Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΒΕΛΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΒΕΛΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

η Αναγκαιότητα της Ανατροπής...

Toυ ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*, απο την Αριστερη Διεξοδο...
 
Πριν από ένα χρόνο, στην πρώτη του εμφάνιση ως επικεφαλής του δικομματικού πλέον κυβερνητικού σχήματος ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, ο Αντώνης Σαμαράς είχε δηλώσει πως με τα μέτρα που θα εφάρμοζε η κυβέρνησή του «θα έκανε την Ελλάδα αγνώριστη». Είναι από τις ελάχιστες δηλώσεις του πρωθυπουργού που, με μια έννοια τουλάχιστον, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ποιός μπορεί να αμφισβητήσει ότι η Ελλάδα του 2014 είναι όντως «αγνώριστη» σε σχέση με αυτό που ήταν προ πενταετίας; Δεν θα επεκταθούμε εδώ στο προφανές, δηλαδή ότι για την κοινωνική πλειοψηφία αυτή η ανατροπή μόνο με κατακλυσμό μπορεί να συγκριθεί. Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε είναι το εξής: ηανατροπή έχει ήδη συντελεσθεί.
 
Εδώ βρίσκεται ακριβώς και το «μυστικό» της επιβίωσης ενός τμήματος του χρεοκοπημένου παλαιού πολιτικού προσωπικού αλλά και της απαρχής της εμφάνισης ενός καινούργιου,με τη μορφή της αδιαμεσολάβητης διαχείρισης εξουσίας από επιχειρηματίες: στην κατανόηση ότι η Μνημονιακή περίοδος συνιστά τομή, που εγκαθιδρύει μια νέα τάξη πραγμάτων και καθιστά απλά αδύνατη κάθε επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση. Αυτό εξηγεί και την αποφασιστικότητα με την οποία εφαρμόζεται η ακολουθούμενη πολιτική: σ'αυτή τη νέα τάξη υπάρχουν χαμένοι, οι πολλοί, στους οποίους θα πρέπει όμως να προσφέρεται η προσδοκία της ατομικής επιβίωσης μέσω της υποταγής (ή, στην αντίθετη περίπτωση, η αλύπητη καταστολή) και κερδισμένοι, οι λίγοι, που θα προσφέρουν τα αναγκαία στηρίγματα και δίκτυα ιχύος που απαιτεί η αναπαραγωγή της νέας κοινωνικής συνθήκης.
 
Η βιαιότητα της συντελεσθείσας ανατροπής είναι αυτή που εξηγεί και την «αντικειμενική» ανάγκη ριζοσπαστικότητας που αναδύεται εδώ και τέσσερα χρόνια από την ελληνική κοινωνία. Μια ανάγκη που εκφράστηκε από τις πρωτοφανείς σε ένταση και μαζικότητα κινητοποιήσεις της διετίας 2010-2012, στη διάλυση του προηγούμενου δικομματισμού και στη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού σκηνικού, με την εκτόξευση του Σύριζα αλλά και με την άνοδο του νεοναζισμού. Ο Σύριζα ειδικότερα κατάφερε να πολλαπλασιάσει τα ποσοστά του γιατί με την πρότασή του για «κυβέρνηση της Αριστεράς» με στόχο την κατάργηση των Μνημονίων φάνηκε να είναι σε θέση να δώσει πολιτική διέξοδο προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας και να αντιπροσωπεύει τη μόνη υπολογίσιμη απειλή στην εξουσία του εγχώριων και ξένων κυρίαρχων δυνάμεων.
 

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Υπέρ βωμών και εστιών...

Δεν είναι σχήμα λόγου. Για την κοινωνική πλειοψηφία και την ίδια την υπόσταση της χώρας, η μάχη που δίνεται στην εκλογική αναμέτρηση της ερχόμενης Κυριακής είναι μάχη «υπέρ βωμών και εστιών». Οχι κατ' αναλογίαν, κυριολεκτικά.

Κατ' αρχάς γιατί έχουμε πόλεμο. Διότι μόνο πόλεμο μπορούμε να αποκαλέσουμε την απίστευτη βία που έχουν εξαπολύσει ενάντια στους εργαζομένους και τα λαϊκά στρώματα η άρχουσα τάξη της χώρας και οι Ευρωπαίοι πάτρωνές της εδώ και μια τετραετία. Τα θύματα είναι ήδη χιλιάδες: οι συνάνθρωποί μας που έχουν αυτοκτονήσει, αυτοί που έχει υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στην υγεία τους, που έχουν μείνει χωρίς φάρμακα ή περίθαλψη. Αλλά και αυτοί, οι ακόμη πιο πολλοί, που επιζούν αλλά που έχουν χάσει τη δουλειά τους. Που δεν μπορούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς, που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τα βασικά στην οικογένειά τους. Είναι όλες αυτές οι τσακισμένες ζωές, η συλλογική απώλεια της αξιοπρέπειας, η ταπείνωση ενός λαού.
Η μάχη είναι «υπέρ εστιών». Κυριολεκτικά.
* Για να μην πάρουν τα σπίτια οι τράπεζες και οι εφορίες.
* Για να μην ξεπαγιάζει, ή και να πεθαίνει, ο κόσμος το χειμώνα σε σπίτια «ανέστια», χωρίς, ή με ακατάλληλη μόνο, θέρμανση.
* Για να μην περιφέρονται ανθρώπινα ερείπια στους δρόμους των πόλεών μας.
* Για να μην εξαναγκάζονται τα παιδιά να μετακομίζουν στα σπίτια των γονιών, ή το αντίστροφο.
* Για να μην παίρνουν το δρόμο της νέας ξενιτιάς οι νέοι (και οι λιγότερο νέοι).
* Αλλά και για να μην αντιμετωπίζονται σαν ζώα οι νέοι «ικέτες», οι κατατρεγμένοι που φτάνουν στα δικά μας τα παράλια και ζητούν στους δικούς μας βωμούς την ελάχιστη προστασία.
Γιατί η μάχη είναι υπέρ αυτών των βωμών.
Των κοινωνικών κατακτήσεων ενός αιώνα που κατεδαφίστηκαν σε μια τετραετία.
Είναι «πάλη για πράγματα ανεπεξέργαστα και υλικά, χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να υπάρξουν τα εκλεπτυσμένα και πνευματικά» (Βάλτερ Μπένγιαμιν).

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Η νέα πλουτοκρατία και το «φαινόμενο Πικετί»...

Πριν από λίγες μέρες, σε ώρα αιχμής στο μετρό του Λονδίνου, νόμιζα ότι, ίσως λόγω του συνωστισμού, ήμουν θύμα οφθαλμαπάτης: κοιτώντας λοξά την εφημερίδα που διάβαζε ο διπλανός μου, αυτήν που διανέμεται δωρεάν το βράδυ, το μάτι μου έπιασε τον εξής πηχυαίο τίτλο,
και μάλιστα στα γαλλικά: «Ο αντικαπιταλιστής».
Η συνέχεια στη διπλανή σελίδα ήταν: «ο Τομά Πικετί είναι ο ροκ σταρ οικονομολόγος σε αποστολή για την αναδιανομή του πλούτου» -να διευκρινίσω εδώ ότι η εν λόγω εφημερίδα (Evening Standard) κινείται στο χώρο της λαϊκίστικης Δεξιάς.
Αυτό που την οδήγησε όμως, όπως και όλα τα αγγλοσαξονικά μίντια, να αφιερώσει χώρο σε μια τέτοια θεματολογία είναι η εντυπωσιακή, και πρωτοφανής για παρόμοιο έργο, απήχηση που συναντά το βιβλίο του Πικετί στις ΗΠΑ, και, εξ αντανακλάσεως, στον υπόλοιπο αγγλόφωνο κόσμο. Παρά τις 700 σελίδες του, φορτωμένες με στατιστικά στοιχεία και πίνακες, και έναν τίτλο -«Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα»- που θυμίζει Καρλ Μαρξ, το πόνημα είναι εδώ και πολλές βδομάδες στη λίστα στων καλύτερων πωλήσεων στις ΗΠΑ. Ο δε συγγραφέας του, ένας Γάλλος σοσιαλδημοκράτης οικονομολόγος 42 ετών, παρελαύνει στις πιο δημοφιλείς τηλεοπτικές εκπομπές, προκαλεί συνωστισμό στις δημόσιες εμφανίσεις του, συνομιλεί με τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ Jack Lew και γίνεται δεκτός στον Λευκό Οίκο από τους πιο στενούς συμβούλους του Ομπάμα σε θέματα οικονομικής πολιτικής.
Βεβαίως ο Τομά Πικετί δεν είναι σε καμιά περίπτωση ο «αντικαπιταλιστής» που περιγράφουν έντυπα που θεωρούν περίπου κομμουνιστή όποιον διαφοροποιείται από τα θέσφατα του νεοφιλελευθερισμού. Ο ίδιος δηλώνει οπαδός της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά διευκρινίζει ότι «υπάρχουν όρια σε αυτά που μπορεί να κάνει η αγορά». Οι πολιτικές του προτιμήσεις τον οδήγησαν να υποστηρίξει τον Φρανσουά Ολάντ προ διετίας, αν και τώρα δηλώνει απογοητευμένος από την πολιτική που ακολουθεί ο Γάλλος πρόεδρος. Και όμως, αυτά που έχει να πει ο Πικετί διαφέρουν αισθητά από τις θέσεις που εκφράζουν μετριοπαθείς νεοκεϊνσιανοί τύπου Κρούγκμαν ή Στίγκλιτς.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Η πολιτική οικονομία του θράσους...

Η εικόνα αισιοδοξίας και αυτοπεποίθησης που επιδεικνύουν η κυβέρνηση και τα συστημικά ΜΜΕ εν όψει ευρωεκλογών θα προκαλούσε απλά θυμηδία, αν δεν αποτελούσε θρασύτατη προσπάθεια συγκάλυψης της πρωτοφανούς στην ιστορία της χώρας οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης.

