Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

«Η χώρα μου είναι αποικία μιας πιο μεγάλης αποικίας»

Ανατομία του χρέους: Η εξουσία της ηθικής και το ανήθικο της εξουσίας
Στον οξυμμένο δημόσιο διάλογο, που συνοδεύει την ολοένα και μεγαλύτερη βύθιση της Ελλάδας στο βάραθρο της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, τα ηθικολογικά και θεραπευτικά επιχειρήματα κατέλαβαν εξαρχής προνομιακή θέση. Στο ένα άκρο, το κυρίαρχο, συναντά κανείς την αυτομαστίγωση της ελληνικής ιδιαιτερότητας που παρουσιάζεται ως μοναδική παραφωνία στην ευρωπαϊκή «οικογένεια» και χρεώνεται με κάθε είδους παρεκτροπή από ένα εξιδανικευμένο μοντέλο ευρωπαϊκής κανονικότητας. Πρόκειται για το συμμετρικό είδωλο της αναπαράστασης που διαδόθηκε αρχικά και διεθνώς: η ελληνική κρίση ως μια εξαπλούμενη νόσος που απειλεί να μολύνει τον κατά τα άλλα υγιή ευρωπαϊκό κορμό. Στο άλλο άκρο, συναντούμε την απόδοση κάθε ευθύνης σε εξωτερικούς παράγοντες που κακόβουλα επιχειρούν την αποικιακή άλωση της Ελλάδας. Εδώ οι νοσογόνοι παράγοντες εισβάλλουν έξωθεν και απειλούν την ίδια την επιβίωση ενός ηθικά άμεμπτου και κλινικά υγιούς εθνικού σώματος.
Είναι προφανές ότι, ιδίως στις πιο ακραίες διατυπώσεις τους, και οι δύο αυτοί ισχυρισμοί πάσχουν από την ίδια επιλεκτική στόχευση: αγνοούν ή υποβαθμίζουν τις πολύπλοκες και βαθύτατες σχέσεις που συνδέουν από δεκαετίες, αν όχι αιώνες, το μέσα με το έξω. Ας μην ξεχνούμε τα αυτονόητα: η Ελλάδα υπήρξε μια χώρα ενταγμένη στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη με λίγο-πολύ λειτουργικό τρόπο, κάτι για το οποίο επαίρονταν μέχρι πολύ πρόσφατα τόσο οι ελληνικές ελίτ όσο και οι ευρωπαϊκές. Γι’ αυτό, εξάλλου, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι παρεκτροπές που αποδίδονται στην ελληνική ιδιαιτερότητα δεν έγιναν ερήμην της «κανονικής» Ευρώπης αλλά με την ενεργητική εμπλοκή της: έτσι, π.χ., η απόδοση της διαπλοκής στο ηθικό και πολιτισμικό έλλειμμα της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας αποσιωπά τόσο τα οφέλη που αποκόμισαν οι κρατικοί προμηθευτές –ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και κράτη-ατζέντηδες– όσο και τη σταδιακή μετάλλαξη ολόκληρου του ευρωπαϊκού μοντέλου, όπου πλέον η διαπλοκή όχι απλώς ανθεί, αλλά και νομιμοποιείται θεσμικά, καθώς η λαϊκή κυριαρχία και η δημοκρατική αντιπροσώπευση έχουν, σε μεγάλο βαθμό, υποκατασταθεί από ένα σύστημα μεταδημοκρατικό. Ένα σύστημα όπου, σύμφωνα με τη διατύπωση του Βρετανού κοινωνιολόγου Κόλιν Κράουτς (Colin Crouch), «μολονότι διεξάγονται εκλογές και οι κυβερνήσεις μπορούν να αλλάξουν [...] πίσω από το θέαμα του προεκλογικού παιχνιδιού, η πολιτική διαμορφώνεται ουσιαστικά στον ιδιωτικό χώρο, με διαπραγματεύσεις και συνδιαλλαγές ανάμεσα στις εκλεγμένες κυβερνήσεις και τα κυρίαρχα στρώματα που εκπροσωπούν σχεδόν αποκλειστικά τα συμφέροντα των επιχειρήσεων».
Αν, λοιπόν, ενδημεί κάποια «νόσος» εδώ, αυτή δεν είναι άλλη από την πολυοργανική κρίση ολόκληρου του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, η οποία βέβαια εμφανίζει διαφορετική συμπτωματολογία ανάλογα με το (κράτος-)μέλος που ερευνούμε και την (ιδιαίτερη κάθε φορά) τροπή της ένταξής του στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική. Αυτό επιβεβαιώνει, εξάλλου, και η ίδια η δυναμική της κρίσης, καθώς δεν περιορίστηκε φυσικά στην ελληνική περίπτωση, ούτε καν στα λεγόμενα P.I.I.G.S., αλλά αγγίζει πλέον τον πυρήνα της ένωσης. Η νόσος, με άλλα λόγια, έχει προσβάλει όλα τα μέλη του υποτιθέμενου υγιούς σώματος, με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς μάλιστα –για τους οποίους η επιεικέστερη διάγνωση αναφέρεται στο διαβόητο «δημοκρατικό έλλειμμα»– να λειτουργούν ως κατεξοχήν ξενιστές της. Για να χρησιμοποιήσουμε το αποικιακό/μετααποικιακό λεξιλόγιο που ξανάγινε της μόδας, προσθέτοντας μια χαμπερμασιανή νότα, αν επιχειρείται κάποια αποικιοποίηση, αυτή αφορά μάλλον ολόκληρο τον ευρωπαϊκό βιόκοσμο. Η καταγγελία ότι η Ελλάδα μετατρέπεται σε αποικία της γερμανικής Ευρώπης είναι πρόδηλα ανεπαρκής στον βαθμό που δεν συλλαμβάνει ότι ολόκληρη η Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της Γερμανίας, από την οποία ξεκίνησε η εφαρμογή της λιτότητας και στην οποία, αργά ή γρήγορα, θα επιστρέψει) μοιάζει να έχει μετατραπεί σε «αποικία» του πιο νοσηρού νεοφιλελεύθερου ζηλωτισμού και της μεταδημοκρατικής, αν όχι αντιδημοκρατικής πια, δυναμικής του. Με άλλα λόγια, μετά από μια εικοσαετία, επιβεβαιώνεται ο προφητικός ίσως στίχος των Stereo Nova από το 1992: «η χώρα μου είναι αποικία μιας πιο μεγάλης αποικίας». 

