- και κινούμενοι επιχειρηματίες τείνουν πια να υπόκεινται σε (χαλαρούς έστω) ελέγχους σε ό,τι αφορά τον αναγκαίο σεβασμό των κείμενων νόμων και κανονισμών και των συναλλακτικών ηθών. Προστατεύοντας, η «εθνική σημαία» οριοθετεί και δεσμεύει. Η κινούμενη, ρευστή, ανοριοθέτητη και ξέφραγη θάλασσα υπόκειται στον νόμο της ακίνητης γης, του στέρεου δηλαδή εδάφους όπου οι κοινωνίες και οι επι-κράτειες χαράζουν τα ίχνη τους και επιβάλλουν την έννομη και συμβολική ισχύ τους. Ετσι, με την εγκαθίδρυση των νεωτερικών Κρατών Δικαίου, οι πολιτικές εξουσίες επεξέτειναν την κανονιστική πρωτοκαθεδρία τους σε ολόκληρο τον πλανήτη. Εγκλωβισμένο σε σταθερά νοηματικά και κανονιστικά περιβλήματα, το ακατάτακτο χάος του ακαθήλωτου υγρού στοιχείου άρχισε να αιχμαλωτίζεται σε σκληρές και αμετακίνητες μορφές. Τα κύματα δαμάζονταν.

Πάντα όμως ρει, τίποτε δεν παραμένει αναλλοίωτο. Ρέοντας απεριόριστα και προς όλες τις κατευθύνσεις, το υφέρπον κανονιστικό χάος απειλεί να μεταλλάξει, να διαβρώσει και να αλλοιώσει όσες μορφές συναντήσει στο διάβα του. Οι εντροπικές δυνάμεις δεν ωθούν προς την τάξη αλλά προς την αταξία. Αν δεν ενισχύεται συνεχώς, ο βράχος βρίσκεται στο έλεος του κύματος. Με αυτή την έννοια, η πρόσφατη καταξίωση του ελευθέρως και απεριορίστως «κινείσθαι» και «επιχειρείν» είναι συνώνυμη με την αντίστοιχη αποδυνάμωση του «θεσπίζειν». Ανακτώντας την προαιώνια συμβολική του δύναμη και διαρρηγνύοντας όλα τα κελύφη που το ενέκλειαν σε σταθερές εξουσιαστικές και κανονιστικές συντεταγμένες, το υγρό στοιχείο, η ρευστή θάλασσα, φαίνεται να εκδικείται την οργανωμένη και σταθερή γη που επιχειρούσε να την καθηλώσει στην αυθαίρετη αντιεντροπική της βούληση. Η ανάδυση των υπερπόντιων «παραδείσων», η πλήρης απελευθέρωση των παγκόσμιων συναλλαγών, η συνακόλουθη αποδυνάμωση των συγκροτημένων πολιτικών τάξεων, οι τρέχουσες πρακτικές των ιδιωτικών συνυποσχετικών και της εξωδικαστικής διαιτησίας και η προϊούσα κατίσχυση του νέου υπερεπικρατειακού δικαίου των συναλλαγών σύμφωνα με τις οδηγίες του Σίτι του Λονδίνου -της σύγχρονης αυτής «Νήσου των Θησαυρών»- σηματοδοτούν την πλήρη αποδέσμευση του «επιχειρείν» από τις κατά τόπους έννομες τάξεις. Ολα συμβαίνουν ως εάν ο κόσμος αφήνεται να επιστρέψει στην αρχέγονη αταξία της ανεξέλεγκτης ιδιωτικής πειρατείας. Οι ιδεολογικές εξελίξεις είναι άλλωστε σαφείς. Η επικράτηση του «καθαρού» και «αγνού» (νεο)φιλελευθερισμού συνοδεύεται από τη ρητορική «αποκάθαρση» του κόσμου από τα τελευταία υπολείμματα πολιτικών πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων. Η φετιχοποίηση της ελεύθερης αγοράς καλείται να «αναβαπτίσει» την κοινωνία και την ιστορία μέσα στον καθαρό συναλλακτικό ορθολογισμό. Η επιλογή των συμβόλων δεν είναι τυχαία. Από καταβολής κόσμου, η «κάθαρση» επιτελείται μέσα από τη διαμεσολάβηση ενός ρέοντος, ακαθήλωτου και ελευθέρως κινούμενου υγρού. Οι αμαρτίες και οι σκουριές ξεπλένονται μέσα από τη «βάπτιση» στην καθαρτήρια ενέργεια του ποταμού ή της βρύσης. Χαρακτηριστικά, όσο μένει ακίνητο, το νερό «θολώνει», «λιμνάζει», «βαλτώνει» και εγκλωβίζεται σε «μορφές», δηλαδή σε εξουσίες. Και έτσι, χάνει τη διαφάνειά του και μαζί με αυτήν και την εξαγνιστική του ισχύ.

Με αυτή την έννοια, στην ουσία, η απόλυτη κινητικότητα των κεφαλαίων, της πληροφορίας και η παγκόσμια ελευθερία τού επιχειρείν είναι συνώνυμη με την αποδέσμευση των επιχειρούντων από οποιαδήποτε εξωσυναλλακτική υποχρέωση και την απαλλαγή τους από οποιαδήποτε εξωσυναλλακτική κύρωση. Ολοι μπορούν να πλέουν στην ανοιχτή θάλασσα, όλοι δικαιούνται να χρησιμοποιούν όσα όπλα και επιχειρήματα είναι σε θέση να επιστρατεύσουν, όλοι έχουν τη δυνατότητα να κρύβουν τις προθέσεις τους και να εξαφανίζουν τα ίχνη τους. Και στα πλαίσια αυτά ανατέλλει μια νέα κυρίαρχη ηθική, η ηθική της ελεύθερης πειρατείας, που δεν περιορίζεται στη θάλασσα, αλλά επεκτείνεται και στη στεριά. Για πρώτη φορά, ο «επιχειρηματίας» δεν χρειάζεται να δώσει λογαριασμό σε καμιά έννομη τάξη, δεν υποχρεώνεται να υπακούει σε κανένα Θεό ή αφέντη, δεν πληρώνει φόρους, δεν δεσμεύεται για τη συνέχιση των δραστηριοτήτων του χάριν των «άλλων», δεν μετέχει σε συλλογικά σχέδια και στην κοινή μοίρα και δεν μοιράζεται τις φαντασιώσεις των κοινών θνητών. Μετέχει στην κοινωνία, μπαίνοντας και βγαίνοντας με τους δικούς του κυρίαρχους όρους. Οπως ακριβώς συνέβαινε με τους προγόνους τους, οι νέοι πειρατές ταυτίζονται με την ευκαιριακή αρπακτική τους δράση και την αδιαφορία τους για ό,τι δεν τους αγγίζει προσωπικά. Επισημαίνουν τις ευκαιρίες από μακριά, πλησιάζουν δίχως να γίνονται αντιληπτοί, εφορμούν, δηώνουν, ιδιοποιούνται και μετά απλώς εξαφανίζονται και πάλι στην ομίχλη από την οποία βγήκαν. Μοιραία λοιπόν, για αυτούς, όλοι οι «άλλοι» αναδεικνύονται σε ευκαιριακά αντικείμενα χρήσης, εκμετάλλευσης ή, έστω, απόλαυσης.

Υπ” αυτούς τους όρους λοιπόν, η διαδικασία τού επιχειρείν και η διαδικασία τού μετέχειν σε μια οποιαδήποτε κοινωνία παύουν να διασυνδέονται και να αλληλοεπικαλύπτονται. Τα χαραγμένα μονοπάτια που οδηγούσαν στους οικείους τόπους ξεθωριάζουν ή και εξαφανίζονται. Από τη στιγμή που η στεριά λειτουργεί σαν θάλασσα, δεν μπορεί παρά να αποδυναμώνονται τόσο η ανακουφιστική ιδέα μιας «φυσικής» συμβολικής και λειτουργικής κοινότητας όσο και οι άρρητοι αυτοματισμοί που τη χαρακτήριζαν. Με αποτέλεσμα η ατομική ιδιοτέλεια και ο συνεχής επιχειρησιακός αυτοσχεδιασμός να μην εμφανίζονται πια σαν ελεύθερες αξιακές επιλογές, αλλά σαν απαρασάλευτες εξωγενείς δομικές αναγκαιότητες. Ο ορθολογικός πειρατής δεν μπορεί να πάψει να επινοεί και να ανανεώνει τις δραστηριότητες και τις στρατηγικές του δίχως να απαρνηθεί τον εαυτό του. Μόλις βρεθεί στη θάλασσα, αναγκάζεται να επιπλεύσει κολυμπώντας στα άγρια κύματα με τις δικές του και μόνο δυνάμεις. Δεν υπάρχουν πια ούτε οργανωμένες αλληλοβοήθειες ούτε αυτοσχέδιες ναυαγοσωστικές λέμβοι. Οι κανονισμοί της κολύμβησης στην ανοιχτή θάλασσα είναι αδυσώπητοι. Εξω από τις συμπηγμένες κοινωνίες και τους στέρεους συμβολισμούς που εκτρέφονται στους κόλπους τους, δεν μπορεί να υπάρχει ούτε αλληλεγγύη ούτε αμοιβαιότητα ούτε επιείκεια. Ολοι πια γνωρίζουν πως, αν αφήσουν τον άλλο να ακουμπήσει επάνω τους, θα παρασυρθούν και οι ίδιοι στην ανεξέλεγκτη δίνη. Και δρουν αναλόγως.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Η χτεσινή κασιματιά για τον Γιάννη Ρίτσο...

