Του ΝΙΚΟΛΑ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ*, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ: Δημοκρατία εν κινδύνω
H δημοκρατία δεν υποφέρει μόνον από τις πολιτικές της λιτότητας αλλά και από τον κατακερματισμό των σύγχρονων κοινωνιών σε εχθρικές και ανασφαλείς κοινότητες.
Παραφράζοντας τη διάσημη ρήση του Σαρτρ για τον μαρξισμό, μπορούμε να πούμε ότι εδώ και κάποια χρόνια είναι η δημοκρατία που έγινε «ο αξεπέραστος ορίζοντας της εποχής».
Με ποια έννοια όμως συμβαίνει αυτό; Οχι μόνο γιατί η συζήτηση για τη δημοκρατία καλά κρατεί στο διεθνές στερέωμα, αλλά διότι οι πάντες –με κάποιες λίγες ζοφερές εξαιρέσεις– θέλουν να εμφανίζονται δημοκράτες.
Η γενικευμένη και προφανώς υποκριτική αφοσίωση στη δημοκρατία αποδεικνύει τη μεγάλη δύναμη της ιδέας και όχι την αχρηστία της, όπως ισχυρίζονται ο Μπαντιού και άλλοι. Το πρόσφατο, μάλλον νόστιμο, παράδειγμα; Ερχεται από πολιτικούς ηγέτες όπως η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και ο Νάιτζελ Φάρατζ στη Μεγάλη Βρετανία. Και οι δυο, παρά τη διαφορά βάρους των πολιτικών τους εγχειρημάτων, προβάλλουν τα κινήματά τους ως υπερδημοκρατικά και κοινωνιοκεντρικά.
Οι επιθέσεις συντηρητικών όπως ο Ούγγρος Βίκτορ Ορμπαν στη «σοβιετικού τύπου γραφειοκρατία των Βρυξελλών» ή τα πολύ σκληρά λόγια της Λεπέν και των υπόλοιπων ριζοσπαστών της Δεξιάς για την Ευρώπη της Μέρκελ επενδύονται σήμερα σε μια δημοκρατική και λαϊκοσυμμετοχική ρητορική. Ολο και περισσότεροι μιλούν σήμερα για τη χαμένη ή την κλεμμένη «λαϊκή εθνική κυριαρχία»: ακόμα και τούτοι οι τραμπούκοι που σκηνοθέτησαν πριν από λίγες μέρες άλλο ένα αντισυστημικό σόου μέσα στο ελληνικό Κοινοβούλιο.
Για να πάμε όμως σε μια άλλη πλευρά του θέματος πρέπει να πούμε ότι η ίδια η έννοια της δημοκρατίας ποτέ δεν υπήρξε υπεράνω (φιλοσοφικής) αμφιβολίας. Φέρει εξ αρχής μαζί της την ένταση μεταξύ του πραγματικού και του επιθυμητού, του ρεαλισμού και της ουτοπίας, της ηθικής βούλησης για ισότητα και των πρακτικών κανόνων που κωδικοποιούν τη συμβίωσή μας σε κοινωνίες με διαφορετικούς στόχους. Το θέμα είναι η ένταση να μη γίνεται τάφρος. Η απόσταση, επίσης, μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων και οι εσωτερικές διαμάχες στα πολιτικά συστήματα να μην παγιώνονται σε καταστροφικά ρήγματα. Σε αυτό το ανησυχαστικό σημείο φαίνεται να πλησιάζουμε τα τελευταία χρόνια.
Μαζί με την άγνοια και την ακραία πολιτική αποξένωση ενός πολύ μεγάλου μέρους των ευρωπαϊκών πληθυσμών βλέπουμε να απλώνεται ένας φόβος ταυτότητας.
H δημοκρατία δεν υποφέρει μόνον από τις πολιτικές της λιτότητας αλλά και από τον κατακερματισμό των σύγχρονων κοινωνιών σε εχθρικές και ανασφαλείς κοινότητες.
Παραφράζοντας τη διάσημη ρήση του Σαρτρ για τον μαρξισμό, μπορούμε να πούμε ότι εδώ και κάποια χρόνια είναι η δημοκρατία που έγινε «ο αξεπέραστος ορίζοντας της εποχής».
Με ποια έννοια όμως συμβαίνει αυτό; Οχι μόνο γιατί η συζήτηση για τη δημοκρατία καλά κρατεί στο διεθνές στερέωμα, αλλά διότι οι πάντες –με κάποιες λίγες ζοφερές εξαιρέσεις– θέλουν να εμφανίζονται δημοκράτες.
Η γενικευμένη και προφανώς υποκριτική αφοσίωση στη δημοκρατία αποδεικνύει τη μεγάλη δύναμη της ιδέας και όχι την αχρηστία της, όπως ισχυρίζονται ο Μπαντιού και άλλοι. Το πρόσφατο, μάλλον νόστιμο, παράδειγμα; Ερχεται από πολιτικούς ηγέτες όπως η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και ο Νάιτζελ Φάρατζ στη Μεγάλη Βρετανία. Και οι δυο, παρά τη διαφορά βάρους των πολιτικών τους εγχειρημάτων, προβάλλουν τα κινήματά τους ως υπερδημοκρατικά και κοινωνιοκεντρικά.
Οι επιθέσεις συντηρητικών όπως ο Ούγγρος Βίκτορ Ορμπαν στη «σοβιετικού τύπου γραφειοκρατία των Βρυξελλών» ή τα πολύ σκληρά λόγια της Λεπέν και των υπόλοιπων ριζοσπαστών της Δεξιάς για την Ευρώπη της Μέρκελ επενδύονται σήμερα σε μια δημοκρατική και λαϊκοσυμμετοχική ρητορική. Ολο και περισσότεροι μιλούν σήμερα για τη χαμένη ή την κλεμμένη «λαϊκή εθνική κυριαρχία»: ακόμα και τούτοι οι τραμπούκοι που σκηνοθέτησαν πριν από λίγες μέρες άλλο ένα αντισυστημικό σόου μέσα στο ελληνικό Κοινοβούλιο.
Για να πάμε όμως σε μια άλλη πλευρά του θέματος πρέπει να πούμε ότι η ίδια η έννοια της δημοκρατίας ποτέ δεν υπήρξε υπεράνω (φιλοσοφικής) αμφιβολίας. Φέρει εξ αρχής μαζί της την ένταση μεταξύ του πραγματικού και του επιθυμητού, του ρεαλισμού και της ουτοπίας, της ηθικής βούλησης για ισότητα και των πρακτικών κανόνων που κωδικοποιούν τη συμβίωσή μας σε κοινωνίες με διαφορετικούς στόχους. Το θέμα είναι η ένταση να μη γίνεται τάφρος. Η απόσταση, επίσης, μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων και οι εσωτερικές διαμάχες στα πολιτικά συστήματα να μην παγιώνονται σε καταστροφικά ρήγματα. Σε αυτό το ανησυχαστικό σημείο φαίνεται να πλησιάζουμε τα τελευταία χρόνια.
Μαζί με την άγνοια και την ακραία πολιτική αποξένωση ενός πολύ μεγάλου μέρους των ευρωπαϊκών πληθυσμών βλέπουμε να απλώνεται ένας φόβος ταυτότητας.