Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ Ν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ Ν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Καιρός για πιο σύνθετα ερωτήματα...

Του ΝΙΚΟΛΑ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ*, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ: Δημοκρατία εν κινδύνω
H δημοκρατία δεν υποφέρει μόνον από τις πολιτικές της λιτότητας αλλά και από τον κατακερματισμό των σύγχρονων κοινωνιών σε εχθρικές και ανασφαλείς κοινότητες.
 
Παραφράζοντας τη διάσημη ρήση του Σαρτρ για τον μαρξισμό, μπορούμε να πούμε ότι εδώ και κάποια χρόνια είναι η δημοκρατία που έγινε «ο αξεπέραστος ορίζοντας της εποχής».
Με ποια έννοια όμως συμβαίνει αυτό; Οχι μόνο γιατί η συζήτηση για τη δημοκρατία καλά κρατεί στο διεθνές στερέωμα, αλλά διότι οι πάντες –με κάποιες λίγες ζοφερές εξαιρέσεις– θέλουν να εμφανίζονται δημοκράτες.
Η γενικευμένη και προφανώς υποκριτική αφοσίωση στη δημοκρατία αποδεικνύει τη μεγάλη δύναμη της ιδέας και όχι την αχρηστία της, όπως ισχυρίζονται ο Μπαντιού και άλλοι. Το πρόσφατο, μάλλον νόστιμο, παράδειγμα; Ερχεται από πολιτικούς ηγέτες όπως η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και ο Νάιτζελ Φάρατζ στη Μεγάλη Βρετανία. Και οι δυο, παρά τη διαφορά βάρους των πολιτικών τους εγχειρημάτων, προβάλλουν τα κινήματά τους ως υπερδημοκρατικά και κοινωνιοκεντρικά.
Οι επιθέσεις συντηρητικών όπως ο Ούγγρος Βίκτορ Ορμπαν στη «σοβιετικού τύπου γραφειοκρατία των Βρυξελλών» ή τα πολύ σκληρά λόγια της Λεπέν και των υπόλοιπων ριζοσπαστών της Δεξιάς για την Ευρώπη της Μέρκελ επενδύονται σήμερα σε μια δημοκρατική και λαϊκοσυμμετοχική ρητορική. Ολο και περισσότεροι μιλούν σήμερα για τη χαμένη ή την κλεμμένη «λαϊκή εθνική κυριαρχία»: ακόμα και τούτοι οι τραμπούκοι που σκηνοθέτησαν πριν από λίγες μέρες άλλο ένα αντισυστημικό σόου μέσα στο ελληνικό Κοινοβούλιο.
Για να πάμε όμως σε μια άλλη πλευρά του θέματος πρέπει να πούμε ότι η ίδια η έννοια της δημοκρατίας ποτέ δεν υπήρξε υπεράνω (φιλοσοφικής) αμφιβολίας. Φέρει εξ αρχής μαζί της την ένταση μεταξύ του πραγματικού και του επιθυμητού, του ρεαλισμού και της ουτοπίας, της ηθικής βούλησης για ισότητα και των πρακτικών κανόνων που κωδικοποιούν τη συμβίωσή μας σε κοινωνίες με διαφορετικούς στόχους. Το θέμα είναι η ένταση να μη γίνεται τάφρος. Η απόσταση, επίσης, μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων και οι εσωτερικές διαμάχες στα πολιτικά συστήματα να μην παγιώνονται σε καταστροφικά ρήγματα. Σε αυτό το ανησυχαστικό σημείο φαίνεται να πλησιάζουμε τα τελευταία χρόνια.
Μαζί με την άγνοια και την ακραία πολιτική αποξένωση ενός πολύ μεγάλου μέρους των ευρωπαϊκών πληθυσμών βλέπουμε να απλώνεται ένας φόβος ταυτότητας.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

από τον κανονιστικό ευρωπαϊσμό στην άγνοια κινδύνου...

Νικόλας Σεβαστάκης, απο το Περιοδικο Χρονος...
Εδώ και κάποια χρόνια ζούμε την παρακμή του «κανονιστικού» ευρωπαϊσμού, το σταδιακό σκοτείνιασμα των διαφόρων οραματικών εκδοχών της ευρωπαϊκής υπόθεσης. Η μεγάλη κοινωνική και οικονομική κρίση ως διαδικασία κλονισμού πολλών βεβαιοτήτων και όχι απλώς ως συμβάν της οικονομικής μας ιστορίας ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την αποξένωση «από τούτη δω την Ευρώπη».
Η ανεύρετη «άλλη Ευρώπη» στην οποία στοιχημάτιζε ο πληθυντικός χώρος των ευρωπαϊστών μοιάζει πιο απόμακρη από ποτέ. Για πολλούς πλέον οι αναφορές σε αυτή την άλλη Ευρώπη συντηρούν απλώς μια διανοητική και πολιτική εξιδανίκευση δίχως σχέση με το «πραγματικό».
Ποιο είναι το πραγματικό; Απαντούν: Η παγίωση των πολιτικών της λιτότητας, η συρρίκνωση εισοδημάτων και ευκαιριών ζωής για τις μεσαίες τάξεις, το νέο κοινωνικό ζήτημα και οι δημογραφικές του συνέπειες σε εκατομμύρια Ευρωπαίους. Όλα αυτά, λέγεται συχνά, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια ανάταξης για τον ευρωπαϊσμό, πόσο μάλλον που η γεωπολιτική περιθωριοποίηση της Ευρώπης συσχετίζεται με την ανάδυση πολλαπλών κέντρων οικονομικής ισχύος στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα. Τραυματικά ταπεινωτικές σκηνές όπως αυτή των Καννών ή άλλων συνόδων κορυφής με επίκεντρο την ωμή διαλεκτική «δανειστή και οφειλέτη» λιπαίνουν τη δυσανεξία και την οργή. Με δυο λόγια, η συγκεκριμένη εμπειρία των τραυμάτων της ευρωπαϊκής πραγματικότητας έρχεται σε αντίθεση με την «αρχή της ελπίδας» η οποία διέπνεε την ευρωπαϊκή υπόθεση από τις απαρχές της.
Στην Ελλάδα ο πλειοψηφικός φιλοευρωπαϊσμός της κοινής γνώμης είχε συνδεθεί με τις δύο δεκαετίες των μεγάλων χρηματικών πόρων και της μεγέθυνσης των δεικτών της οικονομίας. Ο «οπορτουνιστικός» και ρηχός φιλοευρωπαϊσμός υποχώρησε τα πέντε χρόνια της κρίσης. Παραμένει, όμως, σημαντικά πλειοψηφική η αίσθηση ότι η αποκοπή από την Ένωση θα ήταν μια υπαρξιακή αποτυχία της χώρας.
Τόσο όμως στον λαό της Δεξιάς όσο και στον κόσμο της Αριστεράς παρατηρούμε ότι κερδίζει έδαφος μια πλήρως «απομυθοποιητική» αντίληψη της σχέσης μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακόμα και όσοι/-ες δεν αγκαλιάζουν το αίτημα εξόδου από το ενιαίο νόμισμα ή της εγκατάλειψης της ίδιας της Ένωσης, αντιλαμβάνονται την υπάρχουσα κατάσταση ως ένα σύνολο αποτυχημένων συμβιβασμών και επώδυνων σχέσεων υποταγής του αδύναμου στον ισχυρό.

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Στη ροή του Ποταμιού....

Του Νικόλα Σεβαστάκη*, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
Από καιρό έχουν γίνει ορατά τα σοβαρά κενά στις πολιτικές της κρίσης, μνημονιακές και αντιμνημονιακές. Η πολιτική της λαϊκής οργής αποδείχτηκε ευάλωτη στον ιό του γενικευμένου αντικομματισμού και ενός ματαιωμένου εθνικισμού που ξέρει από απίθανες μεταμορφώσεις.
Από την άλλη, ο «ορθόδοξος» μνημονιακός μεταρρυθμισμός πότισε καλά τις απορριπτικές τάσεις στο κοινωνικό σώμα και μαζί με αυτές, το διαιρετικό πνεύμα το οποίο εξασθενίζει και άλλο την όποια αίσθηση πολιτικής κοινότητας σε τέτοιους δύσκολους καιρούς.
Υπάρχει πλέον και ένα άλλο ενδεχόμενο. Αυτά τα ίδια τα κενά να εμφανιστούν ως «πρόταση» υπέρβασης των προηγούμενων κενών. H κόπωση, η βαρεμάρα, η ψυχική και συναισθηματική απόσχιση από το πολιτικό σύστημα να γίνουν παράγοντες του νέου πολιτικού σκηνικού. Με άλλα λόγια, η εδώ και τέσσερα χρόνια διαρκώς αναβαλλόμενη έκρηξη του συστήματος να ξεδιπλωθεί ως ασύντακτος κατακερματισμός και χαοτική διασπορά.
Το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη προσπαθεί να εκμεταλλευτεί αυτήν ακριβώς την ευκαιρία. Προβάλλει ένα ύφος γύρω από το οποίο μπορεί να συναντηθούν, προσωρινά έστω, οι αμηχανίες και οι αμφιθυμίες ενός τμήματος της κοινωνίας. Σαν ένα προϊόν το οποίο αντιστοιχεί καλύτερα στη δεύτερη φάση της κρίσης: στην κόπωση από όλες τις πολιτικές φόρμες, αγωνιστικές και συναινετικές, και σε ένα μείγμα συμπονετισμού και μετα-ιδεολογικής ραστώνης.
Το εγχείρημα μπορεί να ξεθυμάνει ή και να έχει συνέπειες σε έναν νέο συσχετισμό δυνάμεων. Το σημαντικό όμως είναι ότι και τούτη η κίνηση αποκαλύπτει το βάθος της πολιτικής μας κρίσης. Ποια είναι η ουσία αυτής της κρίσης; Νομίζω κυρίως μία: ότι από τις μετωπικές διαιρέσεις γύρω από το Μνημόνιο και τις πολιτικές της λιτότητας δεν αναδύθηκε μια συνθετική, ενωτική και αληθινά προγραμματική αντίληψη για το δημόσιο συμφέρον.