του Νικου Σαραντακου...
Τη λέξη κασιματιά δεν την έχουν τα λεξικά, και δικαίως, αφού την έχουμε φτιάξει εδώ στο ιστολόγιο, αν και βλέπω με καμάρι ότι και άλλοι την έχουν υιοθετήσει. Κασιματιά είναι το ψέμα, και ειδικότερα το ψέμα που σερβίρεται με το μανδύα ιστορικού ανεκδότου και που έχει στόχο έναν πολιτικό αντίπαλο και επαναλαμβάνεται συχνά (ώστε να μείνει). Φυσικά, πήρε το όνομά του από τον δημοσιογράφο κ. Στέφανο Κασιμάτη, που του αρέσει να διανθίζει τη στήλη του με ιστορικά ανέκδοτα (μερικά υπαρκτά) και που ειδικεύεται στις κασιματιές εναντίον των αριστερών. Για παράδειγμα, κασιματιά είναι ότι ο Λένιν είχε κάνει λόγο για “χρήσιμους ηλίθιους” (μια άλλη κασιματιά, πάλι για τον Λένιν, εδώ).
Η κασιματιά που δημοσιεύτηκε στη χτεσινή Καθημερινή δεν είχε στόχο τον Λένιν, αλλά τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο. Αντιγράφω ολόκληρο το σχόλιο ώστε να μη χάσετε σταγόνα απ’ τη χολή: Από την ιστοσελίδα του King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου πληροφορούμαι ότι ο Τζον Κίτμερ διαδέχεται τον ιδιαιτέρως αγαπητό Ντέιβιντ Λάντσμαν ως πρεσβευτής της Βρετανίας στην Αθήνα. Ελληνιστής, όπως και ο προκάτοχός του, ο Ντ. Κίτμερ θα τολμούσα να επισημάνω ότι διαφέρει ως προς την εκκεντρικότητα των γούστων του – των φιλολογικών, για να μην παρεξηγηθώ. Λάτρης της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου, έχει δημοσιεύσει τη μελέτη «Χρήσεις της Ελληνικής Ορθοδοξίας στην πρώιμη ποίηση του Γιάννη Ρίτσου» και επί του παρόντος εργάζεται για την ολοκλήρωση της διδακτορικής διατριβής του για τον ποιητή, ο οποίος εκτός των άλλων ύμνησε τον δικτάτορα Στάλιν («Σώπα γιαγιά και σκούπισε με το τσεμπέρι σου τα μάτια σου. / Οταν σβύνει η φωτιά σου κάτω από το τσουκάλι σου / Είναι ο Στάλιν που σκύβει και φυσάει τη φωτιά σου ν’ ανάψει» κ.λπ.), καθώς και την εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Αντιλαμβάνομαι, ωστόσο, ότι τα ενδιαφέροντα του Τζ. Κίτμερ επικεντρώνονται μάλλον στην ανίχνευση των τρόπων με τους οποίους ο Ρίτσος αφομοίωσε στην ποίησή του την επιρροή άλλων ποιητικών φωνών της νεοελληνικής γραμματείας. Εν πάση περιπτώσει, παραδέχομαι ότι μου είναι δύσκολο να καταλάβω πώς μπορεί να γοητεύεται κάποιος με τον Ρίτσο, όταν υπάρχουν ο Σολωμός και ο Καβάφης· από την άλλη πλευρά όμως, όταν θυμάμαι ότι έχω περάσει μία εποχή κατά την οποία λάτρευα την ποίηση του Τέννυσον, τότε τα αποθέματά μου ανεκτικότητας και κατανόησης ξαφνικά ανανεώνονται ως διά μαγείας..
Δεν θα σταθώ στις ποιητικές προτιμήσεις, είτε του Βρετανού πρεσβευτή είτε του κ. Κασιμάτη, αλλά στο απόσπασμα που έχω σημειώσει με έντονους χαρακτήρες, δηλαδή την κασιματιά, εννοώ το ψέμα, ότι ο Ρίτσος ύμνησε την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Κατά σύμπτωση το ιστολόγιό μας έχει ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα πριν από πεντέξι μήνες και γι’ αυτό η πρώτη μου σκέψη, όταν με ειδοποίησε ένας φίλος με ηλεμήνυμα για την τελευταία κασιματιά, ήταν να αφιερώσω μόνο ένα σαββατιάτικο μεζεδάκι. Ύστερα όμως συνειδητοποίησα ότι το παλιό άρθρο του ιστολογίου είχε δημοσιευτεί κατακαλόκαιρο, Κυριακή 12 Αυγούστου, επομένως πολλοί φίλοι δεν θα το έχουν διαβάσει (αν και είχε γίνει αρκετά μεγάλη συζήτηση), οπότε ίσως θα είναι συγγνωστή η ανακύκλωση. Τώρα, αν έχετε διαβάσει το παλιό άρθρο, συγνώμη, ελπίζω το αυριανό (που θα είναι καινούργιο) να σας αποζημιώσει.

