Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΛΑΝΣΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΛΑΝΣΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Η αναγκη ενος νεου "ΟΧΙ"...

Του ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*, απο την Ισκρα...

Εχει ειπωθεί πολλές φορές ότι σε κάθε καμπή της νεοελληνικής ιστορίας η Κύπρος στάθηκε καταλύτης δραματικών εξελίξεων. Ποιά καλύτερη επιβεβαίωση αυτού του ρητού από τη νέα προδοσία της Κύπρου που διέπραξε μια άρχουσα τάξη γαλουχημένη στο πνεύμα των συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου; Σήμερα όμως η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο μιας διεθνούς παρτίδας, με επίκεντρο την κρίση της ευρωζώνης και τα γεωπολιτικά επίδικα στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Βέβαια τα τεκταινόμενα στο νησί είχαν πάντα μια διεθνή σημασία – σε τελευταία ανάλυση το δράμα τη Κύπρου δεν είναι παρά αυτό μιας ύστερης, ημιτελούς και στρεβλής αποαποικιοποίησης – άσχετα αν οι ηγεσίες σε Αθήνα και Λευκωσία απέτυχαν οικτρά να αναδείξουν τη διεθνή διάσταση του εθνικού θέματος. Η διαφορά τώρα είνα έγκειται ότι σε αντίθεση με την τουρκική κατοχή, την εκδίωξη του γηγενούς πληθυσμού και τον εποικισμό, η οικονομική καταστροφή που εξαπέλυσαν η μερκελοκρατούμενη ΕΕ και το ΔΝΤ δεν μπορεί να υποβιβασθεί σε μια «διαφορά μεταξύ δύο κοινοτήτων» και μισοξεχασμένη ως προς την πραγματική της αίτια διαμάχη μεταξύ περιφερειακών κρατών.
Η κυπριακή κρίση αποτελεί πράγματι τομή στη διαχείριση της κρίσης από τις άρχουσες τάξεις της Ευρώπης και ταυτόχρονα αποφασιστικής σημασίας επίδειξη ηγεμονικής ικανότητας της Γερμανίας. Το αντίτιμο της νίκης που κατήγαγε η τρόϊκα υποχρεώνοντας σε αναδίπλωση την ούτως ή άλλως έτοιμη για συνθηκολόγηση κυπριακή ηγεσία είναι όμως βαρύ: ομολογείται πλέον ανοιχτά ότι το κυπριακό πείραμα κατάσχεσης της αποτάμιευσης και πτώχευσης πιστωτικών ιδρυμάτων θα αποτελέσει μοντέλο για την ευρύτερη αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος των αδύναμων κρίκων της ευρωζώνης. Είναι πλέον ζήτημα χρόνου να φθάσει στις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, αρχίζοντας από την Ελλάδα, το αποσταθεροποιητικό κύμα που απελευθέρωσαν αυτές οι εξελίξεις, με πιθανότερη μορφή μια διαρκή και σιωπηλή φυγή των καταθέσεων προς ασφαλέστερους προορισμούς. Μαζί με την οικονομική θα ενταθεί φυσικά και η πολιτική αστάθεια που απεικονίζουν ανάγλυφα η ακυβέρνητη Ιταλία, η κλονιζόμενη καθημερινά από σκάνδαλα και αποσχιστικές τάσεις Ισπανία και η δική μας παραπαίουσα κυβερνητική τρόϊκα.
