Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΘΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΘΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Eπειγόντως...

Της Πέπης Ρηγοπούλου, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...     Αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι διάφοροι μηχανισμοί εξουσίας (χρησιμοποιώ τη λέξη «μηχανισμοί» καταχρηστικά, γιατί είναι μια λέξη που δεν αγαπώ επειδή ακυρώνει την ατομική ευθύνη) είναι ότι τα μοντέλα που χρησιμοποιούν και στα οποία υπακούν, περίπου ανακλαστικά, δεν μπορούν να τους πάνε μακριά.
Ενας λόγος είναι ότι η λατρεία του «νέου» στην οποία πλειοδοτούν από όπου κι αν προέρχονται, όποιο πρόσημο και αν βάζουν στη συντήρηση ή την πρόοδό τους, τους σέρνει πίσω από το καπιταλιστικό μοντέλο με τα χίλια πρόσωπα και τον μεταμορφικό βιρτουοζισμό, που θέλει συνεχώς νέα σάρκα για να την καταναλώσει.
Ενας άλλος είναι ότι όσο και να το λένε, όταν και όσο το αντιλαμβάνονται, ότι η μία και μόνη αυθεντία είναι πλέον παρελθόν, συνεχίζουν να λειτουργούν επαναλαμβάνοντας στάσεις και συμπεριφορές πατριαρχικού τύπου. Και μάλιστα διατηρώντας και επαυξάνοντας την καταπιεστική συμπεριφορά και την αυθαιρεσία του πατριαρχικού μοντέλου, χωρίς να αποδέχονται και τις ευθύνες που αυτό συνεπάγεται. Χωρίς δηλαδή να υπάρχει ο πατέρας εκείνος που θα αναλάβει την ευθύνη σε ώρα δυσκολίας. Που θα μπει μπροστά διακινδυνεύοντας την ίδια τη ζωή του.
Ενας τρίτος λόγος είναι ο επιδεικτικός κυνισμός, που ακολουθεί μια σταδιακή απομάγευση σε σχέση με αξίες, συμπεριφορές, ιδέες που θεωρούνταν παραδοσιακά δεδομένες γι' αυτούς που αποσκοπούσαν να εξουσιάσουν βασισμένοι σε κάτι περισσότερο από τον τρόμο ή το συμφέρον.

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Σύντομη ιστορία των ανθρώπινων δικαιωμάτων...

Του Κώστα Δουζίνα*, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

Από την αρχαιότητα μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση και το σήμερα,
η φιλοσοφική και νομική πορεία αυτών που αποτελούν την τελευταία
ουτοπία σε έναν κόσμο χωρίς αξίες
.


Από  το 1989 και μετά, τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν γίνει η ιδεολογία μετά
«το τέλος των ιδεολογιών», η τελευταία «ουτοπία» σε έναν κόσμο χωρίς
αξίες. Αλλά η μεταχείριση προσφύγων και μεταναστών, η κατάσταση
εξαίρεσης στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» και στους δρόμους της
Αθήνας και οι «ανθρωπιστικοί» πόλεμοι δείχνουν ότι η κατάσταση είναι πιο
σύνθετη. Οπως είχε παρατηρήσει ο καθολικός φιλόσοφος και πρωτεργάτης
της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ζακ Μαριτέν,
«συμφωνούμε για τα δικαιώματα αρκεί να μη μας ρωτήσουν γιατί. Με το
“γιατί” αρχίζουν οι διαφωνίες». Οι ενθουσιώδεις υποστηρικτές των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων επαναλαμβάνουν μερικές ανακουφιστικές
κοινοτοπίες, ζητώντας μας να μην το ψάχνουμε πολύ αλλά να
συστρατευτούμε, να «σώσουμε» τον κόσμο. Στο άρθρο αυτό θα εξετάσουμε εν
συντομία τη γενεαλογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου κάνοντας
παραλληλισμούς με παλιότερες παραδόσεις και σύγχρονους προβληματισμούς.

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Dignitas hominis...


του Στεφανου Δημητρίου, απο την Αυγη...
Ο όρος dignitas hominis, στην κλασική ρωμαϊκή σκέψη, προσδιόριζε το κοινωνικό status. Περιελάμβανε την απόδοση τιμής και την αναγνώριση σεβασμού. Έτσι, η ανάθεση δημόσιων αξιωμάτων σε κάποιον συνεπέφερε την dignitas, που του αναλογούσε. Εδώ, η αξιοπρέπεια, η dignitas, αφορά κυρίως τους θεσμούς. Η κατοπινή της εξέλιξη προϋποθέτει τον προσδιορισμό του ανθρώπου ως όντος με εγγενή αξία. Οι άνθρωποι λογίζονται πρόσωπα ίσης ηθικής αξίας και σεβασμού. Πλέον, η υποχρέωση σεβασμού της ανθρώπινης αξίας αποτελεί κανόνα της δημόσιας τάξης.
Ο σεβασμός της αξιοπρέπειας είναι στοιχείο του δικαιοπολιτικού μας πολιτισμού. Βεβαίως, η έννοια «ανθρώπινη αξιοπρέπεια» πάσχει από σημασιολογική απροσδιοριστία. Αυτή είναι και η αντινομία της: αξιώνει καθολική ισχύ, ενώ συγκροτείται σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμό· τον νεωτερικό, δικαιικό και ηθικοπολιτικό πολιτισμό. Η προσβολή της ισοδυναμεί με προσβολή αυτού του πολιτισμού.
Οι βουλευτές, Γιώργος Σταθάκης και Ευκλείδης Τσακαλώτος, κατηγορήθηκαν ότι έχουν μετοχές της BlackRock. Η κατηγορία δεν προσδιορίζει αδίκημα, αλλά ηθικώς επίψογη πράξη. Αυτοί οι βουλευτές υπερασπίζονται τη δίκαιη κατανομή των βαρών της λιτότητας και την αναδιανομή του πλούτου, αλλά έχουν μετοχές. Η κατηγορία διατυπώθηκε από τα ΜΜΕ όχι μόνο ως ηθικός λόγος, αλλά και ως περιγραφική - διαπιστωτική κρίση. Περιέγραψε τι έκαναν οι δύο βουλευτές. Έχουμε, λοιπόν, και περιγραφή των πραγματικών περιστατικών. Αυτή προϋποθέτει και τη χρήση αποδεικτικών μέσων. Συνεπώς, οι εγκαλέσαντες όφειλαν να στηρίξουν την ηθική κατηγορία, με την ένταξη αυτής της περιγραφής στη δικαιολόγηση της κατηγορίας.

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Γκλουπ!

techie chan...
 Υπάρχουν μερικές θέσεις που είναι υπερασπίσιμες κάτω από ένα συγκεκριμένο πρίσμα. Υπάρχουν κι άλλες που είναι τόσο αδύνατο να τις υπερασπιστείς, όπου κάθε προσπάθειά σου να το κάνεις, ανοίγει τον δικό σου λάκκο. Οι συριζαίοι βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε μια κατάσταση σαν τη δεύτερη.
Όταν ο μάγος της επικοινωνίας ζακ σεγκελά κλήθηκε να υπερασπιστεί την περιέ* διότι βρέθηκαν κάτι πολύ επικίνδυνα χημικά στο γάργαρο νερό της, ήξερε ότι είχε να κάνει με τη δεύτερη περίπτωση. Και δεν προσπάθησε ποτέ να ανασκευάσει. Έβαλε απλά ένα νερό περιέ να κλαίει. Και ζήτησε την ειλικρινή συγνώμη των καταναλωτών. Το ίδιο έκανε και η BP όταν κατέστρεψε τον μισό κόλπο του μεξικού. Δυστυχώς οι συριζαίοι επικοινωνιολόγοι την πάτησαν προσπαθώντας να υπερασπιστούν κάτι που ήταν αδύνατο να τύχει υπεράσπισης. Και σκάβουν τον λάκκο τους ακόμα πιο βαθιά.

*ναι την έχετε ξανακούσει την ιστορία συγνώμη, απλά είναι κομβική στην ιστορία της εταιρικής και πολιτικής επικοινωνίας, κάτι σαν το κι όμως γυρίζει.

Οι δικηγόροι εδώ θα διαφωνήσουν και θα πουν πως όλες οι θέσεις είναι υπερασπίσιμες υπό κάποιο πρίσμα. Ναι αυτό ισχύει στις δικαστικές αίθουσες όπου ο κατηγορούμενος θα πει ο,τιδήποτε για να γλυτώσει και κανείς δεν πρόκειται να τον ψέξει. Όμως ο κατηγορούμενος βασίζεται ότι οι βλακίες που θα πει στη δικαστική αίθουσα θα μείνουν θαμμένες για πάντα στα πρακτικά, τη στιγμή που ένα κόμμα απευθύνεται στην ελληνική κοινωνία και άρα το κόλπο αυτό δεν λειτουργεί.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Η ανεργία της Ευδοκίας...


του Θωμά Σίδερη...

amnistia_thumb1
Ο Γιώργος ο λοχίας συνάντησε την Ευδοκία σ’ ένα χωριό της Θράκης και για χάρη της χόρεψε το πιο ωραίο ζεϊμπέκικο στην ιστορία του ελληνικού σινεμά[1]. Τότε, η Ευδοκία που ξέρω εγώ ήταν ένα κοριτσάκι δέκα χρόνων.
Το κοριτσάκι αυτό το συνάντησα για πρώτη φορά, σαράντα χρόνια αργότερα, στο Κερατσίνι. Καθίσαμε σε κάτι σκαλοπατάκια πάνω από τον περιφερειακό και μιλήσαμε για όλα αυτά που δεν πήγαν καλά. Και που κανένας δεν ξέρει αν θα μπορούσαν να πάνε καλύτερα…Στα πενήντα σου έχεις μόνιμη δουλειά;
Όχι.
Πού δουλεύεις σήμερα;
Δουλεύω σ’ έναν Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης με σύμβαση έργου.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Η σύζυγος Στουρνάρα έχει τον τρόπο της...

Της Βασιλικής Σιούτη, απο το The Press Project..
Είναι γυναίκα υπουργού αλλά προφανώς είναι και πολύ καλή στη δουλειά της γιατί ο σύζυγος που έχει βαλθεί να φέρει σε πέρας το δύσκολο έργο της σωτηρίας της χώρας είναι μεγάλος υπέρμαχος της διαφάνειας και άρα τα έργα με τον ΕΟΦ, και το Υπουργείο Παιδείας είναι αξιοκρατικά ανατεθειμένα.

Στην κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου είχαμε τον πρωθυπουργικό αδερφό Αντρίκο, να κάνει τα αμφιλεγόμενης χρησιμότητας «πράσινα» συνέδρια και να χρηματοδοτείται από ΔΕΚΟ και δημόσιους οργανισμούς με πλήρη αδιαφάνεια. Στην κυβέρνηση Καραμανλή είχαμε (μεταξύ άλλων) τη σύζυγο Βουλγαράκη, Κατερίνα Πελέκη, που έκανε χρυσές δουλειές. Και στην κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» έχουμε τη σύζυγο του υπουργού Οικονομικών, Γ. Σουρνάρα, κ. Σταυρούλα Νικολοπούλου της MIND WORK BUSINESS SOLUTIONS να διεκδικεί και να παίρνει δουλειές από το δημόσιο.
Όπως αυτή για την «εκστρατεία ενημέρωσης» του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ) τμηματικής αξίας 76.011,66 ευρώ (συνολικό έργο αξίας 435.666 ευρώ - βλέπε το UPDATE παρακάτω) που ανατέθηκε σε δύο εταιρείες : στη δική της και στη V+O (του ιού Βαρβιτσιώτη που είναι συνέταιρος με πρώην στενό συνεργάτη του Αντώνη Σαμαρά από την εποχή της Πολιτικής Άνοιξης). Για την κάθε μία εγκρίθηκε τον Μάιο το ποσό των 38.005,83 €.
Δεν εξετάζουμε το θέμα της νομιμότητας, θεωρούμε εκ των προτέρων ότι οι αναθέσεις είναι νόμιμες. Απλά θα αναρωτηθούμε -αφελώς- για άλλη μια φορά, κατά πόσο είναι και ηθικό:
δειτε την συνεχεια και ολοκληρο το αρθρο στο  The Press Project....

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Τα μεγάλα προβλήματα απαιτούν μεγάλα προτάγματα



Λουκάς  Αξελός, απο την Αυγη...
Πέρασε κιόλας ένας ολόκληρος χρόνος από την τελευταία εκλογική αναμέτρηση, όταν προσπάθειες δεκαετιών ζευγάρωσαν με την απελπισία του ελληνικού λαού για να παραγάγουν το ελπιδοφόρο εκείνο 27%. Στο διάστημα αυτό έγιναν πράγματι πολλά. Πολλά όμως θα έλεγα, κυρίως από τους αντιπάλους μας. Πολλά, θα έλεγα, στην εμπέδωση του κράτους του ζόφου, της μνημονιακής επικυριαρχίας, της μετατροπής της Ελλάδας και της Κύπρου σε κράτη παρίες - βαστάζους.
Πόσα, όμως, έγιναν από πλευράς μας, έτσι που το προκύπτον αποτέλεσμα, ακόμα κι αν δεν μιλάει για νίκες, να μιλάει για σαφή ανάσχεση του εχθρού, να μιλάει για σαφή λαϊκή ανασυγκρότηση και σταθερό δικό μας βηματισμό;
Είναι φυσικό οι εκτιμήσεις, ιδιαίτερα ανάμεσα σε στελέχη, ρεύματα και συνιστώσες, να ποικίλουν, εγώ όμως θα ρωτήσω ευθέως: ο λαός, ο λαός έστω που ακολουθεί τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι ευχαριστημένος μαζί μας; Εγώ στα μικρά, ατελή φυσικά, προσωπικά γκάλοπ βάσης που το έθεσα και το θέτω δεν παίρνω ικανοποιητική απάντηση.
Δεν αποτελεί, λοιπόν, ενδεχόμενα μια μορφή αστήρικτης ή αφελούς αισιοδοξίας το κλίμα νίκης και εφόδου που επικρατεί σε αρκετούς συντρόφους, ιδιαίτερα μετά τα πραξικοπηματικά γεγονότα στην ΕΡΤ, που είναι αυτά και όχι εμείς που ξανακατέβασαν τους πολίτες στους δρόμους;
Η ίδια, λοιπόν, η ζοφερή πραγματικότητα υποδηλώνει ότι η παρούσα κατάσταση έχει τέτοιο βάθος, τέτοια πολυπλοκότητα, τέτοιο βαθμό επιθετικής βούλησης από την πλευρά του εχθρού και τέτοια πόλωση αντίθετων συμφερόντων, που απαιτεί εξ ορισμού μιαν άλλη λογική και όχι τη λογική της ανακάλυψης της γοητείας του ελάσσονος και όχι, λ.χ., την ψευδοοικολογίζουσα λογική για την πεταλούδα που χάνεται, όταν βυθίζεται στα Τάρταρα μια ολόκληρη κοινωνία. Το τι κάνουμε μεταξύ μας, το τι κάνουν οι συνιστώσες, ποια η έκβαση της άγριας λιστομαχίας δεν ενδιαφέρει κανέναν πλην ημών. Μη χάνουμε το μεγάλο έχοντας την αυταπάτη ότι ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς εμάς.
Θα μπορούσα, όπως -άλλωστε- όλοι μας, να αναφερθώ σε πολλά. Όμως εγώ, επειδή πιστεύω ότι το πρόβλημα είναι τεράστιο, ότι σοβεί μια πανεθνική κρίση που μπορεί να οδηγήσει μέχρι και σε εθνικό ακρωτηριασμό, φρονώ ότι απαιτείται και μια ανάλογη απάντηση.
Ο Χέρμαν Μέλβιλ, ο μεγάλος αυτός Αμερικανός συγγραφέας του θρυλικού "Μόμπι Ντικ", έχει με απόλυτη σαφήνεια διατυπώσει πως: "Για να γράψεις ένα μεγάλο βιβλίο, πρέπει να διαλέξεις ένα μεγάλο θέμα. Αυτό που άπαξ και θα το έβρισκε κανείς, θα ξεκαθάριζαν και όλα τα υπόλοιπα".
Τι σημαίνει αυτό;
Πρώτον ότι πρέπει να ξεφύγουμε από τον συντεχνιασμό, τη μικροπολιτική, τον τακτικισμό και τον οικονομισμό. Πρέπει να φύγουμε από το γήπεδο του αντιπάλου που είναι και γήπεδο του κακού εαυτού μας. Πρέπει να επαναφέρουμε στην κεντρική σκηνή την πολιτική και την ηθική. Γιατί η πολιτική, σε συνδυασμό με την ηθική αποτελούν μείζονα αυτοδύναμα στοιχεία, που, στον βαθμό που τα έχεις κατακτήσει, είναι σε θέση να λειτουργήσουν δραστικά, επιλύοντας πολλά δυσεπίλυτα οικονομικά προβλήματα. Οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι η αδυναμία μας στην οικονομική σφαίρα, αντικειμενική και υποκειμενική, μπορεί να αντισταθμιστεί από τη δύναμη ενός ηθικοπολιτικού προτάγματος που είναι αυτό που ως όραμα εμπνέει τις μεγάλες μάζες να εισβάλουν στον χώρο που ρυθμίζονται τα πεπρωμένα τους.
Αν συμφωνήσουμε σε αυτό, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι τι κόμμα, τι κίνημα θέλουμε.
Αναγκαστικά, θα τοποθετηθώ αξιωματικά.
Προσωπικά, λοιπόν, πιστεύω ότι πρέπει να δημιουργήσουμε έναν ΣΥΡΙΖΑ χωρίς προηγούμενο. Τα κλασικά κόμματα παντός γραφειοκρατικού σοσιαλιστικού μοντέλου, είτε κομμουνιστικά, είτε σοσιαλιστικά, είτε σοσιαλδημοκρατικά, έχουν κλείσει τον ιστορικό τους κύκλο.
Ένας άλλος τύπος κόμματος είναι αυτός που χρειάζεται και αυτός οφείλει να μην αντιγράφει παλιές καταστάσεις, αλλά, επειδή έχει ιστορική μνήμη, οφείλει να εμπνέεται από τις μεγάλες κορυφώσεις. Για την ελληνική Αριστερά η μεγάλη κορύφωση τέτοιου τύπου είναι η ΕΑΜική Εποποιία.
Ως εκ τούτου:
Πρώτον: Χρειαζόμαστε ένα νέο κόμμα με ιστορικότητα, αλλά χωρίς ιστορικό προηγούμενο, ένα κόμμα με σαφή οριοθέτηση απέναντι στον γραφειοκρατικό σοσιαλισμό και παντάπασα τη σοσιαλδημοκρατία. Ένα ενιαίο λειτουργικά πολυτασικό κόμμα που θα έχει γραμμένες στις σημαίες του τις αξίες της ελευθερίας, του ουμανισμού, της δημοκρατίας, του πατριωτισμού, του διεθνισμού, της οικολογίας, του φεμινισμού και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Δεύτερον: Χρειαζόμαστε ένα νέο εθνικό και κοινωνικό μπλοκ, ένα μπλοκ που θα περικλείει όλο το σύγχρονο φάσμα των λαϊκών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων και που θα διαμορφώνει τη νέα εθνικολαϊκή συμμαχία ανάμεσα στις υποτελείς τάξεις και τα κατεστραμμένα ή καταστρεφόμενα τμήματα της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης??? ένα ορμητικό λαϊκό ρεύμα που θα είναι σαφώς μεγαλύτερο και ευρύτερο του ΣΥΡΙΖΑ, συσπειρώνοντας όλες εκείνες τις δυνάμεις που συμφωνούν να παλέψουν στο μίνιμουμ τρίπτυχο της Εθνικής Ανεξαρτησίας της Δημοκρατίας και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης και στο οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ, συμμετέχοντας αυτοτελώς, ως βασική δύναμη πολιτικής και ηθικής αναμόρφωσης, θα διεκδικήσει την ηγεμονία με το σπαθί του ουσιαστικά και όχι οργανωτικά.
Πρέπει έστω και στο παρά πέντε να συνειδητοποιήσουμε ότι το μεγάλο διακύβευμα δεν είναι τα ιερά και όσια του εσωτερικού μας μικρόκοσμου. Το μεγάλο διακύβευμα είναι αν θα τα υπερβούμε και θα διεκδικήσουμε, λέγοντας πάντα την πικρή, σκληρή αλήθεια, το ηγεμονικό πρόταγμα μιας νέας λαϊκής μεταπολίτευσης απέναντι στη νεοσυντηρητική-νεοφιλελεύθερη διεκδίκηση, που θα χρησιμοποιήσει ως άλλοθι - καύσιμη ύλη όλα τα κούτσουρα και τα σκουπίδια τής σε αποσύνθεση ευρισκόμενης νεοφιλελεύθερης Κεντροαριστεράς.
Αν, λοιπόν, εστιάσουμε τα πυρά μας στην κατεύθυνση αυτή, τότε, ελπίζω, ότι θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε τη ρήση του Μέλβιλ, ότι θα έχουμε ενεργοποιήσει τη μεγάλη ιδέα, που θα μπορεί να εμπνεύσει εμάς και τις υποτελείς τάξεις στη μακρά πορεία, τον παρατεταμένο αυτό πόλεμο θέσεων, μέχρι την τελική αναμέτρηση.
- Στηριγμένο στην ομιλία που εκφωνήθηκε στις 23 Ιουνίου 2013 στο Φεστιβάλ Resistance, με θέμα "Ο ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στο Συνέδριό του".