Επειδή το παλιό μου άρθρο είναι πολύ μεγάλο, δημοσιεύω πρώτα μια περίληψη, χωρίς τεκμηρίωση. Όποιος ενδιαφέρεται για περισσότερα, διαβάζει παρακάτω. Λοιπόν, αυτό που γράφει ο κ. Κασιμάτης είναι ψέμα. Ο Γιάννης Ρίτσος ποτέ δεν έγραψε ποίημα υπέρ της σοβιετικής επέμβασης στην Πράγα το 1968. Για να είμαι δίκαιος, δεν είναι μόνο ο κ. Κασιμάτης που διαδίδει το ψέμα αυτό. Άλλοι λένε ότι ο Ρίτσος το 1956 ή το 1968 έγραψε ποίημα (ή δήλωσε σε συνέντευξη) πως τα σοβιετικά τανκς χόρευαν ταγκό (ή βαλς) στους δρόμους ή τις πλατείες της Πράγας ή της Βουδαπέστης: κοινός τόπος όλων των παραλλαγών είναι ότι ο Ρίτσος ύμνησε τη σοβιετική εισβολή. Όπως είπα, είναι ψέμα. Τα Τα Άπαντα του Ρίτσου έχουν εκδοθεί, τα αρχεία του υπάρχουν στο μουσείο Μπενάκη, όποιος ισχυρίζεται ότι υπάρχει τέτοιος στίχος του Ρίτσου δεν έχει παρά να το αποδείξει σκανάροντας τη σχετική σελίδα ή έστω αναφέροντας τόμο και αριθμό σελίδας. Δεν θα βρεθεί τίποτα, γιατί τίποτα δεν υπάρχει.
Ο κόκκος αλήθειας στον οποίο στηρίζεται ο μύθος με όλες τις παραλλαγές του, είναι ότι σε μια συνέντευξή του στα Νέα το 1977, ο Ρίτσος, που μόλις είχε γυρίσει από τη Μόσχα όπου τιμήθηκε με το Βραβείο Λένιν, δήλωσε, μεταξύ άλλων: “Τα τανκς πέρασαν κι αυτά μ’ ένα ρυθμό χορευτικό. Ίσως ήταν το δικό μου αίσθημα που τους έβλεπα με αγάπη και φιλία. Καθώς οι στρατιώτες ήταν λευκοί και με το κρύο είχαν κοκκινίσει έμοιαζαν παιδιά που είχαν βγει μόλις απόνα σχολείο κάνοντας παρέλαση χαμογελαστοί μπροστά στους δασκάλους τους”. Αυτή είναι η μόνη αναφορά σε τανκς και σε χορευτικές κινήσεις. Αλλά πώς έγινε τάχα και αυτή η ομολογουμένως υπερβολικά ευμενής έως γλυκερή αναφορά (τον είχαν βέβαια βραβεύσει και αυτό, όσο και να πεις, σε κάνει να λες καλά λόγια) μετατράπηκε σε ποίημα που “υμνεί τα τανκς της εισβολής στην Πράγα”;
Η συνέντευξη Ρίτσου προκάλεσε αντιδράσεις, ιδίως στο χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς. Έτσι, λίγο αργότερα στα Νέα, τρεις επιφανείς αριστεροί διανοούμενοι, οι Ν. Πουλαντζάς, Κ. Βεργόπουλος και Κ. Τσουκαλάς, δημοσίευσαν στα Νέα μια επιστολή προς τον Γιάννη Ρίτσο, αρκετά επιθετική, στην οποία περιλαμβανόταν και το εξής ερώτημα: “Γιάννη Ρίτσο, η εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα το 1968 έγινε μήπως με τον ίδιο αξιαγάπητο και χορευτικό ρυθμό;”
Νομίζω ότι αυτός είναι ο σπόρος πάνω στον οποίο βλάστησε ο μύθος, ότι τάχα ο Γιάννης Ρίτσος ύμνησε την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το 1968 (ή στην Ουγγαρία το 1956). Αν η αρχική γέννηση του μύθου έγινε με σπασμένο τηλέφωνο ή αν ήταν συνειδητή κατασκευή δεν το έχω εξακριβώσει και δεν έχει μεγάλη σημασία. Σήμερα όμως είναι λάθος να επαναλαμβάνεται το ψέμα αυτό.
Βέβαια, ο Ρίτσος είχε γράψει στρατευμένα ποιήματα (και δεν ντρεπόταν γι’ αυτό) και είναι αλήθεια ότι έγραψε και ποίημα για τον Στάλιν όπως και για τον Ζαχαριάδη -που πάντως πρέπει να κριθούν με τα μέτρα της εποχής του. Αλήθεια επίσης είναι ότι έγραφε ποιήματα επικαιρικά, για να τιμήσει κάποιο γεγονός ή κάποιον νεκρό του αγώνα, που πολλά από αυτά δεν στέκονται στο ύψος των άλλων έργων του -άλλωστε δεν ήταν ολιγογράφος, το εκτενέστατο έργο του ήταν άνισο και είναι ζήτημα πόσο θα μείνει (κάτι που ισχύει και για άλλους ποιητές που έγραψαν πολύ, π.χ. τον Παλαμά). Όλα αυτά όμως δεν είναι το αντικείμενο του άρθρου μου, το άρθρο μου θέλει απλώς να ανασκευάσει τον επίμονο μύθο ότι τάχα ο Ρίτσος έγραψε ποίημα για τα σοβιετικά τανκς που χόρευαν όπως έμπαιναν στην Πράγα το 1968.
Τέτοιο ποίημα δεν έγραψε, και τον αδικεί ο μύθος τον Ρίτσο, όχι μόνο επειδή δεν έγραψε τίποτα τέτοιο, αλλά και επειδή, όπως μας θύμισε προ καιρού ο Γ. Ρούσης, ένα χρόνο μετά την εισβολή στην Πράγα έγραψε την Χαμένη υπερβόρειο: «Το μάθαμε καλά πως Υπερβόρειος διόλου δεν υπάρχει/ […..] Σήμερα βεβαιώθηκε:/ μια σκέτη φαντασία η χώρα απ’ όπου μας ερχότανε/ οι κύκνοι και τα ορτύκια, όπου οι σεμνόπρεπες κόρες / Λαοδίκη και Υπερόχη ετοίμαζαν για τους θεούς/τα πρώτα φρούτα της σοδειάς , προσεχτικά τυλίγοντάς τα/ σ’ άχυρο σίτου και λεπτό χαρτί[……] Και πάντα αισιόδοξος συνεχίζει : «Ωστόσο ακόμη συνεχίζουμε τον μισοτελειωμένο παιάνα /αφήνοντας ένα κενό στου ονόματος το μέρος, μήπως /βρεθεί κανένα νέο, και το προσθέσουμε την ύστατη ώρα,/πάντοτε με το φόβο μήπως ο αριθμός των συλλαβών του,/μικρότερος ή μεγαλύτερος, μας χαλάσει το μέτρο.» Υπαινικτικό, αλλά εύγλωττο θαρρώ.
Αυτή ήταν η περίληψη του παλιού μου άρθρου, αλλά αν θέλετε την τεκμηρίωση (έχει πιστεύω ενδιαφέρον, αν βέβαια έχετε χρόνο) αναδημοσιεύω ολόκληρο το παλιό μου άρθρο:
Ίσως δεν είναι και πολύ κατάλληλη η συγκυρία για το σημερινό άρθρο, κατακαλόκαιρο παραμονές δεκαπενταύγουστου, αλλά δεν το είχα έτοιμο το θέμα, εκείνο ήρθε και με βρήκε. Κι έπειτα, είναι θέμα που με ενδιαφέρει διπλά, μια και το ιστολόγιο αρέσκεται να σκαλίζει μικροφιλολογικά μυστήρια, ιδίως τις Κυριακές, αλλά και έχει ειδικευτεί στην ανασκευή μύθων, και το σημερινό θέμα μας έχει και από τα δύο. Ο λόγος είναι για τον Γιάννη Ρίτσο, ο οποίος, αν πιστέψουμε όσα γράφονται κατά καιρούς, έχει πει ή έχει γράψει κάτι για σοβιετικά τανκς που χορεύουν. Ως εκεί υπάρχει ομοφωνία στις διάφορες εκδοχές, αλλά ως προς τις υπόλοιπες λεπτομέρειες οι διάφορες εκδοχές διίστανται.
Για παράδειγμα, σε χρονογράφημά του στην εφημ. Μακεδονία, ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης γράφει: Πώς να ξεχάσεις τον πράγματι σπουδαίο μας ποιητή Γιάννη Ρίτσο, που έγραφε ότι τα σοβιετικά άρματα χόρευαν ταγκό κατά την εισβολή στην πλατεία της Πράγας; Πώς να το ξεχάσεις ή πώς να το θυμηθείς, θα το δούμε παρακάτω. Αλλά αν η εκδοχή του Σκαμπαρδώνη είναι απλώς μία από τις πολλές, έχει ωστόσο ένα μοναδικό στοιχείο.
Εννοώ ότι, απ’ όσο ξέρω, ο Σκαμπαρδώνης είναι ο μοναδικός που θέλει τον Ρίτσο να γράφει για τα τανκς που χορεύουν ταγκό. Η Κωνσταντίνα Ζάνου, σε άρθρο της που δημοσιεύτηκε και στην κυπριακή Καθημερινή, δίνει την επικρατούσα εκδοχή: “Τα τανκς χορεύουν βαλς στις πλατείες της Πράγας”, που υποτίθεται ότι το έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος για την εισβολή των σοβιετικών στην Πράγα το 1968. Και πράγματι, οι περισσότερες εκδοχές θέλουν τον Γιάννη Ρίτσο να έγραψε ένα ποίημα για να υμνήσει τη σοβιετική εισβολή στην Πράγα, στο οποίο έβλεπε τα τανκς να χορεύουν βαλς. Εδώ που τα λέμε, το βαλς, σαν χορός, ταιριάζει στα τανκς περισσότερο από το ταγκό, δεν βρίσκετε; Με τα βαλς συμφωνεί και το sansimera.gr, που βρίσκει ότι ο Ρίτσος ήταν σπουδαίος ποιητής  “όταν δεν υπονόμευε ο ίδιος την αξία του με τη στρατευμένη ποίησή του για τα «σοβιετικά τανκς που χορεύουν βαλς στην Πράγα» και άλλα τέτοια”. Σε άλλες πάλι πηγές, δεν προσδιορίζεται ο χορός. Έτσι, σε άρθρο του Δ. Παλαιολογόπουλου, αρχικά στην Αυγή, τα τανκς απλώς χορεύουν στους δρόμους της Πράγας, αλλά δεν ξέρουμε τι είδους χορό.
Πάντως, αν και οι περισσότερες πηγές συγκλίνουν στην Πράγα, ούτε εδώ υπάρχει ομοφωνία. Σε σχόλιο στην Καλύβα του Πάνου Ζέρβα, ο φίλος Αριστεροπόντιος (γνωστός και ως Μ-π), παραθέτει τον στίχο: “τα τανκς να χορεύουν βαλς στους δρόμους της Βουδαπέστης”, Γιάννης Ρίτσος, 1956. Ενώ ο Δημοσθένης Κούρτοβικ στα Νέα έγραψε: Ας θυμηθούμε την ωδή του Ρίτσου στα σοβιετικά τανκς που χορεύουν στην Κόκκινη Πλατεία. Επομένως, τρεις πόλεις ερίζουν για το θέατρο του χορού, Μόσχα, Βουδαπέστη και Πράγα, με την Πράγα να παίρνει περισσότερες ψήφους.
Και τι ακριβώς έγραψε ή είπε ο Γιάννης Ρίτσος για τα τανκς που χορεύουν; Κατά τον Κούρτοβικ ήταν ωδή, για άλλους πολλούς ήταν στίχος ποιήματος, ο Παλαιολογόπουλος όμως μιλάει για συνέντευξη, ενώ κάποιος αρθρογράφος του ακροδεξιού Ελεύθερου Κόσμου λέει ότι ο Ρίτσος, όταν τα σοβιετικά άρματα εισέβαλαν στην πρωτεύουσα της τότε Τσεχοσλοβακίας, δήλωσε ότι “τα τάνκς χορεύουν βάλς, στις πλατείες της Πράγας”! Δήλωση, συνέντευξη, ποίημα ή ωδή; (Εντάξει, η ωδή θεωρείται είδος ποιήματος, οπότε στην πραγματικότητα έχουμε τρεις κατηγορίες).
Και πότε το είπε ή το έγραψε; Κατά τον Αριστεροπόντιο το 1956, κατ’ άλλους το 1968, ενώ σύμφωνα με την Μαργαρίτα Γιαραλή στην Εποχή, “Σε κάποια επέτειο της εισβολής στην Πράγα του ΄68, ο ποιητής Ρίτσος διάβασε θριαμβευτικά προς την ΚΝΕ το ποίημα που εμπνεύστηκε στις 21 Αυγούστου ΄68, όντας ο ίδιος εξόριστος, ο στίχος που επαναλαμβανόταν έλεγε: “τα τανκς μπαίνανε χορεύοντας στην Πράγα”.
Λοιπόν; Τι έγινε με τα σοβιετικα τανκς; Χόρευαν βαλς, ταγκό ή κάτι απροσδιόριστο; Στη Βουδαπέστη, στη Μόσχα ή στην Πράγα; Ο Ρίτσος τα ύμνησε σε ποίημα ή σε δηλώσεις ή σε συνέντευξη; Το 1956, το 1968 ή μετά τη μεταπολίτευση; Στην πραγματικότητα, όλες οι παραπάνω πηγές κάνουν λάθος (ή λένε ψέματα) στον ένα ή στον άλλο βαθμό.
Ο Γιάννης Ρίτσος δεν έχει γράψει κανένα ποίημα όπου να υμνεί ή έστω να περιγράφει τις χορευτικές κινήσεις των τανκς, σοβιετικών ή άλλων. Όσο κι αν ψάξετε το έργο του δεν θα βρείτε κανένα τέτοιο ποίημα, και αυτό δεν το λέω μόνο εγώ, το διασταύρωσα και με την παλιά φίλη Αγγελική Κώττη, βιογράφο του Ρίτσου, η οποία είναι απολύτως κατηγορηματική ότι τέτοιος στίχος δεν υπάρχει (και η οποία βοήθησε πολύ να βρεθούν τα στοιχεία του παρόντος). Ο Ρίτσος όμως έχει πει κάτι σε συνέντευξη για σοβιετικά τανκς. Όχι στην Πράγα ή στη Βουδαπέστη, αλλά στη Μόσχα, όχι σε εισβολή αλλά σε παρέλαση. Αυτό έγινε το 1977.
Τον Νοέμβριο του 1977, ο Γιάννης Ρίτσος κλήθηκε στη Μόσχα για να τιμηθεί με το βραβείο Λένιν για την ειρήνη (με το ίδιο βραβείο είχαν τιμηθεί ο Βάρναλης το 1959 και ο Γλέζος το 1962, ενώ αργότερα βραβεύτηκαν ο Θεοδωράκης και ο Χαρ. Φλωράκης -ευχαριστώ τον φίλο που έκανε την επισήμανση). Η βράβευση συνέπεσε με τους εορτασμούς των εξήντα χρόνων της Οκτωβριανής επανάστασης (η οποία, όπως ξέρουμε, με το νέο ημερολόγιο πέφτει Νοέμβριο). Σαν ένας από τους τιμώμενους, ο Ρίτσος παρακολούθησε και τους εορτασμούς και ιδίως τη μεγάλη παρέλαση στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, έδωσε μια μεγάλη συνέντευξη στον Γιώργο Λιάνη, στα Νέα, σε δυο συνέχειες (είπαμε, ήταν μεγάλη), όπου μίλησε πολύ επαινετικά για την Σοβιετική Ένωση και περιέγραψε τις εντυπώσεις του. Μπορείτε να δείτε τη συνέντευξη εδώ, καταρχάς το πρώτο μέρος (6.12.1977) και στη συνέχεια το δεύτερο μέρος (7.12.1977) εδώ. Πάντως είναι μεγάλα αρχεία και ίσως αργήσουν να εμφανιστούν. Το απόσπασμα που μας ενδιαφέρει υπάρχει στο β’ μέρος της συνέντευξης.
Συγκεκριμένα, ο Ρίτσος σε ένα σημείο αναφέρεται στην παρέλαση που έγινε στην Κόκκινη Πλατεία, και λέει: “Ακόμα και η παρέλαση είχε κάτι το χορευτικό. Ήταν μια πάνδημη συμμετοχή”. Και μετά, όταν ο Λιάνης τον ρωτάει αν όντως γέμισε η πλατεία με τεράστιες φωτογραφίες του Μπρέζνιεφ, ο Ρίτσος απαντάει πως όχι και συνεχίζει: “Τα τανκς πέρασαν κι αυτά μ’ ένα ρυθμό χορευτικό. Ίσως ήταν το δικό μου αίσθημα που τους έβλεπα με αγάπη και φιλία. Καθώς οι στρατιώτες ήταν λευκοί και με το κρύο είχαν κοκκινίσει έμοιαζαν παιδιά που είχαν βγει μόλις απόνα σχολείο κάνοντας παρέλαση χαμογελαστοί μπροστά στους δασκάλους τους”.
Αυτή είναι η μόνη αναφορά σε τανκς και σε χορευτικές κινήσεις. Αλλά αυτή η ομολογουμένως υπερβολικά ευμενής έως γλυκερή αναφορά (τον είχαν βέβαια βραβεύσει και αυτό, όσο και να πεις, σε κάνει να λες καλά λόγια) πώς έγινε τάχα και μετατράπηκε σε ποίημα που υμνεί τα τανκς της εισβολής στην Πράγα;
Νομίζω ότι έχω την απάντηση. Η συνέντευξη του Ρίτσου σε μια εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας έκανε αίσθηση και σχολιάστηκε πολύ, ιδίως επειδή ήταν η πρώτη φορά (αν θυμάμαι καλά) μετά τη μεταπολίτευση που ο Ρίτσος είχε μιλήσει με τόσο θερμά λόγια για τη Σοβιετική Ένωση. Στους κύκλους της ανανεωτικής αριστεράς, του τότε ΚΚΕ εσ. και της Αυγής, που ακολουθούσαν περισσότερο κριτική στάση προς το σοβιετικό μοντέλο, η συνέντευξη έγινε δεκτή με αμηχανία, και λίγο με ενόχληση.
Λίγες μέρες μετά, τρεις επιφανείς καθηγητές που ανήκαν στην ανανεωτική αριστερά, ο Νίκος Πουλαντζάς, ο Κώστας Βεργόπουλος και ο Κων. Τσουκαλάς, έστειλαν επιστολή στα Νέα, στην οποία διαφωνούσαν σε οξύ ύφος με τις εντυπώσεις και τις διαπιστώσεις του Ρίτσου. Το κείμενό τους, με τίτλο “Απάντηση στον Γιάννη Ρίτσο”, δημοσιεύτηκε στα Νέα στις 17.12.1977.
Την απάντηση των τριών καθηγητών την έχω επίσης ανεβάσει και μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ (και πάλι, το αρχείο είναι μεγαλούτσικο). Όπως θα δείτε, οι τρεις καθηγητές δίνουν απάντηση στον Ρίτσο εφόλης της ύλης, αλλά το σημείο που μας ενδιαφέρει είναι ο σχολιασμός που κάνουν στον χορευτικό ρυθμό των τανκς.
Αφού τον κατηγορούν για δουλοπρεπή στάση απέναντι στους ισχυρούς, του απευθύνουν (με έναν ελαφρό γαλλισμό) το ερώτημα: “Γιάννη Ρίτσο, η εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα το 1968 έγινε μήπως με τον ίδιο αξιαγάπητο και χορευτικό ρυθμό;”
Νομίζω  ή πιο σωστά είμαι πεπεισμένος ότι εδώ βρίσκεται ο σπόρος από τον οποίο φύτρωσε ο μύθος για το ποίημα ή την ωδή ή τις δηλώσεις του Ρίτσου που τάχα ύμνησαν την εισβολή στην Πράγα ή στη Βουδαπέστη. Από μια ρητορική, ας πούμε, ερώτηση του κειμένου των Πουλαντζά-Βεργόπουλου και Τσουκαλά! Αν κάποιος αναδιφήσει τις εφημερίδες της εποχής (και ιδίως την Αυγή) ίσως βρει τους καναδυό ελλείποντες κρίκους, αλλά για μένα δεν χωράει αμφιβολία ότι από εδώ γεννήθηκε ο μύθος, είτε από σπασμένο τηλέφωνο είτε με συνειδητή κατασκευή.
Βέβαια, ο Ρίτσος είχε γράψει στρατευμένα ποιήματα (και δεν ντρεπόταν γι’ αυτό) και είναι αλήθεια ότι έγραψε και ποίημα για τον Στάλιν όπως και για τον Ζαχαριάδη -που πάντως πρέπει να κριθούν με τα μέτρα της εποχής του. Αλήθεια επίσης είναι ότι έγραφε ποιήματα επικαιρικά, για να τιμήσει κάποιο γεγονός ή κάποιον νεκρό του αγώνα, που πολλά από αυτά δεν στέκονται στο ύψος των άλλων έργων του -άλλωστε δεν ήταν ολιγογράφος, το εκτενέστατο έργο του ήταν άνισο και είναι ζήτημα πόσο θα μείνει (αυτό βέβαια ισχύει και για άλλους ποιητές που έγραψαν πολύ, π.χ. τον Παλαμά). Όλα αυτά όμως δεν είναι το αντικείμενο του άρθρου μου, το άρθρο μου θέλει απλώς να ανασκευάσει τον επίμονο μύθο ότι τάχα ο Ρίτσος έγραψε ποίημα για τα σοβιετικά τανκς που χόρευαν όπως έμπαιναν στην Πράγα το 1968. Τέτοιο ποίημα δεν έγραψε, και τον αδικεί ο μύθος τον Ρίτσο, όχι μόνο επειδή δεν έγραψε τίποτα τέτοιο, αλλά και επειδή, όπως μας θύμισε προ καιρού ο Γ. Ρούσης, ένα χρόνο μετά την εισβολή στην Πράγα έγραψε την Χαμένη υπερβόρειο: «Το μάθαμε καλά πως Υπερβόρειος διόλου δεν υπάρχει/ […..] Σήμερα βεβαιώθηκε:/ μια σκέτη φαντασία η χώρα απ’ όπου μας ερχότανε/ οι κύκνοι και τα ορτύκια, όπου οι σεμνόπρεπες κόρες / Λαοδίκη και Υπερόχη ετοίμαζαν για τους θεούς/τα πρώτα φρούτα της σοδειάς , προσεχτικά τυλίγοντάς τα/ σ’ άχυρο σίτου και λεπτό χαρτί[……] Και πάντα αισιόδοξος συνεχίζει : «Ωστόσο ακόμη συνεχίζουμε τον μισοτελειωμένο παιάνα /αφήνοντας ένα κενό στου ονόματος το μέρος, μήπως /βρεθεί κανένα νέο, και το προσθέσουμε την ύστατη ώρα,/πάντοτε με το φόβο μήπως ο αριθμός των συλλαβών του,/μικρότερος ή μεγαλύτερος, μας χαλάσει το μέτρο.» Υπαινικτικό, αλλά εύγλωττο θαρρώ.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Κ. Τσουκαλάς: χορεύοντας με τη λήθη...

