Από μικροί μάθαμε να καταπίνουμε σιωπηρά την αδικία που μας κάνουν. Είναι μια «κακή συνήθεια», όπως είχε γράψει και ο Μπ. Μπρεχτ, περιγράφοντας τη σκηνή όπου ένας περαστικός είδε ένα μικρό παιδί να κλαίει και το ρώτησε τι συμβαίνει. Όταν εκείνο του αποκρίθηκε ότι ένα άλλο αγόρι του έκλεψε το ένα από τα δύο γρόσια που είχε για να πάει στον κινηματογράφο, εκείνος το ρώτησε αν φώναξε βοήθεια. Το παιδί απάντησε ότι φώναξε κι άρχισε να κλαίει περισσότερο. Κι όταν το ρώτησε αν μπορούσε να φωνάξει πιο δυνατά και το παιδί είπε όχι, ο περαστικός του είπε «τότε δώσε μου και τ’ άλλο». Και πήρε το τελευταίο γρόσι από το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του. Έτσι και σήμερα. Αισθανόμαστε την αδικία που υπάρχει, μα δεν αντιδρούμε. Παρακολουθούμε τη ζωή μας σα να είναι ταινία κι εμείς είμαστε απλοί θεατές. Πόσες αποφάσεις έχουν παρθεί για εσένα, χωρίς εσένα; Τον τελευταίο καιρό εγώ νιώθω ότι κάποιος άλλος σχεδιάζει τη ζωή μου, ένα σχέδιο που δε μοιάζει με αυτό που εγώ φανταζόμουν. Εγώ φανταζόμουν Πανεπιστήμιο με εργαζόμενους (έτσι δε λειτουργούν τα Πανεπιστήμια;), ένα Πανεπιστήμιο δημόσιο, για όλους, όπου δε θα χρειαστεί να πληρώσω(!) για να πάρω πτυχίο. Ένα Πανεπιστήμιο που σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς θα με στηρίζει υλικά, με σίτιση, στέγαση και μεταφορά. Αντ’ αυτού, η πραγματικότητα είναι άλλη.
Σκηνή 1η: Συζητήσεις παντού, με τους φίλους μου, με τους γνωστούς μου. Όλοι με ρωτάνε αυτό το αδιάφορο, εκνευριστικό ερώτημα: «Μα τι θα γίνει επιτέλους; Θα ανοίξει το Πανεπιστήμιό σας;». Όλοι έμαθαν να μιλούν αδιάφορα, αγνοώντας το τι πραγματικά σημαίνει να ανοίξουν τα Πανεπιστήμια τώρα. Όλοι έμαθαν να βγαίνουν στα κανάλια με το προσωπείο του «αγανακτισμένου», του «ανένταχτου φοιτητή» και να λένε ό,τι διψά να ακούσει το αυτί του πνιγμένου στα συμφέροντα μεγαλοδημοσιογράφου. Να φωνάζουν για το άνοιγμα των σχολών, σα να είναι κάτι εφικτό, σα να μην ξέρουν τι συνεπάγεται αυτό. Σα να μη γνωρίζουν ότι πίσω από το «αθώο» αυτό αίτημα βρίσκονται 1.349 διαθεσιμότητες ανθρώπων που τόσα χρόνια λειτουργούσαν το Πανεπιστήμιο.