Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Συνωστισμένες στο Φαρμακονήσι...

στα πλοία όποιος πιάνεται  /  κι οι φίλοι τον χτυπάνε,

λέει το δίστιχο του Πυθαγόρα στο γνωστό τραγούδι «Η Σμύρνη» από τη
«Μικρά Ασία, μεταφέροντας τη γνωστή μαρτυρία των προσφύγων τού 1922 που
προσπαθούσαν να γλιτώσουν από το φονικό καταφεύγοντας στα αγγλικά,
γαλλικά και ιταλικά πλοία, κατά την οποία οι ναύτες των πλοίων αυτών δεν
τους το επέτρεπαν και τους ξαναπετούσαν με τη βία στη θάλασσα. Η
τραυματική αυτή μαρτυρία έχει αποτυπωθεί έκτοτε στη συλλογική μνήμη της
ελληνικής κοινωνίας και συχνά αναφέρεται –δικαίως- ως δείγμα απαράδεκτης
αναλγησίας. Και σχεδόν εξίσου συχνά ως ακόμη μία απόδειξη ότι ο
ελληνισμός πάντοτε προδίδεται από τους ισχυρούς συμμάχους του της
Δυτικής Ευρώπης που θα έπρεπε να τον στηρίζουν απέναντι στους βάρβαρους
Ασιάτες.
Την εβδομάδα που πέρασε, η σκηνή αυτή επαναλήφθηκε αυτούσια ακόμα μια φορά στα νερά του Αιγαίου. Όπως κατήγγειλαν και πάλι οι επιζώντες, ναύτες πολεμικού σκάφους εμπόδισαν γυναικόπαιδα να
ανέβουν σε αυτό παρόλο που διέτρεχαν άμεσο κίνδυνο της ζωής τους, και
αντιθέτως τους πέταξαν στη θάλασσα όπου δώδεκα άτομα –τρεις γυναίκες και
εννέα ανήλικα παιδιά- βρήκαν το θάνατο αβοήθητα.
Τώρα βέβαια υπήρχε και μία διαφορά: το σκάφος ανήκε στο ένδοξο
Λιμενικό Σώμα της ελληνικής δημοκρατίας, το οποίο ενεργούσε για να
προστατεύσει τον προδομένο ελληνισμό από την απειλή των
«λαθρομεταναστών», οδηγώντας τους πίσω στα παράλια της Μικράς Ασίας.
Αυτή τη φορά, οι μεγάλες δυνάμεις είναι με το μέρος του ελληνισμού
παρακολουθώντας σιωπηλά, ή και ενίοτε ενισχύοντας την αντιβαρβαρική
άμυνα μέσω της FRONTEX.

farmakon


Πριν από όχι τόσο πολλά χρόνια, κυράδες και φιλάνθρωποι
παπάδες, εργολαβίες εκπροσώπησης προσφύγων, οργανώσεις, σωματεία και
καθηγητάδες είχαν ξεσηκωθεί και αξιώσει συγνώμες και παραιτήσεις
υπουργών με βάση το ότι, κατά τη γνώμη τους, το προ 80 ετών περιστατικό
δεν αποδιδόταν με τις ορθές διατυπώσεις σε ένα βιβλίο ιστορίας.

Με βάση αυτή την εγνωσμένη ευαισθησία τους για παρόμοια περιστατικά,
λοιπόν, είμαι σίγουρος ότι τα ίδια άτομα και οι ίδιοι φορείς θα νιώσουν
την ίδια αγανάκτηση και θα οργανώσουν ανάλογες και ακόμη μεγαλύτερες
διαμαρτυρίες, τώρα που έχουν μπροστά τους ένα ζήτημα που αφορά τωρινούς
θανάτους, και την ιστορική αποτύπωση προ 90ετίας συμβάντων.

Δεν πρέπει να αμφιβάλλουμε γι’ αυτό. Η μέχρι τώρα σιωπή τους προφανώς
οφείλεται στο ότι ίσως δεν ενημερώθηκαν ακόμα πλήρως, ή ότι ακόμη
συνεδριάζουν τα αντίστοιχα ΔΣ για να βρουν τις καταλληλότερες
διατυπώσεις και μορφές αντίδρασης.