Αλλά εξ’ίσου σημαντικός είναι ο αντίκτυπος της κυπριακής κρίσης στις δυνάμεις που αντιπαλεύουν την καταστροφική πορεία που ακολουθούν οι μαστιζόμενες από Μνημόνια και λιτότητα ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει από αυτήν την άποψη η στροφή της ριζοσπαστικής αριστεράς στη Γαλλία όπου ο ηγέτης του Αριστερού Μετώπου Ζαν-Λυκ Μελανσόν, που είχε συγκεντρώσει πάνω από 11% των ψήφων στις περυσινές προεδρικές εκλογές, έθεσε για πρώτη φορά ανοιχτά από αριστερή σκοπιά θέμα ευρώ. Χαρακτηρίζοντας τις αποφάσεις του Eurogroup για την Κύπρο «κύρηξη πολέμου ενάντια στους ευρωπαϊκούς λαούς», ο Μελανσόν αναφέρθηκε στην απειλή του Ντράγκι για διακοπή της παροχής ρευστότητας ως «απαράδεκτη επιθετική πράξη» που δείχνει ότι «το ευρώ δεν είναι μόνο μια δαπανηρή Μερκελική πολυτέλεια αλλά και ένα επικίνδυνο μέσο δράσης ενάντια στην κυριαρχία ενός λαού». Και καταλήγει σε μια διατύπωση που ίσως αποδειχθεί ιστορική: «εάν κληθούμε να επιλέξουμε ανάμεσα στην λαϊκή κυριαρχία και σ’αυτήν του ευρώ, πρέπει να επιλέξουμε το λαό».
Οι δηλώσεις του Μελανσόν σηματοδοτούν και το τέλος των όποιων αυταπατών υπήρχαν για μια εναλλακτική πορεία, χωρίς Μνημόνια και λιτότητα, εντός όμως των πλαισίων της ΟΝΕ. Είτε λέγεται Αναστασιάδης είτε αλλιώς, ενδεχομένως και Τσίπρας, κανένας ηγέτης δεν μπορεί να σταθεί απέναντι στους ωμούς εκβιασμούς ενός Ντράγκι και μιας τρόϊκας αν δεν έχει στο τραπέζι ως σοβαρό ενδεχόμενο την εξόδο της χώρας του από το ευρώ και το αντίστοιχο σχέδιο Β. Μια προοπτική που ενέχει ασφαλώς σοβαρές δυσκολίες που σε καμμιά περίπτωση όμως δεν είναι ανυπέρβλητες ή συνώνυμες της βιβλικής καταστροφής που προεξοφλούν οι μνημονιακές δυνάμεις. Η κατάλληλη προετοιμασία και αποφασιστικότητα, τόσο του λαού όσο και του πολιτικού φορέα που θα αναλάβει το βάρος της ευθύνης θα κρίνουν το μέλλον ενός τέτοιου εγχειρήματος. Η κυπριακή αριστερά δείχνει να το έχει συνειδητοποιήσει ανοίγοντας χωρίς ταμπού τη συζήτηση για την παραμονή στην ΟΝΕ. Ισως από τη Λευκωσία έρθει και πάλι ένα νέο όχι, που θα συνεχίσει το ανολοκλήρωτο αλλά ιστορικό όχι της 18 Μάρτη και θα πυροδοτήσει σαρωτικές εξελίξεις στη χώρα μας αλλά και σε όλη την Ευρώπη.

