Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΙΚΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΙΚΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Άδωνις. Τώρα και στο Λονδίνο...

του Δημητρη Παπανικολαου, απο τα Ενθεματα...
ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ IMPERIAL
Την προηγούμενη εβδομάδα βρέθηκα σε ένα αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής Σχολής στην Αθήνα. Στον τοίχο δέσποζε μία (και μοναδική) αφίσα. «Οι Νέοι Ορίζοντες στον Βασίλη Καρρά». Από κάτω τιμές φιάλης, στοιχεία για δηλώσεις συμμετοχής. Μέσα στο αμφιθέατρο όλα αυτά – Αθήνα, μέρες του 2014.
Οι Νέοι Ορίζοντες, για όποιον δεν το γνωρίζει, είναι φοιτητικό σχήμα της Φιλοσοφικής. Ξεκίνησε ως νεολαία της πάλαι ποτέ Πολιτικής Άνοιξης,
και παραμένει μέχρι σήμερα ενεργό ως αυτόνομο δεξιό σχήμα, στηρίζοντας, εκτός από τον Βασίλη Καρρά και τις εκδρομές στη Μύκονο, κάθε εθνικιστικό και λαϊκιστικό σχέδιο του Αντώνη Σαμαρά ειδικώς, και της ελληνικής Δεξιάς γενικότερα. Είναι επίσης το σχήμα με το οποίο συνδέθηκε κατά τη διάρκεια των μακρόχρονων βασικών σπουδών του στη Φιλοσοφική ο Άδωνις Γεωργιάδης, αλλά και κοντινοί του συνεργάτες και πολιτικοί του φίλοι.
Την αφίσα τη θυμήθηκα όταν λίγες μέρες μετά ο υπουργός Υγείας Γεωργιάδης βρέθηκε σε ένα άλλο αμφιθέατρο, στο Imperial College του Λονδίνου. Χωρίς αφίσες του Βασίλη Καρρά μεν, τριγυρισμένος όμως από κάποια μέλη του Συλλόγου Ελλήνων Φοιτητών του Κολεγίου που τον κάλεσαν για να συζητήσουν μαζί του σε εκδήλωση υπό τον εθνολυρικό τίτλο «Αντιστρέφοντας το κλίμα: Η ελληνική εθνική προσπάθεια για έξοδο από την κρίση». Το τι έγινε στην εκδήλωση είναι λίγο πολύ γνωστό. Ο Άδωνις μπορεί να πήγε καλεσμένος από πολιτικούς του φίλους, βρέθηκε όμως εντέλει αντιμέτωπος με ένα εχθρικό περιβάλλον. Άλλες ομάδες φοιτητών και εργαζομένων είχαν εκδώσει ανακοινώσεις εναντίον του, μια από τις οποίες διαβάστηκε· και πολλοί είχαν έρθει στην αίθουσα αποφασισμένοι να εκφράσουν την αγανάκτησή τους για την παρουσία του εκεί. Τον διέκοπταν επί ένα εικοσάλεπτο, υιοθετώντας την ίδια πρακτική στην οποία ο ίδιος έχει βασίσει όλη του την πολιτική καριέρα. Όπως έγραψε αργότερα πολύ εύστοχα η σκηνοθέτις Ζωή Μαυρουδή, «το “κοινό” σου, Υπουργέ, θα σε σεβαστεί όσο το σέβεσαι κι εσύ».

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Απόκεντρο Κέντρο...

του Δημητρη Σεβαστακη, απο το Εθνος...
Απόκεντρο Κέντρο
Κεντρώο εγχείρημα με καμένες ταξικές αναφορές και πόρους, χωρίς κοινωνικά στρώματα-φορείς, δηλαδή χωρίς αιτία, μεταπίπτει σε κεντρώο «στυλ», σε ανενεργό πολιτικό ύφος. Το περιπετειώδες και σε μεγάλο βαθμό αδύναμο -νέο- κεντρώο διάβημα βασίζεται περισσότερο σε πολιτισμικά και πολιτικά στερεότυπα. Κάποιοι εννοούν τον εαυτό τους ως ανήκοντα στον μεσαίο χώρο από απέχθεια προς την «αριστερά»
και περιφρόνηση στον υποπολιτισμό και την απαιδευσιά της «δεξιάς». Εσωτερικεύουν, κατοπτρικά, τα χαρακτηριστικά της υπόλοιπης πολιτικής σκηνής - αυτής από την οποία, υποτίθεται, αποκλίνουν.
Η απέχθεια δεν συστήνει διαφορά. Οι ποικίλες μορφές, οι ομάδες και τα θρύψαλα που αυτοεννοούνται ως μεσαία πολιτική ζώνη, αιτούνται μια ακόμα εκδοχή μεταρρύθμισης, εκσυγχρονισμού, ανασυγκρότησης του κράτους και με αυτά ως ιδεολογικά οχήματα προσπαθούν να επανεγκατασταθούν, να ανανομιμοποιηθούν ή απλώς να μη σβήσουν. Ζητούν αυτό που -όντως- εκκρεμεί και ματαιώνεται (διαρκώς, αφού το δια-σύστημα ανασχέσεων είναι ανίκητο). Προσπαθούν να εκφέρουν ως αίτημα αυτό που δεν έκαναν ως εξουσία. Μοιραία οι ομάδες και τα θρύψαλα του Κέντρου στραγγίζουν, καταλήγουν σε ηθικισμούς, σε μια μεταφυσική αοριστία, μα πιο πολύ βγάζουν μια κούραση. Κι όχι μόνο γιατί τα φυσικά πρόσωπα είναι φθαρμένα και συναρτημένα με τον νεοφιλελευθερισμό και την αποικοδόμηση.

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Τα πρόσωπα του Ντόριαν Γκρέυ...

Τα πρόσωπα του Ντόριαν Γκρέυ
 Ο Αντώνης παίρνει τ’ όπλο του και κάνει αγωγή στη Ζήμενς. Ζητά πίσω τα κλεμμένα. Θέλει το κεφάλι του κ. Χριστοφοράκου στο πιάτο. Μα τη Μεγαλόχαρη! έρχονται εκλογές κι άρχισαν τα θαύματα!
Κομμένες οι μαλθακίες! Αν ξανασυνεδριάσουν οι Υπουργοί Οικονομικών της Γαλλίας και της Γερμανίας (συν δυο – τρεις Επίτροποι της Ένωσης) για το «ελληνικό πρόβλημα» με τον κ. Στουρνάρα κλεισμένον στην παπουτσοθήκη, θα γίνει της πουτ...συγγνώμην της κακομοίρας. Ο κ. Στουρνάρας έχει λάβει  αυστηρές εντολές να εφεύρει νέους αριθμούς success story, διότι οι τρέχοντες τα τίναξαν. Αρχίζει μεγάλη πορεία προς τον λαό! Τέρμα τα ψέματα. Κι άμα δεν του αρέσει του Σόιμπλε να πάει να ανοίξει κουρείο για να κουρεύει τις τρίχες που λέει! Τελεία και παύλα.
Ως εδώ οι παπαρδέλες ότι δεν θα μας κουρέψουν το δάνειο και ότι ετοιμάζουν νέο πακέτο μέτρων 15-20 δις οι Τροϊκανοί. Να σοβαρευτούν! Ως χθες έλεγαν ότι το πακέτο θα ήταν 11-15 δις! Που τα βρήκαν τα υπόλοιπα; απ’ τη μάνα μας και τον πατέρα μας; Απ’ αυτούς έφαγαν το κατοχικό δάνειο και τις πολεμικές  αποζημιώσεις, θέλουν τώρα κι άλλα; Θέλουν τράπεζες; υποθήκες; θέλουν κατασχέσεις και πλειστηριασμούς; γη και ενέργεια; ας έρθουν να τα πάρουν – μολών λαβέ
και ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος. Τέρμα οι πλακίτσες με τον κ. Γιακουμάτο, τέρμα οι τσιρίδες του Αδώνιδος με τους γιατρούς και τους ασθενείς, όποιος δεν κάθεται καλά θα τον φυσουνίζει ο κ. Δένδιας και θα τον αναμορφώνει ο κ. Χρυσοχοΐδης – όστις έχει αλλάξει τελευταίως τα χάπια του και παίρνει αρχηγικά  με θαυμαστά αποτελέσματα.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Η κατανάλωση των σκανδάλων που κοιμίζει...

του Δημητρη Σεβαστακη, απο το Εθνος...
Η κατανάλωση των σκανδάλων που κοιμίζει
Τα σκανδαλώδη συμβάντα με το Τ.Τ., τους εξοπλισμούς, οι πονηριές στα ΕΣΠΑ κ.λπ., αποδομούν μια ακόμα μεταφυσική κατασκευή που έφερε ατσούμπαλα η ρητορεία της κρίσης: την επιχειρηματικότητα, μια έμφυτη αρετή-περιεχόμενο του εαυτού της. Ιδίως τα τέσσερα τελευταία χρόνια, που συντελείται -εκτός των άλλων- μια μεγάλη ιδεολογική αναδιάρθρωση, η επιχειρηματικότητα, αποτελεί μια έννοια-πασπαρτού με την οποία μπορεί κανείς να διαχειρίζεται τα αδιέξοδα του ελληνικού καπιταλισμού αλλά και τις πολιτικές ποταπότητες.
Οπως ακριβώς η επίσης ασαφής έννοια «λαϊκισμός», ανέλαβε την πολιτική άμυνα αυτού του καπιταλισμού: «Μένουμε τελευταίοι γιατί ο λαϊκισμός καταστρέφει την επιχειρηματικότητα». Εύκολο, ασαφές, επικοινωνιακά λειτουργικό. Οι έννοιες αναδύονται μέσα από το γκρίζο τοπίο που κομματικού καριερισμού και της οικονομικής καχεξίας που αυτός παρήγαγε. Η ελληνική εκδοχή της επιχειρηματικότητας είναι αυτό που ξέρουμε. Κουμπαριές, κρατική επιχορήγηση, φυγάδευση χρημάτων, όχι επένδυση. Ενα διαρκές σύνδρομο κατοχής. Ιδρύουν μια μαϊμού, για να σφετεριστούν ευρωπαϊκά ή κρατικά χρήματα, που στη συνέχεια διασπείρονται έξυπνα με offshore εξάχνωση.
Ειδικότερα, πολλοί νεοφώτιστοι τέως αριστεροί δεν λένε καν αυτό που καταλαβαίνει και ο τελευταίος φιλελεύθερος: ότι το ζητούμενο είναι η παραγωγική επινοητικότητα και όχι η επιχειρηματικότητα. Μια διαφορετική επενδυτική κουλτούρα κι όχι μια αντίληψη μαυραγορίτη που αρπάζει το κόσμημα κι εξαφανίζεται. Τι σημαίνει παραγωγική επινοητικότητα; Οχι μόνο να δεις τι σπανίζει στη διεθνή αγορά, ώστε να το παράγεις, αλλά να δεις τις δυνάμει ποιότητες αυτού που ζητάει η αγορά, ακόμα κι αν η τελευταία δεν τις αντιλαμβάνεται.