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Το άδικο του κ. Μανδραβέλη...

Στην Kαθημερινή τής 16 Oκτωβρίου 2013, δημοσιεύεται σύντομο σχόλιο του εν θέματι αναφερόμενου αρθρογράφου με τίτλο «Το δίκιο του κ. Κατρούγκαλου». Σε αυτό, ο αρθρογράφος επιτίθεται κατά του συνταγματολόγου για τις θέσεις που αυτός εξέφρασε στην τηλεοπτική εκπομπή τού κ. Πρετεντέρη. Τις απόψεις αυτές το άρθρο τις ανασυγκροτεί -και ταυτόχρονα ήδη τις υπονομεύει διά του σαρκασμού- στην πρώτη του πρόταση, ως εξής:
Δεν υπήρχαν δημοσκοπήσεις στη Γερμανία του 1938 αλλά, με δεδομένο τον διάχυτο αντισημιτισμό της εποχής, η «Νύχτα των Κρυστάλλων» είναι καθ’ όλα δικαιολογημένη ή έστω δεν χρήζει καταδίκης. Αυτό θα ήταν το επιχείρημα ενός Χρυσαυγίτη ακούγοντας τον κ. Γιώργο Κατρούγκαλο, στην προχθεσινή εκπομπή «Ανατροπή» (Mega 14.10.2013)
Με βάση λοιπόν αυτή την ανασυγκρότηση/ απόρριψη, πρέπει εξ αντιδιαστολής να υποθέσουμε ότι, κατά τον κ. Μανδραβέλη, η Νύχτα των Κρυστάλλων χρήζει καταδίκης.
Ωραία.
Κι εγώ ρωτώ: ποιο είναι το υποκείμενο που καλείται να απαγγείλει αυτή την καταδίκη;
Δεν βλέπω άλλη δυνατότητα απάντησης στο ερώτημα αυτό από την εξής:
η κοινωνία[1].
Άρα, ο κ. Κατρούγκαλος έχει δίκιο.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

μακεδονικότητες...

Η εμμονή στο αντιμακεδονικό δόγμα ευνοεί τη διάχυση των ακροδεξιών ιδεών στην Ελλάδα όσο και στη δημοκρατία της Μακεδονίας...
Στιγμιότυπο
Στις Βρυξέλλες, πριν από δύο χρόνια περίπου, είχε οργανωθεί μια έκθεση –και μια σειρά συζητήσεων– για τα είκοσι χρόνια από τη διάλυση της ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. Σε μία από αυτές τις συζητήσεις κλήθηκαν άτομα που κατάγονταν από τις διάφορες πρώην δημοκρατίες να μιλήσουν για την εμπειρία και τις αναμνήσεις τους. Μεταξύ αυτών, μία κυρία –χωρίς φυσικά να γνωρίζει αν στην αίθουσα ήταν παρόντες Έλληνες– ανέφερε το εξής: «Εγώ είμαι από τη Μακεδονία, μετανάστευσα στο Βέλγιο δέκα χρονών το 1965, και κάθε χρόνο προσπαθώ να επισκέπτομαι τη Μακεδονία και όσες άλλες δημοκρατίες μπορώ. Την τελευταία φορά που πήγα, ομολογώ ότι δεν μου άρεσε. Η χώρα έχει χάσει τη μακεδονικότητά της. Σαν Ελλάδα έχει γίνει!».

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Οι Γερμανοί ως Εβραίοι...

