Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΣΑΜΠΕΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΣΑΜΠΕΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Ο συνεπής Γιάννης Πρετεντέρης...

Γιώργος Κατσαμπέκης, απο το Περιοδικο Χρονος... 
… Και ένα σχόλιο για τον αντιπολιτικό κυνισμό του κυρίαρχου λόγου 
Λίγοι δημοσιογράφοι έχουν ταυτιστεί με το εγχείρημα του «εκσυγχρονισμού» όσο ο Γιάννης Πρετεντέρης. Μέσω της τακτικής αρθρογραφίας του (κυρίως στο Βήμα και τα Νέα), αλλά και της σταθερής τηλεοπτικής του παρουσίας, ο εν λόγω δημοσιογράφος για πολλά χρόνια φάνταζε ως η «δημοσιογραφική φωνή του Σημίτη», καθώς φαίνεται πως έκανε λιανά, όσα ο τελευταίος, λόγω της θεσμικής του θέσης ή/και του ύφους του, δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να πει. «Δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι» για τον εκσυγχρονισμό, έλεγε ο Σημίτης («Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής», 21.12.1996)· βεβαίως και «θα υπάρξουν και νικητές και ηττημένοι», απαντούσε αμέσως ο Πρετεντέρης από τις σελίδες του Βήματος («Οι δύο Ελλάδες», 22.12.1996). Ενώ και οι δυο τους πίστευαν (και πιθανότατα ακόμα πιστεύουν) στο ανελαστικό σχήμα των «δύο Ελλάδων». Πιστοί σε έναν ιδιότυπο «πολιτισμικό δυϊσμό» –ο οποίος στον χώρο της ακαδημαϊκής σκέψης συστήθηκε από τον Νικηφόρο Διαμαντούρο–, αναλάμβαναν στον λόγο τους, μαζί με ένα ευρύ πλέγμα σύμμαχων διανοουμένων, πολιτικών και δημοσιολόγων, επί σειρά ετών, να υπερασπιστούν την «ορθολογική», «πεφωτισμένη», «ευρωπαϊκή», «κοσμοπολίτικη» και «αντιλαϊκιστική» Ελλάδα ενάντια στη «μίζερη», «ανορθολογική», «ανατολίτικη», «εθνικιστική» και αφόρητα «λαϊκιστική» αντίρροπη πτυχή της, η οποία έπρεπε πάση θυσία να ηττηθεί για να δει άσπρη μέρα ο τόπος· να «εκπνεύσει», όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Πρετεντέρης.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

το «μαύρο» στη δημοκρατία και το χρώμα της απάντησης...

Γιώργος Κατσαμπέκης, απο το περιοδικο Χρονος... 
Σημειώσεις για την πολιτική της πυγμής και για την (ζητούμενη) κοινωνική σπίθα δημοκρατικής ανανέωσης.
Μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την τρικομματική και την «αναθεμελίωση» (με τα πιο σαθρά υλικά) του παλιού δικομματισμού στο κυβερνητικό τιμόνι της χώρας, μπορούμε ίσως να πούμε ότι ένας ακόμα κύκλος συγκρούσεων και τριβών κλείνει, ενώ, απ’ ό,τι φαίνεται, ανοίγει ένας νέος, αυτή τη φορά όμως με νέους όρους, ακόμα πιο σκληρούς και οξείς. Το απειλητικό τελεσίγραφο του κ. Στουρνάρα προς τους εργαζομένους της Ε.Ρ.Τ. να εκκενώσουν άμεσα το κτίριο προϊδεάζει για τη γραμμή «διαλόγου» που προτίθεται να ακολουθήσει με τις βαλλόμενες κοινωνικές ομάδες από δω και πέρα η κυβέρνηση. Το γεγονός ότι την ίδια στιγμή οι εργαζόμενοι ενημερώνονται με άλλο έγγραφο πως εξακολουθούν να έχουν την ευθύνη διαφύλαξης των περιουσιακών στοιχείων της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και των θυγατρικών της, απλώς καταδεικνύει τον πλήρη παραλογισμό των «εξορθολογιστών» του διαχειριστικού άκρου. Ας κάνουμε όμως για την ώρα ένα βήμα πίσω και ας δούμε πώς φτάσαμε ώς εδώ.
 
Γιατί έκλεισε η Ε.Ρ.Τ.; 
Καταρχήν, γιατί απολύθηκαν αυτοί οι 2.656 εργαζόμενοι και έκλεισε η Ε.Ρ.Τ.; Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Έλληνα πρωθυπουργού, απολύθηκαν χάριν συμβολισμού, αφού κάποιες «έστω και συμβολικές, αποχωρήσεις» έπρεπε «να υπάρξουν και από το Δημόσιο». Απολύθηκαν μάλιστα από έναν πρωθυπουργό που δηλώνει ενάντια στις μαζικές απολύσεις στο Δημόσιο. Φανταστείτε να δήλωνε υπέρ! Η Ε.Ρ.Τ. έκλεισε επίσης επειδή δεν προωθούσε αρκετά το κυβερνητικό έργο, αφού φαινόταν να «βρίσκεται συνεχώς σε απεργία», σαμποτάροντας κάθε σημαντική επίσκεψη ξένου ηγέτη, μη δίνοντας χώρο στην εθνική (εικονική) αισιοδοξία που τόσο επίμονα προσπαθεί να καλλιεργήσει η κυβέρνηση. Εντούτοις, το κόμμα που μονομερώς και πραξικοπηματικά επέλεξε να κλείσει την ελληνική δημόσια τηλεόραση, την καταγγέλλει ταυτόχρονα ως «εξαρτημένη», «κομματικοκρατική» και «διαπλεκόμενη»… ενώ, απ’ ό,τι φαίνεται, τη θέλει απλώς κυβερνητική. Είναι το ίδιο κόμμα που, από κοινού με τον πιστό του εταίρο, το ΠΑ.ΣΟ.Κ., δηλώνει λιτανικά την πίστη του στη νομιμότητα και τους θεσμούς, μόνο για να κουρελιάσει κάθε έννοια δικαίου και να απαξιώσει πλήρως τους θεσμούς, κάθε φορά που το απαιτεί η εθνική «έκτακτη ανάγκη».
Η Ε.Ρ.Τ. έκλεισε και επειδή οι υπάλληλοί της ήταν εστία φαυλοκρατίας και πελατειοκρατίας. Το πρωθυπουργικό «χιούμορ» έφτασε μάλιστα σε δυσθεώρητα ύψη, όταν στην προσπάθειά του να εμπλέξει και εδώ ως πηγή των δεινών της χώρας την Αριστερά, ο Α. Σαμαράς μας ενημέρωσε πως ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ. διόριζαν μεν στην Ε.Ρ.Τ., αλλά διόριζαν «κυρίως ανθρώπους της Αριστεράς». Ανέλαβαν λοιπόν να την «εξυγιάνουν» οι βασικοί υπεύθυνοι των κομματικών διορισμών, οι οποίοι υποτίθεται πως έχουν πια μετανοήσει…

Ο τρόπος είναι το μήνυμα!
Η απαρίθμηση ακόμα μερικών κραυγαλέων αντιφάσεων στην αιτιολόγηση του κλεισίματος της Ε.Ρ.Τ. από τον πρωθυπουργό και τα όποια κυβερνητικά στελέχη ανέλαβαν την υπεράσπιση τούτης της επιλογής θα μπορούσε να γεμίσει αρκετές σελίδες, χωρίς απαραίτητα να οδηγεί στην εξαγωγή κάποιου ξεκάθαρου ή χρήσιμου συμπεράσματος. Ωστόσο ένα από τα σχετικά ασφαλή συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια καθαρά πολιτική/στρατηγική επιλογή, μια επιλογή με σημαντικό συμβολικό βάρος, στην περίπτωση της οποίας ο τρόπος επιβολής φαίνεται να έχει ισάξια σημασία με το ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης. Η πυγμή, με άλλα λόγια, που έδειξε η Ν.Δ. και ο πρωθυπουργός προσωπικά είναι το σημείο-κλειδί για την κατανόηση τούτης της επιλογής. «Ο τρόπος είναι το μήνυμα», για να παραφράσουμε τα γνωστά λόγια του Μάρσαλ Μακλούαν.
Η Ν.Δ. θέλει να εμφανιστεί ως ο πολιτικός σχηματισμός που «σπάει αυγά», που κάνει ένα γενναίο (δηλαδή «τσαμπουκαλίδικο») άλμα προς τα εμπρός, αφήνοντας πίσω τους αριστερούς «συντεχνιασμούς» και τους «ψευτοπροοδευτισμούς», και κυρίως τους «λαϊκισμούς». Τραβά ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές και το κάνει με τρόπο εμφατικό. Αναβιώνει το σχήμα των «δύο Ελλάδων», του ΠΑ.ΣΟ.Κ. της εποχής Σημίτη, αλλά το αναβαπτίζει τώρα σε έναν υβριδικό ιδεολογικό αστερισμό που παντρεύει το εννοιολογικό οπλοστάσιο της παραδοσιακής εθνοκεντρικής (για να μην πούμε μετεμφυλιακής) Δεξιάς με εκείνο ενός σύγχρονου, ούλτρα νεοφιλελεύθερου τεχνοκρατισμού. (Η σύμφυση ακροδεξιού και νεοφιλελεύθερου άκρου αναδεικνύεται τώρα με τον πιο γλαφυρό τρόπο στη συνύπαρξη ενός Γιάννη Στουρνάρα με έναν Άδωνι Γεωργιάδη στο ίδιο υπουργικό συμβούλιο.) Έτσι μπορεί σήμερα η Ν.Δ. να οικειοποιείται με άνεση τα αντιθετικά ιδεολογικά σχήματα του εκσυγχρονιστικού ΠΑ.ΣΟ.Κ.: μέλλον αντί παρελθόντος, εξορθολογισμός αντί λαϊκισμού, αριστεία αντί μετριοκρατίας, ιδιωτική πρωτοβουλία και «επενδύσεις» αντί κρατικής/γραφειοκρατικής αρτηριοσκλήρυνσης κ.λπ., αναπαράγοντάς τα σχεδόν μηχανικά, σε συνθήκες νοηματικού κενού. Και ενώ αυτό που δηλώνεται πως «αφήνει πίσω» η Ν.Δ. είναι η «φαυλοκρατία» και ο «λαϊκισμός» της μεταπολίτευσης, εκείνο που απαξιώνεται στην ουσία είναι το κοινωνικό και δημοκρατικό κεκτημένο της περιόδου. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αποτιμηθεί και η έντονα αντιαριστερή τροπή του λόγου της Ν.Δ., με πολιορκητικούς κριούς τα ακροδεξιά της στελέχη και τον ίδιο τον πρωθυπουργό.
Η σημερινή ρητορική όμως του πρωθυπουργού και της Ν.Δ., πέρα από το στοιχείο της σιδερένιας πυγμής, δεν κομίζει τίποτε απολύτως το καινούριο σε επίπεδο πολιτικού/προγραμματικού περιεχομένου. Απλώς παροξύνει ιδεολογικούς κώδικες και ρηματικά μοτίβα τα οποία κατείχαν κεντρική θέση στον λόγο όλων λίγο-πολύ των ελληνικών κυβερνήσεων από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, προσδίδοντάς τους ένα όλο και πιο αυταρχικό και ακροδεξιό επίχρισμα. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η Ν.Δ. συγκροτεί σήμερα τον κατεξοχήν ριζοσπαστικό συντηρητικό πόλο του πολιτικού συστήματος, με το «σύμμαχο ΠΑ.ΣΟ.Κ.», πλήρως απαξιωμένο, μόνο να ενισχύει περαιτέρω τούτο τον προσανατολισμό. (Συντηρητικό γιατί δεν προτάσσει καμία –μα καμία– ουσιαστική εναλλακτική ως προς το κυρίαρχο, πλην αποτυχημένο και διαρκώς αποτυγχάνον, νεοφιλελεύθερο μοντέλο απορρύθμισης· και ριζοσπαστικό γιατί επιλέγει τον δρόμο της αυτονόμησης της ίδιας της πυγμής των αποφάσεων, της εξουσίας επί της γυμνής ζωής, τον δρόμο τελικά της ευθείας σύγκρουσης με την κοινωνία, αγνοώντας πλήρως τη μέριμνα για την απόσπαση μιας μίνιμουμ συναίνεσης από τη βάση.)