Του Τάκη Καφετζή, απο την εφημεριδα των συντακτων...
Δεν είναι εύκολο να γράφεις για τη λήθη. Η λήθη ανακουφίζει, ίσως. Αρκεί να μην τη γράφεις. Γιατί τότε σου επιστρέφει επώδυνα. Σαν ένα παρόν που έχει δύσκολους λογαριασμούς με το παρελθόν του. Στο τελευταίο του βιβλίο, ο Τσουκαλάς χορεύει ένα νοσταλγικό βαλς με την αλήθεια της λήθης.
Στον τίτλο του βιβλίου, «Ελλάδα της λήθης και της αλήθειας», λανθάνει η ιδέα ότι η λήθη είναι ένας μαγικός τρόπος για να ανασύρουμε λόγους πραγμάτευσης και αναίρεσης της κρίσης. Οτι η λήθη μπορεί να είναι παρόν, ότι δεν είναι τρισκατάρατη, ότι μπορεί ν” αναφέρεται σ” ένα παράδοξα ευκλεές παρελθόν. Αρα να μην είναι λήθη. Να είναι ζωτική αλήθεια που δεν της πρέπει να εγκαταλειφθεί στη λησμοσύνη.
Ο Τσουκαλάς βρίσκεται πάντα σ” ένα μεταίχμιο σκέψης, η ίδια η σκέψη του είναι ένα μεταίχμιο. Μία ακατάπαυστη μετάβαση ανάμεσα στο πριν, το τώρα, το μετά. Ετσι και στο τελευταίο του βιβλίο. Εξ αρχής διερωτάται. Προσπαθώ να τον ακολουθήσω με δύο απορίες.
Πρώτον, τι ξεχνά, ή τι θέλει να ξεχάσει, η παρατεταμένα έφηβη και βιαίως ενηλικιούμενη Ελλάδα και ποια είναι η αλήθεια της; Δεύτερον, πώς μπορεί κανείς να μιλήσει γι” αυτά, γνωρίζοντας εξ” αρχής ότι δεν υπάρχουν ούτε μοναδικοί τρόποι ούτε οριστικές απαντήσεις; Ο συγγραφέας επιχειρεί να απαντήσει και στα δύο αυτά ερωτήματα, με μία γραφή που αυτοπαρουσιάζεται ηθελημένα πολεμική, αλλά και μοιάζει σαν να απολογείται για τη στοχαστική της αναλυτικότητα. 
Υστερα από 20 χρόνια περιπλάνησης στη μεθόριο της κοινωνικής θεωρίας και της πολιτικής φιλοσοφίας, ο Τσουκαλάς γράφει πάλι ένα βιβλίο για την Ελλάδα. Την Ελλάδα στην εποχή της κρίσης. Οπως είχε γράψει για την Ελλάδα της κρίσης στην εποχή της δικτατορίας, 43 χρόνια πριν. Τότε που, με παρότρυνση του φίλου του Γιώργου Κριμπά, παρέδωσε στις εκδόσεις Penguin το χειρόγραφο της «Ελληνικής Τραγωδίας». Για τις ανάγκες του αντιδικτατορικού αγώνα.
Σήμερα εκδίδει ένα κείμενο στρατευμένο στην ιδέα ενός πολέμου-απάντησης στο τρέχον κυρίαρχο στερεότυπο «βρισκόμαστε σε πόλεμο», «είμαστε με το πιστόλι στον κρόταφο», «μας έχουν με την πλάτη στον τοίχο» κττ. Και όπως καταθέτει ο ίδιος, γράφει το τελευταίο του βιβλίο διακατεχόμενος από οργή μαζί και αγωνία μπροστά στην αβεβαιότητα του κοινού μας μέλλοντος. Ακόμα κι αν αυτά τα διανοητικά και ψυχολογικά του κίνητρα υπήρχαν και στη συγγραφή της «Ελληνικής Τραγωδίας», οι όποιες άλλες πιθανές ομοιότητες σταματούν εδώ.
Γιατί όπως γράφει τώρα ο Τσουκαλάς, έχοντας μια μακρά θητεία στην ιδέα και την έννοια του ιστορικού χρόνου, «η σχέση με το ίδιο μας το παρελθόν είναι πάντα κάτι «άλλο» από εκείνο που εκ πρώτης όψεως φαίνεται». Και είναι αυτό το απροσδιόριστο άλλο, διότι (παραθέτω ξανά τον ίδιο) «μαζί με το παρελθόν μας ξαναδιαβάζουμε και ξανα-παραχαράσσουμε πάντα… τα «έργα» μας… αναθεωρώντας συνεχώς το νόημά τους, άρα και την ιστορία τους». Ισως αυτό είναι η επιτομή ενός εναγώνιου αναστοχασμού για τις σημασίες, τις έννοιες και τα πλάσματα του νου, ενός αναστοχασμού που πιστεύω πως σφραγίζει σταθερά το έργο του Τσουκαλά.
Δεν είναι τυχαίο που μιλά για μία επανα-παραχάραξη των έργων μας, ως εάν αυτά να συνιστούσαν ήδη μία παραχάραξη της πραγματικότητας από τα τελέσματα της σκέψης μας γι” αυτήν. Ισως έτσι μπορεί να εξηγηθεί γιατί χρησιμοποιεί τους καθρέφτες του Μπόρχες. Ενα σχήμα που του επιτρέπει να διαβάζει τη σκέψη τη δική του και τις συλλογικές προσλήψεις για το υπάρχον και το ευκταίο ως ένα καλειδοσκοπικό είδωλο των μορφών του χρόνου, του κεντρικού και του περιφερειακού, του κύριου και του δευτερεύοντος, του αίτιου και του αιτιατού, του ενδογενούς και του εξωγενούς.
Διότι είναι εξ αρχής σαφής. Γνωρίζει, όπως γράφει σε άλλο ανέκδοτο κείμενό του, ότι «η εξοικείωση με το ανοίκειο θέλει χρόνο». Ομως, γνωρίζει επίσης ότι η κρίση που γεννά αιφνίδια αυτή την αδόκητη ανοικειότητα, αυτή την αφόρητη ξενότητα στη ζωή και τη σκέψη των ανθρώπων, δεν προσφέρεται σε εύκολα και ανακουφιστικά εξηγητικά σχήματα. Ετσι, αναζητά στην Ελλάδα τους λόγους για τους οποίους η κρίση αποκτά πρωτοφανή οξύτητα, όμως αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως παράδειγμα αδιεξόδου ενός παγκόσμιου πλέον συστήματος.
Συνομιλεί με προγενέστερες επεξεργασίες του για την ελληνική ιδιαιτερότητα, όμως προειδοποιεί ότι η ενδογένεια, η συνακόλουθη διάκριση ανάμεσα στο μέσα και στο έξω της κρίσης εμπεριέχουν μιαν αφετηριακή αμφισημία, είναι ερμηνευτικές κατασκευές συμβατικές, ανιστόρητες, ιδεαλιστικές, υποβολιμαίες. Και αν προτείνει μία αφήγηση για τα αίτια της ελληνικής κακοδαιμονίας, όπως θα έλεγαν κάποιοι συγκαιρινοί και παλαιότεροι εκσυγχρονιστές, έχει συνείδηση πως «οποιαδήποτε αναζήτηση αιτιακών ακολουθιών παραμένει πάντα στο βάθος «ενδεχομενική» και «πιθανολογική»».
Πιστεύω πως είναι σε αυτό το νοηματικό και λογικό πλαίσιο που ο Τσουκαλάς διαλέγεται με προγενέστερα αναλυτικά του σχήματα, δοκιμάζοντας την αντοχή τους στο σήμερα. Διαλέγεται με την «πολυσθένεια» των κοινωνικών υποκειμένων όπως τη διατύπωσε το 1986, με τους «τζαμπατζήδες» του 1993, με την κρατική κατασκευή του κοινωνικού όπως την ανέπτυξε το 1977 και το 1981. Και διαλέγεται όχι για να αποδείξει την εγκυρότητα του στοχασμού του, αλλά για να συνδέσει την «παρέκκλιση» του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού από το κυρίαρχο καπιταλιστικό υπόδειγμα με αυτό που σήμερα καθίσταται «πειραματόζωο Ελλάδα».
Ιστορικά, μετά τον δυτικοευρωπαϊκό, κυρίως, 19ο αιώνα, οποιαδήποτε απόκκλιση από την πειθαρχία στον διττό ορθολογισμό της αγοράς και της νομιμοποιημένης κρατικής βίας επέφερε αντίποινα. Οι απείθαρχοι ήσαν κάποιοι εξωτικοί, περίεργοι, κατοικούσαν στην πραγματική, όχι στη νόμιμη χώρα του Τοκβίλ. Τεμπέληδες, αρνησίκυροι, απροσάρμοστοι, ανομικοί, επικίνδυνοι, πάνω απ” όλα ακατανόητοι. Προϊόντος του χρόνου έγιναν αντικείμενα προς ταξινόμηση στο πανοπτικό του Μπένθαμ και του Φουκό.
Εκείνο που νομίζω για τη σκέψη του Τσουκαλά σ” αυτό το βιβλίο του, είναι ότι μιλά εξ ονόματος αυτού του υπό πειθάρχηση στρώματος αλλά εν μέσω κρίσης. Δηλαδή, σαν να πρόκειται για ένα στρώμα που διαστέλλεται ανεξέλεγκτα. Οπως ένα πειραματόζωο, που δοκιμαστικά του χορηγούν φάρμακα εξετάζοντας πόσο θα αντέξει, χωρίς ποτέ να γνωρίζουν το σημείο βρασμού του.
Ο Τσουκαλάς δοκιμάζει μ” αυτό το βιβλίο του το πολιτικό σημείο βρασμού αυτής της πειραματικής χώρας, που ήταν πάντα η κατά τα άλλα «ιδιαίτερη Ελλάδα του». Υπαινίσσεται την ανάγκη να επινοηθεί αλλιώς η πολιτική και οι δρώντες της, το παρελθόν τους και το μέλλον τους. Μας λέει γι” άλλη μία φορά πόσο η απόκλιση μπορεί να είναι ο συμπληρωματικός κανόνας της ισορροπίας.