Παράδοξα του χρέους

Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, το ελληνικό χρέος έχει αναδειχθεί σε κατεξοχήν τεκμήριο της ελληνικής ιδιαιτερότητας, ως κατεξοχήν σύμπτωμα της ελληνικής ασθένειας. Έτσι, η υπερχρέωση, η συσσώρευση του χρέους, χρησιμοποιείται κατά κόρον ως βάση μιας διάχυτης και συγχρόνως εξατομικευμένης ενοχοποίησης, με σκοπό την ευρύτερη νομιμοποίηση της επιβαλλόμενης, άδικης όσο και αναποτελεσματικής, πολιτικής. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, όμως, εμφανίζονται ορισμένοι δυσεξήγητοι γρίφοι που αξίζουν την προσοχή μας. Κατά πρώτο λόγο, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι το ίδιο το τεκμήριο της παρεκτροπής –η υπερχρέωση– μέχρι πρότινος αποτελούσε κοινωνικά επιβεβλημένο καθήκον κάθε καταναλωτή που σεβόταν τον εαυτό του, αλλά και κάθε κρατικής οντότητας – με το ελληνικό κράτος να σπεύδει να επωφεληθεί των χαμηλών επιτοκίων που εξασφάλισε η είσοδος στο ευρώ. Κατά δεύτερο λόγο, πώς εξηγείται το γεγονός ότι οι πολιτικές που εφαρμόζονται με δεδηλωμένο σκοπό τη θεραπεία αυτού του συγκεκριμένου προβλήματος –της οικονομικής και ηθικής αστοχίας της υπερχρέωσης–, ενώ φαίνεται να χαλιναγωγούν το έλλειμμα, υπόσχονται να «σταθεροποιήσουν» το χρέος (ως ποσοστό του Α.Ε.Π.) σε ορίζοντα δεκαετίας σχεδόν στα ίδια επίπεδα που είχε με το ξέσπασμα της κρίσης; Δεν αποκαλύπτει αυτή η ομολογία ότι, τουλάχιστον σε τούτη την ευαίσθητη φάση, το χρέος δεν λειτουργεί μόνο ως πρόβλημα ή παθολογία που χρήζει θεραπείας, αλλά επίσης και ως ένας μηχανισμός ελέγχου που, ως τέτοιος, οφείλει να διαιωνιστεί για να μπορεί και να χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως;
Τούτο είναι, εν ολίγοις, το παράδοξο με το οποίο είμαστε αντιμέτωποι. Από τη μια μεριά, η συσσώρευση χρέους καταγγέλλεται αναδρομικά ως ανήθικη πρακτική ενώ για δεκαετίες αποτέλεσε την κεντρική ηθική προσταγή του ύστερου καπιταλισμού της κατανάλωσης. Κατόπιν, ξεκινάει το «διαίρει και βασίλευε»: το φταίξιμο εξατομικεύεται και αποδίδεται κατά σειρά σε συγκεκριμένα κράτη (αρχικά στην Ελλάδα και κατόπιν στα P.I.I.G.S.), συγκεκριμένες ομάδες στο εσωτερικό των κρατών (αρχικά στους δημόσιους υπαλλήλους πριν περιλάβει ο οδοστρωτήρας και τον ιδιωτικό τομέα), αλλά και σε μεμονωμένα άτομα (εδώ το μέλος της επάρατης συντεχνίας θα συναντήσει το ανήθικο γκόλντεν μπόι, με τη διαφορά ότι ενώ ο πρώτος χάνει μαζί με τα όποια προνόμια και το έδαφος κάτω από τα πόδια του, το δεύτερο συνεχίζει, λίγο-πολύ, να επιβραβεύεται ακόμα και σήμερα με τα διαβόητα μπόνους για τις μνημειώδεις αστοχίες του)· τέλος, μία «λίτρα κρέας» ζητείται απ’ όλους – με την αυτονόητη εξαίρεση της ελίτ των υπερπλουσίων. Από την άλλη μεριά, ωστόσο, το χρέος προβάλλει σαν κάτι που πρέπει παντοιοτρόπως να προστατευτεί, έτσι ώστε να μπορεί να λειτουργεί, όπως του αρμόζει, σαν εργαλείο εκβιασμού, υποταγής και ελέγχου.
Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτή τη διττή λειτουργία; Αποτελεί προνόμιο των χωρών που έχουν τεθεί υπό επιτροπεία και των κατοίκων τους ή μήπως πρόκειται για γενικευμένο μηχανισμό, ενδεικτικό της διάχυτης αποικιοποίησης στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω; Οφείλουμε να συλλάβουμε το ευρύτερο πλαίσιο, ξεφεύγοντας από τα περιοριστικά δίπολα από τα οποία ξεκινήσαμε. Μήπως, πριν απ’ όλα, αποτελεί σύμπτωμα της νεοφιλελεύθερης, μεταδημοκρατικής ηγεμονίας; Ένα σύμπτωμα που εσχάτως μετατρέπεται επιδέξια και σε εργαλείο αναπαραγωγής της; Εργαλείο ιδιαίτερα αποτελεσματικό στον βαθμό που δρα τόσο στο επίπεδο των οικονομικών κύκλων όσο και σε εκείνο του κοινωνικού ελέγχου και της υποκειμενικής συμμόρφωσης;
Η άνοδος και η πτώση του εκδημοκρατισμού;
Η πρόσφατη μελέτη του Μαουρίτσιο Λατσαράτο (Maurizio Lazzarato) The Making of the Indebted Man (Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου) μας βοηθά να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά και να στοχαστούμε εκ νέου την πρόσφατη εμπειρία μας, θέτοντάς τη στο ευρύτερο πλαίσιο που μοιάζει να αναζητούσε. Ο Λατσαράτο στοιχειοθετεί με μεγάλη επιδεξιότητα τη λειτουργία του χρέους ως κυριαρχικής τεχνικής, ως μιας τεχνολογίας της εξουσίας που συνδυάζει το επίπεδο της οικονομικής διαχείρισης με εκείνο του ελέγχου της υποκειμενικότητας. Πρόκειται μάλιστα για πολυεργαλείο του οποίου ο χειρισμός λαμβάνει ιστορικά μεταβαλλόμενες μορφές για να ενθυλακώσει με οιονεί καθολικό τρόπο μια πολλαπλότητα θεσμικών οντοτήτων και υποκειμένων. Κανείς δεν μπορεί να διαφύγει, από τα κράτη που βλέπουν το (δημόσιο) χρέος τους να φουσκώνει καθώς αναλαμβάνουν το βάρος των (ιδιωτικών) τραπεζών που καταρρέουν, μέχρι τους φοιτητές που, ακόμα και σε σχετικά εύρωστες οικονομίες, αντί για υποτροφίες λαμβάνουν πια σπουδαστικά δάνεια, με αποτέλεσμα το ξεκίνημα της αυτόνομης ζωής τους να είναι ήδη υποθηκευμένο από ένα δυσβάσταχτο βάρος.
Πρόκειται για την κατάληξη μιας μακράς ιστορικής διαδρομής. Γνωρίζουμε, εξάλλου, ότι η (δύσβατη) διαδρομή από την πρώιμη νεωτερικότητα στην ύστερη σημαδεύτηκε από μια διαδικασία σχετικού εκδημοκρατισμού, διαδικασία που είχε πολιτικές και οικονομικές διαστάσεις. Από πολιτική άποψη, ταυτίστηκε με την οικουμενική διάδοση του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Στο πλαίσιο αυτό, ιδίως στον δυτικό κόσμο, τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα γνώρισαν, μέχρι πρόσφατα, μια διαρκή άνθηση. Από οικονομική σκοπιά πάλι, βιώσαμε έναν «εκδημοκρατισμό της κατανάλωσης», με την αυξανόμενη πρόσβαση όλο και μεγαλύτερων στρωμάτων του πληθυσμού σε μια καταναλωτική κουλτούρα της πολυτέλειας: από διακριτός ηθικός κώδικας που χαρακτηρίζει αρχικά την Αυλική Κοινωνία, η επιδεικτική κατανάλωση σταδιακά αποικιοποίησε την αστική τάξη και κατόπιν τις κατώτερες τάξεις, συγκροτώντας την καταναλωτική κοινωνία που όλοι γνωρίζουμε. Μέχρι ένα σημείο, και οι δύο διαστάσεις προχωρούσαν παράλληλα, και έτσι μόνο το σύστημα κατόρθωσε να ελέγξει τις λαϊκές πιέσεις και τα κοινωνικά κινήματα και να διατηρήσει μια σχετική σταθερότητα.
Η εδραίωση και η εμβάθυνση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας από τη δεκαετία του 1970 και μετά σήμαναν την ανακοπή τούτης της διαδικασίας. Αρχικά η ανακοπή αυτή έπληξε τη δημοκρατική συνιστώσα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, περιθωριοποιώντας αρχές όπως η λαϊκή κυριαρχία, η πολιτική συμμετοχή και η ισότητα: η λήψη αποφάσεων άρχισε να αποπολιτικοποιείται και να εναποτίθεται σε ουδέτερους τεχνοκρατικούς οργανισμούς (όπως οι «ανεξάρτητες» κεντρικές τράπεζες), η ρύθμιση της αγοράς εγκαταλείφθηκε στο πλαίσιο ενός αυξανόμενα παγκοσμιοποιημένου ορίζοντα, οι εταιρικές αξίες διεμβόλισαν κάθε όψη της δημόσιας ζωής και η κεντρική πολιτική σκηνή εισήλθε στη μεταπολιτική εποχή της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης (governance) πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς. Όσο για τους πολίτες, αυτοί περιορίστηκαν σε μια κυνική ή απαθή στάση, την ίδια στιγμή που έχαναν πολλά από τα εργασιακά και άλλα δικαιώματά τους.