Τα «πρωτογενή πλεονάσματα» και η «έξοδος στις αγορές» είναι τα εθνικά επιτεύγματα που ασταμάτητα καλούμαστε να πανηγυρίσουμε, αναγνωρίζοντας σ' αυτά τα ευεργετικά αποτελέσματα των Μνημονίων. «Επιτυχία», λοιπόν, τα «πλεονάσματα», που είναι μικρότερα των οφειλών του Δημοσίου στους ιδιώτες και που, ακόμη κι αν δεν ήταν, πραγματοποιήθηκαν με τη συντριβή της δημόσιας δαπάνης και της εγχώριας ζήτησης. «Επιτυχία» και η έκδοση ομολόγων συμβολικού ύψους με ένα καθόλου συμβολικό, και μάλιστα απολύτως ληστρικό, επιτόκιο και με δρακόντειο για τον οφειλέτη καθεστώς αγγλικού δικαίου. «Επιτυχία» μέγιστη φυσικά και το ύψος του δημόσιου χρέους, που ανέρχεται τώρα στο 180% του ΑΕΠ, ενώ ήταν στο 120% όταν η Ελλάδα μπήκε στο Μνημόνιο γιατί δεν μπορούσε να το αναχρηματοδοτήσει στις αγορές.
Για να καταλάβουμε τη σημασία αυτών των «επιτυχιών» θα συστήναμε σε οποιονδήποτε ενδίδει στην επιχειρούμενη πλύση εγκεφάλου να ανατρέξει όχι σε κάποια αριστερή ή αντιμνημονιακή πηγή πληροφόρησης, αλλά στην αρχική σελίδα του ιστότοπου της ΕΛΣΤΑΤ, της επίσημης στατιστικής αρχής της χώρας. Ο μόνος δείκτης με θετικό πρόσημο είναι αυτός της ανεργίας, στο 27,5%.
Ο δείκτης της βιομηχανίας εμφανίζεται μεν θετικός σε σχέση με αυτόν του Φλεβάρη 2013, αλλά αυτό οφείλεται στον εποχικό του χαρακτήρα. Με βάση 100 το 2005, ο δείκτης αυτός κυμάνθηκε στο 69,6 τον προηγούμενο Φλεβάρη, ήταν στο 68,5 πριν από ένα χρόνο, αλλά εν τω μεταξύ είχε αγγίξει το 80 τον περασμένο Ιούλη. Στην πραγματικότητα, πέρα από τις εποχικές διακυμάνσεις, η βιομηχανική παραγωγή έχει καταρρεύσει, όπως και όλη η υπόλοιπη οικονομία. Αναφέρουμε ενδεικτικά τους υπόλοιπους δείκτες, πάντα σε σύγκριση με την προ έτους κατάσταση: -2,3% στο ΑΕΠ για το τελευταίο τρίμηνο του 2013, -4,3% στο λιανικό εμπόριο, -40% στην οικοδομική δραστηριότητα. Υποχωρούν, και μάλιστα ταχύτατα, ακόμη και οι εξαγωγές, στις οποίες κάποιοι είχαν εναποθέσει τις ελπίδες ανάκαμψης, κατά 0,2% συνολικά σε αξία το 2013, ενώ τον Δεκέμβριο η πτώση ήταν της τάξης του 14%.

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

«Ευρωσκεπτικισμός» και πολιτική ηγεμονία...

Ανάμεσα στις πολλές καινοτομίες, μέσω των οποίων η ονομαζόμενη «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» κατεδαφίζει το κεκτημένο των αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων των 17ου και 18ου αιώνων, ξεχωριστή θέση καταλαμβάνει το ευρωπαϊκό «κοινοβούλιο». Στην ιστορία της νεοτερικότητας είναι πράγματι η πρώτη φορά που ονομάζεται «κοινοβούλιο» ένα εκλεγμένο σώμα που στερείται κυριαρχίας και της ίδιας της νομοθετικής πρωτοβουλίας.
Τα ψίχουλα αρμοδιοτήτων που του έχουν παραχωρηθεί περιορίζονται στην ψήφιση του σκέλους των δαπανών (ούτε καν των εσόδων) του προϋπολογισμού της Ε.Ε., που αντιπροσωπεύει γύρω στο 1% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, και την ονομαζόμενη «συναπόφαση» επί των οδηγιών που προτείνει η Κομισιόν, μια μακρόσυρτη και εξαιρετικά αδιαφανής διαδικασία, που στην ουσία καταλήγει σχεδόν πάντα στην επικύρωση των προτεινόμενων κειμένων (418 στα 420 για την περίοδο 1999-2004).
Οσοι έχουν στοιχειώδη αντίληψη του διαδικαστικού λαβύρινθου και του τηλεγραφικού χαρακτήρα των συζητήσεων που διαδραματίζονται στις αίθουσες του Στρασβούργου και των Βρυξελλών, μπροστά στις οποίες το οποιοδήποτε εθνικό κοινοβούλιο φαντάζει ως υπόδειγμα δημοκρατικής διαβούλευσης, καταλαβαίνουν ότι αυτός ο θεσμός, όπως και το οικοδόμημα του οποίου αποτελεί μέρος, αντιπροσωπεύει μια προκλητική διακωμώδηση των αρχών για τις οποίες χύθηκε αίμα στην Αγγλία του 1640, στην Αμερική του 1776 και στη Γαλλία του 1789.
Ησυνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας από τους πολίτες των χωρών της Ε.Ε. οδήγησε ώς τώρα στην κατακόρυφη αύξηση της αποχής στις εκλογές, που αναδεικνύουν τους αντιπροσώπους που αποτελούν το εικονικό αυτό «κοινοβούλιο». Ξεκινώντας από ένα ήδη πενιχρό για τα τότε δεδομένα 62% το 1979, το ποσοστό συμμετοχής κινείται σταθερά κάτω από το 50% από το 1999 και μετά και άγγιξε μόλις το 43% στην τελευταία αναμέτρηση του 2009. Η κρίση που μαστίζει όμως με ξεχωριστή σφοδρότητα τις χώρες της Ε.Ε. από το 2008 και μετά αλλάζει τα δεδομένα.

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Οι πικροί καρποί του «συνταγματικού τόξου»...

Μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και τα χτυπήματα που δέχτηκε η Χρυσή Αυγή, κυρίαρχη άποψη στους περισσότερους πολιτικούς χώρους ήταν ότι άρχιζε για το νεοναζιστικό μόρφωμα μια μη-αντιστρεπτή καθοδική πορεία. Το σκεπτικό στηριζόταν στις εξής υποθέσεις: πρώτ' απ' όλα στο ότι η δολοφονία του Φύσσα έδειχνε το «πραγματικό πρόσωπο» της Χ.Α., δηλαδή ότι πέρα από τους μετανάστες στόχος της είναι και οι Ελληνες αριστερών πεποιθήσεων.
Επειτα στο ότι αν σταματούσε η πολιτική κάλυψη που είχε ώς τώρα προσφέρει στη Χ.Α. το κράτος και το πολιτικο-μιντιακό σύστημα, οι δραστηριότητες της οργάνωσης θα δέχονταν ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα.
Στην ίδια κατεύθυνση θα λειτουργούσε και το «στέγνωμα» της Χ.Α. από οικονομικούς πόρους μέσω της διακοπής της δημόσιας χρηματοδότησης, αλλά και μέσω του ελέγχου αυτής που προέρχεται από ιδιώτες. Γενικότερα, το νέο πολιτικό και μιντιακό κλίμα θα απονομιμοποιούσε τη Χ.Α. στα μάτια του εκλογικού σώματος που είχε «παρασυρθεί» και θα καθήλωνε τα ποσοστά της σε ποσοστά πολύ χαμηλότερα από αυτά που έδειχναν οι δημοσκοπήσεις πριν από τη δολοφονία του αντιφασίστα μουσικού.
Λίγους μήνες μετά, είναι εμφανές ότι το σκεπτικό αυτό απέβη βαθύτατα λανθασμένο και επιπόλαιο. Παρ' όλο που πολλά από τα παραπάνω υλοποιήθηκαν, ειδικά σε ό,τι αφορά την κάλυψη που έχαιρε η Χ.Α. από το κράτος και το πολιτικο-μιντιακό σύστημα, η επιρροή της στην κοινωνία δεν έχει ουσιαστικά υποχωρήσει. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι έχει σε μεγάλο βαθμό καλύψει τις απώλειες της προηγούμενης περιόδου.

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

2014, χρονιά ανατροπής;

Η καινούργια χρονιά βρίσκει την ελληνική κοινωνία σε μια οριακή κατάσταση: η απόλυτη, προβλέψιμη από την αρχή των Μνημονίων, καταστροφή συνετελέσθη. Τα λαϊκά στρώματα, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της πάλαι ποτέ «μεσαίας τάξης», είναι σε απόγνωση. Η πλειονότητα των Ελλήνων επιθυμεί να εγκαταλείψει τη χώρα και για ένα ογκούμενο τμήμα των νέων ανθρώπων το μεγάλο φευγιό έχει αρχίσει.
Ας μη συνεχίσουμε για πολύ την απαρίθμηση, ο καθένας μπορεί εύκολα να τη συνεχίσει αντλώντας από την άμεση εμπειρία του.
Και όμως, αυτό το αδιανόητο για καιρό ειρήνης κόστος καταβλήθηκε χωρίς να έχει λυθεί κανένα από τα προβλήματα που οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση, με πρώτο απ' αυτά το δημόσιο χρέος. Παρά την ασύστολη πλύση εγκεφάλου στην οποία επιδίδονται κυβέρνηση και ΜΜΕ, ελάχιστοι πλέον πιστεύουν ότι «τα πιο δύσκολα έχουν περάσει» και ότι ο κατήφορος θα σταματήσει. Αυτό συνιστά και την ειδοποιό διαφορά της ελληνικής κατάστασης σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Διότι, αν και η κρίση, που είναι κρίση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, τους χτυπά όλους, τους χτυπά άνισα· ίσως όλο και πιο άνισα. Δεν θα αναπτύξουμε εδώ αυτό που έχουμε κατ' επανάληψη τονίσει σε αυτή τη στήλη, δηλαδή τον καθοριστικό ρόλο σ' αυτή την πολωτική δυναμική της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του ευρώ. Ας σταθούμε μόνο στο πολιτικό του αποτέλεσμα: το ευρωπαϊκό σχέδιο, δηλαδή το στρατηγικό ηγεμονικό σχέδιο των αρχουσών τάξεων της Γηραιάς Ηπείρου, είναι υπό κατάρρευση στα μάτια των Ευρωπαίων πολιτών, που συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο τη βάναυσα αντιδημοκρατική και αντιλαϊκή του φύση.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Ο Νέλσον Μαντέλα και ο ένοπλος αγώνας....

