Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΜΠΕΡΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΜΠΕΡΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Πόσο Ευρωπαίοι είναι οι Ελληνες;

Το ερώτημα ετίθετο και παλαιότερα, αλλά η κρίση το παρόξυνε: Η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη; Ετσι διατυπωμένο το ερώτημα προκαλεί σύγχυση, ενίοτε σκόπιμη: Ταυτίζει την Ευρώπη με την ευρωζώνη. Φυσικά δεν είναι έτσι. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση ανήκουν πολλά κράτη που δεν έχουν υιοθετήσει το ευρώ. Πολύ περισσότερο, στη γεωγραφικά και πολιτισμικά οριζόμενη Ευρώπη περιέχονται κράτη που δεν ανήκουν καν στην Ε.Ε.
Το παραπάνω ερώτημα τίθεται συνήθως εκτός ελληνικής επικράτειας. Στο εσωτερικό της χώρας το ερώτημα τίθεται διαφορετικά, περισσότερο με ανθρωπολογικούς, πολιτισμικούς και ψυχολογικούς όρους: Είναι οι Ελληνες Ευρωπαίοι; Στο πολύ πρόσφατο παρελθόν αδρά και κάποτε χοντροκομμένα σχήματα φιλοευρωπαϊσμού, ευρωσκεπτικισμού και αντιευρωπαϊσμού, χρησιμοποιήθηκαν σε έναν ιδιότυπο διχασμό ή τριχασμό της λαϊκής βούλησης και εθνικής αυτοαναγνώρισης, σχεδόν με οπαδικούς όρους· συχνά και για να συγκαλυφθεί η απουσία ουσιαστικής πολιτικής σκέψης και πράξης. Προφανώς: Ποιος Ελληνας δεν θα αυτοοριζόταν Ευρωπαίος; Μόνο οι καθυστερημένοι και οι νοσταλγοί του οθωμανισμού.
Η συζήτηση αυτή είχε ίσως κάποιο νόημα τη δεκαετία του ’70, εποχή Ψυχρού Πολέμου άλλωστε, όταν η σοβιετόφιλη Αριστερά και η τρικοκοσμίτικη κεντροαριστερά αντετίθεντο στο ΕΟΚ-και-ΝΑΤΟ-το-ίδιο-συνδικάτο, για τους δικούς τους λόγους. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος ενταξιακής ευδαιμονίας, καθώς έρρεαν οι πόροι των πακέτων στήριξης· η οποία κορυφώθηκε στα χρόνια της ένταξης στην ΟΝΕ: εν τω μεταξύ ο ευρωπαϊσμός είχε γίνει μπλοκ εξουσίας, που εκμεταλλευόταν το χρήμα, έφτιαχνε απαράτ, έστηνε μπίζνες και καριέρες.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Τρεις λόγοι για «περισσότερη Ευρώπη»...

Το κείμενο είναι η εισήγηση του Γ. Χάμπερμας, στο Φόρουμ για την Ευρώπη κατά την ημερίδα των Γερμανών νομικών στις 21/9/12 στο Μόναχο 
Μεταφραση: Θεόδωρος Γεωργίου
ΓΙΟΥΡΓΚΕΝ ΧΑΜΠΕΡΜΑΣΚατά τον Γιούργκεν Χάμπερμας, τα προβλήματα (οικονομικά και πολιτικά) της κρίσης στην Ευρωπαϊκή Ενωση ανάγονται (ή ορθότερα μεταφράζονται) σε προβλήματα εναρμόνισης, συμφιλίωσης και συνεννόησης ανάμεσα σε δύο διαφορετικές μορφές ζωής (τον καπιταλισμό από τη μία ως οικονομική μορφή ζωής και τη δημοκρατία από την άλλη ως πολιτική μορφή ζωής).

Οσοι ενδιαφερόμενοι (στην ελληνική κοινωνία) μελετήσουν με προσοχή τις ιδέες, τις απόψεις και την επιχειρηματολογία του Χάμπερμας, θα μπορέσουν να επεξεργασθούν εντελώς διαφορετικά πολιτικά προγράμματα (σε σχέση με αυτά που ισχύουν σήμερα) για να μπορέσει η ελληνική κοινωνία να υπερβεί την κρίση χρέους, από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει εδώ και πέντε χρόνια (2009-2014). Ως καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ως μαθητής του Γιούργκεν Χάμπερμας πήρα την πρωτοβουλία να του ζητήσω να παραχωρήσει ο ίδιος ο μεγάλος φιλόσοφος την άδεια να δημοσιεύσουμε το κείμενό του στην ελληνική γλώσσα, στην οποία και το μετέφρασα.


Θεόδωρος Γεωργίου

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Γιούργκεν Χάμπερμας: Η Γερμανία και το ηφαίστειο...

απο την Ημερησια...
Γιούργκεν Χάμπερμας, Αποσπάσματα από άρθρο του Γερμανού φιλόσοφου στο Der Spiegel
Υπό τον τίτλο «Εμείς οι Γερμανοί δεν θέλουμε μια γερμανική Ευρώπη», ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε αρνήθηκε πρόσφατα σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε ταυτόχρονα σε εφημερίδες στη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Πολωνία, την Ιταλία και την Ισπανία, ότι η Γερμανία επιδιώκει έναν πολιτικό ηγετικό ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην πραγματικότητα όμως η κυβέρνηση Μέρκελ επιβάλλει την αμφιλεγόμενη ατζέντα της για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους στη Γαλλία και τις χώρες του Νότου, αρνούμενη όμως την ευθύνη που φέρει για τις επιπτώσεις της πολιτικής σε όλη την Ευρώπη. Ας σκεφτεί κανείς τα τρομακτικά ποσοστά της ανεργίας των νέων στην νότιο Ευρώπη, σαν μια από τις συνέπειες των πολιτικών λιτότητας που πλήττει περισσότερο τα πιο αδύναμα στρώματα των κοινωνιών αυτών.
Υπό αυτό το πρίσμα, το μήνυμα «δεν θέλουμε μια γερμανική Ευρώπη» μπορεί επίσης να ερμηνευθεί με έναν όχι τόσο θετικό τρόπο, δηλαδή ότι η Γερμανία επιδιώκει να περιορίσει την ευθύνη της. Θεωρητικά, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο λαμβάνει αποφάσεις ομόφωνα. Ως μόλις ένα από τα 18 μέλη της Νομισματικής Ένωσης, η Μέρκελ μπορεί να προωθήσει τα εθνικά συμφέροντα της Γερμανίας ή τουλάχιστον αυτά που πιστεύει ότι είναι εθνικά συμφέροντα. Η γερμανική κυβέρνηση αντλεί όφελος από την οικονομική κυριαρχία της χώρας, και μάλιστα ένα δυσανάλογα μεγάλο όφελος, για όσο διάστημα οι εταίροι της δεν αρχίσουν να αμφισβητούν την πίστη των Γερμανών στην Ευρώπη(...) Μου φαίνεται ότι το άρθρο του Σόιμπλε απευθύνεται στους απογοητευμένους από το διπρόσωπο παιχνίδι του Βερολίνου ηγέτες των άλλων κρατών της Ευρωζώνης».

Σάββατο 10 Αυγούστου 2013

Η φιλοσοφία της ανατροπής...