Συνομιλεί γι” αυτό με τον Robert K. Merton, υπογείως ακόμα και με τον Μαρκήσιο ντε Σαντ… Ψάχνει πώς να μιλήσει για μια οικουμενική αποκατάσταση της πολιτικής και του πολιτικού. Υπαινικτικά πάντα αφήνει να πλανηθεί η πρωτεύουσα ιδέα της σκέψης του: η συλλογική αυτοθέσπιση των όρων της ζωής μας που αντιπαραβάλλεται στην ετερονομία των αγοραίων μνημονίων.

Η ιδέα που προβάλλει σ” αυτό το βιβλίο του, είναι συνώνυμη της εικόνας μιας Ελλάδας που από παράδειγμα αδιεξόδου μπορεί να γίνει υπόδειγμα ανατροπής.

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Δημοκρατία φαστ τρακ...

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, απο την εφημεριδα των Συντακτων...
Κάτι ήξεραν οι παλαιοί: με δεδομένη τη σοβαρότητα του ζητήματος, οι πόλεμοι, έλεγαν, δεν πρέπει ποτέ να αφήνονται στα χέρια των κατ” επάγγελμα στρατιωτικών που, κατά τεκμήριο τουλάχιστον, δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους. Κάτι αντίστοιχο φαίνεται να συμβαίνει σε ό,τι αφορά τα σημερινά σοβαρά ζητήματα που συνδέονται με τον οικονομικό πόλεμο, δηλαδή με τον «ειρηνικό» αγοραίο ανταγωνισμό.
Για τα ζητήματα αυτά, μας λένε σήμερα, δεν μπορεί να εμπιστεύεται κανείς ούτε τους κατ” επάγγελμα πολιτικούς, ούτε τον λαό. Ακόμα και αν είναι ικανοί, οι πρώτοι επιδιώκουν συχνά τα δικά τους «ιδιοτελή» πολιτικά συμφέροντα. Και μολονότι ο δεύτερος βέβαια «δεν πλανάται ποτέ», αυτό δεν ισχύει παρά υπό τον απαράβατο όρο πως δεν τον αφήνουν να αποφασίζει για τίποτε.

Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα. Μόνον εκείνοι που διακινούν τα ιδιωτικά τους συμφέροντα (δηλαδή οι «αγορές») και, κατ” επέκτασιν, όσοι μπορούν να κρίνουν αδέκαστα, αντικειμενικά και μετά «λόγου επιστημονικής γνώσεως» για τους όρους προώθησης των συμφερόντων αυτών (δηλαδή οι τραπεζίτες, «τεχνοκράτες» και «ειδικοί»), δικαιούνται να έχουν άποψη και να αποφασίζουν περί του πρακτέου.

Η θεμελίωση της απόφανσης αυτής είναι άλλωστε αυτονόητη. Αν η βελτιστοποίηση του κόσμου, δηλαδή η πρόοδος, είναι συνώνυμη με τη μεγιστοποίηση των κερδών, ποιος θα ήταν δυνατόν να γνωρίζει «καλύτερα» από εκείνους που καλούνται να τα απολαύσουν; Ετσι, ο κύκλος τετραγωνίζεται. Οι ρητορικές ερωτήσεις δεν επιδέχονται παρά μόνο ρητορικές απαντήσεις.

Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στους αλήστου μνήμης πολέμους και στον σημερινό ελεύθερο ανταγωνισμό. Αν ο πρώτος είχε συνήθως ημερομηνία λήξεως αφού έπρεπε κάποτε να τελειώσει, ο δεύτερος είναι αιώνιος αφού πρέπει να αναπαράγεται επ” άπειρον.

Και γι” αυτόν ακριβώς τον λόγο, ενώ οι «καταστάσεις ανάγκης» που συνοδεύουν τις έκτακτες συνθήκες του πολέμου αίρονταν με τη λήξη του, οι λογικές και δομικές καταστάσεις ανάγκης που ακολουθούν τον θεσπισμένο και απορρυθμισμένο αγοραίο ανταγωνισμό δεν μπορεί ποτέ να αρθούν ή να αμφισβητηθούν.

Η αγορά δεν μπορεί ποτέ να «ειρηνεύσει». Στο εξής λοιπόν, οι εξελίξεις και οι αναγκαίοι περιορισμοί των δημοκρατικών διαδικασιών οφείλουν να είναι «διαρκείς» και να ισχύουν επ” αόριστον. Η αγοραία κατάσταση «ανάγκης» είναι μόνιμη και εγγενής.

Μοιραία, υπό τους όρους αυτούς, ο τρόπος διακυβέρνησης μεταλλάσσεται μέρα με τη μέρα. Είναι σαφές ότι προκειμένου να μπορεί να λαμβάνονται άμεσα καίριες αποφάσεις δίχως βραδύτητα, με τις ελάχιστες δυνατές αντιστάσεις και δίχως αδόκητες κωλυσιεργίες, θα πρέπει να μπορεί να αποδυναμωθούν επί μονίμου βάσεως όλες εκείνες οι «δικλίδες δημοκρατικής ασφάλειας» που διαμεσολαβούσαν μέχρι σήμερα ανάμεσα στον κυρίαρχο λαό και στις καίριες αποφάσεις.

Ανεξάρτητα από το ζήτημα πώς και από ποιον λαμβάνονται, πρέπει να μπορεί να θεσμοθετούνται ακώλυτα και στον ελάχιστο δυνατό χρόνο. Τα συμπτώματα της μεταλλαγής των πολιτικών πρακτικών είναι άλλωστε πολλαπλά. Οπως παλαιότερα οι «αναγκαστικοί νόμοι», -σαν να ήταν δυνατόν να νοηθούν μη αναγκαστικοί νόμοι (!)-, έτσι και σήμερα οι «πράξεις νομοθετικού περιεχομένου», όπως και η επιλογή της διαδικασίας του «επείγοντος», στοχεύουν να παρακάμψουν ή να περιορίσουν τις «ανοικτές» κοινοβουλευτικές συζητήσεις.

Στο ίδιο πνεύμα, η νεοθεσπιζόμενη «Γενική Γραμματεία Συντονισμού» καλείται να αποδυναμώσει την αυτόνομη λειτουργία μιας πολυμελούς κυβέρνησης, κυρίως όταν αυτή απαρτίζεται από περισσότερα κόμματα.

Οι υφέρπουσες σκοπιμότητες δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας. Οι χρονοβόρες και συχνά άδηλης έκβασης δημοκρατικές διαδικασίες και διαπραγματεύσεις όλων των θεσπισμένων συλλογικών πολιτικών σωμάτων δεν πρέπει να «παρακωλύουν τις ελεύθερες αγοραίες συγκοινωνίες».

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι τα περισσότερα κόμματα λειτουργούν όλο και πιο αρχηγικά και ότι όποιος διαφωνεί με τη γραμμή «διαγράφεται» ή, έστω, «θέτει εαυτόν εκτός κομματικής οικογένειας». Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι οι τριμερείς συλλογικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα συνδικάτα, την εργοδοσία και το κράτος έχουν υποκατασταθεί από πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται από την κεντρικά αποφασίζουσα εξουσία ή τους υποβολείς της.

Τέλος, δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και η ισχύς της αρχής του χωρισμού των «εξουσιών» -του κατ” εξοχήν αυτού θέσφατου της νεωτερικής δημοκρατίας και μαζί με αυτήν η προβλεπόμενη διαδικασία άρσης της σύγκρουσης ανάμεσά τους- τείνει να σχετικοποιείται στο όνομα μιας νεοπροσδιοριζόμενης υπέρτερης «εθνικής σκοπιμότητας» που ταυτίζεται πλέον με την άμεση αποτελεσματικότητα του θεσπίζειν.

Η δύσκαμπτη δημοκρατική νομιμότητα πρέπει πάση θυσία να μεταλλαγεί σε μιαν εύκαμπτη εξουσιαστική αυθαιρεσία. Και μάλιστα με «την άδεια της αστυνομίας» αφού με προσήκουσες ερμηνευτικές εκλογικεύσεις, τα νέα ήθη μπορεί να εμφανίζονται τύποις συνταγματικά.

Βαθμιαία αλλά σταθερά, λοιπόν, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την εμπέδωση της νέας «διαρκούς αυταρχικής δημοκρατίας». Και δεν θα μπορούσε ίσως να γίνει διαφορετικά.

Από τη στιγμή που υπό τις τρέχουσες συνθήκες κρίσης, η φερεγγυότητα του πολιτικού συστήματος εμφανίζεται κυριολεκτικά καταβαραθρωμένη και που, ταυτοχρόνως, οι πιέσεις των αγορών απαιτούν άμεσες θεσμικές παρεμβάσεις στον κοινωνικό ιστό, αποδυναμώνονται και οι κατά παράδοσιν εκτονωτικές λειτουργίες του συμμετοχικού πολιτικού θεάτρου.

Και από τη στιγμή που στο όνομα της άμεσης αποτελεσματικότητας η «τεχνοδημοκρατία» πιέζεται να απαλλαγεί από το βάρος της άμεσης συμμετοχής του λαού στα τεκταινόμενα, τα δημοκρατικά «κοινωνικά συμβόλαια» τείνουν να χάνουν την εμβέλειά τους.

Εδώ ακριβώς εντοπίζονται τα αίτια της ανάδυσης της νέας ολοκληρωτικής «τεχνοαυθαιρεσίας». Οχι μόνον δεν επιτρέπεται να συζητούνται επιλογές «άλλες» από εκείνες που προτείνονται, αλλά επιπλέον, οι τεχνικά επιβαλλόμενες λύσεις πρέπει να θεσπιστούν και να εφαρμοστούν κατά γράμμα και παραχρήμα.

Οπως έλεγε χαρακτηριστικά η Κριστίν Λαγκάρντ, τρία πράγματα πρέπει να γίνουν αμέσως. Εφαρμογή, εφαρμογή και εφαρμογή (implementation, implementation and implementation). Ετσι, κινούμενη υπό τον αστερισμό του χρόνου-χρήματος, η σημερινή αυταρχική δημοκρατία ορίζεται πλέον ως δημοκρατία φαστ-τρακ.

Ακόμα και αν δεν είναι σίγουρη γι” αυτό που θέλει η κάνει, δεν έχει την «πολυτέλεια» ούτε να σκέπτεται, ούτε να χρονοτριβεί. Απολαμβάνει απλώς τη δυνατότητά της να αποφασίζει και να διατάσσει, θαυμάζοντας το είδωλό της σε έναν ραγισμένο καθρέφτη. Ισως να υπολογίζει στην ανοχή ή τη συγγνώμη ενός Θεού και μιας Ιστορίας που δεν υπάρχουν παρά μόνον μέσα από την άπειρη φιλευσπλαχνία τους.

Ομως, πλανάται. Σαν τους Θεούς, οι λαοί και η ιστορία διψούν κυρίως για εκείνα πουτους στερούν.