Ηπερίπτωση του Μαντέλα αποδεικνύει ότι η υπερβολή στον έπαινο μπορεί εν τέλει να λειτουργήσει ως πολύ αποτελεσματικότερο μέσο παραποίησης της Ιστορίας από την μήνιν ή τη λήθη. Για όσους αγνοούν τα στοιχειώδη για τη διαδρομή του και τον αγώνα που έδωσαν οι μαύροι της Νότιας Αφρικής, ο νεκρός πλέον ηγέτης φαντάζει σαν ένα μίγμα χριστιανού αγίου και σταρ της βιομηχανίας του θέαματος και της ανθρωπιστικής ιδεολογίας του συρμού.
Σε ένα άρθρο του στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης», ο Σλαβόι Ζίζεκ έγραψε πως η μετατροπή του Μαντέλα σε ακίνδυνη και συναινετική εικόνα αποτελεί σύμπτωμα ήττας, της αποτυχίας του να αλλάξει την κοινωνική μοίρα των μαύρων και να θέσει τέλος στο κοινωνικό απαρτχάιντ που συνεχίζει να διαιρεί τη νοτιοαφρικανική κοινωνία.
Υπάρχει αναμφίβολα μια μεγάλη δόση αλήθειας σε αυτή τη διαπίστωση. Ο Μαντέλα αφήνει πίσω του μια χώρα με αβυσσαλέες κοινωνικές αντιθέσεις, με το εισοδηματικό χάσμα μεταξύ λευκών και μαύρων να είναι της τάξης του ένα προς έξι και τις κοινωνικές ανισότητες να παραμένουν στο επίπεδο που ήταν όταν καταργήθηκε το καθεστώς του θεσμοποιημένου φυλετικού διαχωρισμού. Η αγροτική μεταρρύθμιση δεν έχει καν αρχίσει, το χάσμα σε υγεία και εκπαίδευση είναι τεράστιο, ενώ ακόμη και οι στοιχειώδεις ανάγκες, όπως η πρόσβαση σε ηλεκτρικό και νερό, παραμένουν άλυτα προβλήματα για την πλειονότητα όσων ζουν στις παραγκούπολεις των μεγάλων πόλεων.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Οι γέφυρες της υποτέλειας...

του Σταθη Κουβελακη, απο την Ελευθεροτυπια...
Μιλώντας στον εορτασμό της ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης επικαιροποίησε το νόημα αυτού του κορυφαίου συμβάντος της Εθνικής Αντίστασης ως εξής: «Δεν μπορούμε να σπάσουμε τις άτιμες τις αλυσίδες αν πιστεύουμε ότι τα μνημόνια είναι μονόδρομος» και συνέχισε τονίζοντας ότι «έχουμε χρέος να ανατινάξουμε τις γέφυρες της εξάρτησης και της υποτέλειας και να χτίσουμε με δυσκολία και αγώνα τις γέφυρες της προκοπής, της προόδου, της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας, τις γέφυρες της αξιοπρέπειας».
Η διατύπωση αυτή εκφράζει κατά τη γνώμη μας κάτι πολύ βαθύτερο από ένα ρητορικό σχήμα. Η κατάσταση που επέβαλαν τα Μνημόνια στην Ελλάδα, αλλά και στις άλλες χώρες που τα υφίστανται, δεν είναι απλά ακόμη μια σειρά νεοφιλελεύθερων μέτρων. Είναι μια εκδοχή του «δόγματος του σοκ» που εφαρμόστηκε κατ' επανάληψιν σε χώρες του Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης στο πρόσφατο παρελθόν. Παντού όπου πέρασε αυτός ο οδοστρωτήρας καταπατήθηκε κάθε έννοια λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας και επιβλήθηκε ένα καθεστώς διαρκούς επιτήρησης και κηδεμονίας.
Χωρίς αυτό το πλαίσιο, η εφαρμογή αυτής ειδικά της ιδιαίτερα βίαιης μορφής νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης δεν θα μπορούσε να γίνει πράξη.
Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που η επέκταση προς δυσμάς του δόγματος του σοκ άρχισε από χώρες όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ελλάδα. Δηλαδή από χώρες που αποτελούν ιστορικά «περιφέρειες» της Ευρώπης. Πρόκειται με άλλα λόγια για κράτη που βρίσκονται από οικονομική αλλά και από πολιτική άποψη σε μια υποδεέστερη θέση σε σχέση με τις χώρες του κέντρου. Το κοινό χαρακτηριστικό αυτών των χωρών είναι ο σχετικά όψιμος χαρακτήρας της καπιταλιστικής τους ανάπτυξης, που τους προσέδωσε το χαρακτήρα ενός catching-up, μιας διαρκούς εναγώνιας προσπάθειας να φθάσουν το επίπεδο των πιο «ανεπτυγμένων» χωρών, που ανάγονται βεβαίως σε πρότυπο.

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Υπάρχει τελικά πρόβλημα με το χρέος;

Μπορεί να ακούγεται εξωφρενικό, αλλά στη χώρα όπου μετά τρία χρόνια μνημονιακής «θεραπείας» το δημόσιο χρέος έχει εκτοξευθεί στο 180% του ΑΕΠ καλλιεργείται η εντύπωση πως το πρόβλημα έχει περίπου τακτοποιηθεί! Αυτό ισχυρίζεται φυσικά η κυβέρνηση. Εφ' όσον η χρηματοδότηση της τρόικας τελειώνει το 2014, η Ελλάδα θα ξαναβγεί υπερήφανα στις αγορές επιδεικνύοντας το πρωτογενές της πλεόνασμα.
Ακόμη κι αν το δεχτούμε, παραμένει όμως το αγκάθι του «χρηματοδοτικού κενού», η κύρια πηγή του οποίου είναι η λήξη χρεολυσίων άνω των 40 δισ. τα επόμενα δύο χρόνια. Για να καλυφθεί πλήρως το ποσό αυτό, φαίνεται ότι θα χρειαστεί επιπλέον τροϊκανή χρηματοδότηση. Το ύψος της οποίας, αν και σαφώς μικρότερο από αυτό των δύο Μνημονίων, κάθε άλλο παρά αμελητέο προβλέπεται να είναι - και σίγουρα πάνω από 10 δισ. Σε κάθε περίπτωση, επιπλέον χρηματοδότηση σημαίνει νέα μέτρα, τα οποία στην ουσία έχουν ήδη δρομολογηθεί και μόνο καταστροφή μπορούν να προσθέσουν στο υπάρχον τοπίο ερειπίων.
Η ιδέα ότι η Ελλάδα με το συσσωρευμένο δημόσιο χρέος της μπορεί να αντλήσει ποσά αυτής της τάξεως στις αγορές στερείται σοβαρότητας. Το συμπέρασμα είναι απλό: πέρα από άδικο και ταξικό, το δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο.
Δυστυχώς όμως, ακόμη και δυνάμεις που συμφωνούν με αυτή τη διαπίστωση δείχνουν να υποτιμούν την έκταση του προβλήματος. Λέγεται, για παράδειγμα, ότι ναι μεν η επόμενη διετία θα είναι δύσκολη, αλλά ότι μετά το πέρας της η εξυπηρέτηση του χρέους θα κινηθεί σε ανεκτά επίπεδα, γύρω στα 8 δισ. το χρόνο. Αυτό το ποσό αφορά όμως μόνο τα χρεολύσια και όχι τους τόκους που αντιπροσωπεύουν μια επιβάρυνση παρόμοιας τάξης. Συνολικά λοιπόν η εξυπηρέτηση του χρέους θα κινείται ίσως και στα 15 δισ. το χρόνο, ήτοι 6% του ΑΕΠ. Πρωτογενή πλεονάσματα τέτοιου ύψους είναι ουτοπικά. Αρα παραμένει το πρόβλημα της αδυναμίας αναχρηματοδότησης στις αγορές μιας χώρας με δυσανάλογα υψηλό δημόσιο χρέος.

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Χόλιγουντ-Μόναχο - Αθήνα: οι διαδρομές των «δύο άκρων»...

Σάλο έχουν προκαλέσει στις ΗΠΑ οι αποκαλύψεις του βιβλίου του Μπεν Αργουαντ που κυκλοφόρησε πρόσφατα υπό τον τίτλο «Η συνεργασία. Το συμβόλαιο του Χόλιγουντ με τον Χίτλερ».
Ο συγγραφέας, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 και μέχρι την κήρυξη του πολέμου με τη Γερμανία, τα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ απέφυγαν επιμελώς την παραγωγή οποιασδήποτε ταινίας με αντιναζιστικό/αντιφασιστικό περιεχόμενο, τορπιλίζοντας όλες τις σχετικές απόπειρες. Ακόμη και η αναφορά στον καλπάζοντα αντισημιτισμό ήταν ανεπιθύμητη, και από το 1933 και μετά εξαφανίζονται από τις οθόνες οι αναγνωρίσιμοι ως εβραίοι χαρακτήρες, παρ' όλο που σχεδόν όλοι οι ιδιοκτήτες των στούντιο ήταν εβραϊκής καταγωγής.
Κορυφαίο σημείο αυτής της θέλησης για συνεργασία με το ναζιστικό καθεστώς ήταν η παραχώρηση στο Γερμανό πρόξενο στο Λος Αντζελες της πρόσβασης στα σενάρια με «ευαίσθητα» θέματα, καθώς και της δυνατότητας να προβαίνει σε υποδείξες για το περιεχόμενό τους αλλά και να παρεμβαίνει στο μοντάζ των ταινιών, κόβοντας τις ανεπιθύμητες σκηνές.
Οι εξαντλητικές έρευνες του Αργουαντ στα γερμανικά και αμερικανικά αρχεία δείχνουν ότι οι λόγοι μιας τέτοιας στάσης δεν ήταν οικονομικοί. Τα κέρδη από την προβολή ταινιών του Χόλιγουντ στη Γερμανία ήταν αμελητέα για τα δεδομένα του κλάδου. Αυτό που συνέβαινε είναι ότι ακριβώς την περίοδο όπου στις ΗΠΑ, και ειδικά στο χώρο του πολιτισμού, αναπτυσσόταν ένα ρωμαλέο αντιφασιστικό και εργατικό κίνημα στο οποίο ηγεμόνευε η Αριστερά, το Χόλιγουντ είχε επιλέξει το «άλλο άκρο».

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Κατάσταση εξαίρεσης....