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Το μίσος στο δάσκαλο...

Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι υπαρκτά: ο Ευάγγελος Β. υπήρξε γερός φιλόλογος επί χούντας. Υψηλή γραμματική και συντακτική κατάρτιση, μεταφραστικός έλεγχος του αρχαίου κειμένου, καμία επαφή με το νοηματικό και αισθητικό υπόστρωμα της γλώσσας. Αυτή η αποσυναρμολόγηση ήταν της μόδας τότε. Αλλο η δομική «τάξη» του κειμένου, άλλο η ιδεολογική και αισθητική ουσία του. Σκληρός, διαβασμένος και συντηρητικός, τιμωρούσε χαιρέκακα -ειδικά τις Δευτέρες- με τον τρόμο τού άγνωστου αρχαίου κειμένου.
Ο Τάκης Δ. είναι λαμπρός μαθηματικός, παλιό μέλος της ΚΝΕ, σήμερα σε κάποια μικρή αριστερή ομάδα. Εχει μεγάλο ταλέντο στη Χημεία, κάνει ενισχυτική διδασκαλία στους απόκληρους μαθητές, κουβαλάει τα κολλήματα του σταχανοβίτη και αριστερού ιεραπόστολου. Μαλώνεις εύκολα μαζί του για τον απόκρημνο αριστερισμό του, τον αγαπάς βαθιά για τη μορφωμένη ηθική του.
Οι δύο καθηγητές Δευτεροβάθμιας ανήκουν σε διαφορετικές ιδεολογίες, γενιές και πνευματικά γένη. Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι ο «άλλος» κόσμος στον οποίο κατοικούν.
Το «μάθε γράμματα» για να κάνεις την ταξική υπέρβαση και να ξεφύγεις από την αγροτική λάσπη ήταν το ηγεμονικό ιδανικό που δημιουργούσε μια υπέρτερη ισχύ στον παλαιό φιλόλογο. Ο ολοκληρωτικός, δηλαδή, χαρακτήρας του και τα συμπλέγματά του συμμαχούσαν με μια βαθύτατη πειθαρχική ώση της κοινωνίας για γράμματα και άνοδο. Η κοινωνία άντεχε ή ακόμα και ευνοούσε τον ολοκληρωτικό φιλόλογο, για την (έστω) βάναυση μαθησιακή του αποτελεσματικότητα. Οι απόφοιτοι του εξατάξιου Γυμνασίου όπου δίδασκε περνούσαν όλοι στις καλές σχολές.
Ο σημερινός μαθηματικός έχει ως κοινωνικό περικείμενο το ανάποδο. «Μη μαθαίνεις γράμματα γιατί στοιχίζει πολύ περισσότερο απ' όσο μπορούν να αποδώσουν». Η σύγχρονη, δηλαδή, μορφή ιεραρχήσεων, η παραγωγική ταυτότητα και κυρίως η πολιτική τους εκφώνηση απογυμνώνουν τον εθελοντισμό του μαθηματικού, αφού γίνεται επιζήμιος παράγων και σωρεύει γνωστικά φορτία σε μια πραγματικότητα που δεν τα επιθυμεί.
Η λιντσαριστική συμπεριφορά προς τους καθηγητές Δευτεροβάθμιας, πέρα από τις επιδέξιες και αδίστακτες επικοινωνιακές ντρίμπλες της κυβέρνησης, πέρα από ενδεχόμενες συνδικαλιστικές αδεξιότητες των ίδιων, έχει και αυτή τη διάσταση: μια ολική αποκαθήλωση του μορφωτικού ιδανικού στην οποία συνομολογεί η κοινωνία.
Προσοχή: όχι του μαθησιακού οίστρου και της συσσώρευσης βεβαιωμένων προσόντων, αλλά της μόρφωσης ως ηδονής και χαράς, της μόρφωσης ως κριτικής δυνατότητας, της μόρφωσης ως αυτονόητης προϋπόθεσης καλής (όχι πλούσιας κατ' ανάγκην) ζωής.
Ετσι, όταν ακούς τον άθλιο τύπο με το γκρίζο περουκίνι να βρίζει στο σουπερμάρκετ τούς «κοπρίτες που νομίζουν ότι μπορούν να εκβιάσουν την κυβέρνησή μας», δεν βλέπεις στα σίελα να καταστρέφεται μόνο ο εθελοντής μαθηματικός, το ταλέντο και η ηθική του, αλλά να ξεσκίζονται τα γνωστικά καλά ακόμα και του γεροχτισμένου παλαιού φιλολόγου, η αποφασιστική αυστηρότητα της ίδιας της μελέτης. Βλέπεις μια ολόκληρη κοινωνία που αναστρέφει τα ιδανικά της προς το βόθρο. Βλέπεις την οραματική άνοδο που κράτησε την κοινωνία σε μια τραυματισμένη συνοχή τόσες δεκαετίες, να σκύβει προς το σιφόνι του λερωμένου νιπτήρα. Βλέπεις την πνευματική δικαίωση του Παττακού ή των lifestyle απογόνων του, που αποεννοούν το κείμενο βασανίζοντας το αίσθημα, βλέπεις τον ανθρωπιστικό στοχασμό πάνω από το κείμενο, πάνω από τα μαθηματικά και πάνω από τους φορείς τους, να πλέει νεκρός στο ποτάμι, κούτσουρο μαύρο και σκληρό.
Οι καθηγητές της Δευτεροβάθμιας, με τις αντιφάσεις τους και το αγαθό που φέρουν, τυλίγονται στον κοινωνικό αυτοματισμό που σιγά σιγά τρώει τα παιδιά, τα εγγόνια, τους ενήλικους, τους διωγμένους, την ενθύμηση, τη γνώση. Χταπόδι που πεινώντας τρώει τα πλοκάμια του.
Οπως τις προηγούμενες δεκαετίες, κοινωνικά, συγκροτήθηκε η ευμαρής φτώχεια, έτσι τώρα εγκαθίσταται η πεινασμένη φτώχεια και ο ανήκεστος σκοταδισμός. Περίεργη αυτή η εθνική στρατηγική (!) αφανισμού των Οργανικών Διανοούμενων. Είναι μια επιλογή εξοικονόμησης πόρων ή μια υψηλή πολιτική σύλληψη αφανισμού των πνευματικών πόρων; Πάντως, μια κοινωνία και μια ηγεσία που μεταχειρίζεται το μαστίγιο, έχει ήδη καταπιεί αμάσητο το καρότο.
*Ζωγράφος, αν. καθηγητής ΕΜΠ
dsevastakis@arch.ntua.gr

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Το ηθικό πρόβλημα του καπιταλισμού...

Οσάκις η ηθική επιλαμβάνεται των οικονομικών προβλημάτων, μπορεί το μαχαίρι να φθάνει στο κόκαλο, όμως εξ αυτού τα προβλήματα δεν διευκολύνονται, αλλά επιδεινώνονται ακόμη περισσότερο.
Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Σόιμπλε διαβλέπει «ηθικό πρόβλημα» στη διάσωση «υπερχρεωμένων» από «υγιείς». Ο ίδιος επικαλείται κατά κόρον ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας (2005) απαγορεύει ρητά διασώσεις, αμοιβαιοποιήσεις χρεών, όπως και σταθεροποιητικές μεταβιβάσεις πόρων από πλεονασματικές χώρες σε ελλειμματικές, ακόμη και αν απειλείται η ευρωπαϊκή συνοχή.
Πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα «τεκμηρίωσε» στατιστικά ότι το «διάμεσο» ελληνικό νοικοκυριό είναι 2 φορές και το κυπριακό 4 φορές πλουσιότερο από το αντίστοιχο γερμανικό.
«Αυτονόητο» συμπέρασμα για τον υπουργό: δεν είναι «ηθικό» φτωχότεροι να στηρίζουν πλουσιότερους. Στο εξής, η ηθική επιβάλλει διασώσεις «από τα μέσα», με βάση τους ίδιους πόρους, που υποτίθεται ότι διαθέτουν οι διασωζόμενοι περισσότερο από τους διασώζοντες. Ωστόσο, η γερμανική τοποθέτηση δεν περίμενε την ΕΚΤ για να διατυπωθεί. Εχει ήδη ενσωματωθεί στις ευρωπαϊκές Συνθήκες του Μάαστριχτ (1992) και της Λισαβόνας (2005).
Οκαγκελάριος Χέλμουτ Κολ είχε προνοήσει και καταργήσει τη «ρήτρα αλληλεγγύης», που μέχρι τότε ίσχυε μεταξύ κεντρικών τραπεζών στο ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα του ecu. Επιχείρημά του ήταν ότι κάθε μορφή αλληλεγγύης, που προβλεπόταν στην ιδρυτική Συνθήκη της Ρώμης (1957), επιβαρύνει τους επιμελείς και επιτυχημένους προς όφελος οκνηρών και αποτυχημένων. Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ υιοθετήθηκε ακριβώς αντίστροφη ευρωπαϊκή ρήτρα: οι αποτυχημένες χώρες όχι μόνον επιβαρύνονται με το κόστος προσαρμογής τους, αλλά και επιπλέον τιμωρούνται με σοβαρά πρόστιμα, που αφαιρούνται από το ΑΕΠ, για τις καθυστερήσεις και την αδυναμία τους να προσαρμοστούν.
Κατ' επανάληψη, η καγκελάριος Μέρκελ, ενθυμούμενη την αγωγή της, δεν διστάζει να ηθικοποιεί τόσο την επιτυχία στην οικονομία όσο και την αποτυχία. Ακόμη και ο Σοσιαλδημοκράτης και ευρωπαϊστής αντίπαλός της στις προσεχείς εκλογές, Πέερ Στάινμπρουκ, σε πρόσφατη συνέντευξη στη γαλλική «Μοντ» δηλώνει: «Δεν θα μπορούσα να πείσω το Γερμανό φορολογούμενο να διασώζει με αποταμιεύσεις του ξένες τράπεζες που έλαβαν κακές αποφάσεις και βρίσκονται σήμερα υπό κατάρρευση». Είναι φανερό πως «ανήθικο» θεωρείται όχι μόνον όταν οι φτωχότεροι βοηθούν τους πλουσιότερους, αλλά επίσης όταν πλουσιότεροι στηρίζουν φτωχότερους, όταν επιτυχημένοι διασώζουν αποτυχημένους, όταν εργατικοί επιτρέπουν σε «κηφήνες» να διαιωνίζουν την οκνηρία τους. «Ηθικό» είναι να επιβραβεύεται η επιτυχία και «ανήθικο» να αφήνεται η αποτυχία ατιμώρητη. Ωστόσο, η σταθερότητα των συναλλαγών είναι άραγε ηθικό πρόβλημα ή οικονομικό;
Τη γερμανική ομοβροντία τού τέλους των διασώσεων «με ξένο χρήμα» ολοκληρώνει από δεξιά τής Μέρκελ ο «καλύτερος Γερμανός οικονομολόγος» Χανς Βέρνερ Ζιν, ο οποίος χαρακτηρίζει «λανθασμένες» τις πρόσφατες ευρωπαϊκές αποφάσεις για τραπεζική ένωση και απ' ευθείας ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με χρήματα του ευρωπαϊκού μηχανισμού ESM, επικαλούμενος ότι ελήφθησαν «αργά το βράδυ και πάντως δεν υπολόγισαν πως η γερμανική Αριστερά δεν ήταν διατεθειμένη να διασώζει πιστωτές των τραπεζών, πόσω μάλλον τους Ρώσους ολιγάρχες (στην Κύπρο)». Αξιοσημείωτη ευαισθησία της Δεξιάς έναντι ενστάσεων της Αριστεράς και περίεργη μετάθεση ευθύνης από το ένα άκρο στο άλλο της πολιτικής σκηνής.
Στο αυτό πνεύμα, ο πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ, Βάιντμαν, διευκρινίζει ότι στο εξής «το βάρος των διασώσεων πρέπει να το επωμίζονται οι κάτοικοι των χωρών που ζητούν διάσωση». Ομοίως, το εβδομαδιαίο «Σπίγκελ» επεξηγεί: «Θα ήταν πιο λογικό οι χώρες της κρίσης να ασκούν την εξουσία τους για μείωση του χρέους τους, βάζοντας στο χέρι περιουσιακά στοιχεία των πολιτών τους. Υπάρχει αρκετό χρήμα στις χώρες του Νότου. Το χρήμα είναι εκεί». Ομως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το χρήμα δεν βρίσκεται στο Νότο, αλλά στο Βορρά, οι διασώσεις παραμένουν «ανήθικες» σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αποφεύγονται και ο διασωζόμενος να ανακάμπτει με δικά του μέσα.
Το δράμα για την ηθική κατανόηση της οικονομικής κρίσης είναι ότι έχει ήδη δοκιμαστεί πλειστάκις κατά το παρελθόν και παντού και πάντοτε έχει αποτύχει. Ο κίνδυνος του «ντόμινο» επικρέμαται σήμερα όχι μόνον επί των υπερχρεωμένων, αλλά επίσης επί των πιστωτών τους. Οσο οι επιτυχημένοι επιβραβεύονται και οι αποτυχημένοι τιμωρούνται, θριαμβεύει όχι μόνον η ηθική, αλλά και ο αυτοκαταστροφικός εγωισμός του χρήματος. Η οικονομία καταποντίζεται, η δημόσια «αρετή» εκτρέφει κοινωνική ανωμαλία και δυστυχία. Ο ιδρυτής της Πολιτικής Οικονομίας πίστευε ότι «ιδιωτικές ανωμαλίες αποφέρουν δημόσια αρετή». Ο κόσμος του Αδάμ Σμιθ αντιστρέφεται: προτάσσοντας την ανέφικτη «εξυγίανση» του δημόσιου εις βάρος των ιδιωτών, δεν προωθείται ευημερία, αλλά ύφεση και ανεργία για όλους, όχι μόνον για «ανήθικους» και υπερχρεωμένους, αλλά ακόμη και για τους «ενάρετους» πιστωτές τους.
kvergo@gmail.com

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Το τεράστιο «ηθικό» βρωμόστομα ξαναχτύπησε...

noumero11...