του Δημητρη Παπαχρηστου, απο το Εθνος...
Η φιλοσοφία της ανατροπής
Υπάρχει μία νοοτροπία που την εκφράζει ο καθένας όταν έρχεται η στιγμή να πάρει θέση σε ό,τι γίνεται γύρω του. Η εύκολη λύση-απάντηση είναι πως οι άλλοι φταίνε, βγάζοντας τον εαυτό του απ' έξω. Εμείς δεν είμαστε οι άλλοι. Οι γενικεύσεις διευκολύνουν απλώς και δημιουργούν συγχύσεις. Ο καθένας πράττει καθώς βολεύεται.
Μόνο που σήμερα κανένας δεν νιώθει βολεμένος και όποιος πει πως είναι καλά, πιθανόν να μην πάει καλά στα μυαλά, αγνοώντας την ανάγκη της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Η οικονομική κρίση δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς, δεν αφορά μόνο το στομάχι και την τσέπη μας. Εχει να κάνει με την κοινωνική πολιτική και, προπαντός, με την πολιτισμική και πολιτιστική ύπαρξή μας. Πολλοί είναι αυτοί που εύκολα τα βάζουν με τους διανοούμενους, που απαξιωτικά τους αποκαλούν κουλτουριάρηδες. Θεωρούν πνευματικούς ανθρώπους αυτούς που προβάλλει το σύστημα, τα δεκανίκια του, αυτούς που το εξωραΐζουν και γίνονται απολογητές του. Οι άλλοι, που πάντα θα υπάρχουν, που έχουν λόγο που βγαίνουν στον δρόμο, που παίρνουν θέση και συμμετέχουν ως ενεργοί πολίτες για να δώσουν νόημα και περιεχόμενο σε μια δημοκρατία που έχει καταντήσει λερό πουκάμισο, αδειανό, δεν φαίνονται, δεν ακούγονται και όταν η παρουσία τους και ο λόγος τους ενοχλεί αποκαλούνται εξτρεμιστές και επικίνδυνοι τρομοκράτες που υπηρετούν τη βία.
Δεν παρακολούθησα το 23ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φιλοσοφίας που γίνεται στη χώρα η οποία γέννησε την τέχνη, τον οικουμενικό πολιτισμό, τη φιλοσοφία, το θέατρο, τη δημοκρατία. Είναι χρήσιμο να γίνονται συζητήσεις, αντιπαραθέσεις, άνθρωποι από όλο τον κόσμο, να έχουν λόγο δημιουργικό που να δίνει απαντήσεις. Για κάθε άνθρωπο, που πέρα από τις ανάγκες που τον καταδυναστεύουν, θέλει να καλύψει και τις υπαρξιακές του ανάγκες. Η φιλοσοφία θα μπορούσε να είναι η τέχνη του ευ ζην.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Η Γερμανία σύντομα θα αρχίσει να ανησυχεί...

Το ενδεχόμενο μιας γερμανικής Ευρώπης παραμένει ανοιχτό και οξύνει τις συζητήσεις σε όλες τις χώρες της ηπείρου μας: υπό μορφήν παραινέσεων, διαπιστώσεων ή και υποδείξεων, ο ένας μετά τον άλλο οι Ευρωπαίοι ηγέτες και πολτικοί λένε στη Γερμανία να εγκαταλείψει την πολιτική της διαρκούς λιτότητας στην Ε.Ε. Από τον, συνήθως πειθήνιο και άνευρο, πρόεδρο της Ευρωοπαϊκής Επιτροπής Ζ.Μ. Μπαρόζο έως τον πρόεδρο της Πολωνίας και τον πρώην πρόεδρο του Eurogroup Ζ.Κ. Γιούνκερ, από θεσμικούς, χώρια τις σφοδρές επικρίσεις των μη κυβερνητικών ηγετών σε Γαλλία, Ιταλία και παντού αλλού. Εντός Γερμανίας οι αντιδράσεις στην πολιτική μαστιγίου του Βερολίνου κλιμακώνονται: ο φιλόσοφος Γ. Χάμπερμας μιλά για δαίμονες της Γερμανίας που απειλούν με αντιδημοκρατική εκτροπή την ίδια και την Ευρώπη, και υπενθυμίζει την στοιχειωμένη περίοδο του Μεσοπολέμου.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι έχουν κατά νου Μέρκελ και Σόιμπλε. Αν, φερ’ ειπείν, σκοπεύουν να καταστήσουν τη Γερμανία μείζον χρηματοπιστωτικό κέντρο, πλήττοντας το βρετανικού Σίτι· κάτι τέτοιο όμως θα απαιτούσε τη συνεργασία της Γαλλίας. Ισως η περίφημη συζήτηση Μέρκελ-Σαρκοζί στην Ντωβίλ να περιείχε τέτοια σχέδια· σίγουρα πάντως περιείχε το επιθετικό bail in που εφαρμόστηκε στην Κύπρο.
Γνωρίζουμε όμως ότι οι άλλοι διεθνείς παίκτες αντιδρούν στην εφαρμοζόμενη λιτότητα και γερμανική πειθαρχία στην Ε.Ε., διότι ανησυχούν για τις επιπτώσεις στη διεθνή οικονομία και διότι μεριμνούν για την ισορροπία ηγεμονίας. Οι διαρκείς παρεμβάσεις των ΗΠΑ αυτό δείχνουν. O τέως υπουργός Οικονομικών Τίμοθι Γκάιτνερ είχε διδάξει κεϋνσιανισμό στο Eurogroup το φθινόπωρο 2011, ενώ πρόσφατα ο νυν υπουργός Τζακ Λιου δια των υποδείξεών του προκάλεσε την οργισμένη απάντηση του Β. Σόιμπλε.
Τα μέσα πίεσης των ΗΠΑ όμως δεν εξαντλούνται στις ρηματικές υποδείξεις. Οι Αμερικανοί μπορούν να πιέσουν δια των αγορών, στο μέτρο που ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό τις ροές κεφαλαίων και τα γερμανικά πλεονάσματα τοποθετούνται στην Γουόλ Στριτ.
Οι κεφαλαιαγορές θα πιέσουν τη Γερμανία πολλαπλώς: σε αυτό το πεδίο σημαντικό ρόλο αναμένεται να παίξει και η κολοσσιαία νομισματική χαλάρωση που εφαρμόζει η Ιαπωνία. Τον περασμένο μήνα η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας ανακοίνωσε τη μεγαλύτερη παραγωγή χρήματος στην ιστορία, για να αντιμετωπιστεί ο αποπληθωρισμός που ενδημεί στη χώρα από εικοσαετίας. Η Ιαπωνία θα κυκλοφορήσει 1,4 τρισ. δολάρια στα επόμενα δύο χρόνια, αγοράζοντας κρατικά ομόλογα. Η ποσότητα χρήματος είναι τρομακτική: περίπου 73 δισ. μηνιαίως, την ώρα που η Fed στην τετραπλασίου όγκου αμερικανική οικονομία ρίχνει κάθε μήνα 85 δισ. δολάρια.
Το ιαπωνικό χρήμα ήδη κινείται προς Ευρώπη και μπορεί να αλλάξει την ισορροπία: τον περασμένο μήνα έριξε το επιτόκιο του γαλλικού πενταετούς ομολόγου στο ιστορικό χαμηλό επιτόκιο 0,73%. Η ροή ιαπωνικού χρήματος προς Γερμανία φαίνεται να αναστέλλεται το τελευταίο τρίμηνο, ανώ αντιθέτως τα ομόλογα της ευρωπαϊκής περιφέρειας πήραν ανάσα. Παράλληλα, το γιεν υποτιμάται έναντι του ευρώ και σύντομα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα δούμε φθηνότερα ιαπωνικά βιομηχανικά προϊόντα υψηλής ποιότητας να εκτοπίζουν τα αντίστοιχα γερμανικά από τις διεθνείς αγορές: όχι μόνο Honda και Τoyota αλλά και ενδιάμεσα κεφαλαιουχικά αγαθά σε κάθε τομέα. Η Γερμανία έχει λόγους να ανησυχεί.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Ο αποπροσανατολισμός του θυμού...