Παρ' όλο που αποτελεί λογικό επακόλουθο της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, το χτύπημα που δέχθηκε η Χρυσή Αυγή από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς αιφνιδίασε. Αυτό το αίσθημα αιφνιδιασμού αποτελεί αξιοσημείωτο γεγονός και χρήζει σχολιασμού.
Κατ' αρχήν δείχνει πόσο είχε εμπεδωθεί στην κοινή γνώμη η ανοχή και συνενοχή του κράτους και της κυβέρνησης έναντι της βίαιης δραστηριότητας αλλά και της γενικότερης παρουσίας της νεοναζιστικής οργάνωσης στο πολιτικό σκηνικό. Από τη διάβρωση της Αστυνομίας μέχρι τη «θεωρία των δύο άκρων», και από τις επιχειρήσεις «Ξένιος Ζευς» μέχρι τις Αμυγδαλέζες και την τροποποίηση του κώδικα ιθαγένειας, κράτος και μνημονιακά κόμματα έκαναν ό,τι μπορούσαν τα τελευταία χρόνια για να καταστήσουν νόμιμο το λόγο της Χρυσής Αυγής και για να προσφέρουν κάλυψη στην πολύμορφη εγκληματική της δραστηριότητα. Από την άλλη, ας μην ξεχνάμε ότι το να στρέφεται το ελληνικό κράτος ενάντια σε εν ενεργεία ακροδεξιούς μηχανισμούς αποτελεί μια καλοδεχούμενη μεν, ιστορικής σημασίας δε καινοτομία.
Για να το πούμε διαφορετικά, το ότι αιφνιδίασε η σύλληψη ηγετικών στελεχών της Χρυσής Αυγής αποτελεί μια επιπλέον απόδειξη ότι στην Ελλάδα εδώ και καιρό έχει καταλυθεί κάθε αίσθηση «ομαλότητας».
Οτι η χώρα και η κοινωνία βιώνουν τη μονιμοποίηση ενός «καθεστώτος εξαίρεσης», με κύρια χαρακτηριστικά την εξαθλίωση της πλειονότητας, την κατάρρευση βασικών λειτουργιών του κράτους και τον εντεινόμενο αυταρχισμό.

Σάββατο 10 Αυγούστου 2013

Πως να φύγουμε από το ευρώ!

του Φεντερίκ Λορντον απο την διακυβερνηση και πολιτικη...
 Δεν υπάρχει «προοδευτικό» και «κοινωνικό» ευρώ
πρόλογος του Στάθη Κουβελάκη

Αυτόν τον Αύγουστο το πρωτοσέλιδο της Μοντ Ντιπλοματίκ, του γαλλικού μηνιαίου έντυπου αναφοράς για την Αριστερά σε διεθνές επίπεδο, που εκδίδεται σε 27 γλώσσες και 84 χώρες με συνολική κυκλοφορία άνω του ενός εκατομμυρίου, κυκλοφορεί με το εξής εντυπωσιακό πρωτοσέλιδο: «πως να φύγουμε από το ευρώ».

Συντάκτης του σχετικού κειμένου ο Φρεντερίκ Λορντόν, από τα πιο σημαντικά ονόματα στο χώρο της «ετερόδοξης» οικονομικής σκέψης στη Γαλλία. Ο Λορντόν (γεννηθείς το 1962) ανήκει στην ονομαζόμενη «σχολή του ρύθμισης», όπως και το μεγαλύτερο μέρος των οικονομολόγων που αντιτίθενται στο νεοφιλελευθερισμό (αναφέρουμε ενδεικτικά τα ονόματα των Μισέλ Αλιετά, Ρομπέρ Μπουαγιέ, Ζακ Σαπίρ), μια σχολή που έχει τις ρίζες στη σκέψη του Μαρξ και του Κέϋνς. Ο ίδιος ανήκει σε μια ριζοσπαστική εκδοχή αυτού του ρεύματος και έχει έντονες αναφορές στη σκέψη του Σπινόζα και του Φουκώ. Είναι σφοδρός πολέμιος της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και ήδη από τις αρχές αυτής της δεκαετίας έχει επισημάνει ότι το εθνικό επίπεδο καλείται να παίξει έναν στρατηγικά καθοριστικό ρόλο σε οποιαδήποτε εγχείρημα προσπαθεί ουσιαστικά να την αμφισβητήσει.
Ο Λορντόν ανήκει στη γενιά διανοητών στους οποίους άσκησε καταλυτική επιρροή η πολιτική στάση του κοινωνιολόγου Πιέρ Μπουρντιέ στη δεκαετία του 1990, και ειδικότερα από το 1995 έως τον πρόωρο θάνατό του (2002), όταν πήρε ενεργό μέρος στο πλευρό των εργατικών και κοινωνικών κινητοποιήσεων που σφράγισαν εκείνη την περίοδο στη Γαλλία. Τα πρώτα βιβλία πολιτικο-θεωρητικής παρέμβασης του Λορντόν, που αφορούν την κριτική των μορφών του σύγχρονου καπιταλισμού και της ιδεολογίας του (ρόλος των pension funds, του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, της απόπειρας «ηθικοποίησης» της χρηματοπιστωτικής οικονομίας) εκδόθηκαν στη σειρά Liber / Raison d’agir, που δημιούργησε και διήυθυνε αρχικά ο Μπουρντιέ. Ο Λορντόν είναι τακτικός συνεργάτης της Μοντ Ντιπλοματίκ και ιδρυτικό μέλος των Economistes Atterrés (Αηδιασμένων Οικονομολόγων), μία ευρεία συσπείρωση οικονομολόγων που δημοσίευσε ένα ιδρυτικό μανιφέστο τον Σεπτέμβρη του 2010 στο οποίο ασκούσε δριμύτατη κριτική στο νεοφιλελευθερισμό και απαιτούσε μέτρα ρήξης με τις πολιτικές που δημιούργησαν την ηγεμονία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που θεωρούν υπεύθυνη για τη σημερινή κρίση.

Σ’ αυτό το κείμενο, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, ο Λορντόν υποβάλλει την ιδεολογία του ευρωπαϊσμού, και μάλιστα των «αριστερών» εκδοχών του, σε καταιγιστική και αναλυτική κριτική. Θεωρεί σχεδόν βέβαιη την κατάρρευση του σημερινού οικοδομήματος της ΟΝΕ αλλά και της ίδιας της ΕΕ, την οποίο θεωρεί δομικά νεοφιλελεύθερη, αντιδημοκρατική και ανεπίδεκτη οποιασδήποτε προοδευτικής μεταρρύθμισης. Ανιχνεύει επίσης το δρόμο ενός εναλλακτικού ευρωπαϊκού σχεδίου, το οποίο θεωρεί ότι μπορεί να αναδυθεί μόνο από τα ερείπια του σημερινού οικοδομήματος.

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Η ανομολόγητη βία του ιμπεριαλισμού...

Χωρίς να περάσουν απαρατήρητα, δύο συμβάντα των τελευταίων εβδομάδων δεν έτυχαν της προσοχής και ιδίως της εμβάθυνσης που η σημασία τους απαιτεί. Το πρώτο αφορά το στρατιώτη Μπράντλεϊ Μάνινγκ.
Επειτα από κράτηση τριών και πλέον ετών, εκ των οποίων ένα έτος σε συνθήκες απόλυτης απομόνωσης και μεταχείρισης που κρίθηκε από τον ειδικό εισηγητή του ΟΗΕ ως «απάνθρωπη και εξευτελιστική» και αντίθετη με όλες τις διεθνείς συμβάσεις, καταδικάστηκε σε 136 χρόνια φυλάκισης για «κατασκοπία». Το αδίκημά του; Σοκαρισμένος από όσα είδε ο ίδιος στο Ιράκ, όπου υπηρετούσε στις γραμμές των αμερικανικών δυνάμεων κατοχής, ο Μάνινγκ δημοσιοποιεί το 2010 μέσω του ιστότοπου WikiLeaks εκατοντάδες χιλιάδες εμπιστευτικά κρατικά ντοκουμέντα σχετικά με τη δράση των ΗΠΑ στο Αγφανιστάν και στο Ιράκ. Ενα μέρος τους αναδημοσιεύθηκε από τα μεγαλύτερα και θεωρούμενα πιο έγκυρα έντυπα διεθνώς, ενώ το σύνολό τους κυκλοφόρησε φυσικά ελεύθερα στο Διαδίκτυο.
Το δεύτερο συμβάν αφορά την οδύσσεια του Εντουαρντ Σνόουντεν, στον οποίο η Ρωσία έδωσε τελικά πολιτικό άσυλο έπειτα από πολύμηνη παραμονή στη ζώνη τράνζιτ του αεροδρομίου της Μόσχας. Ο Σνόουντεν καταζητείται επίσης για «κατασκοπία» από τις αρχές των ΗΠΑ γιατί, όπως και ο Μάνινγκ, έδωσε στη δημοσιότητα εκατοντάδες χιλιάδες εμπιστευτικά ντοκουμέντα αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας, και ειδικότερα της NSA. Τα έγγραφα αυτά δεν αφορούν τους «βρόμικους πολέμους» των ΗΠΑ, αλλά μια άλλη πτυχή της αυτοκρατορικής τους κυριαρχίας: ένα ολικό σύστημα παγκόσμιας παρακολούθησης όλων των τηλεπικοινωνιών τόσο μεταξύ απλών πολιτών όσο και μεταξύ κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών. Ο Σνόουντεν κατέθεσε αιτήσεις ασύλου στις αρχές 20 χωρών, μεταξύ άλλων πολλών χωρών της Ε.Ε. και της Λατινικής Αμερικής, αλλά κατόπιν ανοιχτών εκβιασμών των ΗΠΑ οι περισσότερες απορρίφθηκαν.
Τι συνδέει αυτές τις δύο περιπτώσεις; Κατ' αρχάς το κοινό τεχνολογικό μέσο και η μέθοδος που ακολούθησαν οι δύο πρωταγωνιστές: η μαζική διαρροή εμπιστευτικών εγγράφων στο Διαδίκτυο, που βραχυκυκλώνει κάθε απόπειρα. Με αυτή την έννοια, ο Μάνινγκ και ο Σνόουντεν ανήκουν στους ηρωικούς πρωτοπόρους της διαδικτυακής εποχής στην οποία ζούμε. Και τούτο διότι «αναποδογυρίζουν» κατά έναν τρόπο τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και αναδεικνύουν την «άλλη» πλευρά της. Οτι μπορεί δηλαδή από μέσο ολικής παρακολούθησης να γίνει μέσο διαφάνειας, που βγάζει στην επιφάνεια με τον πιο αδιαμεσολάβητο τρόπο τις πιο σκοτεινές πλευρές της εξουσίας, επί του προκειμένου του παγκόσμιου συστήματος κυριαρχίας που έχουν οικοδομήσει οι ΗΠΑ.
Εξ ου και το δεύτερο κοινό στοιχείο αυτών των δύο προσωπικότητων: πρόκειται για «μοναχικούς ήρωες», για ατομικές συνειδήσεις που εξεγείρονται ενάντια στη βαναυσότητα των εξουσιαστικών μηχανισμών τους οποίους αμφότεροι έζησαν εκ των ένδον. Κατ' εξοχήν όπλο τους είναι το Διαδίκτυο, με την αμεσότητά του και τον φαινομενικά τουλάχιστον αδιαμεσολάβητο χαρακτήρα του. Οσο για τη δράση τους, δεν την τοποθετούν στα πλαίσιο του οποιουδήποτε οργανωμένου κινήματος ενώ, απ' όσα ξέρουμε, η ιδεολογία τους φαίνεται να περιορίζεται στο δικαίωμα του ατόμου να αντιστέκεται στην καταπιεστική εξουσία και να την καταγγέλλει.
Κάθε καλοπροαίρετος θα σκεφτόταν ότι όσοι πρεσβεύουν τις φιλελεύθερες αξίες στις οποίες βασίζονται τα κράτη της «πεφωτισμένης Δύσης» θα έβλεπε με συμπάθεια τέτοιους ήρωες. Ειδικά όταν, για παράδειγμα, στο παρελθόν στεκόταν με ενθουσιασμό αλληλέγγυος με τους «διαφωνούντες» του πάλαι ποτέ «υπαρκτού σοσιαλισμού», τους οποίους θεωρούσε ήρωες του αγώνα ενάντια τον «κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό». Ξέρουμε όμως πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Καμιά δυτική χώρα δεν διαμαρτυρήθηκε για την απάνθωπη μεταχείριση που υπέστη ο Μάνινγκ, καμιά δεν προσέφερε άσυλο στον Σνόουντεν, ενώ ο «σοσιαλιστής» Ολάντ απαγόρευσε τη διέλευση από το γαλλικό εναέριο χώρο του αεροπλάνου του προέδρου της Βολιβίας Μοράλες, γιατί οι ΗΠΑ είχαν αφήσει να διαρρεύσει (ψευδώς) ότι σ' αυτό επέβαινε ο κατηζητούμενος πρώην υπάλληλος της NSA.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτική σημασία αυτών των υποθέσεων: οι Μάνινγκ και Σνόουντεν δεν είναι αγαπητοί στη φιλελεύθερη δυτική συνείδηση ακριβώς γιατί είναι οι διαφωνούντες στη σημερινή παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Γιατί φέρνουν στο φως με τον πλέον αδιαμφισβήτητο τρόπο την απεριόριστη, ολοκληρωτικού χαρακτήρα βία στην οποία θεμελιώνεται αυτή η τάξη, που περισσότερο από ποτέ πρέπει να αποκαλείται με τον όρο που παραδοσιακά φωτίζει την πραγματική της φύση: ιμπεριαλισμός.
* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Ενα χρόνο μετά, σύγκρουση σε νέο τοπίο...

