Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΛΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΛΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Οι Γάλλοι έχουν δίκιο: ας διαγράψουμε το δημόσιο χρέος. Έτσι και αλλιώς το περισσότερο είναι παράνομο....

Του Razmig Keucheyan, Κοιτα τον Ουρανο...
 
 
 Όπως έχει δείξει και η ιστορία η Γαλλία είναι ικανή για το καλύτερο και για το χειρότερο και συχνά σε μικρά χρονικά διαστήματα. 
 
Την επομένη όμως της νίκης του Εθνικού Μετώπου της Μαρί Λεπέν στις ευρωεκλογές, η Γαλλία έκανε μια καθοριστικής σημασίας συνεισφορά στην επανεφεύρεση μιας ριζοσπαστικής πολιτικής για τον 21ο αιώνα. Εκείνη την ημέρα η επιτροπή των πολιτών για τον λογιστικό έλεγχο επί του δημόσιου χρέους συνέταξε μια αναφορά 30 σελίδων για το γαλλικό δημόσιο χρέος, τις ρίζες του και την εξέλιξή του τις τελευταίες δεκαετίες. Την αναφορά συνέταξε μια ομάδα ειδικών επί των δημοσίων οικονομικών υπό τον συντονισμό του Michel Husson, έναν από τους καλύτερους κριτικούς οικονομολόγους της Γαλλίας. Το συμπέρασμα της αναφοράς είναι σαφές: 60% του γαλλικού δημόσιου χρέους είναι παράνομο. 
 
Όποιος έχει διαβάσει έστω και μια εφημερίδα τα τελευταία χρόνια γνωρίζει πόσο σημαντικό είναι το χρέος για τη σύγχρονη πολιτική. Όπως έχει δείξει και ο Ντέιβιντ Γκρέμπερ, μεταξύ άλλων, ζούμε σε χρεοκρατίες (Debtocracies) και όχι σε δημοκρατίες (Democracies). Το χρέος, σε αντίθεση με την λαϊκή βούληση, έχει παγιωθεί ως η βασικότερη αρχή των κοινωνιών μας μέσω και των καταστροφικών πολιτικών λιτότητας που εφαρμόζονται στο όνομα της μείωσης του. Το χρέος ήταν επίσης η αιτία που πυροδότησε ένα από τα πιο καινοτόμα κοινωνικά κινήματα των τελευταίων χρόνων, το κίνημα Occupy. 
 

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Πεισιθάνατη Αριστερά...

Συγκλονίζεται η Γαλλία από απεργιακά κινήματα, με επικεφαλής τους σιδηροδρομικούς και εργαζομένους στο χώρο του θεάματος. Ωστόσο, η σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν βρίσκει άλλο τρόπο να αντιμετωπίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, παρά διακινώντας η ίδια το ενδεχόμενο του δικού της θανάτου.

Ο νεόφυτος πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς και ο έμπειρος γενικός γραμματεύς του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ζαν-Κριστόφ Καμπαδελίς αξιώνουν να σταματήσουν οι απεργίες και κάθε κριτική από αυξανόμενη μερίδα των σοσιαλιστών βουλευτών, με το υποβολιμαίο επιχείρημα ότι η συνέχισή τους οδηγεί την Αριστερά στο θάνατο. Παράδοξο επιχείρημα, αφού τόσο οι απεργίες όσο και η κριτική σκέψη θα έπρεπε να ενισχύουν την Αριστερά, όχι να την αποτελειώνουν.
Ο πρώτος εξ αυτών επικαλείται τη θλιβερή επίδοση της γαλλικής Αριστεράς στις ευρωεκλογές, που ήταν η χαμηλότερη στην ιστορία της, με συνέπεια να σύρεται σήμερα στα πρόθυρα του θανάτου. Το αξιοθρήνητο αποτέλεσμα είναι αναμφισβήτητο, ωστόσο η χρήση του παραπειστική. Η σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν βρίσκει καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης των κοινωνικών κινημάτων και των ανοιχτά διαφωνούντων βουλευτών της, που σήμερα την απειλούν, παρά με τη δική της ανταπειλή ότι δήθεν θα αυτοκτονήσει. Ομως, για να αυτοκτονήσει κάποιος, πρέπει βρίσκεται στη ζωή. Οι νεκροί στερούνται του δικαιώματος να αυτοκτονούν.
Με τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών επιβεβαιώθηκε ο «κλινικός θάνατος» όχι μόνον της κυβερνητικής Αριστεράς, αλλά επίσης και όχι λιγότερο της αριστερότερης συνιστώσας, του Αριστερού Μετώπου, υπό το ΚΚΓ και τον Μελανσόν. Τουλάχιστον ο τελευταίος και ο σοβαρότερος καταφεύγει σήμερα στην αφωνία και την κατάθλιψη. Παράδοξο είναι ότι ενώ τα κοινωνικά κινήματα αναβιώνουν, ενώ ριζοσπαστικοποιείται η κοινωνική δυσαρέσκεια, η Αριστερά υπό όλες τις εκδοχές της δεν ενισχύεται, αλλά φθίνει· αντίθετα, το ακροδεξιό Μέτωπο της Λεπέν εμφανίζεται ως πρώτος αποδέκτης της κοινωνικής δυσφορίας και της αντισυστημικής ζήτησης. Ομως αυτό δεν αποτελεί γαλλική ιδιομορφία, αλλά επεκτείνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη, με μοναδική εξαίρεση τη χώρα μας.

τώρα πια κανείς δεν αστειεύεται...

του Παναγιώτη Λογγινίδη, the cricket.gr...
Νέα από τη Γαλλία. Εδώ όλα καλά. Το ίδιο επιθυμώ και για εσάς. Η επιστροφή μετά από χρόνια σε έναν τόπο, αποτελεί μία δοκιμασία της μνήμης η οποία καλείται με τη σειρά της να ταυτιστεί με την ανάμνηση, την ικανότητα δηλαδή του ανθρώπου να ταξινομεί χρονικά και αξιολογικά τα γεγονότα του παρελθόντος του, που καταγράφηκαν από τον επεξεργαστή της μνήμης.
 Η Τουλούζ γενικά ήταν και είναι μία πόλη ήρεμη. Πόλη των μποέμ διόλου τυχαία, φρόντισε να μεταφέρει την απλότητα των ανθρώπων της του 19ου αιώνα, που ζούσαν και κινούνταν μέσα στις λάσπες των στενών της και δίπλα στα ζωντανά τους, στους σύγχρονους ασυμβίβαστους κατοίκους της, που δε μοιάζουν με καμιά άλλη φυλή Γάλλου, βόρειου ή Νότιου. Ο Ήλιος εδώ έψησε για χρόνια την ελευθερία των κατοίκων της ώστε να γίνει στέρεη και συμπαγής, μη αποδεχόμενη καμίας έκπτωσης.
Οι μέρες όμως άλλαξαν, όπως και η πόλη. Περπατάω στους πολύβουους δρόμους της που συνεχίζουν να χορεύουν στο ρυθμό των μηχανών των πεζό που τους διασχίζουν. Βλέπω μπροστά μου δύο κύματα εργαζομένων στο σιδηρόδρομο, με σημαίες των συνδικάτων, που σήμερα κλείνουν 7 ημέρες απεργιών. Ποιος θα το φανταζόταν πριν δέκα χρόνια, όταν ζούσα εδώ, ότι οι σεμινό θα απεργούσαν για επτά ημέρες συνεχόμενες! Το πλήγμα στα έσοδα του γαλλικού σιδηρόδρομου είναι τεράστιο: 80 εκατομμύρια ευρώ. Ναι, καλά ακούσατε. Και όλα αυτά επειδή, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, κάποιοι εργαζόμενοι δε θέλουν να περάσουν από τη Σύγκλητο οι αντεργατικές πολιτικές που επιβάλλει η ευρωπαϊκή πολιτική των Βρυξελλών στο γαλλικό σιδηρόδρομο, ώστε να γίνει, όπως λένε, ανταγωνιστικός.
Αφού λοιπόν προσπέρασα τους εργαζόμενους στο σιδηρόδρομο, το 14% των οποίων συμμετέχουν στην απεργία και έχουν καταφέρει να καθηλώσουν πολλά τρένα στους σταθμούς, ανοίγω μία εφημερίδα να ενημερωθώ. Η Μαρίν Λεπέν, θεωρείται σίγουρη για το δεύτερο γύρο των Προεδρικών εκλογών το 2017. Εάν σοκαριστήκαμε το 2002 με τον πατέρα της που κατάφερε να περάσει με κινήσεις ραδιενέργειας στο δεύτερο γύρο κόντρα στο Σιράκ και δεν κατάφερε να εκλεγεί, έχοντας όμως εξασφαλίσει ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό 17 και πλέον τοις εκατό των ψήφων, τώρα η πρόβλεψη για την κόρη έρχεται ως αυτονόητη.

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

Το φάντασμα της αριστερής κυβέρνησης...

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών επιβεβαίωσε αυτό που είναι ήδη αντιληπτό εδώ και δύο χρόνια: το φάντασμα που πλανιέται σήμερα πάνω από την Ευρώπη είναι αυτό της ανόδου της Αριστεράς στη διακυβέρνηση της χώρας-πειραματόζωου, εκεί όπου ξεκίνησε προ τετραετίας και εφαρμόστηκε με πρωτοφανή αγριότητα η μνημονιακή εκδοχή του νεοφιλελεύθερου «δόγματος του σοκ».