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Ο λόγος δεν έχει λόγο να λέγεται...

tenekes
Τις προάλλες, χαζεύοντας στο Facebook, έπεσε το μάτι μου σε αυτήν εδώ τη φωτογραφία, που ανέβασε η σελίδα του «105,5 Στο Κόκκινο».
Έγινε αμέσως ανάρπαστη, με 536 likes και 843 (!) κοινοποιήσεις, τη στιγμή που γράφω. Δικαίως η δημοφιλία, αφού παρουσιάζει μέσα σε σχεδόν γελοιογραφική συμπύκνωση ένα βασικό καίριο ζήτημα της πολιτικής σκηνής και δημόσιας σφαίρας –που σχολιάστηκε και πολύ επιτυχημένα προσφάτως (βλ. Αυγουστίνος Ζενάκος, «Καλύτερα αριστερός και πλούσιος παρά φτωχός και δεξιός», 20.12.2013 στην ιστοσελίδα του Unfollow). Καλά ως εδώ. Το πράγμα αρχίζει να αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον όμως όταν μπουν στο παιχνίδι και οι «δεύτερες σκέψεις»: η Αριστερά (ο ΣΥΡΙΖΑ εν προκειμένω) λαϊκίζει, λαζοπουλικώ τω τρόπω, εκμεταλλεύεται τη δυστυχία φτωχών ανθρώπων για να προπαγανδίσει τα «θέλω» της, δεν παίζει δίκαια κ.ο.κ.
Μια βασική ένσταση εδώ θα ήταν πως κανείς δεν το είπε αυτό, ότι τα σχόλια στη σελίδα είναι όλα θετικά –συμφωνούν δηλαδή με την ανάρτηση της εικόνας– και ότι το post είναι  είναι καθολικώς αποδεκτό. Η ένσταση αυτή μας ενδιαφέρει για δύο λόγους.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Λαϊκισμός ΚΑΙ «λαϊκισμός»...

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ποιοι αριθμοί, ποια αθροίσματα, είναι τα απαραίτητα για να σε προφυλάξουν από την κατηγορία του λαϊκιστή. Φαντάζομαι πως είναι πάνω κάτω τα ίδια που ορίζουν τις ενδημίες και τις επιδημίες. Αν έχουν αυτοκτονήσει πενήντα λόγω κρίσης κι εσύ αυτό το ορίσεις ως κανόνα, τότε είσαι λαϊκιστής.
Αν ο αριθμός ξεπεράσει το ψυχολογικό όριο των 654, τότε δεν είσαι. Αν πεθάνουν από αναθυμιάσεις τρεις με κομμένο ρεύμα κι εσύ φωνάξεις πως φταίει η κρίση και ο κυνισμός της εξουσίας, είσαι λαϊκιστής. Αν πεθάνουν από 227 και πάνω, τότε μόνο αποκτάς ένα μικρό δικαίωμα να γενικεύσεις. Απλά είναι τα πράγματα. Δεν παίζουμε με τους αριθμούς. Γι' αυτό υπάρχουν, για να υπολογίζουμε και να συγκρίνουμε. Κάτι σαν το όριο της φτώχειας. Αν από τα 440 ευρώ τον μήνα, περάσεις στα 634, αλλάζεις κόσμο. Από τους χαμένους, στους κερδισμένους. Στατιστικώς, σου απαγορεύεται να γκρινιάζεις. Ολα αυτά είναι όρια και γραμμές θεόσταλτες, τυπωμένες στις πλάκες του Μωυσή, δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθούν ούτε από φτωχά μυαλά που δεν έχουν κουκούτσι οικονομικής σκέψης, ούτε από «φωνακλάδες» και ρομαντικούς που αγνοούν τη διάταξη των γραναζιών που κινούν τον κόσμο.
Συμφωνώ, πως τα επί μέρους, τα σποραδικά, τα τυχαία, τα άτυχα, τα λιμά των πιθανοτήτων, θα πρέπει να αναλύονται στις διαστάσεις τους. Αυτό όμως δεν ακυρώνει το γεγονός. Δεν το υποβιβάζει σε δευτερεύοντα θάνατο ή σε δευτερεύουσα φτώχεια. Και δεν είμαστε όλοι κομματικά στελέχη ούτε σιτιζόμαστε από κομματικά κονδύλια για να έχουμε όφελος από τη δημιουργία κλίματος.
ΑΝ ΔΕΝ φωνάξεις στον πρώτο θάνατο, αν δεν φωνάξεις στον δεύτερο, στον εκατοστό θα είναι αργά για να συμμαζέψεις οτιδήποτε. Δεν γίνεται να λειτουργούμε σαν Στατιστική Υπηρεσία. Να προσαρμόζουμε, την αγωνία, το αίσθημα, το όνειρο, την αντίδραση, by the book.

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

«Λαϊκός σύνδεσμος» ή λαός-παρακράτος;


Είναι σαφές ότι μέρος της πρωτοφανούς δημοσιότητας που απολαμβάνει τον τελευταίο χρόνο η Χρυσή Αυγή οφείλεται σε πολιτικές σκοπιμότητες και ιδεολογικές συγκλίσεις στο πλαίσιο αυτού που η ίδια ονομάζει «εθνικό τόξο»· έχουν συζητηθεί εξαντλητικά οι εκκλήσεις Κρανιδιώτη για «ενότητα στη βάση της παράταξης», η εκτίμηση του κ. Μπαλτάκου ότι το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης Ν.Δ.-Χ.Α. δεν μπορεί να αποκλειστεί, και πιο πρόσφατα, οι δηλώσεις Πολύδωρα και Παναγιωτόπουλου.

Όμως, ακόμα κι εκεί που η δημοσιότητα είναι αρνητική, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παράδειγμα, φαίνεται να δημιουργείται ένας «μηχανισμός» διάδοσης της πληροφορίας που αποβαίνει, προφανώς ακούσια, προς όφελος της Ακροδεξιάς. Χάρη στους αυτοματισμούς που έχει αποκτήσει ο εν λόγω «μηχανισμός», εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται άμεσα και διαρκώς σε επαφή με την αμεσότητα του νεοναζιστικού μηνύματος: με μια αναπαράσταση λαϊκότητας, την οποία ενισχύει η ίδια η παρουσία των νεοναζί βουλευτών στη Βουλή. Όπως εύστοχα γράφει η Αφροδίτη Κουκουτσάκη, είναι εκεί που «η επιθετική αμφισβήτηση του υπάρχοντος κοινοβουλευτικού τοπίου και η λεκτική βία της λαϊκής κουλτούρας, συναρθρώνονται με την εικόνα “απλών ανθρώπων”, μεροκαματιάρηδων, όπου ακόμα και το κομπιαστό διάβασμα των κειμένων κατά τις παρεμβάσεις τους επικοινωνεί το μήνυμα ότι είναι παιδιά του λαού που δεν έχουν σχέση με τις απαξιωμένες πλέον ελίτ». [1] 

Η ιδιότυπη εξοικείωση με τη Χρυσή Αυγή


Δεν υπαινίσσομαι ότι το να αποστρέφουμε από δω και στο εξής το βλέμμα θα βοηθούσε να ακυρωθεί η «εκλαΐκευση» του νεοναζισμού. Περισσότερο θέλω να πω ότι η υπερπροβολή της άμεσης πολιτικής των νεοναζί (και) στις πιο γραφικές εκδοχές της, η αναγωγή της σε αντικείμενο (όχι έρευνας αλλά) παρατήρησης και την ίδια στιγμή η –ακούσια και εκούσια– κατασκευή της ναζιστικής «λαϊκότητας» μέσα από αυτές τις διαδρομές διαμορφώνουν μια ιδιότυπη εξοικείωση με τη Χρυσή Αυγή· μια ατμόσφαιρα απώθησης-έλξης που κάνει ευλογοφανή τη σπονδυλωτή εξίσωση Ακροδεξιά= λαϊκισμός, λαϊκισμός= αντικομφορμισμός, αντικομφορμισμός= λαϊκότητα. Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, είναι ότι με την υπαγωγή των ακροδεξιών σχηματισμών στο φολκλόρ από τη μια, και με τη μομφή του «λαϊκισμού» που επιμένει να τους αποδίδει ένα τμήμα των δημοσιολογούντων από την άλλη, ουσιαστικά καταργείται η ιδιοτυπία του φαινομένου: ο δεξιός εξτρεμισμός, που φτάνει τελικά να απομειώνεται στο ανορθόδοξο στιλ των εκπροσώπων της Χρυσής Αυγής – σε ένα απλώς πολιτισμικό ζήτημα, με το οποίο κανείς μπορεί μόνο να φρίττει. [2]

Αν συζητάμε για τον ελληνικό νεοναζισμό πρωτίστως ως «λαϊκιστικό»-πολιτισμικό φαινόμενο, διακινδυνεύουμε την απώλεια μιας κρίσιμης διάστασης: ποιος είναι ο λαός που επικαλείται, οργανώνει και κινητοποιεί η Χρυσή Αυγή; Στην περίπτωσή της μιλάμε για έναν ελιτιστή (καθόλου αντικομφομιστή δηλαδή) λαό, [3] με βιολογικό υπόβαθρο τη φυλή. Για έναν λαϊκισμό που θεωρεί φυσικές τις κοινωνικές ανισότητες, που εξίσου «φυσικά» νομιμοποιεί βάσει αυτών την αφαίρεση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, και τελικά απαιτεί να ορίζει ποιες ζωές (δεν) αξίζει να ζουν. Ένας τέτοιος «λαϊκισμός», για τον οποίο η βία είναι σκοπός και όχι μέσο (η «μαμά» και όχι η «μαμή») της Ιστορίας, οργανώνεται υποχρεωτικά πέρα από το πεδίο του λόγου και του στιλ. Συναντιέται, εξ ορισμού με τις «βαριές μεταβλητές», τις τάξεις και το κράτος – αυτές που επιλέγουν και επιτρέπουν (ή αντίθετα απορρίπτουν και οριοθετούν). Και αυτές που, είτε λόγω μεθοδολογικών προτιμήσεων (οι οποίες ωστόσο είναι ιδεολογικά φορτισμένες) είτε λόγω πολιτικής σκοπιμότητας ή απλώς για λόγους ευκολίας, συνήθως απουσιάζουν από τον δημόσιο λόγο στις εκδοχές που προανέφερα.

Για να το πω πιο απλά: δεν ανακαλύπτουμε τίποτα βλέποντας τις ασχήμιες του τάδε νεοναζί βουλευτή στο βήμα της Βουλής ή τεκμηριώνοντας για πολλοστή φορά ότι η Χρυσή Αυγή δεν πρωτοτυπεί σε σχέση με τους προγόνους της του Μεσοπολέμου. Στην εποχή της απαξίωσης της αντιπροσωπευτικής-έμμεσης δημοκρατίας και της κατάρριψης των προσχημάτων, οι νεοναζί προφανώς ασχημονούν: το κάνουν απολύτως συνειδητά, και αυτός είναι ο τρόπος της αμεσότητάς τους. Το ζήτημα είναι πώς αντιμετωπίζεται αυτό πολιτικά από τους άλλους, γιατί γίνεται –αν γίνεται– πολιτικά σημαντικό, ποιοι και ποιες το «επιβραβεύουν», το υποβαθμίζουν ή το αποσιωπούν.

