Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΛΙΜΠΑΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΛΙΜΠΑΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Ευρώπη: ένα μπλοκαρισμένο πολιτικό σύστημα...

του Ετιέν Μπαλιμπάρ
μετάφραση: Χρυσάνθη Αυλάμη, για τα Ενθεματα...
H επανίδρυση της Ευρώπης μπορεί να ξεκινήσει μόνο «από τα κάτω»
Γι’ άλλη μια φορά, γενικός συναγερμός! Το παλιό γαλλο-γερμανικό «ζευγάρι»κινητήρια δύναμη ή τροχοπέδητου ευρωπαϊκού οικοδομήματος, ανάλογα με την άποψη που έχει κανείς– βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης.
Πρέπει άραγε να μιλήσουμε ωμά στους γερμανούς γείτονές μας, που εκ της θέσεώς τους είναι έτοιμοι να μετατραπούν σε αφεντικά μας, ή μήπως καλύτερα ν’ αρχίσουμε βάζοντας τάξη στα του οίκου μας, να κάνουμε συμβιβασμούς, μπας κι αποφύγουμε τα χειρότερα; Είναι προτιμότερο, νομίζω, να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στηνΕυρώπη ως σύνολο, μιας και οι συνισταμένες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος θα καταρρεύσουν ή θα διασωθούν όλες μαζί ταυτόχρονα. Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ωστόσο, έχει ήδη σκαλώσει στο ζήτημα του προϋπολογισμού. Και, επιπλέον, έχει απαξιωθεί στις συνειδήσεις. Αυτό δεν αίρει βέβαια την ύπαρξη ενός ενιαίου πολιτικού συστήματος, που δεν είναι ούτε εθνικό ούτε ακριβώς ομοσπονδιακό και συγκεντρώνει σωρευτικά τις αρνητικές επιπτώσεις των δύο επιπέδων, ελέγχοντας και αποφασίζοντας εφεξής για τα πάντα. Το διαπιστώσαμε παρακολουθώντας τις πρόσφατες εξελίξειςστην Ιταλίακαι τη Γαλλία.

Λόγω μιας μη αναστρέψιμης, απ’ ό,τι φαίνεται, ακυβερνησίας, η Ιταλία πληρώνει τον λογαριασμό των χρόνων του μπερλουσκονισμού και της «άνωθεν επανάστασης», η οποία, κατ’ εντολήν των Βρυξελλών και της Φραγκφούρτης,έφερε στην κυβέρνηση μια ομάδα τεχνοκρατών στενά συνδεδεμένων με το διεθνές τραπεζικό σύστημα. Η χώρα προσπαθεί να ξεφύγει γλιστρώντας σταδιακά από τον κοινοβουλευτισμό προς τον προεδρισμό, αλλά η απόπειρα στερείται παντελώς λαϊκής βάσης και η επιτυχία της δεν είναι διόλου εγγυημένη. Η Γαλλία, προφυλαγμένη καθώς λέγεται από την κυβερνητική αστάθεια χάρη στους θεσμούς της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας, πλήττεται με τον αντίστροφο τρόπο.
Ο πρόεδρος Ολάντ, που εκλέχτηκε με την υπόσχεση να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη κοινωνική ανασφάλεια, μην μπορώντας ή μη θέλοντας να έρθει αντιμέτωπος με τον χρηματιστικό καπιταλισμό που κηδεμονεύει όλες του τις πρωτοβουλίες, έχει περιέλθει σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας. Και, καθώς η προσπάθειά του να παίξει έναν ρόλο, συνασπίζοντας τον «Νότο» ή παρασύροντας τους γερμανούς γείτονες στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας στην Αφρική ξεθύμανε στο πέρασμα του χρόνου, παλινδρομεί μεταξύ αντιδημοτικότητας και του φόβου μιας επικείμενης «τιμωρίας» των αγορών, κινδυνεύοντας να συνδυάσει και τα δύο. Ακυβερνησία από τη μια πλευρά, ακινησία από την άλλη:  ιδού τι ονομάζεται κρίση του συστήματος.
Βεβαίως,αυτή η κρίση έχει κάθε φορά εθνικές ρίζες, προκύπτει όμως επίσης και από τις συνθήκες στην Ευρώπη. Κι έχει συνέπειες για όλη την Ευρώπη, που αναπόφευκτα θα επιδεινώσουν την κρίση, αν δεν βρεθεί κάποια συνολική λύση. Σήμερα, δεν έχουν προσβληθεί μόνον οι «περιφερειακές χώρες», αλλά δύο ιδρυτικά κράτη-μέλη της Ένωσης, τα πιο ισχυρά μετά τη Γερμανία. Δεδομένου ότι η εγκαθίδρυση ομοσπονδιακών θεσμών απέτυχε, αφού κανένα κράτος δεν τους επιθυμούσε, η χάραξη της πολιτικής αποφασίζεται πάντα με βάση τους συσχετισμούς ισχύος μεταξύ των χωρών. Η παραλυσία, αν όχι η διάσπαση, είναι αναπόφευκτη. Και οι λαοί που γυρίζουν πλέον την πλάτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποτελέσουν τα πρώτα θύματα.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τις αιτίες αυτής της κατάστασης, αν θέλουμε να σχεδιάσουμε λύσεις. Θα ήθελα να υπογραμμίσωδύο, που έχουν ζωτική σημασία. Για την πρώτη αρκεί μία λέξη:ανισότητες, καλπάζουσες ανισότητες. Πρόκειται για κοινωνικές ανισότητες, οι οποίες δεν αφήνουν ανέγγιχτη καμία χώρα (ούτε καν τη Γερμανία), αλλά κατανέμονται άνισα μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών και των κρατών. Πρόκειται επομένως, κατά κάποιον τρόπο, για μια ανισότητα μέσα στην ανισότητα, την οποία η κρίση επιδείνωσε δραματικά, επιβάλλοντας σε ορισμένες μεσογειακές χώρες μια βιαιότητα που δεν απέχει πολύ από τη βία του πολέμου. Η διάλυση της κοινωνίας αντιφάσκει ωστόσο με τους διακηρυγμένους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πιθανότερο είναι ότι τα αντιπροσωπευτικά συστήματα διακυβέρνησης δεν θα μπορέσουν να αντέξουν για πολύ την κατάσταση της κοινωνικής διάλυσης. Και είναι γελοίο να πιστεύουμε ότι μπορούμε να επανιδρύσουμε την κοινοτική πολιτική, χωρίς να πάρουμε μέτρα δημόσιας σωτηρίας.
Αυτό μας οδηγεί στη δεύτερη αιτία: την επιστροφή των εθνικισμών, από τους οποίους δεν ξεφεύγουν σήμερα ούτε οι «κυρίαρχοι» ούτε οι «κυριαρχούμενοι». Πιθανότατα, το «ευρωπαϊκό σχέδιο» είχε υποτιμήσει τη δύναμη του εθνικισμού, όχι μόνο γιατί δεν έλαβε υπόψη του τις πολιτισμικές παραμέτρους ή τα ίχνη των μεγάλων τραγωδιών του 20ού αιώνα, αλλά και επειδή η ασφάλεια και η κοινωνική αλληλεγγύη οικοδομήθηκαν εξ ολοκλήρου πάνω στην εθνική συνοχή. Παραμένει ωστόσο βέβαιο ότι η εκτροπή της Ευρώπης προς μια νομισματική ένωση, που βρίσκεται στην υπηρεσία μιας οικονομικής τάξης αμιγώς ανταγωνιστικής, εξαπέλυσε στο εσωτερικό της τον πόλεμο όλων εναντίον όλων. Μέσα σ’ αυτό τον πόλεμο, οι πιο ισχυροί συντρίβουν τους πιο αδύναμους, προτού εκτεθούν και οι ίδιοι στις επιπτώσειςμιας παγκοσμιοποίησης της οποίας υπήρξαν τα πιόνια.
Ενάντια σε τέτοιου είδους εξελίξεις δεν υπάρχει απλή λύση, καθώς είναι απαραίτητη η σύμπραξη απόψεων, εχθρικών μεταξύ τους σήμερα, όπως και η ανατροπή κατευθύνσεων που θεωρούνται ταμπού. Αυτός όμως είναι ένας επιπλέον λόγος για να θέσουμε τώρα το ζήτημα της επανίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την ανοικοδόμηση μιας άλλης Ευρώπης. Αυτόκαι ο Ούλριχ Μπεκ ορθώς το υπογραμμίζει στο τελευταίο του βιβλίο – μπορεί να προέλθει μόνο «από τα κάτω» ή από την ανεμπόδιστη ανάπτυξη της πρωτοβουλίας των πολιτών, που εκτείνεται σε ένα μεγάλο εύρος: από τη δημόσια συζήτηση μέχρι τη διαμαρτυρία και την αγανάκτηση που προκαλούν οι επιπτώσεις της κρίσης. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι δεν θα παρεκτραπεί η ίδια σε έναν εθνικισμό που θυματοποιεί, ότι θα αποδειχτεί ικανή να προτείνει εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες θα έχουν νόημα για την πλειοψηφίατων πολιτών της ευρωπαϊκής ηπείρου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότιθα χρειαστεί, επίσης, να αναδειχτεί μια ιστορική ηγεσία και  μια πολιτική πρόταση που να μπορεί να εισακουστεί από όλους, τον καθένα στο ιδίωμά του. Κάποιοι μίλησαν για ένα ευρωπαϊκό New Deal. Δεν θα το περιμένουμε, βέβαια, από την κυρία Μέρκελ…
Θακάνω ωστόσο την υπόθεση ότι μια τέτοια πρόταση πρέπει να προέλθει από τη Γερμανία, όχι επειδή αποτελεί «το κέντρο», αλλά επειδή είναι πρωταρχικό καθήκον να πειστεί η μάζα των γερμανών πολιτών να ανταλλάξουν τα (σχετικά) οφέλη που αντλούν από την κρίση και τα (προσωρινά) πλεονεκτήματα της οικονομικής υπεροχής τους με το συλλογικό συμφέρον όλων, μακροπρόθεσμα. Για να γίνει αυτό, απαιτείται να συντρέξουν πολλές προϋποθέσεις, καθεμιά από τις οποίες είναι δύσκολη, ενώ η εκπλήρωση όλων μοιάζει απίθανη. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, όμως, θέλησα να τονίσω εδώ την αναγκαιότητά τους.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στη «Liberation», στις 2.5.2013

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Κομ­μου­νι­σμός, ο ι­δε­α­λι­σμός των υ­λι­στώ­ν...