Για να καταλάβουμε την ιστορική σημασία του γεγονότος, ας ανατρέξουμε σύντομα στα δύο μεταπολεμικά προηγούμενα αριστερού κόμματος που κατέκτησε ή πλησίασε πρωτοκαθεδρία εντός κοινοβουλευτικού συστήματος.
Η πρώτη περίπτωση είναι αυτή του Κ.Κ. Γαλλίας κατά την πρώτη δεκαετία μετά την Απελευθέρωση (1945-1956), όταν ήταν η πρώτη πολιτική δύναμη της χώρας και του Κοινοβουλίου, με ποσοστά που κυμαίνονταν μεταξύ 26 και 28%.
Η δεύτερη είναι η Ιταλία της δεκαετίας του 1970, όταν, στις εκλογές του 1976, το ιταλικό Κ.Κ. εκτινάχτηκε από το 27 στο 34%, στη δεύτερη θέση με διαφορά 4 μονάδων από τη Χριστιανοδημοκρατία και με σχετικά ανοιχτό ακόμη το ενδεχόμενο συμμαχίας με τους σοσιαλιστές (που κυμαίνονταν στο 10%).
Τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ιταλία είχαμε συνθήκες αμιγούς κοινοβουλευτισμού και αναλογικό εκλογικό σύστημα. Και στις δύο περιπτώσεις το σύστημα αναδιατάχθηκε ραγδαία, με σκοπό να παρεμποδίσει την άνοδο της Αριστεράς στην εξουσία. Και το πέτυχε, αν και με διαφοροποιημένες στρατηγικές.
Στη Γαλλία αντιμετώπισε με βίαιη καταστολή τις ημι-εξεγερσιακού τύπου απεργίες που εξαπέλυσαν το 1947 το Κ.Κ. και τα προσκείμενα σ'αυτό συνδικάτα. Και κυρίως δημιούργησε μια «υγειονομική ζώνη» γύρω από τους κομμουνιστές, που τους απομόνωσε από κάθε δυνατό σύμμαχο, χωρίς να διστάσει να στείλει, τον Μάιο του 1952, στη φυλακή ακόμη και την ηγεσία του κόμματος. Αυτά δεν στάθηκαν όμως αρκετά, και χρειάστηκε η καθεστωτική ανατροπή του 1958, όταν ο στρατός επέβαλε τη «λύση Ντε Γκολ» στην παραπαίουσα λόγω των αποικιακών πολέμων Τέταρτη Δημοκρατία, και έβαλε τη Γαλλία στην τροχιά της «προεδρικής μοναρχίας» στην οποία παραμένει ώς τις μέρες μας.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Στα χνάρια της… Ελλάδας, η Γαλλία του Ολάντ...

του Μωυση Λιτση...
Ήρθε λοιπόν και ο καιρός της Γαλλίας για όσους είχαν αυταπάτες ότι η οικονομική κρίση που μαστίζει την ευρωζώνη και την ΕΕ θα περιοριζόταν εντός των τειχών του «ανεπρόκοπου» νότου.
 Η Γαλλία του Ολάντ η οποία υποτίθεται θα έκανε τη… διαφορά και θα προωθούσε ένα διαφορετικό μείγμα πολιτικής με στόχο την ανάπτυξη στην Ευρώπη, είναι η πρώτη χώρα του ευρωπαϊκού βορρά που ακολουθεί μέτρα τύπου… Ελλάδας. Ο νέος Γάλλος πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλ, θεωρούμενος εκ των βασικών εκπροσώπων της δεξιάς πτέρυγας στο κυβερνόν σοσιαλιστικό κόμμα-το 2009 είχε ζητήσει να αφαιρεθεί η λέξη «σοσιαλιστικό» από το όνομα-ο οποίος ανέλαβε τα ηνία μετά την πρόσφατη πανωλεθρία στις τοπικές εκλογές του σοσιαλιστικού κόμματος και την ενίσχυση του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου της Μαρίν Λεπέν, ανακοίνωσε προ ημερών σειρά μέτρων που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από όσα οι Ευρωπαίοι δανειστές επέβαλλαν στη χώρα μας και τις άλλες υπερχρεωμένες χώρες του ευρωπαϊκού νότου.
 Όπως και στον ευρωπαϊκό νότο το επιχείρημα για τη λήψη δραστικών μέτρων λιτότητας που πλήττουν την πλειονότητα του γαλλικού λαού, είναι η απώλεια ανταγωνιστικότητας έναντι της Γερμανίας-βασικού ανταγωνιστή των γαλλικών επιχειρήσεων στην ΕΕ-και η αύξηση του κόστους δανεισμού, καθώς οι περιώνυμοι οίκοι αξιολόγησης είχαν αρχίσει το έργο τους πριν την εκλογή Ολάντ τον Μάϊο του 2012
 

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Η 18η Μπρυμαίρ του Ολλανδού...

Στο δεύτερο γύρο των γαλλικών δημοτικών εκλογών επιβεβαιώθηκε η πανωλεθρία της κυβερνητικής Αριστεράς, σε συνεργασία με το Κ.Κ., και η κατίσχυση της Δεξιάς και της ακροδεξιάς.
Η Αριστερά υπό όλες τις αποχρώσεις απώλεσε 160 δήμους σε πόλεις με πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων, διατήρησε 349, η Δεξιά κατίσχυσε σε 572. Η ακροδεξιά αποκόμισε 11.
Ωστόσο, η άνοδός της φαίνεται καθαρότερα στις ψήφους της, που αυξήθηκαν κατά 7,5 εκατοστιαίες μονάδες, παρά στον αριθμό των δημάρχων που εξέλεξε. Σε αρκετές πόλεις έφθασε μέχρι 40% των ψήφων, χωρίς όμως να μπορεί να εκλέξει δήμαρχο.
Για τις συνεργαζόμενες σοσιαλιστική και κομμουνιστική Αριστερά, το εκλογικό αποτέλεσμα προκάλεσε σοκ. Χάθηκαν ιστορικά προπύργια της Αριστεράς: Τουλούζ, Λιμόζ, Μπελφόρ, Σαμπερί, Νεβέρ. Κρατήθηκαν το Παρίσι, η Λίλη, η Λιόν, με μειωμένα πάντως ποσοστά. Το εφιαλτικότερο: μέγα μέρος των παραδοσιακά «κόκκινων» εργατικών προαστίων πέρασαν στη Δεξιά, όπως οι περιοχές των Παρισιού, Λίλης, Λιόν, Μασσαλίας.
Οσον αφορά την Αριστερά της Αριστεράς υπό τον Μελανσόν, είχε μία μόνον επιτυχία στην Γκρενόμπλ, αλλά σε συνεργασία με οικολόγους και ανέντακτους.
Καθοριστική ήταν η αποχή: μεταξύ των δύο γύρων αυξήθηκε σε 36,3%, παρά τις εκκλήσεις των αριστερών κομμάτων για προσέλευση στις κάλπες, δεδομένου ότι οι αποχείς ήσαν κυρίως ψηφοφόροι τους. Οπου η αποχή αυξήθηκε, ανέβηκαν τα ποσοστά της Δεξιάς και της ακροδεξιάς. Κλειδί για τη γαλλική τραγωδία παραμένει το μερίδιο και το νόημα της αποχής. Οπωσδήποτε εκφράζει βαθιά και οριστική απογοήτευση από την κυβέρνηση του Φρανσουά Ολάντ, αφού δεν έχει τηρήσει καμία από τις επαγγελίες και δεσμεύσεις με τις οποίες είχε αποσπάσει εμπιστοσύνη προ διετίας. Αντί να βελτιώνει τη θέση των μισθωτών, παραχωρεί αύξουσες εισφοροαπαλλαγές και επιδοτήσεις στην εργοδοσία, ενώ παράλληλα η ανεργία και η φτώχεια δεν παύουν να επεκτείνονται.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Η γαλλική και ιταλική επιπλοκή της Ευρωζώνης...

Την προηγούμενη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε μια σπάνια έξαρση ειλικρίνειας, ανακοίνωσε ότι η Γαλλία και η Ιταλία έχουν πλέον γίνει το επίκεντρο του προβλήματος της Ευρωζώνης. Οι δύο χώρες πάσχουν από έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Πολύ σωστή η θέση της Επιτροπής, μόνο που δεν ήθελε, ή δεν είχε το κουράγιο, να βγάλει τα λογικά συμπεράσματα. Ας συμβάλλουμε λοιπόν στις προσπάθειες των καλών γραφειοκρατών των Βρυξελλών με μια απλή ανάλυση.   
 
Το διάγραμμα που παραθέτω προέρχεται από μια μελέτη που έκανα το 2013 από κοινού με το Χάινερ Φλάσμπεκ για λογαριασμό του Ινστιτούτου Ρόζα Λούξεμπουργκ στη Γερμανία. Δείχνει τη μεταβολή του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Ισπανία. Το ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας είναι ο πλέον διαδεδομένος δείκτης ολικής, ή εθνικής, ανταγωνιστικότητας, διότι λαμβάνει υπόψη του τις αλλαγές στην παραγωγικότητα και εστιάζει στις αλλαγές του συνολικού κόστους εργασίας. 
 
Αν η καμπύλη μιας χώρας υπερβαίνει αυτή μιας άλλης, η πρώτη χάνει ανταγωνιστικότητα. Η μεταβολή του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας είναι επίσης πολύ στενά συνδεδεμένη με τον πληθωρισμό, χωρίς βέβαια να τον προκαλεί. Για το λόγο αυτό το διάγραμμα δείχνει και το στόχο πληθωρισμού της ΕΚΤ, που βρίσκεται λίγο πιο κάτω από 2%. Αν το κόστος εργασίας μιας χώρας υπερβαίνει συστηματικά αυτό μιας άλλης, τότε και ο πληθωρισμός της θα είναι υψηλότερος, άρα θα χάνει ανταγωνιστικότητα.

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Το αληθινό σκάνδαλο στη Γαλλία...


Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στον Φρανσουά Ολάντ, τον πρόεδρο της
Γαλλίας, ιδίως από τότε που έγινε σαφές ότι δεν είχε σκοπό να τα βάλει
με την καταστροφική, προσανατολισμένη στη λιτότητα πολιτική ορθοδοξία.
Αλλά τώρα έκανε κάτι πραγματικά σκανδαλώδες.

Και φυσικά δεν αναφέρομαι
στη φημολογούμενη σχέση του με μία ηθοποιό, που, αν είναι αλήθεια ούτε
έκπληξη προκαλεί (μιλάμε για τη Γαλλία, έτσι; ) ούτε και ενοχλεί. Όχι,
αυτό που προκαλεί είναι η υιοθέτηση απαξιωμένων δεξιών οικονομικών
δογμάτων.

Είναι μία υπενθύμιση ότι τα οικονομικά προβλήματα της Ευρώπης δεν
οφείλονται αποκλειστικά στις κακές ιδέες της Δεξιάς. Σύμφωνοι, ανάλγητοι
και άστοχοι συντηρητικοί κατευθύνουν τις πολιτικές επιλογές, αλλά
διευκολύνονται από άνευρους, «θολωμένους» πολιτικούς της μετριοπαθούς
Αριστεράς.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Ξενοφοβία εν ονόματι του κοινωνικού κράτους...