Η ηθική στις μέρες μας μπορεί άνετα να παραλληλιστεί με μια ανήθικη πόρνη πολυτελείας, φτιασιδωμένη και στολισμένη με πανάκριβα κοσμήματα, παράλληλα όμως  βρώμικη και διψασμένη για χρήμα. Τίποτα άλλο δεν έχει σημασία στο μυαλό της πόρνης αυτής, παρά μόνο το χρήμα. Όσο εισχωρούν τα συμφέροντα των ισχυρών στα εδάφη των αδύναμων εταίρων, τόσο οι ηθικές αντιστάσεις υποχωρούν ανοίγοντας τον δρόμο διάπλατα στην ηθικωλογία.
Από το προτεσταντικό  «νόμιμο και ηθικό», φτάσαμε αισίως στο σκέτα νόμιμο και νόμιμο, μέχρι να μπει σε ισχύ κάποιο καινούριο νομοθέτημα με την διαδικασία του κατεπείγοντος για να καταργήσει την ηθική του νόμιμου και νόμιμου, ωσότου αναιρεθεί και αυτή την επόμενη μέρα με κάποιο άλλο νόμιμο και νόμιμο νομοθέτημα. Από την υπέρτατη υπεράσπιση της ανθρωπινής ζωής με κάθε κόστος, φτάσαμε στην υπέρτατη υπεράσπιση του κεφαλαιακού συμφέροντος με ξύλο, απαγορεύσεις και βασανιστήρια. Παράξενο τέτοιες  πολιτικές μέριμνες συνηθισμένες στα  αποικιοκρατικά εδάφη του λεγόμενου «τρίτου κόσμου» να βρίσκουν άμεση εφαρμογή και μεταξύ των Ευρωπαίων συμμάχων, αλλά δε βαριέσαι, όλο και κάποιος Κανάκης θα τσακίσει τους φοβικούς  του φραγμούς διαφημίζοντας το φιλανθρωπικό μήνυμα της εποχής «Όλοι μαζί μπορούμε».
Η σφοδρότητα με την οποία επιτίθενται οι ηθικωλόγοι κέρβεροι και ο βαθμός εξάπλωσης τους στα διάφορα σουπερ βαρετά χειραγωγούμενα μπλογκς με έμβλημα το ευρώ, ή καμιά προτομή του Ρουσσώ· έτσι για την δικαιολόγηση του θέματος και του θεάματος  της ατομικής ιδιοκτησίας που σήμερα φτάνει αισίως μέχρι τα μέγαρα των 100 εκατομμυρίων ευρώ και τις πολυεθνικές με κεφαλαιακή συσσώρευση μεγαλύτερη απο το ΑΕΠ ολόκληρων κρατών (το ότι η έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας στην εποχή του γαλλικού διαφωτισμού κινούνταν γύρω από ένα νηπιακό ερευνητικό στάδιο ,το προσπερνάμε στα γρήγορα), για στηρίξουν μια απολύτως υπαρκτή και δυσάρεστη κατάσταση, η οποία, λεκιάστηκε από τα αίματα των μνημονίων και είπαν οι ηθικωλόγοι να τη βάλουν στην πρόπλυση της ακατάσχετης πάρλας, μήπως και καθαρίσει, προκαλεί την έκπληξη ως προς τον αριθμό των μεροκάματων που πληρώνει η κομματική μηχανή στον αγώνα της διαιώνισης της .
Καθολικές χαρές και πανηγύρια, γιατί ο πανίσχυρος της ευρώπης των «λαών και της αλληλεγγύης» επιβάλεται του αδύνατου, στην μαρμίτα της eurogroup δημαγωγίας, όπου το επιχείρημα «και εσύ τι προτείνεις», συνοδεύεται πάντα από τα γνωστά ηθικωλογικά τέρματα της Μαρφίν. Ή θα φτάσουμε την ηλιθιότητα μέχρι το τέλος, ή θα κολυμπήσουμε στον μη εναλλακτικό βούρκο μαζί με τα άλλα σκατά. Με με τον σκλάβο, ή με τον αφέντη; Καλύτερα με κανέναν, μέχρι ο Ροβεσπιέρος να βγάλει οδηγό ευπρεπούς συμπεριφοράς για επαναστάτες χίπστερ.
Η θέληση των πολλών κάμπτει την θέληση των λίγων στην ουσιαστική συγκυρία της σημερινής δημοκρατίας. Ξεπερνώντας την προστυχιά της παραδοχής πως οι πολλοί μπορούν να πράξουν ό,τι θέλουν επάνω στα κορμιά των λίγων, ακόμα και και αν αυτό προϋποθέτει τον θάνατο των λίγων, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Αν οι λίγοι γίνουν την επόμενη των εκλογών πολλοί, θα ισχύει η παραπάνω θεώρηση αυτούσια από την ανάποδη;
Όποτε γίνεται ο λόγος για τους γνωστούς εκβιασμούς και την κυβερνητική αναλγησία με την βοήθεια αρματωμένων ειδικών δυνάμεων,όποτε γίνεται λόγος για περιβαλλοντικές τραγωδίες ανυπολόγιστου μεγέθους στο όνομα του εταιρικού κέρδους, όποτε γίνεται λόγος για απτά κοινωνικά καταστροφικά αποτελέσματα και όχι εικασίες, τότε το θέμα περνάει στην φαντασιακή διάσταση της φιλοσοφίας ακυρώνοντας κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Μέσα σε αυτό το φαντασιακό τσουβάλι συνωστίζονται έννοιες όπως ο ντετερμινισμός, ο κοινωνικός δαρβινισμός και η δημοκρατία.
(Όλα είναι νομοτελειακά προκαθορισμένα, αλλά μπορούμε με την ψήφο να αλλάξουμε τα νομοτελειακά προκαθορισμένα …βγάλε άκρη.)
Από την στιγμή που η κυβέρνηση δεν έχει περάσει στον έλεγχο της τα  αποτελέσματα της διάσημης μηχανής αναζήτησής, άνετα παρακάμπτονται οι ηθικοί φραγμοί της αναστολής ολοκλήρων άρθρων του αστικού συντάγματος. Τα πάντα μπορούν να δικαιολογηθούν υπό το πρίσμα της ελευθεριάς της άποψης ,ασχέτως αν καμιά κυβέρνηση δεν είναι τόσο ηλίθια ώστε να προχωρήσει σε εξόφθαλμες τεχνικές φίμωσης ,από τη στιγμή που η ίδια η πληροφορία φιλτράρεται σε επιθυμητό βαθμό στα παραδοσιακά ΜΜΕ.
Η συντεχνία των επαγγελματιών καταδικαστών της βίας συνάντησε τους επαγγελματίες δημαγωγούς και τους επαγγελματίες χωροφύλακες της τάξης, συγκροτώντας σε παγκόσμια αποκλειστικότητα ένα ολοκληρωμένο ηθικωλογικό μέτωπο, σύννομο, σύμφωνο, σύγχορδο, και δουλοπρεπές στα μνημόνια και την απολυταρχική στάση του γερμανικού κράτους. Οι ηθικωλόγοι χρεώνουν με εξαιρετική άνεση τις «εθνικές» επιτυχίες σε μεμονωμένους απατεώνες τεχνοκράτες και τις αποτυχίες στις λαϊκές μάζες. Χρεώνουν την ατομική επιτυχία στην ικανότητα και την αποτυχία στο ότι «δεν προσπάθησες αρκετά». Θυμηθείτε τι γίνονταν με την αιώνια καταδίκη του δικομματισμού,και πως ο δικομματισμός, έγινε ξαφνικά υπεύθυνη πολιτική στάση τον Ιούνιο του 12.
Τα τελευταία χρόνια, οι τραγικές στιγμές της κυριαρχίας,ανασυρμένες από τα μεσαιωνικά ιεροεξαταστήρια ,έχουν γίνει ήδη εθνικές αφηγήσεις και έχουν περάσει στο συνειδησιακό και του τελευταίου μαλάκα σε αντίθεση με τις κατονομαζόμενες ως βάρβαρες κατακτήσεις των λαϊκών στρωμάτων ,τις οποίες πρέπει οπωσδήποτε να εκσυγχρονίσουμε. Παλιά μου τέχνη κόσκινο.
Το βασικό όμως πρόβλημα των ηθικωλόγων είναι πάντα η αντιαισθητική εξέγερση των σκλάβων της γαλέρας και όχι ο καπετάνιος που τους βασανίζει ανελέητα, γιαυτό και τα λυσσασμένα μετεμφυλιακά καταδικαστικά σύνδρομα. Απόλυτα λογικό, όταν έχεις συνδέσει την ηθική με τη βούληση του ισχυρού (το κράτος μας ανήκει),να σε τρομάζει η φωνή των καταπιεσμένων. Από τις καταλήψεις των αναρχικών τρομοκρατών, ως τις αντιδράσεις των κουκουλοφόρων κατοίκων στις σκουριές, o φόβος των ηθικωλόγων είναι ορατός: με δεδομένη την απουσία μιας ισχυρής κομαντατούρ, αν αύριο εξεγερθούν οι σκλάβοι της γαλέρας σε ποια αγκαλιά θα τρέξουν για να γλυτώσουν το τομάρι τους;

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

H απολίτικη καταδίκη της βίας...

Του Κώστα Θεολόγου*, απο την Αυγη...
Πόσο ανόητη και απολίτικη μου φαίνεται η έκφραση «καταδικάζω τη βία από όπου κι αν προέρχεται;». Αν δεν διακρίνουμε τις βίαιες συμπεριφορές, δεν μπορούμε να τις εντάξουμε σε ορθολογικό πλαίσιο και να τις περιορίσουμε σε διαδικασίες κοινωνικής μάθησης.
Κατ’ αρχάς, αυτοί που διατυπώνουν την καταδίκη της βίας από όπου κι αν προέρχεται- ως άσπιλες θεούσες της ενορίας μας- δεν έχουν συλλογιστεί ποτέ τα ηθικά ζητήματα που εγείρονται σε αναμετρήσεις μεταξύ ισχυρών και αδυνάτων; Είναι πάντα το δίκαιο και ηθικό; Είναι πάντα το νόμιμο και δίκαιο; Είναι πάντα το νόμιμο και ηθικό; Διότι, αν δεν τα συλλογίζονται και αυτά, τότε είναι μάλλον μωρές, ει μη μόνον, απολίτικες παρθένες. Ας θυμίσουμε και τον Χριστό με βούρδουλα να τα κάνει λίμπα στον Ναό του Σολομώντα, επειδή τον είχαν καταντήσει αγοραίο χώρο οι κάθε λογής έμποροι. Αλλά αυτή η θεάρεστη εικόνα αποτελεί για τον σεβασμιώτατο Αμβρόσιο το πρότυπο συχώρεσης για την αρβύλα του νεοναζιστή που κλοτσάει τις παραμάτειες των έγχρωμων και τους ίδιους τους έγχρωμους - παιδιά ενός κατώτερου ή διαφορετικού θεού.
Όσοι διατείνονται ότι επί της αρχής κάθε βία είναι κακή, στην πράξη δεν μπορούν να κάνουν καμία συστηματική διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικά είδη βίας, ή να αναγνωρίσουν τα αποτελέσματά τους σε εκείνους που την υφίστανται και σε εκείνους που την ασκούν. Να κατανοήσουμε, λοιπόν, τις κοινωνικές χρήσεις της βίας, να διακρίνουμε τους διαφορετικούς τύπους της βίαιης δραστηριότητας και να διατυπώσουμε συστηματικούς κανόνες γι’ αυτήν.
1. Η σύγχρονη φιλελεύθερη κουλτούρα μας υπερασπίζεται ως αλήθεια την πεποίθηση ότι κάθε βία είναι χειρότερη από τη μη βία σε κανονικές συνθήκες. Όμως, δεν είναι έτσι ακριβώς.
Στο ποινικό δίκαιο αθωώνεται ακόμη και ο ανθρωποκτόνος, όταν διαπράττει το έγκλημά του εν αμύνη. Μια γυναίκα που αντιστέκεται στον βιαστή της, ένα παιδί που κλοτσάει στα αχαμνά έναν κλέφτη του χαρτζιλικιού του, ένας συνταξιούχος που τρώει γκλομπιές από αστυνομικό και αντιστέκεται (ο γέροντας) ρωμαλέα με γροθιές, ένας ταύρος που σκίζει με τα κέρατά του τα σκέλια ενός ταυρομάχου. Είναι και αυτές περιπτώσεις βίας που πρέπει να καταδικάσουμε; Αλλά ας περιοριστούμε στη βία μεταξύ των ανθρώπων.
Η βία είναι, εν ολίγοις, μια κατάσταση που στερείται παντελώς ηθικών αρχών και ηθικών πρακτικών. Η βία ως πόλεμος φαίνεται πως είναι αποφασιστικά ανήθικη. Γι’ αυτό ίσως ο Τόμας Χομπς (1588-1679) περιέγραψε τη ζωή των ανθρώπων εκτός των ορίων του νόμου και της ηθικής, ως «πόλεμο όλων εναντίον όλων».
2 Αφ’ ης στιγμής τα συμφέροντα στον αναπάντεχο πόλεμο των πανίσχυρων τραπεζών και βιομηχανιών εις βάρος ή έναντι των αδυνάτων λαών του κόσμου είναι τόσο μεγάλα, μήπως είναι εύλογο να δικαιούνται οι άνθρωποι να παραβλέπουν οποιαδήποτε ηθική απαγόρευση στη διάρκεια ενός τέτοιου πολέμου, μιας τέτοιας αναμέτρησης, μιας τέτοιας ασύμμετρης απειλής και να αντιστέκονται στην «άοπλη», αλλά ολοκληρωτική βία που τους ασκείται;
Η σύγκρουση μεταξύ των ανθρώπων συνιστά πανάρχαιο κοινωνικό φαινόμενο. Ως πόλεμος, δηλαδή ως ακραιφνής εκδοχή της βίας, προϋποθέτει κοινωνική οργάνωση, νομιμοποίηση, χρηματοδότηση, βιομηχανία κ.λπ. Όπως κι άλλα πράγματα που κανονικά θεωρούνται ότι υπόκεινται στο φάσμα της ηθικής, η βία του πολέμου επιφέρει σοβαρές συνέπειες στους άλλους και στον κόσμο όλο.
Σε πολλές περιπτώσεις, αναμφίβολα, η ηθική στάση απαιτεί θυσίες. Εξαιτίας της ηθικής διάστασης της βίας, της βαρύτητας των συνεπειών της και των απαιτήσεων της ηθικής, ακόμη και ενώπιον του θανάτου, ο πόλεμος και η βία μάλλον συνιστούν φαινόμενα που εντέλει ανταποκρίνονται διακεκριμένα στην ηθική μομφή και καταδίκη. Όσοι, λοιπόν, καταδικάζουν τη βία από όπου κι αν προέρχεται, δεν λαμβάνουν υπόψη τους τα κριτήρια του δίκαιου πολέμου και της δικαιολογημένης βίας και φαίνεται να υποστηρίζουν ότι είναι προτιμότερο να πεθαίνουμε (=ηθικά) υποταγμένοι, παρά να ζούμε (=ανήθικα) αντιστεκόμενοι.
3. Ας επιλέξει, λοιπόν, ο καθένας τι θα μάθει στα παιδιά του.

1. Θυμίζω κείμενο της Θεοδώρας Κοτσακά-Καλαϊτζιδάκη, 2008, «Περί βίας: οι απόψεις του Ε. Χομπσμπάουμ», στον ιστότοπο: http://syrizalesvou.blogspot.gr/2008/12/blog-post_29.html
2. Hobbes, Th., 1651, De Cive.
3.Για τις αρχές του δίκαιου πολέμου πρβλ. Baggini J-Fosl P, The Ethics Toolkit, A Compendium of Ethical Concepts and Methods, Blackwell, 2007, σ. 179-184. Για τους κανόνες της βίας πρβλ. Hobsbawm, Eric. 2008, Επαναστάτες, μτφ. Π. Μπουρλάκης, Αθήνα, Θεμέλιο.
* Ο Κώστας Θεολόγου διδάσκει στο ΕΜΠ και στο ΕΑΠ

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Ο μύθος της «φορολογικής δικαιοσύνης»...