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

Ριζοσπαστική Αριστερά και Βενεζουέλα...

 Υπάρχουν στιγμές της πολιτικής, όχι αναγκαστικά από τις κεντρικές ή τις περισσότερο εντυπωσιακές, που αναδεικνύουν βαθύτερα προβλήματα στην πολιτική μας κουλτούρα. Τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά της πολιτικής σκακιέρας. Αναλογίζομαι, για παράδειγμα, τη στάση που φάνηκε να υιοθετεί ο ΣΥΡΙΖΑ έναντι όσων συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στη μακρινή Βενεζουέλα. Είναι γνωστό ότι στον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει από χρόνια μια συναισθηματική και πολιτική έλξη έως ταύτιση με την «Μπολιβαριανή Επανάσταση» και το πείραμα Τσάβες. Λειτουργεί επίσης μια ολόκληρη νεο-τριτοκοσμική μυθολογία που αποτελεί συνέχεια του παλιού αντιιμπεριαλισμού των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Από αυτές τις συναισθηματικές και πολιτικές ταυτίσεις προκύπτει, νομίζω, και η ανάγνωση των τωρινών συγκρούσεων στις πόλεις της Βενεζουέλας με όρους «αντεπανάστασης», «αντίδρασης των αστικών στρωμάτων» ή εξέγερσης των «κολεγιόπαιδων». Και αυτή η ερμηνεία, όπως πάντα, στηρίζεται σε κάποια πραγματικά δεδομένα: όντως, ο κόσμος που στηρίζει την κυβέρνηση Μαδούρο περιλαμβάνει ένα σημαντικό τμήμα των φτωχών, των πληβειακών και λαϊκών στρωμάτων. Αντίστοιχα, η αντιπολίτευση, στις κύριες εκδοχές της, διαθέτει μεγαλύτερα ερείσματα στις πιο εύπορες μερίδες του πληθυσμού της χώρας και ιδίως στη μορφωμένη νεολαία της μεσαίας τάξης. Είναι αλήθεια, λοιπόν, ώς ένα βαθμό, ότι τα σχίσματα στη χώρα αυτή δεν μπορεί να ιδωθούν ως αφηρημένη αντιπαράθεση δημοκρατίας και αυταρχισμού, φιλελεύθερων και απολυταρχικών αξιών και προτύπων.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κάτι ανησυχητικά ενοχλητικό στη στάση της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς για τη σημερινή κρίση στη Βενεζουέλα. Το πρώτο που μου έρχεται στον νου είναι μια κραυγαλέα αντίφαση: από τη μια να ομνύει κανείς στην περίφημη ρήση του Πουλαντζά («ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρχει») και συγχρόνως να αναλύει τις καταστάσεις με θεωρίες περί όξυνσης της ταξικής πάλης και ιμπεριαλιστικής συνωμοσίας.

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Η αυταπάτη της καθαρής λύσης...

Του Νικόλα Σεβαστάκη*, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

Η εγκατάσταση της κρίσης στη χώρα ενίσχυσε, μεταξύ άλλων, και την εντύπωση ότι το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο «επιτέλους ξεκαθαρίζει». Τέρμα πια τα νεφελώματα, ήλθε η εποχή της σκληρής διαύγειας και του ξεγυμνώματος προσώπων, πολιτικών, προθέσεων. Από τις πιο διαφορετικές πλευρές, η κρίση έγινε λοιπόν αντιληπτή ως διάφανη ετυμηγορία της Ιστορίας για τον ένοχο και τον αθώο, τον θύτη και τα θύματά του. Οι διεφθαρμένες συντεχνίες του κράτους στη μια περίπτωση, η ευάριθμη ελίτ των πλουσίων της διαπλοκής στην άλλη, η διάχυτη ανευθυνότητα σε μια τρίτη, πιο μοραλιστική, εκδοχή. Το παραδοσιακό σχήμα ωστόσο που βλέπει έναν δυνάστη και έναν δυναστευόμενο, έναν κυρίαρχο και έναν κυριαρχούμενο, γνώρισε διάδοση και μαζική επιτυχία. Και όλο και κάποιος ένιωθε κατά διαστήματα απολύτως δικαιωμένος στην ανάλυσή του και στην ταυτότητά του: κάθε φορά, ας πούμε, που η ειδησεογραφία δονούνταν από πληροφορίες για ψεύτικες συντάξεις του ΟΓΑ ή προνόμια συνδικαλιστών, ο νεοφιλελεύθερος μεταρρυθμιστής έκλεινε, με νόημα, το μάτι στον αντίπαλό του. Κι όταν, απ’ την άλλη, η δημόσια σκηνή γέμιζε από παραδείγματα φορολογικής παρανομίας ή απληστίας μεγάλων επιχειρηματιών, εμείς οι άλλοι αισθανόμασταν ότι «να, εδώ χτυπάμε φλέβα».

Ως ένα σημείο, τούτη η αναφορά σε περιεκτικά σχήματα με ανάγλυφα παραδείγματα και εικόνες είναι αναπόφευκτη. Στο κάτω κάτω, η πολιτική, ακόμα και η πιο μετριοπαθής, δουλεύει με εύληπτα ζεύγη που πρέπει να μιλούν και στα συναισθήματα των ανθρώπων.

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Ιδεολογία, εμπειρία και κυνισμός...

Του Νικόλα Σεβαστάκη*, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

Η νεωτερική πολιτική στηρίχτηκε, σε μεγάλο βαθμό, στις ιδεολογικές αφαιρέσεις. Η κοινωνία των πολιτών, η εργατική τάξη, το γενικό συμφέρον, η πρόοδος, υπήρξαν παρόμοιες αφαιρέσεις που λειτούργησαν ως πυξίδες για την πλοήγηση σε κοινωνικές πραγματικότητες με διαφορετικά χαρακτηριστικά και εμπειρίες.
Και μια και αναφέρω αυτούς τους δύο όρους, την αφαίρεση και την εμπειρία, νιώθω την ανάγκη να συστήσω την πολύ σημαντική πρόσφατη μελέτη του Παντελή Λέκκα με τον τίτλο «Αφαίρεση και εμπειρία. Μια φορμαλιστική θεώρηση του ιδεολογικού φαινομένου» (εκδόσεις Τόπος, 2012) που μυεί τον αναγνώστη σε όλο το εύρος αυτής της συζήτησης για την ιδεολογία και τις περιπέτειές της στον χρόνο μέχρι τις μέρες μας. Δεν είναι από τα βιβλία που μιλούν ευθέως για τα επικαιρικά κι ωστόσο υπηρετούν τη δυσεύρετη διαύγεια μέσα στις ρητορικές μανιέρες των ημερών.

Αυτοί οι δύο όροι πάντως, η αφαίρεση και η εμπειρία, μας δίνουν την ευκαιρία να μιλήσουμε για φαινόμενα που πολλές φορές δεν μπορούμε να τα διαπραγματευτούμε ψύχραιμα, γιατί μας κλονίζουν τις συνήθεις ευκολίες μας. Ιστορικά, λοιπόν, η Αριστερά, σε όλες της τις εκδοχές, από τις πιο μετριοπαθείς ώς τις πιο ριζοσπαστικές, υπήρξε πολύ περισσότερο ο χώρος των αφαιρέσεων παρά η παράταξη της εμπειρίας. Ηδη από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, η ιδέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δέχτηκε τα πυρά των συντηρητικών ως εξόχως αφηρημένη και γι’ αυτό «επικίνδυνη». Το ίδιο θα συμβεί στον επόμενο αιώνα και με την ιδέα της ταξικής πάλης, παρά το ότι ο μαρξισμός και ευρύτερα η σοσιαλιστική κοινωνική κριτική ορκιζόταν στις «συγκεκριμένες υλικές πρακτικές». Η κατηγορία που απευθύνθηκε διαχρονικά τόσο κατά του πολιτικού φιλελευθερισμού όσο και κατά του σοσιαλισμού ήταν η ίδια: ότι παραβίαζαν τα δεδομένα της συσσωρευμένης εμπειρίας, τις εθνικές ρίζες και ταυτότητες, υπέρ του αφηρημένου ιδεώδους.

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Παραφράζοντας την πραγματικότητα...


Του Νικόλα Σεβαστάκη, απο την Αυγη...


«Τώρα βγαίνουμε πραγματικά από την κρίση» δήλωσε ο Ευ. Βενιζέλος αμέσως μετά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας επενδύσεων. Μάλλον μια πιο προχωρημένη δήλωση από τις γνωστές διαβεβαιώσεις στελεχών της κυβέρνησης ότι «οδεύουμε για έξοδο από την κρίση».
Τι συμβαίνει λοιπόν; Πρόκειται για αισιοδοξία της βούλησης του αντιπροέδρου της κυβέρνησης που υπερέβη ακόμα και τον Γιάννη Στουρνάρα; Η μήπως, όπως ίσως θα ήθελαν οι «58» της Κεντροαριστεράς, για αναγκαίο νεύμα φυγής από τη συλλογική κατάθλιψη;
Υποθέτω όμως ότι αναγκαία συνθήκη εξόδου από την κρίση είναι η αναγνώριση των διαστάσεών της. Είναι η αποτίμηση του ύψους των ζημιών, ο αναλογισμός της απώλειας, έστω μεροληπτικός και αξιολογικά φορτισμένος. Η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει επίσης επίγνωση του κινδύνου που έχει η μετωπική σύγκρουση του πολιτικού λόγου και της κοινωνικής εμπειρίας. Η εμπειρία, λένε κάποιοι, δεν λέει πάντοτε την αλήθεια γι' αυτό που συμβαίνει στο μακροεπίπεδο της οικονομίας. Έχουν δίκιο μόνο ως προς τις αποσπασματικές ατομικές μας εμπειρίες. Αλλά η αισιοδοξία δεν μπορεί να χτιστεί πάνω στον εξωραϊσμό του απαράδεκτου. Και είναι αυτό το επίμονο απαράδεκτο που ξεδιπλώνεται στα κοινωνικά γεγονότα της συγκυρίας. Τα μεγέθη και κυρίως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της πρωτοφανούς ανεργίας δεν επιτρέπουν εξωραϊσμούς. Η βύθιση ενός σημαντικού τμήματος της μεσαίας τάξης και η επικράτηση νέων μορφών ένδειας και υποβαθμισμένης ζωής, επίσης. Οι εργασιακές σχέσεις που διαμορφώνονται πλέον στους αυτοματισμούς της αγοράς αποτελούν τεράστια οπισθοδρόμηση. Με μια λέξη, η ταξική διάσταση της κρίσης δεν είναι επινόημα της αριστερής φαντασίας.