Ο φύρδην-μίγδην αντιλαϊκισμός, αυτός που εξισώνει το «άκρο-Χρυσή Αυγή» με το «άκρο-ΣΥ.ΡΙΖ.Α.», ξεμπερδεύει εύκολα με το πρόβλημα: αρκείται στην ηθική καταδίκη του εν γένει λαϊκισμού και της κάθε αμεσότητας. Έτσι όμως προβαίνει σε μια λαθροχειρία που αξίζει να προσέξουμε. Ενώ οι υποστηρικτές του ταυτίζουν τους φορείς της «αντισυστημικής» ρητορικής ως εξίσου «ακραίους», εντάσσοντάς τους στο συνεχές του «λαϊκισμού», από τη μία πλευρά απομειώνουν τον ναζισμό (και τις εκτροπές του, αν αυτό δεν είναι πλεονασμός) σε λαϊκισμό, αποσιωπώντας το υπόβαθρό του, ενώ από την άλλη συκοφαντούν τον αριστερό αντισυστημισμό ως φασιστοειδή. Με άλλη διατύπωση: σπάνια θα δούμε τους αντιλαϊκιστές να «μέμφονται» τη Χρυσή Αυγή ως ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Από την άλλη, η πρόσφατη ατυχής έμπνευση βουλευτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να αντιπαραβάλει από το βήμα της Βουλής δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα, δημοσίευμα του φιλοναζιστικού Στόχου και δηλώσεις του Ηλία Κασιδιάρη περί «παχυλών βουλευτικών μισθών», για να αποδείξει την ταύτιση «του κοινωνικού και λαϊκιστικού λόγου» του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με τους νεοναζί, ήταν η πολλοστή φορά που το μετριοπαθές Κέντρο, ασκούμενο στην άθλια θεωρία των άκρων, βοηθούσε τον ναζιστικό λαϊκισμό να προαχθεί σε εθνικιστική λαϊκότητα.

Όταν οι λέξεις δημιουργούν το γεγονός

Η εμμονή στον λόγο είναι ενδεικτική μιας μεθόδου ανάλυσης του νεοφασιστικού φαινομένου που συναντάμε και σε πιο επεξεργασμένες εκδοχές της κεντρώας προβληματικής. Εξηγώντας, για παράδειγμα, «Γιατί είναι επικίνδυνη η Χρυσή Αυγή» (Τα Νέα, 15.9.2012), ο Γιάννης Βούλγαρης αποδίδει την άνοδό της στην «εξαχρείωση των περισσότερων Μ.Μ.Ε. που μονοπωλήθηκαν από τον “πολεμικό λόγο”», στη «συνύπαρξη επί εβδομάδες “Αγανακτισμένων” ακροδεξιών και ακροαριστερών στην Πλατεία Συντάγματος υπό το άθλιο πανό “η χούντα δεν τέλειωσε το ’73”»[4]– στο γεγονός τέλος ότι «επέστρεψε ο εμφυλιοπολεμικός λόγος της εθνικοφροσύνης και ο πολιτικός αντίπαλος αναγορεύτηκε πάλι σε εχθρό». Για να θυμηθούμε την κριτική του Νίκου Πουλαντζά στον Ζαν Πιερ Φάυ, φαίνεται να είναι και πάλι «οι λέξεις που δημιουργούν το γεγονός». [5] Στη συλλογιστική αυτή, δηλαδή, το μείζον είναι αυτά που λέγονται (και αυτά που φαίνονται): όχι αυτά που υπερπροσδιορίζουν τις λέξεις και αυτούς που μιλάνε – όχι αυτά που δίνουν το ένα ή το άλλο νόημα και, κυρίως, αυτά που έχουν «υλικές», μακροπρόθεσμες συνέπειες, ορίζοντας το πεδίο των κινήσεων.

Η δαιμονοποίηση του λαϊκού όχι απλώς ως λαϊκιστικού, αλλά σε τελική ανάλυση ως προ-φασιστικού, είναι η μία εκδοχή αυτής της τάσης. Την άλλη συνοψίζει ο Μάκης Βορίδης, δηλώνοντας σε (μία ακόμα) συνέντευξη στο Βήμα ότι «μεγάλο τμήμα των θέσεων της Χρυσής Αυγής, ειδικά στα ζητήματα της Δημοκρατίας, των ατομικών ελευθεριών και της οικονομικής ελευθερίας προσομοιάζει με θέσεις της Αριστεράς» (7.7.2013). Αυτή είναι ίσως και η μόνη περίπτωση που η Χρυσή Αυγή «κατηγορείται» ως ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Και στην περίπτωση αυτή όμως, Χρυσή Αυγή και ΣΥ.ΡΙΖ.Α. τοποθετούνται στο ίδιο συνεχές – με τη διαφορά ότι εδώ πρόκειται για το φάσμα του οικονομικού κρατισμού. Αποσιωπάται, έτσι, το γεγονός ότι η ιστορικές και πολιτικές αναφορές της Χρυσής Αυγής, το ναζιστικό και το φασιστικό κράτος, δεν είναι παρά εκδοχές καπιταλιστικού κράτους. Πρόκειται γι΄ αυτό που ήδη από το 1921 φρόντισε να αποσαφηνίσει ο Μουσολίνι, με το σύνθημα Ενδυνάμωση του πολιτικού κράτους, αποδόμηση του οικονομικού κράτους, [6]  και εκείνο που έδειξε όχι λόγω αλλά έργω ο Χίτλερ, εξοντώνοντας το 1934 όσους πήραν σοβαρά τον όρο σοσιαλιστικό στον τίτλο του NSDAP («Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών»). Αποσιωπάται όμως και το γεγονός ότι η κοινή αναφορά της παραδοσιακής και της ναζιστικής Δεξιάς στην ελληνική πολιτική ιστορία είναι η συντριβή του «κομμουνιστικού κινδύνου» από ένα κράτος όχι ακριβώς φιλελεύθερο.

Οι απλοποιήσεις του σύγχρονου αντιλαϊκισμού

Αναζητώντας και συμψηφίζοντας άκρα και λαϊκισμούς, καταργώντας τα όρια Αριστεράς και Δεξιάς ακριβώς τη στιγμή που γίνονται πιο ξεκάθαρα από ποτέ, ένα σημαντικό μέρος του δημόσιου λόγου αποφεύγει να μιλήσει για το κράτος και τις τάξεις. Κι ενώ δεν χρειάζεται πια σοβαρή προσπάθεια για να δείξει κανείς τα προφανή αδιέξοδα αυτής της μεθόδου (σε τελική ανάλυση, αν ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Χρυσή Αυγή ανήκουν στο ίδιο συνεχές, γιατί η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να κερδίσει τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής και όχι αυτούς του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.;), χρειάζεται αντίθετα να σταθούμε στην τριπλή λειτουργία που επιτελούν οι απλοποιήσεις του σύγχρονου αντιλαϊκισμού:

α) από τη σκοπιά της Χρυσής Αυγής, παρουσιάζεται ως λαϊκιστική μια οργάνωση που, με τους όρους του Μάριου Εμμανουηλίδη αποτελεί «μηχανή αιχμαλώτισης και μετατροπής των πρακτικών αντίστασης και διαφυγής του πληθυσμού σε στοιχεία ενίσχυσης και επέκτασης της κυριαρχικότητας του κράτους». [7] Με άλλη διατύπωση, η Χρυσή Αυγή φιλοδοξεί –όπως ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.– να αναλάβει την εκπροσώπηση των συντηρητικών λαϊκών, εργατικών, αλλά και «υπο-προλεταριακών» ερεισμάτων της καραμανλικής μεταπολιτευτικής Ν.Δ., που δεν ακολουθούν πλέον τον Α. Σαμαρά (Γ. Μαυρής) – μόνο που ο αντιλαϊκισμός δεν έχει τίποτα να μας πει για την κατεύθυνση αυτής της συμμαχίας και ποιος έχει την ηγεμονία σε αυτή: είναι άραγε τα προαναφερθέντα λαϊκά στρώματα ή μήπως τα τμήματα του κρατικού μηχανισμού που επίσης διαθέτουν ισχυρούς δεσμούς με τη νεοναζιστική οργάνωση;

β) από τη σκοπιά του κράτους, οι συμψηφισμοί των άκρων αποκρύπτουν το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή (και όχι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) αντιστοιχεί στη φάση όπου εντείνεται μια διπλή κρατική λειτουργία: αυτή του κατακερματισμού του κοινωνικού σώματος από τη μια, και της ομογενοποίησης-εθνικοποίησής του από την άλλη, με τη δεύτερη να αποκαλύπτεται άμεσα ως αυτό που είναι: αφενός καταστολή και εξαφάνιση των κοινωνικών διαφορών, αφετέρου κρατολατρεία εν ονόματι του έθνους. Με τους όρους της Αφροδίτης Κουκουτσάκη και πάλι, «η αταξία την οποία επιφέρει η εξω-θεσμική βία και ο λόγος της Χ.Α. αποτελούν στην πραγματικότητα μέρος ενός συνεχούς καταστολής: το ένα στάδιο νοούμενο ως “αταξία”, συντελεί στη νομιμοποίηση του άλλου, νοούμενου ως αναγκαιότητα, στον βαθμό που εκπορεύεται από θεσμούς επιφορτισμένους με το καθήκον της διατήρησης και διασφάλισης της κοινωνικής ειρήνης και ευταξίας». Από την ίδια σκοπιά, ο αντιλαϊκισμός αποκρύπτει και ένα ακόμα: το γεγονός ότι η Χ.Α., ενώ βρίσκεται στα όρια και εντός της κρατικής στρατηγικής, δεν προηγείται αλλά έπεται της στρατηγικής αυτής. [8] Γι’ αυτό και προτεραιότητα στην ανάλυση του φασισμού δεν μπορεί παρά να έχει ένας εν εξελίξει μετασχηματισμός του κράτους, που δεν ενεργεί πλέον έμμεσα και από μακριά, ως «χρηστή διακυβέρνηση», αλλά άμεσα και πάνω στα σώματα, ανεβάζοντας τον πήχη της βίας, αναστέλλοντας δεσμεύσεις και καταργώντας εγγυήσεις – προβάλλοντας τελικά ως «πολέμαρχος» που επιδιώκει να ανακτήσει τον χρόνο που χάθηκε από τη μεταπολίτευση. Και όλα αυτά, όχι ασκώντας την κυριαρχία του για να «σώσει» τους υπηκόους, αλλά προκειμένου να διασωθεί το ίδιο.