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
Από καταβολής κόσμου, οι εξουσίες αποσπούν, οικειοποιούνται και χρησιμοποιούν ένα μέρος του κοινωνικού πλούτου κατά το δοκούν. Ολα τα κράτη είναι λοιπόν «φορολογικά». Και με αυτήν την έννοια, η κατίσχυση του φιλελευθερισμού ούτε άλλαξε ούτε ήταν δυνατόν να αλλάξει η βασική λειτουργία της φορολογίας. Αλλαξαν μόνο η θεσμική μορφή της και οι όροι της κοινωνικής της πρόσληψης. Πράγματι, στο εξής, η φορολογία δεν μπορεί να επιβάλλεται αυθαίρετα ή ευκαιριακά. Οφείλει πλέον να υπόκειται στον νόμο, να υπακούει στο γενικό συμφέρον, να είναι προβλέψιμη και να αντλεί τη νομιμοποίησή της από τη δημοκρατική κοινωνική συναίνεση.

Κατ” ανάγκην, λοιπόν, στο νέο αυτό πλαίσιο, η φορολογία θα νοηθεί με νέους ιδεολογικούς όρους. Από τη μια μεριά, η πληρωμή των φόρων εμφανίστηκε ως «πολιτειακό καθήκον» όλων όσοι, εκόντες ή άκοντες, «μετέχουν» στην κοινωνική οργάνωση. Ως κοινωνοί του Κράτους Δικαίου, οι πολίτες οφείλουν πλέον να αναλάβουν το βάρος της αναπαραγωγής του από κοινού. Από την άλλη μεριά, οι όροι κατανομής αυτής της γενικής υποχρέωσης, το ζήτημα δηλαδή «ποιος» θα πληρώσει «τι» και «πόσο» πρέπει επίσης να ρυθμιστεί πάνω στη βάση γενικά αποδεκτών κριτηρίων. Ετσι, η εσωτερίκευση του γενικού φορολογικού καθήκοντος προϋποθέτει ότι η οργάνωση της δημόσιας απόσπασης πλούτου αποδίδει «φορολογική δκαιοσύνη». Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα Συντάγματα διακηρύσσουν ρητά πως οι πολίτες οφείλουν να επωμίζονται τα δημόσια βάρη ανάλογα με τις «δυνατότητές» τους. Προφανώς, λοιπόν, οι πλούσιοι πρέπει να πληρώνουν περισσότερο από τους φτωχούς. Σε άνισες κοινωνίες, η φορολογική ισότητα προϋποθέτει άνιση επιβάρυνση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι άμεσοι φόροι είναι πιο δίκαιοι από τους έμμεσους. Οι δίκαιοι φόροι είναι πάντα κλιμακωτοί και «προοδευτικοί».

Ομως, η αφετηριακή αυτή παραδοχή δεν απαντά στο ερώτημα «πόσο» περισσότερο πρέπει να πληρώνουν οι εύποροι. Και στο σημείο αυτό εμφιλοχωρεί μια τρίτη άρρητη παράμετρος. Δεν αρκεί η φορολογία να είναι δίκαια. Πρέπει επιπλέον να μπορεί να εμφανίζεται και ως ταξικά και ιδεολογικά «ουδέτερη». Ακόμη λοιπόν και αν οδηγεί στην άμβλυνση κάποιων ανισοτήτων, η φορολογία δεν επιτρέπεται να ανατρέπει την κατεστημένη κοινωνική πραγματικότητα. Εχοντας πληρώσει ό,τι τους αναλογεί, πρέπει οι φτωχοί να παραμένουν φτωχοί, οι πλούσιοι να παραμένουν πλούσιοι και οι κεφαλαιούχοι να εξακολουθούν να αντλούν τα «κεκανονισμένα» κέρδη τους.

Υπό τους όρους αυτούς, οι φιλελεύθερες κοινωνίες οδηγήθηκαν βαθμιαία σε μια γενική συναίνεση σε ό,τι αφορά τη λειτουργία και τα κριτήρια μιας φορολογίας που δεν έρχονταν σε αντίθεση με την αναπαραγωγή των κοινωνικών ισορροπιών. Ετσι ακριβώς εμπεδώθηκαν οι μεγάλες γραμμές της κυρίαρχης φιλελεύθερης «φορολογικής ηθικής». Στο μέτρο που όλοι είναι «ίσοι ενώπιον του νόμου», οφείλουν να νιώθουν και «ίσοι ενώπιον του φόρου που τους αναλογεί» στο πλαίσιο ενός δεδομένου συστήματος κοινωνικών ιεραρχιών. Οι κοινωνικές σχέσεις δεν πρέπει να ανατρέπονται, αλλά να αναπαράγονται.

Ομως, οι πρόσφατες εξελίξεις σηματοδοτούν την προϊούσα διάβρωση του ιδεολογικού αυτού οικοδομήματος. Υπό τις τρέχουσες συνθήκες, φαίνεται να καταρρέουν τόσο η ιδέα της φορολογικής δικαιοσύνης όσο και το αξίωμα της φορολογικής ουδετερότητας. Ετσι, είναι πια φανερό ότι η ιδέα της ισότητας ενώπιον του φόρου δεν είναι παρά ένα εξωραϊστικό και παραπλανητικό σύνθημα. Στο εξής, οι κοινωνοί δεν φορολογούνται ανάλογα με τις δυνατότητές τους. Η επιβάρυνση ποικίλλει ανάλογα με το είδος, την πηγή και τον «τόπο» ή τον μη τόπο όπου καταχωρίζονται ο πλούτος και τα εισοδήματα. «Βλέποντας» μόνο όσα συμβαίνουν μέσα στην επικράτειά της, η φορολογική εξουσία αποστρέφει το βλέμμα της από τον υπερεπικρατειακό πλούτο. Η ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και η ευχερής «αποθήκευσή» τους στους υπερπόντιους παραδείσους, επιτρέπει στο μεγαλύτερο τμήμα του παγκόσμιου κεφαλαίου να αποφεύγει οποιαδήποτε φορολογική επιβάρυνση. Η σχέση των ατόμων με τη φορολογική επικράτεια δεν είναι λοιπόν πια δεδομένη. Την ίδια στιγμή που η ορατή ακίνητη περιουσία εξακολουθεί να μπορεί να φορολογείται -υπό τον όρο βέβαια ότι δεν ανήκει σε ανεξέλεγκτες υπερπόντιες εταιρείες- η αόρατη κινητή περιουσία παραμένει στο απυρόβλητο. Η φορολογική αδικία είναι λοιπόν εξόφθαλμη. Οι κεφαλαιούχοι δεν τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης…

Η έμμεση αυτή φορολογική «απαλλαγή» επηρεάζει άμεσα τις συναλλαγές. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια στιγμή που τα ακίνητα είναι εκτεθειμένα σε επιβαρύνσεις που μπορεί να αγγίζουν τα όρια της δήμευσης, πλούτος αξίας πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων (δηλαδή πολλών χιλιάδων δισεκατομμυρίων!) περνάει κάθε μέρα τα αφανή σύνορα που χωρίζουν τις ανήμπορες και αναρμόδιες πλέον επικράτειες. Οπως επίσης και ότι την ίδια στιγμή που οι εργαζόμενοι, οι επαγγελματίες, οι επιχειρηματίες και οι ιδιοκτήτες που εξακολουθούν να είναι παραγωγικά δεμένοι με μια συγκεκριμένη χώρα, εμφανίζονται ίσοι ενώπιον του νόμου και του φόρου, η μειοψηφία που δραστηριοποιείται στα ρευστά υπερεπικρατειακά μεταίχμια καλπάζει ανενόχλητα σε ένα ολοένα διευρυνόμενο φορολογικό κενό.

Ετσι, η ιδέα της φορολογικής δικαιοσύνης δεν είναι πια δυνατόν να γίνει πιστευτή. Και μαζί με αυτήν καταρρέει και η αξιωματική φορολογική ουδετερότητα που οφείλει να διέπει τις φιλελεύθερες παρεμβάσεις. Πράγματι, η διαφορική φορολόγηση συνεπιφέρει μια σειρά περαιτέρω μεταλλαγών στις κοινωνικές ισορροπίες. Από τη στιγμή που τα κινούμενα υπερεπικρατεικά κεφάλαια ευνοούνται σκανδαλωδώς σε σχέση με τα κεφάλαια που εξακολουθούν να είναι δεμένα με τις εθνικές επικράτειες, ο αγοραίος ανταγωνισμός ανάμεσά τους δεν είναι πια ούτε «ελεύθερος» ούτε «ουδέτερος». Μοιραία, λοιπόν, τα υπολείμματα των «εθνικών αστικών τάξεων» τείνουν να μεταμορφωθούν σε αποστασιοποιημένους τυχοδιώκτες. Αναπόφευκτα, το ανεξέλεγκτα κινούμενο, και συχνά «βρόμικης» προέλευσης, χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο διαβρώνει ό,τι απομένει από εκείνους που έπαιζαν το παίγνιο της συσσώρευσης με παραδοσιακούς όρους. Βαθμιαία, όλοι οι ορθολογικοί πλούσιοι φροντίζουν να μπουν στο φορολογικό απυρόβλητο.

Οι προεκτάσεις των νέων φορολογικών δεδομένων είναι όμως ακόμα πιο σημαντικές σε ένα άλλο επίπεδο. Πράγματι, αποψιλούμενα από το προϊόν της συμβολής των προνομιούχων, τα φορολογικά κράτη εξωθούνται στο να αποσπούν ολοένα και περισσότερους πόρους από τους εξαρτημένους μισθωτούς και τη μεσαία τάξη των αυτόνομων μικροεπιχειρηματιών που δεν μπορούν να κρυφτούν. Εμμέσως πλην σαφώς, λοιπόν, οι κοινωνικές ισορροπίες αλλοιώνονται. Προκειμένου να διατηρούνται οι δημοσιονομικές ισορροπίες πρέπει να ανατραπούν οι κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες που οριοθετούσαν την αναπαραγωγή των φιλελεύθερων καθεστώτων. Και, έτσι, ο απειλούμενος ταξικός υποβιβασμός των παραδοσιακών στρωμάτων στερεί την κοινωνία από τη σπονδυλική της στήλη.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μιαν ιστορική τομή με απροσμέτρητες και άδηλες προεκτάσεις. Οι «οικονομικοί άνθρωποι» δεν καλούνται να δράσουν μέσα σε ένα ενιαίο αγοραίο θεσμικό περιβάλλον. Οι ενοικούντες τον κόσμο διακρίνονται στους τυχοδιώκτες «επενδυτές», «δανειστές» και «αξιολογητέες» που αρμενίζουν ανεμπόδιστα στις θάλασσες των αναδυόμενων ευκαιριών και στους «άλλους», τους άξεστους, ανεπιτήδειους και ανήμπορους «ιθαγενείς» που οφείλουν να πληρώσουν το τίμημα της παραγωγικής και επικρατειακής τους καθήλωσης. Ενώ οι πρώτοι απολαμβάνουν της προστασίας των υπερεπικρατειακών «φορολογικών παραδείσων» ως απόλυτοι άρχοντες ενός «καθαρού» και ανεξέλεγκτου κεφαλαίου, οι δεύτεροι δεν βρίσκονται μόνο ριγμένοι στις επικρατειακές «φορολογικές κολάσεις», από τις οποίες δεν είναι δυνατόν να ξεφύγουν, αλλά υποχρεούνται επιπλέον να απεμπολούν την επιβιωτική τους ικανότητα, τον πολιτικό τους πολιτισμό και την αξιοπρέπειά τους, εκλιπαρώντας την εύνοια και την ανοχή των τυχοδιωκτών που τους καταδιώκουν. Είναι λοιπόν σαφές ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν μπορεί να υπάρξει ούτε φορολογική ουδετερότητα ούτε φορολογική δικαιοσύνη. Και υπό τις συνθήκες αυτές είναι λογικό να κλονίζεται συθέμελα η ευρύτερη κοινωνική συναίνεση που οριοθετούσε την κυρίαρχη αστική φορολογική ηθική. Ο μόνος φορολογικός νόμος που φαίνεται πια να ισχύει είναι ο νόμος της φορολογικής ζούγκλας.

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Δύο έννοιες της «ανομίας» ή γιατί η κυβέρνηση ζήλεψε τον Νιξον...

Τον Φεβρουάριο του 2011, ο Δημήτρης Ρέππας, τότε υπουργός Μεταφορών, δήλωσε ότι «δεν πρόκειται να αφήσουμε τη χώρα εκτεθειμένη στον κίνδυνο της διεθνούς ανυποληψίας και της περιθωριοποίησης, δηλαδή εκεί που οδηγείται μια χώρα που την χαρακτηρίζει η ανομία. Προέχει η απαξίωση της κοινωνικής αντίληψης του τζαμπατζή και η πολιτική κατάρρευση του ψευδοομοιώματος προοδευτισμού που κάποιοι προβάλλουν». Την περασμένη βδομάδα, ο Νίκος Δένδιας επέκτεινε τον ορισμό της ανομίας: «Ένας τρόπος και ένας δρόμος υπάρχει για τη χώρα, για την κοινωνία, για τη συνταγματική τάξη και αυτός είναι η μηδενική ανοχή απέναντι στο φαινόμενο της ανομίας, είτε αυτό είναι κατάληψη, είτε είναι γκαζάκια, είτε βαριά τρομοκρατία». Η «ανομία» έχει γίνει λέξη πασπαρτού, ένα «κενό σημαίνον» που σημαίνει οτιδήποτε ο κάθε υπουργός θέλει να σημαίνει. Κάθε πράξη, αντίσταση ή κοινωνική διαδικασία που οι μνημονιακές κυβερνήσεις θέλουν να καταγγείλουν είναι «άνομη».



Ο δόκιμος προσδιορισμός για πολλές απ’ αυτές τις πράξεις, και βέβαια για βομβιστικές ενέργειες, είναι «παρανομία». Η τρομοκρατία ως «ανομία» αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία για την οποία ο κ. Δένδιας πρέπει να ζητήσει παγκόσμια πατέντα. Μια παράνομη πράξη παραβιάζει τον νόμο. Α-νομία σημαίνει έλλειψη νόμου, το μόνο προϊόν στο οποίο έχουμε υπερ-παραγωγή και πλήρη επάρκεια Ο όρος «ανομία» επιλέγεται γιατί οι κυβερνώντες πιστεύουν ότι κάνει τις πράξεις αντίστασης πιο απεχθείς από την «παρανομία», σαν να λες ότι κάτι είναι «έργο του διαβόλου» αντί να λες ότι είναι αμαρτία ή παράπτωμα. Οι λόγοι είναι προφανείς: Όταν οι κυβερνήσεις πάσχουν από βαρύ έλλειμμα νομιμοποίησης επιλέγουν το δίκαιο ως προνομιακό χώρο αντίθεσης με την κοινωνία. Η νομιμότητα αντικαθιστά τη νομιμοποίηση ως το απόλυτο κριτήριο της ηθικής. Αλλά η χρήση της λέξης στηρίζεται σε άγνοια της σημασίας του όρου «ανομία» και συστηματική απόκρυψη βασικών αρχών της φιλοσοφίας του δικαίου από τους κυβερνώντες. Στο άρθρο αυτό θέλω λοιπόν να αναφερθώ σε δύο ερμηνείες της «ανομίας» που οι κυβερνήσεις και οι ιδεολογικοί τους προγραμματιστές αγνοούν ή ηθελημένα παραποιούν. Ένα επόμενο θα εξετάσει την φιλοσοφία της αντίστασης.

Κοινωνική ανομία

Ο πρώτος και πιο δόκιμος ορισμός της «ανομίας» δόθηκε από τον δημιουργό της έννοιας Εμίλ Ντιρκέμ: Ανομία είναι η αποσύνθεση της κοινωνικής συνάρτησης, η εξασθένιση του κοινωνικού δεσμού Γράφει λοιπόν ο Ντιρκέμ στο κλασικό του έργο «Αυτοκτονία» ότι «ένα σύστημα ηθικής δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο αυτοσχεδιασμού. Αποτελεί δημιουργία της κοινότητας στην οποία εφαρμόζεται Αποτυγχάνει όταν η ίδια η κοινότητα αποτυχαίνει». Αυτό το «σύστημα ηθικής» κατά Ντιρκέμ, μια πλευρά του habitus του Μπουρντιέ, ονομάζουμε «κοινωνικό ήθος».1 Το ήθος αποτελεί το αξιακό περιβάλλον και το υπόβαθρο της κοινωνικής συμβίωσης. Θεμελιώνοντας την εξατομίκευση και κοινωνικοποίηση των πολιτών, το ήθος συνεισφέρει στη δημιουργία μιας άτυπης κοινωνικής ευταξίας. Περιλαμβάνει αξίες και έννοιες, άρρητες συμβάσεις και συνήθειες. Από τη μια πλευρά, αξιακές προ-κρίσεις και προ-καταλήψεις για τη θέση του εαυτού, των σχέσεων με τους άλλους και με το σύνολο βοηθούν στη ανάπτυξη των προσωπικών μας απόψεων. Η «φιλοσοφική ερμηνευτική» του Γκάνταμερ εξετάζει τις πλευρές αυτές του ήθους. Από την άλλη, το ήθος περιλαμβάνει τοπικές και συγκεκριμένες πρακτικές και συμπεριφορές (τα πρωτόκολλα ευπρέπειας π.χ. που ισχύουν σε κάθε δραστηριότητα ή επάγγελμα) αλλά και γενικές και αφηρημένες δεξιότητες (τις συμβάσεις της φιλοξενίας και της φιλοτιμίας, τη σωστή αντιμετώπιση μικρών και μεγάλων εξουσιών, τη στάση απέναντι στους νόμους κ.λπ.). Δεν μπορούμε να απαριθμήσουμε όλα τα συστατικά του κοινωνικού ήθους, αλλά σαν τον Αυγουστίνειο ορισμό του χρόνου, καταλαβαίνουμε αμέσως όταν το ήθος γίνεται αντικείμενο επίθεσης και υποχωρεί.
Οι προ-κρίσεις και δεξιότητες αυτές, ο αξιακός και εννοιακός ορίζοντας που μας επιτρέπει να κάνουμε κρίσεις και να παίρνουμε αποφάσεις δεν περιγράφεται σε εγχειρίδια ούτε διδάσκεται τυπικά. Αποκτώνται με μαθητεία, μίμηση και επανάληψη αρχικά στην οικογένεια, τη γειτονιά, το σχολείο αργότερα στην κοινωνική μας πρακτική. Όπως μου έλεγε ο θρησκευόμενος πατέρας μου, ένας «Πασκαλικός» φιλόσοφος, τον καλό Χριστιανό δεν τον κάνουν οι καλές πράξεις αλλά η ευλάβεια, δηλαδή να νηστεύεις, να προσεύχεσαι, να πηγαίνεις στη λειτουργία Κυριακές και γιορτές, να μεταλαμβάνεις. Η μίμηση και επανάληψη, η πειθάρχηση της συμπεριφοράς, οδηγεί στην αποδοχή των αξιών που κρύβονται πίσω τους. Ο Λουί Αλτουσέρ αργότερα γενίκευσε την άποψη του Μπλεζ Πασκάλ ορίζοντας τη διαδικασία υποκειμενοποίησης ως «έγκληση» του υποκειμένου από ιδεολογικούς μηχανισμούς και κρατικές πρακτικές.