Του  Ετιέν Μπα­λι­μπά­ρ, απο την εποχη...
Αυ­τό που θέ­λου­με ε­μείς οι κομ­μου­νι­στές, εί­ναι «να αλ­λά­ξου­με τον κό­σμο» με τέ­τοιο τρό­πο που «να με­τα­σχη­μα­τι­στού­με ε­μείς οι ί­διοι» σε έ­να άλ­λο εί­δος αν­θρώ­πων. Λέω «ε­μείς» έ­χο­ντας συ­νεί­δη­ση της α­βε­βαιό­τη­τας αυ­τής της α­να­φο­ράς. Δεν εί­ναι έ­νας τρό­πος να με­γε­θύ­νου­με το «ε­γώ» που ο­φεί­λει να μι­λά­ει σε πρώ­το πρό­σω­πο, κα­θώς ε­δώ πρό­κει­ται για στρά­τευ­ση.
Εί­ναι έ­νας τρό­πος να δεί­ξου­με εκ των προ­τέ­ρων τη διά­στα­ση της πλη­θυ­ντι­κό­τη­τας που α­πο­τε­λεί α­να­πό­σπα­στο μέ­ρος του προ­βλή­μα­τος: το ζή­τη­μα του κομ­μου­νι­σμού εί­ναι α­διάρ­ρη­κτα δε­μέ­νο με το ζή­τη­μα του συλ­λο­γι­κού υ­πο­κει­μέ­νου και της συλ­λο­γι­κό­τη­τας του υ­πο­κει­μέ­νου, τό­σο του πο­λι­τι­κού ό­σο και του κοι­νω­νι­κού – πράγ­μα που, ό­πως έ­χει α­πο­δεί­ξει η ι­στο­ρία, εί­ναι μια α­πό τις πιο ε­πι­κίν­δυ­νες ό­ψεις της α­νά­πτυ­ξής του. Απα­ντώ­ντας έ­τσι σ’ αυ­τό το ζή­τη­μα, εν­νο­εί­ται ό­τι α­να­φέ­ρο­μαι ε­πί­σης και σε μια ο­ρι­σμέ­νη φι­λο­σο­φι­κή και ι­δε­ο­λο­γι­κή κλη­ρο­νο­μιά: το «να αλ­λά­ξου­με τον κό­σμο» εί­ναι μια φρά­ση που α­πο­δί­δου­με στον Μαρξ (πα­ρό­τι δεν εί­ναι ε­κεί­νος που την ε­πι­νό­η­σε), αλ­λά ε­πι­διώ­κου­με ε­πί­σης να τον συ­μπλη­ρώ­σου­με, δη­λα­δή να τον τρο­πο­ποιή­σου­με.
Ο Μπα­ντιού συ­νη­θί­ζει να λέει ό­τι «οι κομ­μου­νι­στές ζουν για μια ι­δέ­α», πράγ­μα που ταυ­τό­χρο­να ση­μαί­νει ό­τι «α­πο­κρί­νο­νται» στο κά­λε­σμα μιας ι­δέ­ας (ο Αλτου­σέρ εί­χε πει ό­τι α­φή­νο­νται να τους ε­μπλέ­ξει αυ­τή η ι­δέα) και ό­τι τεί­νουν να προ­σαρ­μό­σουν την ύ­παρ­ξή τους στις α­παι­τή­σεις της. Από τη σκο­πιά των υ­πο­κει­μέ­νων ο κομ­μου­νι­σμός, λοι­πόν, πα­ρου­σιά­ζε­ται πρώ­τα α­π’ ό­λα σαν ι­δε­ο­λο­γία και σαν η­θι­κή. Εί­ναι εύ­κο­λο να σι­γου­ρευ­τού­με για την α­λή­θεια αυ­τής της θέ­σης. Αρκεί να δια­πι­στώ­σου­με το γε­γο­νός ό­τι, στην ι­στο­ρία (και για πο­λύ με­γά­λα δια­στή­μα­τα, πα­ρό­τι αυ­τό συμ­βαί­νει σε κοι­νω­νιο­λο­γι­κές μορ­φές και συν­θή­κες που ποι­κίλ­λουν) υ­πήρ­ξαν –και μά­λι­στα με­γά­λος α­ριθ­μός– α­το­μι­κά και συλ­λο­γι­κά υ­πο­κεί­με­να που τα ο­νο­μά­σα­με κομ­μου­νι­στές, πα­ρό­τι δεν εί­χαν γνω­ρί­σει ή χρη­σι­μο­ποιή­σει τον ό­ρο αυ­τό (ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, οι ε­ξε­γερ­μέ­νοι γύ­ρω α­πό τον Σπάρ­τα­κο δού­λοι, ή οι «πνευ­μα­τι­κοί» φρα­γκι­σκα­νοί του Με­σαίω­να, οι μπολ­σε­βί­κοι και οι σπαρ­τα­κι­στές, οι ερ­γά­τες, δια­νοού­με­νοι ή χω­ρι­κοί α­γω­νι­στές της Κομ­μου­νι­στι­κής Διε­θνούς… κ.λπ.) Όλοι τους υ­πήρ­ξαν ι­δε­α­λι­στές, τό­σο με την τρέ­χου­σα έν­νοια του ό­ρου ό­σο και με τη φι­λο­σο­φι­κή ση­μα­σία: των αν­θρώ­πων που ο­ρα­μα­τί­ζο­νται έ­να νέο κό­σμο δια­φο­ρε­τι­κό α­πό τον ση­με­ρι­νό, και που εί­ναι έ­τοι­μοι να θυ­σιά­σουν το σύ­νο­λο ή έ­να μέ­ρος ό­σων α­πο­τε­λού­σαν τη ζωή τους, στο ό­νο­μα αυ­τής της πε­ποί­θη­σης.
Σί­γου­ρα, το ί­διο ι­σχύει και για τον ί­διο τον Μαρ­ξ: δύ­σκο­λα θα βρί­σκα­με στην ι­στο­ρία των πο­λι­τι­κών και φι­λο­σο­φι­κών ι­δεών πιο σα­φές πα­ρά­δειγ­μα ι­δε­α­λι­σμού. Το γε­γο­νός ό­τι τό­σοι κομ­μου­νι­στές (α­νά­με­σα στους πιο αυ­θε­ντι­κούς) έ­χουν α­γω­νι­στεί να κα­τα­στή­σουν τον κομ­μου­νι­σμό μια «δια­δι­κα­σία χω­ρίς υ­πο­κεί­με­νο», δεν μπο­ρεί να μας ο­δη­γή­σει σε λαν­θα­σμέ­νο συ­μπέ­ρα­σμα: ό­σοι (ό­πως και ε­γώ) έ­χουν υ­πο­στη­ρί­ξει αυ­τή την ι­δέα (και συ­νε­χί­ζουν πά­ντα να υ­πο­στη­ρί­ζουν την ι­δέα ό­τι η ι­στο­ρία εί­ναι μια «δια­δι­κα­σία χω­ρίς υ­πο­κεί­με­νο»), ήρ­θε η ώ­ρα να α­να­γνω­ρί­σουν ό­τι αυ­τή η δια­τύ­πω­ση εί­ναι α­ντι­θε­τι­κή. Οι κομ­μου­νι­στές προσ­διο­ρί­ζο­νται κα­τ’ αρ­χάς ως άν­θρω­ποι που ε­πι­διώ­κουν την πραγ­μά­τω­ση μιας ι­δέ­ας, που εί­ναι ε­πί­σης έ­να ι­δα­νι­κό, κι αυ­τό τους δια­κρί­νει α­πό άλ­λα δρώ­ντα υ­πο­κεί­με­να, που ε­πι­θυ­μούν και ο­ρα­μα­τί­ζο­νται να με­τα­βάλ­λουν το ση­με­ρι­νό κό­σμο (τους φι­λε­λεύ­θε­ρους ή τους φα­σί­στες, για να πε­ριο­ρι­στού­με στα πο­λι­τι­κά ι­δεώ­δη).
Μπο­ρού­με, ό­μως, να κά­νου­με έ­να α­κό­μη βή­μα: εξ ο­ρι­σμού, το α­ντι­κεί­με­νο ή το ι­δεώ­δες που μα­γνη­τί­ζει την ε­πι­θυ­μία των κομ­μου­νι­στών, δεν α­πο­τε­λεί μέ­ρος του κό­σμου που υ­πάρ­χει σή­με­ρα (πα­ρό­τι –κι αυ­τό εί­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κό– υ­πάρ­χουν μέ­σα σ’ αυ­τόν πρό­τυ­πα, ι­διαί­τε­ρα με τη μορ­φή συ­μπε­ρι­φο­ρών που δεν συ­νά­δουν με τις κυ­ρίαρ­χες α­ξίες, και γι’ αυ­τό το λό­γο εί­ναι κα­τα­πιε­σμέ­νες ή πε­ρι­θω­ριο­ποιη­μέ­νες α­πό την κοι­νω­νία). Εδρεύει στο διά­στη­μα που χω­ρί­ζει αυ­τό που υ­πάρ­χει σή­με­ρα α­πό ε­κεί­νο που θα μπο­ρού­σε να υ­πάρ­ξει αύ­ριο: ε­κεί, στην α­νη­συ­χία που μας ω­θεί να γνω­ρί­σου­με αν αυ­τή η α­πό­στα­ση εί­ναι α­δύ­να­το να με­τρη­θεί, ή, α­ντί­θε­τα, μπο­ρεί να κα­λυ­φθεί με τη δρά­ση, η ο­ποία ε­πί­σης ε­δρεύει στην ε­πι­θυ­μία των κομ­μου­νι­στών. Η φρά­ση που χρη­σι­μο­ποιεί ο Μαρξ στο έρ­γο του «Η Γερ­μα­νι­κή Ιδε­ο­λο­γία»: «Ο κομ­μου­νι­σμός εί­ναι η πραγ­μα­τι­κή κί­νη­ση που κα­ταρ­γεί την υ­πάρ­χου­σα κα­τά­στα­ση πραγ­μά­των», δεν α­ντι­φά­σκει α­να­γκα­στι­κά με ό­σα α­να­φέ­ρω πιο πά­νω, για­τί τα υ­πο­κεί­με­να μπο­ρούν να πα­ρεμ­βάλ­λο­νται σ’ αυ­τή την κί­νη­ση με διά­φο­ρους τρό­πους, για να την ε­πι­τα­χύ­νουν ή για να της ορ­θώ­σουν ε­μπό­διο.
Την ε­πι­τα­χύ­νουν, ό­μως, μό­νο στο βαθ­μό που η κί­νη­ση αυ­τή γί­νε­ται η έκ­φρα­ση της ε­πι­θυ­μίας τους –ό­ποιοι κι αν εί­ναι οι ι­στο­ρι­κοί, υ­λι­κοί ή πνευ­μα­τι­κοί, κοι­νω­νι­κοί ή ι­δε­ο­λο­γι­κοί, ό­ροι που έ­χουν ω­θή­σει τα υ­πο­κεί­με­να να κά­νουν αυ­τή την ε­πι­λο­γή. Ο ι­δε­α­λι­σμός, λοι­πόν, εί­ναι ό­ρος για την κομ­μου­νι­στι­κή στρά­τευ­ση.

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Ετιέν Μπαλιμπάρ: H Aριστερά ή θα είναι πανευρωπαϊκή ή δεν θα υπάρχει...

απο το TVXS...
Ο Γάλλος φιλόσοφος, Ετιέν Μπαλιμπάρ, μιλάει στο tvxs.gr και τον Στέλιο Κούλογλου, παρουσιάζοντας τις σκέψεις του για τη διαμόρφωση της εξουσίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ύστερα από τέσσερα χρόνια οικονομικής κρίσης και πολιτικών λιτότητας, και για την θέση της Αριστεράς ως πολιτική δύναμη που μπορεί να δώσει τη λύση. Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ ανάμεσα σε άλλα τόνισε ότι εξαιτίας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, πρέπει οι λαοί να ενισχύσουν τη δημοκρατία για να προστατευθεί η ίδια και οι θεσμοί της, ενώ θεωρεί ότι η Αριστερά είτε θα έχει πανευρωπαϊκό χαρακτήρα είτε δεν θα έχει λόγο ύπαρξης. O Ετιέν Μπαλιμπάρ θα μιλήσει σήμερα, στο πλαίσιο του κύκλου συζητήσεων – διαλέξεων «Κρίση-μων Σεμιναρίων», στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με θέμα «Ποιά κρίση; Ποιά Αριστερά; Ποιά Ευρώπη;».