Πριν από περίπου ένα χρόνο, η Ελλάδα -αλλά και η Ευρώπη, όπως υποδήλωνε το πρωτοφανές ενδιαφέρον των ξένων ΜΜΕ, αλλά και η άμεση ανάμιξη των κυρίαρχων κύκλων της Ε.Ε. κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας- γνώρισε την κρισιμότερη εκλογική αναμέτρηση των τελευταίων δεκαετιών.
Για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς έθετε θέμα κυβερνητικής εξουσίας, με ένα πρόγραμμα που το έθετε σε τροχιά σύγκρουσης με τις δυνάμεις του εγχώριου και του διεθνούς -και κυρίως ευρωπαϊκού- συστήματος. Η συγκυρία εκείνη δεν ήταν προφανώς μια συνηθισμένη, έστω σχετικά μακράς διάρκειας, εκλογική στιγμή. Εφερε τη σφραγίδα της παρατεταμένης λαϊκής κινητοποίησης, που συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία τα δύο πρώτα χρόνια της μνημονιακής περιόδου. Γι' αυτό βεβαίως και προκάλεσε φόβο από τη μια πλευρά, ελπίδα από την άλλη και έντονη πολιτική και ταξική πόλωση στο εκλογικό σώμα.
Ενα χρόνο μετά, είναι προφανές ότι το τοπίο έχει αλλάξει δραματικά. Υπό τη σκέπη της τρικομματικής κυβέρνησης, το μνημονιακό μπλοκ ανασυντάχθηκε και πέρασε σε μια διαρκή αντεπίθεση, περνώντας ακόμη πιο δρακόντεια μέτρα και κλιμακώνοντας την αυταρχική θωράκιση του κράτους.
Τα Μνημόνια πέρασαν σπέρνοντας τον όλεθρο της βίαιης εξαθλίωσης της λαϊκής πλειοψηφίας, του ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου, της θεσμοποίησης του κοινωνικού κανιβαλισμού. Οι κινητοποιήσεις κάμφθηκαν, τα αισθήματα ανημπόριας και απελπισίας έγιναν κυρίαρχα, ο νεοφασισμός όλο και πιο απειλητικός.
Η δυναμική της Αριστεράς ανακόπηκε και η κύρια δύναμή της φάνηκε να μετατοπίζεται σε πιο «ρεαλιστικές» θέσεις, προβάλλοντας λύσεις «ενδιάμεσου» χαρακτήρα που θα διευκόλυναν, υποτίθεται, τη διεύρυνση του ακροατηρίου της σε πιο συντηρητικά στρώματα και θα καθησύχαζαν τα κέντρα εξουσίας εντός και εκτός της χώρας.
Ο δρόμος αυτός όμως δεν είναι ούτε ευθύγραμμος ούτε ικανός να οδηγήσει σε κάποια σταθεροποίηση. Παρά τη χοντροκομμένη προπαγάνδα για το ελληνικό success story, η οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, ενώ η ανεργία ξεπερνά ακόμη και τα ιστορικά διεθνή ρεκόρ της δεκαετίας του 1930. Καμία κυβέρνηση, ακόμη και εκτός πλαισίων κοινοβουλευτισμού, δεν μπορεί να πει ότι πατά σε σταθερό έδαφος όσο συνεχίζεται ένας οικονομικός και κοινωνικός κατακλυσμός τέτοιας έκτασης.
Η αδυναμία επίτευξης ουσιαστικών συναινέσεων στην ακολουθούμενη πολιτική εξηγούν βεβαίως και την κλιμάκωση σε πολιτικό επίπεδο του αυταρχικού κατήφορου, με ορόσημο τις τέσσερις επιστρατεύσεις απεργών. Η κορύφωσή του στάθηκε όμως η ανήκουστη για δεδομένα κοινοβουλευτικής δημοκρατίας προχθεσινή απόφαση για ακαριαίο κλείσιμο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης.
Η στρατηγική της κυβέρνησης -και πιο συγκεκριμένα της Νέας Δημοκρατίας- έχει όλα τα χαρακτηριστικά της αυταρχικής φυγής προς τα εμπρός.
Προκαλεί τη σύγκρουση, τη θέλει μετωπική και εξόχως φορτισμένη συμβολικά, για να νικήσει κατά κράτος τους αντιπάλους της και να υποτάξει πλήρως τους εταίρους της.
Εάν το επιτύχει, είναι πιθανό ο Ερντογάν και η κυβέρνησή του, που ούτως ή άλλως απολαμβάνουν πολύ πιο στέρεη λαϊκή υποστήριξη από τη δική μας τρικομματική, να φαντάζουν σαν πρότυπα δημοκρατίας.
Εάν όμως βρεθεί αντιμέτωπη με μια λαϊκή αντίδραση ευρύτερη του αναμενόμενου και, το κυριότερο ίσως, με την πολιτική στήριξη που στερούνται οι διαδηλωτές της πλατείας Ταξίμ, τότε κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο της κατάστασης.
Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές είναι δύσκολο να διατυπωθεί πρόβλεψη για την έκβαση της σύγκρουσης. Το μόνο σίγουρο είναι ότι διαλύονται όσες ψευδαισθήσεις ακόμη υπήρχαν για την επίλυση του ελληνικού δράματος με ομαλό και θεσμικά απρόσκοπτο τρόπο. Και ότι, περισσότερο από ποτέ, η ανατροπή της επίκινδυνης αυτής κυβέρνησης αποτελεί δημοκρατική και, με όλη τη σημασία της λέξης, εθνική προσταγή. Η τύχη της χώρας για ακόμη μία φορά είναι στα χέρια του λαού της.

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Επιστροφή στην πραγματικότητα....