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Η έκρηξη της «μεταμικρομεσαίας κοινωνίας»

ΤΟ ΒΗΜΑ ...
Η ομιλία του καθηγητή στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Λυγερού «Από την κλεπτοκρατία στη χρεοκοπία»

Ο κύκλος της Μεταπολίτευσης, γράφει ο Σταύρος Λυγερός, είναι ο κύκλος της μικρομεσαίας θάλασσας. Αυτόν ακριβώς τον κύκλο περιγράφει, ανατέμνοντας τις τύχες του, καταγγέλλοντας την απόληξή του και αναλύοντας το «κοινωνικό συμβόλαιο» που τον θεμελίωσε. Ο χαρακτηρισμός είναι, νομίζω, απολύτως εύστοχος. Και σε ό,τι με αφορά προσωπικά, είναι επίσης και ιδιαίτερα ευπρόσδεκτος. Θυμάμαι ότι όταν, το 1984, πριν από είκοσι οχτώ χρόνια, είχα γράψει ένα απαισιόδοξο άρθρο με τίτλο «Η δομή της απασχόλησης και το μικρομεσαίο θαύμα», οι αντιδράσεις της αισιόδοξης τότε Κεντροαριστεράς και Αριστεράς υπήρξαν ομόφωνα επικριτικές.

Αισθάνομαι λοιπόν διπλά ευχαριστημένος που ο συγγραφέας του βιβλίου μού έκανε την τιμή να μου ζητήσει να μιλήσω γι' αυτό. Πρώτον, εξ αντικειμένου, επειδή πιστεύω ότι το βιβλίο είναι εξαιρετικό, πρωτότυπο, καλογραμμένο και σε πολλά σημεία αποκαλυπτικό. Και δεύτερον, εξ υποκειμένου, επειδή οι ενδελεχείς αναλύσεις του Σταύρου Λυγερού φαίνεται να επιβεβαιώνουν πολλά απ' όσα ήδη τότε φοβόμουν, δίχως βέβαια να μπορώ να προβλέψω τη θεαματικά απρόσμενη πορεία τους.

Ετσι, θα επικεντρωθώ στον μικρομεσαίο χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που φαίνεται να πνέει τα λοίσθια. Εν μια νυκτί, μια Ελλάδα που κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει τι ακριβώς «ήταν» καλείται να μεταμορφωθεί σε «κάτι» του οποίου τη βιωσιμότητα κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί. Πρέπει, μας λένε όλοι, να προσαρμοστούμε. Η χώρα μας πρέπει να γίνει σαν τις «άλλες». Ο χαμένος παράδεισος των οκνηρών και διεφθαρμένων χαραμοφάηδων οφείλει να μεταμορφωθεί σε μια χώρα ανιδιοτελών και υπεύθυνων πολιτών. Μαζί με τη σκηνή που αλλάζει, νέα πρόσωπα και προσωπεία και νέοι υποβολείς πρέπει να κάνουν την εμφάνισή τους. Exit ο παράλογος αυτάρεσκος νεοορθόδοξος Αλέξης Ζορμπάς, enter ο ορθολογικός καλβινιστής σουμπετεριανός επιχειρηματίας.

Με αυτή την έννοια, το αναγκαίο «θεραπευτικό σοκ» δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι επικοινωνιακό, πολιτιστικό, ιδεολογικό και ηθικό. Γονυπετής ενώπιον των εταίρων, των πιστωτών της και των απανταχού θεατών, η χώρα καλείται να ζητήσει κατανόηση, επιδεικνύοντας έμπρακτη μετάνοια για όλα εκείνα για τα οποία, καλώς ή κακώς, είχε συνηθίσει να επαίρεται.

Τα κριτήρια της μεταμόρφωσης παραμένουν όμως ανομολόγητα. Κανείς δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η επιθυμητή αλλαγή συνεπάγεται πως την ίδια στιγμή που πρέπει να καταξιώνονται απερίφραστα οι ανάλγητες «ορθολογικές μεγαλο-ιδιοτέλειες» των κεφαλαιούχων και των «αγορών», πρέπει να απαξιώνονται με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση οι «ευτελείς και ανορθολογικές μικρο-ιδιοτέλειες» εκείνων που δεν επιδιώκουν παρά την επιβίωσή τους. Οπως ακριβώς συμβαίνει με την εκμετάλλευση, την εξαπάτηση και την κλοπή, έτσι και η αναλγησία εμφανίζεται αξιοκατάκριτη μόνο στις μικροκλίμακες.

Δεν προτίθεμαι βέβαια να φιλοσοφήσω. Θέτω το ζήτημα αποκλειστικά και μόνον επειδή μέχρι πρόσφατα η Ελλάδα φαινόταν να μπορεί να συνδυάζει τα καλά και των δύο αυτών κόσμων. Για μια σειρά λόγους, στους οποίους είναι βέβαια αδύνατον να εισέλθω, είναι γεγονός ότι η χώρα μπόρεσε να διογκώνει συνεχώς το εισόδημά της δίχως ταυτόχρονα να εξελίσσεται με βάση τις δυτικές προδιαγραφές. Οπως υπογραμμίζει ο Λυγερός, για πολλές δεκαετίες, οι ρυθμοί αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης ήταν οι υψηλότεροι ανάμεσα σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Και έτσι ακριβώς δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την οικοδόμηση των εθνικών μας ψευδαισθήσεων. Η πρόσβαση στη γη της καπιταλιστικής επαγγελίας φαίνονταν εφικτή δίχως την εξάλειψη των παραδοσιακών προκαπιταλιστικών δομών. Αυτό ακριβώς ήταν το υλικό, οικονομικό και ιδεολογικό υπόβαθρο του νεοελληνικού «μικρομεσαίου θαύματος».

Στο πλαίσιο αυτό, ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας εμφανίζει εντελώς ιδιαίτερα, ίσως και μοναδικά χαρακτηριστικά. Οι περισσότεροι Ελληνες εξακολουθούν να επιζούν ως ανεξάρτητοι μικροεπαγγελματίες, μικροεπιτηδευματίες και μικροπαραγωγοί. Ακόμη και στην αρχή του 21ου αιώνα, οπότε και ήταν ήδη φανερό ότι το σύστημα είχε αγγίξει τα ακραία του όρια, οι αυτοαπασχολούμενοι ξεπερνούσαν το 40% του ενεργού πληθυσμού. Την ίδια εποχή, οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα δεν ξεπερνούσαν το 35%, οι περισσότεροι από τους οποίους εργάζονταν σε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Η απόκλιση σε σύγκριση με τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου το μισθωτό σώμα φθάνει ή ξεπερνά το 90% ή ακόμη και το 95% του ενεργού πληθυσμού, φαίνεται λοιπόν τεράστια. Απομένει το 25% που απασχολείται στον κατασυκοφαντημένο ευρύτερο δημόσιο τομέα. Το ποσοστό αυτό δεν είναι όμως αφ' εαυτού μεγάλο.

Είναι σαφές ότι η ιδιαιτερότητα της δημόσιας απασχόλησης στην Ελλάδα δεν οφείλεται στο μέγεθός της αλλά στην άνευ όρων κυριαρχία της σε μια κοινωνία που δεν παρέχει «άλλες» ευκαιρίες μισθωτής εργασίας. Σφραγίζοντας τους όρους της εξαρτημένης εργασίας εν γένει, η δημόσια απασχόληση αφήνεται να επιβάλλει την ιδιαίτερη συστημική λογική της σε ολόκληρη την κοινωνία. Και υπό τους όρους αυτούς η λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς εργασίας στο σύνολό της παραμένει ατελής.

Πάνω σε αυτή τη βάση διαμορφώθηκαν οι κυρίαρχες μορφές κοινωνικής κινητικότητας και μαζί με αυτές οι ιδεολογικές και φαντασιακές σταθερές που στηρίζονται επάνω τους. Πράγματι, με δεδομένη τη συνεχιζόμενη ισχνότητα του ιδιωτικού τομέα, η πλειονότητα του πληθυσμού οργάνωνε την επιβίωσή του μέσα από αυτοσχέδιες και ανεξάρτητες δραστηριότητες σε συνδυασμό με προσδοκίες πρόσβασης στη δημόσια απασχόληση. Οι δύο αυτοί άξονες δεν εμφανίζονταν όμως διαζευκτικοί αλλά συμπληρωματικοί. Ως «οιονεί επιχείρηση», η πυρηνική οικογένεια προγραμμάτιζε την κοινή της στρατηγική επιβίωση προσπαθώντας να πατάει σε όσο το δυνατόν περισσότερες βάρκες.

Οι προεκτάσεις είναι γνωστές σε όλους. Η εκ πρώτης όψεως ακατανόητη εμμονή στη διατήρηση της ιδιοκτησίας των συχνά ακαλλιέργητων αγροτικών κλήρων, η συστηματική πολυαπασχόληση, η θεμελιώδης «αντασφαλιστική» λειτουργία της οικογενειακής αλληλεγγύης και ο φετιχοποιημένος προγραμματισμός της εκπαίδευσης με κύριο στόχο την απασχόληση ενός τουλάχιστον μέλους της οικογένειας στο Δημόσιο δεν είναι παρά όψεις του ίδιου νομίσματος. Αυτό ακριβώς είναι το φαινόμενο που είχα κάποτε ονομάσει «πολυσθένεια».

Στο πλαίσιο αυτό, οι παρενέργειες που επισύρουν την ομόφωνη μήνη των ορθοφρονούντων εκσυγχρονιστών εμφανίζονται αναπόφευκτες, ίσως μάλιστα και νομοτελειακές. Θα αναφερθώ μόνο στην εκτεταμένη μικροδιαφθορά, το αναποτελεσματικό πελατειακό κράτος από το οποίο όλοι κρύβονται και ταυτόχρονα όλοι προσδοκούν ανταλλάγματα, τη συστηματική φοροδιαφυγή, την άνθηση την υπόγειας οικονομίας που υπολογίστηκε σε 30% - 40% του ΑΕΠ και την κατίσχυση «τζαμπατζήδικων» μορφών συμπεριφοράς. Αυτά ακριβώς είχε στο κεφάλι του ο Ανδρέας Παπανδρέου όταν κατήγγειλε το «κατεστημένο» στο όνομα των «μη προνομιούχων μικρομεσαίων». Και επάνω στην ίδια βάση θεμελιώθηκε ο πασοκικός μικρομεσαίος λαϊκισμός. Είναι γεγονός ότι το σύνθημα που επινόησε ο ιδρυτής του ΠαΣοΚ αντιστοιχούσε με απόλυτη ακρίβεια στη νεοελληνική ιδιαιτερότητα. Οι μικρομεσαίες κοινωνίες εκτρέφουν μικρομεσαίες ιδεοληψίες.