Τελευταία σημείωση εδώ: με τον όρο συνεχές της καταστολής ας εννοούμε κάτι περισσότερο από τη συμπληρωματικότητα κράτους-Χρυσής Αυγής στο έδαφος της βίας πάνω στα σώματα. Οι συνέργειες των δύο εκτείνονται στην πραγματικότητα πολύ πέραν αυτού: εικονικός κοινοβουλευτισμός και αντικοινοβουλευτισμός, εξαφάνιση του κράτους-πρόνοια και πρόνοια «μόνο για Έλληνες», επιστρατεύσεις απεργών και αντισυνδικαλισμός, Ξένιος Δίας και μηχανοκίνητα πογκρόμ, θεωρία των άκρων και «κινηματικός» αντικομμουνισμός.

γ) από τη σκοπιά της Αριστεράς, ο αντιλαϊκισμός ταυτίζεται με την άρνηση του «δικαιώματος» στην επανάσταση, και μέσω αυτής στον Διαφωτισμό. Τα ίχνη αυτής της συλλογιστικής μπορεί να τα βρει κανείς στον 18ο αιώνα και την πεποίθηση του Μπερκ ότι κάθε απόπειρα αλλαγής της υφιστάμενης τάξης –με πρώτη τη Γαλλική Επανάσταση– παίρνει τη μορφή μιας ουτοπίας (ενός «ολοκληρωτισμού» – Σ.τ.Σ.) που οδηγεί στην αιματοχυσία και την καταστροφή. Από τη σκοπιά αυτή, η Γαλλική Επανάσταση καταγγέλλεται ως το «κύκνειο άσμα του πολιτισμού». Όχι –όπως εξηγεί ο Ζεέβ Στερνέλ στον Αντιδιαφωτισμό– επειδή η Επανάσταση αποτελεί προοίμιο της Τρομοκρατίας· αλλά διότι η κατάργηση των παλιών προνομίων και η βίαιη μεταχείριση του βασιλιά και της βασίλισσας σημαίνουν το τέλος της πολιτικής τάξης που αρμόζει σε μια πολιτισμένη κοινωνία.

Τόσο για τον Έντμοντ Μπερκ όσο και για τον Ιππόλυτο Ταιν, έναν αιώνα αργότερα, οι αντίπαλοι είναι ο Ρουσσώ, ο γιακωβινισμός και η λαϊκή κυριαρχία, διότι εγκαινιάζουν μια εποχή αναταραχής, υπονόμευσης της υφιστάμενης ιεραρχίας και εξουδετέρωσης της εκτελεστικής εξουσίας. Ο μέσος αρθρογράφος της Καθημερινής θα παρατηρούσε ότι αυτά είναι αναπόφευκτα, αν λαϊκή κυριαρχία σημαίνει λαϊκή ανευθυνότητα. Εμείς ας επισημάνουμε ότι το συνεχές αντιλαϊκισμού-ναζιστικού λαϊκισμού συνοψίζεται τελικά ακριβώς εδώ: στο ότι ο πρώτος αρνείται το «δικαίωμα» στην επανάσταση, ενώ ο δεύτερος –για να θυμηθούμε την Κλάρα Τσέτκιν– ενισχύεται όσο οι έχοντες το δικαίωμα στην επανάσταση δεν μπορούν να την επιδιώξουν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1. Μάριος Εμμανουηλίδης και Αφροδίτη Κουκουτσάκη, Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης, πρόλογος Δημήτρης Ψαρράς, futura, Αθήνα 2013. (Η υπογράμμιση δική μου.)

2. Νίκος Μουζέλης, Θάνος Λίποβατς και Μιχάλης Σπουρδαλάκης, Λαϊκισμός και πολιτική, εισαγωγή Κώστας Σημίτης, Γνώση, Αθήνα 1989.

3. Manuela Caiani και Donatella Della Porta, «The elitist populism of the Extreme Right», Acta Politica, τχ. 46 (2011), σ. 197. Βλ. επίσης τη σχετική ομιλία του Γιάννη Σταυρακάκη, «Beyond the Extreme Right: The european populist challenge» στο συνέδριο του Transform! με θέμα «Νέοι λαϊκισμοί και η ευρωπαϊκή Δεξιά και Άκρα Δεξιά: η πρόκληση και οι προοπτικές για την Αριστερά», Casa della Cultura, Μιλάνο, 10 Μαρτίου 2012  και το άρθρο του Γιώργου Κατσαμπέκη «Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Χρυσή Αυγή και ο Ερνέστο Λακλάου», στο Βελτιώνονται οι φράχτες, βελτιώνονται κι οι άλτες, Red Notebook, 2013 .

4. Σύμφωνα με το Πολιτικό Βαρόμετρο του Ιουλίου του 2011, μετά το κίνημα των πλατειών και για πρώτη φορά ύστερα από 29 μήνες (από τον Φεβρουάριο του 2009), ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έφτανε δημοσκοπικά στο 9%, έχοντας ενισχυθεί κατά 2,5 μονάδες. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη δημοσκοπική ανυπαρξία της Χρυσής Αυγής την ίδια περίοδο, δεν απασχολεί καθόλου τους εκσυγχρονιστές «συνταγματολόγους». Όπως εξάλλου δεν τους απασχολεί και η πολλαπλή διάψευση της «συγκατοίκησης» ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Χρυσής Αυγής στην λατεία Συντάγματος, μεταξύ άλλων από τον Αντώνη Λιάκο («“Αγανακτισμένοι” και Χρυσή Αυγή», Κυριακάτικη Αυγή, «Ενθέματα» 16.9.2012). Ή το γεγονός ότι η δημοσκοπική εκτίναξη της Χρυσής Αυγής ξεκινά τον Φεβρουάριο του 2012, όταν δηλαδή η Βουλή ψηφίζει το δεύτερο μνημόνιο (βλ. Γιάννης Μαυρής, «Η ακτινογραφία της Χρυσής Αυγής», Εφημερίδα των Συντακτών, 1.7.2013).

5. Νίκος Πουλαντζάς, Ραλφ Μίλιμπαντ και Ζαν Πιερ Φάυ, Προβλήματα του σύγχρονου κράτους και του φασιστικού φαινομένου, Θεμέλιο, Αθήνα 1981.

6. Μπενίτο Μουσολίνι, «Ο φασισμός το 1921», στο Edoardo και Duilio Susmel (επιμ.), Opera Omnia di Benito Mussolini, La Fenice, Φλωρεντία 1955, τόμ. XVI, σ. 101-102 (μτφρ. Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης), Red Notebook (14.9.2012).

7. Εμμανουηλίδης και Κουκουτσάκη, ό.π.

8. Ό.π

Πηγή: Χρόνος

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Τους φταίει ο λαϊκισμός ή μήπως ο ίδιος ο λαός;

του Γιαννη Κιμπουροπουλου, απο την Αυγη...
«Ύστερ' απ' την εξέγερση της 17 του Ιούνη, / ο γραμματέας της Ένωσης Λογοτεχνών / έβαλε και μοιράσανε στη λεωφόρο Στάλιν προκηρύξεις / που λέγανε πως ο λαός
έχασε την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης / και δεν μπορεί να την ξανακερδίσει / παρά μονάχα με διπλή προσπάθεια. Δε θα 'ταν τότε / πιο απλό, η κυβέρνηση / να διαλύσει το λαό
και να εκλέξει έναν άλλον;»

Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Η λύση» (1953)
Μ' αυτόν τον ποιητικό σαρκασμό αντιμετώπισε ο Μπρεχτ τον αυταρχισμό του ανατολικογερμανικού καθεστώτος απέναντι στην πρώτη εξέγερση που αντιμετώπισε.
Με έναν ανάλογο, προβλέψιμο αυταρχισμό αντέδρασε η ηγεσία της Ε.Ε. στον εκλογικό κόλαφο που της επιφύλαξαν οι Ιταλοί. Γιατί, πέρα από τις πολυσχιδείς αναλύσεις του αποτελέσματος, το λιτό μήνυμα των Ιταλών είναι ευανάγνωστο: όχι στη λιτότητα, όχι στη δικτατορία των Βρυξελλών, όχι στη διακυβέρνηση των τεχνοκρατών τύπου Μόντι. Το αντι-μήνυμα με το οποίο αντέδρασαν συλλήβδην αγορές, ευρωκράτες, ΜΜΕ και πολιτικοί όλου του φάσματος, συμπεριλαμβανομένης μερίδας της Αριστεράς, ήταν ο μικρόψυχος αφορισμός περί έκρηξης του «λαϊκισμού». Ουσιαστικά όλοι τους έκαναν κυριολεξία τον ποιητικό σαρκασμό του Μπρεχτ: αν ήταν δυνατόν να διέλυαν τον ιταλικό λαό για να εκλέξουν έναν άλλο...
Διατρέχοντας τις περισσότερες βαρύγδουπες αναλύσεις ξένων και εγχωρίων σχολιαστών, παρατηρεί κανείς κατάχρηση του όρου «λαϊκισμός» για να περιγραφεί η θεαματική εισβολή στο προσκήνιο του κινήματος του Γκρίλο, αλλά και η «νεκρανάσταση» του δημοσκοπικά πεθαμένου μέχρι πρότινος, αλλά ρητορικά ευρωσκεπτικιστή πλέον Μπερλουσκόνι. Οι απαξιωτικές αναφορές στον «λαϊκισμό» έρχονται ως φυσική συνέχεια της υστερίας για «άνοδο των άκρων», που ανακατεύει εντέχνως την υποκριτική ανησυχία για τους νεοναζί με την πίεση προς τη ριζοσπαστική Αριστερά να μπει στο «καλούπι» της συναίνεσης.
Στις πληθωρικές αναφορές στον «λαϊκισμό» μπλέκονται η παραπλάνηση και η θεμελιώδης άγνοια. Αναρωτιέμαι τι είδους απάντηση θα έδιναν οι δημοσιολόγοι της ευκολίας στο απλό ερώτημα: «Και τι είναι λαϊκισμός;». Ο μέσος πολίτης δικαιούται, με βάση τα τραυματικά του βιώματα, να ταυτίζει τους λαϊκιστές με τους δημαγωγούς της αρχαίας Αθήνας, τους δημοκόπους και ψεύτες πολιτικούς που αποσπούν την ψήφο τους με υποσχέσεις τις οποίες διαψεύδουν άμα τη εκλογή τους. Αλλά για το τι εστί λαϊκισμός από τη σκοπιά της πολιτικής επιστήμης χρειάζεται να προσφύγει κανείς στους μελετητές του φαινομένου, που διατρέχει τις δημοκρατίες από καταβολής τους.
Ο Αργεντίνος διανοητής Ερνέστο Λακλάου δίνει τον πιο πυκνό ορισμό του: «Είναι η διχοτόμηση του κοινωνικού πεδίου ανάμεσα στους 'προνομιούχους' και τους 'μη προνομιούχους'. Ο λαϊκιστής απευθύνεται στους τελευταίους, παρακάμπτοντας το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας, και ζητάει την υποστήριξή τους, ώστε να ανατραπεί το υπάρχον κατεστημένο».
Έτσι απάντησε προ πενταετίας ο ίδιος στο περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα», με πλήθος αναφορών σε ιστορικά παραδείγματα, ακόμη και ελληνικά, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου. Κατά τον Λακλάου ο λαϊκισμός είναι ένα ιδεολογικά «ουδέτερο» φαινόμενο και τελικά σταθερό στοιχείο της πολιτικής διαδικασίας που, στις εξάρσεις του, συμπυκνώνει τη δυσφορία των υποτελών τάξεων απέναντι σε επιλογές της πολιτικής και οικονομικής ελίτ.
Ο εσμός των «αντι-λαϊκιστών», που εμφανίζονται ταυτόχρονα ως εκφραστές ενός δογματικού, μεταφυσικού «ρεαλισμού», αποκρύπτει το γεγονός ότι η κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην Ελλάδα και τις άλλες υπό δημοσιονομική κατοχή χώρες της Ευρωζώνης επιβλήθηκε με κραυγαλέα παράκαμψη του «θεσμικού πλαισίου» της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Με κανονικά συνταγματικά πραξικοπήματα και με την επιβολή μιας δημοσιονομικής χούντας των Βρυξελλών. Αλλά και με μια υστερική επιστράτευση λαϊκιστικών διχοτομήσεων ανάμεσα σε «εργατικούς Βόρειους και τεμπέληδες Νότιους Ευρωπαίους», σε «διεφθαρμένη και τίμια Ελλάδα» ή σε «προνομιούχους δημοσίους υπαλλήλους και καταπιεσμένους από το Δημόσιο ιδιωτικούς».
Ο νεοεφιλελευθερισμός, πεμπτουσία της «ρεάλ πολιτίκ» των μνημονιοφρόνων, επέλασε στην κοινωνία καβάλα στ' άλογο ενός ακραίου λαϊκισμού που δημιούργησε απέχθεια για κάθε τι κρατικό, δημόσιο, συλλογικό και λαϊκό, αφήνοντας πεδίο ελεύθερο μόνο στην ασυδοσία των οικονομικών ελίτ.
Επομένως το πρόβλημα των «αντι-λαϊκιστών» δεν είναι ο λαϊκισμός του Γκρίλο ή του Μπερλουσκόνι, η αξιοπιστία των οποίων θα κριθεί σύντομα, αλλά το πρόσημο που του έδωσε η πλειοψηφία της ιταλικής κοινωνίας επιλέγοντας να εκτραπεί από την «ορθοδοξία» του ευρωπαϊκού μονόδρομου, τον «ορθολογισμό» της λιτότητας και τον «ορθό δρόμο των μεταρρυθμίσεων». Το πρόβλημά τους είναι ο ίδιος ο λαός και η δημοκρατική του επιλογή.
Θα ήταν μικρό το κακό αν ο αυταρχικός ελιτισμός που εκφράζεται στον α λα καρτ «αντι-λαϊκισμό» εξαντλούνταν σε μερικούς δημοσιολόγους. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι αυτός είναι ο πυρήνας της σκέψης των ευρωκρατών και, πολύ περισσότερο, η ουσία του ευρωπαϊκού θεσμικού τέρατος. Ο λαοί και οι δημοκρατικές τους επιλογές είναι ανεκτοί μόνο στον βαθμό που επικυρώνουν τις επιλογές του χρηματοπιστωτικού «διευθυντηρίου». Όσο αποκλίνουν απ' αυτές, τόσο το χειρότερο και για τους λαούς και για τις δημοκρατίες.