του Γιωργου Παπασωτηριου...
«Η Γαλλία είναι πλήρως χρεοκοπημένη» δηλώνει δίκην αυτοεκπληρούμενης προφητείας ο γάλλος υπουργός Εργασίας, λειτουργώντας κατά το ανάλογο των δικών μας...
λαγών του «Τιτανικού» και των «διεφθαρμένων Ελλήνων», που μας οδήγησαν στο ΔΝΤ! Αλλά πλην της αρνητικής διαφθοράς μαθαίνουμε ότι υπάρχει και η «θετική»(Ζήμενς, υποβρύχια, λεωφορεία κ.ά.), όταν αυτή προέρχεται από την πλευρά των ισχυρών(Γερμανία).
Για τους άλλους, τους ανθρώπους του υπό κρίση ευρωπαϊκού νότου ισχύουν οι χαρακτηρισμοί «χαμένη γενιά»(όπως αποκάλεσε ο ΟΟΣΑ τους άνεργους νέους ηλικίας 14-25 χρονών). Ισχύει, επίσης, ο καιάδας για τους καταδικασμένους σε θάνατο ανασφάλιστους καρκινοπαθείς, που δεν έχουν να πληρώσουν το δημόσιο νοσοκομείο σύμφωνα με την Ένωση Νοσοκομειακών Γιατρών Πάτρας. Το ίδιο και για τους ηλικιωμένους που γίνονται παρανάλωμα της απελπισίας τους για να μη γίνονται βάρος στα παιδιά τους.
Τελικά, η κόλαση του Δάντη στη μια πλευρά, ενώ στην άλλη, τα κέρδη και η αυξανόμενη συγκέντρωση πλούτου στα χρηματοκιβώτια των πλανητικών τραπεζών. Το χειρότερο όλων, όμως, είναι ότι η κατάσταση αυτή αντιμετωπίζεται ακόμη και από τα θύματά της ως φυσική μέσα από ένα συνδυασμό φόβου και συμβολικής τάξης, όπου όλα νομίζονται φυσικά και νομοτελειακά.
Δεν είναι τυχαίο ότι στην εποχή των μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων, όπως είναι η εποχή μας, ανασύρεται η αναλυτική φιλοσοφία και η αποδόμηση των φιλοσοφικών κειμένων, διαφόρων διανοουμένων όπως ο Γ. Χάμπερμας, ο οποίος τον προσεχή Αύγουστο θα έρθει στην Αθήνα για να λάβει μέρος σε παγκόσμιο συνέδριο φιλοσοφίας.
Τον θυμηθήκαμε τόσο για την πρόσφατη βράβευσή του όσο και τη διαπίστωσή του πως η κριτική στην πολιτική οικονομία και η ηθική αγανάκτηση για τις διαρθρωτικά παγιωμένες κοινωνικές ανισότητες αντικαθίστανται σήμερα από μία «οξυμένη ευαισθησία ως προς τις γλωσσικές εκφάνσεις των αρνητικών διακρίσεων». Με άλλα λόγια όταν βρίζεις κάποιον «ρε, ξεφτιλισμένε κανίβαλε», εκείνος διαμαρτύρεται, όχι για το «κανίβαλε» ούτε για το «ξεφτιλισμένε», αλλά για το «ρε»! Από εδώ προέκυψε μία πολιτισμική συνθήκη, που εξέθρεψε μια «σχολή της μνησικακίας» όπου ο πολίτης ξεμαθαίνει να οργίζεται για την κοινωνική αδικία και, συγχρόνως, απαξιώνει την πολιτική δράση.
Τι μας κομίζει ο Χάμπερμας; Τον πολιτικό πραγματισμό του Ντιούι. Για τον Ντιούι το έθνος είναι η διαρκής διαβούλευση της κοινωνίας των πολιτών- είναι μια αέναη κατασκευή και όχι ένα δώρο της φύσης.
Οι εθνικές ταυτότητες σχηματίζονται μόνον μέσα στη ροή των δημόσιων διαλόγων. Αυτό πρέπει να το προσέξουν όσοι στην Ελλάδα προκρίνουν έναν συγκρουσιακό «μη διάλογο» ως πολιτική πρακτική, όπως παρατηρούμε τον τελευταίο καιρό, καθώς διακόπτει τη συνεχή αναπαραγωγή της έννοιας της εθνικής ενότητας στο μυαλό και στην ψυχή των Ελλήνων.
Εξάλλου, όπως τονίζει ο Χάμπερμας σε μία δημοκρατία «κανείς δεν έχει το προνόμιο να χαράζει τα όρια της ανεκτικότητας μόνο από την οπτική γωνία των εκάστοτε δικών του αξιολογικών τοποθετήσεων». Εξάλλου, αυτό οδηγεί στην απαξίωση της πολιτικής συλλήβδην.
Γιατί ο «νέος νιτσεϊσμός», σύμφωνα με τον Χάμπερμας, τείνει να αποδομήσει όλα τα κριτήρια και να δείξει ότι η πολιτική «αναλώνεται αποκλειστικά με βρώμικες υποθέσεις». Αυτό επαυξάνεται από το γεγονός της οικονομικής κυρίως εξάρτησης των πολιτικών από το επιχειρείν.
Το «μαύρο πολιτικό χρήμα» αλλά και η έλλειψη συνείδησης εκ μέρους των πολιτικών για το άδικο του πράγματος είναι το μέγα σκάνδαλο της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το σκάνδαλο αυτό σε συνδυασμό με την κανονιστική αναισθησία των πολιτικών συντείνει στην όξυνση της δυσαρέσκειας των πολιτών που κορυφώνεται από τις ωδύνες της οικονομικής κρίσης.

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Η Ευ­ρώ­πη α­ντι­μέ­τω­πη με τη γερ­μα­νι­κή η­γε­μο­νία...