 Spire Alexis,  monde-diplomatique.gr,  μεταφραση Κούτσης Θανάσης....
Εφόσον τα δημόσια οικονομικά δεν πάνε καλά, πρέπει να προστατεύσουμε το κοινωνικό κράτος εντοπίζοντας όσους εξαπατούν το σύστημα, αλλά και περιορίζοντας τις παροχές προς τους αλλοδαπούς. Αυτός ο συλλογισμός, που προωθείται από πολλούς Ευρωπαίους πολιτικούς, έχει πλέον κερδίσει τη νομιμοποίησή του σε πολλές χώρες της Γηραιάς Ηπείρου, συμπεριλαμβανομένης και της Γαλλίας.

Αν και οι λύσεις για την έξοδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την οικονομική κρίση προκύπτουν μέσα από έντονες διαφωνίες, υπάρχει ένα θέμα στο οποίο οι πολιτικοί ηγέτες της Γηραιάς Ηπείρου συναινούν : η καταπολέμηση εκείνων που καταχρώνται τα συστήματα κοινωνικής προστασίας. Οι μετανάστες από τη Βόρεια ή την υποσαχάρια Αφρική, και πιο πρόσφατα οι Ρομά, αποτελούν τον πρώτο στόχο αυτής της νέας σταυροφορίας. Σε μια επιστολή της 23ης Απριλίου 2013, οι υπουργοί Εσωτερικών της Γερμανίας, της Αγγλίας, της Αυστρίας και της Ολλανδίας διαμαρτύρονταν ενώπιον της ιρλανδικής προεδρίας καταγγέλλοντας « τις συστηματικές απάτες και καταχρήσεις του δικαιώματος στην ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων που προέρχονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ». Σαν να μην μιλούσαμε πλέον για οικονομική μετανάστευση, αλλά για επιδοματικό τουρισμό.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Το γαλλικό αδιέξοδο...


Ποιος θυμάται σήμερα τις ελπίδες που έτρεφαν τόσοι – και στην Ελλάδα – για την προεδρία Ολάντ; Η πραγματικότητα αποδείχθηκε τελείως αντίθετη, με τη δημοτικότητα του Ολάντ σε ελεύθερη πτώση, την εμφάνιση οργανωμένης λαϊκής δυσαρέσκειας και την εντυπωσιακή άνοδο του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου. Παράλληλα η Γαλλία έχει χάσει την ικανότητα να διαμορφώνει την πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Τα αίτια είναι οικονομικά στη ρίζα τους. Η γαλλική οικονομία παρουσιάζει αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης που ίσως φτάσουν το 1% του χρόνου. Η ανεργία ήδη βρίσκεται στο 11% και το δημόσιο χρέος ξεπέρασε το 95% του ΑΕΠ. Υπάρχει μεγάλη απώλεια ανταγωνιστικότητας και οι διεθνείς εμπορικές συναλλαγές έχουν γίνει ελλειμματικές. Η αξιοπιστία του δημοσίου έχει πληγεί από δύο διαδοχικές υποβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης. Η χώρα λιμνάζει οικονομικά, πράγμα που αντανακλάται κατά μήκος και πλάτος της κοινωνίας. 
Η κυβέρνηση Ολάντ δε φαίνεται δυστυχώς να κατανοεί τη φύση του προβλήματος, ή αν την καταλαβαίνει – που είναι και το πιθανότερο – δεν έχει το κουράγιο να κάνει αυτό που χρειάζεται. Η οικονομική δυστοκία της Γαλλίας πηγάζει από την απώλεια ανταγωνιστικότητας μέσα στο πλαίσιο της ΟΝΕ. Πρόκειται για το ίδιο φαινόμενο που οδήγησε στην καταστροφή της περιφέρειας το 2010-13 και το οποίο σταδιακά εμφανίζεται και στις χώρες του κέντρου. Η βαθύτερη πηγή του είναι φυσικά η Γερμανία.

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Η σκληρή πραγματικότητα της πλούσιας Ευρώπης / La cruda realidad de la rica europa...

απο Sierra Maestra...
Στη Γαλλία, οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι ...
Καθώς η κρίση έπληξε κυρίως τα λαϊκά στρώματα και τις μεσαίες τάξεις στη Γαλλία, οι πολύ πλούσιοι αύξησαν τον πλούτο τους κατά 25% μόλις μέσα σε ένα μόνο χρόνο.

Με ετήσια παραγωγή πάνω από 1,9 δισ. ευρώ η Γαλλία, πέμπτη δύναμη στον κόσμο, δεν ήταν ποτέ πριν τόσο πλούσια στην ιστορία της.
Ωστόσο, από το 1945, η χώρα δεν είχε ποτέ μεγαλύτερο ποσοστό από 8,6 εκατομμύρια ανθρώπους να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, δηλαδή περισσότερο από το 14% του πληθυσμού. Μια κυβερνητική έκθεση αναλύει αυτή την ανησυχητική διαπίστωση και αναγνωρίζει "τη μάζα της αβεβαιότητας που φτάνει ακόμα και στα νοικοκυριά που προστατεύονταν προηγουμένως".

Τα παιδιά και οι νέοι σε γενικές γραμμές είναι τα πρώτα θύματα της φτώχειας. "Όλο και περισσότεροι νέοι ενήλικες και παιδιά γνωρίζουν μόνο τη φτώχεια ως προϋπόθεση για το μέλλον", παραδέχεται ο François Hollande, μέλος της γαλλικής κυβέρνησης.

Συνολικά, 2,7 εκατομμύρια παιδιά ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Επιπλέον, το 21,9% των ατόμων ηλικίας 18-24 ετών ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Η κατάσταση είναι ακόμη πιο δραματική στις ευαίσθητες αστικές περιοχές, όπου το 49% των παιδιών και 42,5% των 18-24 ετών ζουν σε φτωχά νοικοκυριά.

Από την άλλη πλευρά, το 12% των νέων δεν έχουν πτυχίο και κάθε χρόνο πάνω από 130.000 ατόμων εγκαταλείπουν το σχολείο χωρίς προσόντα. Πάνω από το 10% των 17 ετών έχουν δυσκολίες στην ανάγνωση.

Οι γυναίκες άνω των 75 ετών είναι επίσης τα πιο ευάλωτα άτομα στον υλική στέρηση. Στην πραγματικότητα, το 14,1% από αυτές ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Η κυβέρνηση το αναγνωρίζει.

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Ενα θερινό μάθημα για τη διαγραφή του χρέους...

του Γιωργου Κατρουγκαλου, απο την Ελευθεροτυπια...
Η πυκνή ειδησεογραφία των ημερών γύρω από την αντιμεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης και το επακόλουθο κυνήγι κεφαλών έκρυψε ένα σημαντικό πολιτικό και νομικό μάθημα για το χρέος, που έρχεται από την Αργεντινή μέσω Νέας Υόρκης.
Ηταν γνωστό ότι εκκρεμεί προσφυγή της Αργεντινής ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ εναντίον ενός από τα κερδοσκοπικά «όρνεα» (vulture funds) που δεν είχαν αποδεχθεί τη μονομερή αναδιάρθρωση χρέους του 2002. Αυτό που εξέπληξε τους περισσότερους παρατηρητές ήταν ότι η Γαλλία, ως άτυπος εκπρόσωπος της «Λέσχης των Παρισίων», του οργανισμού των διεθνών πιστωτών, άσκησε παρέμβαση (amicus curiae) υπέρ της Αργεντινής Δημοκρατίας, αποδεχόμενη τις απόψεις της.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο σε προηγούμενες πράξεις του δράματος αποδοκίμαζε τη μονομερή διαγραφή τού χρέους ως τυχοδιωκτική, είχε επίσης αποφασίσει την κατάθεση όμοιας παρέμβασης, για να υπαναχωρήσει μόλις την τελευταία στιγμή, έπειτα από συνεννοήσεις με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών. Πώς εξηγείται η αιφνίδια αυτή αλλαγή ρόλων και ποιο είναι το πολιτικό και νομικό μάθημα που η Ελλάδα μπορεί να αντλήσει από την ιστορία αυτή;
Ας δούμε πρώτα πρώτα τα γεγονότα. Υστερα από την απέλπιδα, σισύφεια προσπάθεια να ικανοποιήσει τους όρους των δανειστών και την πλήρη αποτυχία των δικών της μνημονίων, η Αργεντινή με το Διάταγμα 256/2002 της 6ης Φεβρουαρίου του 2002 ανέστειλε μονομερώς την πληρωμή του εξωτερικού της χρέους, με σκοπό την αναδιάρθρωσή του. Ουσιαστικά η χώρα πρότεινε στους δανειστές της να δεχθούν νέα ομόλογα στη θέση των παλαιών, μεταξύ του 25% και του 33% της αξίας των τελευταίων. Το 93% των πιστωτών αποδέχθηκαν την πρόταση αυτή, προκειμένου να μη χάσουν όλα τα χρήματά τους.
Ορισμένα όμως κερδοσκοπικά «όρνεα» αγόρασαν στη δευτερογενή αγορά σε εξευτελιστικές τιμές τα αρχικά ομόλογα και επεδίωξαν δικαστικά την πλήρη αποπληρωμή τους στο 100% της αξίας τους. Ενα από αυτά, το Elliot Fund, κατέθεσε σχετική αγωγή ενώπιον των δικαστηρίων της Νέας Υόρκης, δεδομένου ότι τα ομόλογα που είχε στην κατοχή του προέβλεπαν εφαρμογή του Δικαίου και δικαιοδοσία των δικαστηρίων της πολιτείας αυτής. Το Ταμείο κέρδισε τη δικαστική μάχη και στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό (ενώπιον του Second Circuit), μολονότι το αμερικανικό Δημόσιο είχε ασκήσει παρέμβαση υπέρ των θέσεων της Αργεντινής. Οι Αμερικανοί δικαστές ερμήνευσαν τη ρήτρα περί ίσης ικανοποίησης (pari passu) των ομολόγων θεωρώντας ότι η Αργεντινή δεν μπορούσε να πληρώσει τους κατόχους των «νέων» ομολόγων χωρίς να πληρώσει και τα «παλαιά».
Ο λόγος για τον οποίο η Αργεντινή βρήκε κράτη σαν τη Γαλλία και την Αμερική και παραλίγο και το ΔΝΤ ως συμμάχους της είναι απλός: οποιαδήποτε αμφισβήτηση της αναδιάρθρωσης του χρέους δεν κινδυνεύει μόνο να αποσταθεροποιήσει την οικονομία της Αργεντινής και των άλλων νοτιοαμερικανικών χωρών, αλλά και να θέσει δυνάμει σε αμφισβήτηση και όσες μελλοντικές αναδιαρθρώσεις χρέους καταστούν αναπόφευκτες.
Οι οπαδοί της εθελοδουλείας είχαν δει στις αποφάσεις των αμερικανικών δικαστηρίων τη δικαίωση των απόψεών τους, ότι δηλαδή τα κράτη είναι αδύναμα ενώπιον των αγορών και των «ορνέων» τους. Αλλα όμως είναι τα διδάγματα από την ιστορία αυτή:
- Κατ' αρχάς, το αυτονόητο: όταν μια χώρα αποδέχεται να διέπονται τα ομόλογά της από άλλο Δίκαιο, υπό την κρίση αλλοδαπού δικαστηρίου (όπως συμφώνησαν Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ με το διαβότητο PSI), απαλλοτριώνει ένα μεγάλο μέρος του νομικού της οπλοστασίου και καθίσταται, αντικειμενικά, πιο ευάλωτη.
- Ακόμη και έτσι, όμως, τα κράτη δεν εξομοιώνονται με τους ιδιώτες πιστωτές, εφ' όσον παραμένουν πάντα φορείς πρωτογενούς κυριαρχίας. Το εάν και το πώς θα εφαρμοστούν αποφάσεις ξένων δικαστηρίων στο έδαφός τους θα κριθεί τελικά με βάση το εθνικό τους συμφέρον και από τα δικά τους δικαστήρια.
- Το σημαντικότερο: όποια και να είναι η έκβαση οποιασδήποτε εκκρεμούς δίκης, το θέμα του δημόσιου χρέους δεν είναι κυρίως νομικό, είναι πρώτιστα πολιτικό. Οταν μια χώρα, όπως συνέβη στις περιπτώσεις της Αργεντινής, του Ισημερινού ή της Ρωσίας, συμβατικά ή -στην ανάγκη- μονομερώς αναδιαρθρώσει το χρέος που είναι αδύνατο να εξυπηρετήσει, η διεθνής κοινότητα αργά ή γρήγορα αποδέχεται το σχετικό πολιτικό γεγονός, εν όψει της ανάγκης σταθεροποίησης των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Δεν είναι, συνεπώς, μόνο το διεθνές δίκαιο που επιτρέπει στα κράτη να δώσουν προβάδισμα στις ανάγκες των πολιτών τους έναντι των υποχρεώσεων απέναντι στους δανειστές, όταν είναι αδύνατο να ικανοποιηθούν και οι δύο. Και η πολιτική αναγκαιότητα καταλήγει στο τέλος να είναι σύμμαχός τους.
Αρκεί η πολιτική τους τάξη να ενεργεί με βάση τα συμφέροντα των λαών και όχι των δανειστών τους. Χρειάζεται να πούμε ότι η παρούσα κυβέρνηση δεν ανταποκρίνεται σε αυτό το κριτήριο;

*Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

«Salut à toi...», σύντροφε Κλεμάν...

Της Έλσας Παπαγεωργίου, απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
Η Γαλλία είναι μια από τις χώρες όπου η «θεωρία των δύο άκρων», δηλαδή η εξομοίωση της άκρας δεξιάς με την άκρα αριστερά δεν είναι μια καινούργια καραμέλα. Είναι μια παλιά καραμέλα. Ο μακρύς κατάλογος των θυμάτων, κυρίως μεταναστευτικής καταγωγής, που έπεσαν κάτω από τα φονικά χτυπήματα σκίνχεντ που φώλιαζαν για πολλά χρόνια στη ζεστή αγκαλιά του Εθνικού Μετώπου, δεν φάνηκε να συγκινεί το γαλλικό πολιτικό κατεστημένο, που προωθούσε συστηματικά την εν λόγω θεωρία παράλληλα με την εξελισσόμενη απο-μαρξικοποίηση της διανοητικής και πολιτικής ζωής της χώρας.

Η ιδεολογική ηγεμονία των «νέων φιλοσόφων» της ευθείας γραμμής που πήγαινε από τον Χέγγελ κατευθείαν στα γκούλαγκ, όπως εύστοχα καυτηριάζει ο Φρέντρικ Τζέιμσον, οδήγησε στην εμφάνιση της ευθείας γραμμής στο εγκεφαλογράφημα της  πολιτικής και της διανόησης, σε συνδυασμό με το «χτύπημα» της εναλλαγής στην εξουσία μιας νεοφιλελεύθερης «σοσιαλδημοκρατίας» με μια νεοφιλελεύθερη δεξιά και τούμπαλιν.

Ο Κλεμάν Μερίκ ήταν ένας πολιτικοποιημένος νέος με έντονο αντιφασιστικό φρόνημα και ιδέες. Στη συνέχεια της τεθλασμένης γραμμής των αντιστάσεων, πήγε στο Παρίσι να σπουδάσει στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών, ένα από τα πιο εκλεκτά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Συνδικαλίστηκε με το αριστερό φοιτητικό συνδικάτο Sud Etudiant της Ομοσπονδίας Solidaires. Συμμετείχε ενεργά στην Αντιφασιστική Δράση σε Παρίσι και Προάστια (αντιφά).

Ο Κλεμάν  μοίραζε αντιφασιστικές προκηρύξεις, πάλευε ενάντια στο πανεπιστήμιο-επιχείρηση, για συνολική και κριτική γνώση, πήγαινε σε αντιδιαδηλώσεις ενάντια στις φασιστοσυνάξεις, πάλευε ενάντια στο ρατσισμό, το σεξισμό και την ομοφοβία. Ήταν αντικαπιταλιστής κι ελευθεριακός. Στο μπαρ που σύχναζε μαζεύτηκαν οι σύντροφοι και φίλοι του το μεσημέρι της Πέμπτης 6 Ιούνη πριν του πουν το τελευταίο αντίο στον πεζόδρομο της οδού Κομαρτάν όπου δολοφονήθηκε από τους ακροδεξιούς σχίνχεντ.

Την Τετάρτη 5 Ιούνη, το απόγευμα, ο Κλεμάν έβγαινε με τους φίλους και συντρόφους του από ένα παζάρι ρούχων. Είχαν ήδη διασταυρωθεί με τους φασίστες. Τατουάζ με αγκυλωτούς σταυρούς και μπλούζες μάρκας «Λευκή δύναμη» και «Αίμα, τιμή» δεν κρύβονται. Ενημέρωσαν τον ιδιωτικό φύλακα του καταστήματος για την παρουσία των φασιστών ο οποίος τους είπε να μην κάνουν φασαρία στο μαγαζί και τους παρέπεμψε σε δύο αστυνομικούς οι οποίοι για κάποιο λόγο έφυγαν. Οι φασίστες περίμεναν τους αντιφασίστες έξω από το χώρο πώλησης έχοντας καλέσει κι άλλους για ενισχύσεις. Τους κύκλωσαν και τους επιτέθηκαν. Ο Κλεμάν, δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Χτυπώντας τον με σιδερογροθιά στο πρόσωπο, τον έριξαν σε ένα μεταλλικό στύλο, χτύπησε το κεφάλι του και δεν ξύπνησε ποτέ ξανά.

Η αστυνομία έχει προβεί ήδη σε συλλήψεις [1]. Υπήρχαν πολλοί αυτόπτες μάρτυρες και κάμερες που κατέγραψαν την επίθεση [2].

Κι αφού υπήρχαν τόσοι μάρτυρες, πως τόλμησαν τέτοια επίθεση, θα αναρωτηθεί κάποιος που δεν έχει ακόμα αντιληφθεί ότι το να υπάρχουν μάρτυρες είναι μέρος του σεναρίου των φασιστικών επιθέσεων. Στην Ελλάδα το σενάριο έχει πια εμπεδωθεί.

Στη Γαλλία φασιστικές ομάδες (Jeunesses Nationalistes, Troisième Voie, Bloc Identitaire, GUD, Vox Populi και άλλες) που είχαν εξαφανιστεί από τον πολιτικό χάρτη και κρυφτεί για χρόνια στις τρύπες τους, πολλαπλασιάζουν και οξύνουν τις επιθέσεις τους ενάντια σε ομοφυλόφιλους-ες, «αριστεριστές», μετανάστες ή Γάλλους που προέρχονται από τη μετανάστευση. Η λίστα των επιθέσεων είναι μεγάλη και διαρκώς μεγαλώνει: Τούρ, Λυών, Ζιβόρ, Λίλ, Παρίσι, Τουλούζ [3]...  

Οι διαδηλώσεις, αυτο-αποκαλούμενες «για όλους», ενάντια στο νόμο για το «γάμο για όλους» αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για την επανεμφάνιση, την ενδυνάμωση, και την νομιμοποίησή τους απέναντι σε ένα κόσμο που, αν και συντηρητικός, είχε δυσκολία να συνευρεθεί και να οσμωθεί με φασιστικές και νεοναζιστικές ομάδες. Είδαμε τις τελευταίες, στο περιθώριο των διαδηλώσεων ενάντια στο γάμο των ομοφυλόφιλων ζευγαριών να επιχειρούν να προκαλέσουν συγκρούσεις με την αστυνομία. Να διαπράττουν δεκάδες ξυλοδαρμούς, να επιτίθενται σε πορείες ακόμα και συνδικαλιστικές. Η συσπείρωση και η μαζικοποίηση του συντηρητικού χώρου ενάντια στο γάμο για όλους αναμόχλευσε τα πιο ακραία συντηρητικά αντανακλαστικά και έφερε στην επιφάνεια το πιο αποκρουστικό πρόσωπο τους.

Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κρίση είναι παρούσα στη Γαλλία. Όχι με τον τρόπο που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στον ευρωπαϊκό νότο. ‘Έχουμε όμως μια διαρκή και συστηματική συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους που στηρίχτηκε για χρόνια στο δόγμα των «παράσιτων» που ζουν χάρη στη δουλειά των άλλων. Έχουμε μορφές βίαιου αποκλεισμού τεράστιων κομματιών της γαλλικής κοινωνίας που οξύνει την ταυτοτική αναδίπλωση ένθεν κακείθεν. Χωρίς να ξεχνάμε τη δυναμική που φαίνεται να αναπτύσσει ο φασισμός και ο νέο- ναζισμός στην Ευρώπη με ζοφερή πρωταγωνίστρια την Ελλάδα. Η δολοφονία του Κλεμάν εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο όξυνσης της φασιστικής και ρατσιστικής βίας που σε κάθε χώρα αποκτά πια χαρακτηριστικά μιας εμφύλιας διαμάχης.