Νεοφιλελεύθερες στρατηγικές
Πώς κατόρθωσε τούτη η μεταδημοκρατική μετάλλαξη να ηγεμονεύσει τη στιγμή που οδηγούσε σε μια εκθετική αύξηση της ανισότητας και σε περιστολή των δικαιωμάτων; Μα ακριβώς μέσω της υπερχρέωσης, με εργαλείο την καταναλωτική πίστη. Εξασφάλισε τη συνενοχή μέσω του δανεισμού, καθώς διεύρυνε την πρόσβαση στην κατανάλωση σε μεγάλα στρώματα του πληθυσμού που μπορούσαν (εν μέρει) να την απολαύσουν, αποδεχόμενα έτσι την κατάρρευση της ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, την υποχώρηση των δικαιωμάτων τους, την καλπάζουσα ανισότητα κ.λπ. Όπως την περιγράφει ο Λατσαράτο, η στρατηγική της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας ήταν διαυγής: όχι στις άμεσες ή έμμεσες αυξήσεις, ναι στην ανάπτυξη της καταναλωτικής πίστης που προσφέρθηκε απλόχερα σε όλους (σ. 110). «Δεν βγάζεις αρκετά χρήματα; Κανένα πρόβλημα! Πάρε ένα δάνειο για να αγοράσεις ένα σπίτι, η αξία του θα αυξηθεί και θα χρησιμεύσει ως υποθήκη και για νέα δάνεια» (σ. 115). Δεν φαντάζομαι να ξεχάσαμε τόσο γρήγορα τα διακοποδάνεια και τα εορτοδάνεια με τα οποία μας βομβάρδιζαν οι τράπεζες καθημερινά, ακόμα και στην Ελλάδα όπου η καταναλωτική πίστη αναπτύχθηκε σχετικά αργά και η απατηλή αναδιανομή έγινε κυρίως μέσω του κράτους, επιβαρύνοντας από την αρχή περισσότερο το δημόσιο χρέος παρά το ιδιωτικό. Αυτή, σε κάθε περίπτωση, ήταν η πρώτη φάση του δράματος.
Όταν το σύστημα αυτό συνάντησε τα όριά του και η φούσκα άρχισε να σπάει, θέτοντας σε κίνδυνο ολόκληρο το τραπεζικό/χρηματιστικό οικοδόμημα, η μεταδημοκρατική πολιτική τάξη ανακήρυξε τις τράπεζες «too big to fail» και έδωσε την ευκαιρία στο απονομιμοποιημένο σύστημα να αναδιοργανωθεί, μετατρέποντας την ίδια την αχίλλειο πτέρνα του σε συγκριτικό πλεονέκτημα και μοχλό πίεσης. Ενώ η υποτυπώδης και εύθραυστη «αναδιανομή» του εισοδήματος μέσω των δανείων κατέρρευσε, το πέρασμα των τραπεζικών επισφαλειών στο δημόσιο χρέος επέτρεψε να μετατραπεί πολύ γρήγορα το αρχικό χτύπημα στη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία σε «μια νίκη της οικουμενικής οικονομίας του χρέους» (σ. 111-122). Είτε επειδή είχε πέσει εξαρχής στην παγίδα της καταναλωτικής υπερχρέωσης –ανταποκρινόμενος στην ηθική προστακτική του δεύτερου πνεύματος του καπιταλισμού– είτε επειδή, ως πολίτης ενός κράτους που πρόθυμα ξελάσπωσε τις τράπεζές του, θεωρείται ότι χρωστάει πλέον το μερίδιο του δημόσιου χρέους που του αναλογεί, «καθένας πλέον είναι “χρεωμένος”, υπόλογος και ένοχος έναντι του κεφαλαίου. Το Κεφάλαιο έχει καταστεί ο Μεγάλος Πιστωτής, ο Οικουμενικός Πιστωτής» (σ. 7).
Η εξατομίκευση και η ηθικοποίηση του χρέους το καθιστούν «οικουμενική σχέση εξουσίας, αφού όλοι συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν» (σ. 32), καθώς, όπως γνωρίζουμε, όλοι μαζί τα φάγαμε. Και δεν πρόκειται βέβαια για κάτι που αφορά την εξαρχής «ένοχη» και δακτυλοδεικτούμενη Ελλάδα, αλλά για μια καθολική επιταγή: «Οι οικονομολόγοι μάς λένε ότι κάθε παιδί που γεννιέται στη Γαλλία είναι ήδη χρεωμένο για 22.000 ευρώ. Δεν είμαστε πια οι κληρονόμοι του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά του χρέους των περασμένων γενεών» (σ. 32). Η λαθροχειρία εδώ είναι προφανής: είτε χρεώθηκε άμεσα εξαιτίας της ανταπόκρισής του στο καταναλωτικό κέλευσμα των αγορών, στην ηθική προσταγή της επιβεβλημένης απόλαυσης, είτε χρεώθηκε έμμεσα εξαιτίας της ανάληψης των τραπεζικών χρεών από το δημόσιο, ο πολίτης είναι ο χαμένος της υπόθεσης.
Τώρα πλέον το δημόσιο χρέος που βαραίνει τις πλάτες του χρησιμοποιείται, μέσω της απειλής της χρεοκοπίας και της πιστοληπτικής υποβάθμισης, ως φόβητρο που επιτρέπει στο νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο «να πραγματώσει ένα πρόγραμμα που το φαντασιωνόταν ήδη από τη δεκαετία του 1970»: να μειώσει τους μισθούς στο ελάχιστο, να περικόψει τις κοινωνικές παροχές και να ιδιωτικοποιήσει τα πάντα (σ. 10). Αν, όπως είδαμε, η συσσώρευση του χρέους, δηλαδή «η δημιουργία και η ανάπτυξη μιας σχέσης εξουσίας ανάμεσα σε χρεώστες και πιστωτές», τέθηκε εξαρχής στη «στρατηγική καρδιά της νεοφιλελεύθερης πολιτικής», αν ο «νεοφιλελευθερισμός, από τις απαρχές του, θεμελιώθηκε στη λογική του χρέους» (σ. 25), στην πρόσφατη κρίση συνάντησε «τη χρυσή ευκαιρία για την εμβάθυνση και την επέκταση της λογικής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής» (σ. 29). Έχοντας επιτρέψει αρχικά την περαιτέρω προαγωγή του εκδημοκρατισμού της πολυτέλειας, εκδημοκρατίζοντας το αυλικό ήθος της επιδεικτικής κατανάλωσης, το χρέος μετατρέπεται αίφνης σε δούρειο ίππο, υποβιβάζοντας τον χρεωμένο άνθρωπο από οιονεί μέτοχο της «αυλικής» ευμάρειας σε «δουλοπάροικο», όπως είχε ήδη διαβλέψει ο Ζαν Μπωντριγιάρ (σ. 13).
Τι επιτρέπει στο χρέος να λειτουργεί με τόσο εύκαμπτο και αποτελεσματικό τρόπο; Ανατρέχοντας στη θεολογική του γενεαλογία και στις φιλοσοφικές του πραγματεύσεις (κυρίως στον Νίτσε, τον Φουκώ, τον Ντελέζ και τον Γκουατταρί), ο Λατσαράτο επισημαίνει την ικανότητα του χρέους να υπερβαίνει το επίπεδο μιας συνηθισμένης οικονομικής σχέσης. Εκτός από μηχανισμός μακροοικονομικού ελέγχου και αναδιανομής, πρωτίστως λειτουργεί ως μηχανισμός παραγωγής και ελέγχου της υποκειμενικότητας (σ. 29): «Στη σημερινή οικονομία, η παραγωγή της υποκειμενικότητας αποκαλύπτεται ως η πρώτη και σημαντικότερη μορφή παραγωγής, το “εμπόρευμα” που συμμετέχει στην παραγωγή όλων των άλλων εμπορευμάτων» (σ. 34). Καλλιεργώντας συγκεκριμένους τύπους ηθικότητας, δέσμευσης και ενοχής, «το χρέος κυοφορεί, χειραγωγεί, κατασκευάζει, προσαρμόζει και μορφοποιεί την υποκειμενικότητα» (σ. 38-39).
Από την υπο-χρέωση στην ευθύνη