*Δημοσιεύθηκε στην "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ" την Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Σκέψεις για έναν «επι-θετικό» λαϊκισμό της Αριστεράς ...

του Γιώργου Κατσαμπέκη, απο τα ενθεματα...
Ένα εκ των βασικότερων χαρακτηριστικών της βαθειάς κρίσης την οποία διέρχεται η Ελλάδα είναι και η σημαντική πύκνωση του ιστορικού χρόνου. Οι δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις τον Μάιο και τον Ιούνιου του 2012 ανέδειξαν με ιδιαίτερα έντονο τρόπο το μέγεθος των ριζικών τεκτονικών μετατοπίσεων που λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο· μετατοπίσεις και ανακατατάξεις που αναμένεται να συνεχίσουν να πραγματοποιούνται, πιθανότατα μάλιστα με όλο και πιο γοργούς ρυθμούς, όσο η κρίση συνεχίζει να βαθαίνει και όσο δεν προβάλλει στον ορίζοντα μια πειστική προοπτική διεξόδου και συλλογικής ανάτασης.
Σε διάστημα λοιπόν λίγων μόνον ημερών γίναμε μάρτυρες ανατροπών και ρήξεων στην κεντρική πολιτική σκηνή που στις περισσότερες περιπτώσεις χρειάζονται δεκαετίες για να εκδηλωθούν. Άλλοι κομματικοί σχηματισμοί κατέρρευσαν και άλλοι εκτοξεύτηκαν κυριολεκτικά από την ανυπαρξία.Ανάμεσα σε άλλες συγκρούσεις και αντιφάσεις, στις δύο διαδοχικές αυτές εκλογές κορυφώθηκε με πρωτόγνωρη ένταση και η μέχρι πριν λίγα χρόνια μάλλον λανθάνουσα σύγκρουση μεταξύ λαϊκιστών και «αντιλαϊκιστών». Αυτή ακριβώς η σύγκρουση ως διακριτή διαιρετική τομή, αναδείχθηκε, θα τολμούσαμε να πούμε, σε κυρίαρχο διχασμό που επηρέασε σε σημαντικό βαθμό, αν δεν καθόρισε, τη σύγκρουση και στο επίπεδο άλλων διαιρετικών τομών, όπως αριστερά/δεξιά, ευρωπαϊσμός/αντιευρωπαϊσμός, μνημόνιο/αντιμνημόνιο, κ.ο.κ.
Η θορυβώδης «εισβολή» της εν λόγω διαίρεσης στον πολιτικό λόγο δεν είναι βεβαίως κάτι το πρωτόγνωρο για τα πολιτικά πράγματα της χώρας.  Το ιδεολογικό και πολιτικό σχίσμα λαϊκιστές/αντιλαϊκιστές, ή καλύτερα λαϊκιστές/εκσυγχρονιστές, μας έχει επισκεφτεί αρκετές φορές ήδη από το 1989, όταν πρωτο-επιχείρησε τότε να το εισαγάγει ο Κώστας Σημίτης ως κομβική διακύβευση της εποχής.[1] Ένα νέο στοιχείο ωστόσο στη σημερινή του επανεπίσκεψη εντοπίζεται στην ένταση με την οποία προβλήθηκε και στο βαθμό διάχυσής του στο δημόσιο λόγο· στην υπερπληθωρική χρήση, με άλλα λόγια, της συγκεκριμένης διαίρεσης στην δημόσια σφαίρα, αλλά και στο βαθμό που δείχνει να επηρέασε τη δημόσια συζήτηση στους διάφορους επιμέρους κλάδους άσκησης πολιτικής (από την οικονομία και την εκπαιδευτική πολιτική μέχρι και τη δημόσια τάξη και τη διπλωματία, παντού έβλεπε κανείς τους «κακούς λαϊκιστές» απέναντι στους «νηφάλιους», «ορθολογικούς» πολέμιούς τους). Επιπλέον, άλλο ένα στοιχείο που προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη νέα ανάδυση τούτης της διαιρετικής τομής είναι ότι κατά την κορύφωση αυτής της σύγκρουσης, απέναντι στο ήδη διαμορφωμένο «μπλοκ της συναίνεσης», το «μέτωπο των αντιλαϊκιστών», δείχνει πλέον να αποκρυσταλλώνεται και ένας μάλλον ξεκάθαρος λαϊκιστικός πόλος· θα τολμούσαμε να πούμε ένας ιδεοτυπικά λαϊκιστικός πολιτικός λόγος.[2] Με άλλα λόγια, τη στιγμή που ο κυρίαρχος λόγος –ο λόγος του «εκσυγχρονισμού» και του «ορθολογισμού» εμβαπτισμένος στα αυταρχικά νάματα της έκτακτης ανάγκης– στιγματίζει ως λαϊκισμό οποιαδήποτε διαφωνία, αμφισβήτηση ή αντίσταση στην ακολουθούμενη πολιτική, ένας σχηματισμός της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είχε ήδη εν τω μεταξύ αναδειχθεί σε βασική αντιπολιτευτική πολιτική δύναμη, εγκαλεί τώρα με κάθε αφορμή, συνεχώς και επίμονα, τον «λαό» στο προσκήνιο· τον εγκαλεί και τον καλεί να «σηκώσει κεφάλι» ενάντια στις διάφορες ελίτ, ενάντια στο «κατεστημένο». Δε διστάζει μάλιστα συχνά να εξισώσει την πιθανότητα ανάληψης κυβερνητικών καθηκόντων εκ μέρους του με την ίδια την «αυτο-ενίσχυση» του λαού.