Σήμερα σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος σπεύδει να καταδικάσει τη στυγνή και αποτρόπαια πράξη. Ακόμα και η Μαρίν Λεπέν, που κάθε φορά προσθέτει και νέα επίθετα στους χαρακτηρισμούς της, ακόμα και η νεαρή ανιψιά της που εκφράζει τη φασιστική φωνή του Εθνικού Μετώπου στο γαλλικό κοινοβούλιο. Όμως ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς και η πορεία του θα εξαρτηθεί από τη στάση του γαλλικού πολιτικού φάσματος απέναντι στη «θεωρία των δύο άκρων». Ήδη ο ηγέτης του κόμματος της δεξιάς Ζαν Φρανσουά Κοπέ απαιτεί τη διάλυση όλων των ακροδεξιών και ακροαριστερών ομάδων που “αποτελούν κίνδυνο”, εξομοιώνοντας το θύμα της δολοφονίας με τους θύτες του. Από την άλλη, ο Εμμανουέλ Βάλς, του Σοσιαλιστικού Κόμματος, συνιστά προσοχή απέναντι στα αμαλγάματα, τονίζοντας ότι είναι οι ακροδεξιές ομάδες που εδώ και μήνες προπαγανδίζουν το μίσος [4].

Όσο για την ακροδεξιά της Λεπέν και για το πόσο έχει συντελεστεί η η εκκαθάριση στο εσωτερικό του Εθνικού Μετώπου από αυτούς που πριν από κάποια χρόνια σκότωναν στο όνομά τους, θυμίζει έντονα Βορίδη ή και Κρανιδιώτη, ή ακόμα και τους χρυσαυγίτες όταν προσπαθούν να πείσουν ότι ο ναζισμός τους ανήκει στο παρελθόν.

Σύντροφε Κλεμάν, ό,τι κι αν πούμε τίποτα δεν θα μπορέσει να ξαναδώσει το χαμόγελο στους γονείς σου και τους αγαπημένους σου ανθρώπους. Σου λέω μόνο Salut à toi, δεν θα ξεχάσουμε, θα παλέψουμε για να μην πάνε χαμένοι οι αγώνες σου και τα όμορφα δεκαεννιά σου χρόνια.

Νο pasaràn

____________

Σημειώσεις

[1] http://www.lemonde.fr/societe/article/2013/06/06/l-auteur-presume-de-l-agression-contre-clement-meric-interpelle_3425537_3224.html#ens_id=3424950&xtor=RSS-3208
[2] http://www.meltycampus.fr/clement-meric-ses-amis-temoignent-les-skins-se-sont-jetes-sur-nous-a185039.html
[3] http://www.humanite.fr/politique/lagression-de-clement-meric-nest-pas-un-acte-pas-i-543212
[4] http://www.humanite.fr/politique/pour-jean-francois-cope-extreme-droite-egale-extre-543305

Το άρθρο δημοσιεύεται στην Εποχή

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Αξιολόγηση : ένα όπλο καταστροφής...

monde-diplomatique...
Bruno Isabelle , Didier EmmanuelΜετάφραση: Θανασης Κούτσης.
Αξιολόγηση : μια ποσοτική μέθοδος αξιολόγησης που ξεκίνησε από τις επιχειρήσεις και μιλά για « βέλτιστες πρακτικές » και « ποιότητα », αλλά οδηγεί σε μια άνευ νοήματος κούρσα ανταγωνισμού και σε πτώση του επιπέδου των παρεχόμενων υπηρεσιών, εφαρμόζεται και στο γαλλικό Δημόσιο. Και τα αποτελέσματά της δεν είναι τα αναμενόμενα από εκείνους που την επέβαλαν, το αντίθετο μάλιστα.

« Η συγκριτική προτυποποίηση [1] είναι υγεία ! », διατυμπάνιζε, το 2008, η κυρία Λοράνς Παριζό, επαναλαμβάνοντας το σύνθημα του συνεδρίου του Κινήματος Επιχειρήσεων της Γαλλίας (MEDEF), που εκείνη τη χρονιά είχε λάβει χώρα στο ημικύκλιο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Για όποιον αγνοούσε την έννοια benchmarking, η αγόρευσή της –που συνιστούσε την εφαρμογή της διαδικασίας στα προϊόντα, στις υπηρεσίες, στις ιδέες, στους μισθωτούς, στις χώρες κ.ο.κ.– προκαλούσε μια κάποια αμηχανία.
Περί τίνος επρόκειτο ; Περί του εγκωμίου των πλεονεκτημάτων μιας τεχνικής μάνατζμεντ που συνίσταται « στην αξιολόγηση μέσα από μια ανταγωνιστική οπτική, με στόχο τη βελτίωση ». Για την κυρία Παριζό, η « συγκριτική προτυποποίηση » μιας χώρας σήμαινε « να τη συγκρίνεις με άλλες », προκειμένου να προσδιορίσεις « τις βέλτιστες πολιτικές » –εννοώντας « το πιο επωφελές σύστημα φορολόγησης », « τη λιγότερο επιβαρυντική δημόσια διοίκηση », « το πιο αξιόλογο πανεπιστήμιο » [2]…– και να εμπνέεσαι μεριμνώντας για την ανταγωνιστικότητα [3]. Μια απλή συνταγή, που από τη δεκαετία του 1990 τα αφεντικά των μεγάλων επιχειρήσεων επιδιώκουν να διαδώσουν στους ηγέτες όλου του κόσμου. Έτσι, το 1996, η Στρογγυλή Τράπεζα των Ευρωπαίων Βιομηχάνων (European Round Τable, ERT) συνδιοργάνωσε με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα σεμινάριο προκειμένου να προωθήσει την άσκησή της στους υπεύθυνους λήψης πολιτικών αποφάσεων, ώστε « να βοηθήσει τις κυβερνήσεις να δικαιολογούν τις αναπόφευκτες δύσκολες επιλογές » [4]. Δύσκολες για ποιους ; Το σημείο αυτό δεν διευκρινιζόταν.
Το benchmarking παράγει benchmarks (πρότυπα σύγκρισης/κριτήρια), δηλαδή στόχους που πρέπει να επιτευχθούν και οι οποίοι δεν καθορίζονται σε απόλυτα μεγέθη σύμφωνα με τις απαιτήσεις ενός εργοδότη, αλλά σε σχέση με εκείνο που υποτίθεται ότι έχει τις καλύτερες επιδόσεις στον κόσμο. Άρα, η ισχύς του benchmark δεν έχει να κάνει τόσο με την πυγμή ενός επιχειρηματικού ηγέτη ή την επιστημονικότητα ενός ποσοστού, όσο με την αντικειμενικοποίηση μιας επίδοσης. Στους επιφυλακτικούς, αντιτάσσεται το τεκμήριο ενός καλύτερου αποτελέσματος που καταγράφηκε κάπου αλλού. Έτσι, εν ονόματι της ανταγωνιστικής πραγματικότητας, γίνεται πιο εύκολη η αποδοχή των αναδιαρθρώσεων, των απολύσεων, του « εξορθολογισμού » των προϋπολογισμών και η επιβολή σιωπής σε όσους προτάσσουν « μη ρεαλιστικές » αντιρρήσεις.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συγκριτική προτυποποίηση αναπτύχθηκε στον ιδιωτικό τομέα από επιχειρήσεις όπως η Xerox και έγινε διαβόητη στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Έχοντας παρουσιαστεί ως το όπλο για την ανάκτηση κομματιών της αγοράς που είχαν χαθεί κάτω από την ορμή του « ιαπωνικού κύματος », συστήθηκε από τους οικονομολόγους του αναγνωρισμένου κύρους Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ), προκειμένου να ανασχέσει την πτώση των βιομηχανικών επιδόσεων της χώρας [5]. Καθιερώθηκε επίσης ως ένα από τα κριτήρια για την απονομή του βραβείου Μπάλντριτζ, θεσμοθετημένου από την κυβέρνηση Ρέιγκαν για να επιβραβεύει τους οργανισμούς που επιδιώκουν με τον μεγαλύτερο ζήλο την « ολική ποιότητα », είτε στους τομείς παραγωγής αγαθών και παροχής υπηρεσιών, είτε στους τομείς της υγείας και της παιδείας, είτε σε δραστηριότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

« Στράτευση των μισθωτών δυνάμεων »