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Η αλήθεια της NSA...

ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ, απο την Αυγη...

«Αυτό κάνουν όλοι» δήλωσαν, σαν καλοί επαγγελματίες, τα αφεντικά της NSA, της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να θυμώνουμε, δεν πρέπει να σκανδαλιζόμαστε με όλα αυτά τα ερεβώδη που έρχονται στο φως. Γιατί βεβαίως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Από καταβολής, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Δεν το είπαν ευθέως, αλλά αυτό ήταν το μήνυμά τους στο πόπολο: το αγαθό της ασφάλειας δικαιολογεί «παρεκκλίσεις» από αυστηρά πρωτόκολλα και θεσμικούς φραγμούς. Στο κάτω κάτω, τι είναι αυτό το κράτος δικαίου εξόν από γραφειοκρατία και ανώφελες συζητήσεις; Εμείς είμαστε η καθαρή δράση, εσείς είστε οι κουβέντες, είπαν ουσιαστικά οι επικεφαλής.
Μου ήλθε στο νου μια καλή αμερικανική σειρά με τον τίτλο Homeland. Παίζεται στην ελληνική τηλεόραση αυτόν τον καιρό και το στόρι της αφορά τον πόλεμο των αμερικανικών υπηρεσιών με την ισλαμιστική τρομοκρατία. Εκεί, λοιπόν, στο Homeland, τα δείχνει όλα και τα δικαιολογεί όλα: τα ειδικά βασανιστήρια στον ανακρινόμενο -με τη συνοδεία death metal θορύβου- αλλά κυρίως τη σαρωτική χρήση των πιο ευφάνταστων τεχνολογιών. Και φυσικά οι παρακολουθούμενοι είναι bad guys, αληθινά επικίνδυνοι τύποι. Το σενάριο μοιάζει υπερβολικά με την αφήγηση που ακούσαμε από τα χείλη των αρχι-πρακτόρων.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Δυο ριζοσπαστισμοί...


Νικόλας Σεβαστάκης, απο την Αυγη...
Υπάρχουν, νομίζω, δυο εκδοχές για το τι σημαίνει αριστερός ριζοσπαστισμός στην Ελλάδα του 2013. Δεν ταυτίζονται με πολιτικές τάσεις ούτε καν με αποκλίνουσες πλατφόρμες οικονομικής και «νομισματικής» πολιτικής. Πιστεύω ότι αυτό που πραγματικά τις χωρίζει μεταξύ τους είναι το πώς συνομιλούν με όσους και όσες δεν θέλουν -για διαφόρους λόγους- να είναι ριζοσπάστες και αριστεροί. Η πρώτη εκδοχή αντιλαμβάνεται τον ριζοσπαστισμό ως διαλογικό ρήγμα, ως πρόσκρουση συμπαγών σωμάτων (ιδεών και συνθημάτων) σε μια διαρκή μάχη αμοιβαίας εξουθένωσης. Η δεύτερη εκδοχή κατανοεί ότι σε μια κοινωνία κερματισμένων συμφερόντων και αντιλήψεων για το συνιστά καλό και κακό, πρέπει να συνομιλείς: όχι μόνο να ακούς τι λένε και οι «άλλοι», αλλά κυρίως να είσαι έτοιμος να διορθώσεις το βλέμμα σου, τη μέθοδο, τη γλώσσα σου.
Ο πρώτος ριζοσπαστισμός ξεκινάει, δίχως ποτέ να το ομολογεί, από την απόλυτη προτεραιότητα της ταυτότητάς του. Σε κάθε στιγμή και με κάθε ευκαιρία θέλει να επιδεικνύει τη διαφορά του, το χάσμα που τον χωρίζει από τον εκάστοτε αντίπαλο. Και αν κάποια φορά ο αντίπαλος πει κι ένα καλό λόγο, τότε αναρωτιέται «τι κακό έχει κάνει».
Ο άλλος ριζοσπαστισμός ενδιαφέρεται περισσότερο να πείσει και όχι να στομώσει ή να αποστομώσει. Αυτό που τον νοιάζει είναι να μειωθεί πραγματικά το ποσοστό της κοινωνικής οδύνης, να τιθασευτούν οι νέες μορφές καταδυνάστευσης του φτωχού ανθρώπου, των αδύναμων. Δεν αντιμάχεται τους πλούσιους, αλλά τις αντικοινωνικές διαρθρώσεις ισχύος που παράγουν ανισότητες και κοινωνικά ρήγματα.
Ο πρώτος ριζοσπαστισμός σπεύδει να πιπιλίσει τη φράση πως όλα είναι πολιτικά και με αυτό εννοεί ότι, σε τελευταία ανάλυση, τα «βασικά ζητήματα» έχουν ήδη απαντηθεί.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Κοινωνικό ζήτημα και ανορθολογικές ιδέες...


ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ, απο την Αυγη...

Από τον κήπο της επικαιρότητας σταχυολογώ δυο πολύ διαφορετικά γεγονότα των τελευταίων ημερών. Το πρώτο είναι ότι για δέκα λοιπόν χιλιάδες επιδοτούμενες θέσεις απασχόλησης (με αμοιβή κάτω των πεντακοσίων ευρώ) κατατέθηκαν εκατόν εξήντα χιλιάδες αιτήσεις. Το θέμα αφορά ως γνωστόν πεντάμηνο πρόγραμμα «κοινωφελούς εργασίας» στην Τοπική Αυτοδιοίκηση που απευθύνεται σε ανέργους.
Το άλλο νέο είναι ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Metron Analysis, ένας στους τρεις πολίτες (κάπου το 33%) φαίνεται να πιστεύει στους περίφημους αεροψεκασμούς που σύμφωνα με τη σχετική πληθωρική παραφιλολογία «παραλύουν τη βούληση των Ελλήνων να αντισταθούν και να ξεσηκωθούν». Και από την ποιοτική ανάλυση προκύπτει ότι από αυτούς είναι ανησυχητικά μεγάλο το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ ενώ πρόκειται κυρίως για νέες γυναίκες και αποφοίτους κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης.
Υποθέτω ότι ο συνδυασμός τέτοιων ψηφίδων της πραγματικότητας συνθέτει το πραγματικό πρόσωπο της κρίσης. Και ότι αν μείνει κανείς μόνο στη μια ψηφίδα χωρίς να σκεφτεί την άλλη, η ανάλυσή του θα έχει ένα μεγάλο κενό.
Έχουμε κατά κάποιον τρόπο υποχρέωση να σκεφτόμαστε και τις δυο όψεις. Τη μεταμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων που συντελείται σε συνθήκες παγίωσης της μεγάλης ανεργίας και των οικονομικών αδιεξόδων. Αλλά και την εκρηκτική απογείωση του ανορθολογισμού που δεν συνιστά δευτερεύουσα ανωμαλία ούτε μια, αδιάφορη από πολιτική άποψη, κοινωνική γραφικότητα.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Μετά τον φόνο, τέλος στις «ασυλίες»...

Νικόλας Σεβαστάκης, απο την Αυγη...
Τον περιμέναμε τον φόνο. Γιατί, βέβαια, ο νεοναζιστικός εξτρεμισμός είναι εγκληματογόνος και εγκληματικός. Και γιατί το μελανό του αποτύπωμα έχει φανεί από καιρό: στις μεταμεσονύχτιες καταδρομικές επιχειρήσεις, στις υπηρεσίες «προστασίας», στις παραστρατιωτικές παράτες. Πάνω από όλα, όμως, στη δηλητηριώδη του εξάπλωση σε γειτονιές και σχολεία, στην καθημερινότητα την ελληνική. Το αποτύπωμα αυτό δεν υπήρξε ποτέ κάτι γραφικό, όπως πήγε να μας πείσει εδώ και ενάμιση χρόνο μια μερίδα των μίντια και του λούμπεν life - style: εξαρχής το πράγμα ήταν μακάβριο και διόλου γραφικό.
Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι δεν είχε, λοιπόν, το στοιχείο της έκπληξης. Έχουν προηγηθεί δεκάδες «αφανώς» άγρια ξυλοκοπημένοι και σακατεμένοι όπως φωνάζουν καιρό τώρα γιατροί και νοσηλευτές των νοσοκομείων της Αθήνας. Μόλις πριν λίγες μέρες ήταν το Πέραμα και η επίθεση στα μέλη του ΚΚΕ. Ακόμα και ο τρόπος της δολοφονίας, το μαχαίρωμα, είναι εμβληματικό μιας συγκεκριμένης μαύρης παράδοσης.
Τώρα, ωστόσο, είναι η στιγμή της μέγιστης προσοχής. Και της απαραίτητης ψυχραιμίας από όλους όσοι έχουν συνείδηση των κινδύνων της κατάστασης και μπορούν να διακρίνουν την παγίδα της αποσταθεροποίησης. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, μην το ξεχνάμε αυτό, είναι η αυξανόμενη αναισθητοποίηση σημαντικού τμήματος της κοινωνίας απέναντι στο συγκεκριμένο μόρφωμα και στην παρουσία του. Και ακόμα χειρότερα η εξοικείωση μερίδων του λαού και των νέων με την κλιμάκωση των προκλήσεων, με την αισθητική, τα συνθήματα και τις πρακτικές αυτές.