Είναι χαρακτηριστική επί τούτου μία απλουστευτική και μάλλον χονδροειδής ποσοτική σύγκριση. Ενώ σε προεκλογικές του ομιλίες για τις βουλευτικές εκλογές του 2009 ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρεται ελάχιστες φορές και χωρίς ιδιαίτερη φόρτιση στο σημαίνον «λαός», κατά τις δύο διαδοχικές προεκλογικές εκστρατείες του 2012 βλέπουμε την αναφορά στον «λαό» να εμφανίζεται ακόμα και 50 φορές σε μία μόνο ομιλία του. Για παράδειγμα, αν διαβάσει κανείς την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Αθήνα (Πλ. Κοτζιά) στις 29.09.2009[3] θα μετρήσει μόλις 5 αναφορές στον «λαό», ενώ στην αντίστοιχη κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ομόνοια στις 14.06.2012 ο «λαός» δεσπόζει ως αναφορά, αφού απαντάται 51 φορές![4] Εδώ νομίζω πως έχουμε να κάνουμε με μια μορφή αριθμολογίας που δε στερείται διόλου σημασίας, αφού το σημαίνον «λαός» δεν επαναλαμβάνεται «άχρωμα», ως τυπική ή κλισέ αναφορά στο βάσει συντάγματος νομιμοποιητικό υποκείμενο της δημοκρατίας, αλλά αποκτά το ρόλο του προνομιακού σημείου αναφοράς που καθορίζει την ομιλία απ’ άκρου εις άκρον, που επηρεάζει σημαντικά κάθε άλλη αναφορά στο κείμενο. Για να μιλήσουμε με την ορολογία της θεωρίας και ανάλυσης του λόγου,[5] ο «λαός» είναι ξεκάθαρα πλέον το κομβικό σημείο στο λόγο του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά.[6]
Χαρακτηριστικά είναι επίσης τα πρωτοσέλιδα της «Αυγής» κατά την ίδια περίοδο, όπου ο λαός εμφανίζεται να εισβάλει στην εξουσία μαζί με την αριστερά, ή να εισβάλει στην εξουσία ακριβώς λόγω της ανόδου της αριστεράς. Μερικοί χαρακτηριστικοί τίτλοι έχουν ως εξής: «Λαός – Αριστερά για τη νέα Ελλάδα» (4.05.2012), «Να μην αλλοιωθεί η εντολή του λαού» (8.05.2012), «ΝΙΚΗ της Αριστεράς, ΝΙΚΗ του Λαού» (15.06.2012). Αντίστοιχης λογικής/ύφους ήταν και αφίσα μίας εκ των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ στην οποία διαβάσαμε χαρακτηριστικά: «Ο ΛΑΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ. ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΣΥΡΙΖΑ» (αφίσα της ΚΟΕ για τις εκλογές του Ιουνίου 2012). Σε ορισμένες ιδεοτυπικά λαϊκιστικές αποστροφές του λόγου του μάλιστα ο Τσίπρας θα πει, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως με την ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ ο λαός ενισχύει τον ίδιο του τον εαυτό. «Ο λαός μας, με την ψήφο του στον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ανοίγει τους δρόμους της Ιστορίας στη μεγάλη αλλαγή. […]Την Κυριακή δεν αναμετράται απλά και μόνον ο ΣΥΡΙΖΑ με το πολιτικό κατεστημένο του Μνημονίου. [...] Αναμετράται ο λαός με τη ζωή του. Αναμετράται ο λαός με τη μοίρα του. […]Ενώνεται ο λαός με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ».[7]
Ο ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο –όπως και ήταν αναμενόμενο βεβαίως– ενοχλείται ιδιαίτερα από τον χαρακτηρισμό της πολιτικής του ως «λαϊκιστικής» και επιχειρεί με μαχητικό τρόπο να επιστρέφει κάθε φορά τέτοιους χαρακτηρισμούς πίσω στην πηγή τους διανθισμένους με αντι-κατηγορίες προς τους αντιπάλους του περί «παραπλάνησης» του λαού και «δημαγωγίας» ή ασθενούς πατριωτικού φρονήματος, ακόμα και μειωμένης «ελληνικότητας»! Αυτή, θα έλεγε ίσως κανείς, είναι η πλέον λογική κίνηση εκ μέρους ενός πολιτικού σχηματισμού στα συμφραζόμενα ενός συλλογικού φαντασιακού που χρόνια τώρα έχει συνδέσει το «παράσημο» του λαϊκισμού με την χείριστη «πολιτική βρισιά», με επαίσχυντο ηθικό στίγμα