Εκεί λοιπόν που λέγαμε, ή μάλλον που μας έλεγαν, ότι τα πράγματα είχαν επιτέλους πάρει το σωστό δρόμο. Που έχουμε πλέον πρωτογενές πλεόνασμα και αποπληθωρισμό. Που πέφτουν βροχή τα συγχαρητήρια για την «πρόοδό» μας από το ΔΝΤ και την Κομισιόν (αλλά πάντα με κάποια επιπρόσθετα «μέτρα» στον ορίζοντα, μην τυχόν και πέσει η απόδοσή μας).
Που ο δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών ξεπέρασε τις 1.100 μονάδες και που οι ξένοι αρχίζουν και πάλι να «αγοράζουν Ελλάδα».
Που ο οίκος Fitch αναβάθμισε την πιστοληπτική μας ικανότητα κατά δύο ολόκληρες μονάδες!
Που ο πρωθυπουργός πάει ταξίδι στην Κίνα απ' όπου θα επιστρέψει με επενδύσεις και συμβόλαια που θα κάνουν την εξαγορά του Πειραιά από την «Cosco» να μοιάζει με οικογενειακή επιχείρηση.
Την ώρα λοιπόν που καλούμαστε να χαρούμε για αυτά τα επιτεύγματα, μία λέξη, μία λέξη μόνο, είναι αρκετή για να τα μετατρέψει σε μια από αυτές τις οπτασίες νερού που βλέπουν οι διψασμένοι οδοιπόροι της ερήμου.
Η λέξη αυτή είναι: ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ.
Επιστράτευση για να γίνουν «ομαλά και στην ώρα τους», σύμφωνα με τον υπουργό, οι εξετάσεις που απειλούνται από τα «συντεχνιακά» αιτήματα καθηγητών που αρνούνται να εργαστούν ένα δίωρο παραπάνω. Να γίνουν «ομαλά» για να μη χαραμιστεί φυσικά το «μέλλον των παιδιών». Δηλαδή το μέλλον που τους επιφυλάσσει η «ομαλότητα» της ανεργίας του 64% στους νέους και των μισθών των 400 ευρώ για τους «προνομιούχους» που εργάζονται -στόχος, από ένας σε κάθε οικογένεια όπως έλεγε και ο ΓΑΠ. Η «ομαλότητα» της νέας μαζικής μετανάστευσης, της φυγής από μια κατεστραμμένη χώρα.
Γι' αυτήν την «ομαλότητα» προετοιμάζει η «Παιδεία» της εποχής του Μνημονίου. Η Παιδεία των φωτοτυπιών αντί για βιβλία, των παγωμένων το χειμώνα αιθουσών, των τάξεων που κλείνουν, των άθλιων κτηρίων, των καθηγητών που λείπουν, των μαθητών που λιποθυμούν από τον υποσιτισμό. Και αυτή η «ομαλότητα» δεν μπορεί βέβαια να σταθεί παρά μόνο με επιστρατεύσεις, με καταστολή, με χειράγωγηση της κοινής γνώμης από πλήρως ελεγχόμενα ΜΜΕ.
Με την απόφαση για επιστράτευση των εκπαιδευτικών, η τρικομματική κυβέρνηση μετέτρεψε την αντιπαράθεση με έναν κλάδο -όχι τον οποιονδήποτε βέβαια- σε μια μετωπική σύγκρουση με σαφές πολιτικό επίδικο: τον ίδιο τον τρόπο που ασκείται η μνημονιακή πολιτική, δηλαδή τη διαρκή διολίσθηση σε ένα αυταρχικό κράτος, όπου Σύνταγμα, δημοκρατικά δικαιώματα και κοινοβουλευτισμός αποτελούν εν πολλοίς μια τυπική πρόσοψη.
Υπολόγισε στον ονομαζόμενο «κοινωνικό αυτοματισμό», δηλαδή την τάση κανιβαλισμού που θα έστρεφε την πλειοψηφία της κοινής γνώμης εναντίον ενός κλάδου δημοσίων υπαλλήλων που τολμά να θέτει αιτήματα όταν έχει ήδη πολτοποιηθεί ο κόσμος της μισθωτής εργασίας. Υποτίμησε όμως τη δυναμική της πολιτικοποίησης που προκαλεί η ίδια της η κίνηση.
Διότι η επιστράτευση αλλάζει τους ίδιους τους όρους της αναμέτρησης. Στάθηκε ήδη αρκετή για να μετασχηματίσει μια απεργιακή εξαγγελία, που ξεκίνησε με στοιχεία τακτικισμού κορυφής, πιθανόν και λογικής «ντουφεκιάς για την τιμή των όπλων», στη μαζικότερη κινητοποίηση που γνώρισε ο κλάδος τα τελευταία χρόνια. Αντί να απομονώσει τους καθηγητές, τους έβαλε αντίθετα στο επίκεντρο μιας σύγκρουσης όπου γίνεται πλέον αντιληπτό ότι διακυβεύεται κάτι πολύ ευρύτερο από τα κλαδικά τους αιτήματα. Οσο καίριας σημασίας κι αν είναι για το κοινωνικό σύνολο τα θέματα που αφορούν την εκπαίδευση, εδώ πρόκειται πλέον για το ίδιο το δικαίωμα της κοινωνίας να διεκδικεί, να ασκεί θεμελιώδη δικαιώματα, πρόκειται δηλαδή για την ίδια τη δημοκρατία, με την ουσιαστική σημασία του όρου.
Η σύγκρουση της κυβέρνησης με τους εκπαιδευτικούς ισοδυναμεί με «επιστροφή στην πραγματικότητα», ακριβώς γιατί αναδεικνύει τον πυρήνα της «θεραπείας του σοκ» στην οποία έχει υποβληθεί η χώρα εδώ και μια τριετία. Δηλαδή, πολύ απλά, ότι Μνημόνια και δημοκρατία είναι απολύτως ασύμβατα. Και επίσης ότι η ήττα και εν τέλει η πτώση αυτής της επικίνδυνης κυβέρνησης δεν θα γίνει με επικοινωνιακά τερτίπια, καλοπιάσματα του κατεστημένου και κοινοβουλευτικές κορόνες, αλλά με την ενεργοποίηση του ίδιου του λαού και την ανυποχώρητη πάλη του για τα αδιαπραγμάτευτα θεμελιακά του δικαιώματα και τη δημοκρατική πορεία του τόπου.
* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Εθνικό νόμισμα και λαϊκό εισόδημα...

Στο πλαίσιο της συζήτησης που έχει επανέλθει, ή μάλλον που έχει επιτέλους ξεκινήσει, για το ενδεχόμενο και τις πιθανές επιπτώσεις της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, ένα από τα επιχειρήματα που ακούγεται συχνότερα, και μάλιστα από αριστερούς, είναι ότι η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα συνεπάγεται αναπόφευκτα σημαντική υποτίμηση, άρα ραδγαία αύξηση των τιμών των εισαγωγών και, κατ' επέκταση, πληθωρισμό και συνακόλουθη πτώση του ήδη πετσοκομμένου εισοδήματος των μισθωτών και των λαϊκών στρωμάτων.
Η αναμενόμενη αύξηση της ανταγωνιστικότητας που θα προκύψει από την υποτίμηση θα πραγματοποιηθεί λοιπόν εις βάρος της εργασίας, ενισχύοντας την υποψία ότι ως στόχος υπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου σε μια λογική «εθνικής», αυτόκεντρης, ανάπτυξης.
Ας εξετάσουμε πιο προσεκτικά το όλο επιχείρημα. Αναμφίβολα, το νέο εθνικό νόμισμα θα υποστεί σημαντική διολίσθηση και κάτι τέτοιο αποτελεί όντως έναν από τους βασικούς στόχους αυτής της κίνησης: η ανάκτηση ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας, που έχει ήδη πληρώσει πανάκριβα την ένταξή της σε ένα «σκληρό» νόμισμα όπως το ευρώ. Ας θυμίσουμε εδώ ότι η ανταγωνιστικότητα μετράται σε τιμές, κάτι που σημαίνει ότι για μια χώρα με σταθερά υψηλότερο από το μέσο όρο της Ευρωζώνης πληθωρισμό, όπως η Ελλάδα, δεν υπάρχει άλλος τρόπος ανάκτησής της (εντός ΟΝΕ) από τη βάρβαρη πολιτική «εσωτερικής υποτίμησης», δηλαδή τσακίσματος του εργασιακού κόστους, που επιβάλλουν τα Μνημόνια.
Πόση όμως αναμένεται να είναι αυτή η πληθωριστική πίεση λόγω εισαγωγών και πόσο το κέρδος σε όρους ανταγωνιστικότητας; Οι εμπεριστατωμένες μελέτες των Θ. Μαριόλη και Α. Κάτσινου εκτιμούν ότι με διολίσθηση του νομίσματος της τάξης του 50% ο πληθωρισμός θα είναι αρχικά της τάξης του 9,3% (ως ανώτατο ετήσιο όριο) και θα έβαινε κατόπιν γοργά μειούμενος (6%, 4,3%, 3% κ.ο.κ.). Πρόκειται δηλαδή για ένα ποσοστό υπολογίσιμο αλλά συγκρίσιμο, ή μάλλον αισθητά χαμηλότερο απ' αυτό που γνώρισε η ελληνική οικονομία τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, με ποσοστά ανεργίας και ρυθμούς αύξησης ΑΕΠ και πραγματικών μισθών που μοιάζουν με όνειρο για τα σημερινά δεδομένα. Οσο για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, αυτή υπολογίζεται σε τουλάχιστον 37% και δύναται να προκαλέσει βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου κατά τουλάχιστον 90% και αύξηση του ΑΕΠ κατά 7% με 8%, άρα συνακόλουθη αύξηση της απασχόλησης και του εργατικού εισοδήματος που έχει καταστραφεί από την ανεργία.
Με άλλα λόγια, η έξοδος από το -τερατωδώς υπερτιμημένο για τα πραγματικά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας- ευρώ μπορεί όντως να δράσει καταλυτικά στην κατεύθυνση της αλλαγής του οικονομικού μοντέλου, ευνοώντας τη μερική αντικατάσταση των εισαγωγών από εγχώρια παραγωγή και τη βελτίωση των εξαγωγών, αρχίζοντας από κλάδους όπου οι δυνατότητες είναι μεγάλες (αγροτικά προϊόντα, τουρισμός κ.ά.). Και αυτό χωρίς την αφόρητη πίεση στο εργασιακό κόστος, που προκαλεί ο ανταγωνισμός εντός Ευρωζώνης. Εννοείται ότι η υπόθεση της αλλαγής οικονομικού μοντέλου αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου σχεδίου, που έχει όνομα «παραγωγική ανασυγκρότηση» και που προϋποθέτει δραστική παρέμβαση ενός κράτους που λειτουργεί με διαφορετικά κριτήρια -κοινωνικού και περιβαλλοντικού χαρακτήρα- από τα σημερινά. Δεν νοείται λοιπόν χωρίς αντίστοιχη πολιτική αλλαγή, κατάργησης των Μνημονίων και ενίσχυσης της θέσης της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν θα υπάρξουν προβλήματα, βραχυπρόθεσμου ειδικότερα χαρακτήρα, που αφορούν τη χρηματοδότηση εισαγωγών σε ορισμένα στρατηγικά αγαθά όπως καύσιμα ή φάρμακα. Προβλήματα για τα οποία πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι υπάρχουν ρεαλιστικές λύσεις σε πολιτικό-διακρατικό επίπεδο και είναι απολύτως διαχειρίσιμα σε σχέση με τη συντελούμενη καταστροφή. Στην ουσία όμως η υπόθεση της επιστροφής της Ελλάδας σε εθνικό νόμισμα σε οικονομικό επίπεδο έχει ήδη κριθεί και αυτό το αναγνωρίζουν οικονομολόγοι πολύ διαφορετικών κατά τα άλλα ιδεολογικο-πολιτικών προσανατολισμών (Κρούγκμαν, Στίγκλιτς, Ρουμπινί, Ρογκόφ, Σαπίρ, Αγκλιετά κ.ά.).
Ολα αυτά σίγουρα δεν ισοδυναμούν με σοσιαλισμό. Οι εξ αριστερών επικριτές της εξόδου από το ευρώ έχουν δίκιο όταν λένε ότι η ανατροπή ενός κοινωνικού συστήματος υπερβαίνει κάτι πολύ την αλλαγή νομίσματος. Ξεχνούν όμως ότι το νόμισμα δεν είναι κάτι ουδέτερο και, κυρίως, ότι το συγκεκριμένο νόμισμα αποτελεί τον κεντρικό μοχλό ενός ευρύτερου υπερεθνικού σχεδίου θωράκισης νεοφιλελεύθερων και αυταρχικών επιλογών. Ενα σχέδιο που, όπως διαπιστώνουμε καθημερινά, είναι εντελώς ασύμβατο όχι μόνο με αντικαπιταλιστική ανατροπή, αλλά, πολύ πιο άμεσα, με οποιαδήποτε αλλαγή πολιτικής προς όφελος των εργαζόμενων και λαϊκών τάξεων.
* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Η αναγκη ενος νεου "ΟΧΙ"...