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Στον αστερισμό του αντιλαϊκισμού...

του κ. Νικου Ξυδακη...
Καθώς κοντεύουμε να κλείσουμε τρία χρόνια βύθισης στην κρίση, και ενώ διανύουμε ήδη την δεύτερη μνημονιακή εποχή, με την τρίτη κατά σειρά κυβέρνηση, αντιλαμβανόμαστε ότι, παρ’ όλα τα πάθη και τον πόνο, είμαστε τουλάχιστον λίγο σοφότεροι πολιτικά. Μετά το παρατεταμένο σοκ, αντιλαμβανόμαστε ότι ο πρώτος χωρισμός σε φιλομνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, που προσέλαβε εμφυλιακούς χαρακτήρες, έχει λίγο-πολύ ξεθυμάνει. Σήμερα, μέσα από τα σωρευόμενα ερείπια του παλαιού συστήματος διακρίνονται ήδη άλλοι διαχωρισμοί και άλλες συγκρούσεις, στο πολιτικό και στο κοινωνικό πεδίο.
Στο κοινωνικό πεδίο επανεμφανίζονται οι ταξικοί διαχωρισμοί με πρωτοφανή σφοδρότητα, σχεδόν ξεχασμένη κατά τις πρόσφατες δεκαετίες του ευδαιμονισμού και ενός ιδιότυπα «βολεματικού» κοινωνικού συμβολαίου. Η κρίση ανέστειλε βιαίως τους όποιους αναδιανεμητικούς μηχανισμούς, τους πελατειακούς έστω, εξοντώνοντας τους αδύναμους και βάζοντας τους μικρομεσαίους σε κατάσταση διαρκούς απειλής. Η τέτοιας έντασης και βάθους υπονόμευση του κοινωνικού συμβολαίου κινητοποιεί αναλόγως σφοδρά τους απειλούμενους: το αμέριμνο πλήθος καταναλωτών/πελατών αναγκάζεται να θυμηθεί την ιδιότητα του πολίτη, να γίνει λαός. Ή να μεταπέσει σε όχλο, έρμαιο της μνησικακίας.
Αυτές οι διαδοχικές μεταπτώσεις μάς φέρνουν ενώπιον νέων διακρίσεων και διαχωρισμών στο πολιτικό πεδίο. Εδώ βλέπουμε, από τις απαρχές ήδη της κρίσης, να φουντώνει η διάκριση σε λαϊκιστές και αντιλαϊκιστές. Πολύ αδρά, οι αντιλαϊκιστές, συνήθως υποστηρικτές ή ανεχόμενοι τα μνημόνια, χαρακτηρίζουν υποτιμητικά λαϊκιστές τους συνήθως πολέμιους των μνημονίων. Υπό τους όρους αυτούς συναθροίζονται γενικευτικά και απλουστευτικά δεξιοί, αριστεροί, ακροαριστεροί, φιλελεύθεροι, νεοφιλελεύθεροι, κομμουνιστές, νεοναζί, εθνικιστές, ακόμη και μετριοπαθείς. Είναι η νέα διαχωριστική γραμμή, μια μαγική, αποτροπαϊκή κορδέλα διαρκώς μετατοπιζόμενη και διαστελλόμενη για να τους χωρίζει όλους σε όλα.
Βεβαίως η συζήτηση περί λαϊκισμού δεν είναι τόσο νέα όσο η εμπειρία ύφεσης και πτώχευσης, όσο η εμπειρία μνημονιακής λιτότητας. Είναι πολύ παλαιότερη. Με μια μεγάλη διαφορά: στο παρελθόν, το φαινόμενο του εγχώριου λαϊκισμού, όπως αυτός εκφράστηκε κυρίως στην πασοκική πρακτική στη δεκαετία ’80, απασχόλησε αριστερούς διανοουμένους και επιστήμονες, μεταξύ άλλων τους Αγγελο Ελεφάντη (Στον αστερισμό του λαϊκισμού, 1991), Αντώνη Λιάκο (1989), Λυριτζή και Σπουρδαλάκη (1990). Σήμερα, αντιθέτως, παλαιοδεξιοί, συντηρητικοί, φιλελεύθεροι, πρώην και νυν πασόκοι, κατηγορούν για λαϊκισμό τους αριστερούς κυρίως, και μια μερίδα της λαϊκής δεξιάς. Παρατηρείται λοιπόν το εξής παράδοξο: οι κυβερνώντες αδιαλλείπτως τις τελευταίες δεκαετίες, θεμελιωτές της λαϊκιστικής διακυβέρνησης και τροφοδότες του πελατειακού κράτους, βγάζουν τους εαυτούς τους έξω από το ιστορικό συνεχές, και κατηγορούν τους αντιπολιτευόμενους επί λαϊκισμώ.
Αλλά ποιον ακριβώς λαϊκισμό; Τον ακροδεξιό, αντιδραστικό, εθνορατσιστικό, εσωστρεφή, μισαλλόδοξο λαϊκισμό του ΛΑΟΣ ή της Χρυσής Αυγής; Ή τον αριστερό λαϊκισμό που ρητορεύει για την απώλεια της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας; O Ετιέν Μπαλιμπάρ ορίζει ακόμη και έναν “θετικό λαϊκισμό”, και ο κάθε άλλο παρά λαϊκιστής Ντανιέλ Κον Μπεντίτ βρίσκει σε αυτόν τον “θετικό λαϊκισμό” μια χρήσιμη λειτουργία υπό τις παρούσες συνθήκερς αποπολιτικοποίησης.
Ο λαϊκισμός δεν είναι ένας, ομοούσιος, στατικός και ουσιοκρατικός· ως έκφραση του πολιτικού είναι δυναμικός και διαρκώς ανασημασιοδοτούμενος. Στη σημερινή συγκυρία ερειπίων επιπλέον, μια πολιτική αφήγηση που βασίζεται σε στατικές εννοιολογήσεις κινδυνεύει να αποβεί περισσότερο αντιδραστική από τον καταγγελόμενο εχθρό: εν προκειμένω, η αντιλαϊκιστική ρητορική αλληθωρίζει έναντι της ποικιλόμορφης ζέουσας πραγματικότητας, πετώντας μαζί με τα βρωμόνερα του λαϊκισμού και τον λαό.
Κι εδώ φτάνουμε στον κρίσιμο πυρήνα της συζήτησης: τι σημαίνει σήμερα λαός, λαϊκή κυριαρχία, νομιμοποίηση πηγάζουσα από τη λαϊκή βούληση; Η κρίση κατέδειξε τις αδυναμίες και τον φενακισμό της μεταδημοκρατίας, όσες εκάλυπτοντο ή ελάνθαναν κάτω από την ευμάρεια των δανεικών· κατέδειξε δραματικά τις ανισότητες, τα δημοκρατικά ελλείμματα στην αντιπροσώπευση, ακόμη και την απειλητική υποκατάσταση της ισοπολιτείας από την κυριαρχία ανεξέλεγκτων ελίτ, κατ’ ευφημισμόν αρίστων. Τη στιγμή της ρήξης, οι ελίτ αναδιπλώθηκαν, αλλά όχι για ανανέωσή τους με νέες δυνάμεις και νέες ιδέες, αλλά για να επιβάλουν μια τεχνοκρατική διακυβέρνηση έναντι μιας πολιτικής κυβέρνησης, δηλαδή για να επιβάλουν ένα κλειστό αυτοαναπαραγόμενο σύστημα εξουσίας, που λογοδοτεί περιορισμένα ή και καθόλου, και να αποκλείσουν ένα ανοιχτό, διαρκώς ανανεούμενο και ανακλητό σύστημα εξουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με την εγχώρια αργκό, το ανοιχτό ονομάζεται λαϊκιστικό, ανατολικό, βαλκάνιο, κοντολογίς κακό· το κλειστό και ελεγχόμενο από αυτοοριζόμενους «άριστους», ονομάζεται αντιλαϊκιστικό, εκσυγχρονιστικό, φιλοευρωπαϊκό κ.ο.κ.
Ας κινηθούμε προς τα εμπρός, πέραν των διαχωρισμών. Το μέγα πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης, δεν είναι το δίπολο λαϊκισμός-αντιλαϊκισμός. Το πρόβλημα είναι η επαναφορά της πολιτικής στο προσκήνιο, δραστικής, και η επαναθεμελίωση της δημοκρατίας.
Διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου των Νικόλα Σεβαστάκη και Γιάννη Σταυρακάκη, “Λαίκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση”, εκδ. Νεφέλη.