Η Ν.Δ. ως άξονας βεβαιότητας/πυγμής;
Η στρατηγική αυτή πιθανότατα επελέγη υπό την προσδοκία συγκεκριμένων ωφελειών. Η πιο προφανής, ίσως παράδοξη, προσδοκώμενη ωφέλεια πιθανότατα έχει να κάνει με τη δημιουργία ενός «πόλου βεβαιότητας». Τι εννοώ; Στη μνημονιακή πολιτική έρημο της τελευταίας τετραετίας, όπου κανόνας έχει καταστεί η πλήρης αθέτηση των προγραμματικών υποσχέσεων και των προεκλογικών σχεδίων εκ μέρους των κομμάτων που καλούνται να κυβερνήσουν, καταβαραθρώνοντας το πολιτικό κύρος και διαλύοντας τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ ψηφοφόρων και κοινοβουλευτικών αντιπροσώπων, ο Σαμαράς επιχειρεί να παρουσιάσει τη Ν.Δ. ως το κόμμα που όχι μόνο «λέει» αλλά και «πράττει». Και «πράττει» δηλώνοντας έναν πολύ συγκεκριμένο προσανατολισμό, αφού όλες οι περιπτώσεις στις οποίες η Ν.Δ. «μιλάει με έργα» και πυγμή είναι εντονότατα ιδεολογικοποιημένες: 1. κατάργηση του νόμου περί ιθαγένειας, 2. ακύρωση του αντιρατσιστικού νόμου, 3. κλείσιμο της Ε.Ρ.Τ. Όλες τους, αποφάσεις που επιβλήθηκαν «μονομερώς» και με αιτιολόγηση που αναδίδει έντονο το άρωμα του αυταρχισμού, του εθνικισμού, αλλά και μιας βαθιά αντιδημοκρατικής λογικής.
Έτσι, η Ν.Δ. επιχείρησε να αυτοπαρουσιαστεί ως εκείνο το πολιτικό υποκείμενο που «ό,τι λέει το κάνει», που δεν υποχωρεί. Ο αποδέκτης του μηνύματός της βεβαίως ήταν ένα πολύ περιορισμένο ακροατήριο. Στον λόγο της πρακτικά απουσιάζει η αναφορά σε όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες, σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα, η καθολική απεύθυνση δηλαδή που συνηθίζεται στα κυβερνητικά κόμματα, ενώ κεντρική θέση καταλαμβάνει τώρα μια πολύ συγκεκριμένη Ελλάδα, η «δική της» Ελλάδα, εκείνη που την ενδιαφέρει. Την «άλλη» Ελλάδα, την «Ελλάδα των βολεμένων», την έχει ήδη ξεγράψει, την πολεμά με τον πιο ρητό τρόπο, επιχειρώντας μάλιστα πρόδηλα να την καταστήσει βορά στην αρένα των κοινωνικών αυτοματισμών· οι οποίοι, ευτυχώς, δεν είναι πλέον τόσο «αυτόματοι». Με αυτούς ακριβώς τους όρους μπορεί να δηλώνει ο πρωθυπουργός την πίστη και την αφοσίωσή του στην «άλλη Ελλάδα» που εκπροσωπούν οι βραβευμένοι «άριστοι» και «καινοτομούντες» του Ε.Β.Ε.Α., στην Ελλάδα της επιχειρηματικότητας, «της ανταγωνιστικότητας […] και της εξωστρέφειας».
Ως κομμάτι τούτης της αφήγησης, το κλείσιμο της Ε.Ρ.Τ. μόνο ως κεραυνός εν αιθρία δεν ήρθε. Ενισχύει πάντως ακόμα περισσότερο την υπόθεση ότι η σημερινή έντονα ηγετοκεντρική Ν.Δ. έχει συνειδητά αναλάβει τον ρόλο του συντηρητικού/δεξιού πόλου του πολιτικού συστήματος, ερχόμενη σε ευθεία ρήξη με τον μετριοπαθή κεντρισμό του «μεσαίου χώρου» που εκπροσωπούσε κάποτε υπό τον Κώστα Καραμανλή.

Μετά τη μεταδημοκρατία: η (ακρο)δεξιά σκλήρυνση του συντηρητικού πόλου
Η ανάληψη τούτου του ρόλου δεν συνιστά καθαυτήν ανησυχητικό σημάδι και ήταν μάλλον ξεκάθαρη ήδη από τις εσωκομματικές εκλογές της Ν.Δ. το 2009. Σε ορισμένο βαθμό, η επαν-υιοθέτηση από τη Ν.Δ. μιας σκληρής δεξιάς ταυτότητας θα μπορούσε να είναι καλοδεχούμενη ως δείγμα εξόδου από το μεταδημοκρατικό τέλμα στο οποίο πλέουμε τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο η απάρνηση του μεταδημοκρατικού κέντρου εκ μέρους της Ν.Δ. δεν ευνοεί τη γέννηση μιας ανανεωμένης δημοκρατικής και αγωνιστικής δημόσιας σφαίρας, όπου Δεξιά και Αριστερά καλούνται να συγκρουστούν πολιτικά και ιδεολογικά ενστερνιζόμενες ένα κοινό πλαίσιο αρχών και προϋποθέσεων, αφού η Ν.Δ. υιοθετεί έναν πρωτόγνωρο για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα διχαστικό και αυταρχικό λόγο που ανακινεί δυνάμει εξωπολιτικά ή αντιπολιτικά πάθη, στη βάση μιας εθνοκεντρικής/ηθικιστικής απαξίωσης του αντιπάλου· σχεδόν οποιουδήποτε αντιπάλου. Για τον πρωθυπουργό και τη Ν.Δ., ο βασικός της αντίπαλος, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., «μισεί τη χώρα», ενώ όλοι όσοι αντιτίθενται στις επιλογές της συγκροτούν τη «συμμαχία των βολεμένων», εκείνων που φωνάζουν μόνο «για τα προνόμιά τους». «Αλλά συμβιβασμό με τους “βολεμένους”», όπως σημειώνει ο πρωθυπουργός, «δεν μπορούμε να κάνουμε». Τι πολιτικό διάλογο να κάνεις αλήθεια με τους διεφθαρμένους; Τους φαύλους; Εκείνους που στο κάτω κάτω «μισούν τη χώρα»; Εκείνους που μας οδηγούν στην καταστροφή;
Αυτό που συμβαίνει, με άλλα λόγια, είναι ότι η Ν.Δ. δεν αναγνωρίζει στην αντίπερα πολιτικοκοινωνική όχθη κάποιον νομιμοποιημένο (αριστερό, κεντροαριστερό ή έστω προοδευτικό) πόλο/αντίπαλο με τον οποίο να μπορεί να συγκρουστεί/διαλεχθεί πολιτικά. Η Ν.Δ. δεν αντιπαλεύει, δεν συνδιαλέγεται πολιτικά αλλά εχθρεύεται, δεν συμβιβάζεται αλλά «τσακίζει» με σιδερένια πυγμή τη διαφωνία. Κινείται στη λογική τού «είτε είστε μαζί μας είτε εναντίον μας», όπου το «μαζί μας» ταυτίζεται με τη σωτηρία του έθνους και το «εναντίον μας» ισοδυναμεί με εθνική καταστροφή (ή τανκς, όπως υπονόησε ο υπουργός Οικονομικών Γ. Στουρνάρας). Η στυγνή μάλιστα αυταρχικότητα των μεθόδων της θα μπορούσε άμεσα να καταστεί ακόμα σκληρότερη, αφού, σύμφωνα με ιδιαίτερα προβεβλημένο τηλεοπτικά στέλεχος της παράταξης και τώρα υπουργό, η Ν.Δ. πρέπει «να γίνει λίγο Ερντογάν» και να «καθαρίσει» με αντίστοιχο τρόπο «την αριστερή φασιστοπαρέα που κάνει ό,τι…».