Του ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*, απο την Ισκρα...

Εχει ειπωθεί πολλές φορές ότι σε κάθε καμπή της νεοελληνικής ιστορίας η Κύπρος στάθηκε καταλύτης δραματικών εξελίξεων. Ποιά καλύτερη επιβεβαίωση αυτού του ρητού από τη νέα προδοσία της Κύπρου που διέπραξε μια άρχουσα τάξη γαλουχημένη στο πνεύμα των συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου; Σήμερα όμως η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο μιας διεθνούς παρτίδας, με επίκεντρο την κρίση της ευρωζώνης και τα γεωπολιτικά επίδικα στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Βέβαια τα τεκταινόμενα στο νησί είχαν πάντα μια διεθνή σημασία – σε τελευταία ανάλυση το δράμα τη Κύπρου δεν είναι παρά αυτό μιας ύστερης, ημιτελούς και στρεβλής αποαποικιοποίησης – άσχετα αν οι ηγεσίες σε Αθήνα και Λευκωσία απέτυχαν οικτρά να αναδείξουν τη διεθνή διάσταση του εθνικού θέματος. Η διαφορά τώρα είνα έγκειται ότι σε αντίθεση με την τουρκική κατοχή, την εκδίωξη του γηγενούς πληθυσμού και τον εποικισμό, η οικονομική καταστροφή που εξαπέλυσαν η μερκελοκρατούμενη ΕΕ και το ΔΝΤ δεν μπορεί να υποβιβασθεί σε μια «διαφορά μεταξύ δύο κοινοτήτων» και μισοξεχασμένη ως προς την πραγματική της αίτια διαμάχη μεταξύ περιφερειακών κρατών.
Η κυπριακή κρίση αποτελεί πράγματι τομή στη διαχείριση της κρίσης από τις άρχουσες τάξεις της Ευρώπης και ταυτόχρονα αποφασιστικής σημασίας επίδειξη ηγεμονικής ικανότητας της Γερμανίας. Το αντίτιμο της νίκης που κατήγαγε η τρόϊκα υποχρεώνοντας σε αναδίπλωση την ούτως ή άλλως έτοιμη για συνθηκολόγηση κυπριακή ηγεσία είναι όμως βαρύ: ομολογείται πλέον ανοιχτά ότι το κυπριακό πείραμα κατάσχεσης της αποτάμιευσης και πτώχευσης πιστωτικών ιδρυμάτων θα αποτελέσει μοντέλο για την ευρύτερη αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος των αδύναμων κρίκων της ευρωζώνης. Είναι πλέον ζήτημα χρόνου να φθάσει στις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, αρχίζοντας από την Ελλάδα, το αποσταθεροποιητικό κύμα που απελευθέρωσαν αυτές οι εξελίξεις, με πιθανότερη μορφή μια διαρκή και σιωπηλή φυγή των καταθέσεων προς ασφαλέστερους προορισμούς. Μαζί με την οικονομική θα ενταθεί φυσικά και η πολιτική αστάθεια που απεικονίζουν ανάγλυφα η ακυβέρνητη Ιταλία, η κλονιζόμενη καθημερινά από σκάνδαλα και αποσχιστικές τάσεις Ισπανία και η δική μας παραπαίουσα κυβερνητική τρόϊκα.
Αλλά εξ’ίσου σημαντικός είναι ο αντίκτυπος της κυπριακής κρίσης στις δυνάμεις που αντιπαλεύουν την καταστροφική πορεία που ακολουθούν οι μαστιζόμενες από Μνημόνια και λιτότητα ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει από αυτήν την άποψη η στροφή της ριζοσπαστικής αριστεράς στη Γαλλία όπου ο ηγέτης του Αριστερού Μετώπου Ζαν-Λυκ Μελανσόν, που είχε συγκεντρώσει πάνω από 11% των ψήφων στις περυσινές προεδρικές εκλογές, έθεσε για πρώτη φορά ανοιχτά από αριστερή σκοπιά θέμα ευρώ. Χαρακτηρίζοντας τις αποφάσεις του Eurogroup για την Κύπρο «κύρηξη πολέμου ενάντια στους ευρωπαϊκούς λαούς», ο Μελανσόν αναφέρθηκε στην απειλή του Ντράγκι για διακοπή της παροχής ρευστότητας ως «απαράδεκτη επιθετική πράξη» που δείχνει ότι «το ευρώ δεν είναι μόνο μια δαπανηρή Μερκελική πολυτέλεια αλλά και ένα επικίνδυνο μέσο δράσης ενάντια στην κυριαρχία ενός λαού». Και καταλήγει σε μια διατύπωση που ίσως αποδειχθεί ιστορική: «εάν κληθούμε να επιλέξουμε ανάμεσα στην λαϊκή κυριαρχία και σ’αυτήν του ευρώ, πρέπει να επιλέξουμε το λαό».
Οι δηλώσεις του Μελανσόν σηματοδοτούν και το τέλος των όποιων αυταπατών υπήρχαν για μια εναλλακτική πορεία, χωρίς Μνημόνια και λιτότητα, εντός όμως των πλαισίων της ΟΝΕ. Είτε λέγεται Αναστασιάδης είτε αλλιώς, ενδεχομένως και Τσίπρας, κανένας ηγέτης δεν μπορεί να σταθεί απέναντι στους ωμούς εκβιασμούς ενός Ντράγκι και μιας τρόϊκας αν δεν έχει στο τραπέζι ως σοβαρό ενδεχόμενο την εξόδο της χώρας του από το ευρώ και το αντίστοιχο σχέδιο Β. Μια προοπτική που ενέχει ασφαλώς σοβαρές δυσκολίες που σε καμμιά περίπτωση όμως δεν είναι ανυπέρβλητες ή συνώνυμες της βιβλικής καταστροφής που προεξοφλούν οι μνημονιακές δυνάμεις. Η κατάλληλη προετοιμασία και αποφασιστικότητα, τόσο του λαού όσο και του πολιτικού φορέα που θα αναλάβει το βάρος της ευθύνης θα κρίνουν το μέλλον ενός τέτοιου εγχειρήματος. Η κυπριακή αριστερά δείχνει να το έχει συνειδητοποιήσει ανοίγοντας χωρίς ταμπού τη συζήτηση για την παραμονή στην ΟΝΕ. Ισως από τη Λευκωσία έρθει και πάλι ένα νέο όχι, που θα συνεχίσει το ανολοκλήρωτο αλλά ιστορικό όχι της 18 Μάρτη και θα πυροδοτήσει σαρωτικές εξελίξεις στη χώρα μας αλλά και σε όλη την Ευρώπη.

*Δημοσιεύθηκε στην "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ" την Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Ο δρόμος της ανυπακοής...