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

Ο πειρασμός της αποπολιτικοποίησης...


Νικόλας Σεβαστάκης, απο την Αυγη...
Στην παράδοση των δημοτικών πραγμάτων, στο τοπικό επίπεδο όπως είθισται να λέμε, τα πρόσωπα και οι βιογραφίες έχουν τη σημασία τους. Διότι δεν είναι όλες οι προσωπικότητες ιμάντες μεταβίβασης των πολιτικών δυνάμεων που τις στηρίζουν. Οι ευαισθησίες, οι ατομικές ποιότητες, οι διαχειριστικές ικανότητες μετρούν και κρίνονται. Όπως έχουν τη σημασία τους και οι χαρακτήρες, η ηπιότητα και η προσήνεια του ενός, η τραχύτητα και η ερεβώδης βλακεία του άλλου. Όλα αυτά που φυσικά τα γνωρίζουμε βιωματικά, ζώντας σε συγκεκριμένους τόπους και ακούγοντας τις ιστορίες, παλιές και πρόσφατες, των δημοτικών τους «αρχόντων».
Αλλά από αυτή την παραδοχή έως τις «σκέψεις» του Μαξίμου για αποπολιτικοποίηση των δημοτικών εκλογών υπάρχει τεράστια απόσταση. Και αυτό διότι η Αυτοδιοίκηση δεν είναι μια στεγανή σφαίρα όπου διαγωνίζονται οι καλοί με τους κακούς κι οι άξιοι με τους ανάξιους. Στην Αυτοδιοίκηση αντανακλώνται, υποχρεωτικά, και τα μείζονα διλήμματα προσανατολισμού που απασχολούν τη χώρα. Και ιδιαίτερα σήμερα, στο καθεστώς της λιτότητας και των παραλυτικών απορρυθμίσεων. Το πώς αντιλαμβάνεται κανείς τα έργα ανάπτυξης στην περιοχή του, τα κοινωνικά προβλήματα, τις περιβαλλοντικές προτεραιότητες, την κοινωνική αλληλεγγύη, τις πρόνοιες για τον πολιτισμό, όλα αυτά είναι εξόχως πολιτικά μελήματα. Και στα πολιτικά μελήματα δεν απαντά κανείς πριμοδοτώντας την αποπολιτικοποίηση των επιλογών του πολίτη. Σε ζητήματα άσκησης κοινωνικής εξουσίας δεν απαντά επίσης ούτε με συμπαθείς κουβέντες περί συμπαθών ανθρώπων ούτε με θεωρίες περί αχρωμάτιστων και φιλικών προς όλους μάνατζερ.

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

Αριστερά και Δεξιά...


Νικόλας Σεβαστάκης, απο την Αυγη...
Η διαίρεση Δεξιάς και Αριστεράς δεν υπήρξε ποτέ μια ασάλευτη και αμετάλλακτη στον χρόνο αντίθεση. Στις αρχές του 19ου αιώνα, Αριστερά ήταν οι άμεσοι κληρονόμοι του φιλελεύθερου διαφωτισμού, εκείνοι που στη Γαλλία ή τη Γερμανία επιδίωκαν τη θεμελίωση ενός ορθολογικού αστικού κράτους δικαίου. Λίγες δεκαετίες αργότερα, αυτή η Αριστερά είχε γίνει ήδη Κέντρο ή μετριοπαθής Δεξιά, όταν αναδύθηκε το κοινωνικό ζήτημα και τα αντίστοιχα κινήματα με αναφορά στην απελευθέρωση των εργαζόμενων τάξεων.
Στον 20ό αιώνα, η Αριστερά απλώθηκε σε διαφορετικά κινήματα, κόμματα και διανοητικές παραδόσεις. Σε αυτήν ανήκαν οι Βρετανοί ή οι Ιταλοί φιλελεύθεροι σοσιαλιστές που κατάγονταν περισσότερο από τον Τζον Στιούαρτ Μιλ παρά από τον Μαρξ, η αυστριακή και η γερμανική σοσιαλδημοκρατία και φυσικά όλες οι εκδοχές ριζοσπαστικού σοσιαλισμού και κομμουνισμού. Αλλού, ωστόσο, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά, η Αριστερά δεν ήταν ποτέ μόνο ή κυρίως σοσιαλιστική ή μαρξίζουσα, αλλά απαντούσε σε άλλες υποθήκες, στον δημοκρατικό λαϊκισμό ή και στον προοδευτικό φιλελευθερισμό της κουλτούρας του New Deal. Αργότερα, φυσικά, ήρθε ο καιρός της λόγιας Αριστεράς, των πολιτικών της ταυτότητας, των αμφιθεατρικών ριζοσπαστισμών.
Γιατί αναφέρω αυτά τα πολύ επιλεκτικά ψήγματα μιας πολυσύνθετης ιστορίας; Για έναν λόγο: σήμερα ξαναμιλούμε για Αριστερά και Δεξιά με βάση τις ερμηνείες της κρίσης και κυρίως τους δρόμους για την υπέρβασή της. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το νόημα της Αριστεράς ή της Δεξιάς φτιάχνεται μόνο με τα υλικά και τις παραστάσεις της συγκυρίας στην οποία βρισκόμαστε. Οι ιστορικές περιπέτειες υπάρχουν πίσω μας μαζί με τις διαφορετικές μνήμες και κυρίως τις αποκλίνουσες ερμηνείες για το τι συνέβη. Η ένταση όμως του νέου κοινωνικού προβλήματος και συγχρόνως το πρόβλημα νοήματος της δημοκρατίας οδηγούν πλέον σε έναν ενδιαφέροντα «αναχρονισμό». Ακόμα κι αν πολλοί στο εσωτερικό της κλωτσάνε, η ριζοσπαστική Αριστερά καλείται πια να κατανοήσει ουσιαστικά επιχειρηματολογίες οι οποίες δεν θεωρήθηκαν ποτέ «πρωτοποριακές θεωρητικά» από τη σκοπιά του μαρξισμού. Να αναγνωρίσει, ας πούμε, όλα εκείνα τα νοηματικά κοιτάσματα της φιλελεύθερης δημοκρατίας τα οποία δεινοπαθούν ή διαστρέφονται στις κυρίαρχες τροπές των νέων πολιτικοοικονομικών δογματισμών. Με άλλα λόγια, ο μετα-μαρξισμός του 2000 καλείται να ανακαλύψει τις αρετές του προ-μαρξισμού και κυρίως τον αστικό φιλελεύθερο διαφωτισμό, αυτόν τον αθάνατο νεκρό. Συγχρόνως, η ίδια Αριστερά αναζητεί έμπνευση σε εκείνες ακριβώς τις στιγμές της κοινωνικής κριτικής που δεν χρωστούν πολλά στον μαρξισμό. Αυτό γίνεται στην πράξη: όλα, ας πούμε, τα σχέδια και οι εκκλήσεις περί κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, συνεργατικής επιχειρηματικότητας κ.λπ. προέρχονται από μήτρες ξένες ή και αντίπαλες στις μαρξιστικές ορθοδοξίες.
Τούτος ο «αναχρονισμός» δεν είναι αμαρτία, ούτε θεωρητική ούτε, βεβαίως, πολιτική. Όταν έχει προηγηθεί ο 20ός αιώνας όλων των εκτροπών και των ανοσιουργημάτων, και στο όνομα της ριζοσπαστικής βούλησης, οφείλει κανείς να διερωτάται συνεχώς τι αξίζει να σωθεί και τι όχι. Ανεξάρτητα από το αν η αυτού μεγαλειότητα ταξική ανάλυση το εγκρίνει ή όχι. Ποιες ιστορίες είναι τιμητικές και ποιες καθόλου, ποιες αναφορές αξίζει να κρατήσει και ποιες όχι.
Ο πολιτικός φιλελευθερισμός, ο φιλελεύθερος ρεπουμπλικανισμός, η σοσιαλιστική ετεροδοξία είναι αναπόσπαστα ίχνη της νεωτερικής κριτικής σκέψης. Και αυτή η κριτική σκέψη, ακόμα κι αν δεν χρησιμεύει άμεσα και ευθύγραμμα στις πολιτικές τακτικές και στρατηγικές, μπορεί να συνεισφέρει μια πνευματική ταυτότητα ευρύχωρη και χωρίς πλέγματα. Πολυτέλειες; Ματαιοπονία; Εκτός τόπου και χρόνου; Αμφιβάλλω. Θα έχουμε όμως να τα λέμε από τέλη Αυγούστου, μετά το θερινό διάλειμμα της στήλης.

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Οι άλλοι αντίπαλοι της Αριστεράς...