Η ελπίδα στο προαύλιο
Υπάρχει άραγε ελπίδα δημοκρατικής/προοδευτικής διεξόδου απέναντι στον αναδυόμενο (και δυνάμει διευρυνόμενο) νεοσυντηρητικό αστερισμό που επιχειρεί να παγιώσει η Ν.Δ., με τη βοήθεια των μεγαθηρίων της ενημέρωσης που πανηγυρίζουν το γεγονός ότι ο Σαμαράς «διαθέτει την απαραίτητη πυγμή για να πάρει εξαιρετικά δύσκολες αποφάσεις», αλλά και με τη βοήθεια ενός καταρρέοντος ΠΑ.ΣΟ.Κ. που μάλλον ταυτίζει τον κύκλο ζωής αυτής της κυβέρνησης με τον ορίζοντα επιβίωσής του; Νομίζω πως ναι. Προεικονίσεις τούτου του ευρύτερου λαϊκού/δημοκρατικού πόλου ενάντια στον (ακρο)δεξιό νεοσυντηρητισμό και το τέλμα της νεοφιλελεύθερης σκλήρυνσης μπορούν ξεκάθαρα να ανιχνευτούν στο προαύλιο του Ραδιομεγάρου στην Αθήνα, στις πρώτες εβδομάδες ακούραστης συμπαράστασης, αλλά και στην άρθρωση γενικότερα των προγραμμάτων της ελεύθερης «πειρατικής» Ε.Ρ.Τ., η οποία ήδη συναντιέται με τα πιο σημαντικά κοινωνικά κινήματα στη χώρα, από τις Σκουριές και τη ΒΙΟ.ΜΕ. μέχρι τον αγώνα ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού και το αντιρατσιστικό κίνημα. Στις σχέσεις αλληλεγγύης, συνεργατικότητας και αυτοδιαχείρισης που ξεπήδησαν αυθόρμητα σε έναν χώρο που μέχρι χθες δεν ήταν διόλου εξοικειωμένος με τέτοιες πρακτικές. Στις ελεύθερες και δημιουργικές φωνές των δημοσιογράφων που έμοιαζαν να περίμεναν καιρό να ορθώσουν το ανάστημά τους. Στη συγκινησιακή φόρτιση και τα δάκρυα του πολυποίκιλου πλήθους που έσπευσε να υπερασπιστεί τον δημόσιο χαρακτήρα της Ε.Ρ.Τ. ως αδιαπραγμάτευτο κοινό συλλογικό αγαθό. Και δεν είναι βεβαίως η πρώτη φορά που αυτές οι κοινωνικές πρακτικές και σχέσεις κάνουν αισθητή την παρουσία τους στη δημόσια σφαίρα. Αποτελούν μάλλον έναν ακόμα σταθμό στον δρόμο που ανοίγει η κοινωνική επινοητικότητα και αυτενέργεια ήδη από τα πρώτα χρόνια της κρίσης με κοινό κομβικό ζητούμενο μια καλύτερη δημοκρατία, έναν αξιοβίωτο βίο.
Αν είναι μάλλον δεδομένο πως η κοινωνική μαγιά είναι εκεί έξω, δεν είναι ωστόσο δεδομένο ότι ο πολιτικός εκφραστής/δίαυλος, ή το μέτωπο δυνάμεων, που θα αναλάβει να την εκφράσει είναι στη θέση του, με πλήρη επίγνωση της ευθύνης να συγκρουστεί μετωπικά με την παραπαίουσα καθεστηκυία τάξη. Μια τάξη που ντύθηκε ξανά το κουρελιασμένο ένδυμα του «παλιού» δικομματισμού. Αλλά κι αυτό δεν είναι λόγος να απαισιοδοξούμε. Το νέο που κομίζουν οι ποικιλόμορφες μαζικές κοινωνικές κινητοποιήσεις του τελευταίου διαστήματος για τα κοινά, από την υγεία και την παιδεία μέχρι το περιβάλλον, τον πολιτισμό και τώρα την επικοινωνία με αφορμή την Ε.Ρ.Τ., συνιστά πρόκληση για τον γκρίζο διεκπεραιωτικό κοινοβουλευτισμό των τελευταίων ετών και ελπίδα για μια ριζική δημοκρατική ανανέωση. Συγκροτεί την αντίρροπη κοινωνική δυναμική απέναντι στη σύγκλιση του νεοφιλελεύθερου με το ακροδεξιό άκρο και δυνάμει αντίδοτο στον αντιπολιτικό κυνισμό που αμφότερα τρέφουν. Ως εκ τούτου, πολλά θα εξαρτηθούν το επόμενο διάστημα από τις δυνατότητες συνάρθρωσης των επιμέρους κινητοποιήσεων και βεβαίως στη σχέση που θα αναπτυχθεί μεταξύ της ευρύτερης Αριστεράς και τούτης της κοινωνικής δυναμικής.

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Σκέψεις για έναν «επι-θετικό» λαϊκισμό της Αριστεράς ...