που παραπέμπει σε ψεύδη, ανεντιμότητα, διαφθορά, συντεχνιασμούς, πελατειοκρατία, και κάθε φαυλότητα που μπορεί κανείς να σκεφτεί. Αν αυτή η στάση όμως φαντάζει ως η πλέον λογική απάντηση σε ένα πρώτο επίπεδο, αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι είναι και η μοναδική ή η καταλληλότερη επιλογή. Η ακριβώς αντίθετη στάση θα μπορούσε να αποτελέσει μία –όχι χωρίς ρίσκο– πρωτότυπη και ριζοσπαστική πολιτική κίνηση υπέρβασης και αντιστροφής των όρων του πολιτικού διαλόγου. Για να το θέσουμε χωρίς περιστροφές, η υπέρβαση εκ μέρους του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά θα συνίστατο στην με θέρμη ενεργό οικειοποίηση του τίτλου του «λαϊκιστή»· μια κίνηση που απαραίτητα θα εμπεριέχει και μια επίμονη προσπάθεια ενεργού ανανοηματοδήτησης του όρου στη δημοκρατική/χειραφετητική του προοπτική. Θα μπορούσε ο Τσίπρας να μιμηθεί εδώ τον Γάλλο ομόλογό του, τον Ζαν Λυκ Μελανσόν, ο οποίος όταν του λένε ότι του αποδίδεται ο χαρακτηρισμός του λαϊκιστή δε διστάζει να απαντήσει: «λαϊκιστής εγώ; Το δέχομαι!», ενώ νωρίτερα δε παραλείπει να συνδέσει τον «λαϊκισμό» του με την απέχθεια προς τις ελίτ και το κάλεσμά του προς τους πολλούς να εναντιωθούν στον εφησυχασμό των προνομιούχων.[8]
Αυτή η κίνηση ανανοηματοδήτησης μπορεί να συνεπάγεται πολλά περισσότερα από μία απλή απόπειρα αντιστροφής του ηθικο-αξιακού φορτίου μιας έννοιας ή ένα αξιολογικό αναποδογύρισμα (κάτι που ιστορικά το έχουμε δει σε πολύ πιο ευρεία κλίμακα στο κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο, από το κίνημα «black power» στις ΗΠΑ του ’60-‘70, μέχρι τον σύγχρονο queer λόγο, κ.ο.κ.). Την ίδια στιγμή που διάφοροι πολιτικοί και δημοσιογράφοι αναγνωρίζουν τον λαϊκισμό[9] σε κάθε τι που θα μπορούσε να διαταράξει τη συντεταγμένη μας πορεία προς την «οικονομική εξυγίανση» (μια πορεία που πρακτικά τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να οδηγεί στην απόλυτη κοινωνική εξαθλίωση), τη στιγμή δηλαδή που ο mainstream «αντιλαϊκισμός» τείνει να ταυτιστεί στο συλλογικό φαντασιακό με την πιο μονόχνωτη και συντηρητική (με την αυστηρή έννοια του όρου) πρόσληψη της πολιτικής ως «τέχνης των ολίγων» και προνόμιο των εξειδικευμένων «ορθολογιστών», μια θετική οικειοποίηση του λαϊκισμού με δημοκρατικό-προοδευτικό πρόσημο, που θα επιμένει στην ανάδειξη της νομιμοποιητικής ρίζας της δημοκρατίας, δηλαδή της «λαϊκής κυριαρχίας», μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά και να δώσει όνομα στην «θετικότητα» που αναζητά να εκβάλει από τις μέχρι τώρα ασύνδετες συλλογικές ματαιώσεις και δυσφορίες.
Αυτή βεβαίως είναι μία δυνατότητα μεταξύ άλλων. Δεν είναι ούτε πανάκεια, ούτε μονόδρομος, ούτε και παρέχει εγγυήσεις για την επιτυχία της· κάθε άλλο ίσως. Σε μια εποχή όμως που ο μηντιακά ηγεμονικός «αντι-λαϊκισμός» ταυτίζεται όλο και περισσότερο με το αντι-λαϊκό ή ακόμα και το αντι-δημοκρατικό συναίσθημα των ελίτ, αποκτώντας ανησυχητικά αυταρχικές και αντιδημοκρατικές ροπές, η επιλογή ενός δημοκρατικού λαϊκισμού από έναν πολιτικό χώρο που δε θα καταπνίγει την πολλαπλότητα και την ιδιαιτερότητα σε ένα μονολιθικό/περιοριστικό όλον υπό τον «φωτισμένο» ηγέτη, που δε θα προσδένει το λαό στο σημαίνον «έθνος», που θα αναζητά διαρκώς τρόπους να λειτουργεί ουσιωδώς δημοκρατικά σε επίπεδο βάσης (ρισκάροντας ακόμα και την αυτο-υπονόμευση του ίδιου του λαϊκιστικού φορέα), ενισχύοντας τα περιθώρια αυτενέργειας και αυτονομίας των υποκειμένων, που θα μετουσιώσει πολιτικά την συλλογική οργή και την αγανάκτηση σε δημοκρατική-αγωνιστική επιδίωξη κοινών στόχων εδώ και τώρα, είναι μια οδός που, αν μη τι άλλο, αξίζει να εξεταστεί.