του Άκη Γαβριηλίδη,  Nomadic universality...
Σε πρόσφατο σημείωμα άλλου μπλογκ, με τίτλο Οι Γερμανοί ante portas;, επισημαίνεται μια ορισμένη «προβολή του ‘γερμανικού κινδύνου’» στον δημόσιο λόγο της ελληνικής κοινωνίας, και προτείνεται «να μην συσκοτίζουμε την πραγματικότητα εξηγώντας την με όρους Β’ παγκοσμίου πολέμου». Θα πάρω αφορμή από ένα συγκεκριμένο σημείο της ανάρτησης για να προεκτείνω προς μια άλλη κατεύθυνση, η οποία δεν αναιρεί όσα λέγονται εκεί, αντιθέτως μάλιστα δίνει μια πιο κυριολεκτική σημασία στην έκφραση «όροι τού Β΄ παγκοσμίου πολέμου».
Μεταξύ άλλων, στο σημείωμα αυτό παρατίθενται δύο παραδείγματα «αντιγερμανικού» λόγου, τα εξής (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου):
Ο μέχρι προ ολίγων μηνών προβεβλημένος από το ΛΑΟΣ, Γιώργος Τράγκας, επισημαίνει ότι «οι Γερμανοί με την ίδια αρπακτικότητα του 2ου Παγκοσμίου πολέμου και με τον ίδιο θηριώδη τρόπο που αντιμετώπισαν τους Εβραίους και τις περιουσίες τους, στρέφονται εναντίον όλων ανεξαιρέτως των Ελλήνων». Ο Πρόεδρος του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη, Σταύρος Ψυχάρης, λίγες μέρες μετά τα γεγονότα στη Δ.Ε.Θ, γράφει στο ΒΗΜΑ ότι «αυτό που δεν κατάφεραν τότε οι μεραρχίες του Γ’ Ράιχ μπορούν τώρα να το επιτύχουν οι σαράφηδες της Ευρώπης».
Αυτό που είναι εντυπωσιακό και στα δύο αυτά παραδείγματα, είναι όχι μόνο ότι διακινούν έναν αντιγερμανισμό, αλλά και ότι, επιπλέον, ο αντιγερμανισμός αυτός είναι δομημένος πάνω στο καλούπι τού αντιεβραϊσμού. Ειδικότερα, η δεύτερη φράση μοιάζει απλώς να επαναδιατυπώνει ένα παλιό κλισέ του αντισημιτισμού (επί πάρα πολλά χρόνια μέχρι τη δεκαετία του 40, συχνά και μετά απ’ αυτήν, η έκφραση «σαράφηδες της Ευρώπης» -αν όχι και του κόσμου ολόκληρου- και τα συνώνυμά της, συνόδευε αποκλειστικά τους Εβραίους).
Το δε σχόλιο του Τράγκα, από την άλλη, επιχειρεί κάτι ακόμα πιο πολύπλοκο και διεστραμμένο: επιχειρεί να φορτώσει στους Γερμανούς όχι μόνο το μίσος των Ελλήνων εθνικιστών κατά των Εβραίων, αλλά ακόμα και την ενοχή τους για το μίσος αυτό, καθώς και γα τη συμμετοχή τους στην εξόντωση των Εβραίων. Αυτό ο Τράγκας το επιτυγχάνει –ελπίζει να το επιτύχει- με τη μικρή πονηρή προσθήκη «και τις περιουσίες τους». Διότι ο θηριώδης τρόπος με τον οποίο οι Γερμανοί αντιμετώπισαν τους Εβραίους επί Χίτλερ, είναι πράγματι γνωστός σε όλους (αντιθέτως, πολύ λιγότερο γνωστός, τουλάχιστο στην Ελλάδα, είναι ο απερίφραστος τρόπος με τον οποίο η μεταχιτλερική Γερμανία αποστασιοποιήθηκε από το ναζιστικό παρελθόν της και το απονομιμοποίησε· πράγμα το οποίο δύσκολα μπορούμε να επαναλάβουμε για την ελληνική κοινωνία). Ωστόσο, όπως είναι εύλογο, η μαζική και βιομηχανική εξόντωση ανθρώπων προκαλεί τόσο σημαντικότερη εντύπωση από την όποια οικειοποίηση περιουσιών, ώστε, στις αναφορές στο ολοκαύτωμα, είναι πολύ σπάνιο να δει κανείς να αναφέρονται οι περιουσίες των Εβραίων αμέσως μετά από τους ίδιους τους Εβραίους υπό ίσους όρους, μέσα στην ίδια πρόταση. Η αντιμετώπιση των περιουσιών αυτών δεν αποτέλεσε ιδιαίτερα φλέγον ζήτημα πουθενά.
Πουθενά, εκτός από την Ελλάδα. Και ειδικότερα τη Θεσσαλονίκη.