Tου  Πέ­ρι Άντερ­σο­ν*, απο την Εποχη...
Βλέ­πο­ντας τα ο­νό­μα­τα ό­σων έ­χουν τι­μη­θεί με Νό­μπελ Ει­ρή­νης -  Με­να­χέμ Μπέ­γκιν, Χέν­ρι Κί­σιν­γκερ και Μπα­ράκ Ομπά­μα -  έρ­χε­ται στο μυα­λό μας ο Γκα­μπριέλ Γκαρ­σία Μάρ­κες, που έ­λε­γε ό­τι το βρα­βείο αυ­τό θα ή­ταν πιο σω­στό να ο­νο­μά­ζε­ται Νό­μπελ Πο­λέ­μου. Αυ­τή τη χρο­νιά, πά­ντως, η  α­πο­νο­μή του μπο­ρεί να ή­ταν λι­γό­τε­ρο πο­λε­μο­χα­ρής, αλ­λά προ­σφέ­ρε­ται για σά­τι­ρα: η Ευ­ρω­παϊκή Ένω­ση νοιώ­θει ευ­τυ­χι­σμέ­νη που φέ­τος τι­μή­θη­κε με τη διά­κρι­ση αυ­τή, η ο­ποία θα μπο­ρού­σε να ο­νο­μα­στεί Νό­μπελ Ναρ­κισ­σι­σμού.
Η τι­μή που έ­κα­ναν, πά­ντως, στις Βρυ­ξέλ­λες και στο Στρα­σβούρ­γο με αυ­τή την α­πο­νο­μή φέ­τος, ήρ­θε στην ώ­ρα της. Τις πρώ­τες χρο­νιές του 21ου αιώ­να εί­δα­με την ευ­ρω­παϊκή μα­ταιο­δο­ξία να α­νε­βαί­νει κα­τα­κό­ρυ­φα. Μας έ­κα­νε να πι­στέ­ψου­με ό­τι η ΕΕ πρό­σφε­ρε στην αν­θρω­πό­τη­τα το αρ­μο­νι­κό συ­νταί­ρια­σμα της κοι­νω­νι­κής και της πο­λι­τι­κής α­νά­πτυ­ξης, σύμ­φω­να με τη ρή­ση του βρε­τα­νού ι­στο­ρι­κού Τό­νι Τζα­ντ.
Από το 2009, οι εμ­φύ­λιες δια­μά­χες στο ε­σω­τε­ρι­κό της ευ­ρω­ζώ­νης διέ­ψευ­σαν σκλη­ρά αυ­τή την υ­περ­βο­λι­κή αυ­τοϊκα­νο­ποίη­ση. Χω­ρίς, ω­στό­σο, αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι έ­χει ε­ξα­λει­φθεί ε­ντε­λώς. Θα ή­ταν πρόω­ρο να το υ­πο­θέ­σει κα­νείς, ό­πως μας δεί­χνει το πα­ρά­δειγ­μα του γερ­μα­νού φι­λό­σο­φου Γιούρ­γκεν Χά­μπερ­μας. Ένα με­γά­λο τμή­μα του πρό­σφα­του έρ­γου του ε­πι­γρά­φε­ται « Η κρί­ση της ΕΕ υ­πό το φώς μιας συ­νταγ­μα­το­ποίη­σης  του διε­θνούς δι­καίου».
Στις ε­ξή­ντα σε­λί­δες του πε­ρι­λαμ­βά­νει κά­που ε­κα­τό α­να­φο­ρές, α­πό τις ο­ποίες τα τρία τέ­ταρ­τα πα­ρα­πέ­μπουν σε γερ­μα­νούς συγ­γρα­φείς, α­νά­με­σα τους και ο ί­διος και τρεις συ­νερ­γά­τες του – τους ο­ποίους ευ­χα­ρι­στεί για τη βοή­θεια που του προ­σφέ­ρουν. Οι άλ­λες α­να­φο­ρές α­φο­ρούν α­πο­κλει­στι­κά σε αγ­γλο­α­με­ρι­κά­νους συγ­γρα­φείς, με πρώ­το και κα­λύ­τε­ρο τον βρε­τα­νό Ντέι­βι­ντ Χελ­ντ, που το ό­νο­μά του συν­δέ­θη­κε με την υ­πό­θε­ση του γιου του Κα­ντά­φι [1]. Κα­μιά άλ­λη ευ­ρω­παϊκή κουλ­τού­ρα δεν έ­χει δι­καίω­μα να κα­τα­γρα­φεί σ’ αυ­τή την α­πλοϊκή έκ­θε­ση ε­παρ­χιω­τι­σμού.
Το θέ­μα του κει­μέ­νου αυ­τού εί­ναι α­κό­μα πιο φο­βε­ρό. Το 2008, ο Χά­μπερ­μας  εί­χε ε­πι­κρί­νει αυ­στη­ρά τη Συν­θή­κη της Λι­σα­βό­νας, για­τί δεν θε­ρά­πευε κα­τά κα­νέ­να τρό­πο το δη­μο­κρα­τι­κό έλ­λειμ­μα  της ΕΕ και δεν ά­νοι­γε κα­νέ­να η­θι­κό και πο­λι­τι­κό ο­ρί­ζο­ντα. Η υιο­θέ­τη­σή της, έ­γρα­φε, δεν μπο­ρού­σε πα­ρά να «διευ­ρύ­νει το χά­σμα που χω­ρί­ζει τις πο­λι­τι­κές ε­λίτ α­πό τους πο­λί­τες», χω­ρίς να προ­σφέ­ρει στην Ευ­ρώ­πη έ­ναν ο­ποιο­δή­πο­τε θε­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό. Αυ­τό που, α­ντί­θε­τα, χρεια­ζό­ταν, ή­ταν, ό­πως έ­λε­γε, έ­να πα­νευ­ρω­παϊκό δη­μο­ψή­φι­σμα, που θα προι­κο­δο­τού­σε την ΕΕ με μια κοι­νω­νι­κή και δη­μο­σιο­νο­μι­κή ε­ναρ­μό­νι­ση, με δι­κά της στρα­τιω­τι­κά μέ­σα και, κυ­ρίως, με μια προ­ε­δρία ά­με­σα ε­κλε­γό­με­νη, η ο­ποία και μό­νο θα έ­σω­ζε την ή­πει­ρο α­πό έ­να μέλ­λον «υ­πα­γο­ρευ­μέ­νο α­πό τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη ορ­θο­δο­ξία». Ση­μείω­να τό­τε πως αυ­τός ο εν­θου­σια­σμός του Χά­μπερ­μας για μια δη­μο­κρα­τι­κή έκ­φρα­ση της λαϊκής θέ­λη­σης ( για την ο­ποία δεν έ­δει­ξε το ε­λά­χι­στο ση­μά­δι στο ε­σω­τε­ρι­κό της χώ­ρας του) ερ­χό­ταν σε α­ντί­θε­ση με τις πα­ρα­δο­σια­κές α­πό­ψεις του, και γι’ αυ­τό  ε­κτι­μού­σα ό­τι μό­λις υ­πο­γρα­φό­ταν η Συν­θή­κη της Λι­σα­βό­νας, θα την α­πο­δε­χό­ταν δια­κρι­τι­κά [2].  