Ο Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος διδάκτωρ του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

[1] «Η απάντηση στην κρίση δεν μπορεί να προέλθει μόνον από την αντιπαράθεση κομμάτων. Θα προέλθει και από την αντιπαράθεση λαϊκιστών και εκσυγχρονιστών μέσα στα κόμματα». Κώστας Σημίτης, «Εισαγωγή», στο Μουζέλης Ν., Λίποβατς Θ., Σπουρδαλάκης Μ., Λαϊκισμός και Πολιτική, Γνώση, Αθήνα 1989 σ. 17.
[2] Για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την έννοια του λαϊκισμού βλ. Γ. Κατσαμπέκης & Γ. Σταυρακάκης, «Λαϊκισμός: Έγκλημα ή διέξοδος», Κυριακάτικη Αυγή (Ενθέματα), 19.12.2010.
[3] Το κείμενο της ομιλίας: http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=16197.
[4] Το κείμενο της ομιλίας: http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=27375.
[5] Για το ρόλο των «κομβικών σημείων» στον πολιτικό λόγο (και πιο συγκεκριμένα στον λαϊκιστικό λόγο) βλ. Ernesto Laclau, Onpopulistreason, Verso, Λονδίνο 2005. Για τη θεωρία του λόγου εν γένει βλ. MarianneJorgensen& Louise Phillips, Ανάλυση λόγου: θεωρία και μέθοδος, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Παπαζήση, Αθήνα 2009.
[6] Τη θέση του κομβικού σημαίνοντος στο λόγο του Αλέξη Τσίπρα (όπως και του Αλέκου Αλαβάνου μεταξύ 2004-2008) μέχρι πρόσφατα κατείχε η «νεολαία», εξ ου και είχαμε μιλήσει παλιότερα για τον ιδιότυπο «νεολαιολαϊκισμό» του ΣΥΡΙΖΑ. Βλ. Γ. Κατσαμπέκης, «ΣΥΡΙΖΑ: μερικές σκέψεις με αφορμή τον Δεκέμβρη», Σύγχρονα Θέματα, τχ. 106, 2009, σελ. 9-11. Πολλές υποθέσεις μπορούν να γίνουν σχετικά με τη μετάβαση από τη «νεολαία» στο «λαό», η αναφορά στις οποίες θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό άρθρο. Ας αρκεστούμε στην πρώτη και ίσως πιο πρωτοφανή εξήγηση που έχει να κάνει με το άνοιγμα από ένα περιορισμένο ακροατήριο της τάξης του 4-6% στο εθνικό ακροατήριο.
[7] Ομιλία στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ομόνοια στις 14.06.2012, ο.π..
[8] L’ Express, 16.09.2010, http://www.lexpress.fr/actualite/politique/melenchon-populiste-moi-j-assume_919603.html. Στη Γαλλία των αρχών του 2000 αυτή την κρίσιμη αντιστροφή του στίγματος του λαϊκισμού την είχε πετύχει για την νεολαϊκιστική ακροδεξιά ο Ζαν Μαρί Λεπέν, ο οποίος δήλωνε χαρακτηριστικά: «Λαϊκισμός σημαίνει να λαμβάνεις υπόψη τη γνώμη του λαού. Δεν έχουν αλήθεια οι λαοί σε μια δημοκρατία το δικαίωμα της γνώμης; Αν έτσι έχουν τα πράγματα τότε ναι, είμαι ένας λαϊκιστής». Jean-Marie Le Pen, αναφέρεται στο N. Mayer, «French Populism: The Aftermath of 21st April 2002», στο Beata Ociepka (επιμ.), Populism and Media Democracy, Wroclaw University Press, 2005. Η κόρη και διάδοχος του τελευταίου, Μαρίν Λεπέν στην ίδια λογική δε διστάζει να υπερασπιστεί τον τίτλο του «λαϊκιστή» ως εκείνου που προσβλέπει και λαμβάνει υπόψη τον λαό. Αναφερόμενη στον Μελανσόν είχε δηλώσει χαρακτηριστικά «Εγώ είμαι μια λαϊκίστρια με τον λαό, αυτός ένας λαϊκιστής χωρίς λαό». L’ Humanité, 14.02.2011, http://www.humanite.fr/14_02_2011-m%C3%A9lenchon-jai-envoy%C3%A9-marine-le-pen-au-tapis-vid%C3%A9o-465127.
[9] Ο λαϊκισμός στην ημεδαπή έχει οψίμως ταυτιστεί και με τα περιβόητα «άκρα», στα οποία –λόγω της καθαρά εργαλειακής τους χρήσης στο δημόσιο λόγο– χωράνε το ίδιο εύκολα οι μαζικές κινητοποιήσεις των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στην καταστροφή του περιβάλλοντος της περιοχής τους από την εξόρυξη χρυσού και οι ομάδες εφόδου της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής που επελαύνουν σε γειτονιές και σπέρνουν τον τρόμο με κριτήριο το χρώμα του δέρματος. Για μια κριτική αυτής της λογικής της εξίσωσης των «άκρων» βλ. Γ. Κατσαμπέκης, «Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Χρυσή Αυγή και ο Ερνέστο Λακλάου…», Red Notebook, 5.10.2012, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=6958.