Νικόλας Σεβαστάκης, απο την Αυγη...
Με αφορμή το γεγονός αυτών των ημερών, το Συνέδριο του νέου, ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ, αναλογίζομαι ποιους αντιπάλους έχει η Αριστερά σε ένα άλλο επίπεδο: όχι δηλαδή ποιοι είναι οι άμεσοι και γνωστοί της πολιτικοί αντίπαλοι -στην κυβέρνηση και έξω από αυτήν-, αλλά ποιες διακινδυνεύσεις προκύπτουν έξω από την κεντρική πολιτική σκηνή και τα αντίστοιχα κοινωνικά μέτωπα. Λέω λοιπόν ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος σχετίζεται με μιαν ατμόσφαιρα και όχι με κάτι συγκεκριμένο, που αφορά, λόγου χάρη, τη μια ή την άλλη στροφή, είτε προς τον «ριζοσπαστισμό» είτε προς το «κέντρο». Οι άλλοι αντίπαλοι της Αριστεράς είναι, με άλλα λόγια, όλα όσα έχουν τραυματίσει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων στην πολιτική. Μιλώ για μια ψυχική ρήξη όχι με τούτη ή την άλλη πολιτική ή κομματική έκφραση, αλλά με την πολιτική προσδοκία συνολικά και βέβαια με το κομματικό φαινόμενο ως συστατικό στοιχείο της πολιτικής στην ευρωπαϊκή νεωτερικότητα. Αντίπαλος της Αριστεράς είναι, κατά συνέπεια, η ίδια η μισερή καχυποψία, η οποία δεν έχει σχέση με τον υγιή σκεπτικισμό και την κριτική αμφιβολία, αλλά με ένα απορριπτικό μένος. Αυτό το μένος απόρριψης συνοδεύει πια τη βεβαιότητα όλο και περισσότερων πολιτών περί καθολικής διαφθοράς και σήψης, πεποίθηση που γιγαντώνεται όσο περισσότερο οι ευρωπαϊκές κοινωνίες (και όχι μόνο η δική μας) γίνονται δημοκρατίες της απογοήτευσης.
Ποιο είναι το αποτέλεσμα των ρηγμάτων εμπιστοσύνης στις σύγχρονες κοινωνίες; Ένα παράδειγμα μας δίνει η σημερινή κατάσταση στη Γαλλία, χώρα η οποία βρίσκεται στην πύλη εισόδου στην οικονομική κρίση και όχι στη δική μας προχωρημένη κατάσταση ύφεσης. Εκεί λοιπόν η ταχεία και μαζική απογοήτευση από τον Ολάντ και την κυβέρνηση δεν φτιάχνει ρεύμα προς τα αριστερά, αλλά προς το νέο Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λε Πεν. Ψηφοφόροι των Σοσιαλιστών στρέφονται προς τα εκεί και όχι προς το Μέτωπο της Αριστεράς. Αυτό είναι ένα από τα καυτά θέματα συζήτησης εδώ και καιρό στη Γαλλία. Η απαξίωση του πολιτικού συστήματος, η ηθική ανυποληψία των ελίτ και τα σκάνδαλα φοροδιαφυγής οδηγούν στην αποσταθεροποίηση της Κεντροδεξιάς και στην εξασθένηση της Κεντροαριστεράς. Όχι προς την κατεύθυνση μιας κοινωνικής και δημοκρατικής εναλλακτικής, αλλά προς την εθνικο-κοινωνική δημαγωγία του σύγχρονου, πιο «εξημερωμένου», λεπενισμού.
Κάνω αυτή τη σκέψη γιατί έχω την εντύπωση ότι πολλοί διατηρούν ακόμα την πεποίθηση ότι η απώλεια εμπιστοσύνης στους «από πάνω» δουλεύει εντέλει υπέρ της Αριστεράς. Και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, ως δύναμη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν έχει παρά να αξιοποιήσει, με πιο αποτελεσματικό τρόπο, τόσο το σάστισμα και το στρίμωγμα του πολιτικού κέντρου όσο και τους θυμούς που γεννάει η κυβερνητική πολιτική σε διάφορες κοινωνικές κατηγορίες. Αυτή η ιδέα μού φαίνεται ωστόσο ότι παραβλέπει τις απρόβλεπτες συνέπειες της κρίσης. Όσοι την υιοθετούν φαίνεται να σκέφτονται με τους όρους της δεκαετίας του '80, όταν το στραπάτσο του ενός μεταφραζόταν σχεδόν αυτόματα σε πλεονέκτημα του άλλου.
Έχουμε όμως μπει για τα καλά σε εποχές σύνθετων και αλλοπρόσαλλων δυναμικών. Η κρίση εμπιστοσύνης, που σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού γίνεται ένας ιδιόμορφος μηδενισμός, ένα κύμα ασπόνδυλης απέχθειας για όλους και για όλα, απειλεί τη δημοκρατία. Και ό,τι απειλεί τη δημοκρατία πολύ δύσκολα μπορεί να γεννήσει κάτι καλό για την Αριστερά, τουλάχιστον για μια Αριστερά που έχει εξοφλήσει τους λογαριασμούς της με μεσσιανικές και ολοκληρωτικές αντιλήψεις του παρελθόντος.
Η ανάκτηση του μέλλοντος, για να θυμηθώ εδώ τον φίλο τον Κώστα Σταμάτη, προϋποθέτει πλέον την ανάκτηση της εμπιστοσύνης σε ένα παρόν που θα μπορούσε να αλλάξει, να μεταρρυθμιστεί, να ανασυγκροτηθεί. Αυτό το παρόν είναι η δημοκρατία μας, αυτή η γεμάτη κουσούρια δημοκρατία, που απειλείται εκ των ένδον και χρειάζεται να σταθεί, ξανά, στα πόδια της.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Η ΔΗΜ.ΑΡ. και οι εξτρέμ "πραγματιστές"...


Νικόλας Σεβαστάκης, απο την Αυγη...
Τα πιο επιθετικά σχόλια για τον Κουβέλη και τη ΔΗΜ.ΑΡ. προήλθαν αυτές τις μέρες από ανθρώπους που μιλούν στο όνομα του "μεταρρυθμιστικού χώρου" της Κεντροαριστεράς. Αίφνης, ο διαχωρισμός του προέδρου της ΔΗΜ.ΑΡ. από τους Σαμαρά και Βενιζέλο έγινε συνώνυμο της δειλίας, του αριστερού συντηρητισμού και του παραδοσιακού πολιτικού κόστους. Στην καλύτερη περίπτωση, η στάση του θεωρήθηκε κληρονομιά μιας ηθικής αντίληψης, η οποία αδυνατεί να εννοήσει τις "ευθύνες της πολιτικής". Στη νέα τοποθέτηση της ΔΗΜ.ΑΡ. καταλογίστηκαν συγχρόνως και εναλλάξ οπορτουνισμός και ιδεολογικά κολλήματα, κομματική αυτοσυντήρηση και κομματική αυτοχειρία: ανάλογα με τα κίνητρα που έψαχναν οι σχολιαστές στην "ακατανόητη συμπεριφορά" του Κουβέλη.
Η απαξίωση του Φώτη Κουβέλη αποκαλύπτει ωστόσο κάτι βαθύτερο από μια πολιτική διαφωνία ανθρώπων του ευρύτερου χώρου της ΔΗΜ.ΑΡ. Σημαίνει απλά ότι ένα τμήμα του "μεταρρυθμιστικού χώρου" δεν αναγνωρίζει πλέον καμιά αξία στους πολιτικούς συμβολισμούς και στην τομή μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Ξεκινώντας αρχικά από την κριτική σε συγκεκριμένες ενσαρκώσεις της Αριστεράς διολίσθησαν σε έναν ακραίο πραγματισμό όπου όλα τα ζητήματα είναι υπό διαπραγμάτευση. Με αυτόν τον τρόπο η διακυβέρνηση παρουσιάζεται στον λόγο τους ως μια σφαίρα τεχνικών αποχρώσεων όπου μπορούν να δοκιμαστούν όλοι σχεδόν οι συνδυασμοί. Τα μοναδικά προβλήματα που προβάλλουν πλέον είναι προβλήματα επαρκών ή ανεπαρκών πολιτικών μάνατζερ, ευφυών ή ανόητων αξιωματούχων και διαχειριστών. Η έννοια της ευθύνης χάνει πλέον κάθε ηθικοπολιτικό επίχρισμα για να ταυτιστεί απλώς με την επαγγελματική ικανότητα του πολιτικού. Αν ο τάδε μπορεί να κάνει τη δουλειά, να προχωρήσει τις "μεταρρυθμίσεις", θεωρείται καλός. Και ας είναι και Άδωνις Γεωργιάδης. Η κριτική στον ιδεολογισμό αγγίζει το αντίθετο άκρο: την ιδιόμορφη αντίληψη ενός "κινέζικου" μεταρρυθμισμού που ομνύει στην αποτελεσματικότητα θυσιάζοντας όλο και περισσότερο τις άλλες διαστάσεις της πολιτικής εμπειρίας.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα με αυτόν τον εξτρέμ πραγματισμό που σπεύδει να μειώσει τις ηθικές και πολιτικές ανησυχίες για τη δημοκρατία ως "κολλήματα" και "ιδεοληψίες;". Ο κίνδυνος είναι ότι ενισχύει εκείνο το ρεύμα γνώμης που βλέπει την πολιτική σφαίρα και τους επαγγελματίες της ως μια (κυνική) συντεχνία της εξουσίας. Η κατάργηση των πολιτικών συνόρων και η περιφρόνηση για τους συμβολισμούς, εκτρέφει ακόμα περισσότερο τον πρωτόγονο αντικοινοβουλευτισμό και την ισοπέδωση. Από ένα σημείο και μετά δηλαδή ο απεριόριστα ευέλικτος πραγματισμός γίνεται χορηγός του κουφιοκέφαλου δογματισμού και της μισαλλόδοξης συνωμοσιολογίας.
Ο χώρος της ΔΗΜ.ΑΡ., ιδιαίτερα στην εξέλιξή του, υπήρξε ευάλωτος σε αυτό τον κίνδυνο. Αντιλήψεις που ταύτισαν τη σωφροσύνη με τη διαρκή συμβιβαστικότητα ή τις λαϊκές και κινηματικές διαστάσεις της πολιτικής με τον αριστερισμό, δημιούργησαν την αυταπάτη μιας αριστερής πολιτικής χωρίς κοινωνικές αναφορές. Και πάνω σε αυτή την αυταπάτη φύονται τώρα τα λόγια όσων υποστηρίζουν ότι κυβερνώσα Αριστερά σημαίνει προσχώρηση σε έναν υπερβατικό "μεταρρυθμισμό" υπό τον Σαμαρά.
Για να είμαστε ωστόσο δίκαιοι στη σκέψη μας, πρέπει να συμπληρώσουμε τα παραπάνω και με μια παρατήρηση για τη στάση της ριζοσπαστικής Αριστεράς απέναντι στις σοσιαλδημοκρατικές και μετριοπαθείς ευαισθησίες. Ισχυρίζομαι ότι η στάση αυτή δεν πρέπει να αντιγράφει το στιλ των "αποφασισμένων μεταρρυθμιστών". Δεν μπορεί ας πούμε στο όνομα της κοινωνικής/ ταξικής πόλωσης να απαιτεί κανείς τη διαμόρφωση ενός ομοιογενούς και στοιχισμένου αριστερού πεδίου. Όπως έχω γράψει και άλλοτε, ο χώρος των μετριοπαθών είναι υπαρκτός, ένα πολιτισμικό αποτύπωμα κάθε σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας και όχι απλώς μια υπόθεση της εκλογικής γεωγραφίας. Η συνάντηση με τμήματα αυτού του χώρου προϋποθέτει ένα ριζοσπαστικό ήθος δίχως κατηχήσεις και σαρωτικούς χαρακτηρισμούς, χωρίς εξυπνακίστικη ρητορική βία. Οι ευθύνες της ΔΗΜ.ΑΡ. για τα φαινόμενα έντονου ιδεολογικού αποχρωματισμού στον "ενδιάμεσο χώρο" είναι αναμφισβήτητες. Αλλά τώρα που της ζητούν πιστοποιητικά "μεταρρυθμιστικής καθαρότητας" οι άλλοι, δεν υπάρχει κανένας λόγος για αντίστοιχες συμπεριφορές από τον ΣΥΡΙΖΑ. Όχι για λόγους τακτικής αλλά για λόγους ουσίας.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Εγκώμιο ενός προδότη