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Σκέψεις για έναν «επι-θετικό» λαϊκισμό της Αριστεράς ...

του Γιώργου Κατσαμπέκη, απο τα ενθεματα...
Ένα εκ των βασικότερων χαρακτηριστικών της βαθειάς κρίσης την οποία διέρχεται η Ελλάδα είναι και η σημαντική πύκνωση του ιστορικού χρόνου. Οι δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις τον Μάιο και τον Ιούνιου του 2012 ανέδειξαν με ιδιαίτερα έντονο τρόπο το μέγεθος των ριζικών τεκτονικών μετατοπίσεων που λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο· μετατοπίσεις και ανακατατάξεις που αναμένεται να συνεχίσουν να πραγματοποιούνται, πιθανότατα μάλιστα με όλο και πιο γοργούς ρυθμούς, όσο η κρίση συνεχίζει να βαθαίνει και όσο δεν προβάλλει στον ορίζοντα μια πειστική προοπτική διεξόδου και συλλογικής ανάτασης.
Σε διάστημα λοιπόν λίγων μόνον ημερών γίναμε μάρτυρες ανατροπών και ρήξεων στην κεντρική πολιτική σκηνή που στις περισσότερες περιπτώσεις χρειάζονται δεκαετίες για να εκδηλωθούν. Άλλοι κομματικοί σχηματισμοί κατέρρευσαν και άλλοι εκτοξεύτηκαν κυριολεκτικά από την ανυπαρξία.Ανάμεσα σε άλλες συγκρούσεις και αντιφάσεις, στις δύο διαδοχικές αυτές εκλογές κορυφώθηκε με πρωτόγνωρη ένταση και η μέχρι πριν λίγα χρόνια μάλλον λανθάνουσα σύγκρουση μεταξύ λαϊκιστών και «αντιλαϊκιστών». Αυτή ακριβώς η σύγκρουση ως διακριτή διαιρετική τομή, αναδείχθηκε, θα τολμούσαμε να πούμε, σε κυρίαρχο διχασμό που επηρέασε σε σημαντικό βαθμό, αν δεν καθόρισε, τη σύγκρουση και στο επίπεδο άλλων διαιρετικών τομών, όπως αριστερά/δεξιά, ευρωπαϊσμός/αντιευρωπαϊσμός, μνημόνιο/αντιμνημόνιο, κ.ο.κ.
Η θορυβώδης «εισβολή» της εν λόγω διαίρεσης στον πολιτικό λόγο δεν είναι βεβαίως κάτι το πρωτόγνωρο για τα πολιτικά πράγματα της χώρας.  Το ιδεολογικό και πολιτικό σχίσμα λαϊκιστές/αντιλαϊκιστές, ή καλύτερα λαϊκιστές/εκσυγχρονιστές, μας έχει επισκεφτεί αρκετές φορές ήδη από το 1989, όταν πρωτο-επιχείρησε τότε να το εισαγάγει ο Κώστας Σημίτης ως κομβική διακύβευση της εποχής.[1] Ένα νέο στοιχείο ωστόσο στη σημερινή του επανεπίσκεψη εντοπίζεται στην ένταση με την οποία προβλήθηκε και στο βαθμό διάχυσής του στο δημόσιο λόγο· στην υπερπληθωρική χρήση, με άλλα λόγια, της συγκεκριμένης διαίρεσης στην δημόσια σφαίρα, αλλά και στο βαθμό που δείχνει να επηρέασε τη δημόσια συζήτηση στους διάφορους επιμέρους κλάδους άσκησης πολιτικής (από την οικονομία και την εκπαιδευτική πολιτική μέχρι και τη δημόσια τάξη και τη διπλωματία, παντού έβλεπε κανείς τους «κακούς λαϊκιστές» απέναντι στους «νηφάλιους», «ορθολογικούς» πολέμιούς τους). Επιπλέον, άλλο ένα στοιχείο που προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη νέα ανάδυση τούτης της διαιρετικής τομής είναι ότι κατά την κορύφωση αυτής της σύγκρουσης, απέναντι στο ήδη διαμορφωμένο «μπλοκ της συναίνεσης», το «μέτωπο των αντιλαϊκιστών», δείχνει πλέον να αποκρυσταλλώνεται και ένας μάλλον ξεκάθαρος λαϊκιστικός πόλος· θα τολμούσαμε να πούμε ένας ιδεοτυπικά λαϊκιστικός πολιτικός λόγος.[2] Με άλλα λόγια, τη στιγμή που ο κυρίαρχος λόγος –ο λόγος του «εκσυγχρονισμού» και του «ορθολογισμού» εμβαπτισμένος στα αυταρχικά νάματα της έκτακτης ανάγκης– στιγματίζει ως λαϊκισμό οποιαδήποτε διαφωνία, αμφισβήτηση ή αντίσταση στην ακολουθούμενη πολιτική, ένας σχηματισμός της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είχε ήδη εν τω μεταξύ αναδειχθεί σε βασική αντιπολιτευτική πολιτική δύναμη, εγκαλεί τώρα με κάθε αφορμή, συνεχώς και επίμονα, τον «λαό» στο προσκήνιο· τον εγκαλεί και τον καλεί να «σηκώσει κεφάλι» ενάντια στις διάφορες ελίτ, ενάντια στο «κατεστημένο». Δε διστάζει μάλιστα συχνά να εξισώσει την πιθανότητα ανάληψης κυβερνητικών καθηκόντων εκ μέρους του με την ίδια την «αυτο-ενίσχυση» του λαού.
Είναι χαρακτηριστική επί τούτου μία απλουστευτική και μάλλον χονδροειδής ποσοτική σύγκριση. Ενώ σε προεκλογικές του ομιλίες για τις βουλευτικές εκλογές του 2009 ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρεται ελάχιστες φορές και χωρίς ιδιαίτερη φόρτιση στο σημαίνον «λαός», κατά τις δύο διαδοχικές προεκλογικές εκστρατείες του 2012 βλέπουμε την αναφορά στον «λαό» να εμφανίζεται ακόμα και 50 φορές σε μία μόνο ομιλία του. Για παράδειγμα, αν διαβάσει κανείς την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Αθήνα (Πλ. Κοτζιά) στις 29.09.2009[3] θα μετρήσει μόλις 5 αναφορές στον «λαό», ενώ στην αντίστοιχη κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ομόνοια στις 14.06.2012 ο «λαός» δεσπόζει ως αναφορά, αφού απαντάται 51 φορές![4] Εδώ νομίζω πως έχουμε να κάνουμε με μια μορφή αριθμολογίας που δε στερείται διόλου σημασίας, αφού το σημαίνον «λαός» δεν επαναλαμβάνεται «άχρωμα», ως τυπική ή κλισέ αναφορά στο βάσει συντάγματος νομιμοποιητικό υποκείμενο της δημοκρατίας, αλλά αποκτά το ρόλο του προνομιακού σημείου αναφοράς που καθορίζει την ομιλία απ’ άκρου εις άκρον, που επηρεάζει σημαντικά κάθε άλλη αναφορά στο κείμενο. Για να μιλήσουμε με την ορολογία της θεωρίας και ανάλυσης του λόγου,[5] ο «λαός» είναι ξεκάθαρα πλέον το κομβικό σημείο στο λόγο του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά.[6]
Χαρακτηριστικά είναι επίσης τα πρωτοσέλιδα της «Αυγής» κατά την ίδια περίοδο, όπου ο λαός εμφανίζεται να εισβάλει στην εξουσία μαζί με την αριστερά, ή να εισβάλει στην εξουσία ακριβώς λόγω της ανόδου της αριστεράς. Μερικοί χαρακτηριστικοί τίτλοι έχουν ως εξής: «Λαός – Αριστερά για τη νέα Ελλάδα» (4.05.2012), «Να μην αλλοιωθεί η εντολή του λαού» (8.05.2012), «ΝΙΚΗ της Αριστεράς, ΝΙΚΗ του Λαού» (15.06.2012). Αντίστοιχης λογικής/ύφους ήταν και αφίσα μίας εκ των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ στην οποία διαβάσαμε χαρακτηριστικά: «Ο ΛΑΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ. ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΣΥΡΙΖΑ» (αφίσα της ΚΟΕ για τις εκλογές του Ιουνίου 2012). Σε ορισμένες ιδεοτυπικά λαϊκιστικές αποστροφές του λόγου του μάλιστα ο Τσίπρας θα πει, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως με την ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ ο λαός ενισχύει τον ίδιο του τον εαυτό. «Ο λαός μας, με την ψήφο του στον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ανοίγει τους δρόμους της Ιστορίας στη μεγάλη αλλαγή. […]Την Κυριακή δεν αναμετράται απλά και μόνον ο ΣΥΡΙΖΑ με το πολιτικό κατεστημένο του Μνημονίου. [...] Αναμετράται ο λαός με τη ζωή του. Αναμετράται ο λαός με τη μοίρα του. […]Ενώνεται ο λαός με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ».[7]
Ο ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο –όπως και ήταν αναμενόμενο βεβαίως– ενοχλείται ιδιαίτερα από τον χαρακτηρισμό της πολιτικής του ως «λαϊκιστικής» και επιχειρεί με μαχητικό τρόπο να επιστρέφει κάθε φορά τέτοιους χαρακτηρισμούς πίσω στην πηγή τους διανθισμένους με αντι-κατηγορίες προς τους αντιπάλους του περί «παραπλάνησης» του λαού και «δημαγωγίας» ή ασθενούς πατριωτικού φρονήματος, ακόμα και μειωμένης «ελληνικότητας»! Αυτή, θα έλεγε ίσως κανείς, είναι η πλέον λογική κίνηση εκ μέρους ενός πολιτικού σχηματισμού στα συμφραζόμενα ενός συλλογικού φαντασιακού που χρόνια τώρα έχει συνδέσει το «παράσημο» του λαϊκισμού με την χείριστη «πολιτική βρισιά», με επαίσχυντο ηθικό στίγμα που παραπέμπει σε ψεύδη, ανεντιμότητα, διαφθορά, συντεχνιασμούς, πελατειοκρατία, και κάθε φαυλότητα που μπορεί κανείς να σκεφτεί. Αν αυτή η στάση όμως φαντάζει ως η πλέον λογική απάντηση σε ένα πρώτο επίπεδο, αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι είναι και η μοναδική ή η καταλληλότερη επιλογή. Η ακριβώς αντίθετη στάση θα μπορούσε να αποτελέσει μία –όχι χωρίς ρίσκο– πρωτότυπη και ριζοσπαστική πολιτική κίνηση υπέρβασης και αντιστροφής των όρων του πολιτικού διαλόγου. Για να το θέσουμε χωρίς περιστροφές, η υπέρβαση εκ μέρους του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά θα συνίστατο στην με θέρμη ενεργό οικειοποίηση του τίτλου του «λαϊκιστή»· μια κίνηση που απαραίτητα θα εμπεριέχει και μια επίμονη προσπάθεια ενεργού ανανοηματοδήτησης του όρου στη δημοκρατική/χειραφετητική του προοπτική. Θα μπορούσε ο Τσίπρας να μιμηθεί εδώ τον Γάλλο ομόλογό του, τον Ζαν Λυκ Μελανσόν, ο οποίος όταν του λένε ότι του αποδίδεται ο χαρακτηρισμός του λαϊκιστή δε διστάζει να απαντήσει: «λαϊκιστής εγώ; Το δέχομαι!», ενώ νωρίτερα δε παραλείπει να συνδέσει τον «λαϊκισμό» του με την απέχθεια προς τις ελίτ και το κάλεσμά του προς τους πολλούς να εναντιωθούν στον εφησυχασμό των προνομιούχων.[8]
Αυτή η κίνηση ανανοηματοδήτησης μπορεί να συνεπάγεται πολλά περισσότερα από μία απλή απόπειρα αντιστροφής του ηθικο-αξιακού φορτίου μιας έννοιας ή ένα αξιολογικό αναποδογύρισμα (κάτι που ιστορικά το έχουμε δει σε πολύ πιο ευρεία κλίμακα στο κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο, από το κίνημα «black power» στις ΗΠΑ του ’60-‘70, μέχρι τον σύγχρονο queer λόγο, κ.ο.κ.). Την ίδια στιγμή που διάφοροι πολιτικοί και δημοσιογράφοι αναγνωρίζουν τον λαϊκισμό[9] σε κάθε τι που θα μπορούσε να διαταράξει τη συντεταγμένη μας πορεία προς την «οικονομική εξυγίανση» (μια πορεία που πρακτικά τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να οδηγεί στην απόλυτη κοινωνική εξαθλίωση), τη στιγμή δηλαδή που ο mainstream «αντιλαϊκισμός» τείνει να ταυτιστεί στο συλλογικό φαντασιακό με την πιο μονόχνωτη και συντηρητική (με την αυστηρή έννοια του όρου) πρόσληψη της πολιτικής ως «τέχνης των ολίγων» και προνόμιο των εξειδικευμένων «ορθολογιστών», μια θετική οικειοποίηση του λαϊκισμού με δημοκρατικό-προοδευτικό πρόσημο, που θα επιμένει στην ανάδειξη της νομιμοποιητικής ρίζας της δημοκρατίας, δηλαδή της «λαϊκής κυριαρχίας», μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά και να δώσει όνομα στην «θετικότητα» που αναζητά να εκβάλει από τις μέχρι τώρα ασύνδετες συλλογικές ματαιώσεις και δυσφορίες.
Αυτή βεβαίως είναι μία δυνατότητα μεταξύ άλλων. Δεν είναι ούτε πανάκεια, ούτε μονόδρομος, ούτε και παρέχει εγγυήσεις για την επιτυχία της· κάθε άλλο ίσως. Σε μια εποχή όμως που ο μηντιακά ηγεμονικός «αντι-λαϊκισμός» ταυτίζεται όλο και περισσότερο με το αντι-λαϊκό ή ακόμα και το αντι-δημοκρατικό συναίσθημα των ελίτ, αποκτώντας ανησυχητικά αυταρχικές και αντιδημοκρατικές ροπές, η επιλογή ενός δημοκρατικού λαϊκισμού από έναν πολιτικό χώρο που δε θα καταπνίγει την πολλαπλότητα και την ιδιαιτερότητα σε ένα μονολιθικό/περιοριστικό όλον υπό τον «φωτισμένο» ηγέτη, που δε θα προσδένει το λαό στο σημαίνον «έθνος», που θα αναζητά διαρκώς τρόπους να λειτουργεί ουσιωδώς δημοκρατικά σε επίπεδο βάσης (ρισκάροντας ακόμα και την αυτο-υπονόμευση του ίδιου του λαϊκιστικού φορέα), ενισχύοντας τα περιθώρια αυτενέργειας και αυτονομίας των υποκειμένων, που θα μετουσιώσει πολιτικά την συλλογική οργή και την αγανάκτηση σε δημοκρατική-αγωνιστική επιδίωξη κοινών στόχων εδώ και τώρα, είναι μια οδός που, αν μη τι άλλο, αξίζει να εξεταστεί.