Ας μιλήσουμε για την φύση της εξουσίας στις μέρες μας. Πως νομίζετε ότι διαμορφώνεται η εξουσία στην Ευρώπη; Είμαστε ενώπιον μιας ολιγαρχίας ή μιας δικτατορίας των αγορών, όπως εσείς το έχετε πει;

Οι κυβερνήσεις είναι υπόλογες στη δικτατορία των αγορών, με την έννοια ότι δεν μπορούν να αντισταθούν στην πίεση των αγορών. Αυτό, όμως, που ονομάζουμε αγορές είναι πολύ ενδιαφέρον. Εγώ προτιμώ να χρησιμοποιώ τον όρο «χειριστές της οικονομίας» αντί για τον όρο «αγορές». Κατά αυτόν τον τρόπο βγαίνει από το προσκήνιο ο μύθος της όλης υπόθεσης. Σε αυτό το πλαίσιο δεν θα έλεγα ότι το κοινωνικοπολιτικό μας σύστημα είναι υπόλογο σε μια δικτατορία των αγορών.


Σε μια ολιγαρχία;

Θεωρώ είναι ότι δεν ζούμε σε απόλυτες δημοκρατίες, και αυτή την άποψη την έχουν αρκετοί διανοητές. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι τα καθεστώτα που υπάρχουν και ονομάζονται δημοκρατικά, δεν αποτελούν καθαρή μορφή του πολιτεύματος. Η δημοκρατία δεν είναι πολιτικό καθεστώς. Είναι μια τάση. Συμφωνώ απολύτως με την ιδέα ότι τα δημοκρατικά καθεστώτα είναι στην ουσία είναι ολιγαρχίες, καθώς συνδυάζουν στοιχεία δημοκρατικών τάσεων της κοινωνίας, όπως θέματα που έχουν να κάνουν με το ποσό του κοινωνικού κράτους, με ολιγαρχικά χαρακτηριστικά. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι μπορούν όλα να μπουν στο ίδιο καλάθι, ο φιλελευθερισμός με τον κοινοβουλευτισμό και την δικτατορία.  Είναι ένας κίνδυνος που έχει επισημανθεί και από Αριστερούς διανοητές. Θα είχε σαν αποτέλεσμα να γίνουν όλοι ίδιοι. Ο Ομπάμα με τον Ρόμνευ.
Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται αφορά τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό καθεστώς θα αλλάξει από μόνο του; Προσφάτως, υιοθέτησα μια άποψη της Γουέντι Μπράουν, εκπροσώπου της αμερικανικής ριζοσπαστικής αριστεράς, που τονίζει ότι ο νεοφιλελευθερισμός οδηγεί στην αποδημοκρατικοποίηση της δημοκρατίας. Αυτό, όμως, που χρειαζόμαστε είναι να την ενισχύσουμε. Όμως η δημοκρατία έχει πολλές πλευρές και πρέπει να μελετηθεί η τάση της κοινωνίας.

Έχετε μιλήσει για μια επανάσταση εκ των άνω. Αυτό είναι παράλληλο φαινόμενο ή όχι;

Πρέπει να συζητήσουμε για τις διαστάσεις του θέματος «δημοκρατία». Να συζητήσουμε για την άσκηση της λαϊκής εξουσίας σε μια δημοκρατία, της λαϊκής συμμετοχής στην διαμόρφωση των αποφάσεων, και του παράγοντα «σοσιαλδημοκρατία». Η φύση και τα μεγέθη αυτών των παραγόντων αποτελούν το αντικείμενο της δράσης κάθε κυβέρνησης, με την έννοια του βάρους που θα δώσει στον κάθε τομέα, ακόμη και σε αυτόν των κοινωνικών τάξεων. Όλοι συνδέονται μεταξύ τους και ταυτόχρονα είναι διαφορετικοί.

Προσπάθησα να μιλήσω για επανάσταση εκ των άνω όταν, πριν από ένα χρόνο περίπου, ταυτόχρονα η ελληνική και η ιταλική κυβέρνηση άλλαξαν με έναν τρόπο που δεν ήταν πραξικόπημα αλλά δεν ήταν και συνηθισμένος στην αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αυτό φάνηκε σαν επιβεβλημένη επιλογή από τεχνοκρατικές ευρωπαϊκές δυνάμεις και κυρίαρχες κυβερνήσεις, όπως η Γερμανία, και διεθνή ή διακρατικά οικονομικά ινστιτούτα, όπως το ΔΝΤ. Πρέπει να κατηγοριοποιηθεί σωστά για να μπορέσει χαρακτηριστεί η ρήξη μεταξύ της ανάδειξης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και της αυξημένης επιρροής των οικονομικών παραγόντων, και της αντιπροσωπευτικότητας της λαϊκής βούλησης αναφορικά με τις τεχνοκρατικές και οικονομικές δυνάμεις που χαράσσουν πολιτική.

Δεν θα ήθελα να δραματοποιήσω την κατάσταση αλλά είναι δραματική. Είναι ο προθάλαμος της αλλοίωσης του συστήματος. Δεν θα ήθελα να την κατατάξω στα δικτατορικά καθεστώτα αλλά στην δικτατορία των κομισάριων, για την οποία μιλά ο Χελμούτ Σμίτ. Θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνιμο. Δεν είναι ισχυρό ακόμη. Θα ήθελα να προτείνω μια αλλαγή των πολιτικών συστημάτων που θα αλλάξουν την Ευρώπη και θα την βγάλουν από την κρίση. Δεν ξέρω αν θα λειτουργήσει όμως. Και ο Ένγκελς, επικαλούμενος τον Μπίσμαρκ την στιγμή της ενοποίησης του γερμανικού ράιχ, είχε μιλήσει για την επανάσταση εκ των άνω, καθώς η επανάσταση εκ των κάτω είχε αποτύχει. Η πολιτική ενοποίηση δεν μπορούσε να γίνει από τις μάζες. Θα έπρεπε να επιβληθεί άνωθεν. Αυτό είναι ενδιαφέρον γιατί δείχνει την ύπαρξη ενός πολιτικού προβλήματος που έπρεπε να λυθεί με είτε με ολιγαρχικό είτε δημοκρατικό τρόπο. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποίησα αυτή την έκφραση σε ένα άρθρο μου στην, Liberation, την γαλλική εφημερίδα. Τότε, δεν ανέφερα, λόγω περιορισμού λέξεων, τον Ένγκελς αλλά μόνο τον Μπίσμαρκ, και ο Αρνό Μοντεμπουργκ, που τώρα είναι υπουργός Βιομηχανίας, είπε ότι «δείτε! Ο Μπίσμαρκ επέστρεψε και εμφανίζεται στο πρόσωπο της Μέρκελ». Ο Σαρκοζί, τότε Πρόεδρος, το είχε σχολιάσει ως σκανδαλώδες. Το δίλημμα, όμως, σε κάθε περίπτωση είναι παρόν.

Είχε συζητηθεί η άποψη του Φουκώ αναφορικά με την πολιτική και πως αυτή στην ουσία είναι πόλεμος, και το αντίστροφο.

Παράξενες, όντως, αυτές οι απόψεις του Φουκώ.

Έχουμε οικονομικό πόλεμο; Με την έννοια του πολέμου των οικονομικών τεχνοκρατών απέναντι στους λαούς, εντός της Ε.Ε., ανάμεσα στις δυνατές και τις αδύνατες χώρες, του Βορρά και του Νότου;

Η αναλογία μεταξύ της κοινωνικής σύγκρουσης και του πολέμου, είναι θεμελιώδες θέμα στην θεωρία του Μάρξ. Όλα ξεκίνησαν όταν ο Μάρξ έγραψε το κομουνιστικό μανιφέστο όπου αναφέρεται σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε διαρκή πάλη, μια πάλη που άλλοτε φαίνεται και άλλοτε είναι κρυμμένη. Επίσης, μιλά για εμφύλιο και συγκρούσεις που συχνά κατέληγαν σε νίκη μιας εκ των συγκρουόμενων τάξεων, και σε κάτι που συχνά ξεχνιέται: την αμοιβαία διάλυση των τάξεων. Αυτό δεν είναι δική του ανακάλυψη. Ήταν η βασική ιδέα μιας ρομαντικής εποχής που ήταν μάρτυρας των συνεπειών της βιομηχανικής επανάστασης. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να παρερμηνεύονται οι κοινωνικές συγκρούσεις του περασμένου αιώνα, η μορφή της εκδήλωσής τους και οι απόρροιές τους. Το ερώτημα έγκειται στο ζήτημα της  έκτασης στην οποία θα κάνουμε την σύγκριση ανάμεσα σε μια κοινωνική σύγκρουση και σε έναν πόλεμο. Θα γίνει μεταφορικά ή κυριολεκτικά;

Πιστεύω ότι ο Φουκώ στο απόσπασμα αυτό είναι παράξενος και έχει ερμηνεύσει τον νεοφιλελευθερισμό και την πολιτική με έναν ιδιαίτερο τρόπο, θέλοντας να δώσει έμφαση στην συγκρουσιακή φύση της πολιτικής. Ο Φουκώ ταυτιζόταν με τον Μάρξ με ένα πολύ περίεργο τρόπο. Είχαν βασικές στρατηγικές διαφωνίες. Αλλά αυτό είναι σημαντικό κατά την γνώμη μου. Δεν οδηγεί αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι η σύγκρουση της κοινωνίας έχει ως αποτέλεσμα την εξόντωση. Η εξόντωση είναι μια ειδική κατηγορία. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση στην οποία κάποια κλασικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής πάλης επιστρέφουν. Αυτά είχαν απομακρυνθεί από τις πολιτικές του κοινωνικού κράτους και ο κόσμος πίστεψε ότι δεν γίνεται να επιστρέψουν. Όμως είδαμε ότι αυτό αντιστρέφεται καθώς ξανά η εργατική τάξη που δουλεύει για τους καπιταλιστές δεν είναι εξασφαλισμένη.

Οι φιλελεύθεροι δεν στοχεύουν απλά στην εκμετάλλευση αλλά και στον αποκλεισμό που αναπόφευκτα οδηγεί στην εξόντωση, χωρίς αναγκαστικά να εννοούμε την φυσική. Το να ζουν άνθρωποι σε εξευτελιστικές καταστάσεις είναι κοινωνική εξόντωση και παράγει πολύ βίαιες αντιδράσεις με την μορφή μόχλευσης της κοινωνίας και αυτοκαταστροφής. Πρέπει να αναρωτηθούμε που τοποθετούνται τα όρια μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Στις περιφέρειες της Ευρώπης, που είναι βέβαια, στην ζώνη ενδιαφέροντος της Ένωσης; Όμως, ας συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε πια σε μια ζώνη πλούσια και αναπτυξιακή. Αντιθέτως, βλέπουμε βία και φαινόμενα εξαθλίωσης και εξόντωσης.