Του ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*, απο την Ελευθεροτυπια...
Ητρόικα δεν είναι πλέον αήττητη. Και το πρώτο «όχι» ήρθε από αυτόν το μικρό λαό, στην εσχατιά της Ευρώπης, που έδειξε, για άλλη μια φορά μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία, πως ξέρει να αντιστέκεται. Αναμφίβολα, το «όχι» αυτό δεν είναι «καθαρό»: εκφράζει ένα ευρύτατο φάσμα κοινωνικών συμφερόντων, πολιτικών και γεωπολιτικών στοχεύσεων, ιδεολογιών.
Δεν παύει να είναι όμως το ελάχιστο που μπορούσαν να κάνουν οι Κύπριοι μπροστά στην πρωτοφανή ωμότητα και τον κυνισμό των κυρίαρχων τάξεων της Ε.Ε., με την πλήρη συνενοχή της ελληνικής, που ακόμη μια φορά εγκατέλειψε στην τύχη του ένα νησί που τη στοιχειώνει ως εφιαλτική ενάρκωση της κακής της συνείδησης. Το κυπριακό «όχι» αποτελεί τομή, συμβολική και όχι μόνο: η ευρωπαϊκή κρίση θα γνωρίσει μια αποφασιστική επιτάχυνση, τόσο στο οικονομικό όσο και στο πολιτικό επίπεδο, με βασικά χαρακτηριστικά την όξυνση των αντιθέσεων στο εσωτερικό των κυρίαρχων δυνάμεων αλλά και την ενεργοποίηση του λαϊκού παράγοντα, που κατάφερε να σφραγίσει τις τελευταίες εξελίξεις.
Το ερώτημα που τίθεται με πιεστικό τρόπο είναι γιατί η τρόικα πήρε μια απόφαση με τόσο προβλέψιμα αποσταθεροποιητικά αποτελέσματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέρος της απάντησης παραπέμπει σε γεωπολιτικούς παράγοντες. Η κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας, που έχει ούτως ή άλλως δρομολογηθεί, όποιες κι αν είναι οι μελλοντικές αποφάσεις του Eurogroup, δεν μπορεί παρά να καταστήσει εξαιρετικά ευάλωτο στις ιμπεριαλιστικές πιέσεις αυτό το νησί, που είχε ήδη προ οκταετίας το θράσος να απορρίψει πανηγυρικά ένα σχέδιο που στόχευε να το μετατρέψει σε προτεκτοράτο.
Οι υδρογονάνθρακες και ο ρωσικός παράγοντας εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο, αν και, σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο κύριος όγκος των κεφαλαιακών της εκροών κατευθύνεται προς την Αγγλία, το Λουξεμβούργο, τις Παρθένες Νήσους και άλλους φορολογικούς παραδείσους ή τόπους ξεπλύματος χρήματος, για τους οποίους δεν φαίνεται όλως περιέργως να ανησυχεί ιδιαίτερα η τρόικα.
Σ' αυτές τις χρόνιες και πολύπλευρες τάσεις επαναποικιοποίησης της Κύπρου πρέπει να προστεθεί και το μεθυστικό αίσθημα ισχύος, που καθώς φαίνεται έχει συνεπάρει την τρόικα έπειτα από τρία χρόνια διαχείρισης της κρίσης. Ας σκεφτούμε πράγματι πώς φάνταζε μέχρι προχθές η Ευρώπη, όταν την κοιτάμε από τη Φρανκφούρτη, τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον: μνημόνια, «πακέτα διάσωσης», γενικευμένη λιτότητα και δρακόντεια σύμφωνα «σταθεροποίησης». Ολα αυτά όχι άνευ δυσκολιών βέβαια, αλλά χωρίς πάντως να έχει ώς τώρα βρεθεί κάτι που να καταφέρει να σταματήσει, ή έστω να επιβραδύνει τον οδοστρωτήρα. Πώς θα μπορούσε να συγκρατηθεί μια τέτοια Υβρις απέναντι σε ένα ασήμαντο κρατίδιο, πολύ πιο κοντά στη Βηρυτό απ' ό,τι στο Βερολίνο, που αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 0,3% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ;
Τίποτε δεν θα είναι λοιπόν όπως πριν, αλλά αυτό ισχύει πρωτίστως για την ίδια την Κύπρο. Γιατί, όποια και αν είναι η κατάληξη των νέων διαβουλεύσεων με την τρόικα, ένα είναι σίγουρο: δεν θα υπάρξει επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση. Το χρηματιστικό μοντέλο που ακολούθησε με ακραίο τρόπο το νησί, και που το οδήγησε στο σημερινό γκρεμό, έχει ήδη καταστραφεί. Και αυτό δεν είναι φυσικά κακό - ποιος λογικός άνθρωπος μπορεί να υπερασπιστεί ένα μοντέλο βασισμένο σε έναν εταιρικό φόρο του 10% και στην εγγυημένη ασυδοσία των κάθε είδους διεθνών σπεκουλαδόρων; Υπό τον όρο όμως να είναι οι δυνάμεις της εργασίας σε θέση να προτείνουν μια άλλη προοπτική, κάτι που απέτυχε παταγωδώς να κάνει το ΑΚΕΛ όσο ήταν στην εξουσία. Για μια τέτοια εναλλακτική πορεία, είναι πλέον προφανές ότι δεν μπορεί καν να γίνεται λόγος χωρίς σύγκρουση με την Ε.Ε. και την ΟΝΕ, σε μια αλληλεπίδραση με τον αγώνα των λαών του ευρωπαϊκού Νότου, αρχίζοντας φυσικά απ' αυτόν της Ελλάδας.
Επιβεβαιώνεται έτσι, εκ νέου, ότι σε κάθε τραγωδία η μοίρα της Ελλάδας και αυτή της Κύπρου είναι αλληλένδετες. Σ' αυτές τις ιστορικές στιγμές διαφαίνεται σε όλη της την έκταση η υποτέλεια μιας άρχουσας τάξης πιστής στο πνεύμα της Ζυρίχης, αλλά και η ικανότητα του κυπριακού λαού να εμπνέει με τη στάση του τον δοκιμαζόμενο ελληνικό. Αλλά και όλους όσοι τολμήσουν να τον ακολουθήσουν στο δρόμο της ανυπακοής και της αξιοπρέπειας.
* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Η Ευρώπη κατά της δημοκρατίας...

Του ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*, απο την Ελευθεροτυπια...
Στις 21 Φλεβάρη ανακοινώθηκε στις Βρυξέλλες, σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ της «Ελευθεροτυπίας», «ακόμα ένα μεγάλο βήμα προς την οικονομική σύγκλιση στην Ευρωζώνη». Ενα βήμα που έτυχε ωστόσο ελάχιστης δημοσιότητας και σχολιασμού, ως είθισται εξάλλου με τα τεκταινόμενα εντός των τειχών της Ε.Ε. Περί τίνος πρόκειται;
Ούτε λίγο ούτε πολύ, οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. συμφώνησαν για τους «νέους κανόνες οικονομικής διακυβέρνησης», που θα δίνουν στην Κομισιόν την «πρωτοφανή εποπτική εξουσία να ελέγχει τα σχέδια των εθνικών προϋπολογισμών και να ζητεί αλλαγές σε περίπτωση δημοσιονομικών παρεκκλίσεων από τους κοινοτικούς κανόνες». Η συμφωνία αυτή επετεύχθη ύστερα από επτάμηνες διαπραγματεύσεις και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έθεσε ως «όρο» για τη συγκατάθεσή του τη συγκρότηση μιας «ειδικής επιτροπής εμπειρογνωμόνων που θα υποβάλει προτάσεις για το Ταμείο Εξαγοράς Χρέους για την Ευρωζώνη μέχρι τον Μάρτιο του 2014».
Η αρχική ιδέα για το Ταμείο αυτό είναι να κοινοτικοποιεί το χρέος πάνω από 60% του ΑΕΠ και να λαμβάνει μέτρα για τη μείωσή του μέσα σε 20 χρόνια. Η Γερμανία και άλλες βόρειες χώρες έχουν όμως εκφράσει την αντίθεσή τους για το Ταμείο αυτό, του οποίου προφανώς θα κληθούν να επωμιστούν το κύριο κόστος. Η υιοθέτηση της πρότασης για τη σύσταση ακόμη μιας «επιτροπής εμπειρογνωμόνων» δεν αποτελεί λοιπόν παρά μια διακοσμητικού τύπου παραχώρηση, που επιτρέπει την επίτευξη ενός βασικού στόχου των κυρίαρχων ευρωπαϊκών κύκλων: την εκχώρηση στην Κομισιόν της δυνατότητας εποπτείας του προσχεδίου του προϋπολογισμού τού κάθε κράτους.
Οι χώρες της Ευρωζώνης διατηρούν μεν τη δυνατότητά τους να αρνηθούν να ακολουθήσουν τις κοινοτικές συστάσεις, αλλά κινδυνεύουν από νομικές επιπτώσεις που μπορεί να τους επιβληθούν σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους.
Απομένει τώρα να επικυρωθεί η συμφωνία αυτή από τα εθνικά κοινοβούλια. Εάν το πράξουν, θα συναινέσουν στην ίδια τους την αυτοκατάργηση και μαζί μ' αυτήν σε κάθε εναπομείναν ίχνος λαϊκής κυριαρχίας και δημοκρατικής νομιμότητας. Ακούγεται υπερβολικό; Ας θυμίσουμε ότι οι τρεις μεγάλες ιδρυτικές επαναστάσεις της νεοτερικότητας, ο Αγγλικός Εμφύλιος του 1640-50, η Γαλλική Επανάσταση και ο Αμερικάνικος Πόλεμος της Ανεξαρτησίας έγιναν για το δικαίωμα εκλεγμένων αντιπροσωπευτικών θεσμών να ελέγχουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Η αδυναμία τού (κακώς) ονομαζόμενου «Ευρωκοινοβουλίου», να αποσπάσει την οποιαδήποτε ουσιαστική παραχώρηση σε ένα τόσο κεφαλαιώδες ζήτημα, επιβεβαιώνει αυτό που οι περισσότεροι έχουν εδώ και καιρό καταλάβει, δηλαδή ότι δεν αποτελεί έκφραση οποιασδήποτε λαϊκής βούλησης και κυριαρχίας, αλλά μια νομιμοποιητική βιτρίνα αποφάσεων που παίρνονται αλλού. Και αυτό βέβαια δεν είναι τυχαίο, ούτε σε αντίθεση με όσα λένε οι οπαδοί μιας «καλύτερης» Ε.Ε., ένδειξη υστέρησης ενός επιπέδου (του «πολιτικού») έναντι ενός άλλου (το «οικονομικό»). Στην ουσία, όλη η αρχιτεκτονική της Ε.Ε. έχει σχεδιαστεί στη βάση της μετάθεσης των κέντρων λήψης των αποφάσεων σε θεσμούς στεγανοποιημένους από κάθε δυνατότητα λαϊκού ελέγχου και παρέμβασης. Και τούτο γιατί χωρίς έναν τέτοιο μηχανισμό δεν θα μπορούσε να προχωρήσει και να γενικευθεί, στην ηπειρωτική τουλάχιστον Ευρώπη (η Αγγλία αποτελεί εδώ ξεχωριστή περίπτωση), η νεοφιλελεύθερη στροφή της δεκαετίας του 1980.
Οσοι δεν καταλαβαίνουν ότι η Ε.Ε. αποτελεί συστατικό στοιχείο της νεοφιλελεύθερης επέλασης, αδυνατούν να καταλάβουν γιατί κάθε περαιτέρω βήμα προς το «συντονισμό των πολιτικών» και την προώθηση «ευρωπαϊκών λύσεων» είναι συνώνυμη με περαιτέρω εμβάθυνση της αντιδημοκρατικής εκτροπής και σφίξιμο του ζουρλομανδύα των δημοσιονομικών πολιτικών λιτότητας και διάλυσης του κοινωνικού κράτους που προβλέπουν οι ισχύουσες συνθήκες.
Οσοι καλλιεργούν ψευδαισθήσεις ότι αυτά μπορούν να λυθούν με «διαπραγματεύσεις» και «επαναδιαπραγματεύσεις», χωρίς σκληρές συγκρούσεις και μονομερείς ενέργειες, εθελοτυφλούν και ανοίγουν την πόρτα σε επικίνδυνες οπισθοδρομήσεις. Γιατί αν οι πολιτικές δυνάμεις που θέλουν να εκφράσουν τις προσδοκίες και τα συμφέροντα των πολλών δεν αμφισβητήσουν ριζικά αυτό το βάναυσα αντιδημοκρατικό και αντιλαϊκό μόρφωμα, τότε αυτή τη δουλειά θα την αναλάβουν άλλοι, με διαμετρικά αντίθετους σκοπούς. Τα αποτελέσματα των ιταλικών εκλογών, και όχι μόνο (βλέπε την άνοδο του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία και του UKIP στη Βρετανία), ας αποτελέσουν την απαραίτητη προειδοποίηση ότι τα περιθώρια αμφίσημων τοποθετήσεων έχουν πλέον εξαντληθεί.
* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου

Ροη αρθρων