Η κυβέρνηση Σαμαρά κατευθύνεται ολοταχώς στην επόμενη έξοδο. Οχι στις
αγορές. Σε αυτήν που οδηγεί μακριά από την εξουσία. Η επίσπευση του
δανεισμού της χώρας, που ήταν προγραμματισμένος για μετά το Πάσχα, ως
έσχατο προεκλογικό πυροτέχνημα, δείχνει ότι ο πρωθυπουργός το έχει
συνειδητοποιήσει.
Εδωσε τα ρέστα του, μαζί με την επίσκεψη της Ηγερίας του, καγκελαρίου
Μέρκελ, σε μιαν απελπισμένη απόπειρα να καλύψει επικοινωνιακά όχι τόσο
το «ατύχημα» Μπαλτάκου όσο την καθίζηση της πραγματικής οικονομίας: οι
ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν απογειωθεί, ενώ για πέμπτο συνεχή μήνα οι
εξαγωγές μας είναι σε ελεύθερη πτώση, μολονότι ήδη το 2013 ήταν
χειρότερη χρονιά στον τομέα αυτό από το 2012.
Ο τελευταίος δείκτης δείχνει ποια είναι η αλήθεια ως προς τη βελτίωση των μεγεθών του εμπορικού ισοζυγίου, που διαφημίζει ο κύριος Στουρνάρας: δεν οφείλεται στην ανάκαμψη της οικονομίας, αλλά στη φτώχεια μας. Δεν έγινε εξωστρεφής η οικονομία μας, παρά την εκτεταμένη εσωτερική υποτίμηση και την καταβαράθρωση του μισθολογικού κόστους (τι περίφημος ευφημισμός για να περιγράψει κανείς την καθίζηση κατά 37% της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών!). Απλώς μειώθηκαν δραματικά οι εισαγωγές, γιατί δεν μπορούμε πια να πληρώνουμε τα εισαγόμενα προϊόντα.
Για το λόγο αυτό η σοβαρή «Die Zeit», σχολιάζοντας την πρόσφατη έξοδο στις αγορές, έγραφε για προσπάθεια αποπροσανατολισμού από την πραγματική οικονομία, ενώ η εξίσου σοβαρή «Frakfurter Algemeiner Zeitung» μάς ειρωνευόταν και από πάνω, λέγοντας ότι θα πρέπει να έχουμε λεφτά για ξόδεμα, για να δανειζόμαστε με τέτοια επιτόκια. Για τον ίδιο λόγο τα επιτόκια πήραν ξανά την ανηφόρα: ήδη από την επόμενη μέρα το περί ου ο λόγος πενταετές ομολογιακό δάνειο διαπραγματευόταν στο 5,13%, σε σχέση με το 4,95% της εγγραφής και πάνω από το ψυχολογικό όριο του 5%, ενώ το δεκαετές στο 6,24%.
Μα, θα πει κανείς, δεν αποτελούν και αυτά ακόμη τα επιτόκια αναγνώριση της σχετικής σταθεροποίησης της χώρας, σε σχέση με τα θηριώδη σπρεντς του 2012; Και όμως όχι.
Ο τελευταίος δείκτης δείχνει ποια είναι η αλήθεια ως προς τη βελτίωση των μεγεθών του εμπορικού ισοζυγίου, που διαφημίζει ο κύριος Στουρνάρας: δεν οφείλεται στην ανάκαμψη της οικονομίας, αλλά στη φτώχεια μας. Δεν έγινε εξωστρεφής η οικονομία μας, παρά την εκτεταμένη εσωτερική υποτίμηση και την καταβαράθρωση του μισθολογικού κόστους (τι περίφημος ευφημισμός για να περιγράψει κανείς την καθίζηση κατά 37% της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών!). Απλώς μειώθηκαν δραματικά οι εισαγωγές, γιατί δεν μπορούμε πια να πληρώνουμε τα εισαγόμενα προϊόντα.
Για το λόγο αυτό η σοβαρή «Die Zeit», σχολιάζοντας την πρόσφατη έξοδο στις αγορές, έγραφε για προσπάθεια αποπροσανατολισμού από την πραγματική οικονομία, ενώ η εξίσου σοβαρή «Frakfurter Algemeiner Zeitung» μάς ειρωνευόταν και από πάνω, λέγοντας ότι θα πρέπει να έχουμε λεφτά για ξόδεμα, για να δανειζόμαστε με τέτοια επιτόκια. Για τον ίδιο λόγο τα επιτόκια πήραν ξανά την ανηφόρα: ήδη από την επόμενη μέρα το περί ου ο λόγος πενταετές ομολογιακό δάνειο διαπραγματευόταν στο 5,13%, σε σχέση με το 4,95% της εγγραφής και πάνω από το ψυχολογικό όριο του 5%, ενώ το δεκαετές στο 6,24%.
Μα, θα πει κανείς, δεν αποτελούν και αυτά ακόμη τα επιτόκια αναγνώριση της σχετικής σταθεροποίησης της χώρας, σε σχέση με τα θηριώδη σπρεντς του 2012; Και όμως όχι.