Ωστόσο, δεν θα πρέπει να νομιστεί ότι, ως τεχνολογία της εξουσίας, η σχέση χρέους αποτελεί πανάκεια. Ασκεί σημαντική κοινωνική επιρροή, αλλά υπόκειται στη φθορά του χρόνου και στα κύματα αμφισβήτησης της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας. Ποιες δυνατότητες διανοίγονται στο σημείο αυτό; Σε κάθε περίπτωση, ο Λατσαράτο μας προειδοποιεί ότι δεν αρκεί η ακύρωση του χρέους ή η διεκδίκηση της διαγραφής του. Όσο χρήσιμο κι αν είναι κάτι τέτοιο, είναι επίσης αναγκαία «η υπέρβαση της ηθικότητας του χρέους και του λόγου στον οποίο μας παγιδεύει» (σ. 164).
Γιατί δεν είναι αρκετή η απάλειψη του χρέους; Ο ίδιος ο Λατσαράτο δεν το θίγει, αλλά νομίζω ότι η σκέψη του μας προτρέπει να ερευνήσουμε τη διασύνδεση και της ίδιας της απάλειψης του χρέους με τις κυριαρχικές τεχνικές. Είδαμε πως τόσο η ενθάρρυνση της υπερ-χρέωσης όσο και ο ηθικός στιγματισμός και η επιλεκτική τιμωρία της συνιστούν αντιθετικές αλλά αλληλένδετες στιγμές του ίδιου μηχανισμού, που συναρθρώνει τον οικονομικό έλεγχο και την κατασκευή της υποκειμενικότητας στην υπηρεσία της κοινωνικής ιεραρχίας. Τι γίνεται όμως όταν η διαλεκτική τους φτάνει στο όριό της; Μήπως επιστρατεύεται η απαλοιφή (μέρους) του χρέους, το γνωστό μας κούρεμα, για την ενδυνάμωση/αποκατάσταση της κυρίαρχης τάξης; Ας μην ξεχνούμε ότι, ακόμα και στην πρόσφατη ελληνική περιπέτεια, έχουμε ήδη βιώσει τη διαδικασία μερικής αναδιάρθρωσης του χρέους, άσχετα με το αν αυτή δεν φαίνεται να βελτίωσε ουσιαστικά την κατάσταση του Έλληνα χρεωμένου ανθρώπου. Φαίνεται, μάλιστα, πως ετοιμάζεται και νέα, μετά τις γερμανικές εκλογές· ως επιβράβευση καλής διαγωγής. Μήπως, όμως, κάθε «γενναιόδωρη» χειρονομία απαλοιφής από πλευράς του πιστωτή διαιωνίζει την υπο-χρέωση απέναντί του, το ηθικοπολιτικό του προβάδισμα, τη σκιά της κυριαρχίας του;
Γνωρίζουμε ότι, ιστορικά, και οι τρεις στιγμές (ενθάρρυνση της υπερ-χρέωσης, στιγματισμός/τιμωρία της και, τέλος, απαλοιφή του χρέους) επιστρατεύτηκαν στην υπηρεσία των εξουσιών. Ακόμα και η διαγραφή των χρεών χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές από βασιλείς, μονάρχες και ηγεμόνες για να κερδίσουν την (πρόσκαιρη) λαϊκή υποστήριξη. Πράγματι, λοιπόν, η διαγραφή ή η ελάφρυνση του χρέους χειραφετούν μόνο στον βαθμό που αλλάζουν την ηθικοπολιτική σχέση κυριαρχίας και υποταγής που ενέχει το χρέος. Παράδειγμα, γνωστό σε όλους μας από το σχολείο, η σεισάχθεια του Σόλωνα, με την ουσιαστική συμβολή της στη δημιουργία της αθηναϊκής δημοκρατίας· εισήγαγε νέα, περισσότερο εξισωτικά, ήθη στις πολιτικές σχέσεις, απαντώντας στις διεκδικήσεις του δήμου με την παραχώρηση σε αυτόν περισσότερων δικαιωμάτων αλλά και ευθυνών. Στο υποθετικό αυτό σημείο, βέβαια, ανακύπτει το θεμελιακό ζήτημα της υψηλής και διαρκούς ευθύνης που ενέχει για τον καθέναν κάθε τέτοιου είδους χειραφέτηση από την αλλοτριωτική υπο-χρέωση. Απαλλαγμένος από την κυριαρχική σχέση χρέους, αυτός ο «καθένας» –από κοινού με τους συμπολίτες του– θα φέρει την ευθύνη του μέλλοντός του, λίγο-πολύ, ακέραιη. Δύσκολη απόφαση με απρόβλεπτο κόστος και αβέβαιη έκβαση. Είναι σε θέση να αντέξει το μεγάλο βάρος και να φέρει εις πέρας την πρόκληση;

ΥΓ.
Με αφορμή το βιβλίο του Maurizio Lazzarato, The Making of the Indebted Man, The MIT Press/Semiotext, Νέα Υόρκη 2012.