του Γιώργου Κατσαμπέκη, απο τα ενθεματα...
Ένα εκ των βασικότερων χαρακτηριστικών της βαθειάς κρίσης την οποία διέρχεται η Ελλάδα είναι και η σημαντική πύκνωση του ιστορικού χρόνου. Οι δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις τον Μάιο και τον Ιούνιου του 2012 ανέδειξαν με ιδιαίτερα έντονο τρόπο το μέγεθος των ριζικών τεκτονικών μετατοπίσεων που λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο· μετατοπίσεις και ανακατατάξεις που αναμένεται να συνεχίσουν να πραγματοποιούνται, πιθανότατα μάλιστα με όλο και πιο γοργούς ρυθμούς, όσο η κρίση συνεχίζει να βαθαίνει και όσο δεν προβάλλει στον ορίζοντα μια πειστική προοπτική διεξόδου και συλλογικής ανάτασης.
Σε διάστημα λοιπόν λίγων μόνον ημερών γίναμε μάρτυρες ανατροπών και ρήξεων στην κεντρική πολιτική σκηνή που στις περισσότερες περιπτώσεις χρειάζονται δεκαετίες για να εκδηλωθούν. Άλλοι κομματικοί σχηματισμοί κατέρρευσαν και άλλοι εκτοξεύτηκαν κυριολεκτικά από την ανυπαρξία.Ανάμεσα σε άλλες συγκρούσεις και αντιφάσεις, στις δύο διαδοχικές αυτές εκλογές κορυφώθηκε με πρωτόγνωρη ένταση και η μέχρι πριν λίγα χρόνια μάλλον λανθάνουσα σύγκρουση μεταξύ λαϊκιστών και «αντιλαϊκιστών». Αυτή ακριβώς η σύγκρουση ως διακριτή διαιρετική τομή, αναδείχθηκε, θα τολμούσαμε να πούμε, σε κυρίαρχο διχασμό που επηρέασε σε σημαντικό βαθμό, αν δεν καθόρισε, τη σύγκρουση και στο επίπεδο άλλων διαιρετικών τομών, όπως αριστερά/δεξιά, ευρωπαϊσμός/αντιευρωπαϊσμός, μνημόνιο/αντιμνημόνιο, κ.ο.κ.
Η θορυβώδης «εισβολή» της εν λόγω διαίρεσης στον πολιτικό λόγο δεν είναι βεβαίως κάτι το πρωτόγνωρο για τα πολιτικά πράγματα της χώρας.  Το ιδεολογικό και πολιτικό σχίσμα λαϊκιστές/αντιλαϊκιστές, ή καλύτερα λαϊκιστές/εκσυγχρονιστές, μας έχει επισκεφτεί αρκετές φορές ήδη από το 1989, όταν πρωτο-επιχείρησε τότε να το εισαγάγει ο Κώστας Σημίτης ως κομβική διακύβευση της εποχής.[1] Ένα νέο στοιχείο ωστόσο στη σημερινή του επανεπίσκεψη εντοπίζεται στην ένταση με την οποία προβλήθηκε και στο βαθμό διάχυσής του στο δημόσιο λόγο· στην υπερπληθωρική χρήση, με άλλα λόγια, της συγκεκριμένης διαίρεσης στην δημόσια σφαίρα, αλλά και στο βαθμό που δείχνει να επηρέασε τη δημόσια συζήτηση στους διάφορους επιμέρους κλάδους άσκησης πολιτικής (από την οικονομία και την εκπαιδευτική πολιτική μέχρι και τη δημόσια τάξη και τη διπλωματία, παντού έβλεπε κανείς τους «κακούς λαϊκιστές» απέναντι στους «νηφάλιους», «ορθολογικούς» πολέμιούς τους). Επιπλέον, άλλο ένα στοιχείο που προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη νέα ανάδυση τούτης της διαιρετικής τομής είναι ότι κατά την κορύφωση αυτής της σύγκρουσης, απέναντι στο ήδη διαμορφωμένο «μπλοκ της συναίνεσης», το «μέτωπο των αντιλαϊκιστών», δείχνει πλέον να αποκρυσταλλώνεται και ένας μάλλον ξεκάθαρος λαϊκιστικός πόλος· θα τολμούσαμε να πούμε ένας ιδεοτυπικά λαϊκιστικός πολιτικός λόγος.[2] Με άλλα λόγια, τη στιγμή που ο κυρίαρχος λόγος –ο λόγος του «εκσυγχρονισμού» και του «ορθολογισμού» εμβαπτισμένος στα αυταρχικά νάματα της έκτακτης ανάγκης– στιγματίζει ως λαϊκισμό οποιαδήποτε διαφωνία, αμφισβήτηση ή αντίσταση στην ακολουθούμενη πολιτική, ένας σχηματισμός της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είχε ήδη εν τω μεταξύ αναδειχθεί σε βασική αντιπολιτευτική πολιτική δύναμη, εγκαλεί τώρα με κάθε αφορμή, συνεχώς και επίμονα, τον «λαό» στο προσκήνιο· τον εγκαλεί και τον καλεί να «σηκώσει κεφάλι» ενάντια στις διάφορες ελίτ, ενάντια στο «κατεστημένο». Δε διστάζει μάλιστα συχνά να εξισώσει την πιθανότητα ανάληψης κυβερνητικών καθηκόντων εκ μέρους του με την ίδια την «αυτο-ενίσχυση» του λαού.
Είναι χαρακτηριστική επί τούτου μία απλουστευτική και μάλλον χονδροειδής ποσοτική σύγκριση. Ενώ σε προεκλογικές του ομιλίες για τις βουλευτικές εκλογές του 2009 ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρεται ελάχιστες φορές και χωρίς ιδιαίτερη φόρτιση στο σημαίνον «λαός», κατά τις δύο διαδοχικές προεκλογικές εκστρατείες του 2012 βλέπουμε την αναφορά στον «λαό» να εμφανίζεται ακόμα και 50 φορές σε μία μόνο ομιλία του. Για παράδειγμα, αν διαβάσει κανείς την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Αθήνα (Πλ. Κοτζιά) στις 29.09.2009[3] θα μετρήσει μόλις 5 αναφορές στον «λαό», ενώ στην αντίστοιχη κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ομόνοια στις 14.06.2012 ο «λαός» δεσπόζει ως αναφορά, αφού απαντάται 51 φορές![4] Εδώ νομίζω πως έχουμε να κάνουμε με μια μορφή αριθμολογίας που δε στερείται διόλου σημασίας, αφού το σημαίνον «λαός» δεν επαναλαμβάνεται «άχρωμα», ως τυπική ή κλισέ αναφορά στο βάσει συντάγματος νομιμοποιητικό υποκείμενο της δημοκρατίας, αλλά αποκτά το ρόλο του προνομιακού σημείου αναφοράς που καθορίζει την ομιλία απ’ άκρου εις άκρον, που επηρεάζει σημαντικά κάθε άλλη αναφορά στο κείμενο. Για να μιλήσουμε με την ορολογία της θεωρίας και ανάλυσης του λόγου,[5] ο «λαός» είναι ξεκάθαρα πλέον το κομβικό σημείο στο λόγο του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά.[6]
Χαρακτηριστικά είναι επίσης τα πρωτοσέλιδα της «Αυγής» κατά την ίδια περίοδο, όπου ο λαός εμφανίζεται να εισβάλει στην εξουσία μαζί με την αριστερά, ή να εισβάλει στην εξουσία ακριβώς λόγω της ανόδου της αριστεράς. Μερικοί χαρακτηριστικοί τίτλοι έχουν ως εξής: «Λαός – Αριστερά για τη νέα Ελλάδα» (4.05.2012), «Να μην αλλοιωθεί η εντολή του λαού» (8.05.2012), «ΝΙΚΗ της Αριστεράς, ΝΙΚΗ του Λαού» (15.06.2012). Αντίστοιχης λογικής/ύφους ήταν και αφίσα μίας εκ των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ στην οποία διαβάσαμε χαρακτηριστικά: «Ο ΛΑΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ. ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΣΥΡΙΖΑ» (αφίσα της ΚΟΕ για τις εκλογές του Ιουνίου 2012). Σε ορισμένες ιδεοτυπικά λαϊκιστικές αποστροφές του λόγου του μάλιστα ο Τσίπρας θα πει, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως με την ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ ο λαός ενισχύει τον ίδιο του τον εαυτό. «Ο λαός μας, με την ψήφο του στον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ανοίγει τους δρόμους της Ιστορίας στη μεγάλη αλλαγή. […]Την Κυριακή δεν αναμετράται απλά και μόνον ο ΣΥΡΙΖΑ με το πολιτικό κατεστημένο του Μνημονίου. [...] Αναμετράται ο λαός με τη ζωή του. Αναμετράται ο λαός με τη μοίρα του. […]Ενώνεται ο λαός με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ».[7]
Ο ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο –όπως και ήταν αναμενόμενο βεβαίως– ενοχλείται ιδιαίτερα από τον χαρακτηρισμό της πολιτικής του ως «λαϊκιστικής» και επιχειρεί με μαχητικό τρόπο να επιστρέφει κάθε φορά τέτοιους χαρακτηρισμούς πίσω στην πηγή τους διανθισμένους με αντι-κατηγορίες προς τους αντιπάλους του περί «παραπλάνησης» του λαού και «δημαγωγίας» ή ασθενούς πατριωτικού φρονήματος, ακόμα και μειωμένης «ελληνικότητας»! Αυτή, θα έλεγε ίσως κανείς, είναι η πλέον λογική κίνηση εκ μέρους ενός πολιτικού σχηματισμού στα συμφραζόμενα ενός συλλογικού φαντασιακού που χρόνια τώρα έχει συνδέσει το «παράσημο» του λαϊκισμού με την χείριστη «πολιτική βρισιά», με επαίσχυντο ηθικό στίγμα που παραπέμπει σε ψεύδη, ανεντιμότητα, διαφθορά, συντεχνιασμούς, πελατειοκρατία, και κάθε φαυλότητα που μπορεί κανείς να σκεφτεί. Αν αυτή η στάση όμως φαντάζει ως η πλέον λογική απάντηση σε ένα πρώτο επίπεδο, αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι είναι και η μοναδική ή η καταλληλότερη επιλογή. Η ακριβώς αντίθετη στάση θα μπορούσε να αποτελέσει μία –όχι χωρίς ρίσκο– πρωτότυπη και ριζοσπαστική πολιτική κίνηση υπέρβασης και αντιστροφής των όρων του πολιτικού διαλόγου. Για να το θέσουμε χωρίς περιστροφές, η υπέρβαση εκ μέρους του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά θα συνίστατο στην με θέρμη ενεργό οικειοποίηση του τίτλου του «λαϊκιστή»· μια κίνηση που απαραίτητα θα εμπεριέχει και μια επίμονη προσπάθεια ενεργού ανανοηματοδήτησης του όρου στη δημοκρατική/χειραφετητική του προοπτική. Θα μπορούσε ο Τσίπρας να μιμηθεί εδώ τον Γάλλο ομόλογό του, τον Ζαν Λυκ Μελανσόν, ο οποίος όταν του λένε ότι του αποδίδεται ο χαρακτηρισμός του λαϊκιστή δε διστάζει να απαντήσει: «λαϊκιστής εγώ; Το δέχομαι!», ενώ νωρίτερα δε παραλείπει να συνδέσει τον «λαϊκισμό» του με την απέχθεια προς τις ελίτ και το κάλεσμά του προς τους πολλούς να εναντιωθούν στον εφησυχασμό των προνομιούχων.[8]
Αυτή η κίνηση ανανοηματοδήτησης μπορεί να συνεπάγεται πολλά περισσότερα από μία απλή απόπειρα αντιστροφής του ηθικο-αξιακού φορτίου μιας έννοιας ή ένα αξιολογικό αναποδογύρισμα (κάτι που ιστορικά το έχουμε δει σε πολύ πιο ευρεία κλίμακα στο κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο, από το κίνημα «black power» στις ΗΠΑ του ’60-‘70, μέχρι τον σύγχρονο queer λόγο, κ.ο.κ.). Την ίδια στιγμή που διάφοροι πολιτικοί και δημοσιογράφοι αναγνωρίζουν τον λαϊκισμό[9] σε κάθε τι που θα μπορούσε να διαταράξει τη συντεταγμένη μας πορεία προς την «οικονομική εξυγίανση» (μια πορεία που πρακτικά τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να οδηγεί στην απόλυτη κοινωνική εξαθλίωση), τη στιγμή δηλαδή που ο mainstream «αντιλαϊκισμός» τείνει να ταυτιστεί στο συλλογικό φαντασιακό με την πιο μονόχνωτη και συντηρητική (με την αυστηρή έννοια του όρου) πρόσληψη της πολιτικής ως «τέχνης των ολίγων» και προνόμιο των εξειδικευμένων «ορθολογιστών», μια θετική οικειοποίηση του λαϊκισμού με δημοκρατικό-προοδευτικό πρόσημο, που θα επιμένει στην ανάδειξη της νομιμοποιητικής ρίζας της δημοκρατίας, δηλαδή της «λαϊκής κυριαρχίας», μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά και να δώσει όνομα στην «θετικότητα» που αναζητά να εκβάλει από τις μέχρι τώρα ασύνδετες συλλογικές ματαιώσεις και δυσφορίες.
Αυτή βεβαίως είναι μία δυνατότητα μεταξύ άλλων. Δεν είναι ούτε πανάκεια, ούτε μονόδρομος, ούτε και παρέχει εγγυήσεις για την επιτυχία της· κάθε άλλο ίσως. Σε μια εποχή όμως που ο μηντιακά ηγεμονικός «αντι-λαϊκισμός» ταυτίζεται όλο και περισσότερο με το αντι-λαϊκό ή ακόμα και το αντι-δημοκρατικό συναίσθημα των ελίτ, αποκτώντας ανησυχητικά αυταρχικές και αντιδημοκρατικές ροπές, η επιλογή ενός δημοκρατικού λαϊκισμού από έναν πολιτικό χώρο που δε θα καταπνίγει την πολλαπλότητα και την ιδιαιτερότητα σε ένα μονολιθικό/περιοριστικό όλον υπό τον «φωτισμένο» ηγέτη, που δε θα προσδένει το λαό στο σημαίνον «έθνος», που θα αναζητά διαρκώς τρόπους να λειτουργεί ουσιωδώς δημοκρατικά σε επίπεδο βάσης (ρισκάροντας ακόμα και την αυτο-υπονόμευση του ίδιου του λαϊκιστικού φορέα), ενισχύοντας τα περιθώρια αυτενέργειας και αυτονομίας των υποκειμένων, που θα μετουσιώσει πολιτικά την συλλογική οργή και την αγανάκτηση σε δημοκρατική-αγωνιστική επιδίωξη κοινών στόχων εδώ και τώρα, είναι μια οδός που, αν μη τι άλλο, αξίζει να εξεταστεί.