Όπου, όπως είναι γνωστό, ένας εσμός από παρακρατικά καθάρματα, συνεργάτες των Ναζί, ή απλώς κερδοσκόπους και «αυθόρμητους» λαϊκούς καταπατητές, την επομένη σχεδόν της αναχώρησης των τραίνων για τα στρατόπεδα, μπούκαραν και στρογγυλοκάθησαν ακριβώς στις (ακίνητες) περιουσίες των Εβραίων. Όσο για τις κινητές, από αυτές σύντομα δεν υπήρχε ούτε ίχνος. Μεταξύ αυτών των καταπατητών πρέπει να συμπεριλάβουμε και το Δήμο, (τουλάχιστον την τότε διοίκησή του), όπως εξάλλου και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το οποίο επωφελήθηκε -και εξακολουθεί να επωφελείται- ακριβώς από μία ιδιόμορφη και θαυματουργή «μετατροπή» ακίνητης εβραϊκής περιουσίας σε κινητή, και μετά σε αστρική σκόνη: μιλάω βέβαια για τη γνωστή ιστορία της εξαφάνισης του πανάρχαιου νεκροταφείου από τον υλικό χώρο και από την άυλη μνήμη της Θεσσαλονίκης.
Η κατασκευή των «Γερμανών» οι οποίοι, όλοι ανεξαιρέτως, «στρέφονται εναντίον όλων ανεξαιρέτως των Ελλήνων» (άρα π.χ. και εναντίον του Σαμαρά, της Μαριάννας Λάτση, του Χριστοφοράκου, του Λαυρεντιάδη και γενικά της ελληνικής επιχειρηματικότητας, υγιούς ή και ενδεχομένως νοσηρής), είναι μια χρυσή ευκαιρία για τον ελληνικό εθνικό λόγο να βρει ένα νέο αντικείμενο στο οποίο να συνεχίσει να εκφράζει τον αντισημιτισμό του, έναν αντισημιτισμό χωρίς Εβραίους αυτή τη φορά (αλλά με Γερμανούς στη θέση τους), και ταυτόχρονα να ξεπλύνει ο ίδιος κάποια «τοξικά ομόλογα» που ανομολόγητα τον βαραίνουν από το παρελθόν, να ξεφορτωθεί τις ενοχές του, τα συμβολικά και υλικά χρέη του απέναντι στους (πραγματικούς) Εβραίους, φορτώνοντάς τα και αυτά στους Γερμανούς. Τους οποίους με εξαιρετική επιδεξιότητα κατασκευάζει ως «σαράφηδες», ως προσωποποίηση του αιμοδιψούς κοσμοπολιτικού χρηματιστή που σαν παράσιτο[1] «πίνει το αίμα» της ριζωμένης στη γη της κοινότητας και δεν την αφήνει να αναπτύξει τον «πρωτογενή» της τομέα[2] –σε κραυγαλέα αντίθεση με τη μέχρι τώρα προβεβλημένη εικόνα της Γερμανίας ως συνωνύμου της «βαριάς βιομηχανίας» και γενικότερα ως προτύπου επιτυχημένης «πραγματικής οικονομίας».
Όπως έλεγε ο Werner Bonefeld σε ένα απόσπασμα που έχω παραθέσει και άλλοτε,
Τα κατηγορήματα που αποδίδει ο αντισημίτης στους Εβραίους περιλαμβάνουν την κινητικότητα, τον μη απτό χαρακτήρα [intangibility], την έλλειψη ριζών και τη συνωμοσία εις βάρος των –μυθικών και μυθοποιημένων- αξιών μιας κοινότητας έντιμων και εργατικών ανθρώπων[3].
Αυτά ακριβώς τα κατηγορήματα λοιπόν τα αποδίδει τώρα ο αντισημίτης στους Γερμανούς. Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια.
Τη δεκαετία τού 80, ο Ταγκιέφ και, μετά απ’ αυτόν, ο Μπαλιμπάρ, ανέδειξαν πόσο εύπλαστη και ευρηματική κοσμοθεωρία μπορεί να είναι καμιά φορά ο ρατσισμός, με βάση το παράδειγμα της μετάβασης από το βιολογικό στον πολιτισμικό-διαφοριστικό ρατσισμό. Και γενικότερα με βάση την παρατήρηση ότι η κοσμοθεωρία αυτή ενίοτε αξιοποιεί και ενσωματώνει στοιχεία από την κριτική που απευθύνθηκε εναντίον της σε προηγούμενο στάδιο.
Πιστεύω ότι ακόμα ένα δείγμα αυτής της επινοητικότητας είναι και οι συγκεκριμένοι αντιγερμανικοί λόγοι, οι οποίοι κατά μία έννοια προεκτείνουν και συμπληρώνουν μία άλλη «κατάκτηση»: ως τώρα, αγαπημένη συνήθεια του αντισημιτισμού, ιδίως εκείνου που δεν ήθελε να καταγραφεί ως αντιδραστικός ή συντηρητικός αλλά να ανακυκλωθεί και να αναβαπτισθεί με «αγωνιστικά» εύσημα, ήταν να εξισώνει την καταπίεση και τις επιθέσεις εις βάρος των Παλαιστινίων, και γενικά κάθε ενέργεια του κράτους του Ισραήλ (και άρα κατ’ επέκταση «των Εβραίων», με τους οποίους αυτονόητα το ταύτιζε), με το ναζισμό. Εξ ου και οι γνωστές εκφράσεις όπως «οι σιωναζί» κ.λπ. Τώρα ο παραλληλισμός εγκαθιδρύεται και αντίστροφα: όχι μόνο οι «Εβραίοι» (όλοι ανεξαιρέτως) είναι τόσο κακοί όσο και οι «Γερμανοί» (όλοι ανεξαιρέτως), αλλά και οι Γερμανοί είναι τόσο κακοί όσο και οι «Εβραίοι».
Και φυσικά η βασική τους ομοιότητα, όπως πάντα, είναι ότι στρέφονται εναντίον «όλων ανεξαιρέτως» … ξέρετε ποιων …