Ο Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος διδάκτωρ του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

[1] «Η απάντηση στην κρίση δεν μπορεί να προέλθει μόνον από την αντιπαράθεση κομμάτων. Θα προέλθει και από την αντιπαράθεση λαϊκιστών και εκσυγχρονιστών μέσα στα κόμματα». Κώστας Σημίτης, «Εισαγωγή», στο Μουζέλης Ν., Λίποβατς Θ., Σπουρδαλάκης Μ., Λαϊκισμός και Πολιτική, Γνώση, Αθήνα 1989 σ. 17.
[2] Για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την έννοια του λαϊκισμού βλ. Γ. Κατσαμπέκης & Γ. Σταυρακάκης, «Λαϊκισμός: Έγκλημα ή διέξοδος», Κυριακάτικη Αυγή (Ενθέματα), 19.12.2010.
[3] Το κείμενο της ομιλίας: http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=16197.
[4] Το κείμενο της ομιλίας: http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=27375.
[5] Για το ρόλο των «κομβικών σημείων» στον πολιτικό λόγο (και πιο συγκεκριμένα στον λαϊκιστικό λόγο) βλ. Ernesto Laclau, Onpopulistreason, Verso, Λονδίνο 2005. Για τη θεωρία του λόγου εν γένει βλ. MarianneJorgensen& Louise Phillips, Ανάλυση λόγου: θεωρία και μέθοδος, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Παπαζήση, Αθήνα 2009.
[6] Τη θέση του κομβικού σημαίνοντος στο λόγο του Αλέξη Τσίπρα (όπως και του Αλέκου Αλαβάνου μεταξύ 2004-2008) μέχρι πρόσφατα κατείχε η «νεολαία», εξ ου και είχαμε μιλήσει παλιότερα για τον ιδιότυπο «νεολαιολαϊκισμό» του ΣΥΡΙΖΑ. Βλ. Γ. Κατσαμπέκης, «ΣΥΡΙΖΑ: μερικές σκέψεις με αφορμή τον Δεκέμβρη», Σύγχρονα Θέματα, τχ. 106, 2009, σελ. 9-11. Πολλές υποθέσεις μπορούν να γίνουν σχετικά με τη μετάβαση από τη «νεολαία» στο «λαό», η αναφορά στις οποίες θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό άρθρο. Ας αρκεστούμε στην πρώτη και ίσως πιο πρωτοφανή εξήγηση που έχει να κάνει με το άνοιγμα από ένα περιορισμένο ακροατήριο της τάξης του 4-6% στο εθνικό ακροατήριο.
[7] Ομιλία στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ομόνοια στις 14.06.2012, ο.π..
[8] L’ Express, 16.09.2010, http://www.lexpress.fr/actualite/politique/melenchon-populiste-moi-j-assume_919603.html. Στη Γαλλία των αρχών του 2000 αυτή την κρίσιμη αντιστροφή του στίγματος του λαϊκισμού την είχε πετύχει για την νεολαϊκιστική ακροδεξιά ο Ζαν Μαρί Λεπέν, ο οποίος δήλωνε χαρακτηριστικά: «Λαϊκισμός σημαίνει να λαμβάνεις υπόψη τη γνώμη του λαού. Δεν έχουν αλήθεια οι λαοί σε μια δημοκρατία το δικαίωμα της γνώμης; Αν έτσι έχουν τα πράγματα τότε ναι, είμαι ένας λαϊκιστής». Jean-Marie Le Pen, αναφέρεται στο N. Mayer, «French Populism: The Aftermath of 21st April 2002», στο Beata Ociepka (επιμ.), Populism and Media Democracy, Wroclaw University Press, 2005. Η κόρη και διάδοχος του τελευταίου, Μαρίν Λεπέν στην ίδια λογική δε διστάζει να υπερασπιστεί τον τίτλο του «λαϊκιστή» ως εκείνου που προσβλέπει και λαμβάνει υπόψη τον λαό. Αναφερόμενη στον Μελανσόν είχε δηλώσει χαρακτηριστικά «Εγώ είμαι μια λαϊκίστρια με τον λαό, αυτός ένας λαϊκιστής χωρίς λαό». L’ Humanité, 14.02.2011, http://www.humanite.fr/14_02_2011-m%C3%A9lenchon-jai-envoy%C3%A9-marine-le-pen-au-tapis-vid%C3%A9o-465127.
[9] Ο λαϊκισμός στην ημεδαπή έχει οψίμως ταυτιστεί και με τα περιβόητα «άκρα», στα οποία –λόγω της καθαρά εργαλειακής τους χρήσης στο δημόσιο λόγο– χωράνε το ίδιο εύκολα οι μαζικές κινητοποιήσεις των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στην καταστροφή του περιβάλλοντος της περιοχής τους από την εξόρυξη χρυσού και οι ομάδες εφόδου της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής που επελαύνουν σε γειτονιές και σπέρνουν τον τρόμο με κριτήριο το χρώμα του δέρματος. Για μια κριτική αυτής της λογικής της εξίσωσης των «άκρων» βλ. Γ. Κατσαμπέκης, «Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Χρυσή Αυγή και ο Ερνέστο Λακλάου…», Red Notebook, 5.10.2012, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=6958.

Δειτε επισης: 

Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση

Φωτογραφία: του Elliot Erwin, Παρίσι 1949

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Άρης, ο λαϊκιστής...

του Άρη Δαβαράκη, Protagon...
Δηλώνω απερίφραστα ότι δεν αντέχω πιά να ακούω για δάνεια και δόσεις και απολύσεις, περικοπές «οριζόντιες», συντάξεις πείνας, δυσθεώρητα ποσοστά ανεργίας, αστέγους, αρρώστους χωρίς ελπίδα, γέροντες χωρίς φάρμακα, οικογένειες χωρίς θέρμανση και ηλεκτρικό, παιδιά χωρίς ζεστό φαϊ, εκατοντάδες χιλιάδες απολυμένους στον ιδιωτικό τομέα, επιχειρήσεις που κλείνουν, μετατάξεις, απανωτές μειώσεις αποδοχών, φόρους, χαράτσια, εξώσεις, αυτοκτονίες – και βάλε.  Δεν αντέχω άλλο. Σκέφτομαι τι σημαίνει στην πράξη να πεινάς και να κρυώνεις και να είσαι άρρωστος και στο δρόμο χωρίς ένα ευρώ στην τσέπη και κάθε «ψύχραιμη», «ορθολογιστική» ή «λογιστική» σκέψη εξαφανίζεται μπροστά στην σκληρότητα της πραγματικότητας.