Ένας α­νυ­πέρ­βλη­τος πα­ρά­δει­σος

Η πρό­βλε­ψη μου αυ­τή α­πο­δείχ­θη­κε κα­τώ­τε­ρη της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ο Χά­μπερ­μας ό­χι μό­νο α­πο­δέχ­θη­κε τη συν­θή­κη, αλ­λά έ­γι­νε και κή­ρυ­κάς της. Τώ­ρα α­να­κά­λυ­ψε ό­τι ό­χι μό­νο δεν α­νοί­γει χά­σμα α­νά­με­σα στις ε­λίτ και τους πο­λί­τες, αλ­λά εί­ναι έ­νας συ­νταγ­μα­τι­κός χάρ­της, που δί­νει μια χω­ρίς προ­η­γού­με­νο ώ­θη­ση στην πο­ρεία προς την αν­θρώ­πι­νη ε­λευ­θε­ρία, ε­πεν­δύο­ντας τους θε­σμούς με μια ευ­ρω­παϊκή κυ­ριαρ­χία  θε­με­λιω­μέ­νη ταυ­τό­χρο­να στους πο­λί­τες και στους λα­ούς (και ό­χι στα κρά­τη) της ΕΕ, αυ­τή τη φω­τει­νή μή­τρα, η ο­ποία θα γεν­νή­σει το Κοι­νο­βού­λιο του μέλ­λο­ντος κό­σμου.
Η Ευ­ρώ­πη της Λι­σα­βό­νας, κα­θο­δη­γώ­ντας  μια «δια­δι­κα­σία εκ­πο­λι­τι­σμού» που φέρ­νει την ει­ρή­νη στις σχέ­σεις με­τα­ξύ των κρα­τών, πε­ριο­ρί­ζει τη χρή­ση της ι­σχύος ε­να­ντίον ε­κεί­νων που πα­ρα­βιά­ζουν τα αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα, χα­ρά­ζει το δρό­μο που ο­δη­γεί α­πό τη δι­κή μας «διε­θνή κοι­νό­τη­τα» του σή­με­ρα – που  εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη αν και α­τε­λής α­κό­μη -  στην «κο­σμο­πο­λί­τι­κη κοι­νό­τη­τα» του αύ­ριο, έ­να εί­δος διευ­ρυ­μέ­νης Ένω­σης, που θα α­γκα­λιά­σει και την τε­λευ­ταία ψυ­χή πά­νω στη Γη.
Με έ­να τέ­τοιο εκ­στα­τι­κό εν­θου­σια­σμό, ο ναρ­κισ­σι­σμός των πε­ρα­σμέ­νων δε­κα­ε­τιών, ό­χι μό­νο δεν α­πο­δυ­να­μώ­νε­ται, αλ­λά φτά­νει σε νέο πα­ρο­ξυ­σμό. Το ό­τι η Συν­θή­κη της Λι­σα­βό­νας μι­λά­ει για τα κρά­τη κι ό­χι για τους λα­ούς της Ευ­ρώ­πης· το ό­τι υ­πο­γρά­φτη­κε για να πα­ρα­ποιή­σει τη λαϊκή θέ­λη­ση ό­πως εκ­φρά­στη­κε σε τρία δη­μο­ψη­φί­σμα­τα· το ό­τι κα­θιε­ρώ­νει μια δο­μή που δεν ε­μπι­στεύο­νται ε­κεί­νοι στους ο­ποίους ε­πι­βάλ­λε­ται· το ό­τι, α­ντί να γί­νε­ται ά­συ­λο των δι­καιω­μά­των του αν­θρώ­που, η ΕΕ α­πο­τε­λεί α­να­πό­σπα­στο μέ­ρος μιας πρα­κτι­κής βα­σα­νι­σμών και κα­τα­κτή­σεων χω­ρίς οι πιο λα­μπροί εκ­πρό­σω­ποι της να πού­νε μια λέ­ξη: ό­λα αυ­τά ε­ξα­φα­νί­ζο­νται μέ­σα σε πα­νευ­τυ­χείς πα­νη­γυ­ρι­σμούς.
Ο Χά­μπερ­μας, χω­ρίς αμ­φι­βο­λία, εί­ναι εν μέ­ρει θύ­μα της ί­διας της δι­κής του υ­πε­ρο­χής: κλει­σμέ­νος σε έ­να δια­νο­η­τι­κό σύ­μπαν που α­πο­τε­λεί­ται α­πο­κλει­στι­κά  α­πό θαυ­μα­στές και μα­θη­τές του, α­πο­δει­κνύε­ται ό­λο και λι­γό­τε­ρο ι­κα­νός να δια­λε­χτεί με θέ­σεις  που α­πέ­χουν α­πό τις δι­κές του έ­στω και λί­γα χι­λιο­στά. Κα­θώς θεω­ρεί­ται σύγ­χρο­νος διά­δο­χος του Κα­ντ, κιν­δυ­νεύει να γί­νει έ­νας μο­ντέρ­νος Λάι­μπνι­τς, οι­κο­δο­μώ­ντας  με α­τε­λείω­τους ευ­φη­μι­σμούς μια θε­ο­δι­κία, ό­που τα κα­κά της οι­κο­νο­μι­κής α­πορ­ρύθ­μι­σης συ­να­γω­νί­ζο­νται με τα α­γα­θά της α­φύ­πνι­σης   του κο­σμο­πο­λι­τι­σμού, και ό­που η Δύ­ση α­νοί­γει το δρό­μο της δη­μο­κρα­τίας και των δι­καιω­μά­των του αν­θρώ­που ο­δη­γώ­ντας στον πα­ρά­δει­σο μιας οι­κου­με­νι­κής νο­μι­μό­τη­τας.

Στη δί­νη της ύ­φε­σης

Δεν έ­χει πά­ψει η συ­νή­θεια να γί­νε­ται η Ευ­ρώ­πη σκο­πός του κό­σμου, χω­ρίς να γνω­ρί­ζου­με πολ­λά πράγ­μα­τα για την πο­λι­τι­σμι­κή και πο­λι­τι­κή ζωή που συ­νε­πά­γε­ται. Και δεν εί­ναι οι δυ­σκο­λίες που προ­κα­λεί το ε­νιαίο νό­μι­σμα αυ­τές που θα την κλο­νί­σουν. Δεν έ­χει νό­η­μα να ε­πι­μεί­νου­με στη σύγ­χυ­ση που ο­δη­γεί­ται η ΕΕ εξ αι­τίας της κρί­σης του ευ­ρώ. Η Ευ­ρώ­πη κα­τα­τρύ­χε­ται α­πό την πιο βα­θιά και πιο μα­κρό­χρο­νη ύ­φε­ση που γνώ­ρι­σε με­τά το δεύ­τε­ρο πα­γκό­σμιο πό­λε­μο.
Για να κα­τα­νοή­σου­με ποιες εί­ναι οι πη­γές της, χρειά­ζε­ται να υ­πο­λο­γί­σου­με την υ­πο­κεί­με­νη δυ­να­μι­κή που λει­τουρ­γεί στην κρί­ση της ευ­ρω­ζώ­νης. Για να μι­λή­σου­με με α­πλά λό­για, η ύ­φε­ση εί­ναι συ­νι­στα­μέ­νη δύο μοι­ραίων ε­ξε­λί­ξεων, που ε­νερ­γούν α­νε­ξάρ­τη­τα η μία α­πό την άλ­λη.
Η πρώ­τη εί­ναι η γε­νι­κευ­μέ­νη έ­κρη­ξη του πλα­σμα­τι­κού κε­φα­λαίου, με το ο­ποίο οι α­γο­ρές λει­τούρ­γη­σαν στον α­να­πτυγ­μέ­νο κό­σμο στη διάρ­κεια του με­γά­λου κύ­κλου χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής με­ταλ­λα­γής που ά­νοι­ξε στη δε­κα­ε­τία του ΄80, ό­ταν η κερ­δο­φο­ρία στην πραγ­μα­τι­κή οι­κο­νο­μία συρ­ρι­κνω­νό­ταν υ­πό την πίε­ση του διε­θνούς α­ντα­γω­νι­σμού και οι ρυθ­μοί οι­κο­νο­μι­κής με­γέ­θυν­σης έ­πε­φταν α­πό δε­κα­ε­τία σε δε­κα­ε­τία.
Οι μη­χα­νι­σμοί αυ­τής της ε­πι­βρά­δυν­σης, που εί­ναι εγ­γε­νείς στον κα­πι­τα­λι­σμό, έ­χουν  πε­ρι­γρα­φεί με ε­ξαι­ρε­τι­κό τρό­πο α­πό τον Ρο­μπέρ Μπρε­νέ στο έρ­γο του για την ι­στο­ρία του α­νε­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­σμού ή­δη α­πό το 1945. Οι ε­πι­πτώ­σεις τους στη διό­γκω­ση του δη­μό­σιου και ι­διω­τι­κού χρέ­ους, που δεν στή­ρι­ξαν μό­νο τα πο­σο­στά κέρ­δους, αλ­λά και την ε­κλο­γι­κή βιω­σι­μό­τη­τα των κομ­μά­των ε­ξου­σίας, πρό­σφα­τα α­να­λύ­θη­καν α­πό τον Βόλφ­γκαν­γκ Στρεκ. Η α­με­ρι­κά­νι­κη οι­κο­νο­μία α­πει­κο­νί­ζει αυ­τή την τρο­χιά με πα­ρα­δειγ­μα­τι­κή σα­φή­νεια. Και η λο­γι­κή της ι­σχύει για το σύ­στη­μα στο σύ­νο­λό του.