Ο Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος διδάκτωρ του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

[1] «Η απάντηση στην κρίση δεν μπορεί να προέλθει μόνον από την αντιπαράθεση κομμάτων. Θα προέλθει και από την αντιπαράθεση λαϊκιστών και εκσυγχρονιστών μέσα στα κόμματα». Κώστας Σημίτης, «Εισαγωγή», στο Μουζέλης Ν., Λίποβατς Θ., Σπουρδαλάκης Μ., Λαϊκισμός και Πολιτική, Γνώση, Αθήνα 1989 σ. 17.
[2] Για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την έννοια του λαϊκισμού βλ. Γ. Κατσαμπέκης & Γ. Σταυρακάκης, «Λαϊκισμός: Έγκλημα ή διέξοδος», Κυριακάτικη Αυγή (Ενθέματα), 19.12.2010.
[3] Το κείμενο της ομιλίας: http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=16197.
[4] Το κείμενο της ομιλίας: http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=27375.
[5] Για το ρόλο των «κομβικών σημείων» στον πολιτικό λόγο (και πιο συγκεκριμένα στον λαϊκιστικό λόγο) βλ. Ernesto Laclau, Onpopulistreason, Verso, Λονδίνο 2005. Για τη θεωρία του λόγου εν γένει βλ. MarianneJorgensen& Louise Phillips, Ανάλυση λόγου: θεωρία και μέθοδος, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Παπαζήση, Αθήνα 2009.
[6] Τη θέση του κομβικού σημαίνοντος στο λόγο του Αλέξη Τσίπρα (όπως και του Αλέκου Αλαβάνου μεταξύ 2004-2008) μέχρι πρόσφατα κατείχε η «νεολαία», εξ ου και είχαμε μιλήσει παλιότερα για τον ιδιότυπο «νεολαιολαϊκισμό» του ΣΥΡΙΖΑ. Βλ. Γ. Κατσαμπέκης, «ΣΥΡΙΖΑ: μερικές σκέψεις με αφορμή τον Δεκέμβρη», Σύγχρονα Θέματα, τχ. 106, 2009, σελ. 9-11. Πολλές υποθέσεις μπορούν να γίνουν σχετικά με τη μετάβαση από τη «νεολαία» στο «λαό», η αναφορά στις οποίες θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό άρθρο. Ας αρκεστούμε στην πρώτη και ίσως πιο πρωτοφανή εξήγηση που έχει να κάνει με το άνοιγμα από ένα περιορισμένο ακροατήριο της τάξης του 4-6% στο εθνικό ακροατήριο.
[7] Ομιλία στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ομόνοια στις 14.06.2012, ο.π..
[8] L’ Express, 16.09.2010, http://www.lexpress.fr/actualite/politique/melenchon-populiste-moi-j-assume_919603.html. Στη Γαλλία των αρχών του 2000 αυτή την κρίσιμη αντιστροφή του στίγματος του λαϊκισμού την είχε πετύχει για την νεολαϊκιστική ακροδεξιά ο Ζαν Μαρί Λεπέν, ο οποίος δήλωνε χαρακτηριστικά: «Λαϊκισμός σημαίνει να λαμβάνεις υπόψη τη γνώμη του λαού. Δεν έχουν αλήθεια οι λαοί σε μια δημοκρατία το δικαίωμα της γνώμης; Αν έτσι έχουν τα πράγματα τότε ναι, είμαι ένας λαϊκιστής». Jean-Marie Le Pen, αναφέρεται στο N. Mayer, «French Populism: The Aftermath of 21st April 2002», στο Beata Ociepka (επιμ.), Populism and Media Democracy, Wroclaw University Press, 2005. Η κόρη και διάδοχος του τελευταίου, Μαρίν Λεπέν στην ίδια λογική δε διστάζει να υπερασπιστεί τον τίτλο του «λαϊκιστή» ως εκείνου που προσβλέπει και λαμβάνει υπόψη τον λαό. Αναφερόμενη στον Μελανσόν είχε δηλώσει χαρακτηριστικά «Εγώ είμαι μια λαϊκίστρια με τον λαό, αυτός ένας λαϊκιστής χωρίς λαό». L’ Humanité, 14.02.2011, http://www.humanite.fr/14_02_2011-m%C3%A9lenchon-jai-envoy%C3%A9-marine-le-pen-au-tapis-vid%C3%A9o-465127.
[9] Ο λαϊκισμός στην ημεδαπή έχει οψίμως ταυτιστεί και με τα περιβόητα «άκρα», στα οποία –λόγω της καθαρά εργαλειακής τους χρήσης στο δημόσιο λόγο– χωράνε το ίδιο εύκολα οι μαζικές κινητοποιήσεις των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στην καταστροφή του περιβάλλοντος της περιοχής τους από την εξόρυξη χρυσού και οι ομάδες εφόδου της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής που επελαύνουν σε γειτονιές και σπέρνουν τον τρόμο με κριτήριο το χρώμα του δέρματος. Για μια κριτική αυτής της λογικής της εξίσωσης των «άκρων» βλ. Γ. Κατσαμπέκης, «Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Χρυσή Αυγή και ο Ερνέστο Λακλάου…», Red Notebook, 5.10.2012, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=6958.

Δειτε επισης: 

Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση

Φωτογραφία: του Elliot Erwin, Παρίσι 1949

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Η έξοδος από την «βολή του οικείου» ...

Red NoteBook...

Του Γιώργου Κατσαμπέκη

Το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών αδιαμφισβήτητα προκάλεσαν έκπληξη στους πάντες· ακόμα και στους πιο υποψιασμένους. Μια έκπληξη που την χαράσσει για διάφορους λόγους μια βαθιά αμφιθυμία. Υπάρχουν ήδη διαθέσιμες αρκετές ερμηνείες και σχόλια επί του αποτελέσματος, ανάμεσα στις οποίες δυστυχώς μειοψηφούν εκείνες που εγκύπτουν με απροκατάληπτη κριτική ματιά πάνω από το αποτέλεσμα αποφεύγοντας τις ερμηνείες «κονσέρβα», τα ανέξοδα κλισέ ή την από καθέδρας νουθετική διάθεση (για να μην αναφέρουμε και εκείνες τις παρεμβάσεις που λειτουργούν ως αυστηρές επιπλήξεις προς τον «αδαή» κι «απείθαρχο» λαό).

Σίγουρα λοιπόν πολλά μπορούν να ειπωθούν για τον «σεισμό» των τελευταίων εκλογών. Αυτό ωστόσο στο οποίο, κατά τη γνώμη μου, οφείλουμε να επιμείνουμε είναι αυτό που θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε (και) ως μαζική έξοδο από την «βολή του οικείου»· το «ξεβόλεμα» δηλαδή ενός μεγάλου κομματιού του λαού από μια σταθερή και ως ένα βαθμό «ασφαλή» επιλογή δεκαετιών. Αυτή η απροσδόκητη μεταστροφή των «από κάτω» πυροδότησε από την πρώτη στιγμή και την άμεση «αντεπίθεση» ενός άτυπου μηντιακού-πολιτικού μετώπου το οποίο φαίνεται πως «τρόμαξε» μπροστά στους ραγδαίους μετασχηματισμούς που προοιωνίζεται η καταβαράθρωση των πολιτικών δυνάμεων που στήριξαν το μνημόνιο και τις πολιτικές που συνεπάγεται και η ταυτόχρονη άνοδος των λεγόμενων «αντιμνημονιακών» δυνάμεων με δεσπόζουσα τη ριζοσπαστική αριστερά. Αυτό το άτυπο μέτωπο, τελώντας καταφανώς σε πανικό, δεν δείχνει να έχει συνείδηση της διάψευσης και τελικά της πτώσης του (βρίσκεται, θα λέγαμε, σε «άρνηση»), και συνεχίζει να πορεύεται μετερχόμενο τα ίδια ερμηνευτικά μοτίβα, την ίδια σκονισμένη κοινοτοπία της «έκτακτης ανάγκης» και των αναπόδραστων «μονοδρόμων», με άλλα λόγια τη «φυσικοποιημένη» γλώσσα των «αγορών», αυτή τη φορά μάλιστα με διπλή έμφαση.

Οι «από κάτω», σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, φαίνεται πως μέσα στην οργή κι απόγνωσή τους «θόλωσαν» και κάνουν «ανορθολογικές» επιλογές. Αφού «εκτονώθηκαν» λοιπόν και «έστειλαν το μήνυμα», πρέπει τώρα να συνετιστούν, να αποκτήσουν συναίσθηση του «πραγματικού διακυβεύματος» και να επανέλθουν στην συστημική κανονικότητα. Αφού «αντέδρασαν» και εκφράστηκαν δια της κάλπης, οφείλουν τώρα να αναθεωρήσουν και να κάνουν τη «σωστή» επιλογή. Φαίνεται πως δικαιολογείται η εναλλαγή κυβερνήσεων στην εξουσία, αλλά μόνον στο βαθμό που δεν προκαλείται με αυτό τον τρόπο κάποια ουσιαστική αλλαγή στο status quo· μόνο στον βαθμό δηλαδή που δεν αμφισβητούνται οι βασικές κατευθυντήριες γραμμές της σύγχρονης τεχνοκρατικής διαχείρισης. Μια λογική που προσιδιάζει σε μια δημοκρατία «light», μια δημοκρατία «ντεκαφεϊνέ» που θα έλεγε και ο Ζίζεκ· τόσο «ντεκαφεϊνέ» που καταντά αγνώριστη και βεβαίως «άγευστη».

***

Επιστροφή λοιπόν ξανά και ξανά στα διάφορα σενάρια αποκάλυψης και στη ρηχή τρομολαγνική επιχειρηματολογία. Αλήθεια, θυμάται κανείς τα ευφάνταστα σενάρια που έπλαθε πρόσφατα γνωστός αρθρογράφος του Βήματος περί «χάους» και «νέου εμφυλίου» για το βράδυ της 6ης Μαΐου σε περίπτωση που ΝΔ και ΠΑΣΟΚ κατακρημνίζονταν και έπαιρναν αθροιστικά ποσοστό της τάξης του 45% οδηγώντας τη χώρα σε «ακυβερνησία»; Το ποσοστό αυτό τελικά ήταν 32%...

Αυτό που μάλλον δεν αντιλαμβάνονται (ή μήπως ακριβώς επειδή το αντιλαμβάνονται;), όσοι-ες ακόμα κινούνται σε αυτό το μήκος κύματος, είναι ότι η συντριβή που υπέστησαν οι δύο βασικοί μέχρι χθες πυλώνες του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος ήταν κάτι παραπάνω από μια ιστορική ήττα των δυνάμεων αυτών ως κομμάτων. Σε κάποιο βαθμό ήταν μια στιγμή ριζικής ρήξης με μια ολόκληρη τάξη πραγμάτων και ταυτόχρονα ένα ορμητικό άνοιγμα στο «νέο», στο εναλλακτικό, σε κάτι τέλος πάντων το διαφορετικό από το υπάρχον· με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό, με την αβεβαιότητά του, τα αστάθμητα, το απρόβλεπτο, τα ρίσκα, αλλά και την ελπίδα που γεννά οποιοδήποτε άνοιγμα στο άγνωστο, στο εναλλακτικό, όπως επίσης και με την ανάδυση ενός πιεστικού αιτήματος για δράση, για ενεργό εμπλοκή, ατομική και συλλογική παρέμβαση προς τη διαμόρφωση ενός νέου συλλογικού ορίζοντα.