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Η καθόλου χαριτωμένη γραφικότητα της καθεστωτικής δημοσιογραφίας…

Αφορμή για το κείμενο που ακολουθεί είναι άρθρο που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, από την αρχισυντάκτρια πολιτιστικού της εφημερίδας Β. Γεωργακοπούλου και αναφέρεται στα πρόσφατα γεγονότα της αστυνομικής εισβολής στην ΑΣΟΕΕ.
Το συγκεκριμένο άρθρο αναπαράγει όλη τη ρητορική που αναπαράχθηκε και στα τηλεοπτικά κανάλια τις τελευταίες μέρες σύμφωνα με την οποία ορθά η αστυνομία εισέβαλε στην ΑΣΟΕΕ, εφόσον μέσα σε έναν Πανεπιστημιακό χώρο «αποθηκεύονταν» προϊόντα «παραεμπορίου» καθώς και μπουκάλια, με τα τελευταία να ταυτίζονται αυτόματα με εκρηκτικούς μηχανισμούς.
Η εικόνα είναι γνωστή και έχει άλλωστε αναπαραχθεί μέχρι ναυτίας: στα πανεπιστήμια γίνονται κατ’ επανάληψη παραβατικές πρακτικές, τα κτίριά τους λειτουργούν ως ορμητήρια βίαιων ομάδων και εσχάτως στεγάζουν και παράνομες δραστηριότητες. Η συντάκτης μάλιστα του άρθρου σε αντιδιαστολή επικροτεί πρόσφατη δήλωση του προέδρου της ΠΟΣΔΕΠ Σταυρακάκη, ο οποίος σε προσωπική του δήλωση καλούσε τα κόμματα να αποκηρύξουν τέτοιες ομάδες. Το άρθρο τελειώνει με τη συντάκτρια να συγκρίνει την τωρινή κατάσταση με την εποχή της «αποχουντοποίησης», όταν κατά τη γνώμη της ακόμη και οι πιο ακραίες πρακτικές της Αριστεράς δεν συγκρίνονταν με την τωρινή κατάσταση. Θεωρεί μάλιστα ότι οι τότε «αγριότητες» είναι «χαριτωμένες γραφικότητες» σε σχέση με τα τωρινά.
Όπως συμβαίνει πάντα με άρθρα συνειδητής προπαγανδιστικής παρέμβασης, το πρώτο θύμα είναι η αλήθεια. Ας ξεκινήσουμε από την ίδια τη φιλολογία περί «παραεμπορίου». Τα τελευταία χρόνια η συγκεκριμένη αγορανομική παράβαση – που σε κλίμακα δεν έχει καμιά σχέση με τις φορολογικές παραβάσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ επώνυμων επιχειρηματιών – έχει αναχθεί σε ιδιώνυμο αδίκημα, έστω και εάν πρόκειται για πρακτική που κατεξοχήν παραπέμπει σε κοινωνίες σε συνθήκη φτωχοποίησης και σίγουρα δεν ευθύνεται για την κρίση του εμπορίου (για την οποία ευθύνεται κατεξοχήν η οικονομική κρίση και η μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών κατά ακόμη και 50%). Αφήνουμε κατά μέρος ότι όλα αυτά έχουν έναν έντονα ρατσιστικό χαρακτήρα: στους φτωχούς μετανάστες μικροπωλητές αστυνομικές επεμβάσεις, στους καναλάρχες και τους εργολάβους «ειδικοί διακανονισμοί».
Έπειτα στην ΑΣΟΕΕ είχαμε ένα παράδειγμα αστυνομικού – και δικαστικού… - σουρεαλισμού. Η Αστυνομία δήλωσε ότι έκανε επιχείρηση κατά του «παραεμπορίου» φέρνοντας ειδικές αστυνομικές δυνάμεις για… αγορανομική παράβαση, εισέβαλε παρουσία εισαγγελέα σε πανεπιστημιακό χώρο και πήγε κατευθείαν στα γραφεία που χρησιμοποιούν οι φοιτητικές παρατάξεις της Αριστεράς και ο αναρχικός χώρος. Αυτό τώρα ποια σχέση έχει με το «παραεμπόριο»;
Και εκεί έρχονται τα περιβόητα ευρήματα. Αντικείμενα που υπάρχουν στα περισσότερα σπίτια όπως άδεια μπουκάλια και ξύλα παρουσιάστηκαν ως πειστήρια ότι τα πανεπιστήμια είναι κέντρα βίας. Όσο για τις περιβόητες μάσκες, είναι γνωστό ότι αποτελούν αυτονόητη προστασία απέναντι στην επικίνδυνη και παρατεταμένη χρήση χημικών από την αστυνομία. Παράλληλα, κατασχέθηκε και ένας κινηματικός ραδιοσταθμός, προφανώς και αυτός ως «παράνομη δραστηριότητα». Βέβαια αντίστοιχη ευαισθησία δεν έχει υπάρξει για τους όντως παράνομους καναλάρχες και τον τρόπο που χειρίζονται ένα δημόσιο αγαθό όπως είναι οι ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες.
Είναι προφανές ότι έχουμε να κάνουμε όχι με την καταπολέμηση της «ανομίας», αλλά με επιχείρηση τρομοκράτησης του φοιτητικού κινήματος και έμπρακτης υλοποίησης της κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου. Εάν η αστυνομία μπορεί ετσιθελικά να παραβιάζει φοιτητικά γραφεία και πανεπιστημιακές αίθουσες, τι πρέπει να περιμένουμε μετά, την εισβολή διμοιρίας των ΜΑΤ σε ώρα φοιτητικής συνέλευσης;
Ακόμη πιο ανατριχιαστική γίνεται η εξέλιξη εάν αναλογιστούμε ότι λίγες μέρες πριν είχαμε την εισβολή της αστυνομίας στην κατάληψη Villa Amalias, έναν από τους πιο ιστορικούς κατειλημμένους κινηματικούς χώρους, με μεγάλη δράση ιδίως στο αντιφασιστικό κίνημα. Μια ματιά να ρίξει κανείς στο χάρτη της Αθήνας θα διαπιστώσει ότι οι δύο αστυνομικές επιχειρήσεις στην Villa Amalias και στην ΑΣΟΕΕ εκτός όλων των άλλων είναι και ευθεία εξυπηρέτηση της «εδαφικής» στρατηγικής της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής να αποκτήσει τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής. Η αστυνομία να λειτουργεί ως συλλογικός μπράβος μιας ναζιστικής συμμορίας: αυτό φαίνεται ότι δεν αποτελεί πρόβλημα για τη συντάκτρια του άρθρου.
Η προσβλητική αναφορά της συντάκτριας σε «πανάσχετες ομάδες», εννοώντας προφανώς τις συλλογικότητες της φοιτητικής Αριστεράς και του ριζοσπαστικού φοιτητικού κινήματος, αποτυπώνει συνειδητή αποσιώπηση του γεγονότος ότι αυτές οι συλλογικότητες ήταν που πρωταγωνίστησαν σε μεγάλα φοιτητικά κινήματα και υπερασπίστηκαν τη δημόσια και δωρεάν παιδεία (ακριβώς για να μην χρειάζονται οι φοιτητές στην Ελλάδα να πληρώνουν τα πανάκριβα δίδακτρα που φαντάζομαι ότι πληρώνει η συγκεκριμένη συντάκτρια για το γιό της που – κατά δήλωση της ιδίας στο συγκεκριμένο άρθρο – σπουδάζει στην Αγγλία…).
Όσο για τους ύμνους στον κ. Σταυρακάκη, αυτό είναι το μόνο λογικά συνεκτικό στοιχείο του άρθρου. Όταν ταυτίζεσαι με την ρητορική της ανομίας, λογικό είναι να εξυμνείς κάποιον που στη θητεία του ως προέδρου δεν έκανε απολύτως τίποτα για την υπεράσπιση του δημόσιου πανεπιστημίου, αλλά λειτούργησε ουκ ολίγες φορές ως αυτόκλητος εισαγγελέας και καταδότης στοχοποιώντας ακόμη και συναδέλφους του πανεπιστημιακούς.
Είναι προφανές ότι σήμερα το πολιτικό αλλά και δημοσιογραφικό κατεστημένο έχει βάλει ως στόχο να ξεμπερδεύει ποινικά και κατασταλτικά με το αγωνιστικό κεκτημένο της Μεταπολίτευσης και να επιβάλlει τη «θωρακισμένη μεταδημοκρατία» των νομοθετικών πραξικοπημάτων, της διαρκούς «έκτακτης ανάγκης», της καταστολής. Σε αυτό το φόντο θα δούμε και θα ακούσουμε πολλά. Ας ελπίσουμε, όμως, ότι δεν θα τα διαβάζουμε σε εγχειρήματα που δηλώνουν συνεταιριστικά, δημοκρατικά και σε ανοιχτή σχέση με την κοινωνία και όχι τη διαπλοκή.