Κρατική πολιτική εναντίον κοινωνικού ήθους

«Ανομία», λοιπόν, είναι η εξασθένιση και καταστροφή αυτού του προ-ηθικού υποστρώματος στο οποίο στηρίζεται η κοινωνική συνοχή. Η ανομία αποσυνθέτει το κοινωνικό ήθος αλλά είναι και αποτέλεσμα της διάλυσής του. Το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα της, σύμφωνα με τον Ντιρκέμ, είναι η αύξηση των αυτοκτονιών. Όπως γνωρίζουμε από έρευνες σε χώρες απ’ όλο τον κόσμο, η πιο έντονη μορφή ανομίας δημιουργείται όταν οι κρατικές πολιτικές επιτίθενται βίαια και καταστρέφουν το κοινωνικό ήθος. Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται η πρωταρχική έννοια και ο πρωταίτιος της ανομίας. Τα μέτρα του μνημονίου αποτελούν μια πρωτοφανή κοινωνική μηχανική που επιτίθεται και καταστρέφει τα θεμέλια του προσωπικού και του κοινού ήθους. Η εκτόξευση του αριθμού των αυτοκτονιών δείχνει μια κοινωνία που χάνει τα κανονιστικά της ερείσματα. Η μεγαλύτερη αιτία ανομίας είναι τα μνημόνια και οι μνημονιακές κυβερνήσεις. Αντίθετα, αυτοί που αντιστέκονται στην κοινωνική ανομία προωθούν το νόμο και τη δικαιοσύνη.
Η ανομία της λιτότητας οδηγεί σε δεύτερη ηθική καταστροφή. Η προσωπική μας ταυτότητα αναδύεται μέσα από διάλογο, ένταση και σύγκρουση μεταξύ του οικείου, τοπικού και μερικού και του ξένου, αλλότριου και καθολικού. Ξεκινώντας από το ήθος της οικογένειας, η ταυτότητα εξελίσσεται συνεχώς και αλλάζει, σε συζητητή και αγώνα για αναγνώριση από τους αγαπημένους, φίλους και κοντινούς αλλά και από απλούς γνώριμους, συνάδελφους και άγνωστους που συναντάμε στη διαδρομή της ζωής. Η νέα γυναίκα που πηγαίνει στο πανεπιστήμιο ή ο νέος που μαθαίνει μια τέχνη ή επάγγελμα μπαίνουν σε μια διαδικασία σύγκρισης και σύγκρουσης του γνωστού, ασφαλούς και βολικού και του άγνωστου, ξένου και γενικού. Το πρώτο βήμα για την απόκτηση αυτονομίας είναι ακριβώς η άρνηση του δεδομένου και γνωστού που οδηγεί σε δια βίου διάλογο του ήθους με το ηθικό ή γνωσιολογικό καθολικό. Αντίθετα με τις νεο-καντιανές απλοποιήσεις, η ηθική είναι συνδυασμός κοινωνικού ήθους και ηθικών κανόνων, και η ελληνική γλώσσα, σοφά πράττουσα, δεν διακρίνει μεταξύ ethics και morality. Ονομάζουμε «υποκείμενο», τον ανεπανάληπτο συνδυασμό ήθους και ηθικής, δοσμένων και καθολικών, εαυτού και άλλου που δημιουργεί τη μοναδικότητα καθενός μας.2
Ποια είναι η κυρίαρχη ηθική της εποχής μας, δηλαδή η ηθική των κυρίαρχων; Ο κυνισμός και ο μηδενισμός. «Ξέρω ότι αυτό που λέω είναι ψέμα, αυτό που κάνω είναι λάθος, αλλά εξακολουθώ να δρω ως αν ήταν σωστό σκαρφιζόμενος διάφορες εκλογικεύσεις». Όλοι ξέρουν ότι η λιτότητα θα αποτύχει και θα χειροτερεύσει την κατάσταση αλλά η τρόικα και η κυβέρνηση συνεχίζουν σαν να μη το ξέρουν. Ο κυνικός έχει αποκτήσει μία «πεφωτισμένη» ψευδή συνείδηση: ξέρει ότι αυτά που πιστεύει είναι ψέμματα, αλλά η κριτική της ιδεολογίας δεν τον ακουμπάει μια που ο κυνισμός αναστοχαστικά προστατεύει το ψεύδος της. Λειτουργούν, λοιπόν, οι ελίτ σαν το φροϊδικό υπερεγώ που δεν σταματά να επιβάλει κανόνες, εντολές και απαγορεύσεις. Όσο περισσότερο υπακούς τις εντολές του υπερεγώ τόσο δυσκολότερες γίνονται οι απαιτήσεις του και τρομερότερες οι τιμωρίες του. Αυτός ο σαδιστικός χαρακτήρας της κυβερνητικής ανομίας δείχνει το μηδενισμό ως τη δεύτερη κυρίαρχη ηθική: η μόνη αξία είναι η αχόρταγη επιθυμία, ηθική είναι το δίκιο του ισχυρού, αφού το ιδιωτικό συμφέρον των ελίτ ταυτίζεται με τη δημόσια αρετή. Ανομία, λοιπόν, είναι ο κυνισμός και ο μηδενισμός των διαπλεκόμενων κυβερνώντων, που αποδυναμώνει το κοινωνικό ήθος και καταστρέφει τις αρχές της ισότητας, της ελευθερίας και της αλληλεγγύης. Όταν ο ηθικός ορίζοντας ταυτίζεται με τον κυνισμό και το μηδενισμό, η ηθική προδίδεται και η ανθρώπινη ταυτότητα διαστρέφεται. Η άνομη ηθική των ισχυρών μεταδίδεται σαν επιδημία στην κοινωνία και επιτείνει τη διάλυσή της.
Η αντίσταση σ’ αυτά τα μέτρα είναι αδιαπραγμάτευτα ηθική. Η αρχή της βρίσκεται δίπλα στους αδύναμους, αόρατους και κατατρεγμένους, νέους και γέρους, Έλληνες και μετανάστες. Η «κατηγορική επιταγή» της αντίστασης, αν θέλουμε να σημασιοδοτήσουμε ειρωνικά τέτοιες έννοιες είναι «να δρας πάντα σύμφωνα με μια αρχή που επιτίθεται, υποσκάπτει και αναιρεί τις αιτίες που αποκλείουν και καταδικάζουν σε συμβολικό και φυσικό θάνατο μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού». Το να κρίνεις τις πολιτικές βάσει μια τέτοιας καθολικεύσιμης αρχής δεν αποτελεί ηθικοποίηση της πολιτικής αλλά πολιτικοποίηση της ηθικής. Η αριστερά είναι καταδικασμένη να είναι ριζικά ηθική.

Πολιτική και δημοκρατική ανυπακοή

Τα φαινόμενα που οι κυβερνήσεις αποκαλούν συνήθως «ανομία» εξετάζονται από την πολιτική και νομική θεωρία της «πολιτικής» (civil disobedience) και δημοκρατικής ανυπακοής και αντίστασης. Από την Αντιγόνη και τους αγωνιστές για τα πολιτικά και εργατικά δικαιώματα, μέχρι τις φεμινίστριες, το κίνημα κατά των διακρίσεων, το Πολυτεχνείο, την Αίγυπτο και τις καταλήψεις των πλατειών, η ανυπακοή όχι μόνο δεν σημαίνει παρανομία αλλά αποτελεί την εξωτερίκευση της ηθικής συνείδησης και της πολιτικής πίστης στις αρχές της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας. Η προσωπική ανυπακοή αποτελεί ύψιστη ηθική πράξη, η αντίσταση συλλογικό πολιτικό συμβάν. Ανυπακοή και αντίσταση έχουν αλλάξει καθεστώτα, συντάγματα και νόμους. Το δικαιώματα που μέχρι χτες θεωρούσαμε δεδομένα και σήμερα χάνουμε, ήταν αποτέλεσμα τέτοιων αντιστάσεων. Το δικαίωμα της ψήφου, της ψήφου των γυναικών, βασικά κοινωνικά δικαιώματα και προστασίες είναι αποτέλεσμα πολύχρονων αγώνων και θυσιών των λαών. Οι αντιστάσεις που αποσκοπούν στη διατήρηση τους είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε σήμερα.
Στις ΗΠΑ, στις δεκαετίες του 1960 και 1970, τα κινήματα ανυπακοής οδήγησαν σε δημόσιο διάλογο δικαστών και πολιτικών φιλοσόφων στον οποίο συμμετείχαν η Χάνα Άρεντ, ο Τζον Ρολς, ο Ρόναλντ Ντοούρκιν και το Ανώτατο Δικαστήριο με σημαντικές αποφάσεις του. Από την άλλη πλευρά, στην προεκλογική καμπάνια του 1966, ο Νίξον κατήγγειλε τους αντιφρονούντες ως «αναρχικούς» και «εξτρεμιστές». Αιτία των ταραχών δεν ήταν ο πόλεμος του Βιετνάμ ή ο ρατσισμός, αλλά η «έλλειψη σεβασμού προς το κράτος δικαίου». Οι δικοί μας «φιλελεύθεροι» υπουργοί και σχολιαστές ξέχασαν αυτή την ένδοξη σελίδα στην ιστορία του φιλελευθερισμού και ζήλεψαν τη δόξα του Νίξον. Όπως ξέρουμε από την παγκόσμια ιστορία, όταν η σύγκρουση οξύνεται και η εξουσία αμφισβητείται, η περίφημη ανεκτικότητα των διαφορετικών φωνών αντικαθίσταται από σκληρή καταστολή.
Σύμφωνα με τη φιλελεύθερη ιδεολογία, αν οι νόμοι και οι πολιτικές του κράτους συγκρούονται με βασικές συνταγματικές αρχές και δικαιώματα, το κράτος δρα παράνομα και η υποχρέωση υπακοής αναιρείται. Το δεύτερο επιχείρημα είναι δημοκρατικό: Μια κυβέρνηση που εγκαταλείπει τις προεκλογικές δεσμεύσεις βάσει των οποίων εκλέχτηκε ή παραβιάζει σημαντικά δικαιώματα και προφανείς ανάγκες της πλειοψηφίας χάνει τη δημοκρατική της νομιμοποίηση. Το δημοκρατικό έλλειμμα του πολιτικού συστήματός -ένα μόνιμο χαρακτηριστικό των μεταβιομηχανικών κοινωνιών- γίνεται εμφανές και δραματικό. Σύμφωνα μ’ ένα επιπρόσθετο εμπειρικό/κανονιστικό επιχείρημα, ο νόμος που μονίμως δεν εφαρμόζεται πέφτει σε ανυποληψία και η απαίτηση υπακοής γίνεται αντιφατική. Η πραγματικότητα δημιουργεί τη δική της κανονιστικότητα που μετατρέπει τον ανυπόληπτο νόμο σε άχρηστο και ανενεργό. Αν προσθέσουμε το φιλελεύθερο, δημοκρατικό και εμπειρικό επιχείρημα, η ανυπακοή κατά διατάξεων που παραβιάζουν βασικά δικαιώματα, δεν έχουν δημοκρατική νομιμοποίηση και εφαρμόζονται επιλεκτικά ή καθόλου, δεν είναι απλώς δικαίωμα μα υποχρέωση. Η δικαστική εξουσία υποχρεώνεται να ακυρώσει ή τουλάχιστον να μην εφαρμόσει τέτοιους νόμους. Όταν αυτό δεν γίνεται, ο ανυπάκουος πολίτης αντικαθιστά τον δικαστή και με την ανυπακοή υπερασπίζεται το «πνεύμα του νόμου».

Σύγκρουση νομιμότητας και ηθικής

Για τον απλό πολίτη, η ανυπακοή είναι η ηθική απόφαση να παραβιάσει το νόμο λέγοντας «φτάνει, αρκετά, δεν πάει άλλο». Μπορεί να είναι αντίδραση σε ακραία αδικία, όπως αυτή του φόνου του Αλέξη ή, όπως στην περίπτωση του κινήματος «Δεν πληρώνω», αποτέλεσμα μιας σειράς καθημερινών επιθέσεων και ταπεινώσεων που εξαντλούν την υλική ηθική αντοχή. Η ανυπακοή είναι μια δύσκολη απόφαση, ταυτόχρονα αναπόφευκτη και τραυματική, μία «επικίνδυνη ελευθερία» που εκφράζει την ουσία της αυθεντικής ηθικής. Στην ανυπακοή, η νομιμότητα και η ηθική συγκρούονται: από τη μια, η εξωτερική υποχρέωση να υπακούουμε το νόμο (με τεχνικούς όρους, ένα ετερόνομο καθήκον) και από την άλλη η εσωτερική ευθύνη που μας δεσμεύει να ακολουθούμε το καλό, αυτό που για τον καθένα μας εκφράζει την ύψιστη ηθική αρετή (αυτονομία). Όταν ο νόμος παραβιάζει βασικές αρχές είναι τυπικά ισχυρός αλλά ουσιαστικά ανίσχυρος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δικαστήρια σε όλο τον κόσμο αθωώνουν τους ανυπάκουους. Στην ανυπακοή, η αυτονομία γίνεται υπαρξιακή ελευθερία. Ο αυτόνομος πολίτης δεν ακολουθεί απλώς τον νόμο, κρίνει ταυτόχρονα τη «λογική» του νόμου, τη δημοκρατική του θεμελίωση και τη σχέση του με τη δικαιοσύνη. Η απόλυτη υποχρέωση υπακοής του Νίξον, και του κ. Δένδια από την άλλη, αποτελεί το όνειρο κάθε απολυταρχικού καθεστώτος.
Ο ανυπάκουος πολίτης υπακούει μια ηθική εντολή που, αναδύεται σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά γίνεται καθολική. Η επιταγή προέρχεται από ένα συγκεκριμένο γεγονός, π.χ. μια δολοφονία ή την επιβολή αβάσταχτων και άδικων φόρων, που εγείρει όμως ένα καθολικό αίτημα ενάντια στη γενικευμένη καταστολή ή την απαίτηση δικαιοσύνης. Η ηθική ισχύς του θετικού δικαίου στηρίζεται στην καθολική του μορφή. Η ηθική επιταγή, από την άλλη πλευρά, αντλεί τη δύναμή της από το περιεχόμενο της συγκεκριμένης κατάστασης, από την ένταση και έκταση του κοινωνικού τραυματισμού που καλεί σε άμυνα και αντίδραση. Ο νόμος λειτουργεί παραγωγικά, η ηθική επιταγή επαγωγικά. Σε αντίθεση με το νόμο δηλαδή, η ηθική επιταγή καθολικεύει το αίτημα που αναδεικνύει η ειδική περίπτωση. Η ηθική πράξη έχει επομένως τη μορφή του Εγελιανού «συγκεκριμένου καθολικού». Η αντίσταση προσπαθεί να επιβάλει το «αξίωμα ισότητας» για εκείνες τις τάξεις, στρώματα και ομάδες που υπάρχουν κοινωνικά αλλά δεν έχουν πολιτική αναγνώριση ή ορασιμότητα. Το άδικο, η ηθική επιταγή να χτυπηθεί και το αγωνιστικό υποκείμενο αναδύονται μαζί τη στιγμή της ανυπάκοης πράξης. Θα ονομάζαμε αυτή τη μετουσίωση του υποκειμένου και της κατάστασης «κανονιστικότητα του πραγματικού». Ξεκινάει μια διαδικασία που μετατρέπει τους «υπηκόους» (αυτούς που υπακούουν) σε αυτόνομους πολίτες. Όσο η αντίσταση προωθεί την ηθική της ισότητας και αλληλεγγύης και δημιουργεί αγωνιστικά υποκείμενα, οι ισχυροί θα απαντούν με καταγγελίες για «ανομία». Αν ζήλεψαν τη δόξα του Νίξον, ίσως η ιστορία τους επιφυλάσσει και την τύχη του.