Οφείλουμε να μην ξεχνάμε πως η ζυγαριά της συλλογικής ροπής μετά από μια συνθήκη ριζικής ρήξης[1] δε γέρνει νομοτελειακά προς τις περισσότερο δημοκρατικές εναλλακτικές (η ιστορία μάλιστα ίσως δείχνει και το αντίθετο). Αυτή η στιγμή της ρήξης από μόνη της δεν αρκεί, ούτε βεβαίως και το συλλογικό «θυμικό απόθεμα». Η προοπτική μιας νέας θέσμισης σε ριζοσπαστική δημοκρατική προοπτική είναι έντονα συνυφασμένη με τη διατήρηση μιας διαρκούς συλλογικής δημοκρατικής/αγωνιστικής εγρήγορσης· με άλλα λόγια, ο στόχος/ορίζοντας, τελικά η δημοκρατία που φανταζόμαστε ως ατομικότητες και ως συλλογικότητες παραμένει ένα διαρκές ζητούμενο το οποίο ως τέτοιο αξίζει να υπερασπιζόμαστε.

Το «ταρακούνημα» της 6ης του Μάη είχε βεβαίως και τις «παρενέργειές» του και στις λεγόμενες «καθεστωτικές» δυνάμεις. Βλέπουμε τώρα διάφορα από αυτά που μέχρι χθες στιγματίζονταν ως «λαϊκιστικά», «αδιανόητα» ή «καταστροφικά» να τίθενται στο τραπέζι της δημόσιας συζήτησης ως «εφικτοί» ή έστω «συζητήσιμοι» στόχοι από κορυφαίους πολιτικούς παράγοντες της Ευρώπης, από έγκυρους οικονομολόγους υπεράνω πάσης «λαϊκιστικής» ή «αριστεριστικής» υποψίας, αλλά και μεγάλα διεθνή συγκροτήματα ενημέρωσης.[2] Φαίνεται λοιπόν πως γίνονται τα πρώτα (έστω διακηρυκτικά) βήματα προς το σπάσιμο ορισμένων ταμπού της ευρωπαϊκής και εγχώριας δημόσιας σφαίρας. Μέχρι και ο προνομιακός κοινωνός του «ορθού λόγου» και της «μνημονιακής αλήθειας», Ευ. Βενιζέλος, μιλά τώρα για αναθεώρηση των όρων του οικονομικού μας ευαγγελίου (!), ενώ ο μέχρι πρόσφατα σύμμαχός του στην κυβέρνηση Παπαδήμου, Αντ. Σαμαράς, υπερθεματίζει σε «αναδιαπραγματευτική» διάθεση σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που φαντάζει να αναιρεί την ίδια του τη νωπή υπογραφή δέσμευσης για αυστηρή τήρηση του πλαισίου που επιβάλλεται από τα μνημόνια.

***

Η συζήτηση στην Ελλάδα όμως, όπως αναπτύσσεται στα τηλε-παράθυρα και τις στήλες των περισσότερων εφημερίδων, δε μοιάζει ιδιαίτερα με αυτή που ήδη αναπτύσσεται εκτός συνόρων. Ελάχιστα προβάλει εδώ ο κριτικός (ανα)στοχασμός πάνω στο νόημα του εκλογικού «σεισμού». Δεν αναπτύσσονται ή δε προβάλλονται ουσιαστικές συζητήσεις για το φάσμα των πιθανών εναλλακτικών. Δε λαμβάνεται υπόψη, με άλλα λόγια, στα σοβαρά η κραυγαλέα λαϊκή καταδίκη του μέχρι σήμερα ακολουθούμενου μονόδρομου, ενώ ταυτόχρονα απωθείται επίμονα αυτό που θα ονομάζαμε και «ελάχιστη δημοκρατική παρενέργεια».[3] Το εκλογικό σώμα παρουσιάζεται έτσι ως «τυφλωμένο» από την οργή, «παραπλανημένο» από δημαγωγούς και λαϊκιστές, «ανορθολογικό», τελικά ίσως και «επικίνδυνο».

Γι΄ αυτό και τα μέχρι χθες λεγόμενα «κόμματα εξουσίας», συνεπικουρούμενα από μεγάλο μέρος των ΜΜΕ, επιχείρησαν σε πρώτο μετεκλογικό χρόνο να επιβάλουν ένα πρωτόγνωρο κλίμα τρόμου και αναδίπλωσης στους «από κάτω» αλλά και τους θεσμικούς «απέναντι». Επιχειρήθηκε τότε η δημιουργία ενός σχήματος τυπικής «ευρείας πλειοψηφίας» (για τη διασφάλιση –και πάλι!– της «σωτηρίας της χώρας») που θα ακύρωνε στην πράξη την αντιπολίτευση, αφού θα την ενσωμάτωνε, και θα παρέκαμπτε συνεπώς την ίδια τη λαϊκή εντολή και τη δυνατότητα εκδήλωσης της δημοκρατικής κριτικής/διαφωνίας εντός θεσμικού/κοινοβουλευτικού πλαισίου. Σε τούτη την επιχείρηση θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει και την υφέρπουσα ελπίδα ότι αυτή η «αντίδραση» δε θα εκδηλωνόταν και «αδιαμεσολάβητα», στους δρόμους.

Και καθώς πλησιάζουμε στο τέλος ακόμα μιας προεκλογικής περιόδου, αυτή η μηντιακή/δημοσιολογική καταιγίδα δεν έχει κοπάσει· κάθε άλλο μάλιστα. Το ίδιο ακριβώς μοτίβο, η ίδια φόρμα άρθρωσης του κυρίαρχου λόγου των τελευταίων δύο ετών, μονότονα ανέμπνευστη, σε έναν ακόμα (τελευταίο;) σπασμό, επιχειρεί να επιβληθεί στην «κοινή γνώμη» μηρυκάζοντας το μονοδρομικό του αδιέξοδo [4]. Οι αντιφάσεις στις οποίες πέφτει τελικά αυτή η παροξυμένη ρητορική ειδικά όταν εκπορεύεται από τους δύο βασικούς πρωτεργάτες των μνημονίων είναι τόσο πολλές που δε μπορούμε και ούτε νομίζουμε αξίζει τον κόπο να τις παρακολουθήσουμε αναλυτικά.

***

Αλήθεια όμως τι ισχύ μπορούν να έχουν σήμερα οι νέοι (επανεμφανιζόμενοι ως φάρσα) «ανένδοτοι» ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και φίλιων ΜΜΕ ενάντια στον υποτιθέμενο «λαϊκισμό» της «ανεύθυνης» ή «παλαβής» αριστεράς σε μια κοινωνία που δείχνει να μην τους ακούει; Τι ισχύ μπορεί να έχει ο μπαμπούλας της «φτώχειας» και της συλλογικής κατάπτωσης την ώρα που πολύ μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας ζει στο πετσί του καιρό τώρα την φτώχεια και την εξαθλίωση; Ποια η αξιοπιστία των υποσχέσεων του «μετώπου της υπευθυνότητας» για βελτιωτικά/διορθωτικά μέτρα την ίδια στιγμή που έχει σαφώς δεσμευτεί (ενυπόγραφα) για μια σειρά ακόμα επώδυνων μέτρων; Πόσες «σωτηρίες» από την άβυσσο μπορούν ακόμα να τάξουν οι αυτό-παρουσιαζόμενοι ως «εθνοσωτήρες» όταν οι απανωτές «διασώσεις» των τελευταίων ετών οδήγησαν μόνο σε παραπάνω ύφεση, παραπάνω ανεργία, παραπάνω φτώχεια, παραπάνω πόνο; Και γιατί να πιστέψει στο κάτω-κάτω ο κόσμος πως οι ίδιοι άνθρωποι/φορείς που επέλεξαν και ακολούθησαν με θρησκευτική ευλάβεια τον αδιέξοδο μονόδρομο των μνημονίων και της δογματικής λιτότητας θα πράξουν τώρα διαφορετικά; Αλλά ας αφήσουμε καλύτερα αναπάντητα αυτά τα ερωτήματα για λίγες ημέρες ακόμα …τουλάχιστον μέχρι το απόγευμα της 17ης του Ιούνη.





________________________

[1] Σε συνθήκες «δομικής εξάρθρωσης» (dislocation) θα λέγαμε με λακλωικούς όρους. Βλ. Ernesto Laclau, Για την επανάσταση της εποχής μας, Νήσος, Αθήνα 1997.

[2] Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στους New York Times ή στους Financial Times, πόσω μάλλον στον Guardian.

[3] Η υπαρκτή δυνατότητα ενός λαού μέσα σε συνθήκες αντιπροσωπευτικής (μετα)δημοκρατίας να επιλέξει μέσω της κάλπης το δρόμο της ουσιαστικής ριζικής αλλαγής και όχι εκείνον της ελαφρώς διαφοροποιημένης διαχείρισης του υπάρχοντος.

[4] Ο Γιάννης Ιωάννου συμπυκνώνει με ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο την κατάσταση μαζικής μηντιακής τρομοκρατίας των ημερών σε σκίτσο του υπό τον τίτλο «κατάσταση πολιορκίας» (βλ. http://ioannou.files.wordpress.com/2012/05/eth-ski-1-6-12.jpg).