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Σκέψεις για έναν «επι-θετικό» λαϊκισμό της Αριστεράς ...

του Γιώργου Κατσαμπέκη, απο τα ενθεματα...
Ένα εκ των βασικότερων χαρακτηριστικών της βαθειάς κρίσης την οποία διέρχεται η Ελλάδα είναι και η σημαντική πύκνωση του ιστορικού χρόνου. Οι δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις τον Μάιο και τον Ιούνιου του 2012 ανέδειξαν με ιδιαίτερα έντονο τρόπο το μέγεθος των ριζικών τεκτονικών μετατοπίσεων που λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο· μετατοπίσεις και ανακατατάξεις που αναμένεται να συνεχίσουν να πραγματοποιούνται, πιθανότατα μάλιστα με όλο και πιο γοργούς ρυθμούς, όσο η κρίση συνεχίζει να βαθαίνει και όσο δεν προβάλλει στον ορίζοντα μια πειστική προοπτική διεξόδου και συλλογικής ανάτασης.
Σε διάστημα λοιπόν λίγων μόνον ημερών γίναμε μάρτυρες ανατροπών και ρήξεων στην κεντρική πολιτική σκηνή που στις περισσότερες περιπτώσεις χρειάζονται δεκαετίες για να εκδηλωθούν. Άλλοι κομματικοί σχηματισμοί κατέρρευσαν και άλλοι εκτοξεύτηκαν κυριολεκτικά από την ανυπαρξία.Ανάμεσα σε άλλες συγκρούσεις και αντιφάσεις, στις δύο διαδοχικές αυτές εκλογές κορυφώθηκε με πρωτόγνωρη ένταση και η μέχρι πριν λίγα χρόνια μάλλον λανθάνουσα σύγκρουση μεταξύ λαϊκιστών και «αντιλαϊκιστών». Αυτή ακριβώς η σύγκρουση ως διακριτή διαιρετική τομή, αναδείχθηκε, θα τολμούσαμε να πούμε, σε κυρίαρχο διχασμό που επηρέασε σε σημαντικό βαθμό, αν δεν καθόρισε, τη σύγκρουση και στο επίπεδο άλλων διαιρετικών τομών, όπως αριστερά/δεξιά, ευρωπαϊσμός/αντιευρωπαϊσμός, μνημόνιο/αντιμνημόνιο, κ.ο.κ.
Η θορυβώδης «εισβολή» της εν λόγω διαίρεσης στον πολιτικό λόγο δεν είναι βεβαίως κάτι το πρωτόγνωρο για τα πολιτικά πράγματα της χώρας.  Το ιδεολογικό και πολιτικό σχίσμα λαϊκιστές/αντιλαϊκιστές, ή καλύτερα λαϊκιστές/εκσυγχρονιστές, μας έχει επισκεφτεί αρκετές φορές ήδη από το 1989, όταν πρωτο-επιχείρησε τότε να το εισαγάγει ο Κώστας Σημίτης ως κομβική διακύβευση της εποχής.[1] Ένα νέο στοιχείο ωστόσο στη σημερινή του επανεπίσκεψη εντοπίζεται στην ένταση με την οποία προβλήθηκε και στο βαθμό διάχυσής του στο δημόσιο λόγο· στην υπερπληθωρική χρήση, με άλλα λόγια, της συγκεκριμένης διαίρεσης στην δημόσια σφαίρα, αλλά και στο βαθμό που δείχνει να επηρέασε τη δημόσια συζήτηση στους διάφορους επιμέρους κλάδους άσκησης πολιτικής (από την οικονομία και την εκπαιδευτική πολιτική μέχρι και τη δημόσια τάξη και τη διπλωματία, παντού έβλεπε κανείς τους «κακούς λαϊκιστές» απέναντι στους «νηφάλιους», «ορθολογικούς» πολέμιούς τους). Επιπλέον, άλλο ένα στοιχείο που προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη νέα ανάδυση τούτης της διαιρετικής τομής είναι ότι κατά την κορύφωση αυτής της σύγκρουσης, απέναντι στο ήδη διαμορφωμένο «μπλοκ της συναίνεσης», το «μέτωπο των αντιλαϊκιστών», δείχνει πλέον να αποκρυσταλλώνεται και ένας μάλλον ξεκάθαρος λαϊκιστικός πόλος· θα τολμούσαμε να πούμε ένας ιδεοτυπικά λαϊκιστικός πολιτικός λόγος.[2] Με άλλα λόγια, τη στιγμή που ο κυρίαρχος λόγος –ο λόγος του «εκσυγχρονισμού» και του «ορθολογισμού» εμβαπτισμένος στα αυταρχικά νάματα της έκτακτης ανάγκης– στιγματίζει ως λαϊκισμό οποιαδήποτε διαφωνία, αμφισβήτηση ή αντίσταση στην ακολουθούμενη πολιτική, ένας σχηματισμός της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είχε ήδη εν τω μεταξύ αναδειχθεί σε βασική αντιπολιτευτική πολιτική δύναμη, εγκαλεί τώρα με κάθε αφορμή, συνεχώς και επίμονα, τον «λαό» στο προσκήνιο· τον εγκαλεί και τον καλεί να «σηκώσει κεφάλι» ενάντια στις διάφορες ελίτ, ενάντια στο «κατεστημένο». Δε διστάζει μάλιστα συχνά να εξισώσει την πιθανότητα ανάληψης κυβερνητικών καθηκόντων εκ μέρους του με την ίδια την «αυτο-ενίσχυση» του λαού.
Είναι χαρακτηριστική επί τούτου μία απλουστευτική και μάλλον χονδροειδής ποσοτική σύγκριση. Ενώ σε προεκλογικές του ομιλίες για τις βουλευτικές εκλογές του 2009 ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρεται ελάχιστες φορές και χωρίς ιδιαίτερη φόρτιση στο σημαίνον «λαός», κατά τις δύο διαδοχικές προεκλογικές εκστρατείες του 2012 βλέπουμε την αναφορά στον «λαό» να εμφανίζεται ακόμα και 50 φορές σε μία μόνο ομιλία του. Για παράδειγμα, αν διαβάσει κανείς την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Αθήνα (Πλ. Κοτζιά) στις 29.09.2009[3] θα μετρήσει μόλις 5 αναφορές στον «λαό», ενώ στην αντίστοιχη κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ομόνοια στις 14.06.2012 ο «λαός» δεσπόζει ως αναφορά, αφού απαντάται 51 φορές![4] Εδώ νομίζω πως έχουμε να κάνουμε με μια μορφή αριθμολογίας που δε στερείται διόλου σημασίας, αφού το σημαίνον «λαός» δεν επαναλαμβάνεται «άχρωμα», ως τυπική ή κλισέ αναφορά στο βάσει συντάγματος νομιμοποιητικό υποκείμενο της δημοκρατίας, αλλά αποκτά το ρόλο του προνομιακού σημείου αναφοράς που καθορίζει την ομιλία απ’ άκρου εις άκρον, που επηρεάζει σημαντικά κάθε άλλη αναφορά στο κείμενο. Για να μιλήσουμε με την ορολογία της θεωρίας και ανάλυσης του λόγου,[5] ο «λαός» είναι ξεκάθαρα πλέον το κομβικό σημείο στο λόγο του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά.[6]