Η ευ­ρω­παϊκή ι­δαι­τε­ρό­τη­τα

Στην Ευ­ρώ­πη, ω­στό­σο, μια δια­φο­ρε­τι­κή λο­γι­κή α­κο­λου­θή­θη­κε με­τά την ε­πα­νέ­νω­ση της Γερ­μα­νίας και το σχέ­διο της νο­μι­σμα­τι­κής έ­νω­σης στη Συν­θή­κη του Μάα­στρι­χτ,  και κα­τό­πιν στο Σύμ­φω­νο Στα­θε­ρό­τη­τας, που έ­χουν δια­μορ­φω­θεί με βά­ση τις γερ­μα­νι­κές α­παι­τή­σεις.
Σύμ­φω­να με αυ­τές, το κοι­νό νό­μι­σμα έ­πρε­πε να τε­θεί υ­πό την κη­δε­μο­νία μιας κε­ντρι­κής τρά­πε­ζας που λει­τουρ­γεί με βά­ση τις α­ντι­λή­ψεις του Χά­γιεκ [3], ού­τε, χω­ρίς να δί­νει λο­γα­ρια­σμό ού­τε στους ε­κλο­γείς στις κυ­βερ­νή­σεις, αλ­λά θα εί­χε μο­να­δι­κό στό­χο τη στα­θε­ρό­τη­τα των τι­μών. Στη  νέα νο­μι­σμα­τι­κή ζώ­νη θα κυ­ριαρ­χού­σε η γερ­μα­νι­κή οι­κο­νο­μία, διευ­ρυ­νό­με­νη προς τις χώ­ρες της Ανα­το­λι­κής Ευ­ρώ­πης, που προ­σέ­φε­ραν, λί­γα μέ­τρα α­πό τα σύ­νο­ρα της, έ­να πε­λώ­ριο κοί­τα­σμα φθη­νής ερ­γα­τι­κής δύ­να­μης.
Το κό­στος της ε­πα­νέ­νω­σης ή­ταν υ­ψη­λό και τρά­βη­ξε προς τα κά­τω τη γερ­μα­νι­κή οι­κο­νο­μι­κή με­γέ­θυν­ση. Για να ξα­να­πά­ρει πά­νω του, ο γερ­μα­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός ε­φάρ­μο­σε μια χω­ρίς προ­η­γού­με­νο πο­λι­τι­κή συ­μπίε­σης των μι­σθών, που τα γερ­μα­νι­κά συν­δι­κά­τα α­να­γκά­στη­καν να α­πο­δεχ­θούν υ­πό την α­πει­λή της με­τα­φο­ράς των ερ­γο­στα­σίων στην Πο­λω­νία, τη Σλο­βα­κία και πιο πέ­ρα α­κό­μα.
Για τη Νό­τια Ευ­ρώ­πη, οι οι­κο­νο­μι­κές  συ­νέ­πειες  ή­ταν πλή­ρως προ­βλέ­ψι­μες. Από τη μια, με την αύ­ξη­ση της βιο­μη­χα­νι­κής πα­ρα­γω­γής και τη σχε­τι­κή μείω­ση του κό­στους ερ­γα­σίας οι ε­ξα­γω­γι­κές βιο­μη­χα­νίες της Γερ­μα­νίας έ­γι­ναν πιο α­ντα­γω­νι­στι­κές α­πό πο­τέ, λε­η­λα­τώ­ντας έ­να αυ­ξα­νό­με­νο τμή­μα των α­γο­ρών της ευ­ρω­ζώ­νης. Από την άλ­λη, στην πε­ρι­φέ­ρειά της, η α­ντί­στοι­χη α­πώ­λεια α­ντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας των το­πι­κών οι­κο­νο­μιών δεν έ­γι­νε αι­σθη­τή χά­ρη σε μια υ­περ­προ­σφο­ρά φθη­νών κε­φα­λαίων με ε­πι­τό­κια ει­κο­νι­κά, που ο­ρί­ζο­νταν για ό­λη τη νο­μι­σμα­τι­κή έ­νω­ση με πλα­σμα­τι­κό τρό­πο, σύμ­φω­να με τους κα­νό­νες που ε­πέ­βα­λε η Γερ­μα­νία.

Χω­ρίς κοι­νό πε­πρω­μέ­νο

Όταν η γε­νι­κευ­μέ­νη κρί­ση που εκ­δη­λώ­θη­κε στις Η­ΠΑ χτύ­πη­σε την Ευ­ρώ­πη, το α­ξιό­χρεο του πε­ρι­φε­ρι­κού χρέ­ους κα­τέρ­ρευ­σε. Όμως, ε­νώ οι Η­ΠΑ α­ντι­με­τώ­πι­σαν το πρό­βλη­μα με μα­ζι­κά δη­μό­σια σχέ­δια σω­τη­ρίας α­πο­τρέ­πο­ντας την πτώ­χευ­ση των τρα­πε­ζών των α­σφα­λι­στι­κών ε­ται­ριών και α­να­ξιό­χρεων ε­ται­ριών, και με έκ­δο­ση χρή­μα­τος α­πό την κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα που μπο­ρού­σε να φρε­νά­ρει τη μείω­ση της ζή­τη­σης, στη ζώ­νη του ευ­ρώ υ­πήρ­χαν δύο ε­μπό­δια, που δεν ε­πέ­τρε­ψαν να ε­φαρ­μο­στεί μια τέ­τοια προ­σω­ρι­νή λύ­ση.
Δεν ή­ταν μό­νο το κα­θε­στώς της Ευ­ρω­παϊκής Κε­ντρι­κής Τρά­πε­ζας, που προ­δια­γρα­φό­ταν στη Συν­θή­κη του Μάα­στρι­χτ, το ο­ποίο ε­μπό­δι­ζε τυ­πι­κά την ε­πα­να­γο­ρά χρέ­ους των κρα­τών με­λών, αλ­λά και η α­νυ­παρ­ξία «κοι­νού πε­πρω­μέ­νου» του βε­μπε­ρια­νού έ­θνους [4], που θα συ­νέ­δεε κυ­βερ­νώ­ντες και κυ­βερ­νώ­με­νους σε κοι­νή πο­λι­τι­κή τά­ξη, ε­ντός της ο­ποίας οι πρώ­τοι θα πλή­ρω­ναν α­κρι­βά την πλή­ρη α­γνό­η­ση των υ­παρ­ξια­κών α­να­γκών των δεύ­τε­ρων.
Στο ευ­ρω­παϊκό εί­δω­λο του φε­ντε­ρα­λι­σμού, δεν θα μπο­ρού­σε να υ­πάρ­ξει πα­ρά μια «έ­νω­ση με­τα­βι­βά­σεων» κα­τά το α­με­ρι­κα­νι­κό μο­ντέ­λο. Έτσι, ό­ταν η κρί­ση χτύ­πη­σε, η συ­νο­χή της ευ­ρω­ζώ­νης θα μπο­ρού­σε να ε­ξα­σφα­λι­στεί ό­χι μό­νο με τις κοι­νω­νι­κές δα­πά­νες, αλ­λά με την πο­λι­τι­κή αυ­θε­ντία: εκ μέ­ρους της Γερ­μα­νίας (ε­πι­κε­φα­λής ε­νός συ­να­σπι­σμού μι­κρών κρα­τών του Βορ­ρά) με την ε­πι­βο­λή δρα­κό­ντειων προ­γραμ­μά­των λι­τό­τη­τας –που δεν θα μπο­ρού­σαν να δια­νο­η­θούν οι δι­κοί της πο­λί­τες στις χώ­ρες του Νό­του, οι ο­ποίες δεν μπο­ρούν πια να ξα­να­βρούν την α­ντα­γω­νι­στι­κό­τη­τά τους ερ­γα­λείο την υ­πο­τί­μη­ση.