Δειτε επισης: 

Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση

Φωτογραφία: του Elliot Erwin, Παρίσι 1949

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

«Στου δρόμου της ζωής τη μέση σε σκοτεινό βρέθηκα δάσος γιατί το μονοπάτι το σωστό είχα μπλέξει» * ...

απο το Αριστερο Βημα...
Κοινή διακήρυξη εξέδωσαν οι Ζαν-Λικ Μελανσόν και Όσκαρ Λαφοντέν, στο Ζάαρμπρικεν, στις 20 Νοεμβρίου 2012. Η εφημερίδα «Ουμανιτέ» την παρουσιάζει με τον τίτλο “Η φτώχεια και ο κοινωνικός ανταγωνισμός ανάμεσα στους ανθρώπους πάντα δημιουργούν το έδαφος για τον πόλεμο και τη βία”. Ο τόπος που επιλέχθηκε δεν είναι τυχαίος. Ο Λαφοντέν έχει διατελέσει δήμαρχος της πόλης και πρόεδρος του κρατιδίου του Ζάαρ. Το Ζάαρμπρίκεν, πρωτεύουσα του κρατιδίου, βομβαρδίστηκε ανηλεώς κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η περιοχή του Ζάαρ διεκδικήθηκε σκληρά από τη Γερμανία και τη Γαλλία. Το 1945, προσωρινά, αποτέλεσε μέρος της γαλλικής ζώνης κατοχής. Το 1947, η Γαλλία συγκρότησε το κατ΄ όνομα πολιτικά ανεξάρτητο προτεκτοράτο του Ζάαρ και το συγχώνευσε με τη Γαλλία με στόχο την εκμετάλλευση των πλούσιων ανθρακωρυχείων του. Η περιοχή του Ζάαρ ενώθηκε με την τότε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας την 1/1/1957. Παραθέτουμε τη διακήρυξη, όπως δημοσιεύεται στην «Ουμανιτέ»
Σημειώνουμε με ανησυχία τη χρήση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως εργαλείου εκτεταμένης λιτότητας. Αυτό δεν οδηγεί πουθενά εκτός από μια καταστροφή από την οποία καμιά χώρα δεν μπορεί να ξεφύγει”.

Αυτή η πολιτική δυσφημεί το ευρωπαϊκό ιδανικό οδηγώντας τους λαούς μας στο αδιέξοδο της καταστροφής του κοινωνικού κράτους, στην οικονομική ύφεση και στην αδιαφορία για το περιβάλλον. Είμαστε αντίθετοι στην έξαρση των εθνικών εγωισμών που μπορεί να προκαλέσει αυτή η πολιτική. Γνωρίζουμε ότι με το να υποβαθμίζουν τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες για να επιβάλουν στους λαούς τη νεοφιλελεύθερη διαρθρωτική προσαρμογή η ίδια η δημοκρατία βρίσκεται σε κίνδυνο. Έχοντας αφομοιώσει τα μαθήματα της ιστορίας, θέλουμε να διεγείρουμε τις συνειδήσεις, θυμίζοντας ότι η κοινωνική αποστέρηση, η ύφεση και ο εκτεταμένος ανταγωνισμός μεταξύ των λαών πάντα δημιουργούν το έδαφος για πόλεμο και βία. Η Ευρώπη βρίσκεται προ αυτής της απειλής!