Η Ευρώπη είναι σαν μια κουρελού από καπιταλιστικά συστήματα που βλέπουμε ότι έχουν και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, όπως στην Αμερική. Εάν κάποιος προσπαθήσει να ξεφύγει από αυτό το ρεύμα θα αντιμετωπίσει δυσκολίες. Απόδειξη είναι ότι η Ευρώπη σαν γεωγραφικός χώρος και σαν κοινωνικό περιβάλλον βλέπει ξανά την φτώχεια και όχι μόνο στην περιφέρεια. Αυτό το αρνούμαι κατηγορηματικά. Εάν κοιτάξει κανείς περιοχές που είναι αποβιομηχανοποιημένες έχουν το ίδιο πρόβλημα ακόμη και στην Γαλλία ή στην Βρετανία.

Η λανθασμένη λιτότητα στην Ελλάδα φέρνει βίαιη καταστροφή των συνθηκών διαβίωσης. Με απασχολεί η τάση να συνδυάσουμε με όλο αυτό και μια αποικιακή ιδεολογία στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε έναν συμβατικό πόλεμο ο στόχος είναι να πάρουν τις φυσικές προμήθειες, αν εκμεταλλευτούν την γεωπολιτική θέση. Αυτό συμβαίνει στην Πορτογαλία και στην Ελλάδα. Εδώ παίρνουν και την πολιτική εξουσία. Οι αποφάσεις και οι συμφωνίες με την ελληνική κυβέρνηση είναι νεοαποικιακού χαρακτήρα. Δεν συμφωνείτε;

Oι νεοαποικιακές πρακτικές για την κυριαρχία όντως χρησιμοποιούνται εντός της Ένωσης και αυτό είναι ακραίο. Έχουν χτιστεί και σφυρηλατηθεί πάνω στην ιδέα ενός πολιτικό καθεστώς που θέλει την Ευρώπη να ενοποιείται περισσότερο και να βρίσκει έτσι τον εαυτό της προς το οικονομικό της συμφέρον. Αλλά η τάση αυτή πετυχαίνει το ακριβώς αντίστροφο: μια ασυμμετρία που αναπτύσσεται ταχύτατα και δυνητικά θα είναι απολύτως καταστροφική για την Ένωση. Προσωπικά, δεν πιστεύω ότι η Ε.Ε. μπορεί να υπάρχει ως πολιτικό και οικονομικό σύστημα όταν μια ομάδα κυρίαρχων κρατών ασκούν αποικιοκρατικές πολιτικές σε άλλα κράτη.

Σας επικαλούμαι: «Η Γερμανία έχει κερδοσκοπήσει πολύ εις βάρος των άλλων κρατών». Mπορούμε να πούμε ότι υπάρχει ρατσισμός εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Για παράδειγμα από γερμανικής πλευράς.

Πιστεύω ότι μας περικυκλώνουν πολλοί πολιτικοί κίνδυνοι και ιδεολογικά ρίσκα, και ανάμεσά τους υπάρχουν εκείνοι οι κίνδυνοι που διαμορφώνουν ένα κλίμα ενάντια στην Γερμανία και στον λαό της.  Σε ένα μεγάλο βαθμό ευθύνεται η γερμανική κοινή γνώμη και η πολιτική της χώρας που προωθεί κάποιες ρατσιστικές, θα μπορούσαμε να πούμε, ιδεολογίες. Ως διεθνιστής πιστεύω ότι είναι κρίσιμο για την γερμανική πολιτική να ακουστούν κάποιες φωνές στην Γερμανία που τώρα αρχίζουν να κερδίζουν πολιτική δύναμη κάτι που είναι αξιοθαύμαστο. Σε αυτή την άνοδο αναφέρθηκε και ο πρώην καγκελάριος, Χέλμουτ Σμίτ. Πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η Γερμανία έχτισε την δύναμή της βασιζόμενη πάνω σε άλλες χώρες. Φοβάμαι, όμως, ότι μεταλλάσσουμε την κριτική μας προς την Γερμανία μιλώντας για μια Μέρκελ που προσπαθεί να φέρει στην Ευρώπη αυτό που ο Χίτλερ απέτυχε να κάνει. Στην αρχή αυτό το άκουσα στην Ιταλία και ένα καμπανάκι κινδύνου ήχησε. Τώρα, το λένε και στην Ελλάδα και έχει αρχίσει να ακούγεται και στην Γαλλία.

Η ξενοφοβία και ο ρατσισμός είναί, λοιπόν, όντως σε άνοδο. Όπως και η ακροδεξιά. Δεν είναι απαραίτητο κάποιο ιδιαίτερο γεγονός για να πάρουν και άλλη ώθηση και να ανέβουν περισσότερο. Όταν ακούς από Γερμανούς ότι οι άλλοι ευρωπαίοι είναι τεμπέληδες ή διάφορα άλλα πράγματα, δεν μπορεί κανείς να ξέρει πως θα χαρακτηριστούν οι Γάλλοι και τι αντίδραση θα έχουν;

Είχατε γράψει ότι «αυτή η Ευρώπη οδεύει στο αδιέξοδο».

Είναι δύσκολο να είσαι Ευρωπαίος σήμερα! Και όμως δεν βλέπω άλλη πιθανότητα. Δεν επιστρέφω σε ένα κράτος που θα είναι εθνικών συμφερόντων, παρωχημένο και οπισθοδρομικό. Δεν θα πήγαινα ούτε, όμως, σε έναν τεράστιο κοσμοπολιτισμό χωρίς ιδεολογία. Δεν θα επέστρεφα σε μια άποψη που δεν θα είμαστε πολίτες της Ευρώπης και θα είμαστε μόνο Γάλλοι, Έλληνες, Γερμανοί ή ότι άλλο. Είναι θέμα τιμής. Πρέπει να το δούμε το θέμα στην βάση του γιατί είναι δύσκολο να διεκδικήσουμε ένα όνομα και ένα σύστημα που μας απογοητεύει.

Η Αριστερά τι πρέπει να κάνει; Έχετε πει ότι «η Αριστερά είναι χρεοκοπημένη».

Η αριστερά δεν είναι πρόσωπο. Είναι το μείγμα ανθρώπων και ιδεών. Δεν είναι όμως ούτε αφηρημένη. Εάν την δει κανείς διαφορετικά θα αφήνει πολλά πράγματα ανεξέταστα. Η παλιά Αριστερά όντως πέθανε αλλά κάποιες από τις παραδόσεις της έχουν κληρονομηθεί, όπως ο διεθνισμός και η σημασία των εργατικών δικαιωμάτων, που σήμερα είναι πολύ επίκαιρα. Δεν είναι, όμως, ότι δεν υπάρχουν ιδέες. Απλά δεν υπάρχει ο χώρος για να τις φέρεις μαζί και να αναμείξεις την ουτοπία με την πράξη.

Θα μπορούσε να είναι μια εκ των λύσεων μια συνεργασία μεταξύ των αριστερών κομμάτων στην Ευρώπη;

Αυτό είναι απολύτως σαφές. Η Αριστερά είτε είναι πανευρωπαϊκή είτε δεν υπάρχει.

Είχατε πει ότι η Γαλλία δεν είναι πια το επίκεντρο των νέων ιδεών. Μπορούμε να περιμένουμε από την Γαλλία την ελπίδα;

Η γαλλική Αριστερά δεν είναι σε καλή κατάσταση. Κέρδισε τις προεδρικές εκλογές και βρέθηκε σε μια τυπική κατάσταση αδυναμίας διακυβέρνησης και αποδημοκρατικοποιήσης των πάντων σε αντίθεση με όσα έλεγε. Δεν θα πω ότι ο Ολάντ είναι προδότης που είχε πει ότι θα αντισταθεί και τώρα υποκύπτει, ή ότι βρέθηκε εγκλωβισμένος. Είναι αποκαρδιωτικό αυτό που συμβαίνει γιατί η γαλλική πολιτική είναι σε παράλυση.

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Ποια δημοκρατική Ευρώπη; Απάντηση στον Γιούργκεν Χάμπερμας...

απο τα Ενθεματα σε μετάφραση Χρυσάνθης Αυλάμη....
του Ετιέν Μπαλιμπάρ
Ο Γιούργκεν Χάμπερμας τοποθετήθηκε ξεκάθαρα όσον αφορά την κατάσταση στην Ευρώπη και τις αποφάσεις που απαιτεί: μετά το Zur Verfassung Europas(Για το ευρωπαϊκό Σύνταγμα), που μεταφράστηκε τον Μάη στα γαλλικά, η εφημερίδα Le Monde δημοσίευσε στις 27.8.2012 το άρθρο «Ευρώπη, περισσότερο παρά ποτέ», που ο γερμανός φιλόσοφος συνυπογράφει με τον Π. Μπόφινγκερ και τον Γ. Νίντα-Ρίμελιν.
Επί της ουσίας, η θέση του Χάμπερμας είναι ότι η κρίση του ευρώ δεν έχει καμία σχέση με τα «λάθη» των σπάταλων κρατών που δυσκολεύονται να φτάσουν τα  «οικονόμα» κράτη (στα γερμανικά, η λέξη Shuld σημαίνει λάθος και χρέος…). Σχετίζεται, κυρίως, με την ανικανότητα των κρατών –που οι κερδοσκόποι βάζουν σε ανταγωνισμό–, να εξουδετερώσουν το παιχνίδι των αγορών και να επιβάλουν μια παγκόσμια ρύθμιση της οικονομίας. Γι’ αυτό τον λόγο δεν θα βγούμε από την κρίση, εάν η Ευρώπη δεν αποφασίσει να «κάνει το βήμα» της πολιτικής ενοποίησης που θα της επέτρεπε να υπερασπιστεί το νόμισμά της και, ταυτοχρόνως, να δρομολογήσει στο εσωτερικό της κοινωνικές πολιτικές όπως και πολιτικές μείωσης των ανισοτήτων που δικαιολογούν την ύπαρξή της. Ο φυσικός χώρος αυτής της μεταμόρφωσης είναι ο «ευρωπαϊκός πυρήνας» (Kemeuropa), δηλαδή η  ευρωζώνη, ενισχυμένη από τα κράτη που αναμένεται να ενσωματωθούν σ’ αυτήν (και ιδιαιτέρως την Πολωνία).

Η απαραίτητη συνθήκη για κάτι τέτοιο όμως είναι ο «πραγματικός» εκδημοκρατισμός των κοινοτικών θεσμών: εδώ, ο Γιούργκεν Χάμπερμας εννοεί  κυρίως την συγκρότηση μιας κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης των πληθυσμών που να είναι πράγματι αποτελεσματική (με άξονα ένα σύστημα δύο επιπέδων διαφορετικό από τη γερμανικού τύπου «ομοσπονδία»), αλλά και προικισμένη με ελεγκτικές πολιτικές εξουσίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη φορολογική βάση και την επιβολή φόρων που  θα στήριζαν το κοινό νόμισμα, σύμφωνα με την αρχή των αμερικανών επαναστατών: «No taxation without representation!».