Σημειώσεις
1. Κώστας Δουζίνας, «Αντίσταση και Φιλοσοφία στην Κρίση», Αλεξάνδρεια, 2011, Κεφάλαιο 3.
2. Κώστας Δουζίνας, «Ριζοσπαστική Πολιτική και Νομική Φιλοσοφία», Νήσος, 2012, Κεφάλαια 2 και 5.

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Οι κλέφτες, η εκμετάλλευση και η αριστερά...

Του Δημητρη Γκιβιση απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
Αφορμή για τις παρακάτω σκέψεις δεν είναι το σύνθημα, αλλά όλη αυτή η οριζόντια κλεφτολογία που αναπτύσσεται συνεχώς στην ελληνική κοινωνία με συζητήσεις που ξεκινούν, ανακυκλώνονται και καταλήγουν στο ίδιο αίτημα: «οι κλέφτες στη φυλακή». Όμως επειδή το κάθε αίτημα αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα της θέσης από την οποία λέγεται κάθε φορά, θα σταθώ σε κάποια σημεία.

Πρώτον, όλη αυτή η συζήτηση για την κλεπτοκρατία, έτσι όπως γίνεται περιορισμένα και αποσπασματικά θυμίζει τον συνήθη τηλεοπτικό διάλογο, που μπορεί να διεξάγεται με πολύ έντονους τόνους, και εφόσον τηρεί επακριβώς τις προϋποθέσεις που αναπαράγουν την συναίνεση να ενθαρρύνεται να προχωρήσει ακόμη περισσότερο μέσα στα πλαίσια των καθορισμένων ορίων, όμως το γεγονός ότι πάντα βρίσκεται υπό τον έλεγχο των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, συμβάλλει στην εδραίωση ότι υπάρχει ένα και μοναδικό θέμα στη σκέψη του συνόλου και παρακάμπτει το γεγονός ότι το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων αλλά μια κοινωνική σχέση ανάμεσα σε πρόσωπα διαμεσολαβούμενα από τις εικόνες.

Παράλληλα, το συγκεκριμένο αίτημα επειδή είναι προφανές ότι για πολλούς ξεκινά από μια θυμική διάθεση που αναζητά μια πρόσκαιρη ηθική ικανοποίηση για αυτό που ζουν (περιθωριοποίηση, φτώχεια, ανεργία κλπ), δηλαδή από την επιθυμία να μπουν οι κλέφτες (όλοι; κάποιοι; ποιοι;) στη φυλακή, συχνά ακούγεται ως ένας πρωτόγονος κανιβαλισμός λαϊκών δικαστηρίων που ενοχοποιεί εκ των προτέρων. Παράλληλα, δείχνει να είναι προϊόν μιας αυστηρά οικονομίστικης αντίληψης που αναδεικνύει ως πρωτεύον την κλοπή του δημόσιου χρήματος από τους «κλέφτες τους πολιτικούς», ενώ συγχρόνως έμμεσα αθωώνει συγκεκριμένες πολιτικές της κυρίαρχης τάξης και επιφανειακά παρακάμπτει βαθύτερες αιτίες, αναλύσεις, κλπ.

Όμως, μια τέτοια αναζήτηση θεωρώ ότι είναι και γίνεται παραπλανητική, όχι μόνο γιατί αναδεικνύει μια εύπεπτη ηθικολογία σε πολιτικό/κοινωνικό συλλογικό αίτημα, αλλά γιατί θεωρεί την πολιτική κυρίως ως μια υπόθεση προσώπων (που μπορεί βρε αδελφέ να κάνουν και κάποια λάθη πότε - πότε), και υποκρύπτει το γεγονός ότι όλες οι πολιτικές εκφράζουν συγκεκριμένα και αντικρουόμενα κοινωνικά συμφέροντα.

Είναι καθαρά μια συντηρητική αντίληψη που αυτονομεί αυθαίρετα τους πολιτικούς από τα κόμματά τους (π. χ. ο κακός Τσοχατζόπουλος από το καλό ΠΑΣΟΚ), που αποσυνδέει βίαια τα πρόσωπα από τις πολιτικές που ασκούν, και με μια «λογική» της πάνω πλατείας αντιπαλεύει την έννοια της πολιτικής ως συλλογική συμμετοχική δραστηριότητα και προτάσσει ως μοναδικό ζητούμενο την αναζήτηση των τίμιων, των ενάρετων, των αρίστων. Των έντιμων πατριωτών, σύμφωνα και με τις κραυγές των «προδομένων».

Θα έλεγα ότι το «οι κλέφτες στη φυλακή» εκφράζει μια άποψη που αφετηρία της είναι η απώλεια της ενότητας του κόσμου, και οδηγεί, και συγχωρείστε μου τον νεολογισμό, σε μια αταξικοποίηση του πραγματικού, αφού συσκοτίζει κάθε αναφορά σχετικά με το κοινωνικό ζήτημα, ενώ παράλληλα ενισχύει απολιτικές ισοπεδωτικές δοξασίες του τύπου «όλοι είναι ίδιοι» και συλλογικές ονειρώξεις για αγχόνες και Γουδιά. Όμως η κλοπή του δημόσιου χρήματος, δεν είναι μια πράξη περισσότερο αποτρόπαιη από οποιαδήποτε άλλη κλοπή/απώλεια δημόσιου δικαιώματος: όπως του δημόσιου πανεπιστήμιου, της δημόσιας τηλεόρασης, του δημόσιου χώρου, της δημόσιας συνάθροισης, της δημόσιας συγκοινωνίας, του δημόσιου δάσους, της δημόσιας ασφάλισης. Τα υπερασπιζόμαστε όλα εξίσου, με το ίδιο πάθος και χωρίς καμία μεροληψία. Και συγχρόνως, προτρέπουμε και τους άλλους να το κάνουν. 

Παράλληλα, μην ξεχνάμε η κάθε κλεφτολογία είναι πάντα κατά βάθος μια συζήτηση λειψή, γιατί διεξάγεται εντός των ορίων που θέτει το σύστημα, αφού το τι θεωρείται ως ποινικό αδίκημα σχετίζεται αποκλειστικά με αυτό που ορίζει ως νόμιμο το νομικό οπλοστάσιό του. Και ένα κοινωνικό σύστημα που ποινικοποιεί τις ανάγκες των ανθρώπων γιατί είναι προσανατολισμένο στην μεγιστοποίηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, είναι εξ ορισμού ένα σύστημα εχθρικό, δεν χωράει τα όνειρά μας, χρειάζεται ανατροπή. Και είναι λάθος να επικαλούμαστε την νομιμότητα που καθορίζει η σημερινή κυριαρχία του, όπως δυστυχώς ακούμε κάποιες φορές ακόμα και από την αριστερά. Δεν θα αναφερθώ μόνο στον χυδαίο τρόπο με τον οποίο το ΚΚΕ υπερασπίστηκε την αστική νομιμότητα τον Δεκέμβρη του 2008, αλλά και σε απόψεις που εκφράστηκαν από πλευράς στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με την είσοδο των εργαζομένων στο Πεντάγωνο.

Φυσικά δεν υπερασπίζομαι τους κλέφτες, ωστόσο, μια γενικόλογη συζήτηση περί κλοπής παραβλέπει ότι συχνά η κλοπή/απαλλοτρίωση είναι και μια εξέγερση κατά της κοινωνικής αδικίας, ότι είναι μια συμβολική πράξη αποφετιχοποίσης της φανταχτερής βιτρίνας του καπιταλισμού, ότι ξεκινά από την απελπισία των ανθρώπων και όχι από την ελπίδα τους. Για παράδειγμα, αν κάποιος εργαζόμενος σε ένα φούρνο παίρνει 400 ευρώ τον μήνα, αν επικαλεστούμε την νομιμότητα δεν μπορούμε να πούμε ότι ο εργοδότης τον κλέβει, αφού τον πληρώνει όσα καθορίζει ο νόμος, και άρα μπορεί κάλλιστα να ισχυριστεί ότι αυτό που κάνει είναι και νόμιμο είναι και ηθικό, σύμφωνα και με την αλήστου μνήμης ρήση του Βουλγαράκη. Όμως αν ο εργαζόμενος αρπάξει ένα κουλούρι που ο ίδιος παράγει για να το φάει, αυτό το σύστημα που ποινικοποιεί την πείνα τον ονομάζει κλέφτη.

Επομένως το βασικό ζήτημα δεν είναι η κλοπή ως κλοπή, αλλά η κλοπή ως ταξική εκμετάλλευση. Η κλοπή είναι ένα σύμπτωμα του διευρυνόμενου χάσματος μεταξύ των κυρίαρχων και των υποτελών, και η αντίθεση σε αυτήν δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι ούτε καν θέση. Με αυτό δεν εννοώ να περιμένουμε καρτερικά εκείνη την μαγική στιγμή που η γη θα γίνει κόκκινη σύμφωνα με τις προφητείες και αυτόματα θα σταματήσει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά ότι σε αυτήν την απολιτική συζήτηση περί κλεφτών πρέπει να μιλήσουμε με τις λέξεις που καίνε για την ταξική διάσταση των πραγμάτων.

Να ανιχνεύσουμε την νέα συλλογική χειραφέτηση, να ενισχύσουμε τα διάφορα αυτοδιαχειριστικά πειράματα, να μιλήσουμε για τον έλεγχο του πλούτου, και να αναδείξουμε το όραμα της κοινωνικής οικειοποίησης του δημιουργώντας ρωγμές στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου. Ειδικά σήμερα, στην εποχή των μεγάλων ερωτηματικών, που η οργή σπάει τον χρόνο, και οι ηττημένοι ξαναγυρίζουν και θέλουν να πάρουν πίσω όλα όσα τους ανήκουν.


ΥΓ: Και κάτι ακόμα. Είναι σημαντικό για τη δική μας αριστερά, που χαρακτηρίζεται από έναν πλούτο επεξεργασμένων αναλύσεων για μια σειρά θεμάτων που σχετίζονται με δικαιώματα, να μην αναπαράγει  τόσο εύκολα το «οι κλέφτες στη φυλακή» και για έναν ακόμα λόγο. Ο εγκλεισμός δεν είναι ο μοναδικός τρόπος έκτισης της ποινής, χρειάζεται να αναδεικνύουμε και άλλους εναλλακτικούς τρόπους, όπως την κοινωφελή εργασία, την ημιελεύθερη διαβίωση, κλπ.

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Με τους γιατρούς ή με τους Μπαρτζώκες;

Tου Θανάση Καρτερού απο το Κουτι της Πανδωρας...

Ο Δήμος Μπαρτζώκας δεν είναι διοικητής στρατοπέδου συγκέντρωσης, ούτε υποδιοικητής σε κάποια άγρια συμμορία της Χρυσής Αυγής. Είναι διοικητής δημόσιου νοσοκομείου. Μπέρδεψε όμως κατά πώς φαίνεται τους ρόλους. Κι αντί να προσφέρει περίθαλψη σε άρρωστη από καρκίνο αλλοδαπή, κάλεσε την ασφάλεια να τη συλλάβει, τη μέρα μάλιστα που εγχειρίστηκε. Το έγκλημά της; Δεν είχε άδεια παραμονής!
Θα απολογηθεί φυσικά ότι τήρησε το νόμο και πιο συγκεκριμένα την εγκύκλιο του Λοβέρδου. Η ρουφιανιά όμως παραμένει ρουφιανιά και η απανθρωπιά παραμένει απανθρωπιά όσους νόμους κι αν επικαλείται κανείς. Διότι το νοσοκομείο είναι άσυλο, καταφύγιο, άβατο, για όποιον καταφεύγει εκεί –μέχρι τουλάχιστον να θεραπευτεί. Και ο διοικητής ενός τέτοιου ιδρύματος θα έπρεπε να είναι πρώτα απ’ όλα άνθρωπος.
Το συνδικάτο των νοσοκομειακών γιατρών κατάγγειλε φυσικά το γεγονός, όπως κατάγγειλε και την εγκύκλιο Λοβέρδου –την οποία οι γιατροί αρνούνται να εφαρμόσουν. Εμείς θα προσφέρουμε τη βοήθειά μας σε όποιον τη χρειάζεται, λένε στην ανακοίνωσή τους. Με αποτέλεσμα, μετά από παρέμβαση της υφυπουργού υγείας, να υποχρεωθεί ο Δένδιας να αποσύρει τους αστυνομικούς από το νοσοκομείο.
Προφανώς δεν έχει κανένα νόημα να ασχοληθεί κανείς περαιτέρω με την ανίερη πράξη του κυρίου διοικητή. Έχει όμως κάποιο νόημα να καταλάβουμε όλοι ότι, έτσι όπως πηγαίνουν τα πράγματα στην Ελλάδα, θέλουμε δε θέλουμε, πρέπει να πάρουμε θέση: Με τους γιατρούς ή με τους Μπαρτζώκες; Με την ανθρωπιά ή με τα γαυγίσματα εκείνων που θεωρούν άρρωστους συνανθρώπους μας βάρος για το ΕΣΥ, μικρά παιδιά βάρος για τους παιδικούς σταθμούς και τα σχολεία, δούλους που δουλεύουν με τρεις κι εξήντα βάρος για τις ελληνικές οικογένειες. Και που προσπαθούν να εισάγουν στη ζωή μας ένα πόλεμο φτωχών εναντίον απελπισμένων.
Τον ξέρουμε τον ένοχο κι είναι γνωστή η αιτία για όλα αυτά. Όταν όμως ο καθημερινός φασισμός φτάνει μέχρι τα νοσοκομεία, τα σχολεία, το δρόμο, την πόρτα μας, δεν μπορούμε να μένουμε στις καταγγελίες. Η αντίσταση στη βαρβαρότητα είναι συλλογική και προσωπική υπόθεση. Διότι απλούστατα δεν έχει νόημα να ρωτάς ποιον και γιατί καρφώνει ο κάθε Μπαρτζώκας και επικηρύσσει ο κάθε Δένδιας κι ο κάθε Μιχαλολιάκος: Εσένα καρφώνουν και επικηρύσσουν…

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Το ανηθικον της ηθικης...

Γράφει ο Μη Έχων για την Babushka...
Πολλοί διανοούμενοι, στοχαστές και φιλόσοφοι έχουν διατυπώσει πως από την "φύση", η ανθρώπινη κοινωνία διέπεται από έναν και μόνο κανόνα: το νόμο της ζούγκλας. Ο δυνατός κατοχυρώνει, ότι μπορεί η ότι προλάβει, μα όποιος τον ξεπερνά μπορεί να τον εξολοθρεύσει για να του πάρει τα πολύτιμα κεκτημένα του. Με λίγα λόγια υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει λόγος να διαχωριζόμαστε από αυτό με τα ζώα, εκτός αν είμαστε πιστοί στην θεολογική δημιουργία του ανθρώπου ως ανώτερου από το σύνολο του μηχανισμού της φύσης.

Έτσι και με πολύ λογικά επιχειρήματα μπορούμε να πούμε, ολόκληρη η οικονομική θεωρία της ελεύθερης αγοράς, οικοδομήθηκε πάνω σε αυτή την ανήθικη υλιστική διαπίστωση. Αντίθετα κανείς δεν μπορεί να αποδείξει πως είναι ηθική, σωστή ή δίκαιη, η ανατροπή ενός δόγματος και κατά συνέπεια ολόκληρου του οικονομικού συστήματος, που τα ζωώδη αποτελέσματα του, τα βιώνουμε στο πετσί μας σε Ελλάδα, Ευρώπη, Αμερική και ολόκληρη την υφήλιο.
Στις σημερινές συνθήκες, που είναι κοινώς τόπος, πως είναι ιστορικά πρωτοφανείς, εστιάζοντας όχι τόσο στο τομέα της κρίσης ή της φερόμενης ως λύσης δηλ. το μνημόνιο, αλλά στην οικονομία της χώρας ή καλύτερα των χωρών, οι οποίες ανήκουν στις λεγόμενες "ανεπτυγμένες" οικονομίες και δοκιμάζονται από τα παραπάνω. Από την γένεση της κρίσης το 2007-2008 με αφετηρία την κατάρρευση του κολοσσού της Leaman brothers, μπορούμε να πάρουμε πολλά μαθήματα για το τι συμβαίνει σήμερα, σε τι κατάσταση βρισκόμαστε και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, αλλά και τι πρέπει να αντιπροτείνουμε ως λύση, πραγματική και ταυτοχρόνως ρεαλιστική λύση, ώστε να σταματήσει αυτός ο τραγικός κατήφορος.
Είναι σημαντικό κατ' αρχάς, να κατανοήσουμε γιατί βρισκόμαστε στην κατάσταση που είμαστε τώρα. Εδώ και τρία χρόνια με κορύφωση την κυβέρνηση Παπαδήμου και περισσότερο την Παρούσα του Αντώνη Σαμαρά, τα αστικά πολιτικά κόμματα προσπαθούν να μας πείσουν με το "έτσι θέλω", πως το πρόβλημα της Ελλάδας είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας, άρα η ανυπαρξία επενδύσεων, η οποία συμπυκνώνεται στο παραπολιτικό σλόγκαν: "τόσα χρόνια ζούσαμε με δανεικά".

Εστιάζοντας σ' αυτό, το οποίο αποτελεί το κύριο πολιτικό επιχείρημα των μνημονιακών εξολοθρευτών, θα πρέπει να καθορίσουμε το πρόβλημα της Ελληνικής οικονομίας σε σχέση με των υπολοίπων χωρών καθώς και την ξεχασμένης από πολλούς πολιτικούς - εκατέρωθεν του κέντρου- παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Αν οι επενδύσεις, οι οποίες είναι απούσες από την Ελλάδα, είναι παρούσες στην μητρόπολη του καπιταλισμού την Αμερική, αλλά και την επίσης δοκιμαζόμενη Ευρώπη, γιατί δεν δημιούργησαν αποφυγή της οικονομικής κατρακύλας ή έστω γιατί δεν βοηθούν στην ανόρθωση της πληγωμένης " ελεύθερης αγοράς".