“Λυπούμαστε που η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν προβάλλει καμιά αντίσταση στις προσταγές του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, στους οίκους αξιολόγησης που ελέγχει και στις αγορές. Είδαμε στην Ελλάδα τον Γιώργο Παπανδρέου, τους Θαπατέρο και Σόκρατες στην Ισπανία και την Πορτογαλία να παραδίδονται άνευ όρων. Στη συνέχεια, μείναμε κατάπληκτοι βλέποντας τη νέα γαλλική κυβέρνηση να ευθυγραμμίζεται καθαρά και απλά με τις ντιρεκτίβες των συνθηκών που υπέγραψαν η Άνγκελα Μέρκελ και ο Νικολά Σαρκοζί. Υπ΄αυτές τις συνθήκες, για να αντιμετωπίσουν τον κοινωνικό αφανισμό της Ευρώπης και να εξασφαλίσουν την ειρήνη, οι εργαζόμενοι πρέπει να δημιουργήσουν νέες αριστερές πολιτικές πλειοψηφίες και να αυξήσουν την ικανότητά τους να λαμβάνουν πρωτοβουλίες ως πολίτες. Γνωρίζουμε τις δυσκολίες κινητοποίησης στο παρόν πλαίσιο ή το φόβο για το αύριο και ότι η πίεση της ανεργίας και της φτώχειας παραλύουν πολλές δυνάμεις. Βλέπουμε την άκρα δεξιά να αναπτύσσεται σε όλη την Ευρώπη. Βλέπουμε όμως, επίσης, τις δυνάμεις μας να φτάνουν με σφρίγος στο κατώφλι της εξουσίας στην Ελλάδα, όπως στην περίπτωση του Σύριζα. Επιβεβαιώνεται η πεποίθησή μας ότι η αλυσίδα της λιτότητας που εγκλωβίζει τους λαούς της Ευρώπης κάπου θα σπάσει, σε μια από τις χώρες που ζουν το σημερινό μαρτύριο, όπως έγινε στη Νότια Αμερική ύστερα από μια δεκαετία διαρθρωτικής προσαρμογής. Η Ευρώπη χρειάζεται μια επανάσταση των πολιτών.
Οι λαοί πρέπει να έχουν τη δύναμη να ορίζουν ελεύθερα την πολιτική που πιστεύουν ότι είναι καλή γι΄ αυτούς, χωρίς να υπόκεινται σε προαποφασισμένες αντιδημοκρατικές διαδικασίες ελέγχου και σε τιμωρίες, όπως αυτές που επιβάλλονται με τις νέες ευρωπαϊκές συνθήκες. Αυτή η αξίωση επιβεβαιώνεται σε πολλά μέρη του κόσμου. Έδωσε την αφορμή για βαθιές αλλαγές στη Νότια Αμερική και τη Βόρεια Αφρική. Πουθενά δεν έχει πάρει την τελική μορφή της. Αλλά παντού εκφράζει την ισχυρή προσδοκία για κοινωνική και πολιτική δημοκρατία.
Γι΄ αυτό αποφασίσαμε να ενώσουμε την προσωπική μας δράση, για να δημιουργήσουμε μαζί με προοδευτικούς ανθρώπους και στις πέντε ηπείρους ένα κοινό πλαίσιο συναντήσεων και προτάσεων, το Παγκόσμιο Φόρουμ της επανάστασης των πολιτών. Ελπίζουμε να δούμε την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ETUC) να οργανώνει την αντίσταση των μισθωτών. Χαιρετίζουμε την προσπάθεια του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς να υποστηρίξει την ενεργό συνεργασία των κομμάτων της νέας ευρωπαϊκής αριστεράς μέσα στους αγώνες των λαών. Επιβεβαιώνουμε την εμπιστοσύνη στην ικανότητά μας να ηγηθούμε, όταν έρθει ο χρόνος, των νέων προοδευτικών κυβερνήσεων που χρειάζονται για να αλλάξει ο ρους της ιστορίας και να αποφύγουμε την καταστροφή! Καλούμε όλους τους προοδευτικά σκεπτόμενους να μπουν σ΄ αυτή τη μάχη”.

Όσκαρ Λαφοντέν και Ζαν -Λικ Μελανσόν.


Μετάφραση Α. Αλαβάνου

*Ο τίτλος  από την " Κόλαση" του Δάντη, 1ο Άσμα 1ος στίχος, ας θεωρηθεί ο μόνος σχολιασμός του κειμένου. (Σ.τ.Μ.)

Ροη αρθρων