Υπάρχουν, νομίζω, δυο εκδοχές για το τι σημαίνει αριστερός ριζοσπαστισμός στην Ελλάδα του 2013. Δεν ταυτίζονται με πολιτικές τάσεις ούτε καν με αποκλίνουσες πλατφόρμες οικονομικής και «νομισματικής» πολιτικής. Πιστεύω ότι αυτό που πραγματικά τις χωρίζει μεταξύ τους είναι το πώς συνομιλούν με όσους και όσες δεν θέλουν -για διαφόρους λόγους- να είναι ριζοσπάστες και αριστεροί. Η πρώτη εκδοχή αντιλαμβάνεται τον ριζοσπαστισμό ως διαλογικό ρήγμα, ως πρόσκρουση συμπαγών σωμάτων (ιδεών και συνθημάτων) σε μια διαρκή μάχη αμοιβαίας εξουθένωσης. Η δεύτερη εκδοχή κατανοεί ότι σε μια κοινωνία κερματισμένων συμφερόντων και αντιλήψεων για το συνιστά καλό και κακό, πρέπει να συνομιλείς: όχι μόνο να ακούς τι λένε και οι «άλλοι», αλλά κυρίως να είσαι έτοιμος να διορθώσεις το βλέμμα σου, τη μέθοδο, τη γλώσσα σου.
Ο πρώτος ριζοσπαστισμός ξεκινάει, δίχως ποτέ να το ομολογεί, από την απόλυτη προτεραιότητα της ταυτότητάς του. Σε κάθε στιγμή και με κάθε ευκαιρία θέλει να επιδεικνύει τη διαφορά του, το χάσμα που τον χωρίζει από τον εκάστοτε αντίπαλο. Και αν κάποια φορά ο αντίπαλος πει κι ένα καλό λόγο, τότε αναρωτιέται «τι κακό έχει κάνει».
Ο άλλος ριζοσπαστισμός ενδιαφέρεται περισσότερο να πείσει και όχι να στομώσει ή να αποστομώσει. Αυτό που τον νοιάζει είναι να μειωθεί πραγματικά το ποσοστό της κοινωνικής οδύνης, να τιθασευτούν οι νέες μορφές καταδυνάστευσης του φτωχού ανθρώπου, των αδύναμων. Δεν αντιμάχεται τους πλούσιους, αλλά τις αντικοινωνικές διαρθρώσεις ισχύος που παράγουν ανισότητες και κοινωνικά ρήγματα.
Ο πρώτος ριζοσπαστισμός σπεύδει να πιπιλίσει τη φράση πως όλα είναι πολιτικά και με αυτό εννοεί ότι, σε τελευταία ανάλυση, τα «βασικά ζητήματα» έχουν ήδη απαντηθεί.