Μήπως δεν είναι οι ίδιες οι επενδύσεις που έχουν το πρόβλημα; Μήπως δεν ήσαν εκείνες οι επιτηρήσεις, οι μονοπωλιακοί όμιλοι και οι χρηματοπιστωτικές νομενκλατούρες οι οποίες κατέρρευσαν το 2008 και το 2009 πρώτα στην Αμερική, η οποία στην προσπάθεια να σώσει αυτές αλλά και τα παρακλάδια τους στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο, αναγκάστηκε μέσω της παγκόσμιας τράπεζας και με απόφαση των G-20 στο Λονδίνο, να τυπώσει και να τις ενισχύσει με το συνολικό ποσό των 14 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και τελικά να μην υπάρχει κανένα αποτέλεσμα; Φτάνοντας στο σήμερα, όπου οι μεγαλύτερες από αυτές, οι κυρίαρχες οικονομικές δυνάμεις, να παρουσιάζουν συνεχόμενη μείωση κερδών την τελευταία πενταετία.

Μήπως δεν ήσαν λοιπόν οι τράπεζες, αυτές που καταρρέουν ακόμη και σήμερα και κάθε τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κόβει Ευρώ για να τις σώσει, δανείζοντας τες με επιτόκια που αγγίζουν το μηδέν; Ή μήπως δεν είναι οι τράπεζες, οι Εργολάβοι, οι βιομήχανοι και οι εκδότες/ καναλάρχες που φόρτωσαν τις χώρες, συμπεριλαμβανομένου και της δικής μας, με το κόστος της δικής τους σωτηρίας, αυξάνοντας το χρέος των χωρών όσο και όποτε χρειάζονται την λεγόμενη επανακεφαλαιοποίηση για να σωθούν από τα ΔΙΚΑ τους τεράστια χρέη; Προφανώς ο κύριος Σαμαράς και το τραπεζο-επιτελείο του, θέλουν να μας πείσουν πως " επενδύσεις" και " επενδυτές", όπως η INTRACOM και ο Σ. Κόκκαλης ή η ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ και ο Γ.Μπόμπολας ή τέλος πάντων οι περιβόητες " επιχειρήσεις" Αλαφούζου, Βγενόπουλου και πολλές άλλες, οι οποίες και οι οποίοι είχαν κατακτήσει και μάλιστα μονοπωλιακά, τον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων,  ή δεν υπήρξαν ποτέ ή αποτελούσαν " μικρομάγαζα"!

Θέλουν να μας πείσουν με λίγα λόγια, ότι το πρόβλημα δεν ήταν πως όλες αυτές οι λεγόμενες "επενδύσεις" είχαν και έχουν σχεδόν καταρρεύσει, επηρεαζόμενες από το χρηματοπιστωτικό κραχ, αλλά πως αυτές δεν υπήρξαν ποτέ! Και γι αυτό ο Πρωθυπουργός, ο οποίος συναγωνίζεται ακόμη και τον Μπερλουσκόνι στην λαϊκιστική αρλουμπολογία, την Κυριακή, κατά την συζήτηση του Προϋπολογίσου, μετά τις απαγγελίες ποιημάτων κατέληξε πως, δεν θα περιμένει τις επενδύσεις, αλλά θα τις κυνηγήσει ο ίδιος. Έτσι λοιπόν μετά την επίτευξη του πρώτου πλάνου του σχεδίου, δηλαδή να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη, για το ποιός πταιει που φτάσαμε εδώ, η αστική τάξη περνά στο δεύτερο, δηλαδή στην επίλυση του πλαστού προβλήματος, της γενικότερης " αναδουλειάς" των καπιταλιστών στην Ελλάδα ( την Σοβιετική Ελλάδα κατά τα λεγόμενά τους), μέσω της "τόνωσης" της ανταγωνιστικότητας και των διαρθρωτικών αλλαγών. Από την άλλη είναι δεδομένο, πως μέχρι στιγμής ο καπιταλισμός ολόκληρος-όσο αυθαίρετο και αν ακούγεται αυτό- δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα και να τερματίσει την κρίση. Είναι φανερό πως αν σε μια πενταετία-οκταετία το πολύ, δεν έχει υπερβεί την κρίση, τότε θα είμαστε μάρτυρες μιας παγκόσμιας κοινότητας του 21ου αιώνα, η οποία δεν θα ζηλεύει τις παραγκουπόλεις της Αργεντινής και της Βραζιλίας, εν μέσω εκρηκτικής τεχνολογικής και επιστημονικής προόδου και υπερβολικής... αφθονίας.

Φυσικά, η αστική τάξη δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα χέρια μέχρις ότου και αν ανακαλυφθεί το μαγικό αντίδοτο. Αντιθέτως ήδη σε Ευρώπη και Αμερική, το κύριο δόγμα έχει σταθεροποιηθεί και διδάσκει ρητά και αμετάκλητα, αέναη λιτότητα στους λαούς, εργαζόμενους φτηνότερους και από τα ίδια τα εργαλεία της δουλειάς τους, χωρίς κανένα ανθρώπινο δικαίωμα, έχοντας δώσει όλο τους το βιός σε μέτρα και φορολογίες για την διάσωση των τραπεζών, του ευρώ, του έθνους, των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών κλπ, επιδιδόμενοι με έναν απαράμιλλο σθένος, σε σκληρή δουλειά για να μην "κρασάρει" και για να "πάρει μπρός" η παγκόσμια οικονομική μηχανή.

Άρα, αν εμείς ζητάμε απαντήσεις και τελικά την πολυπόθητη λύση, δεν μπορούμε να αναλωνόμαστε ή να κοροϊδευόμαστε σε πρότυπα μοντέλα ή ακόμα χειρότερα σε μια ευνοϊκότερη διαχείριση του συστήματος. Αν θες να δόσεις οριστική λύση σε ένα χρόνιο πρόβλημα λέει ένα ρητό, τότε πρέπει να πράξεις ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που δημιούργησαν το ίδιο το πρόβλημα.

Δηλαδή, ενώ ιστορικά βλέπουμε πως κάθε 30-40 χρόνια ο καπιταλισμός περνά από κρίση, πως ενώ αυτά που ζούμε τώρα θα τα ζήσουν ξανά- πολύ πιθανόν και τα παιδιά μας σε μερικές δεκαετίες και πιθανώς σε χειρότερη μορφή, ενώ βιώνουμε κοινωνικά, με βάρβαρο τρόπο τις επιπτώσεις ενός οικονομικού συστήματος, που στον βωμό του κέρδους του 1% -όπως λένε και οι φίλοι μας οι "εξεγερμένοι" Αμερικανοί- θυσιάζουν ανθρώπινες ζωές, και λυμαίνονται τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, ολόκληρης της κοινωνίας και εκμεταλλεύονται το κέρδος που δημιουργείτε, από τον πλούτο που παράγουν οι εργαζόμενοι, με τον δικό τους πόνο και ιδρώτα, εμείς, δεν μπορούμε να δεχτούμε οποιαδήποτε εξυγίανση του συστήματος, παρόμοια με όλες εκείνες τις ιστορικές μετατροπές του καπιταλισμού, με τις οποίες ξεπέρασε τις ανάλογες κρίσεις.

Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να κρατάμε στην ζωή τον επί μονίμου βάσεως διασωληνομένο καπιταλισμό, δίνοντας και ξαναδίνοντας αίμα. Η κοινωνία υποφέρει, ενώ ταυτόχρονα κουβαλά στις πλάτες τις, αυτούς που την κατάντησαν έτσι. Και αυτό πρέπει να ανατραπεί.

Επομένως, θα συμφωνήσουμε πως κανείς δεν μπορεί να αποδείξει πως η ανατροπή του ανήθικου Καπιταλισμού και η οικοδόμηση ενός συστήματος, που θα καταργεί τον πλουτισμό, την ιδιωτική κλεμμένη περιουσία και θα διοικείται ισότιμα από αυτούς που θα παράγουν την τροφή, την βολή και την επιστήμη, είναι πραγματικά το δίκαιο, το σωστό ή το ηθικό. Γι' αυτό προτιμούμε καλύτερα να λέμε πως έχουμε πόλεμο. Ταξικό.

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Πιπέρι στο στόμα!

Του Πρόδρομου Σεϊτανίδη, απο το Red NoteBook...
Αν στη σχολιογραφία των ημερών, η θεωρία «των δύο άκρων», που η σύγκρουσή τους υπονομεύει τη δημοκρατία, είναι το μαστίγιο για την Αριστερά, τότε το αναπόφευκτο καρότο είναι η διαρκής επίκληση στην ιστορική ηθική της.
«Μα η Αριστερά δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοιες εκτροπές», «Πού είναι οι αριστεροί αγωνιστές που κρατούσαν ψηλά τη σημαία των ιδανικών;», «Θα έτριζαν τα κόκκαλα των παλιών αριστερών αν μάθαιναν τα αίσχη των επιγόνων τους», «Οι παλιοί αριστεροί ήταν έντιμοι, όχι σαν τους σημερινούς». Αυτά και άλλα τέτοια λένε συχνά-πυκνά σχολιογράφοι των ΜΜΕ, έντυπων και ηλεκτρονικών, σαν να προσπαθούν να εγκαλέσουν την Αριστερά -και ειδικότερα το ΣΥΡΙΖΑ- να φερθεί ευπρεπώς, σεμνώς και να κάτσει στ΄ αυγά του. Παλιότερα, τα ίδια έκαναν για τους συνδικαλιστές, τους δημόσιους υπάλληλους και τους αγρότες, όποτε ξεκινούσαν καμιά κινητοποίηση. Τώρα, που αυγαταίνουν οι ψήφοι του ΣΥΡΙΖΑ, ήρθε καιρός να τον περιλάβουν κι αυτόν.

Κατ΄ αρχάς, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε πως η Αριστερά -ιστορικά μιλώντας- δεν ήταν ιδιαίτερα ευπρεπής και σεμνή. Όχι μόνο γιατί συμμετείχε θέλοντας-και-μη σ΄ έναν εμφύλιο, στον οποίο μοιραία γίνονται πολλά μη αναστρέψιμα παρατράγουδα, αλλά και γιατί η συμπεριφορά της -ιδιαίτερα ως προς τις εσωτερικές της αποκλίσεις και διαφωνίες- δεν ήταν πάντοτε υποδειγματική. Γκρίνιαζε, πχ,τις προάλλες ο Ψαριανός επειδή αναφέρθηκαν από την Αυγή οι μπίρες του. Σιγά ρε Γρηγόρη, δεν σε είπανε και πράκτορα της Ιντέλιντζενς Σέρβις ή Τζέιμς Μποντ! Άλλοι, πολύ πιο αξιόλογοι, άκουσαν πολύ χειρότερα από τους συντρόφους τους. Αρκετοί αρθογράφοι εξεμάνησαν για το «άντε γαμήσου, σύντροφε Κουβέλη». Ώπα, παιδιά! Δεν έχετε ακούσει τίποτε χειρότερο από την Αριστερά στα νιάτα σας; Δεν έχετε εκστομίσει οι ίδιοι πολύ χειρότερα, δημόσια και κατ΄ ιδίαν; Βέβαια, εάν η Αριστερά άρχιζε για τα καλά τα «γαλλικά» της, οι διακεκριμένοι αρθρογράφοι θα ξέθαβαν τα κονσερβοκούτια και τους κουβάδες με τα βγαλμένα μάτια, επινοήματα των επαγγελματικών τους προγόνων.

Μετά, ας εξετάσουμε την πολιτική και κοινωνική ταυτότητα των διαφόρων τιμητών της αριστερής αθυροστομίας. Μπορεί κάποιοι απ΄ αυτούς να πέρασαν απ΄ τα μέρη μας, μπορεί και όχι, σήμερα ωστόσο φαίνεται γελοίο να εγκαλεί ο Ηλίας Κανέλλης -ο ακόμα, κατά δήλωσή, του αριστερός- τους νέους και τις νέες του ΣΥΡΙΖΑ, όταν πριν μια δεκαετία ο ίδιος έγραφε στην Απογευματινή για τότε που ήταν στον Ρήγα Φεραίο και μάθαιναν πως το ΚΚΕεσωτ. είχε οικονομικά πάρε-δώσε με την τσαουσεσκική Ρουμανία. Είναι δε ακόμα γελοιότερο  να εγκαλούν την Αριστερά για ανεντιμότητα και ηθική έκπτωση, δημοσιογράφοι όπως ο Παντελής Καψής ή ο Παύλος Τσίμας, που έντεχνα αποσιωπούν τις εξαψήφιες ετήσιες απολαβές τους και τις μύριες διαπλοκές τους, προκειμένου αβίαστα να ασκούν κριτική σε όσους αντιστέκονται στη λεηλασία. Είναι σα να αρχίσουμε εδώ να κάνουμε κριτική στο Μιχαλολιάκο για το πώς πρέπει να φέρεται ένας καλός ναζί, τη στιγμή που απλώς πρέπει να τον ενθαρρύνουμε να μιμηθεί μιαν ώρα αρχύτερα τον Φύρερ του.

Τέλος, δεν επιτρέπεται να παραβλέψουμε τα πιθανά γιατί γράφονται όλα αυτά. Το πιθανότερο είναι πως για ορισμένους ...Μάριους Αντουανέτους τα διλήμματα των καιρών μας είναι μάλλον υποδεέστερα παλαιοτέρων εποχών (κι ας είναι οι πιέσεις ασφυκτικά μεγαλύτερες), οπότε η γκρίνια τους εστιάζεται σε δύο-τρία ημικόσμια μπινελίκια, που εκστομίζονται πότε-πότε. Φυσικά, δουλειά τους είναι να σχολιάζουν και η Αριστερά δεν βρίσκεται σε κανενός είδους απυρόβλητο. Αφού όμως είναι δουλειά τους, και μάλιστα ακριβοπληρωμένη, ας κάτσουν να διαβάσουν τις θέσεις της Αριστεράς και να εντοπίσουν τις αντιφάσεις της. Το να την εγκαλούν για ηθικούς λόγους είναι βαρετό, υποκριτικό και γελοίο. Επειδή μάλιστα ζούμε σε μικρή χώρα και δεν είμαστε χρυσόψαρα με μνήμη μερικών δευτερολέπτων, δεν πρέπει να θεωρούν ότι είναι οι ίδιοι υπεράνω κριτικής. Όλοι κρινόμαστε και όλοι κρίνουμε, ανάλογα με τις επικοινωνιακές δυνατότητες που διαθέτει ο καθένας μας.

Και, βέβαια, όλο το κατεστημένο -πολιτικό, εκδοτικό, βιομηχανικό, κατασκευαστικό, παρασιτικό, κλπ- έχει κάθε λόγο να επιθυμεί μιαν Αριστερά χτενισμένη, κουμπωμένη, σιδερωμένη, χαμηλοβλεπούσα και κυρίως υποταγμένη και συναινούσα. Ε, διαθέτει μία εκδοχή της που είναι στο 4%! Θέλει κι άλλη, μεγαλύτερη;

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

ΘΕΡΙΝΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ: Πολιτική και Συναίσθημα...


Μαξ Μπέκμαν, «Η Κάθυ, ντυμένη στα γαλάζια, μέσα σε μια βάρκα», 1926

ΕΝΘΕΜΑΤΑ...