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Ποια αλήθεια;


Έργο του Eugene Zak


ΕΝΘΕΜΑΤΑ...
 του Γιώργου Κατσαμπέκη
«Αλήθεια»: μια λέξη που τελευταία έχει αποκτήσει πολλούς αυτόκλητους κοινωνούς και ένθερμους υπερασπιστές, μια λέξη υπεράνω υποψίας, που δύσκολα απορρίπτει κανείς. Ποιος-α δεν θέλει την αλήθεια; Ένας εκ των πιο ένθερμων «υπερασπιστών» της, ο Ευ. Βενιζέλος, σημείωνε πρόσφατα με στόμφο (16.2.2012), σχολιάζοντας το μανιφέστο «εξορθολογισμού» και «ανόρθωσης» του στενού συμμάχου του Α. Λοβέρδου:
«Έχουμε να πείσουμε για τις ηθικές προϋποθέσεις του διαβήματός μας […] πρέπει να πείσουμε πως λέμε την αλήθεια ή πως είμαστε ειλικρινείς, γιατί αυτό έχει σημασία. Την αλήθεια πρέπει να μπορείς να την καταλάβεις. Μπορεί να είσαι ειλικρινής και να μην μπορείς να πεις την αλήθεια, γιατί δεν μπορείς να την κατανοήσεις και να την περιγράψεις. Και αν δεν μπορέσεις να κατανοήσεις και να περιγράψεις ένα πρόβλημα, δεν μπορείς σε καμία περίπτωση να το λύσεις».
Αυτό που συνάγεται είναι ότι όχι μόνο υπάρχουν τελικά κάποιοι που λένε την αλήθεια (υποθέτουμε η «υπεύθυνη» κυβερνητική ελίτ και η «εξορθολογισμένη» τάξη των κάθε λογής ειδημόνων), αλλά αυτοί αξιώνουν τώρα ότι μπορούν να την καταλάβουν κιόλας (ή τουλάχιστον πως έτσι πρέπει να μας πείσουν). Η «κατανόηση» της αλήθειας καθίσταται βασικό κριτήριο εγκυρότητας. Αυτό άραγε δεν σημαίνει πως κάποιοι άλλοι, που διαφωνούν, ενδέχεται να λένε μια «δική τους» αλήθεια, η οποία όμως είναι κίβδηλη, καθώς δεν μπορούν να κατανοήσουν την μία και μοναδική για την οποία μας μιλά ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ;
Λίγες ημέρες νωρίτερα, και μάλιστα υπό έντονο εκνευρισμό, ο κ. Βενιζέλος έσπευδε να υπερασπιστεί την αλήθεια από τις δυνάμεις του επάρατου λαϊκισμού και του ανέξοδου ψεύδους: «Υπερήφανη χώρα δεν είναι η χώρα που αυτοκτονεί στο όνομα του πιο ακραίου και χυδαίου λαϊκισμού. Υπερήφανη χώρα είναι η χώρα που ξέρει την αλήθεια!», φώναζε στη Βουλή στις 12 του Φλεβάρη. Όσοι-ες αρνούνται τούτη την «αλήθεια», όσοι-ες τολμούν να αρθρώσουν τη διαφωνία, το εναλλακτικό, εξοβελίζονται στο περιθώριο ως εκπρόσωποι ιδεών που ως σίγουρο αποτέλεσμα έχουν μόνον μια Ελλάδα φτώχειας, εξαθλίωσης, γενικευμένης κοινωνικής καταστροφής!  Ως εάν να μη βλέπουμε τα τελευταία χρόνια αυτή την Ελλάδα της φτώχειας, της ύφεσης, του κοινωνικού αποκλεισμού, της κατήφειας, του φόβου και της νέας μισαλλοδοξίας να βυθίζεται σε ένα εφιαλτικό καθοδικό σπιράλ εξαθλίωσης και μιζέριας. Ως εάν να μην είναι όλα αυτά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Η «συντεταγμένη» πορεία προς τον γκρεμό περιβάλλεται το ένδυμα μιας «φυσικής» και αναπόδραστης εξέλιξης.
Γιατί όμως τέτοια επιμονή/εμμονή εκ μέρους κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών και παραγόντων των ΜΜΕ (εντός και εκτός Ελλάδας) στην υπεράσπιση της «αλήθειας»; Και σε τι συνίσταται τελικά η αλήθεια αυτή; Έχει κάποιο ουσιακό περιεχόμενο; Είναι η αλήθεια τούτου εδώ του κόσμου ή μήπως υπερβατική; Αλλά για να μην μπλέκουμε με «βαριά» ερωτήματα, ας υποθέσουμε ότι πρόκειται για την αλήθεια της ιδιαίτερης μορφής άρθρωσης και λειτουργίας του σύνθετου παγκοσμιοποιημένου κοινωνικοοικονομικού μας συστήματος, του οποίου τα μυστικά μας λένε ότι δύνανται να τα ξεκλειδώσουν μόνον οι λίγοι και (κατά Διαμαντοπούλου) «άριστοι»: εξέρχονται από το πλατωνικό σπήλαιο της διαμεσολαβημένης ημιμάθειας και των συγκεχυμένων ειδώλων στο οποίο στέκουμε δέσμιοι και πλανεμένοι όλοι οι υπόλοιποι, χαζεύοντας θολές αντανακλάσεις, και τελικά επιστρέφουν για να μας τραβήξουν στο φως της αλήθειας των πραγμάτων.
Για όσους-ες όμως τέτοιου τύπου ζητήματα υπερβατικής τάξης, βαθύτερων ουσιών και απώτερων θεμελίων έληξαν με τη λεγόμενη «απομάγευση» του κόσμου, μια τέτοια επιμονή στην «αλήθεια» (έτσι γενικά κι αόριστα) μόνο σε μια ακόμα εκδοχή βαθέος συντηρητισμού –αν όχι σκοταδισμού– θα μπορούσε να παραπέμπει. Ο πολιτικός διάλογος με όρους επίκλησης της αλήθειας μας έναντι του ψεύδους των άλλων εγκυμονεί την υπονόμευση και τελικά το τέλος του δημοκρατικού (δια)λόγου μέσα από την εύκολη απόρριψη/καταδίκη και τον ριζικό αποκλεισμό: «Εγώ λέγω την αλήθεια ενώ οι άλλοι ψεύδονται, είτε επειδή είναι ανόητοι και δεν κατανοούν την αλήθεια, είτε επειδή είναι φαύλοι λαϊκιστές και ψεύδονται συνειδητά βλάπτοντας το κοινό καλό». (Τι κι αν αυτοί που σήμερα επικαλούνται την «αλήθεια» έχουν ήδη αυτοδιαψευστεί αρκετές φορές τα τελευταία δύο χρόνια.)
Για ποια αλήθεια μπορούμε άλλωστε να μιλάμε, ειδικά στην πολιτική, με δημοκρατικούς όρους; Για ποια αλήθεια μπορούμε να μιλάμε εν γένει μετά τον Διαφωτισμό, την διάδοση της κριτικής σκέψης, του λόγου της δημιουργικής αμφισβήτησης και του ριζικού αναστοχασμού; Αν κρύβει κάποια «αλήθεια» τελικά η νεωτερικότητα (και μαζί της η δημοκρατική υπόσχεση) αυτή μπορεί να αναζητηθεί στη νομιμοποίηση και θεσμοποίηση της αμφισβήτησης, της αμφιβολίας. Η αλήθεια έκτοτε θα ορίζεται από το εκάστοτε συγκείμενο, τους διαμορφωμένους συσχετισμούς, την ιδιαίτερη συγκυρία, τη διαθέσιμη γνώση (για την οποία ποτέ δεν θα είμαστε απόλυτα σίγουροι, όπως μας έχει δείξει ο Τόμας Κουν). Για να το απλουστεύσουμε: Θα μπορούσαν άραγε να μας μιλήσουν για την ίδια «αλήθεια» πολιτικά οι υπερασπιστές του μπρουτάλ νεοφιλελευθερισμού των αυτοματισμών της αγοράς που επελαύνει πλέον στην Ευρώπη, οι υπέρμαχοι ενός μετριοπαθούς νεοκεϋνσιανού προνοιακού παρεμβατισμού ή εκείνοι που οραματίζονται μια αταξική κοινωνία απόλυτης ισότητας; Προφανώς όχι, και ούτε θα θέλαμε κάτι τέτοιο. Ο ιστορικός ρους δεν διέπεται από υφέρπουσες αιώνιες «αλήθειες» ή προδιαγεγραμμένες πορείες τις οποίες μένει απλώς να ανακαλύψουμε και να ακολουθήσουμε.
Ο νέος αυτός περί αλήθειας λόγος δεν κομίζει τίποτα το νέο. Αντί για τη νέα αλήθεια της εκσυγχρονιστικής τεχνοκρατίας και του «εξορθολογισμού», θα μπορούσαμε κάλλιστα να στραφούμε στην παλιά γνώριμη αλήθεια της θρησκείας· αυτή άλλωστε μας υπόσχεται και τη μετά θάνατον σωτηρία της ψυχής μας και την «αιώνιον ζωή», κάτι που ο Βενιζέλος και οι συν αυτώ (προς το παρόν τουλάχιστον) δεν μας υπόσχονται!
Τι σημαίνει όμως το άνοιγμα στο αβέβαιο, στο οποίο φαίνεται να καταλήγουμε; Ότι κάθε στιγμή ανοίγει μπροστά μας μια βεντάλια επιλογών/εναλλακτικών, όπου η κάθε ακτίνα ανοίγει με τη σειρά της στην εκ νέου επιλογή, ξεδιπλώνοντας έτσι ένα ατέλειωτο φάσμα πιθανοτήτων. Κάθε κίνηση, κάθε επιλογή, κάθε διαμορφωμένη τάξη, κάθε δεδομένη νόρμα (και βεβαίως καθετί που έχουμε συνηθίσει να καλούμε «αυτονόητο»)[1] θα μπορούσε πάντα να είναι και αλλιώς. Ο αγώνας της συλλογικής αυτοδιαμόρφωσης σε ένα δημοκρατικό πεδίο είναι πάντα ανοιχτός, και ένα από τα κρίσιμα στοιχεία του είναι το δικαίωμά μας να σφάλλουμε, να μαθαίνουμε, να προχωράμε.
Προς τι όμως η θεωρητικολογία; Μα ακριβώς για να δείξουμε πως το φαινομενικά αθώο, θεμιτό και νομιμοποιημένο της επίκλησης της «αλήθειας» μόνο απλό κι αθώο δεν είναι, όταν ανακύπτει στο επίπεδο της κεντρικής πολιτικής σκηνής και μάλιστα με τέτοιους όρους σιδερένιας πυγμής. Μπορεί μάλιστα να εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για μια πολιτεία που λογίζαμε ως δημοκρατική, στην οποία πλέον η επαναφορά νεοεμφυλιακών παθών νομιμοποιείται στη mainstream σχολιογραφία με πρωτόγνωρα διχαστικούς όρους. Η εμμονή τους στη μία και μοναδική «αλήθεια» είναι στη ρίζα της βαθιά αντιδημοκρατική και ολοκληρωτική. Γιατί αν ο κύριος Βενιζέλος και οι ομοϊδεάτες του είναι οι μόνοι κοινωνοί της αλήθειας, τότε όλοι-ες που ενδεχομένως διαφωνούμε τι είμαστε; Αν είμαστε ψεύτες, τι αντιμετώπιση επιφυλάσσει ένα σύστημα (μια πολιτική τάξη) στους φαύλους «ψεύτες»  που απειλούν την αναπαραγωγή και ιδιοσυστασία του; Και αν αυτοί οι «ψεύτες» θέτουν τελικά σε κίνδυνο το ίδιο το έθνος, δεν καθίστανται έτσι εσωτερικοί «εχθροί»; Δεν επιστρέφουμε άραγε έτσι στα αντεθνικά «μιάσματα» μιας νέας (αναβαπτισμένης στην «ορθολογική» μεταφυσική της αγοράς) εθνικοφροσύνης, που ξυπνά τις μνήμες μιας «καχεκτικής δημοκρατίας»; Με άλλα λόγια, θα ήταν υπερβολικό να ανιχνεύσουμε στο «μνημονιακό μπλοκ» τη γέννηση μιας νέας εθνικοφροσύνης;
Ίσως ακουγόμαστε υπερβολικοί ή υπέρμετρα δραματικοί. Δεν χρειάζεται όμως να σκάψουμε βαθιά στην ιστορία για να θυμηθούμε πόσο εύκολα, με ένα απλό γύρισμα του ιστορικού ανέμου, οι εκ πρώτης όψης υπερβολικές ανησυχίες μετατρέπονται σε ανελέητες πραγματικότητες. Ειδικά όταν στη γωνία περιμένουν επίδοξοι θεριστές των ανέμων της νέας εθνικοφροσύνης, του φόβου και του ρατσιστικού λόγου…
ΥΓ. Πρόσφατα, η επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ σημείωνε ότι οι σημερινές εκλογές είναι η ώρα για τα «υπεύθυνα» κόμματα να πουν την αλήθεια στον λαό, ώστε να μην παρασυρθεί από αντιμνημονικά «περιθωριακά» κόμματα, «επιδεικτικά λαϊκιστικά». Μπορούμε να υποθέσουμε πως η «αλήθεια» της δεν απέχει πολύ από την αλήθεια Βενιζέλου και του κάθε Βενιζέλου. Είναι η αλήθεια των προβλέψεων του «Μνημονίου Ι», η αλήθεια του «μεσοπρόθεσμου», η αλήθεια του φωτός στην άκρη του τούνελ της ανάκαμψης, της σύντομης επανεξόδου στις αγορές· η αλήθεια που πεισματικά δεν επαληθεύεται.
Ο Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος δρ στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