Η συγκριτική προτυποποίηση οδηγεί τους εμπλεκόμενους συντελεστές να επιθυμούν να βελτιώνουν ακατάπαυστα τις επιδόσεις τους, να βρίσκονται διαρκώς σε αναζήτηση των « βέλτιστων πρακτικών », να θέτουν πάντοτε καινούργιους στόχους, να τίθενται όσο περισσότερο μπορούν στην υπηρεσία ενός σχετικού ιδεώδους, της « ποιότητας ». Η στράτευση όλων σε μια προσπάθεια καθοδηγούμενη από την ανταγωνιστικότητα, ιδανικά δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό, ούτε φυσικό ούτε νομικό. Τρέφεται από την καλή θέληση των συμμετεχόντων. Είτε είσαι πρόθυμος, « ενεργητικός » και αποδεικνύεις την « ολική απόδοσή » σου [6], είτε αποκλείεσαι από το παιχνίδι : αυτή είναι η « καταραμένη εναλλακτική » [7]. Εδώ κρύβεται ένας πολύ ιδιαίτερος τρόπος διαχείρισης των μελών μιας ομάδας.
Εφόσον απουσιάζουν τα μέσα εξαναγκασμού, τι τους κάνει να τρέχουν ; Τα μέσα αυτού του τρόπου διοίκησης δεν εξαντλούνται στα πριμ και στις ανταμοιβές, καθώς λειτουργεί με την πρωτοβουλία, την αυτοαξιολόγηση, την προσωπική δέσμευση, την ανάληψη ευθυνών, τη βουλησιαρχία. Κάποιοι μιλούν για « έλεγχο της υποκειμενικής δέσμευσης » [8] ή για « στράτευση των μισθωτών δυνάμεων » [9]. Οι συνταγές αυτές προβάλλουν ανάγλυφα τον αμφίσημο λόγο μιας κυριαρχικής δομής που τρέφεται από την ελευθερία, τη δημιουργικότητα και την υποκειμενικότητα των κυριαρχούμενων.
Μολονότι οι συγκεκριμένες αρχές επινοήθηκαν για να περιγράψουν τις μεταλλάξεις των εργασιακών σχέσεων μέσα στις επιχειρήσεις, ισχύουν εξίσου και για τη δημόσια διοίκηση. Σε μια περίοδο ισχνών δημοσιονομικών αγελάδων και γενικευμένης καταδίκης των γραφειοκρατικών υπερβολών, τίθεται εκτός συζήτησης κάθε πρόταση για περισσότερες δημόσιες παρεμβάσεις (ή για περισσότερα μέσα για τέτοιες) : πρέπει να υπάρξει καλύτερη οργάνωση, ώστε να παρέχονται οι καλύτερες υπηρεσίες με το ελάχιστο κόστος. Έτσι, το κλασικό φιλελεύθερο σλόγκαν για « λιγότερο κράτος » αντικαθίσταται από το νεοφιλελεύθερο σύνθημα για « καλύτερο κράτος ». Όμως, ο ορισμός τού τι είναι « καλύτερο » δεν είναι δεδομένος. Αν οι επιχειρήσεις έχουν ως στόχο το κέρδος, ποιοι σκοποί έχουν καθοριστεί για το κράτος και τις υπηρεσίες του ; Υπό δημοκρατικό καθεστώς, τους προσδιορίζει –θεωρητικά– ο λαός. Στην πραγματικότητα, το ερώτημα αυτό βρίσκεται πίσω από μια θεμελιακή για τις κοινωνίες μας πολιτική διχογνωμία. Ως εκ τούτου, τίποτε δεν μπορούμε να θεωρήσουμε προφανές, ούτε και φυσικό, στην πρακτική της συγκριτικής προτυποποίησης.
Το γεγονός ότι το κράτος κάνει χρήση των αριθμών δεν είναι καινούργιο : ήδη από τη γέννησή της, τον 18ο αιώνα, η στατιστική παρουσιάζεται ως η « επιστήμη του κράτους ». Η ειρωνεία της Ιστορίας : εκείνο που η δημόσια εξουσία επινόησε ως προνομιακό εργαλείο της, σήμερα εξυπηρετεί τον κατακερματισμό της, με το προκάλυμμα του « νέου τύπου μάνατζμεντ ». Κινητοποιώντας τις στατιστικές, η συγκριτική προτυποποίηση επιζητά να ιδιοποιηθεί τη μετασχηματιστική δύναμη που διαθέτουν. Προκειμένου να ξεχωρίσουμε τον στατιστικό μηχανισμό, του οποίου η διαμόρφωση συμπορεύθηκε με το κράτος, από το δίκτυο αριθμών που υφαίνεται από το benchmarking, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια « νέου τύπου δημόσια ποσοτικοποίηση » [10], όπως άλλοι μιλούν για ένα « νέου τύπου δημόσιο μάνατζμεντ ».
Κάτω από την ομπρέλα αυτής της « νέου τύπου δημόσιας ποσοτικοποίησης » ομαδοποιούνται τα στοιχεία με τα οποία βομβαρδιζόμαστε εδώ και πάνω από δέκα χρόνια. Αφορά δείκτες απόδοσης, ποσοτικές μεταβλητές, για τις οποίες τα στελέχη και οι υπάλληλοι οφείλουν να ενημερωθούν, προκειμένου να αποδείξουν την αποτελεσματικότητα της δραστηριότητάς τους· ποσοτικούς στόχους, πάνω στους οποίους οι διαχειριστικές αρχές βασίζονται ολοκληρωτικά, επιδιώκοντας να εμφυσήσουν την « κουλτούρα του αποτελέσματος » στους εποπτευόμενους φορείς· πίνακες που επιτρέπουν την κατανόηση ενός μεγάλου αριθμού αριθμητικών δεδομένων με μια ματιά· κατατάξεις που ξεχωρίζουν τους « καλούς μαθητές » και τους λιγότερο καλούς, με σκοπό τη διανομή επιβραβεύσεων και κυρώσεων κ.ο.κ. Οι τεχνικές αυτές συστηματοποιήθηκαν στη γαλλική δημόσια διοίκηση μέσω μιας σειράς νόμων στο πλαίσιο της Γενικής Αναθεώρησης της Δημόσιας Πολιτικής [11], η οποία μετονομάστηκε από τη νέα κυβέρνηση σε Εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Δράσης [12].
Παρ’ όλο που βασίζονται στην « καλή θέληση » του καθενός, τέτοιοι μηχανισμοί δεν λειτουργούν με αυτόματο πιλότο. Η διαχειριστική κυριαρχία ασκείται από μια ελίτ, της οποίας ο κύκλος κλείνει όλο και περισσότερο. Επιπλέον, αν οι πολιτικοί και οικονομικοί ηγέτες καταφέρνουν να επιβάλλουν τη συγκριτική προτυποποίηση υποστηρίζοντας την οικουμενικότητα αυτής της μεθόδου μάνατζμεντ, που υποτίθεται ότι είναι « παντός εδάφους », σπανίως την εφαρμόζουν στον εαυτό τους. Το καλύτερο παράδειγμα είναι αναμφίβολα η εμπειρία της βαθμολόγησης και κατάταξης των υπουργών σε σχέση με τους αριθμητικούς στόχους που είχε ορίσει ο Γάλλος πρόεδρος, Νικολά Σαρκοζί. Καθώς η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων στην εφημερίδα Le Point έκανε πάταγο τον Ιανουάριο του 2008, η ιδέα σύντομα εγκαταλείφθηκε.
Επίσης, η ανάπτυξη της συγκριτικής προτυποποίησης στο γαλλικό Δημόσιο συνάντησε την εναντίωση μιας ιδιαίτερης κατηγορίας δημοσίων υπαλλήλων : γιατρών, δικαστών, αστυνομικών επιθεωρητών και καθηγητών πανεπιστημίου. Όλοι είδαν την παραδοσιακή εξουσία και το κύρος τους να αμφισβητούνται ριζικά από την εισαγωγή αυτού του τύπου συγκριτικής και διαχειριστικής αξιολόγησης, καθώς τείνει να τα αντικαταστήσει με την κρίση από τους ομοτίμους τους. Κατά κανόνα πολύ λίγο επιρρεπείς στη συλλογική δράση, αυτοί οι « προϊστάμενοι » συντάχθηκαν, λοιπόν, με τα αιτήματα των υφισταμένων, που είχαν κινητοποιηθεί εναντίον των μηχανισμών των οποίων είχαν αποτελέσει τους πρώτους στόχους. Ωστόσο, άλλοι εργαζόμενοι, που δεν επωφελούνταν στον ίδιο βαθμό από το κοινωνικό κεφάλαιο, προσδοκούσαν ότι τα νέα συστήματα αξιολόγησης θα τους επέτρεπαν να αναγνωρίσουν καλύτερα τα προσόντα τους και να ενισχύσουν την αξία της θέσης τους. Έτσι, το benchmarking κατάφερε να υπερνικήσει τις αντιστάσεις και να επιβληθεί στον δημόσιο τομέα μέσω μιας συμμαχίας μεταξύ των ανώτατων κλιμακίων της πολιτικής ηγεσίας και κάποιων μέσων στελεχών που θεωρούνταν « παρείσακτοι » [13].
Εντούτοις, οι υποσχέσεις αντικειμενικότητας και αμεροληψίας που διατυπώθηκαν από όσους προωθούσαν τις συγκεκριμένες μεθόδους δεν τηρήθηκαν και παρουσιάστηκαν πολλά εξόφθαλμα στρεβλά φαινόμενα. Οι υπάλληλοι όλων των επιπέδων ένιωσαν να ασκείται πάνω τους μια τεράστια ψυχολογική πίεση που, ιδιαιτέρως στην αστυνομία, προνομιακό χώρο εφαρμογής της « πολιτικής των αριθμών », οδήγησε μερικούς στην αυτοκτονία [14] Ο αριθμός των τηλεφωνικών κλήσεων στην υπηρεσία ψυχολογικής υποστήριξης των γαλλικών Σωμάτων Ασφαλείας σχεδόν τετραπλασιάστηκε μέσα σε δέκα χρόνια.
Υποχρεωμένοι να επιδιώκουν ελάχιστα συνεκτικούς στόχους, και πάντοτε ασταθείς, οι υπάλληλοι υποφέρουν από την έλλειψη σαφήνειας και σταθερότητας στη δραστηριότητά τους. Μιλούν συχνά για « απώλεια νοήματος ». Όσο για τους χρήστες των δημόσιων υπηρεσιών, διαπίστωσαν ότι το υποτιθέμενο « καλύτερο κράτος » στην πραγματικότητα σήμαινε πτώση της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών. Λόγου χάρη, παρατηρήθηκε μια έκρηξη στον αριθμό των προσωρινών κρατήσεων σε αστυνομικά τμήματα για άτομα που προηγουμένως δεν είχαν ανακριθεί. Και η « ταξινόμηση » στις εισόδους των επειγόντων στα νοσοκομεία, η οποία παρουσιάστηκε ως εγγύηση της γρηγορότερης φροντίδας των ασθενών, προκάλεσε την αύξηση του ποσοστού επανεισαγωγής στο νοσοκομείο, σημάδι ανεπάρκειας των υπηρεσιών.
Οι υπάλληλοι που αξιολογούνταν με ποσοτικά κριτήρια έμαθαν να « κάνουν νούμερα », δηλαδή να παρουσιάζουν τα αποτελέσματά τους με τον πιο κολακευτικό για εκείνους τρόπο. Οι αστυνομικοί προχώρησαν σε εύκολες συλλήψεις, που όμως δεν είχαν πραγματική συμβολή στη μείωση της εγκληματικότητας· οι γιατροί παραμέρισαν τις πιο σύνθετες παθολογικές περιπτώσεις για να αντιμετωπίσουν τα πιο απλά περιστατικά· οι ερευνητές κατατεμάχισαν τα άρθρα τους ώστε να δημοσιεύουν τρία αντί για ένα, πιο συνεκτικό. Να τους επικρίνουμε επειδή αυτοπροστατεύονταν και υπεράσπιζαν τα συμφέροντά τους ; Ταυτόχρονα, όμως, η πραγματικότητα στην οποία αναφέρονται οι αριθμοί που υποτίθεται ότι αξιολογούν την αποδοτικότητα και τις πρωτοβουλίες τους είναι και η ίδια κατασκευασμένη από τη συγκεκριμένη τεχνική μάνατζμεντ. Η τελευταία δεν αποτελεί πλέον τον τελικό κριτή που ζυγίζει τη δράση του κράτους : ενδέχεται να είναι και αυτή κατασκευασμένη.