 του Νικόλα Σεβαστάκη     

H ανακύκλωση του «φιλελεύθερου Κέντρου». Διαρκής και λυπηρή απομάκρυνση της «μεταρρυθμιστικής» και «υπεύθυνης Αριστεράς» από την Αριστερά. Ήδη όμως από τις μέρες της κυβέρνησης Παπαδήμου, στα διαδικτυακά στέκια αυτού του χώρου, παρατηρούσε κανείς να νεκρανασταίνονται μια μια οι ευρεσιτεχνίες του μπλερισμού ή της «προοδευτικής» συνέχειας του θατσερισμού. Να, για παράδειγμα, οι προ εικοσαετίας αναλύσεις περί ύπαρξης δύο κοινωνιών, της καθυστερημένης και αργόστροφης και της άλλης, της κοινωνίας των παραγωγικών και ευφυών που δεν τους αφήνουν να διακριθούν και να ηγηθούν. Τώρα ωστόσο τα ίδια ξόρκια επαναλαμβάνονται σε συνθήκες μακάβριας πτώσης της μεσαίας τάξης και οικονομικής εξάντλησης για μεγάλα τμήματα του λαού. Και σε ένα περιβάλλον επανεμφάνισης των συσσιτίων και με 1.200.000 ανέργους ξενίζει ακόμη περισσότερο ο υπερβατικός οίστρος των οπαδών του «δυναμικού Κέντρου». Ενώ μαζί με αυτήν επιστρέφει και ο μύθος της ευεργετικής ιδιωτικοποίησης ως να μην υπήρξε καμιά μεγάλη κρίση, κανένας ισχυρός κλονισμός στα δόγματα και στις λειτουργίες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Η λύση του κοινωνικού προβλήματος επαφίεται στη φαντασίωση της ανεμπόδιστης ροής ιδιωτικών επενδύσεων πίσω από την οποία κρύβεται δυστυχώς αυτό που δήλωσε προ κάποιων εβδομάδων η Μέρκελ: ότι για τους αποτυχημένους της νότιας Ευρώπης το πρότυπο θα έπρεπε να είναι η… Ινδονησία! Έτσι λοιπόν ο όψιμος ευρωπαϊσμός φτάνει στο σημείο της θλιβερής του αυτοαναίρεσης. προτρέποντας στη γενική εκποίηση όλων όσων άξιζαν στην ευρωπαϊκή κληρονομιά.
Μπέρια με blackberry. Αυτό που δεν θέλουν να καταλάβουν οι ευρωπαϊκές ηγετικές κάστες είναι ότι συνεχίζοντας να βασανίζουν τον κόσμο, αδιαφορώντας δηλαδή σκανδαλωδώς για το υπερεθνικό κοινωνικό πρόβλημα, ενισχύουν τους υπόγειους ρατσισμούς και τη διασπορά εχθροτήτων. Όπως φαίνεται δεν υπολογίζουν καθόλου τις ηθικές και πολιτικές συνέπειες των όσων αποφασίζουν στο «δημοσιονομικό» επίπεδο. Αντιλαμβάνονται, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τη διαχείριση της κρίσης ως υπόθεση στόχων και τυφλών χρονοδιαγραμμάτων επίτευξης. Δεν είναι ωστόσο λογιστές όπως έλεγαν κάποιοι παλαιότερα. Έχουν γίνει κάτι πολύ πιο ανησυχητικό: μικροί φανατικοί Λαβρέντι Μπέρια, Μπέρια της «ανοιχτής κοινωνίας».
 Βαναυσότητα. Μια από τις πιο ευγενικές φωνές της προηγούμενης πεντηκονταετίας, η λετονικής καταγωγής Αμερικανίδα Τζούντιθ Σκλαρ, έλεγε ότι το πρώτο και βασικό μέλημα είναι η αντιμετώπιση της βαναυσότητας και της αδικίας. Όπου ωστόσο και αν κοιτάξεις στον ορίζοντα των επίσημων πολιτικών, έρχεσαι σε επαφή με ανενδοίαστη επίδειξη σκληρότητας, με ηθική αναισθησία για τα δεινά που αντιμετωπίζουν τα άτομα. Ακόμα και αν τα δεινά αυτά δεν αφορούν άμεσα την φυσική κακοποίηση των ανθρώπων, θίγουν παρόλα αυτά την αξιοπρέπεια των προσώπων υπονομεύοντας τα θεμέλια του αυτοσεβασμού τους. Ο φιλελευθερισμός της «αντίστασης στη βαναυσότητα», σαν κι αυτόν της Σκλαρ, έχει παραχωρήσει για τα καλά τη θέση του στο δογματισμό της νόρμας και των πλάνων συμμόρφωσης και εξυγίανσης. Η αποδοχή της ανθρώπινης ατέλειας φαντάζει τώρα αδύναμο ίχνος μιας σκέψης απροετοίμαστης να αντέξει τα κύματα παλιανθρωπιάς της «σύγχρονης διακυβέρνησης». Σε αυτήν τη διακυβέρνηση τα πάντα θυσιάζονται στο βωμό προσήλωσης στο πρωτόκολλο της καπιταλιστικής θεραπευτικής. Και αυτό το πρωτόκολλο έχει γίνει ένας νέος κοσμικός φανατισμός, ένας ανελεύθερος ζηλωτισμός που απειλεί την εύθραυστη σφαίρα της ενδόμυχης ζωής όσο και το δημόσιο χώρο των θεσμών.

Χαλυβουργία. Πώς είναι δυνατό να υπάρχουν κάποιοι που χαίρονται με την προοπτική της ήττας μιας απεργίας που άντεξε εννέα μήνες; Τι αντέχει άραγε τόσο καιρό στην εποχή της ολιγοπιστίας και της κόπωσης όλων με όλα; Τι διατηρείται στο χρόνο αν δεν φέρει μαζί του μια ιδιαίτερη αλήθεια, μια διακριτή ποιότητα που κανένας κομματικός ή συνδικαλιστικός μηχανισμός δεν θα μπορούσε να υποθάλψει ούτε βέβαια να εφεύρει; Φαίνεται όμως ότι ακόμα και μέσα σε εκείνον τον κόσμο που οργίζεται για τη σκληρότητα των εισοδηματικών του απωλειών φωλιάζει ένα είδος βουβού δέους για τη χαμένη «πυγμή του κράτους» έναντι της «ανομίας». Η αντίληψη άλλωστε ότι κάθε οργανωμένη συλλογική δράση είναι χυδαίος συντεχνιασμός ακόμα και αν τα αιτήματά της δεν έχουν τίποτα το συντεχνιακό είναι πολύ πιο βαθιά από τη φυσική απέχθεια  που αισθάνονται σχεδόν άπαντες για τη μείωση των εισοδημάτων τους. Πολλοί δείχνουν να απολαμβάνουν τη συντριβή του άλλου ως απόδειξη της καθολικής κακοδαιμονίας μέσα στην οποία δικαιολογείται η δική τους ηθική αναισθησία και η αδράνεια των συνειδήσεων. Αλλά για αυτούς τους μηχανισμούς ψυχικού ακρωτηριασμού, στο μεταίχμιο απόγνωσης και κυνισμού, καμιά Αριστερά, όσο επαρκής και αν γίνει πολιτικά, δεν θα μπορέσει να μιλήσει με ευθύτητα.
Ηθική της μικρότητας. Η κυρίαρχη ηθική συμπεραίνει από την κρίση ότι όλοι πρέπει να γίνουμε μικροί άνθρωποι. Επειδή τα ψεύτικα μεγαλεία του παρελθόντος γέννησαν άφθονα μοντέρνα τέρατα, πρέπει, λένε ουσιαστικά, να συνηθίσουμε στο τιποτένιο. Λες και επειδή υπήρξε η έλλειψη μέτρου πρέπει να υποταχτούμε στωικά στα πένθιμα «μέτρα τους».
Γιατί βέβαια η κρίση είναι, εκτός των άλλων, ένα μεγάλο εργαστήριο συναισθημάτων. Δεν αφήνει τα άτομα στην ησυχία τους καταργώντας τις αποστάσεις από τη σφαίρα των πολιτικών αποφάσεων. Μοιάζει έτσι με μια πορεία εξαναγκαστικής δήμευσης των ιδιωτικών μας στιγμών. Υπάρχουν άραγε αντίδοτα στην μετατροπή των ανθρώπων σε χρεωστικά υπόλοιπα στην υπηρεσία ενός ελάχιστα γενναιόδωρου χρόνου; Η τέχνη, ο έρωτας, η γραφή… Ίσως και το παιχνίδι των βλεμμάτων σε αυτή την απέραντη ύπαιθρο, ακόμα και στον καύσωνα της μεγάλης πόλης. Ή ακόμα και η πίστη έτσι όπως την υπερασπίζεται ανορθόδοξα ο Τέρρυ Ήγκλετον. Ο ποιητής πάντως έχει ήδη απαντήσει προ καιρού:
Να είμαστε κάπου συναρμοσμένοι: έτσι εκπληρωνόμαστε: συνεισφέροντας τη μοναξιά μας σε μια κοινή υπόθεση.[1]
Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Μαξ Μπέκμαν, «Η Κάθυ, ντυμένη στα γαλάζια, μέσα σε μια βάρκα», 1926

[1] Η σοφία του Ρίλκε (μετάφραση Αλεξάνδρα Νικολακοπούλου, ανθολόγηση Ulrich Bauer), Αθήνα, Πατάκης 2009, σ. 131.

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Η κουλτούρα του Πίου και η «ηθική του νικητή»...

Γελωτοποιός...


Ήταν πέρυσι το χειμώνα όταν ο Γελωτοποιός μπήκε στο μπακάλικο της γειτονιάς (επιχείρηση υπό εξαφάνιση) για να ψωνίσει. Ο μπακάλης, ένας νεαρός είκοσι πέντε χρονών, άρχισε να φωνάζει: «Ομορφάντρα μου, Ωνάση μου, μη με ξυπνάτε, ζω ένα όνειρο.»
Ο Γελωτοποιός σάστισε. Ήξερε ότι ο Π. είναι αιματώδης τύπος, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτά που του έλεγε. Ο Π. του εξήγησε. Ήταν τα λόγια μιας διαφήμισης.
Την άνοιξη παρατήρησε στο ίντερνετ πολύ κόσμο να χρησιμοποιεί τη λέξη «tragic», σχεδόν όσο συχνά χρησιμοποιούσε και το «lol» ή τον άλλο νεολογισμό: «τρολιά». Ρώτησε για να μάθει τι ήταν αυτό το τόσο τραγικό που όλοι χρησιμοποιούσαν. Ήταν από μια διαφήμιση.
Στις αρχές του καλοκαιριού, μεσουρανούντος του ευρωπαϊκού κυπέλου ποδοσφαίρου, είδε να γίνεται λόγος σε πολλές ιστοσελίδες για κάποιον Πίου, ο οποίος, όπως συμπέρανε από τα συμφραζόμενα ο Γελωτοποιός, ήταν ποδοσφαιριστής.
Κάποια στιγμή, σε μια παρέα γνωστών που μιλούσαν για τα κατορθώματα της Ισπανίας, ρώτησε, όλο αφέλεια, σε ποια εθνική ομάδα έπαιζε ο Πίου.
Έγινε το ανέκδοτο της βραδιάς. Αφού σταματήσανε να γελάνε του εξήγησαν ότι ο Πίου ήταν ο «ήρωας» μια διαφήμισης.
Εύκολα μπορεί κάποιος να συμπεράνει ότι ο Γελωτοποιός δεν παρακολουθεί τηλεόραση. Δεν το κάνει από εστετισμό ούτε μόνο επειδή γνωρίζει ότι η τηλεόραση είναι ένας κάδος με σκουπίδια.
Το κάνει επειδή είναι επιρρεπής στους εθισμούς και ξέρει ότι αν αρχίσει με μια «καλή» εκπομπή σύντομα θα βρεθεί να παρακολουθεί αηδιασμένος, αλλά χωρίς να μπορεί να αντισταθεί, ώρες ατελείωτες τους επίπεδους τηλεοπτικούς ανθρώπους και τις εκατομμύρια «έξυπνες» διαφημίσεις ανάμεσα.
Άλλωστε όποιος υποστηρίζει ότι μπορεί να βλέπει τηλεόραση επιλεκτικά, μοιάζει με το πρεζόνι που λέει ότι μπορεί να ελέγξει την ηρωίνη... Έτσι και αρχίσεις δεν υπάρχει σωτηρία. Μόνο κατήφορος, πνευματικός και συναισθηματικός. Και μιλάω για την τηλεόραση.
Κάποιος είχε πει ότι αν θες να καταλάβεις το επίπεδο ενός λαού αρκεί να παρακολουθήσεις τις τηλεοπτικές εκπομπές που βλέπει. Δε συμφωνώ με αυτό. Η τηλεόραση παγκοσμίως και από τις απαρχές της –ειδικά όταν δημιουργήθηκαν τα ιδιωτικά κανάλια- είναι ο μέγιστος προαγωγός (νταβατζής) της παγκόσμιας υποκουλτούρας.
Οι τηλεοπτικές συχνότητες επιδρούν στον ανθρώπινο εγκέφαλο πιο πολύ από τα περιβόητα αέρια που μας ψεκάζουν με τα αεροπλάνα.
Η τηλεόραση διαμορφώνει τις συνειδήσεις και πλάθει τους ανθρώπους ακριβώς όπως τους θέλουν οι ιδιοκτήτες των καναλιών, οι οποίοι εκπροσωπούν τα συμφέροντα του 1% του πληθυσμού, αυτών που κάποτε λεγόντουσαν –για να χρησιμοποιήσουμε έναν παραγκωνισμένο όρο- κεφαλαιοκράτες.
Ακόμα και αν παρακολουθείς την πιο αξιοπρεπή εκπομπή –που δεν νομίζω να υπάρχουν και πολλές- όταν κάθε τόσο διακόπτεται για να δεις έναν tragic ομορφάντρα Πίου, που προσπαθεί να σε πείσει να αγοράσεις κάτι που δε χρειάζεσαι, χάνεις τον ειρμό και παραδίδεσαι άνευ όρων στην κοινωνία του «έχω, άρα υπάρχω».
Έχω, άρα υπάρχω... Μπορώ να έχω, άρα θέλω... Θέλω να έχω, άρα πρέπει και να μπορέσω...
Το μέσο είναι το μήνυμα και το μέσο είναι σκουπιδότοπος.
Η σύγχρονη ηθική, το postethic των καιρών μας, καθορίζεται από την τηλεόραση, τα ταμπλόιντς ή τις κατ’ επίφαση εφημερίδες –βλέπε Πρώτο Θέμα, τη μουσική, τις ταινίες και τα βιβλία μιας χρήσης (τέχνη με ημερομηνία λήξης ενός έτους).
Η σύγχρονη ηθική είναι εκείνη του «νικητή και των χαμένων».
Απ’ τη στιγμή που ο θεός πέθανε, ο υπαρκτός σοσιαλισμός κατατροπώθηκε, ο ανθρωπισμός καταχωρήθηκε ως μουσειακό είδος και οι ιδεολογίες εξαϋλώθηκαν, έμεινε ο ωφελιμισμός –το μόνο φιλοσοφικό σύστημα που δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ- να μας ορίζει ως ανθρώπους.
Δε σκεφτόμαστε πια με τους «παλαιολιθικούς» όρους του διαχωρισμού καλού και κακού, του σωστού και του λάθους, του κοινωνικού και του αντικοινωνικού, αλλά μόνο με τη διάκριση ανάμεσα στον νικητή και τους χαμένους.
Ο νικητής έγινε το μόνο πρότυπο, χωρίς να έχει καμιά σημασία πλέον, με ποιον τρόπο επικράτησε.
Θαυμάζουμε ακόμα και τον απατεώνα που κατάφερε όλα όσα υπόσχεται η τηλεόραση: Λεφτά, διασημότητα, ομορφιά, ταξίδια, πισίνα και ακριβά γούστα.
Δεν έχει καμία σημασία αν έφτασε ως εκεί πατώντας πάνω σε πτώματα, ανθρώπων και λαών.
Είναι καλύτερο να είσαι διακεκριμένος απατεώνας, παρά φτωχός πλην τίμιος άνθρωπος.
 
Κι αυτό είναι κάτι που οι γονείς διδάσκουν στα παιδιά τους από τη στιγμή που αρχίζουν να μιλάνε: «Πρέπει να τα καταφέρεις στη ζωή σου».
Και ποτέ δεν εννοούν να γίνουν –τα άμοιρα παιδιά τους- συνειδητοί πολίτες, άνθρωποι που συγκινούνται από την αδικία και παλεύουν για να την ανατρέψουν, άνθρωποι που αναζητούν την αυτογνωσία και την ευτυχία μέσω της προσφοράς, επιστήμονες που πασχίζουν για να προσφέρουν έργο στην ανθρωπότητα και τον πλανήτη, καλλιτέχνες που θα δημιουργήσουν έναν κόσμο μακροβιέστερο μιας τηλεοπτικής σεζόν.
Όχι. Το μόνο που έχει αξία πλέον είναι να επικρατήσεις, να είσαι νικητής. Η απλοϊκότητα και η κυνικότητα του δόγματος «winner or loser» έχει εμποτίσει την ύπαρξη μας.
Ο Σαρλό, ο αιώνια αποτυχημένος και φτωχός ανθρωπάκος, προκαλεί το θαυμασμό επειδή είναι δημιούργημα ενός εξόχως επιτυχημένου ανθρώπου, του Τσάρλι Τσάπλιν, όχι ως αλητάκος που μοιραζόταν τη μοίρα των όμοιων του.
Ο Δον Κιχώτης, ο ιππότης της ελεεινής μορφής, είναι παράδειγμα προς αποφυγή, αφού μέσα στην τρέλα του ζητούσε όσα δεν μπορούσαν να συμβούν.
Ο Δον Κορλεόνε είναι το πρότυπο της ζωής μας.
Ο Δον Κορλεόνε είναι ο Μωυσής του εικοστού πρώτου αιώνα, που κατέβηκε από το τηλεοπτικό όρος κρατώντας μόνο μία εντολή, χαραγμένη με times new roman γραμματοσειρά: «Win».


Σφάζοντας, αγοράζοντας και ξεπουλώντας: «Win».
Υποδουλώνοντας, αδιαφορώντας και γελοιοποιώντας: «Win».
Κοροϊδεύοντας, υποβαθμίζοντας και διαλύοντας: «Win».
      Όντας, μη ζώντας και καταναλώνοντας: «Win».
Όμως αυτό το κυνικό win διαφέρει ελάχιστα από το τελικό fin.
Η νίκη μοιάζει πολύ με το τέλος, όταν γίνεται η μόνη ηθική, η μόνη επιλογή, ο μόνος στόχος.
Όταν γίνεται νίκη πάση θυσία.
Γιατί κανένας σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα (μαζικής ενημέρωσης).
Η ιστορία γράφεται στη Συρία.
Και σε κάθε Συρία όπου οι χαμένοι –τυλιγμένοι στα σάβανα- περιμένουν τους νικητές να σταματήσουν να παρακολουθούν διαφημίσεις, ενώ τρώνε ποπ-κορν και ψελλίζουνε: «Τragic».

Ροη αρθρων