Οι κυ­βερ­νή­σεις πέ­φτουν...

Κά­τω α­πό αυ­τή την πίε­ση οι κυ­βερ­νή­σεις των «μι­κρών» χω­ρών έ­πε­σαν η μία με­τά την άλ­λη. Στην Ιρλαν­δία, στην Πορ­το­γα­λία και την Ισπα­νία, τα κα­θε­στώ­τα που βρέ­θη­καν στις ε­κλο­γές στην αρ­χή της κρί­σης σα­ρώ­θη­καν στις ε­κλο­γές και έ­δω­σαν τη θέ­ση τους σε διά­δο­χες κα­τα­στά­σεις, που α­νέ­λα­βαν να αυ­ξή­σουν τη δό­ση των δρα­στι­κών φαρ­μά­κων.
Στην Ιτα­λία, η ε­σω­τε­ρι­κή διά­βρω­ση και οι ε­ξω­τε­ρι­κές πα­ρεμ­βά­σεις συν­δυά­στη­καν για να α­ντι­κα­τα­στα­θεί μια κυ­βέρ­νη­ση στη­ριγ­μέ­νη στη Βου­λή α­πό μια κυ­βέρ­νη­ση «τε­χνο­κρα­τών», χω­ρίς προ­σφυ­γή σε ε­κλο­γές.
Στην Ελλά­δα, έ­να κα­θε­στώς που ε­πι­βλή­θη­κε α­πό το Βε­ρο­λί­νο, το Πα­ρί­σι και τις Βρυ­ξέλ­λες, υ­πο­βί­βα­σε τη χώ­ρα σε μια κα­τά­στα­ση που θυ­μί­ζει την Αυ­στρία του 1922, ό­ταν ε­πι­βλή­θη­κε υ­ψη­λή ε­πι­τρο­πεία α­πό την Αντά­ντ υ­πό την αι­γί­δα της Κοι­νω­νίας των Εθνών, η ο­ποία α­παι­τού­σε «ό­λο και με­γα­λύ­τε­ρες οι­κο­νο­μίες και θυ­σίες α­πό ό­λα τα στρώ­μα­τα του πλη­θυ­σμού» και πίε­ζε την κυ­βέρ­νη­ση «να στα­θε­ρο­ποιή­σει τον Προϋπο­λο­γι­σμό σε πο­λύ χα­μη­λό­τε­ρο ε­πί­πε­δο» προ­ει­δο­ποιώ­ντας ό­τι «ο έ­λεγ­χος της ε­πι­τρο­πείας θα συ­νε­χι­ζό­ταν, ώ­σπου να ε­πι­τευχ­θεί το ε­πι­διω­κό­με­νο α­πο­τέ­λε­σμα».
Σε ό­λες τις χώ­ρες που ε­φαρ­μό­στη­καν μέ­τρα για την α­νά­κτη­ση της ε­μπι­στο­σύ­νης των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών α­γο­ρών, συ­νο­δεύ­τη­καν α­πό τη μείω­ση των κοι­νω­νι­κών δα­πα­νών, την α­πορ­ρύθ­μι­ση των α­γο­ρών και την ι­διω­τι­κο­ποίη­ση των δη­μό­σιων α­γα­θών. Για να τις δε­σμεύ­σουν, το Βε­ρο­λί­νο και το Πα­ρί­σι α­πο­φά­σι­σαν να ε­πι­βά­λουν τη συ­νταγ­μα­τι­κή κα­το­χύ­ρω­ση της α­παί­τη­σης για ι­σο­σκε­λι­σμέ­νο Προϋπο­λο­γι­σμό εκ μέ­ρους των 17 με­λών της ευ­ρω­ζώ­νης.

Μια νέα «ει­δι­κή σχέ­ση»

Οι θε­ρα­πείες που δο­κι­μά­στη­καν το 2011, δεν πρό­κει­ται να για­τρέ­ψουν τα προ­βλή­μα­τα της ευ­ρω­ζώ­νης. Οι δια­φο­ρές των ε­πι­το­κίων που ε­πι­βάλ­λο­νται στα δη­μό­σια δά­νεια, δεν πρό­κει­ται να ε­πα­νέλ­θουν στα προ κρί­σης ε­πί­πε­δα. Και το χρέ­ος που συσ­σω­ρεύε­ται δεν εί­ναι α­πο­κλει­στι­κά δη­μό­σιο. Αντί­θε­τα, σύμ­φω­να με ε­κτι­μή­σεις οι ε­πι­σφα­λείς α­παι­τή­σεις των τρα­πε­ζών έ­φτα­ναν τα 1,3 τρι­σε­κα­τομ­μύ­ρια ευ­ρώ. Τα προ­βλή­μα­τα πά­νε πιο βα­θιά, τα θε­ρα­πευ­τι­κά σχή­μα­τα εί­ναι πιο α­δύ­να­μα και ό­σοι τα δια­χει­ρί­ζο­νται εί­ναι πιο εύ­θραυ­στοι α­π’ ό,τι πι­στεύουν οι ε­πί­ση­μοι κύ­κλοι.
Τη στιγ­μή που εί­ναι σα­φές ό­τι το φά­σμα της στά­σης πλη­ρω­μών δεν έ­χει α­ντι­με­τω­πι­στεί, τα τε­χνά­σμα­τα της κ. Μέρ­κελ και του κ. Σαρ­κο­ζί κιν­δυ­νεύουν να μην έ­χουν μέλ­λον. «Μπο­ρού­με να πε­ρι­μέ­νου­με ό­τι η γερ­μα­νι­κή ι­σχύς θα χρη­σι­μο­ποιη­θεί με τις πιο βίαιες μορ­φές, ό­χι μέ­σω υ­ψη­λών ε­πι­τα­γών ή της Κε­ντρι­κής Τρά­πε­ζας, αλ­λά μέ­σω της α­γο­ράς», ε­πι­ση­μαί­να­με πριν την ε­πέ­λα­ση της κρί­σης.
Η Γερ­μα­νία, που πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό κά­θε άλ­λο κρά­τος υ­πήρ­ξε η κυ­ρίως υ­πεύ­θυ­νη για την κρί­ση του ευ­ρώ ε­ξαι­τίας της πο­λι­τι­κής της συ­μπίε­σης των μι­σθών στο ε­σω­τε­ρι­κό και του φθη­νού κε­φα­λαίου στο ε­ξω­τε­ρι­κό, υ­πήρ­ξε ε­πί­σης ο κύ­ριος αρ­χι­τέ­κτο­νας της πο­λι­τι­κής που με­τα­φέ­ρει τα βά­ρη στις πλά­τες των πιο α­δύ­να­μων στρω­μά­των. Με αυ­τή την έν­νοια, έ­χει φθά­σει η στιγ­μή για μια νέα ευ­ρω­παϊκή η­γε­μο­νία. Μα­ζί της εμ­φα­νί­στη­κε το πρώ­το α­ναί­σχυ­ντο μα­νι­φέ­στο γερ­μα­νι­κής ε­πι­κυ­ριαρ­χίας στην ΕΕ.