Χαρακτηριστικά είναι επίσης τα πρωτοσέλιδα της «Αυγής» κατά την ίδια περίοδο, όπου ο λαός εμφανίζεται να εισβάλει στην εξουσία μαζί με την αριστερά, ή να εισβάλει στην εξουσία ακριβώς λόγω της ανόδου της αριστεράς. Μερικοί χαρακτηριστικοί τίτλοι έχουν ως εξής: «Λαός – Αριστερά για τη νέα Ελλάδα» (4.05.2012), «Να μην αλλοιωθεί η εντολή του λαού» (8.05.2012), «ΝΙΚΗ της Αριστεράς, ΝΙΚΗ του Λαού» (15.06.2012). Αντίστοιχης λογικής/ύφους ήταν και αφίσα μίας εκ των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ στην οποία διαβάσαμε χαρακτηριστικά: «Ο ΛΑΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ. ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΣΥΡΙΖΑ» (αφίσα της ΚΟΕ για τις εκλογές του Ιουνίου 2012). Σε ορισμένες ιδεοτυπικά λαϊκιστικές αποστροφές του λόγου του μάλιστα ο Τσίπρας θα πει, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως με την ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ ο λαός ενισχύει τον ίδιο του τον εαυτό. «Ο λαός μας, με την ψήφο του στον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ανοίγει τους δρόμους της Ιστορίας στη μεγάλη αλλαγή. […]Την Κυριακή δεν αναμετράται απλά και μόνον ο ΣΥΡΙΖΑ με το πολιτικό κατεστημένο του Μνημονίου. [...] Αναμετράται ο λαός με τη ζωή του. Αναμετράται ο λαός με τη μοίρα του. […]Ενώνεται ο λαός με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ».[7]
Ο ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο –όπως και ήταν αναμενόμενο βεβαίως– ενοχλείται ιδιαίτερα από τον χαρακτηρισμό της πολιτικής του ως «λαϊκιστικής» και επιχειρεί με μαχητικό τρόπο να επιστρέφει κάθε φορά τέτοιους χαρακτηρισμούς πίσω στην πηγή τους διανθισμένους με αντι-κατηγορίες προς τους αντιπάλους του περί «παραπλάνησης» του λαού και «δημαγωγίας» ή ασθενούς πατριωτικού φρονήματος, ακόμα και μειωμένης «ελληνικότητας»! Αυτή, θα έλεγε ίσως κανείς, είναι η πλέον λογική κίνηση εκ μέρους ενός πολιτικού σχηματισμού στα συμφραζόμενα ενός συλλογικού φαντασιακού που χρόνια τώρα έχει συνδέσει το «παράσημο» του λαϊκισμού με την χείριστη «πολιτική βρισιά», με επαίσχυντο ηθικό στίγμα που παραπέμπει σε ψεύδη, ανεντιμότητα, διαφθορά, συντεχνιασμούς, πελατειοκρατία, και κάθε φαυλότητα που μπορεί κανείς να σκεφτεί. Αν αυτή η στάση όμως φαντάζει ως η πλέον λογική απάντηση σε ένα πρώτο επίπεδο, αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι είναι και η μοναδική ή η καταλληλότερη επιλογή. Η ακριβώς αντίθετη στάση θα μπορούσε να αποτελέσει μία –όχι χωρίς ρίσκο– πρωτότυπη και ριζοσπαστική πολιτική κίνηση υπέρβασης και αντιστροφής των όρων του πολιτικού διαλόγου. Για να το θέσουμε χωρίς περιστροφές, η υπέρβαση εκ μέρους του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά θα συνίστατο στην με θέρμη ενεργό οικειοποίηση του τίτλου του «λαϊκιστή»· μια κίνηση που απαραίτητα θα εμπεριέχει και μια επίμονη προσπάθεια ενεργού ανανοηματοδήτησης του όρου στη δημοκρατική/χειραφετητική του προοπτική. Θα μπορούσε ο Τσίπρας να μιμηθεί εδώ τον Γάλλο ομόλογό του, τον Ζαν Λυκ Μελανσόν, ο οποίος όταν του λένε ότι του αποδίδεται ο χαρακτηρισμός του λαϊκιστή δε διστάζει να απαντήσει: «λαϊκιστής εγώ; Το δέχομαι!», ενώ νωρίτερα δε παραλείπει να συνδέσει τον «λαϊκισμό» του με την απέχθεια προς τις ελίτ και το κάλεσμά του προς τους πολλούς να εναντιωθούν στον εφησυχασμό των προνομιούχων.[8]
Αυτή η κίνηση ανανοηματοδήτησης μπορεί να συνεπάγεται πολλά περισσότερα από μία απλή απόπειρα αντιστροφής του ηθικο-αξιακού φορτίου μιας έννοιας ή ένα αξιολογικό αναποδογύρισμα (κάτι που ιστορικά το έχουμε δει σε πολύ πιο ευρεία κλίμακα στο κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο, από το κίνημα «black power» στις ΗΠΑ του ’60-‘70, μέχρι τον σύγχρονο queer λόγο, κ.ο.κ.). Την ίδια στιγμή που διάφοροι πολιτικοί και δημοσιογράφοι αναγνωρίζουν τον λαϊκισμό[9] σε κάθε τι που θα μπορούσε να διαταράξει τη συντεταγμένη μας πορεία προς την «οικονομική εξυγίανση» (μια πορεία που πρακτικά τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να οδηγεί στην απόλυτη κοινωνική εξαθλίωση), τη στιγμή δηλαδή που ο mainstream «αντιλαϊκισμός» τείνει να ταυτιστεί στο συλλογικό φαντασιακό με την πιο μονόχνωτη και συντηρητική (με την αυστηρή έννοια του όρου) πρόσληψη της πολιτικής ως «τέχνης των ολίγων» και προνόμιο των εξειδικευμένων «ορθολογιστών», μια θετική οικειοποίηση του λαϊκισμού με δημοκρατικό-προοδευτικό πρόσημο, που θα επιμένει στην ανάδειξη της νομιμοποιητικής ρίζας της δημοκρατίας, δηλαδή της «λαϊκής κυριαρχίας», μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά και να δώσει όνομα στην «θετικότητα» που αναζητά να εκβάλει από τις μέχρι τώρα ασύνδετες συλλογικές ματαιώσεις και δυσφορίες.
Αυτή βεβαίως είναι μία δυνατότητα μεταξύ άλλων. Δεν είναι ούτε πανάκεια, ούτε μονόδρομος, ούτε και παρέχει εγγυήσεις για την επιτυχία της· κάθε άλλο ίσως. Σε μια εποχή όμως που ο μηντιακά ηγεμονικός «αντι-λαϊκισμός» ταυτίζεται όλο και περισσότερο με το αντι-λαϊκό ή ακόμα και το αντι-δημοκρατικό συναίσθημα των ελίτ, αποκτώντας ανησυχητικά αυταρχικές και αντιδημοκρατικές ροπές, η επιλογή ενός δημοκρατικού λαϊκισμού από έναν πολιτικό χώρο που δε θα καταπνίγει την πολλαπλότητα και την ιδιαιτερότητα σε ένα μονολιθικό/περιοριστικό όλον υπό τον «φωτισμένο» ηγέτη, που δε θα προσδένει το λαό στο σημαίνον «έθνος», που θα αναζητά διαρκώς τρόπους να λειτουργεί ουσιωδώς δημοκρατικά σε επίπεδο βάσης (ρισκάροντας ακόμα και την αυτο-υπονόμευση του ίδιου του λαϊκιστικού φορέα), ενισχύοντας τα περιθώρια αυτενέργειας και αυτονομίας των υποκειμένων, που θα μετουσιώσει πολιτικά την συλλογική οργή και την αγανάκτηση σε δημοκρατική-αγωνιστική επιδίωξη κοινών στόχων εδώ και τώρα, είναι μια οδός που, αν μη τι άλλο, αξίζει να εξεταστεί.