Πρώτη δικαστική νίκη

Μια εναντίωση στην ίδια τη συγκριτική προτυποποίηση έχει αρχίσει να οργανώνεται, ιδίως στη Γαλλία. Στις 4 Σεπτεμβρίου 2012, το Ανώτατο Δικαστήριο της Λυόν θεώρησε ότι η έκθεση σε ανταγωνισμό των μισθωτών που είχαν προσφύγει σε αυτό, τους δημιουργούσε ένα διαρκές στρες που έβλαπτε σημαντικά την υγεία τους. Επίσης, απαγόρευσε στο Ταμιευτήριο Ροδανού-Νοτίων Άλπεων να βασίζει τη διοικητική του οργάνωση στη συγκριτική προτυποποίηση. Πράγματι, από το 2007, η τράπεζα αυτή είχε εγκαθιδρύσει ένα σύστημα διαχείρισης του προσωπικού με βασικό γνώρισμα την τακτική σύγκριση των αποτελεσμάτων του κάθε υπαλλήλου και την ανάρτηση των σχετικών αξιολογήσεων. Μέσα από την αγωγή που κατέθεσε το συνδικάτο Αλληλέγγυοι, Ενωτικοί, Δημοκρατικοί (SUD), το οποίο κατήγγειλε τον τρόμο που γεννούσαν αυτές οι μέθοδοι, η προσφυγή στη Δικαιοσύνη σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή στην αντίσταση εναντίον αυτού του μηχανισμού. Αυτή η άνευ προηγουμένου ετυμηγορία ανοίγει τον δρόμο για πολλές ακόμη προσφυγές παντού όπου εφαρμόζεται η συγκριτική προτυποποίηση.

Notes

[1] (Σ.τ.Μ.) : Πρόκειται για την ελληνική απόδοση του benchmarking, μιας μεθόδου μάνατζμεντ που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση διαφόρων πτυχών της λειτουργίας επιχειρήσεων και οργανισμών, με μέτρο σύγκρισης την « καλύτερη πρακτική » (best practice) στον τομέα τους, εννοώντας την υψηλότερη επίδοση. Στο κείμενο χρησιμοποιούνται εναλλακτικά και ο αγγλικός και ο ελληνικός όρος.
[2] « Benchmarker, c’est la santé ! », Medef, 8 Φεβρουαρίου 2008.
[3] Βλ. Gilles Ardinat, « La compétitivité, un mythe en vogue », Le Monde Diplomatique, Οκτώβριος 2012.
[4] ERT, « Benchmarking for policy-makers : The way to competitiveness, growth and job creation », επίσημη έκθεση του σεμιναρίου, Οκτώβριος 1996.
[5] The MIT Commission on Industrial Productivity, « Made in America : Regaining the productivity edge », MIT Press, Κέιμπριτζ, Μασαχουσέτη, 1989.
[6] Florence Jany-Catrice, « La Performance totale : nouvel esprit du capitalisme ? », Presses Universitaires du Septentrion, Villeneuve-d’Ascq, 2012.
[7] Philipe Pignarre και Isabelle Stengers, « La Sorcellerie capitaliste. Pratiques de désenvoûtement », La Découverte, Paris, 2007.
[8] Philippe Zarifian, « Contrôle des engagements et productivité sociale », Multitudes, Νο 17, Παρίσι, καλοκαίρι 2004.
[9] Frédéric Lordon, Capitalisme, désir et servitude. Marx et Spinoza, La Fabrique, Παρίσι, 2010.
[10] (Σ.τ.Μ.) : nouvelle quantification publique (NQP) στο πρωτότυπο.
[11] (Σ.τ.Μ.) : révision générale des politiques publiques (RGPP) στο πρωτότυπο.
[12] (Σ.τ.Μ.) : modernisation de l’action publique (MAP) στο πρωτότυπο.
[13] Nicolas Belorgey, « L’Hôpital sous pression. Enquête sur le “nouveau management public” », La Découverte, Παρίσι, 2010.
[14] (Σ.τ.Μ.) : Περισσότερο γνωστή στο ελληνικό κοινό είναι η υπόθεση των αυτοκτονιών το 2009, στο Γαλλικό Οργανισμό Επικοινωνιών. Βλ. « Οι αυτόχειρες της άγριας οικονομίας », « Έψιλον », « ΚΕ », 1-11-2009.

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Ευρώπη: ένα μπλοκαρισμένο πολιτικό σύστημα...

του Ετιέν Μπαλιμπάρ
μετάφραση: Χρυσάνθη Αυλάμη, για τα Ενθεματα...
H επανίδρυση της Ευρώπης μπορεί να ξεκινήσει μόνο «από τα κάτω»
Γι’ άλλη μια φορά, γενικός συναγερμός! Το παλιό γαλλο-γερμανικό «ζευγάρι»κινητήρια δύναμη ή τροχοπέδητου ευρωπαϊκού οικοδομήματος, ανάλογα με την άποψη που έχει κανείς– βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης.
Πρέπει άραγε να μιλήσουμε ωμά στους γερμανούς γείτονές μας, που εκ της θέσεώς τους είναι έτοιμοι να μετατραπούν σε αφεντικά μας, ή μήπως καλύτερα ν’ αρχίσουμε βάζοντας τάξη στα του οίκου μας, να κάνουμε συμβιβασμούς, μπας κι αποφύγουμε τα χειρότερα; Είναι προτιμότερο, νομίζω, να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στηνΕυρώπη ως σύνολο, μιας και οι συνισταμένες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος θα καταρρεύσουν ή θα διασωθούν όλες μαζί ταυτόχρονα. Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ωστόσο, έχει ήδη σκαλώσει στο ζήτημα του προϋπολογισμού. Και, επιπλέον, έχει απαξιωθεί στις συνειδήσεις. Αυτό δεν αίρει βέβαια την ύπαρξη ενός ενιαίου πολιτικού συστήματος, που δεν είναι ούτε εθνικό ούτε ακριβώς ομοσπονδιακό και συγκεντρώνει σωρευτικά τις αρνητικές επιπτώσεις των δύο επιπέδων, ελέγχοντας και αποφασίζοντας εφεξής για τα πάντα. Το διαπιστώσαμε παρακολουθώντας τις πρόσφατες εξελίξειςστην Ιταλίακαι τη Γαλλία.