του Νικολα Σεβαστακη, απο τα Ενθεματα...
Έντουαρντ Σνόουντεν. Ένας «προδότης της πατρίδας του» και των κρατικών σκοπιμοτήτων. Αποκάλυψε ένα υπερπρόγραμμα-πέπλο παρακολούθησης εκατομμυρίων επικοινωνιακών δεδομένων. Ένα πλέγμα ελέγχου της αλληλογραφίας, των συζητήσεων, των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων αναρίθμητων πολιτών σε όλο τον κόσμο. Έφερε σε δύσκολη θέση τις αρχές της χώρας του και τον ίδιον τον Πρόεδρο Ομπάμα.
Αποστάτης, λοιπόν. Που ωστόσο δεν αποστάτησε από την «Υπηρεσία Εθνικής Ασφαλείας» και την κυβέρνησή του για χάρη μιας άλλης υπηρεσίας, μιας ξένης κυβέρνησης ή ενός ανταγωνιστικού δικτύου. Αλλά αποφάσισε να αποστατήσει προς την ανθρωπότητα. Να απευθυνθεί στην ανθρωπότητα η οποία, σύμφωνα με μια ισχυρή παράδοση σκέψης, συνιστά ένα αφηρημένο πλάσμα, μια κενή έννοια.
Κάθε φορά όμως που εμφανίζεται από το πουθενά ένας τέτοιος άνθρωπος στον ορίζοντα, ένας «ικανός για θυσία» όπως θα έγραφε ο Γιαν Πάτοτσκα, πολλοί λένε: και τι μας είπε δηλαδή που δεν το ξέραμε; Σε τι μας φώτισε ο έρμος, λες και δεν υποψιαζόμαστε εδώ και χρόνια τη δράση των πολυδαίδαλων δικτύων παρακολούθησης από κρατικές υπηρεσίες, ιδιωτικές εταιρίες, χειριστές δεδομένων; Έτσι βέβαια ακυρώνεται η σημασία αυτών των ετερόδοξων της πράξης και της μαρτυρίας τους. Και πολλοί ανάμεσά μας προσπερνούμε τούτες τις σπάνιες περιπτώσεις αφού τις καταχωρίσουμε ως «άνευ σημασίας» σε σχέση με το μεγάλο κάδρο της πολιτικής και τα στρατηγικά της παιχνίδια.
Προφανώς η απόφαση να πει κανείς «όχι» όταν όλα συνηγορούν στο να μην πει κουβέντα, στο να κρατήσει τον όρκο του, δεν αλλάζει τον κόσμο. Δεν αλλάζει τις δομές εξουσίας, τις ορατές και τις αθέατες. Προσφέρει όμως κάτι πολύτιμο: το θάρρος του «προδότη» αποκαθιστά, έστω προσωρινά, το νόημα των λέξεων. Ο Σνόουντεν μίλησε χαρακτηριστικά για τις «βασικές ελευθερίες» και την «ιδιωτικότητα». Δεν μίλησε γλώσσα ξένη προς το κράτος του, προς τα συνταγματικά κεκτημένα και τον (αμερικανικό) κοινό νου. Με την πράξη του, αυτός ο αφανής άνθρωπος μέσα σε έναν κόσμο φτιαγμένο από σκιές, αποκτά ένα πρόσωπο. Και οι λέξεις του, λέξεις όπως βασικές ελευθερίες και ιδιωτικότητα, κοινόχρηστες και κουρασμένες, ανακτούν στο στόμα του την κριτική τους δύναμη. Γίνονται προς στιγμή αιχμηρές και δραστικές. Κάπως έτσι ο συγκεκριμένος άνθρωπος παύει να είναι ένας «πρώην πράκτορας» για τον οποίον ψάχνουν ερεθιστικά στοιχεία οι ρεπόρτερ των Μέσων. Γίνεται υποκείμενο που αναλαμβάνει μια ευθύνη και ονοματίζει ένα δεινό, έναν μεγάλο ηθικό και πολιτικό κίνδυνο της εποχής μας. Δεν «δίνει ονόματα» όπως κάνουν οι πράκτορες, αλλά παίζει τη ζωή του προειδοποιώντας όλους εμάς τους άλλους για μια βαθύτερη απώλεια.
Τα μυστικά που μας αποκάλυψε ο Σνόουντεν διαφέρουν ουσιαστικά από τις «πληροφορίες» τις οποίες διακινούν οι εραστές των συνομωσιών και άλλοι δήθεν γνώστες των μεγάλων μυστικών. Ο γνήσιος αποστάτης δεν αναφέρεται σε συνωμοσίες αλλά στον επονείδιστο πραγματικό σφετερισμό ενός αγαθού, του αγαθού της δημόσιας ασφάλειας. Αμφισβητεί με την πράξη του τη λογική του «σκοπού που αγιάζει τα μέσα». Κάνει ένα άλμα έξω από τα καθιερωμένα της πολιτικής του κοινότητας ή του επαγγελματικού του σιναφιού για να προτρέψει τους άλλους να ενδιαφερθούν, να ανησυχήσουν, να δράσουν, ενδεχομένως. Αντίθετα, οι λάτρεις των συνομωσιών προωθούν, εκουσίως ή όχι, την παραίτηση των πολιτών μπροστά στις μυστικές δυνάμεις που ορίζουν τη μοίρα τους.
Η προδοσία της οποίας πλέκω τώρα το εγκώμιο είναι εντέλει ένας τρόπος να λέει κανείς την αλήθεια όταν το «φυσικό» θα ήταν οι φτηνές δικαιολογίες και οι θλιβερές υπεκφυγές. Και γι’ αυτό λέω ότι τούτος ο τελευταίος «προδότης» της πατρίδας του, με το πρόσωπο μεταεφήβου κομπιουτερά και τη σύντομη διαδρομή στα ερέβη των μυστικών υπηρεσιών, αξίζει το χαιρετισμό μας. Και τον σεβασμό μας…

Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Ο Ερντογάν και το φάντασμα της ελευθερίας...