[1] Τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα της επίκρισης περί παρασιτισμού βέβαια δεν παραλείπουν να αξιοποιήσουν και πολλοί άλλοι, μεταξύ των οποίων, κατά ειρωνικό τρόπο, ο ίδιος ο Γ. Αγγελόπουλος στο σημείωμά του που ανέφερα στην αρχή: «Ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας μας – που δεν αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ – βολεύεται στο να τα φορτώνει όλα στους «κακούς Γερμανούς» για να αποκρύψει τις ευθύνες του μοντέλου παρασιτικής ανάπτυξης και κατ΄ επίφαση δημοκρατίας από το οποίο επωφελήθηκε τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες» (Η υπογράμμιση δική μου).
Για μια κριτική θεώρηση της γενικευμένης «παρασιτολογίας» βλ. το σημείωμα της Jeanette Samyn Αντι- αντι- παρασιτισμός, που δημοσιεύσαμε παλιότερα.
[2] Ο οποίος, σημειωτέον, αποτελεί βασική έγνια της Χρυσής Αυγής. Πρβλ. την παρακάτω ανακοίνωσή της: «Το ζήτημα είναι η Ελλάδα να επιστρέψει στην πρωτογενή της παραγωγή και όχι να μοιραστούν και πάλι δισεκατομμύρια σε τραπεζίτες και σε μεγαλοεργολάβους, που απασχολούν σχεδόν αποκλειστικά λαθρομετανάστες» τόνισε σε ανακοίνωση της η Χρυσή Αυγή αναφορικά με την εκταμίευση της δόσης. Τέλος ζήτησε επιτακτικά την επιδότηση του πρωτογενή τομέα με στόχο, όπως αναφέρουν: «να ξαναγίνουμε αυτάρκεις στα βασικά είδη διαβίωσης του ελληνικού λαού»

Ροη αρθρων