Λόγω μιας μη αναστρέψιμης, απ’ ό,τι φαίνεται, ακυβερνησίας, η Ιταλία πληρώνει τον λογαριασμό των χρόνων του μπερλουσκονισμού και της «άνωθεν επανάστασης», η οποία, κατ’ εντολήν των Βρυξελλών και της Φραγκφούρτης,έφερε στην κυβέρνηση μια ομάδα τεχνοκρατών στενά συνδεδεμένων με το διεθνές τραπεζικό σύστημα. Η χώρα προσπαθεί να ξεφύγει γλιστρώντας σταδιακά από τον κοινοβουλευτισμό προς τον προεδρισμό, αλλά η απόπειρα στερείται παντελώς λαϊκής βάσης και η επιτυχία της δεν είναι διόλου εγγυημένη. Η Γαλλία, προφυλαγμένη καθώς λέγεται από την κυβερνητική αστάθεια χάρη στους θεσμούς της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας, πλήττεται με τον αντίστροφο τρόπο.
Ο πρόεδρος Ολάντ, που εκλέχτηκε με την υπόσχεση να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη κοινωνική ανασφάλεια, μην μπορώντας ή μη θέλοντας να έρθει αντιμέτωπος με τον χρηματιστικό καπιταλισμό που κηδεμονεύει όλες του τις πρωτοβουλίες, έχει περιέλθει σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας. Και, καθώς η προσπάθειά του να παίξει έναν ρόλο, συνασπίζοντας τον «Νότο» ή παρασύροντας τους γερμανούς γείτονες στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας στην Αφρική ξεθύμανε στο πέρασμα του χρόνου, παλινδρομεί μεταξύ αντιδημοτικότητας και του φόβου μιας επικείμενης «τιμωρίας» των αγορών, κινδυνεύοντας να συνδυάσει και τα δύο. Ακυβερνησία από τη μια πλευρά, ακινησία από την άλλη:  ιδού τι ονομάζεται κρίση του συστήματος.
Βεβαίως,αυτή η κρίση έχει κάθε φορά εθνικές ρίζες, προκύπτει όμως επίσης και από τις συνθήκες στην Ευρώπη. Κι έχει συνέπειες για όλη την Ευρώπη, που αναπόφευκτα θα επιδεινώσουν την κρίση, αν δεν βρεθεί κάποια συνολική λύση. Σήμερα, δεν έχουν προσβληθεί μόνον οι «περιφερειακές χώρες», αλλά δύο ιδρυτικά κράτη-μέλη της Ένωσης, τα πιο ισχυρά μετά τη Γερμανία. Δεδομένου ότι η εγκαθίδρυση ομοσπονδιακών θεσμών απέτυχε, αφού κανένα κράτος δεν τους επιθυμούσε, η χάραξη της πολιτικής αποφασίζεται πάντα με βάση τους συσχετισμούς ισχύος μεταξύ των χωρών. Η παραλυσία, αν όχι η διάσπαση, είναι αναπόφευκτη. Και οι λαοί που γυρίζουν πλέον την πλάτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποτελέσουν τα πρώτα θύματα.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τις αιτίες αυτής της κατάστασης, αν θέλουμε να σχεδιάσουμε λύσεις. Θα ήθελα να υπογραμμίσωδύο, που έχουν ζωτική σημασία. Για την πρώτη αρκεί μία λέξη:ανισότητες, καλπάζουσες ανισότητες. Πρόκειται για κοινωνικές ανισότητες, οι οποίες δεν αφήνουν ανέγγιχτη καμία χώρα (ούτε καν τη Γερμανία), αλλά κατανέμονται άνισα μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών και των κρατών. Πρόκειται επομένως, κατά κάποιον τρόπο, για μια ανισότητα μέσα στην ανισότητα, την οποία η κρίση επιδείνωσε δραματικά, επιβάλλοντας σε ορισμένες μεσογειακές χώρες μια βιαιότητα που δεν απέχει πολύ από τη βία του πολέμου. Η διάλυση της κοινωνίας αντιφάσκει ωστόσο με τους διακηρυγμένους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πιθανότερο είναι ότι τα αντιπροσωπευτικά συστήματα διακυβέρνησης δεν θα μπορέσουν να αντέξουν για πολύ την κατάσταση της κοινωνικής διάλυσης. Και είναι γελοίο να πιστεύουμε ότι μπορούμε να επανιδρύσουμε την κοινοτική πολιτική, χωρίς να πάρουμε μέτρα δημόσιας σωτηρίας.
Αυτό μας οδηγεί στη δεύτερη αιτία: την επιστροφή των εθνικισμών, από τους οποίους δεν ξεφεύγουν σήμερα ούτε οι «κυρίαρχοι» ούτε οι «κυριαρχούμενοι». Πιθανότατα, το «ευρωπαϊκό σχέδιο» είχε υποτιμήσει τη δύναμη του εθνικισμού, όχι μόνο γιατί δεν έλαβε υπόψη του τις πολιτισμικές παραμέτρους ή τα ίχνη των μεγάλων τραγωδιών του 20ού αιώνα, αλλά και επειδή η ασφάλεια και η κοινωνική αλληλεγγύη οικοδομήθηκαν εξ ολοκλήρου πάνω στην εθνική συνοχή. Παραμένει ωστόσο βέβαιο ότι η εκτροπή της Ευρώπης προς μια νομισματική ένωση, που βρίσκεται στην υπηρεσία μιας οικονομικής τάξης αμιγώς ανταγωνιστικής, εξαπέλυσε στο εσωτερικό της τον πόλεμο όλων εναντίον όλων. Μέσα σ’ αυτό τον πόλεμο, οι πιο ισχυροί συντρίβουν τους πιο αδύναμους, προτού εκτεθούν και οι ίδιοι στις επιπτώσειςμιας παγκοσμιοποίησης της οποίας υπήρξαν τα πιόνια.
Ενάντια σε τέτοιου είδους εξελίξεις δεν υπάρχει απλή λύση, καθώς είναι απαραίτητη η σύμπραξη απόψεων, εχθρικών μεταξύ τους σήμερα, όπως και η ανατροπή κατευθύνσεων που θεωρούνται ταμπού. Αυτός όμως είναι ένας επιπλέον λόγος για να θέσουμε τώρα το ζήτημα της επανίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την ανοικοδόμηση μιας άλλης Ευρώπης. Αυτόκαι ο Ούλριχ Μπεκ ορθώς το υπογραμμίζει στο τελευταίο του βιβλίο – μπορεί να προέλθει μόνο «από τα κάτω» ή από την ανεμπόδιστη ανάπτυξη της πρωτοβουλίας των πολιτών, που εκτείνεται σε ένα μεγάλο εύρος: από τη δημόσια συζήτηση μέχρι τη διαμαρτυρία και την αγανάκτηση που προκαλούν οι επιπτώσεις της κρίσης. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι δεν θα παρεκτραπεί η ίδια σε έναν εθνικισμό που θυματοποιεί, ότι θα αποδειχτεί ικανή να προτείνει εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες θα έχουν νόημα για την πλειοψηφίατων πολιτών της ευρωπαϊκής ηπείρου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότιθα χρειαστεί, επίσης, να αναδειχτεί μια ιστορική ηγεσία και  μια πολιτική πρόταση που να μπορεί να εισακουστεί από όλους, τον καθένα στο ιδίωμά του. Κάποιοι μίλησαν για ένα ευρωπαϊκό New Deal. Δεν θα το περιμένουμε, βέβαια, από την κυρία Μέρκελ…
Θακάνω ωστόσο την υπόθεση ότι μια τέτοια πρόταση πρέπει να προέλθει από τη Γερμανία, όχι επειδή αποτελεί «το κέντρο», αλλά επειδή είναι πρωταρχικό καθήκον να πειστεί η μάζα των γερμανών πολιτών να ανταλλάξουν τα (σχετικά) οφέλη που αντλούν από την κρίση και τα (προσωρινά) πλεονεκτήματα της οικονομικής υπεροχής τους με το συλλογικό συμφέρον όλων, μακροπρόθεσμα. Για να γίνει αυτό, απαιτείται να συντρέξουν πολλές προϋποθέσεις, καθεμιά από τις οποίες είναι δύσκολη, ενώ η εκπλήρωση όλων μοιάζει απίθανη. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, όμως, θέλησα να τονίσω εδώ την αναγκαιότητά τους.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στη «Liberation», στις 2.5.2013

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Ο μάγος Μάης...

του Κωνσταντινου Τσουκαλα, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
ΜΑΗΣ ’68
tsoukalasΗμουν κι εγώ εκεί. Ή μάλλον, για να ακριβολογήσω, πήγα κι εγώ εκεί. Διαβάζοντας στα πρωτοσέλιδα ότι το Παρίσι «καίγεται», δεν μπορούσα να μείνω άλλο στο πληκτικό Νιου Χέιβεν όπου βρισκόμουν. Η έλξη εκείνου που δεν υπήρχε ακόμα παρά μόνο στη μετεφηβική φαντασία μου ήταν ακατανίκητη. Και με το αεροδρόμιο του Παρισιού κλειστό, αναγκάστηκα να ταξιδέψω μέσω Βρυξελλών.
Από εκεί, συνέχισα με λεωφορείο. Και η πρώτη ένδειξη πως κάτι ριζικό έχει αλλάξει ήταν το γεγονός ότι κανείς δεν μας έλεγξε στα σύνορα. Χαρούμενοι -ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζαν- τελωνοφύλακες μας απεύθυναν φιλικά νεύματα. Σαν να έμπαινα σε μια άλλη χώρα, απαλλαγμένη από κανόνες, νόμους, δεσμεύσεις και φοβίες. Εδώ, σκέφτηκα, ίσως να μπορεί να αλλάξουν όλα. Κι εγώ μαζί.


Οπως βέβαια φάνηκε εκ των υστέρων δεν μπορούσαν να αλλάξουν όλα. Αλλά σίγουρα άλλαζαν πολλά. Και πρώτα πρώτα εγώ ο ίδιος, που δίχως να το επιδιώκω ή να είναι δυνατόν να το προβλέψω βρήκα τον δρόμο μου, αποκρυστάλλωσα απόψεις και κατέληξα στο τέλος να αποκτήσω «ιδιότητες», άρα και «επάγγελμα». Η σημαντικότερη ίσως παρενέργεια του Μάη ήταν ότι εξωθούσε όχι μόνο τους πρωταγωνιστές του αλλά κι εκείνους που παρέμεναν απλοί μάρτυρες να απωθήσουν τις αβεβαιότητές τους και να αναθεωρήσουν όλες τις κοσμοθεωρητικές αφετηρίες τους. Αλλά η απώθηση είχε τίμημα.

Οσοι δεν αντιστάθηκαν στη μαγεία του στροβιλισμού στην άγνωστη χώρα, όπου «όλα μπορεί να συμβούν», όσοι δεν φοβήθηκαν να παρασυρθούν στο παίγνιο μιας απόλυτης επιτρεπτικότητας, όπου «απαγορεύεται το απαγορεύειν», όσοι άφησαν τον εαυτό τους έκθετο στη γοητεία των δαιμόνων και των Σειρήνων, όσοι πειραματίστηκαν με την αναζήτηση απαγορευμένων καρπών που μετέχουν ταυτόχρονα της γνώσης του καλού και του κακού, αναλάμβαναν τον κίνδυνο της επιγενόμενης αποσύνθεσης και διάλυσης. Δεν είναι τυχαίο ότι, τελικώς, πολλοί ανάμεσά τους αυτοκτόνησαν ή κατέληξαν έγκλειστοι σε ψυχιατρικά καταστήματα. Από τη στιγμή που κατέστη σαφές ότι η φλόγα που θα έφερνε «τη φαντασία στην εξουσία» είχε αρχίσει να τρεμοπαίζει, όσοι είχαν πιστέψει ανεπιφύλακτα στην αστείρευτη ζωογόνο της δύναμη κινδύνεψαν να καούν στα αποκαΐδια. Χορεύοντας στα χείλη προαιώνιων αβύσσων, πολλοί ήταν αυτοί που δεν άντεξαν τη συνεχή διαπραγμάτευση με το αδύνατο. Η παραδείσια «αμμουδιά κάτω από τ’ αγκωνάρια» δεν είχε ούτε βάθος ούτε διάρκεια.

Με αυτήν την έννοια, ο Μάης του ’68 υπήρξε ένας εορτασμός του εφήμερου, ένας καθαγιασμός της ζωής ως περιπλάνησης σε τόπους στους οποίους είναι αδύνατον κανείς να επανέλθει, ίσως και ένας ύμνος στη ζωή ως υπέροχο «λάθος». Δεν είναι τυχαίο ότι στο στερνό του κείμενο ο εμβληματικός φιλόσοφος Μισέλ Φουκό ορίζει τη ζωή ως «εκείνο που είναι ικανό να σφάλλει» και τον άνθρωπο σαν ένα «ζωντανό ον που δεν βρίσκεται ποτέ στη θέση του, ένα ον που είναι πλασμένο για να περιπλανάται και να αυταπατάται». Οπως επίσης δεν είναι ίσως τυχαίο ότι παρ’ όλο που διήρκεσαν πολλά χρόνια, τα απόνερα του γαλλικού Μάη δεν οδήγησαν σε οργανωμένες μορφές πολιτικής βίας. Ο Παρισινός Μάης δεν άνοιξε τον δρόμο σε συγκεκριμένες «κλειστές» και ολιστικές απόψεις για το δέον γενέσθαι και για τους τρόπους με τους οποίους όσοι είχαν πάρει τη ζωή τους λάθος, θα πρέπει να αλλάξουν ζωή. Είναι μια πολύ βαθύτερη και άνευ όρων κατάφαση σε μια γοητευτική αλλά εν τέλει μάταια υπαρξιακή περιπλάνηση ανάμεσα σε αντιφατικές προκλήσεις και επιθυμίες, σε αλήθειες και ψεύδη, σε διλήμματα και απολαύσεις, όπου ο καθένας αναλαμβάνει συνειδητά τον κίνδυνο μιας επόμενης μέρας δίχως επιστροφή, νόημα ή αντίκρυσμα. Το μαγικό λάβαρο που συνήγειρε τους στρατευμένους ζηλωτές του Μάη συνόψιζε το απωθημένο όνειρο απαλλαγής από οποιονδήποτε ψυχαναγκασμό σε επανάληψη. Και γι’ αυτό ίσως εξακολουθεί να μας γνέφει, έστω από μακριά.

Ροη αρθρων