του Νικολα Σεβαστάκη, απο την Αυγη...
Το απρόβλεπτο χτύπησε πάλι. Στην Κωνσταντινούπολη και με ταχύτητα αστραπής και στα άλλα αστικά κέντρα της Τουρκίας. Τρεις νεκροί, έως τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές. Συνεχής διαδήλωση, δακρυγόνο, βαναυσότητες της αστυνομίας. Και στο επίκεντρο όλων αυτών ένα πρόσωπο-σύμβολο ισχύος εδώ και χρόνια. Ο εξοχότατος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο συνετός και μετριοπαθής, έλεγαν πολλοί, δεξιοί, κεντρώοι σοσιαλδημοκράτες, ακόμα και αριστεροί. Ο καθένας πρόβαλε το δικό του είδωλο: Άλλοι τον αποτελεσματικό συνδυασμό συντηρητικών αξιών και επιχειρηματικότητας. Και άλλοι, στον προοδευτικό χώρο, μιλούσαν για το θάρρος του ηγέτη που εναντιώνεται στο βαθύ κράτος ή επιδεικνύει "πυγμή" στις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Μέχρι προσφάτως τουλάχιστον.
Τα γεγονότα τρέχουν και τίποτα δεν έχει κατακαθίσει ακόμα. Μαζί τους τρέχουν, μάλλον ταχύτερα, και τα σενάρια, οι υποθέσεις, οι υποψίες. Μήπως πρόκειται για συνωμοσία σκοτεινών κύκλων τύπου "Εργκενεκόν"; Χτύπημα για το Κουρδικό ή για τη στάση του Ερντογάν στη συριακή κρίση; Μήπως έχουμε παρέμβαση "ξένων κέντρων", πράγμα που φυσικά ήταν και η πρώτη κουβέντα και του ίδιου του Ερντογάν; Όπως θα περίμενε κανείς, έσπασε ο κρουνός των εικασιών, που συχνά μεταμφιέζονται σε στιβαρές αναλύσεις.
Ας σταθούμε όμως στο ίδιο το φαινόμενο. Στο ότι δηλαδή ένα σημαντικό κομμάτι του λαού και κυρίως των νέων της Τουρκίας ταράζει τις ισορροπίες και ανατρέπει τις παραδοσιακές γραμμές της ανάλυσης για το "μετριοπαθές Ισλάμ" που κυβερνά εδώ και χρόνια. Μα, λένε πολλοί, από αυτό τον ξεσηκωμό μπορεί να κερδίσουν άλλες εκδοχές αυταρχισμού, με ριζώματα στον στρατό ή σε δυσαρεστημένες μερίδες της κοσμικής ιθύνουσας τάξης. Τίποτα δεν αποκλείεται. Δεν υπάρχει στην Ιστορία καμιά κοινωνική δράση που να στέκεται ιδεωδώς πάνω από όλα τα συμφέροντα, τις ανταγωνιζόμενες βλέψεις και τις δεύτερες σκέψεις ποικίλων "παικτών". Όλοι σχεδιάζουν ή λένε ότι σχεδιάζουν πάνω στην πυρίκαυστη ύλη της Ιστορίας, εκεί ιδίως όπου διακόπτεται η συνηθισμένη ροή της πολιτικής και οικονομικής ζωής. Πολύ περισσότερο όταν, στη συγκεκριμένη περιοχή και συγκυρία οι επιμέρους δυναμικές, οι επιδιώξεις και τα αιτήματα δεν φτιάχνουν συμπαγή και ευκρινή "στρατόπεδα".
Παρά όμως το δυσανάγνωστο των εξελίξεων, πρέπει να σταθούμε σε μία βασική διάσταση. Να αναγνωρίσουμε ότι η αντίσταση μέρους της τουρκικής κοινωνίας στον πολιτισμικό πατερναλισμό, στον έλεγχο της γνώμης και της ζωής τους είναι καλό σημάδι. Μαζί με τους αγώνες για το περιβάλλον, για την προστασία δημόσιων χώρων με συμβολική σημασία. Το ξέσπασμα αυτό δείχνει κοινωνία με ζωντανές αντιθέσεις και ηθικά αποθέματα. Γι' αυτό και θύμωσα προχθές ακούγοντας σχολιαστή στη τηλεόραση, από τους ειδικούς μάλιστα, να μιλά για εξέγερση των οπαδών του δυτικού life-style. Τα λόγια του, που είχαν μια χροιά ειρωνείας, μου θύμισαν το πρόσωπο του Ερντογάν όταν αποκήρυσσε τον "μπελά" των κοινωνικών δικτύων. Θα ήθελα να πω στον σχολιαστή ότι δεν παίζει κάποιος την υγεία του και τη ζωή του για το κραγιόν στις αεροσυνοδούς ή για ανεμπόδιστο tweeter. Αυτός ο κόσμος της Ταξίμ και των άλλων Ταξίμ δεν θέλει να χάσει βασικές ελευθερίες στο όνομα της "ευημερίας" ή της "προστασίας" τις οποίες υπόσχεται ο Τούρκος πρωθυπουργός και το σύστημά του. Διότι γνωρίζει ότι δίπλα και γύρω από τις φιλοδοξίες ενός Ερντογάν πλέκονται και άλλες, πολύ πιο απειλητικές, αξιώσεις πολιτικής και θρησκευτικής κηδεμονίας με απολυταρχικό χαρακτήρα.
Είναι αυτή η επιθυμία κομμάτι και των δικών μας σκέψεων; Απαντώ ναι, δίχως να έχω ιδέα για τις κοντινές, πόσο μάλλον τις απώτερες συνέπειες του κλονισμού στην Κωνσταντινούπολη, στην Άγκυρα ή στη Σμύρνη.
Το ναι που απαντώ δεν έχει να κάνει με τη μυθοποίηση κάθε εξέγερσης ή της λεγόμενης "εποχής των ταραχών", οι οποίες άλλωστε ούτε ενοποιούνται αυθαίρετα ούτε μπορεί να κριθούν ομοιόμορφα. Λέω μόνο ότι η σημερινή ξεσηκωμένη Τουρκία μοιάζει τουλάχιστον να αρθρώνει λόγο, να βγάζει νόημα: δεν θέλει Σουλτάνους, ακόμα και αν ένας "Σουλεϊμάν" διαδήλωσε κι αυτός μαζί της. Και τούτο είναι καλό νέο.

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Τα ρήγματα της Ευρώπης και η Αριστερά...


Νικόλας Σεβαστάκης, απο την Αυγη...
Η Ευρώπη μοιάζει να έχει μπει για τα καλά σε εποχή ρηγμάτων. Δεν είναι μόνο τα καθεστώτα της λιτότητας που κλονίζουν κοινωνικές δομές και συνειδήσεις. Από διαφορετικές πλευρές ξεπηδούν και άλλα εσωτερικά σχίσματα. Προβάλλει ξανά στην επικαιρότητα το πρόβλημα της ενσωμάτωσης για τους πληθυσμούς μεταναστευτικής καταγωγής που ζουν σε άθλιους θυλάκους εκτός κοινωνικού συμβολαίου. Και συγχρόνως βλέπουμε την ανάδυση αγωνιών για τις ρυθμιστικές αξίες της σύγχρονης κοινωνίας.
Καιρό τώρα οι δρόμοι του Παρισιού κατακλύστηκαν από έναν λαό που τα συνθήματά του ήταν η «αντίσταση στη δικτατορία της Αριστεράς» (!) και η υπεράσπιση των παραδοσιακών οικογενειακών αξιών. Η αφορμή γι' αυτό ήταν ο νόμος της γαλλικής κυβέρνησης για τον γάμο ομοφύλων, αλλά η διαμαρτυρία έλαβε διαστάσεις σύρραξης γύρω από τον γαλλικό πολιτισμό και την παρακμή του. Και αυτός ο λαός της Δεξιάς είναι βέβαια κοινωνικό κίνημα.
Στη γειτονική Ιταλία βλέπουμε ότι η κρίση νομιμοποίησης των συμβατικών πολιτικών δυνάμεων συμπαρασύρει σε πτώση και τους προσωρινούς επικαρπωτές της λαϊκής αγανάκτησης: η κατάρρευση του κινήματος των «Πέντε Αστέρων» δείχνει ότι το άδειασμα της κατεστημένης τάξης, όταν συνοδεύεται από φαιδρές απλουστεύσεις και ισοπεδωτική αντιπολιτική ρητορική, ενισχύει την απάθεια και τη μαζική απογοήτευση.
Απέναντι σε μια τέτοια ποικιλία ρηγμάτων η απάντηση δεν είναι υπόθεση μιας και μόνο «συνταγής». Η ριζοσπαστική Αριστερά, εκεί μάλιστα όπου διαθέτει κοινωνικά ερείσματα και λόγο στα πράγματα, βρίσκεται μπροστά σε ένα σκληρό δίλημμα: θα ήταν λάθος να ταυτιστεί με το σύστημα διακυβέρνησης που εκπίπτει, αλλά την ίδια στιγμή οφείλει να υπερασπιστεί με σθένος την πολιτική δημοκρατία και θεμελιώδη στοιχεία της αστικής και φιλελεύθερης νεωτερικής συνθήκης. Από τη μια πρέπει να αποφύγει τον ρόλο του παραδοσιακού πολιτικού παράγοντα και από την άλλη να συμβάλει ώστε οι αντιστάσεις να μην εκτραπούν προς τα στυφά νερά των σωβινισμών και του δημεγερτικού αντικοινοβουλευτισμού.
Το έδαφος της κρίσης είναι όμως κινούμενη άμμος. Το νέο κοινωνικό ζήτημα, που αποτελεί τη βασική αναφορά της Αριστεράς, είναι σημαντικό μέρος της λύσης, αλλά δεν απαντά σε πολλά άλλα θέματα. Οι φόβοι ταυτότητας, οι διάχυτες ανασφάλειες, η αποξένωση των πολιτών από τη ζωή των θεσμών, όλα αυτά δεν είναι ελάσσονες μέριμνες και δευτερεύουσες αντιθέσεις. Στην ουσία, πίσω από την οικονομική και κοινωνική καχεξία που εξαπλώνεται στην Ευρώπη, παίζεται και ένα άλλο δράμα: η κρίση μπορεί να μεταβληθεί σε ευκαιρία για μια «πολιτισμική αντεπανάσταση», όπως μου είπε ένας καλός φίλος με τον οποίον διαφωνούμε σε πολλά.
Υπάρχουν εξάλλου πολλές στιγμές στην Ιστορία όπου η εξασθένηση των αστικών φιλελεύθερων καθεστώτων από τα αλλεπάλληλα κρούσματα πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς οδήγησε σε μείζονες ιδεολογικοπολιτικές οπισθοδρομήσεις. Και τότε υπήρξαν κάποιοι στην Αριστερά, ένας Ζαν Ζωρές για παράδειγμα, που έσωσαν την τιμή του αριστερού ριζοσπαστισμού. Τι κατάλαβε ο Ζωρές ήδη πολύ πριν από την εμβληματική υπόθεση Ντρέυφους; Ο Ζωρές κατανόησε ότι η Αριστερά δεν έχει νόημα παρά ως δημιουργικό μέρος μιας κριτικής διαφωτιστικής κληρονομιάς. Οι αντίπαλοί της δεν είναι μόνο οι ταξικές ανισότητες, αλλά και όλες εκείνες οι δημαγωγίες που εμφανίζονται συχνά ως «αντι-σύστημα». Δυο δεκαετίες μετά τη δολοφονία του Ζωρές, ο μεσοπολεμικός φασισμός επιβεβαίωσε τη θαρραλέα του επιλογή υπέρ του Εβραίου αστού αξιωματικού Ντρέυφους, επιλογή η οποία είχε διχάσει στις αρχές του αιώνα τον κόσμο του σοσιαλισμού.
Θα πει κανείς, αυτές είναι ιστορίες από το μακρινό παρελθόν. Σωστά. Αλλά δεν θα ήταν άσχημα να σκεφτόμαστε και τούτες τις πλευρές του παρελθόντος. Διότι, εκτός των άλλων, τα ρήγματα στη σημερινή Ευρώπη και στη δική μας χώρα ξαναφέρνουν στην επιφάνεια παλιά δαιμόνια. Και φυσικά τα διλήμματα στρατηγικής που δεν αφορούν απλώς την πολιτική, αλλά και το όραμα πολιτισμού που έχει ο καθένας μας.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Τρία χρόνια, μια εποχή...