Πρέπει να χαιρετίσουμε την παρέμβαση και να ανταποκριθούμε σ’ αυτήν.  Πρόκειται για την τελευταία μιας σειράς θαρραλέων παρεμβάσεων στις οποίες ο Χάμπερμας στράφηκε ενάντια στον «νέο εθνικισμό» της γερμανικής πολιτικής και στις συγκεκαλυμμένες «μονομερείς» προκαταλήψεις της (δεν θα πιστεύαμε στ’ αυτιά μας, αν οι γάλλοι διανοούμενοι επεδείκνυαν το ίδιο πνεύμα ανεξαρτησίας…). Η προσπάθεια του Χάμπερμας να μη διαχωρίσει την πολιτική, την οικονομική και την κοινωνική διάσταση είναι αξιοσημείωτη, όπως επίσης και η προσπάθειά του να φανταστεί τη συμβολή που θα μπορούσε να έχει η Ευρώπη στην ανακάλυψη μιας στρατηγικής εξόδου από την κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο: μιας στρατηγικής που να περιλαμβάνει  ταυτόχρονα  το επιτακτικό αίτημα για την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραμένουν αναλλοίωτα) και το εξίσου επιτακτικό αίτημα του ελέγχου των πιστωτικών μηχανισμών, που  εξαπλώνονται υπερκαλύπτοντας την πραγματική οικονομία.

Τέλος, η προσπάθεια αυτή δηλώνει, χωρίς περιστροφές,  ότι η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης (είτε ονομαστεί «ομοσπονδία» είτε όχι) μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον υπό τον όρο ενός ουσιαστικού εκδημοκρατισμού, που να αγγίζει την ίδια τη φύση των εξουσιών και της αντιπροσωπευτικότητάς τους, και κατά συνέπεια τη νομιμοποίησή τους. (Σε ό,τι με αφορά, είχα υποστηρίξει από καιρό μια πιο ριζοσπαστική θέση – την οποία  κάποιοι θα χαρακτήριζαν επισφαλή: ότι η πολιτική Ευρώπη, έξω από την οποία το μόνο που υπάρχει είναι  η παρακμή και αδυναμία των ευρωπαϊκών λαών, δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί και δεν είναι δυνατή, παρά μόνον εάν είναι πιο δημοκρατική από το σύνολο των  εθνών που την συναποτελούν — εάν δηλαδή πάει ένα βήμα πιο πέρα από τις ιστορικές τους κατακτήσεις ως προς το ζήτημα της δημοκρατίας.

Η επιχειρηματολογία του φιλοσόφου της Φραγκφούρτης ενέχει, κατά τη γνώμη μου, δύο αλληλένδετες αδυναμίες. Η πρώτη είναι ότι δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τον χρόνο που έχει κυλήσει, και κατά συνέπεια τη συγκυρία: το σκεπτικό της αναπτύσσεται σαν η κρίση να μην εξελισσόταν ήδη εδώ και χρόνια, σαν να μπορούσαμε να επανατοποθετηθούμε «πριν» από τις συνέπειες που έχει επιφέρει και να πράξουμε τώρα ό,τι έπρεπε να έχει γίνει πρωτύτερα για να την αποφύγουμε (ουσιαστικά, τη στιγμή που οργανώθηκε το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα). Δεν πιστεύω καθόλου ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Θα ήταν χρήσιμο όμως, αν μη τι άλλο, να αναπτυχθεί περαιτέρω η πρόταση που εμπεριέχεται (στο γερμανικό πρωτότυπο, γιατί στη γαλλική μετάφραση η ιδέα αυτή εξαφανίστηκε) σχετικά με την εισαγωγή του φόρου και τον έλεγχο της χρήσης του. Δεν θα υπάρξει, ούτε στην Ευρώπη ούτε αλλού, έξοδος από την κρίση χωρίς μια «φορολογική επανάσταση» που να περιλαμβάνει όχι μόνον την επιβολή ευρωπαϊκών φόρων και μια πολιτική επαγρύπνησης  ως προς  τη δίκαιη κατανομή τους, αλλά και τη χρήση των φορολογικών εσόδων. Τα έσοδα αυτά πρέπει να χρηματοδοτήσουν μια επανορθωτική πολιτική ως προς την εργασιακή καταστροφή που επέφερε η κρίση, για τη μεταλλαγή των παραγωγικών δραστηριοτήτων και τη χωροταξική αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής «επικράτειας». Κάτι σαν ένα ενδοευρωπαϊκό New Deal ή Σχέδιο Μάρσαλ. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει επίσης, αναμφίβολα, την επιστροφή σε μια ισορροπημένη νομισματική πολιτική  που  να θεμελιώνεται σ’ ένα  φορολογικό αλλά και   τραπεζικό κύκλωμα (σαν κι αυτό που σήμερα θρέφει, όλως τυχαίως, την κερδοσκοπία).

Η δεύτερη αδυναμία συνίσταται στο γεγονός ότι η επιχειρηματολογία του Χάμπερμας περιορίζεται σε μια εξαιρετικά φορμαλιστική αντίληψη της δημοκρατίας — αντίληψη ολοένα και λιγότερο ικανοποιητική, εφόσον οι ισχυρές  διαδικασίες «απο-εκδημοκρατισμού» έχουν ήδη ενεργοποιηθεί στις κοινωνίες μας, εκμεταλλευόμενες μάλιστα την κρίση, προκειμένου να προωθήσουν ευκαιριακά επιχειρήματα περί της αποτελεσματικότητας μιας διακυβέρνησης εκ των άνω.  Δεν αρκεί λοιπόν μόνον να τις διορθώσουμε, θα πρέπει να τις ανατρέψουμε αντιπαρατάσσοντας δημοκρατικές επινοήσεις «υλικής» φύσεως. Προσοχή όμως: δεν εγκαταλείπω σε καμία περίπτωση το αίτημα της αντιπροσώπευσης. Το αντίθετο. Η ιστορία του 20ού αιώνα έδειξε την αναγκαιότητα της αντιπροσώπευσης και των  κυμαινόμενων περιθωρίων  ανάμεσα στην απλή ανάθεση της εξουσίας και τον αποτελεσματικό έλεγχό της. Θα πρέπει να εντείνουμε αυτή τη διεκδίκηση  σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Αλλά πρέπει επίσης να εισαγάγουμε και άλλες δημοκρατικές πρακτικές ή, ακριβέστερα, άλλες πρακτικές εκδημοκρατισμού των πολιτικών θεσμών.

Αυτό είναι το κλειδί για την  επίλυση του περίφημου αδιεξόδου που θέτει ο «ευρωπαϊκός δήμος». Ο δήμος δεν προϋπάρχει ως συνθήκη της  δημοκρατίας :  πηγάζει από την ίδια, ως αποτέλεσμά της. Αλλά και η ίδια η δημοκρατία δεν υπάρχει παρά μόνον μέσα στη διαδικασία και τις μορφές των διαφορετικών πρακτικών εκδημοκρατισμού. Ως αντιπροσωπευτική δημοκρατία βέβαια, αλλά και ως συμμετοχική δημοκρατία, με όριο τον αυτοδιαχειριζόμενο κομμουνισμό (την κατασκευή των «κοινών», θα έλεγε ο Τόνι Νέγκρι),  αλλά και ως συγκρουσιακή δημοκρατία («αντι-δημοκρατία», όπως θα έλεγε ο Πιερ Ροζανβαλόν), ζώντας με διεκδικήσεις και διαμαρτυρίες, με αντιστάσεις και αγανακτήσεις. Αυτά τα  χαρακτηριστικά σχηματίζουν μια ασταθή ισορροπία, είναι αλήθεια, που μας απομακρύνει από τον «κανονιστικό»  συνταγματισμό. Δεν θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν με διατακτικές αποφάσεις, όποια νομιμοποίηση και να ’χαν (όπως και άλλοι, έτσι και ο Χάμπερμας εμμένει στη δυνατότητα οργάνωσης δημοψηφισμάτων πάνω στο μέλλον του ευρώ και της Ευρώπης).                                                                                                                    Θα μπορούσαμε  μάλιστα να πιστέψουμε ότι τέτοιου είδους διατακτικές αποφάσεις, υπερβαίνοντας τα όρια της κυβερνητικής «διαχείρισης», ενεργοποιώντας  την εικονική αυτονομία ή τη δυσ-φωνία, θα πήγαιναν προς την κατεύθυνση μιας «επανίδρυσης» της «Ευρωπαϊκής  Ένωσης»;  Με ποιον άλλο τρόπο θα μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε την ενότητα, αν όχι μέσα από την πολλαπλότητα και τις  αντιφάσεις,  τη σταθερότητα μέσα από την αβεβαιότητα, και, τέλος,  τη νομιμότητα μέσα από τη διαμαρτυρία; Και αντιστρόφως όμως, μπορούμε να ρωτήσουμε τον Χάμπερμας: Πώς να εγγράψουμε τη δημοκρατία μέσα στην ευρωπαϊκό οικοδόμημα χωρίς ένα «άλμα» ή ένα «παράπλευρο βήμα» ως προς τις δομές και τις διαδικασίες που φτιάχτηκαν για να την αποκλείσουν, να την εξουδετερώσουν, ενώ οι μέθοδοι «διαχείρισης της κρίσης», έχοντας  προορισμό ν’ αποκλείσουν την  παρέμβαση των πολιτών, την αλυσοδένουν;

Ως προς το σημείο αυτό λοιπόν, αλλά και ως προς άλλα σημεία («Η κοινωνική Ευρώπη»…), θα πρέπει να οργανωθεί μια μορφή αντίστασης  ή να αναπτυχθεί ένα κίνημα. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο Πέτερ Μπόφινγκερ και ο Γιούλιαν Νίντα Ρίμελιν  μας προτείνουν έναν δημόσιο διάλογο  πάνω στην Ευρώπη, για τους Ευρωπαίους και από τους Ευρωπαίους. Ας μην αφήσουμε την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη. Με διαφορετικούς τρόπους, τέτοιες μορφές αντίστασης ή κινημάτων αρχίζουν να σχηματίζονται σε όλα τα μέρη που η τραγικότητα των συνεπειών της κρίσης γίνεται αισθητή: στην Ελλάδα, στην Ισπανία, πολύ λιγότερο στη Γαλλία όπου, παρά το σήμα κινδύνου που θα έπρεπε να εκπέμπει η χιονοστιβάδα  του φετινού φθινοπώρου μοιάζει να κατευθυνόμαστε σ’ ένα ριμέικ της καμπάνιας του 1992 και του 2005, με τη διαφορά ότι δεν υπάρχει κανένα δημοψήφισμα στον ορίζοντα… Τίποτε πέραν των εθνικών συνόρων. Τίποτε, κατά συνέπεια, που να τοποθετεί την πολιτική στο απαιτούμενο επίπεδο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το επείγον καθώς και τα «θεμελιώδη ερωτήματα»;
μετάφραση: Χρυσάνθη Αυλάμη
Το κείμενο του Γιούργκεν Χάμπερμας, του   Πέτερ Μπόφινγκερ και του Γιούλιαν Νίντα-Ρίμελιν, στο οποίο απαντάει ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, δημοσιεύθηκε στα ελληνικά, σε μετάφραση Κάκης Μπαλή, στην Αυγή στις 19.8.2012. Η απάντηση του Ετιέν Μπαλιμπάρ, δημοσιεύθηκε στη Liberation, στις 3.9.2012

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

είμαστε όλοι Έλληνες, είμαστε όλοι Ευρωπαίοι...