[1] Γι’ αυτό, η «επανάσταση του αυτονόητου» στην οποία καλούσε πριν δύο περίπου χρόνια ο Γιώργος Παπανδρέου  ήταν η επανάσταση του τίποτα, αφού το «αυτονόητο» δεν υπάρχει!

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Σαμαράς ως συνεχιστής Παπανδρέου...

γιωργος δελαστικ | ethnos.gr...

Απίστευτη αλλαγή του πολιτικού σκηνικού έλαβε χώρα χθες το μεσημέρι. Ενώ η ανατροπή του Γιώργου Παπανδρέου από την πρωθυπουργία εθεωρείτο απολύτως βέβαιη (καθώς είχε προσλάβει διαστάσεις πολιτικής χιονοστιβάδας η εσωκομματική αντίθεση των υπουργών και των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ που παρήλαυναν από τα τηλεοπτικά κανάλια διακηρύσσοντας τη διαφωνία τους με τον πρωθυπουργό), ανέλαβε να τον διασώσει ο πιο απίθανος άνθρωπος: ο... Αντώνης Σαμαράς!!!
Προφανώς σε συνεννόηση με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο πρωθυπουργός καθυστερούσε την έναρξη της προγραμματισμένης για τις 12 το μεσημέρι συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου επί σχεδόν δύο ώρες, μέχρις ότου βγήκε ο Αντώνης Σαμαράς και έκανε δημοσίως δηλώσεις ότι τάσσεται υπέρ της κύρωσης της δανειακής σύμβασης από την παρούσα Βουλή. Προσέφερε δηλαδή τη συμπαράταξη της ΝΔ με τον Γ. Παπανδρέου στο κεφαλαιώδες αυτό θέμα - και μάλιστα τη στιγμή που ο πρωθυπουργός δεν θα μπορούσε να το περάσει ούτε καν με δημοψήφισμα!
Οπως είναι ευνόητο, αυτή η στάση του Α. Σαμαρά παρέλυσε τις αντιδράσεις των υπουργών και των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ που ετοίμαζαν την ανατροπή του Α. Παπανδρέου. Οταν ακόμη και η αξιωματική αντιπολίτευση στηρίζει τον πρωθυπουργό, δεν είναι φυσικά και τόσο εύκολο να τον ανατρέψουν την ίδια στιγμή οι δικοί του.
Ετσι οι υπουργοί του ΠΑΣΟΚ που μέχρι το μεσημέρι ζητούσαν την κεφαλή επί πίνακι του πρωθυπουργού -οι οποίοι άλλωστε ουδέποτε διακρίθηκαν για την πολιτική γενναιότητά τους- αρκέστηκαν σε δευτερεύουσας σημασίας συμβιβαστικές παραχωρήσεις εκ μέρους του Γ. Παπανδρέου, οι οποίες δεν αξίζει καν να αναφερθούν.
Ο γελοιοποιημένος στις Κάνες πρωθυπουργός από τη Γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ και τον Γάλλο πρόεδρο Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος επέστρεψε βαθιά ταπεινωμένος και εξαιρετικά αποδυναμωμένος πολιτικά, βρέθηκε εντελώς απροσδόκητα να ξαναγίνεται κυρίαρχος του εσωκομματικού παιχνιδιού στο κυβερνών κόμμα με τη βοήθεια του αρχηγού της ΝΔ, ο οποίος ξαφνικά βρέθηκε να διατυμπανίζει ότι είναι... πιο φανατικός υποστηρικτής της δανειακής σύμβασης που υπέγραψε ο Γ. Παπανδρέου από τους υπουργούς και τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ! Απίστευτη πολιτική φαρσοκωμωδία.
Εύλογο είναι βεβαίως το ερώτημα γιατί ο Αντώνης Σαμαράς τήρησε αυτή την αυτοκαταστροφική για τον ίδιο και για το κόμμα του στάση. Ακόμη και αν για άγνωστους λόγους "αίφνης ηράσθη σφόδρα" τη δανειακή σύμβαση του Γ. Παπανδρέου, γιατί δεν μπορούσε να περιμένει καν ούτε ένα ή δύο 24ωρα πριν εκφράσει δημοσίως το πάθος του, ώστε στο μεταξύ να έχουν "φάει" τον Γ. Παπανδρέου οι δελφίνοι και οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ;
Είναι προφανές ότι ο πρόεδρος της ΝΔ υπέκυψε τελικά στις πιέσεις τόσο των εξωτερικών πολιτικών παραγόντων της ευρωπαϊκής Δεξιάς (Μέρκελ, Σαρκοζί, Γιουνκέρ, Μπαρόζο, Βαν Ρομπέι κ.λπ.) όσο και εσωτερικών κύκλων του κατεστημένου που τον στηρίζουν. Απαρνήθηκε έτσι τη δύσκολη πολιτική που ακολουθούσε μέχρι τώρα, αυτήν της σταθερής άρνησης στο Μνημόνιο, το Μεσοπρόθεσμο, το Πολυνομοσχέδιο κ.λπ., η οποία όμως είχε αποδώσει πάμπολλα πολιτικά οφέλη στον Α. Σαμαρά. Του είχε επιτρέψει αφενός να ανασυγκροτήσει και να θέσει σε τροχιά εξουσίας το διαλυμένο κόμμα που παρέλαβε από τον Κώστα Καραμανλή μέσα σε δύο μόλις χρόνια και αφετέρου να κυριαρχήσει πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά στη ΝΔ.
Γνωρίζουμε τις τεράστιες πιέσεις που του ασκούνται εδώ και ενάμιση χρόνο από το εξωτερικό, όπως και από κύκλους με οικονομική επιρροή επί της ΝΔ. Γνωρίζουμε επίσης ότι δεν είναι ανυπόστατες οι φήμες που το περιβάλλον του προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης έθεσε σε κυκλοφορία για να δικαιολογήσει την υποχώρησή του - ότι δηλαδή ομάδα 10-15 βουλευτών της ΝΔ με επικεφαλής δύο σημαντικά στελέχη παρελθούσης χρήσεως και μηδαμινού σημερινού πολιτικού βάρους ήταν έτοιμη να αποστατήσει και να στηρίξει την κυβερνητική πολιτική.
Αν το έκαναν όμως, θα βυθίζονταν στο τέλμα της ανυποληψίας. Την ώρα που οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ θα ανέτρεπαν τον Γ. Παπανδρέου, μόνο πολιτικά γελοίοι θα φάνταζαν βουλευτές της ΝΔ που θα τον στήριζαν. Θα διευκόλυναν τον Α. Σαμαρά να τους διαγράψει μαζικά εν μέσω χλεύης και πανηγυρισμών.
ΔΕΞΙΑ
Μπήκε τώρα πια στην ίδια τροχιά
Η διάσωση του Γ. Παπανδρέου από τον Α. Σαμαρά και η σθεναρή υποστήριξη του προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη δανειακή σύμβαση που θεσμοθετεί την εθνική υποτέλεια και την οικονομική εξαθλίωση των Ελλήνων, σηματοδοτούν μια νέα πολιτική πραγματικότητα. Ο πρόεδρος της ΝΔ εγκατέλειψε τη γραμμή εμφάνισης του κόμματός του ως αντίθετου προς το ΠΑΣΟΚ -στο πλαίσιο του συστήματος, εννοείται- και εμφανίζεται πλέον ως φιλόδοξος συνεχιστής της γραμμής του Γ. Παπανδρέου, την οποία μέχρι τώρα καταδίκαζε απερίφραστα. Αυτό τον απομακρύνει από την εξουσία, γιατί βεβαίως ο λαός θέλει άλλη πολιτική από αυτή του Γ. Παπανδρέου, όχι άλλο πρόσωπο που θα εφαρμόζει την ίδια πολιτική.

Ροη αρθρων