Ο Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος διδάκτωρ του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

[1] «Η απάντηση στην κρίση δεν μπορεί να προέλθει μόνον από την αντιπαράθεση κομμάτων. Θα προέλθει και από την αντιπαράθεση λαϊκιστών και εκσυγχρονιστών μέσα στα κόμματα». Κώστας Σημίτης, «Εισαγωγή», στο Μουζέλης Ν., Λίποβατς Θ., Σπουρδαλάκης Μ., Λαϊκισμός και Πολιτική, Γνώση, Αθήνα 1989 σ. 17.
[2] Για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την έννοια του λαϊκισμού βλ. Γ. Κατσαμπέκης & Γ. Σταυρακάκης, «Λαϊκισμός: Έγκλημα ή διέξοδος», Κυριακάτικη Αυγή (Ενθέματα), 19.12.2010.
[3] Το κείμενο της ομιλίας: http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=16197.
[4] Το κείμενο της ομιλίας: http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=27375.
[5] Για το ρόλο των «κομβικών σημείων» στον πολιτικό λόγο (και πιο συγκεκριμένα στον λαϊκιστικό λόγο) βλ. Ernesto Laclau, Onpopulistreason, Verso, Λονδίνο 2005. Για τη θεωρία του λόγου εν γένει βλ. MarianneJorgensen& Louise Phillips, Ανάλυση λόγου: θεωρία και μέθοδος, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Παπαζήση, Αθήνα 2009.
[6] Τη θέση του κομβικού σημαίνοντος στο λόγο του Αλέξη Τσίπρα (όπως και του Αλέκου Αλαβάνου μεταξύ 2004-2008) μέχρι πρόσφατα κατείχε η «νεολαία», εξ ου και είχαμε μιλήσει παλιότερα για τον ιδιότυπο «νεολαιολαϊκισμό» του ΣΥΡΙΖΑ. Βλ. Γ. Κατσαμπέκης, «ΣΥΡΙΖΑ: μερικές σκέψεις με αφορμή τον Δεκέμβρη», Σύγχρονα Θέματα, τχ. 106, 2009, σελ. 9-11. Πολλές υποθέσεις μπορούν να γίνουν σχετικά με τη μετάβαση από τη «νεολαία» στο «λαό», η αναφορά στις οποίες θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό άρθρο. Ας αρκεστούμε στην πρώτη και ίσως πιο πρωτοφανή εξήγηση που έχει να κάνει με το άνοιγμα από ένα περιορισμένο ακροατήριο της τάξης του 4-6% στο εθνικό ακροατήριο.
[7] Ομιλία στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ομόνοια στις 14.06.2012, ο.π..
[8] L’ Express, 16.09.2010, http://www.lexpress.fr/actualite/politique/melenchon-populiste-moi-j-assume_919603.html. Στη Γαλλία των αρχών του 2000 αυτή την κρίσιμη αντιστροφή του στίγματος του λαϊκισμού την είχε πετύχει για την νεολαϊκιστική ακροδεξιά ο Ζαν Μαρί Λεπέν, ο οποίος δήλωνε χαρακτηριστικά: «Λαϊκισμός σημαίνει να λαμβάνεις υπόψη τη γνώμη του λαού. Δεν έχουν αλήθεια οι λαοί σε μια δημοκρατία το δικαίωμα της γνώμης; Αν έτσι έχουν τα πράγματα τότε ναι, είμαι ένας λαϊκιστής». Jean-Marie Le Pen, αναφέρεται στο N. Mayer, «French Populism: The Aftermath of 21st April 2002», στο Beata Ociepka (επιμ.), Populism and Media Democracy, Wroclaw University Press, 2005. Η κόρη και διάδοχος του τελευταίου, Μαρίν Λεπέν στην ίδια λογική δε διστάζει να υπερασπιστεί τον τίτλο του «λαϊκιστή» ως εκείνου που προσβλέπει και λαμβάνει υπόψη τον λαό. Αναφερόμενη στον Μελανσόν είχε δηλώσει χαρακτηριστικά «Εγώ είμαι μια λαϊκίστρια με τον λαό, αυτός ένας λαϊκιστής χωρίς λαό». L’ Humanité, 14.02.2011, http://www.humanite.fr/14_02_2011-m%C3%A9lenchon-jai-envoy%C3%A9-marine-le-pen-au-tapis-vid%C3%A9o-465127.
[9] Ο λαϊκισμός στην ημεδαπή έχει οψίμως ταυτιστεί και με τα περιβόητα «άκρα», στα οποία –λόγω της καθαρά εργαλειακής τους χρήσης στο δημόσιο λόγο– χωράνε το ίδιο εύκολα οι μαζικές κινητοποιήσεις των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στην καταστροφή του περιβάλλοντος της περιοχής τους από την εξόρυξη χρυσού και οι ομάδες εφόδου της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής που επελαύνουν σε γειτονιές και σπέρνουν τον τρόμο με κριτήριο το χρώμα του δέρματος. Για μια κριτική αυτής της λογικής της εξίσωσης των «άκρων» βλ. Γ. Κατσαμπέκης, «Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Χρυσή Αυγή και ο Ερνέστο Λακλάου…», Red Notebook, 5.10.2012, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=6958.

Δειτε επισης: 

Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση

Φωτογραφία: του Elliot Erwin, Παρίσι 1949

Ροη αρθρων