του Ετιέν Μπαλιμπάρ Απο το AlterThess...
Θα αρχίσω λέγοντας «είμαστε όλοι Έλληνες, είμαστε όλοι Ευρωπαίοι», γιατί πιστεύω βαθειά ότι δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν αυτές οι δύο οπτικές. Και ότι χρειάζεται να υιοθετούμε τη μια, για να φωτίζουμε την άλλη. Γνωρίζω, όμως, ότι δεν είναι εύκολο να τις χρησιμοποιήσουμε μαζί. Το στοίχημα που βάζουμε εδώ, είναι να μπορέσουμε να το κάνουμε, χωρίς να προβούμε σε παραχωρήσεις προς ευσεβείς πόθους που έχουν πια ξεπεραστεί. Πρέπει να πούμε πως η καταστροφή της Ελλάδας σημαίνει και το τέλος της Ευρώπης – και αντίστροφα. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί.
Ας προσδιορίσουμε, όμως, ευθύς εξαρχής τι κρύβεται πίσω από αυτά τα δύο κύρια ονόματα. Η Ελλάδα για την οποία μιλάμε, δεν είναι ένα αρραγές μπλοκ, ένας λαός που τον ενώνουν τα ίδια συμφέροντα. Μια μεγάλη μερίδα της ηγέτιδας τάξης στην Ελλάδα, γύρω από την οποία περιστρέφεται μια ευρύτατη πελατεία, έχει πλουτίσει από τη διαφθορά, από τη νόθευση των δημόσιων λογιστικών, από τη φοροδιαφυγή, και ακόμα και σήμερα πλουτίζει με την εξαγωγή κεφαλαίων ή προβλέπεται να πλουτίσει αύριο με τις ιδιωτικοποιήσεις και τη λιτότητα. Κερδοσκόπησε και κερδοσκοπεί σε βάρος του δικού της λαού, σε βάρος του περιβάλλοντος, σε βάρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας. Ωστόσο, η Ελλάδα είναι ένα έθνος πολιτών θεμελιωμένο στην ικανότητα αυτοπροσδιορισμού και σε ένα δίκτυο αλληλεγγύης. Γι’ αυτή την Ελλάδα μιλούμε. Η Ευρώπη δεν είναι τίποτα, αν δεν ενοποιεί σε μια ομοσπονδία τέτοια ιστορικά έθνη.
Για ποια Ευρώπη;
Αυτή η Ευρώπη δεν είναι ούτε η Ευρώπη των τραπεζών, ούτε η ιδεατή Ευρώπη υπεράνω της σύγκρουσης συμφερόντων και της πάλης των τάξεων. Είναι ένα θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η ιδιότητα του πολίτη θα μπορούσε να αναγεννηθεί και να εξαπλωθεί, υπό την προϋπόθεση ότι αναδεικνύεται σήμερα ένα ριζικά εναλλακτικό σχέδιο, γιατί ο παλιός προσδιορισμός δεν υφίσταται πια. Γι’ αυτό μιλάω για το τέλος της Ευρώπης, παρότι δεν ξέρω να πω ποιες μορφές θα πάρει.
Δεν αποκλείεται να διαλυθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, τελικά, όπως έχουν διαλυθεί άλλα υπερεθνικά σύνολα παρά τη φαινομενική σταθερότητά τους (όπως η Σοβιετική Ένωση, για παράδειγμα). Μπορεί να σημειωθούν σχίσματα ή αποκλεισμοί (ακούμε να μιλούν γι’ αυτά κατά περιόδους, επικαλούμενοι άλλοτε εξόδους «εκ των άνω», της Γερμανίας ας πούμε, άλλοτε εξόδους «εκ των κάτω», της Ελλάδας, για παράδειγμα: όλα είναι πιθανά, αλλά τίποτε δεν είναι ελέγξιμο. Κι αυτοί που πιστεύουν ειδικότερα ότι μια έξοδος της Ελλάδας, λίγο πολύ εξαναγκαστική, θα άφηνε αλώβητη την υπόλοιπη ΕΕ, απατώνται οικτρά, δεν μπορούν να διαβλέψουν τις αλυσιδωτές συνέπειες που θα είχε μια τέτοια εξέλιξη). Επίσης, το τέλος μπορεί να πάρει τη μορφή μιας ατέρμονης κρίσης, που θα προκαλούσε ακραία ενίσχυση των εθνικισμών, ανάπτυξη του νεοφασισμού, σπέρματα του οποίου υπάρχουν σχεδόν παντού.
Οι Έλληνες ξένοι στη χώρα τους
Από όσα μας έχουν εκθέσει, φαίνεται πως η καταστροφή του ελληνικού έθνους εκτυλίσσεται ταυτόχρονα σε περισσότερα πεδία. Προκαλείται μια μαζική αποπτώχευση, που αγγίζει όλες τις τάξεις εκτός από τους μεγαλοϊδιοκτήτες και τους κερδοσκόπους, και η οποία ωθεί μεγάλο μέρος του πληθυσμού στην κατηγορία των «απόβλητων ανθρώπων», που στερούνται πόρων και κοινωνικής προστασίας. Τα δημόσια αγαθά (όχι όμως και η μεγάλη ιδιοκτησία της Εκκλησίας) ξεπουλιούνται σε εξευτελιστικές τιμές προς όφελος ξένων αγοραστών και ειδικά (όχι όμως αποκλειστικά) γερμανικών ή κινέζικων εταιριών, με πρόσχημα την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, την ίδια στιγμή που τα τοκογλυφικά επιτόκια μεγαλώνουν καθημερινά το χάσμα του ελλείμματος. Το πολιτικό καθεστώς μεταμορφώνεται σε καθεστώς προτεκτοράτου εκ των πραγμάτων, μια «πολιτεία» υπό την επίβλεψη ευρωπαίων και πέραν της Ευρώπης (ΔΝΤ) παρατηρητών, που δεν διστάζουν να αναβάλουν τις εκλογές, με σκοπό να αυτονομήσουν πλήρως στους κόλπους του κράτους το σύστημα οικονομικής «διακυβέρνησης», που περιλαμβάνει τη δημοσιονομική διοίκηση, την κεντρική τράπεζα και τα δημόσια λογιστικά.
Τελικά, πρόκειται για μια διάλυση της πολιτικής κοινωνίας και, συνεπώς, για μια βαθιά ηθική αποσάρθρωση, που μεταμορφώνει την πολιτική σφαίρα σε χώρο ανοιχτού κοινωνικού πολέμου με βίαιους αποκλεισμούς, οι οποίοι πλήττουν ταυτόχρονα τόσο τους ξένους όσο και τους ντόπιους, που νιώθουν πια ξένοι στην ίδια τη χώρα τους.
Ποιος κινεί τα νήματα
Το ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, είναι: πρέπει να θεωρήσουμε αυτό το συγκλίνον σύνολο αποδομητικών διαδικασιών ως αποτέλεσμα ενός σχεδίου, δηλαδή μιας συνωμοσίας; Και ποιοι θα ήταν σ’ αυτή την περίπτωση οι υποκινητές και οι εκτελεστές;
Θα έλεγα και ναι και όχι. Ναι, γιατί η εμμονή στην «καταστροφική σωτηρία» σε πείσμα των συνεπειών που επιφέρει, τις οποίες μπορούμε και παρατηρούμε σήμερα ενώ εκδηλώνοντας εδώ και μήνες, παραπέμπει στη συνοχή του συστήματος, στην εφαρμογή ενός «δόγματος», που μπορούμε να ονομάσουμε νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, δόγμα που εφαρμόστηκε επίμονα από ένα σύνολο εξουσιών, οι οποίες συμβολίζονται με το όνομα τρόικα. Οι εξουσίες αυτές υποκαθιστώνται στο εσωτερικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος από μια «οικόσιτη» πολιτική τάξη.
Το γεγονός ότι υπάλληλοι ή σύμβουλοι της ίδιας της Γκόλντμαν Σαξ, που είχαν άλλοτε εμπλακεί στη νόθευση των δημοσίων λογιστικών της Ελλάδας, βρίσκονται σήμερα επικεφαλής της ΕΚΤ και των κυβερνήσεων της Αθήνας και της Ρώμης, δεν μπορεί να θεωρηθεί συμπτωματικό. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι είναι αποτέλεσμα συνεκτικής πολιτικής, η οποία έχει προϋπολογίσει τα αποτελέσματα που μπορεί να επιφέρει και είναι ικανή να τα διαχειριστεί. Σ’ αυτό το σημείο, η σύγκριση με τις άλλες «ασθενείς χώρες» της Ευρώπης είναι αποκαλυπτική.
Η καταστροφή της Ελλάδας, καταστροφή της Ευρώπης
Αναμφίβολα, η ελληνική καταστροφή χρησιμοποιείται σαν μέσο πίεσης και εκβιασμού απέναντι στο σύνολο των ευρωπαϊκών λαών, αλλά δεν υπάρχει μια ενιαία στρατηγική. Η πολιτική της ΕΚΤ είναι διχασμένη ανάμεσα σε δύο στόχους: τη διατήρηση της σταθερότητας του ενιαίου νομίσματος, που αποτελεί τον επίσημο στόχο της, και τη στήριξη των τραπεζών, που, από τη στιγμή που άλλαξε η ηγεσία της, φαίνεται να αποτελεί όλο και περισσότερο τον κύριο στόχο –για τον οποίο μάλιστα υποχρεώνονται να πληρώσουν οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι. Το «γαλλογερμανικό ζεύγος» που ακούει στο όνομα Μερκοζί, έχει αναλάβει να διευθύνει τις σχετικές επιχειρήσεις και, όπως σαφώς διαπιστώνουμε, τη σύζευξη διχαστικών εσωτερικών αντιθέσεων, που αφορούν συμφέροντα και όχι μόνο ασύμβατες διαθέσεις ηγετών.
Το ζήτημα που είναι πιο δύσκολο να εξετάσουμε, είναι η λογική του προγράμματος εξαναγκαστικής δημοσιονομικής πειθαρχίας, που επιβάλλει η Γερμανία και δέχονται οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες με ένα είδος «εθελοδουλείας». Αν τη δει κανείς απ’ έξω, για παράδειγμα από τις ΗΠΑ, όπου η λογική αυτή καταγγέλλεται τόσο από τα όργανα του ακραίου νεοφιλελευθερισμού όσο και από τους κεϊνσιανούς ρεφορμιστές (όπως ο Κρούγκμαν), είναι απλός παραλογισμός.
Μπορεί κάποιος να σκεφτεί, βέβαια, ότι οι Αμερικανοί βλέπουν την κατάσταση στην Ευρώπη από τη σκοπιά των δικών του συμφερόντων, που αφορούν κυρίως την πρόληψη μιας παγκόσμιας ύφεσης, στην οποία η κατάρρευση ή η ύφεση της ευρωπαϊκής οικονομίας θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο (καθώς αποτελεί τη δεύτερη σε μέγεθος αγορά του κόσμου).
Μπορούμε ακόμα να υποθέσουμε ότι έχουν κάθε είδους αμφιβολία για την ορθολογικότητα και την εφαρμοσιμότητα του ευρωπαϊκού «σχεδίου» μεταμόρφωσης μιας ολόκληρης κοινωνίας, ενός σχεδίου που στοιχηματίζει με τυχοδιωκτικό τρόπο στην πιθανότητα να υλοποιηθεί η διάλυση του κοινωνικού κράτους, η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, η διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών κ.λπ., χωρίς να οδηγηθεί ταυτόχρονα σε κατάρρευση η εσωτερική αγορά, η συνολική ζήτηση (ή, αν θέλετε, στη δημιουργία νέων πλουσίων, για να αντισταθμιστεί η δημιουργία νέων φτωχών, για να μη μιλήσουμε για τη διαχείριση της πολιτικής αστάθειας). Δηλαδή, με λίγα λόγια, ενός σχεδίου που έχει στόχο την αποτροπή του τέλους της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, τη στιγμή που το προετοιμάζει δραστήρια…