Νικος Σεβαστάκης, απο την Αυγη...
Τρία χρόνια, λοιπόν, από το διάγγελμα Παπανδρέου στο Καστελόριζο, που εγκαινίασε τους «μνημονιακούς» καιρούς. Διάστημα ημερολογιακά βραχύ και ωστόσο καταλυτικά βαρύ στις επιπτώσεις του.
Ξέρουμε πια ότι όλα σχεδόν τα στρώματα της ατομικής και συλλογικής ζωής κλονίστηκαν, γνώρισαν ανατροπές, αναστατώσεις, πιέσεις. Άλλαξε η σύσταση του βιωμένου μας κόσμου, το πώς εισπράττουμε το παρόν και το πώς ανιχνεύουμε το μέλλον.
Σήμερα ωστόσο η κατάσταση έχει γίνει περισσότερο περίπλοκη από όσο πριν ένα ή δύο χρόνια. Φαινομενικά, τα συμπτώματα παραμένουν ίδια: μια κυβερνώσα πολιτική ελίτ που κάνει ό,τι μπορεί για να διασωθεί, μια «στρατηγική» που διαχειρίζεται μονότονα τους δημοσιονομικούς εξαναγκασμούς, μια κοινωνία κατακερματισμένων φόβων και τεχνασμάτων επιβίωσης σε χαμηλότερες κλίμακες. Δύσθυμο παρόν και συνάμα αόρατο μέλλον.
Τι διαφέρει στο σκηνικό; Πολλοί λένε ότι η συλλογική δράση κατακάθισε, οι αντιστάσεις κάμφθηκαν, οι αντιδράσεις του κόσμου δεν είναι στο ύψος των περιστάσεων. Ίσως όμως να συμβαίνει κάτι άλλο: ο κόσμος που υποφέρει ή δυσκολεύεται στη ζωή του δεν ικανοποιείται πια με το μήνυμα που του αναγγέλλει «πόσο κακό είναι αυτό που συμβαίνει και αυτό που έρχεται». Παρά τη διάχυτη φθορά των ελπίδων, οι άνθρωποι δεν θέλουν να ζουν μόνο με τις αρνήσεις τους. Η διαρκής επισήμανση των καταστροφών και των ματαιώσεων δεν κινητοποιεί τους παραλήπτες της. Διότι οι παραλήπτες το έχουν εμπεδώσει το μήνυμα, το γνωρίζουν κατάσαρκα: δεν χρειάζονται τη συνεχή επικύρωση των κακών μαντάτων, αλλά διεξόδους και σημεία προσανατολισμού που να εμπνέουν εμπιστοσύνη. Δεν τους συγκινεί η περιφορά των δεινών τους, αλλά ενδεχομένως να τους κέρδιζε το ενδιαφέρον μια περισσότερο δημιουργική γλώσσα.
Καταλαβαίνουν ότι η κυβερνητική ρητορική είναι παραπειστική και διάσπαρτη με ευφημισμούς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αρκεί το «ξεσκέπασμα των απατηλών υποσχέσεων» για να σκορπίσουν τα νέφη δυσπιστίας που χωρίζουν σημαντικά κομμάτια του λαού από την Αριστερά.
Τρία χρόνια μετά και η γενική αντιμνημονιακή διάθεση έχει ένα τεράστιο ακροατήριο στη βάση του τραύματος και της δυσφορίας. Αλλά αυτό το ακροατήριο είναι, σε μεγάλο βαθμό, η αποσαθρωμένη βάση του παραδοσιακού συστήματος εξουσίας. Η κρίση, φυσικά, δεν εξαφανίζει τις ιδεολογίες και τις κουλτούρες του παρελθόντος: τα εθνικιστικά και νεοφιλελεύθερα μίγματα πεποιθήσεων ζουν και βασιλεύουν. Και γίνονται πιο βίαια καθώς συναντούν ένα πολύ πιο αδιάλλακτο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο.
Άλλωστε η γενική αντι-μνημονιακή διάθεση μπορεί κάλλιστα να συνυπάρχει με τη χαιρεκακία για την απόλυση του διπλανού, την επιδοκιμασία του ολιγάρχη - «επενδυτή» ή την ελαφρά τη καρδία επίκληση μιας δικτατορίας που θα φέρει... τάξη στην κοινωνία και ρευστό στην αγορά.
Σε αυτή τη δεύτερη φάση, αντίπαλος δεν είναι μόνο η μνημονιακή τύφλωση, αλλά και η εγχώρια εκδοχή ενός αντιδιαφωτισμού που κολυμπάει στην εθνικιστική συνωμοσιολογία και στη λυτρωτική δημαγωγία.
Δεν είναι μικρό ζήτημα το ότι σε ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας η αποδοκιμασία της αυταρχικής λιτότητας μετατρέπεται σε αλλεργική απόρριψη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Κι ίσως το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο ενοχλητικό σήμερα, καθώς η ένταση της κρίσης τρέφει τη νοσταλγία για τη χαμένη «τάξη και ασφάλεια» άλλων εποχών. Ακόμα και της χούντας.

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Τα πρόσωπα της βαναυσότητας...

του Νικου Σεβαστακη, απο την Αυγη...
Η αναλγησία είναι το χειρότερο δεινό, έλεγε πριν χρόνια η Τζούντιθ Σκλαρ, Αμερικανίδα φιλόσοφος με καταγωγή από την εβραϊκή κοινότητα της Λετονίας. Η αναλγησία και η βαναυσότητα διαιωνίζουν τον φόβο στις ανθρώπινες κοινότητες. «Φοβάμαι μια κοινωνία φοβισμένων ανθρώπων» συμπλήρωνε η ίδια στοχαστής. Είχε κυρίως κατά νουν τις μεγάλες τραγωδίες του εικοστού αιώνα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα κρατικά εγκλήματα που σημάδεψαν εκατομμύρια ζωές.
Αυτό που συνέβη στη Βοστώνη, με τις παραγεμισμένες με καρφιά και ρουλεμάν βόμβες εναντίον του πλήθους, υπενθυμίζει, οδυνηρά, την αλήθεια των παραπάνω λόγων.
Αυτό που συνέβη στη Βοστώνη είναι τρομοκρατία στην καθαρή εκδοχή της: βία δηλαδή η οποία απειλεί να μετατρέψει την ανθρώπινη κοινότητα σε πανικόβλητη μάζα, καταργώντας την ελευθερία και τη χαρά.
Είναι, παρ' όλα αυτά, άξια θαυμασμού και ενθαρρυντική η αντίδραση των Βοστωνέζων στην επίθεση που δέχτηκαν. Η αλληλεγγύη μεταξύ αγνώστων, το πνεύμα της αλληλοβοήθειας και η μαζική κινητοποίηση για βοήθεια στα θύματα, διαψεύδουν τα στερεότυπα περί ατομικισμού και αποξένωσης. Με αυτή την έννοια, η ακραία βαναυσότητα της τρομοκρατικής ενέργειας βρήκε την κατάλληλη απάντηση με την άρνηση των κατοίκων και των επισκεπτών της πόλης να χάσουν την ανθρωπιά τους.
Αλλά η αναλγησία και η βαναυσότητα δεν έχουν μόνο το πρόσωπο της τρομοκρατίας. Δεν αφορούν μόνο έκτακτα γεγονότα, αλλά και καθημερινές ιστορίες, που τις ξαναθυμόμαστε κυρίως κατόπιν εορτής. Αυτό που συνέβη στη Νέα Μανωλάδα της Ηλείας με τη δολοφονική επίθεση εναντίον των εργατών γης είναι μια τέτοια εκδοχή: ένα εξοργιστικό γεγονός, που φέρνει στην επιφάνεια χρόνιες πρακτικές εκμετάλλευσης και αυθαιρεσίας. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο, όπως θα ήθελαν κάποιοι σχολιαστές, στη μεμονωμένη περίπτωση ενός κακού εργοδότη. Η βαναυσότητα αρχίζει από την απλήρωτη εργασία και τις άθλιες συνθήκες στις οποίες ζουν πολλοί μετανάστες εργάτες γης. Και οι πυροβολισμοί από τις καραμπίνες των μπράβων είναι η κορύφωση του δράματος, ο λόγος της δημοσιοποίησής του. Το ίδιο το δράμα παίζεται από καιρό στην αφάνεια, στην κανονική ροή μιας πραγματικότητας για την οποία δεν αρκούν οι στιγμιαίες δηλώσεις καταδίκης.
Η βία λοιπόν κλίνεται στον πληθυντικό. Έχει διαφορετικές διαστάσεις, κλίμακες, μορφές εκδήλωσης. Άλλοτε συνδέεται με την κυριαρχία μέσω του τρόμου και άλλοτε -τις περισσότερες φορές- με την εκμετάλλευση των αδύναμων, όσων στερούνται δημόσιας φωνής. Δεν πρέπει φυσικά να τα θεωρούμε όλα βία, αντιτείνουν κάποιοι. Σωστά. Αν δεν θέλει όμως κανείς να είναι τυφλός απέναντι στην πραγματικότητα, δεν πρέπει να περιμένει το αίμα για να μιλήσει και να δράσει. Τα καλά και συμπονετικά αισθήματα της «επομένης» είναι εύκολα και τετριμμένα. Μεγαλύτερη αξία θα είχε η συστηματική πολιτική αντιμετώπιση των φαινομένων ακραίας υποτίμησης της εργασίας, που κρατούν από παλιά, αλλά μέσα στην κρίση επεκτείνονται πολύ πέρα από τις καλλιέργειες φράουλας στη Νέα Μανωλάδα. Αλλά μια τέτοια συστηματική αντιμετώπιση χρειάζεται πάντοτε κάτι περισσότερο από την ηθική αγανάκτηση για τους δράστες και τη συμπόνια για τα θύματα.

Ροη αρθρων