Το δράμα είναι ότι, όπως όλα τα θαύματα, έτσι και το ελληνικό μικρομεσαίο θαύμα είχε ημερομηνία λήξεως. Αν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '90 και πέρα η έκρηξη του συστήματος εμφανιζόταν πιθανή, δέκα χρόνια μετά ήταν ίσως αναπόφευκτη. Με αυτή την έννοια, η τρέχουσα κρίση δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επιταχύνει και να οξύνει τις έρπουσες αντιφάσεις. Μολονότι το οριστικό «τέλος εποχής» εμφανίστηκε σε άμεση συνάρτηση με τη δημοσιονομική εκτροπή και την έκρηξη του δημοσίου χρέους και παγιώθηκε ως αποτέλεσμα των εσφαλμένων, αλυσιτελών ή ακόμη και εγκληματικών χειρισμών των πολιτικών ηγεσιών, οι ρίζες αυτού του «τέλους» βρίσκονται στην αντικειμενική αδυναμία του κοινωνικού συστήματος να αναπαραχθεί ανταγωνιστικά όπως και οι «άλλες» καπιταλιστικές χώρες.

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η τραγική απόληξη του δράματος. Αίφνης, εν μια νυκτί, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας φαίνεται να αποστερείται βιαίως απ' όλες τις ως τώρα διαθέσιμες επιβιωτικές διεξόδους. Από τη στιγμή που ο ιδιότυπος νεοελληνικός μικρομεσαίος καπιταλισμός έφθασε τα όριά του, είναι εύλογο ότι οι ανάλγητες αγορές θα εκδικούνταν αλύπητα όσους επέμεναν να πιστεύουν πως μπορεί να πορεύονται εις πείσμα των οικουμενικά πλέον αποδεκτών προδιαγραφών. Οι εξουσίες καλούνται λοιπόν να παραδειγματίσουν όλες τις αποκλίνουσες μορφές. Η συνταγή είναι γνωστή και ιστορικά δοκιμασμένη. Προσαρμοστείτε ή λιμοκτονήστε.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η σημασία της εξέλιξης του διεθνούς παράγοντα που αποτέλεσε το αντικείμενο συστηματικών αναλύσεων στο βιβλίο του Λυγερού. Δεν έχω πολλά να προσθέσω. Θα υπογραμμίσω απλώς και πάλι ότι υπό τις τρέχουσες συνθήκες, θεωρείται πια αυτονόητο ότι η δημοσιονομική πειθαρχία και η σκληρή λιτότητα συνιστούν τη μόνη απάντηση στη σοβούσα κρίση. Αυτό ακριβώς επαγγέλλεται η θεωρία και πρακτική των μονοδρόμων. Σύσσωμες πλέον οι πολιτικές ηγεσίες φαίνεται να έχουν αποδεχθεί ότι η χώρα δεν έχει άλλη λύση από το να ξαπλώσει «οικειοθελώς» στην ανατομική κλίνη πάνω στην οποία θα δοκιμασθούν «πειραματικά» οι «αναγκαίες» νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις.

Ακόμη και αν τα σώματα των κοινωνιών υποφέρουν, δυσφορούν, αντιδρούν και αντιστέκονται, η συνταγή, σωστή ή εσφαλμένη, πρέπει να τηρηθεί. Παντού τα κέρδη πρέπει να αυξάνονται και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων πρέπει να συρρικνώνεται. Και στα πλαίσια αυτά, οι κατ' εξοχήν παρεκκλίνοντες, ιστορικά άφρονες και αυθάδεις Ελληνες είναι οι πρώτοι που θα πρέπει να τιμωρηθούν επανερχόμενοι διά της βίας στην ευθεία οδό. Μιλώντας εξάλλου για τους Ελληνες μιλάμε και για όλους όσοι πέπρωται να ακολουθήσουν. «De te fabula», λοιπόν, «narratur», ω Ευρώπη, μιλάμε για τη δική σου ιστορία. Απ' ό,τι φαίνεται, σύντομα θα μάθεις και εσύ ότι για να ευδοκιμήσουν οι αγορές πρέπει να υποφέρουν οι άνθρωποι.

Ισως βέβαια οι εξελίξεις αυτές να ήσαν αναπόφευκτες. Ούτως ή άλλως η οικοδόμηση μιας νέας αλληλέγγυας Ευρώπης θα απαιτούσε πολύ χρόνο και αδιάλειπτη πολιτική βούληση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ύστερα από ενάμιση αιώνα το πρόβλημα του ιταλικού νόμου παραμένει ακόμη άλυτο και ότι, σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, οι περιοχές που ανήκαν σε μια DDR που δεν έζησε παραπάνω από σαράντα τέσσερα χρόνια «υπολείπονται» ακόμη θεαματικά και από πολλές πλευρές από την υπόλοιπη Γερμανία. Ενώ το κόστος μιας πραγματικής ενοποίησης είναι σε κάθε περίπτωση τεράστιο, δεν ωφελεί πάντα όλους τους ενεχομένους. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι σε περιόδους ύφεσης και κρίσης η ενοποιητική και ομογενοποιητική βούληση τείνει να εκλείψει εντελώς. Από καιρό ήδη, η Ευρωπαϊκή Ενωση εμφανίζεται σαν μια κοινοπραξία όπου το κάθε μέλος προωθεί τα δικά του συμφέροντα. Η Ευρώπη που γνωρίζαμε, και στην οποία ελπίσαμε, δεν υπάρχει πια παρά ως αποκύημα μιας νοσταλγικής φαντασίας.

Το πολιτιστικό τίμημα είναι όμως μεγάλο. Δεν είναι τυχαίο ότι το αξιακό νόημα όλων των «μεγάλων λέξεων» που κινητοποιούν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό από την εποχή του Διαφωτισμού μεταλλάσσεται στο αντίθετό του. Ολα συμβαίνουν εφεξής ως εάν η ελευθερία συνοψίζεται στην ελευθερία τού επιχειρείν και του κερδαίνειν, η ισότητα εξαντλείται στην εξασφάλιση της διαδικαστικής ισονομίας, η αδελφότητα, η αμοιβαιότητα και η αλληλεγγύη μπήκαν στο ψυγείο της Ιστορίας, η ουσιαστική δικαιοσύνη εκφυλίζεται σε διαδικαστική ακριβοδικία και το δικαίωμα στη ζωή εκτρέπεται σε κάποιο απροσδιόριστο δικαίωμα στη διαφορά.

Ταυτόχρονα, η δημοκρατία φαίνεται να περιορίζεται στη συντήρηση ενός πολιτικού θεάτρου όπου όλες οι καίριες αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην των «λαών», ενώ η πολιτική μετατρέπεται σε απλή διαχείριση των συμφερόντων των ασύδοτων «αγορών». Η εποχή της οικουμενικής ανταγωνιστικότητας σηματοδοτεί την επιστροφή σε έναν πρωτόγνωρα άκρατο και «αυτορρυθμιζόμενο» κοινωνικό δαρβινισμό. Ο χομπσιανός homo homini lupus δεν έχει μόνο κατατροπώσει τον Μαρξ και ανασκολοπίσει τον Κέινς. Επιπλέον δεν φαίνεται πια να χρειάζεται καν να προσφεύγει στις υπηρεσίες του Λεβιάθαν. Θα έλεγε κανείς ότι το τέλος του κοινωνικού κράτους και το τέλος της Ιστορίας συνεπέφεραν το τέλος του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.

Δεν είναι βέβαια της παρούσης να προβλέψει κανείς τι είναι πιθανόν να συμβεί και ακόμη λιγότερο να προτείνει κανείς λύσεις στα σωρευόμενα αδιέξοδα. Η αξία του βιβλίου του Σταύρου Λυγερού είναι ότι, παρά τη μαχητικότητά του, παρέχει σε όλους τη δυνατότητα να αντλήσουν τα δικά τους συμπεράσματα. Απομυθοποιεί, καταγγέλλει και βάλλει προς όλες τις κατευθύνσεις. Ακόμη και αν δεν εισηγείται συγκεκριμένες λύσεις, είναι άτεγκτος στην κριτική όλων των υπεύθυνων ηγεσιών που στην πιο κρίσιμη στιγμή της πρόσφατης ιστορίας βρέθηκαν ελλιποβαρείς και μοιραίες.

Οπως τονίζεται από τον Λυγερό, «η υπέρβαση του πολιτικού συστήματος» είναι αναγκαία προϋπόθεση για την έξοδο από τα αδιέξοδα. Από μόνη της όμως η υπέρβαση αυτή δεν εγγυάται τίποτε και δεν οδηγεί πουθενά. Η φαινόμενη αποδιοργάνωση του κινήματος των «αγανακτισμένων πολιτών» που σηματοδοτούσε τη ρήξη της κοινωνίας με το σάπιο πολιτικό σύστημα δεν είναι κατ' ανάγκην ευοίωνη. Η εξακολουθητικά διάχυτη οργή και αγανάκτηση ούτε εκτονώνεται ούτε υποχωρεί, ούτε όμως παράγει δικό της αυτόνομο πολιτικό λόγο και δικές της κοινωνικές προοπτικές. Κανείς δεν μπορεί λοιπόν να προδικάσει τη μοίρα της επερχόμενης «μεταμικρομεσαίας κοινωνίας». Πιθανότατα δε, σε κάθε περίπτωση το φάντασμα βίαιων εκρήξεων και ανατροπών βρίσκεται μπροστά μας. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, η μη ελεγχόμενη βία απειλεί πάντα να έχει απρόσμενες ή και τραγικές συνέπειες. Οι μνήμες του Μεσοπολέμου είναι ακόμη μαζί μας.

Ροη αρθρων