Μετα-αποικιακές ζώνες στο εσωτερικό της Ευρώπης
Από την άποψη αυτή, τα πράγματα έχουν προχωρήσει πάρα πολύ. Ένα τμήμα της Ευρώπης μετασχηματίζει ήδη ένα άλλο τμήμα της σε εσωτερική μετα-αποικία (πραγματοποιείται, δηλαδή, αυτό που ο Μπαντιού έχει αποκαλέσει «τεμαχισμό σε ζώνες»· θα μπορούσαμε επίσης να αναζητήσουμε αναλογίες στην ιστορία του ιταλικού Mezzogiorno, του ιταλικού Νότου). Τα όρια, όμως, ανάμεσα στις ζώνες είναι ασαφή, απρόβλεπτα: ανάμεσα σε ποιες χώρες θα χαραχθούν, ή, ακόμα, στους κόλπους ποιων χωρών, ποιων περιοχών, αποστασθεροποιώντας τα ιστορικά έθνη; Οι ανισότητες της παγκοσμιοποίησης αναπαράγονται στο τοπικό πεδίο ακολουθώντας διαχωριστικές γραμμές που αναπτύσσονται ανεξέλεγκτα.
Αυτό που επίσης προκύπτει, είναι η έκρηξη της ιδιότητας του πολίτη σαν γενική μορφή πολιτικής συμμετοχής και στις δύο εκδοχές της, τόσο την «εθνική» όσο και την «κοινωνική»: μαζί με την καταστροφή της κοινωνικής προστασίας και του εργατικού δικαίου, τις μεταβολές στη σύνθεση του ενεργού πληθυσμού, που όλο και περισσότερο πρεκαριοποιείται, συμβαδίζει και ένας γενικευμένος απο-δημοκρατισμός των πολιτικών συστημάτων.
Η βραχυκύκλωση της λαϊκής κυριαρχίας
Ενώ οι πληθυσμοί αρχίζουν να μετακινούνται διασχίζοντας τα σύνορα (για παράδειγμα, η κυρίαρχη Γερμανία επωφελείται από την κατάρρευση της ελληνικής ή ισπανικής οικονομίας, για να απορροφήσει εξειδικευμένους τεχνικούς και εργάτες), η ευρωπαϊκή πολιτική σφαίρα περισσότερο από οποτεδήποτε άλλοτε συναντά εμπόδια στην ανάπτυξή της.
Οι εκλογές που εξελίσσονται αυτή τη στιγμή στη Γαλλία, δείχνουν ακριβώς ότι βρίσκεται εκτός συζήτησης ο επανεκδημοκρατισμός, που θα άνοιγε το δρόμο στην πιθανότητα αποτελεσματικού ελέγχου της πολιτικής εξουσίας σε ευρωπαϊκή κλίμακα ή της οικονομικής πολιτικής, οι οποίες καθορίζονται από ευρωπαϊκούς οργανισμούς. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά ισχύει ο «καταμερισμός εργασίας» που επιτρέπει τη βραχυκύκλωση της λαϊκής κυριαρχίας. Η χρηματοπιστωτική κρίση επιτρέπει την επιβολή κανόνων δημοσιονομικού ελέγχου των κρατών και την επίσπευση της συγκρότησης μιας υπερεθνικής οικονομικής κυβέρνησης, αλλά με κανένα τρόπο δεν οδηγεί στην ανάδυση μιας ευρωπαϊκής «συντακτικής εξουσίας», μιας επέκτασης της αντιπροσώπευσης, μιας διεθνικής έκφρασης των συγκρούσεων, παρά κάποιες πρόσφατες προσπάθειες των συνδικάτων ή παρά την απήχηση που είχε το σύνθημα των αγανακτισμένων, που απαιτούσαν να λογοδοτούν η πολιτική εξουσία και το τραπεζικό σύστημα στους πολίτες. Βρισκόμαστε πολύ πέρα από το σημείο που κατά περιόδους διεκτραγωδείται ως «δημοκρατικό έλλειμμα» στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση, αυτή την ιδέα που έχει ερωτευθεί ο Χάμπερμας, παρά το θάρρος και τον επίκαιρο χαρακτήρα της κριτικής που τελευταία ασκεί εναντίον της πολιτικής της χώρας του και της ευρωπαϊκής οικοδόμησης. Μάλλον πρόκειται για μια «επανάσταση εκ των άνω» (όπως είχα την ευκαιρία να προτείνω επαναλαμβάνοντας μια διατύπωση που μάλλον ανήκει στον Μπίσμαρκ, αλλά που τη χρησιμοποίησε κυρίως ο Ένγκελς). Κι αυτό δεν αποτελεί πρόκριμα ούτε για τη συνοχή της ούτε, κυρίως, για την επιτυχία της.
Μια κατάσταση μεσοβασιλείας
Ένας από-δημοκρατισμός, όμως, δεν απαιτεί ένα κίνημα επανεκδημοκρατισμού; Μια «επανάσταση εκ των άνω» μπορεί άραγε να αντιμετωπιστεί (και τα καταστροφικά αποτελέσματά της να μπλοκαριστούν ή να αναστραφούν) με άλλο τρόπο εκτός από μια άλλη «επανάσταση», εκ των κάτω; Αναμφίβολα όχι, όποιο όνομα κι αν δώσουμε στη συλλογική κινητοποίηση του δήμου: απείθεια, εξέγερση, αγανάκτηση… Το ζήτημα που μας βασανίζει όλους, είναι η διαφορά ταχύτητας, το χάσμα που υφίσταται ανάμεσα στις δύο τάσεις – αυτό που ο Γκράμσι αποκαλούσε μεσοβασιλεία: τι είναι αυτό που προχωράει πιο γρήγορα, η καταστροφή της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, που πρώτο, προωθημένο ήδη, στάδιό της είναι η φονική «σωτηρία» της Ελλάδας, ή η ανάδυση των δυνάμεων που αποσκοπούν στην ανοικοδόμησή της, στην επινόηση μιας άλλης Ευρώπης, που θα χρησίμευε σαν αντιστάθμισμα στην πρώτη τάση;
Δεν υπάρχει αμφιβολία: υπάρχουν κινήματα που πολλαπλασιάζονται (όχι μόνο στο Νότο της Ευρώπης, όπως δείχνουν οι περυσινές κινητοποιήσεις των άγγλων φοιτητών) και είναι λιγότερο απομονωμένα σήμερα σε σύγκριση με χθες, παρότι εξακολουθούν να είναι αμυντικά. Έχω το λόγο μου όταν προτείνω να συνδυάσουμε την αισιοδοξία της βούλησης (ή, καλύτερα, τη νοημοσύνη της βούλησης) με την απαισιοδοξία της νόησης, τη συνείδηση των δυσκολιών. Θυμάμαι τα μεγάλα κινήματα κατά της αποβιομηχάνισης πριν από τριάντα χρόνια, το κίνημα των άγγλων ανθρακωρύχων ή των χαλυβουργών της Λορένης, ή την απεργία του ’95 στη Γαλλία κατά του «σχεδίου Ζιπέ» για την κοινωνική ασφάλιση και τις συντάξεις, που τελικά, παρά την ενεργητικότητά τους, τη μαζικότητά τους και τη δημιουργικότητά τους υπέστησαν συντριβή ή εξαντλήθηκαν.
Έλεγχος των πολιτών, λογοδοσία των κυβερνώντων
Ίσως η σημερινή συγκυρία είναι καταλληλότερη, όχι μόνο γιατί οι μάζες βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο, αλλά γιατί μια νέα γενιά εξεγερμένων, μια νέα αντίσταση έχει αναδυθεί, η οποία μετακινεί το πεδίο σύγκρουσης: αυτό που πάνω απ’ όλα ζητούσαν οι ισπανοί αγανακτισμένοι ή οι συλλογικότητες της πλατείας Συντάγματος την περασμένη χρονιά, είναι μια πιο αποτελεσματική «λογοδοσία» των κυβερνώντων και των διαχειριστών του δημόσιου χρήματος, ένας λαϊκός έλεγχος της πρακτικής και της πολιτικής των «ελίτ», και σ’ αυτό είναι που χρησιμεύουν οι μορφές άμεσης δημοκρατίας που, για μια ακόμη φορά, επινοούνται πάλι μέσα στη δράση.
Ακούγονται πολλά, φυσικά, περί λαϊκισμού. Είναι ένα πραγματικό πρόβλημα, αλλά όχι με την έννοια που το αναφέρουν οι περισσότεροι πολιτολόγοι. Η καταγγελία του λαϊκισμού είναι το φόβητρο που κραδαίνουν οι ελίτ, οι οποίες ελέγχονται από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, και οι εθνικές δυνάμεις που επωφελούνται από την κρίση. Αυτό που αποτελεί πρόβλημα για μένα, δεν είναι η παρέμβαση των μαζών. Αντίθετα, πιστεύω ότι έχει αργήσει πολύ.
Αυτό που φοβίζει είναι η βία, αλλά ξέρουμε πολύ καλά ότι βία θα έρθει από τις κυρίαρχες τάξεις, ακόμα κι αν χρησιμοποιηθούν ως μέσο οι προβοκάτσιες. Ο αντικοινοβουλευτισμός, επίσης, δεν είναι το κύριο πρόβλημα, παρά το γεγονός ότι υπάρχει ο κίνδυνος να μας κάνει να ξεχάσουμε την ανάγκη που έχει κάθε αποτελεσματική δημοκρατική πολιτική από τους θεσμούς και από τον έλεγχο αυτών των θεσμών. Υπάρχουν έξυπνες και ανόητες παραλλαγές του αντικοινοβουλευτισμού…
Λαϊκισμός και εθνικισμός
Το πραγματικό ζήτημα που προσπάθησα να θέσω στο επίκεντρο της προσοχής μας εδώ και ένα χρόνο μιλώντας παραδόξως για ένα «ευρωπαϊκό λαϊκισμό» (που θα ήταν μάλλον ένας «αντι-λαϊκισμός»), είναι η δυσκολία που έχουμε σήμερα να διαχωρίσουμε το λαϊκισμό από τον εθνικισμό.
Η εμπειρία από το «όχι» στο Ευρωσύνταγμα του 2005 κυριαρχεί στη μνήμη μας: αντί να οδηγήσει στο άνοιγμα μιας δημόσιας συζήτησης γύρω από τη φιλελεύθερη και την κοινωνική Ευρώπη που θα υπερπηδούσε τα σύνορα, οδήγησε σε αναδίπλωση και ξενοφοβία. Αλλά μια δυσκολία δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι είναι αδύνατο αυτό να γίνει. Και, για μια ακόμη φορά, οι συνθήκες δεν είναι ίδιες. Τα διακυβεύματα σήμερα έχουν εκατό φορές πιο επείγοντα χαρακτήρα και μεγαλύτερη επικινδυνότητα. Το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί η αρχή «ο καθένας για τον εαυτό του» θα έπρεπε να είναι πιο φανερό. Βρισκόμαστε εδώ για να αντιμετωπίσουμε αυτό το πρόβλημα και να συμβάλουμε στη δημιουργία μιας διεξόδου, με τις αναλύσεις μας και με τη στήριξή μας προς τις διεθνικές πρωτοβουλίες. Το στοίχημα είναι να δώσουμε νόημα και περιεχόμενο σε ένα ευρωπαϊκό σχέδιο που να βασίζεται στα συμφέροντα των λαών, τη στιγμή που γι’ αυτούς η υπάρχουσα Ευρώπη σημαίνει θάνατο. Το στοίχημα είναι ξαναφέρουμε στο προσκήνιο το διεθνισμό, έξω από τον οποίο δεν θα υπήρχαν πια έθνη.
Μετάφραση: Χ. Γ.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Μια μικρή ψηφίδα σε μια μεγάλη εικόνα