Ξέρω: Όλα αυτά δεν προέκυψαν έτσι, μόνα τους, χωρίς την δική μας συμβολή, χωρίς την αχόρταγη καταναλωτική υστερία στην οποία μας οδήγησε η πολιτική, επιχειρηματική και «μηντιακή» ηγεσία των τελευταίων 20-30 χρόνων. Το άγριο πρόσωπο του νεοφιλελευθερισμού και του «anything goes» από την εποχή του Ρέιγκαν και της Θάτσερ  μέχρι το ηχηρό χαστούκι της Lehman, ενθάρρυνε και την φτωχή Ελλάδα, το 2% της ευρωπαϊκής «πίττας», να ξεπατικώσει συμπεριφορές που οδήγησαν στον «εκτροχιασμό» μας – όπως τον χαρακτηρίζει τώρα ο Σημίτης που,  όμως, ως πρωθυπουργός, ενθάρρυνε τον βιοπαλαιστή «νοικοκυραίο»  να πάει να παίξει στο χρηματιστήριο γνωρίζοντας την πολυπλοκότητα του ρίσκου που αυτή του η προτροπή εμπεριείχε. Έτσι κι αλλιώς άνθρωποι σαν τον Σημίτη (εννοώ αυτής της κοινωνικής νοοτροπίας) δεν ρισκάρανε τίποτα και συμπεριλαμβάνονται ακόμα σε αυτό το 2,5% περίπου που όπως έδειξε πρόσφατη δημοσκόπηση (για το MEGA και την «Ανατροπή» του Γιάννη Πρετεντέρη) δεν έχουν καταλάβει καν ότι η Ελλάδα έχει πρόβλημα, μαστίζεται απ’ την ύφεση και ζει και με τα δύο πόδια μέσα σε μία «κρίση» που προβλέπεται να κρατήσει  (όπως μας λένε κάθε μέρα «οι τηλεοράσεις») τουλάχιστον μέχρι το 2022 –στην καλύτερη περίπτωση.

Έχουμε καταντήσει να μιλάμε για εκατοντάδες χιλιάδες συνανθρώπους και συμπατριώτες μας λες και μιλάμε για ποντίκια σε υπονόμους. Και αν τολμήσουμε να πούμε «τι θα κάνει αυτό το ζευγάρι  με τα δυό παιδιά και τους γέρους του» χωρίς μισθό, χωρίς σύνταξη, χωρίς περίθαλψη, χωρίς ηλεκτρικό και θέρμανση, χωρίς πάνες, χωρίς φάρμακα, χωρίς καν τον άρτο τον επιούσιο, τότε μας λένε «λαϊκιστές» και επιπόλαιους, χωρίς «βαθύτερη σκέψη» και γνώση των ουσιαστικών προβλημάτων. Γιατί τα ουσιαστικά προβλήματα είναι σου λέει η ανακεφαλοποίηση των τραπεζών, η ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας, η προστασία των κεφαλαιούχων ώστε να μην πτωχεύσουν ή φύγουν από την Ελλάδα δημιουργώντας ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα ανεργίας και άλλες υποθέσεις εργασίας επί χάρτου – ανάλογες με αυτές που μας έφεραν ως εδώ. Έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία να περιμένουμε τις αμερικανικές εκλογές για να έρθει η στιγμή να ακούσουμε την κ. Λαγκάρντ να ξεσπαθώνει κατά της κ. Μέρκελ που θέλει τα ποντίκια να περιμένουν στους υπονόμους τους άλλον έναν χρόνο μέχρι να γίνουν και οι Γερμανικές εκλογές, από το γεγονός πως στην Ελλάδα υπάρχουν αυτή τη στιγμή παιδιά που υποσιτίζονται ή γεροντάκια που τη βγάζουν με μια τυρόπιττα ή με ότι μπορεί να τους προσφέρει στο συσσίτιο ο Δήμος και η εκκλησία.

Εδώ συνήθως έρχεται αυστηρό το γνωστό πιά σηκωμένο δάχτυλο και το «τι προτείνεις εσύ λοιπόν»; Είναι η στιγμή που ο ανόητος λαϊκιστής πρέπει επιτέλους να συμμαζευτεί και να αναλογιστεί ότι αν δεν είναι Μεσσίας δεν δικαιούται να μιλάει. Δικαιούται ο Σαμαράς να λέει πως «στις 16 Νοεμβρίου δεν θα έχουμε να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις αν δεν έχει εκταμιευτεί η δόση» - και να αποδεικνύεται από τα πράγματα ότι και ψεύδεται και  λαϊκίζει ανερυθρίαστα – αλλά δεν δικαιούται να αναρωτιέται ο μέσος άνθρωπος που οδηγείται η Ελλάδα μέσα σε τόση φτώχεια και τόση ανέχεια, τόση αποβλάκωση, τέτοια ανικανότητα αντίδρασης σε όλες τις μορφές υπέρβασης εξουσίας που ασκούνται επάνω του καθημερινά στερώντας του κάθε μέρα και μια ανάσα παραπάνω –μέχρι να εξοντωθεί για να μεταφερθεί αγόγγυστα από τον παλιό του καναπέ και τον τηλεοπτικό του δέκτη, στον επιθανάτιο ρόγχο και την τελευταία του κατοικία.

Κάθε μέρα που περνάει ο ρεαλισμός σκληραίνει. Ήδη έχει αρχίσει να μοιάζει σαν ταινία τρόμου. Οι λαοί (της Ευρώπης και των ΗΠΑ τουλάχιστον, που μας αφορούν και πιο άμεσα) έχουνε παραδώσει τη μοίρα τους στην κάθε Moody’s  και από εκεί περιμένουν την «αξιολόγησή» τους. Οι λίγοι που αντιδρούν είναι «αλήτες που τα σπάνε» και «καταστρέφουν δημόσια περιουσία». Οι απεργίες είναι της πλάκας και οι ειρηνικές διαμαρτυρίες διαλύονται με πολύ νερό και πολλά χημικά εν ριπή οφθαλμού.

Και όποιος έχει αντίρρηση ή πρέπει να είναι ο προφήτης που θα ανακαλύψει το σύστημα το οποίο θα αντικαταστήσει την ολιγαρχία που μας εξουσιάζει σήμερα παγκοσμίως (και θα το θέσει και σε εφαρμογή απαντώντας στο «εσύ τι προτείνεις λοιπόν;» ) ή πρέπει να αποδεχθεί την ταμπέλα του επιπόλαιου, φτηνού «λαϊκιστή».

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Τσίπρας χάνει τη μπάλα...

Γιάννης Μακριδάκης...


Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που έγραψα πως η κοινωνία εκφασίζεται με γοργούς ρυθμούς και πως αυτό είναι μεθοδευμένο για να υπάρξει στο άμεσο μέλλον, όταν θα πέσει ο Σαμαράς, ανάγκη έκφρασης της κοινωνίας από μια φασιστική κυβέρνηση.
Δεν περίμενα όμως ότι θα είναι τόσο γρήγορες οι εξελίξεις, ούτε τόσο ανόητοι οι της άλλης μεριάς ηγήτορες.
Ο Τσίπρας και η ηγεσία του κόμματος παίρνουν στο λαιμό τους καθημερινά πλέον όσους αριστερούς τον εμπιστεύθηκαν αλλά και όλους όσους ψήφισαν Σύριζα από ανάγκη. Έχουν βάλει πλώρη προς την διάσπαση του Σύριζα πριν αυτός καταστραφεί μαζί με όλο το πολιτικό κατεστημένο, που αναπόφευκτα θα διαλυθεί μαζί με τη χώρα. Φέρονται σαν παλαιοκομματική αντιπολίτευση προσδοκώντας ψήφους από κάθε διαμαρτυρόμενο κατά της κυβέρνησης, δίχως καμία ηθική ή ιδεολογική διάκριση. Και με την πολιτική τους νομιμοποιούν και τους ναζί, οι οποίοι έχουν ακριβώς την ίδια στάση, με ιδεολογικό υπόβαθρο όμως αυτοί κάποιες φορές, και γι’ αυτό με περισσότερη πίστη στο έργο και την παρουσία τους.
Ο Τσίπρας χάνει τη μπάλα και μαζί του προσγειωνόμαστε όλοι όσοι τον επιλέξαμε αυτή τη φορά, απλά και μόνο για να μην δούμε τον Σαμαρά και τους νοικοκυραίους του στην κυβέρνηση.
Προσωπικά είμαι τελείως απογοητευμένος από την στάση του Σύριζα σε όλα τα θέματα, είτε είναι ευρύτερης πολιτικής, είτε τοπικά ζητήματα που έχουν ανακύψει τον τελευταίο καιρό (π.χ. πυρκαγιές).
Θίασος που θυμίζει αντιπολίτευση της εποχής του σκληρού δικομματισμού. Με μόνη διαφορά ότι είναι άπειροι στον ρόλο.
Αναρωτιέμαι από δω, από την εσχατιά της Ελλάδας, τι λένε και τι κάνουν οι αριστερές συνιστώσες του, εκτός από το να διατείνονται συνεχώς ότι προσπαθούν να επηρεάζουν την πορεία του Σύριζα, αλλά η πορεία αυτή να πηγαίνει κάθε μέρα όλο και πιο δεξιά.
Ο Σύριζα, ακόμα κι αν δεν συμμετέχει στην κυβέρνηση, θα διαλυθεί μαζί της. Ίσως και πριν από αυτήν. Οι αριστεροί πολίτες αυτής της χώρας δεν πρόκειται να ανεχθούν άλλο τον λαϊκισμό που έχει υιοθετηθεί από την ηγεσία του κόμματος. Η χώρα καταστρέφεται μέρα με τη μέρα, οι πολίτες αντιστέκονται στην καταστροφή του περιβάλλοντος από τις σχεδιαζόμενες αποικιοκρατικές επενδύσεις, αντιστέκονται και με προσωπικές μάχες κατά του ρατσισμού και του φασισμού και ο Σύριζα, δίχως καμία ηθική πλέον, βαφτίζει αυτούς που έχουν βάψει τα χέρια τους με το αίμα των αντιστεκόμενων πολιτών ως “εργαζόμενους με κοινωνική υπεραξία” και κάνει πορεία μαζί τους τακιμιάζοντας με τους ναζί πολιτικούς και νομιμοποιώντας τους.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από τέτοια Αριστερά της ψηφοθηρίας και της ελαστικής ηθικής ελέω αυτής. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα Σύγχρονο Αριστερό Κίνημα που θα γίνει ομπρέλα και θα συντονίσει όλους τους αντιστεκόμενους πολίτες, οι οποίοι μάχονται καθημερινά στην Αθήνα ενάντια στους ρατσιστές και στην επαρχία ενάντια στους αποικιοκράτες.
Τα υπόλοιπα είναι φαινόμενα του παρελθόντος θλιβερά και θα εξαφανιστούν οσονούπω μαζί με τους εκφραστές τους.

Ροη αρθρων