Red NoteBook ...
Του Χριστόφορου Παπαδόπουλου

Το ευρώ όπως το ξέραμε, χαροπαλεύει, και η ευρωζώνη τρίζει συθέμελα. Αυτή είναι η κοινή διαπίστωση πολιτικών αναλυτών και πρωτοσέλιδων άρθρων μεγάλων εφημερίδων. Η κρίση χρέους δεν αγκαλιάζει, πλέον, μόνο τον ευρωπαϊκό Νότο, αλλά εγκαθίσταται και στις ηγέτιδες δυνάμεις του Βορρά, ενώ οι μηχανισμοί αντιμετώπισης της κρίσης απαξιώνονται, πριν ακόμα τεθούν σε εφαρμογή. Κανένα θεσμικό σχήμα δεν μπορεί να «καθησυχάσει» τις αγορές, πόσο μάλλον όταν οι πολιτικές ελίτ είναι εντελώς απρόθυμες να περιορίσουν την κερδοσκοπία, να αμφισβητήσουν δηλαδή την «οικονομία του χρέους» και οι ενδοευρωπαϊκές διαφορές κάνουν αβέβαιη οποιανδήποτε ενδιάμεση λύση βραχυπρόθεσμης διαχείρισης της.

Οι αντιθέσεις για το ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα ευρωομόλογα, το ευρώ των δύο ταχυτήτων κλπ, εικονογραφούν περισσότερο αντιθέσεις μερίδων του κεφαλαίου και λιγότερο κρατικές ιδεοληψίες.

Οι διαφωνίες στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης δεν στέκουν εμπόδιο στις συμφωνίες για τη διαχείριση της κρίσης της πολιτικής. Με σύμπνοια, χωρίς εξαιρέσεις, οι πολιτικές ελίτ συνομολογούν την αναστολή της δημοκρατίας στο θεσμικό οικοδόμημα της Ε.Ε., με την ενίσχυση της διακυβερνητικής έναντι της αντιπροσώπευσης –την αρχιτεκτονική που ο Χάμπερμας ονομάζει πλέον πολιτικό δεσποτισμό– τη θεσμοθέτηση των δημοσιονομικών ελέγχων από το «Διοικητικό Συμβούλιο» των Βρυξελών και της Φραγκφούρτης, με την τροποποίηση των ιδρυτικών συμφωνιών της Ένωσης.

Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, αναφερόμενος στην ολιγαρχική σκλήρυνση των ευρωπαϊκών θεσμών, κάνει λόγο για την «προληπτική στρατηγική» από τις άρχουσες τάξεις, για μια «επανάσταση από τα πάνω» που συντελείται κάτω από το μαστίγιο της «αναγκαιότητας», υπό τον φόβο του χάους από την κατάρρευση του ενιαίου νομίσματος. Εκτιμά όμως, ότι αυτή η στρατηγική δε λαμβάνει υπόψη της σημαντικές παραμέτρους, που υπό όρους μπορούν να την ακυρώσουν: μερικές από αυτές είναι η παγκοσμιοποίηση της καπιταλιστικής κρίσης και οι ενδοευρωπαϊκοί ανταγωνισμοί. Η πιο σημαντική όμως είναι η επιστροφή των μαζών στην πολιτική, η ειρηνική «επανάσταση των πολιτών» που ξεδιπλώνεται, όχι μόνο στα όρια της γηραιάς Ηπείρου, αλλά και στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, και, βεβαίως, στην Αφρική και την Ασία.

Κρίση νομιμοποίησης

Αν η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, η κρίση του ευρώ και της ευρωζώνης, στο έδαφος της αναστολής της δημοκρατίας είναι η μεγάλη εικόνα, τότε οι ψηφίδες της, στην προκειμένη η ελληνική περίπτωση, δεν αποτελούν την εξαίρεση αλλά τον κανόνα.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να διαβαστούν οι πολιτικές εξελίξεις: η αποχώρηση Παπανδρέου, η μπλόφα του δημοψηφίσματος, η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ με τον Παπαδήμο και την ακροδεξιά, οι εκλογές που απομακρύνονται ως αχρείαστες. Με όποιο τρόπο και να διαβαστούν όμως, το συμπέρασμα πως το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα καταρρέει, και μάλιστα σε μια στιγμή που η αναπαραγωγή του είναι περισσότερο παρά ποτέ αναγκαία για το σύστημα εξουσίας, αποτελεί κοινό τόπο. Σε περιόδους πολιτικής κρίσης, εν μέσω μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, τα πρόσωπα –ακόμα και οι πολιτικές οικογένειες- είναι αναλώσιμα. Το ζητούμενο είναι η αναπαραγωγή της αστικής κυριαρχίας. Και βέβαια, το ζητούμενο αυτό δεν είναι απαραίτητο ότι θα εκπληρωθεί με τους τρόπους που ήδη γνωρίζουμε: η αποκλειστικότητα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ στη διαχείριση της κρατικής εξουσίας δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Υπάρχουν κι άλλοι παίκτες πρόθυμοι να αναλάβουν ρόλους και μερίδια: Το ΛΑΟΣ, η Μπακογιάννη, ο Φλωρίδης, οι τεχνοκράτες, ακόμα και η ΔΗΜΑΡ, υπό όρους. Η πολιτική ταυτότητα που οικοδομεί η τελευταία στοχεύει στο να γίνει αποδεκτή από το σύστημα, να ενσωματώσει το πολιτικό προσωπικό που ανήκει στο λεγόμενο "εκσυγχρονιστικό μπλοκ" και να προσελκύσει τους ψηφοφόρους εκείνους που γοητεύονται από το συγκεκριμένο ιδεολόγημα.

Εξ άλλου οι δημοσκοπήσεις, αλλά και οι δρόμοι και οι πλατείες, δείχνουν ότι η αναπαραγωγή του πολιτικού συστήματος δεν μπορεί να στηριχτεί στα παλιά υλικά. Ο δικομματισμός μάλλον τελεύτησε, και ο διπολισμός –το τριφασικό κόμμα του Μνημόνιου- δεν ξετρελαίνει.

Στην πραγματικότητα, οι παλαιοί τρόποι άσκησης της ηγεμονίας τελείωσαν, στο βαθμό που τα μεσαία και λαϊκά στρώματα εξορίστηκαν από το άρχον συγκρότημα και ουδεμία μελλοντική υπόσχεση ευημερίας δεν μπορεί να τα καθησυχάσει από την προλεταριοποίηση που βιώνουν.

Τα μέσα για την ανασύνθεση του πολιτικού συστήματος (χωρίς οικονομική ανάκαμψη) δεν είναι απεριόριστα. Αντιθέτως, είναι τα γνωστά μέσα του κράτους έκτακτης ανάγκης: η καταστολή, η επιτήρηση, ο μιντιακός ολοκληρωτισμός, τα μονοφωνικά αγοραία πανεπιστήμια, οι κρατικοί διανοούμενοι –οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους που λέγαμε παλιά- και βεβαίως η αδιαφορία των μαζών για την πολιτική διαδικασία. Η γενίκευση, δηλαδή, του παραδείγματος των ΗΠΑ, σε αντιδιαστολή με τον «εκλογικισμό» που επικράτησε ως βασικό ιδεολογικό εργαλείο μετά το 1989. Ενδεχομένως ο καπιταλισμός στη φάση της κρίσης του, να φλερτάρει με ένα διαζύγιο με τη δημοκρατία και ο κινέζικος καπιταλισμός να αποτελεί το εν δυνάμει πρότυπο, όπως γράφει ο Zizek. Όμως, οι μνήμες του ναζισμού είναι ακόμα νωπές, κι αυτό καθιστά δύσκολη την αναβίωσή του. Εξάλλου, οι διαιρέσεις στο πλαίσιο του λαού, με όχημα τους μετανάστες ή τις εθνοφυλετικές αντιθέσεις, δεν είναι επαρκείς για να συσκοτίσουν τις ταξικές αντιθέσεις από την εξαθλίωση της μισθωτής εργασίας και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων.

Αν η επινοητικότητα της ιστορίας δεν μας ξαφνιάσει, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι πάμε σε μια μακρά περίοδο πολιτικών ανακατατάξεων και απανωτών εκλογικών αναμετρήσεων, μέχρις ότου το πολιτικό σύστημα ανασυνταχθεί και ανασυστήσει την κυριαρχία του, αν κι αυτό το τελευταίο δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο.

Το πολιτικό σύστημα κερδίζει χρόνο με τον Παπαδήμο και τη συγκυβέρνηση, επενδύει στην άμπωτη των κινημάτων αντίστασης και αλληλεγγύης, θεωρεί τις πλατείες εφήμερες και τα συνδικάτα καθεστωτικά και ανυπόληπτα.

Φοβάται βεβαίως την Αριστερά, ακούει με προσοχή τον Καρατζαφέρη, που ισχυρίζεται στα κανάλια ότι αυτη δεν είναι σαν την ευρωπαϊκή αριστερά –υπονοώντας ότι δεν συνεργάζεται για τη μακροημέρευση του συστήματος- και ότι αν ενωθεί θα είναι το πρώτο κόμμα. Ποντάρει στη μισαλλοδοξία του ΚΚΕ, στη δυσανεξία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στη συστημικότητα της ΔΗΜΑΡ και στην αντιαριστερή χειραγώγηση των Οικολόγων από τους Ευρωπαίους ομόλογους τους. Μόνο που το αίτημα για την ενότητα της Αριστεράς έρχεται από τα κάτω, συναντιέται με τον κοινωνικό ανταγωνισμό και την απόγνωση, γονιμοποιείται πολιτικά και προγραμματικά στο κοινωνικό ζήτημα: στους μισθούς και τις συντάξεις, στα χαράτσια, στην ανεργία, τις απολύσεις και την εφεδρεία, στη δημόσια υγεία και παιδεία, στην έκπτωση των περιβαλλοντικών κριτηρίων στο όνομα του κέρδους και της καπιταλιστικής ανάπτυξης, στη φορολογική ασυλία του πλούτου και στο «Δίκαιο» των πιστωτών. Φτιάχνει με δύο λόγια, το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο κάθε άρνηση ακούγεται αδικαιολόγητη και παράταιρη.

Ροη αρθρων