Το πρό­τυ­πο της γερ­μα­νι­κής η­γε­μο­νίας

Σε άρ­θρο του που δη­μο­σίευ­σε η ση­μα­ντι­κή γερ­μα­νι­κή ε­πι­θεώ­ρη­ση «Merkur» ο νο­μι­κός Κρι­στόφ Σόν­μπερ­γκε­ρ, ε­ξη­γεί ό­τι το εί­δος η­γε­μο­νίας που εί­ναι μοι­ραίο να α­σκή­σει η Γερ­μα­νία στην Ευ­ρώ­πη, δεν έ­χει να κά­νει με το οικ­τρό σλό­γκαν «ε­νός α­ντιι­μπε­ρια­λι­στι­κού λό­γου α­λά Γκράμ­σι». Οφεί­λου­με να την α­ντι­λη­φθού­με με τη συ­νταγ­μα­τι­κή έν­νοια που δί­νει ο νο­μι­κός Χάιν­ριχ Τρί­πε­λ, δη­λα­δή με το λει­τουρ­γι­κό ρό­λο που α­να­τί­θε­ται στο πιο ι­σχυ­ρό κρά­τος στους κόλ­πους ε­νός ο­μο­σπον­δια­κού συ­στή­μα­τος, κα­τά το πρό­τυ­πο της Πρω­σίας στη Γερ­μα­νία τον 19ο και 20ού αιώ­να.
Η ΕΕ α­ντα­πο­κρί­νε­ται α­κρι­βώς σ’ αυ­τό το πρό­τυ­πο: έ­να ου­σια­στι­κό δια­κυ­βερ­νη­τι­κό κον­σόρ­τσιουμ συ­να­ντά­ται στο Ευ­ρω­παϊκό Συμ­βού­λιο, του ο­ποίου οι συ­νε­δριά­σεις α­να­γκα­στι­κά δεν «πα­ρά­γουν ή­χο» και μό­νο με τη βοή­θεια της ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας θα μπο­ρού­σε να πει κα­νείς ό­τι μια μέ­ρα θα κα­τα­στεί «το γα­λά­ζιο άν­θος της δη­μο­κρα­τίας, α­παλ­λαγ­μέ­νο α­πό κά­θε γήι­νο θε­σμι­κό κα­τά­λοι­πο [5].
Όμως, κα­θώς τα κρά­τη που εκ­προ­σω­πού­νται στο Ευ­ρω­παϊκό Συμ­βού­λιο εί­ναι ά­νι­σα ως προς το μέ­γε­θος και το βά­ρος, θα ή­ταν μη ρε­α­λι­στι­κό να υ­πο­θέ­σου­με ό­τι θα μπο­ρού­σαν να συ­ντο­νι­στούν σε ι­σό­τι­μη βά­ση. Για να λει­τουρ­γή­σει η ΕΕ, α­παι­τεί α­πό το κρά­τος με το με­γα­λύ­τε­ρο πλη­θυ­σμό και πλού­το να της δώ­σει συ­νο­χή και κα­τεύ­θυν­ση. Η Ευ­ρώ­πη έ­χει α­νά­γκη α­πό τη γερ­μα­νι­κή η­γε­μο­νία και οι Γερ­μα­νοί ο­φεί­λουν να πά­ψουν να δεί­χνουν δει­λία στην ά­σκη­ση αυ­τής της η­γε­μο­νίας.

Η Γαλ­λία α­πλώς α­κο­λου­θεί

Η Γαλ­λία, που το πυ­ρη­νι­κό ο­πλο­στά­σιό της και η μό­νι­μη έ­δρα στο Συμ­βού­λιο Ασφα­λείας του Ο­ΗΕ δεν έ­χουν πια το ί­διο ό­πως άλ­λο­τε βά­ρος, ό­φει­λε να α­να­θεω­ρή­σει τις α­παι­τή­σεις της. Η Γερ­μα­νία ό­φει­λε να συ­μπε­ρι­φερ­θεί στη Γαλ­λία ό­πως ο Φον Μπί­σμαρκ στη Βαυα­ρία μέ­σα στο ο­μο­σπον­δια­κό σύ­στη­μα του Δεύ­τε­ρου Ράι­χ, φι­λο­δω­ρώ­ντας τον κα­τώ­τε­ρο ε­ταί­ρο με συμ­βο­λι­κά προ­νό­μια και γρα­φειο­κρα­τι­κές πα­ρη­γο­ρίες. Θα α­πο­δεχ­θεί η Γαλ­λία τό­σο εύ­κο­λα την υ­πο­βάθ­μι­ση στο κα­θε­στώς αυ­τό που ε­πι­φυ­λάχ­θη­κε στο Δεύ­τε­ρο Ράιχ για τη Βαυα­ρία; Ίδω­μεν.
Η γνώ­μη του Μπί­σμαρκ για τους Βαυα­ρούς εί­ναι γνω­στή: «Κά­τι α­νά­με­σα σ’ έ­ναν Αυ­στρια­κό και έ­να αν­θρώ­πι­νο ον». Υπό την προ­ε­δρία του Σαρ­κο­ζί, η α­να­λο­γία δεν θα μπο­ρού­σε να φα­νεί α­συ­νή­θι­στη, κα­θώς το Πα­ρί­σι ή­ταν προ­σκολ­λη­μέ­νο στις προ­τε­ραιό­τη­τες του Βε­ρο­λί­νου. Σή­με­ρα, ό­μως, ί­σως ται­ριά­ζει έ­νας πιο σύγ­χρο­νος πα­ραλ­λη­λι­σμός. Η α­γω­νία που δεί­χνει η γαλ­λι­κή πο­λι­τι­κή τά­ξη να μη χω­ρι­στεί πο­τέ α­πό τα γερ­μα­νι­κά σχέ­δια μέ­σα στην ΕΕ και να συ­μπράτ­τει πά­ντο­τε σ’ αυ­τά, θυ­μί­ζει ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο μια άλ­λη «ει­δι­κή σχέ­ση»: των Βρε­τα­νών που αρ­πά­ζο­νται με α­πελ­πι­σία α­πό το ρό­λο του υ­πα­σπι­στή των Η­ΠΑ.
Εί­ναι έ­να ε­ρώ­τη­μα για πό­σο χρό­νο α­κό­μα μπο­ρεί να διαρ­κέ­σει αυ­τή η οι­κειο­θε­λής γαλ­λι­κή υ­πο­τα­γή, χω­ρίς να υ­πάρ­ξει α­ντί­δρα­ση. Οι φαν­φα­ρο­νι­σμοί του κ. Φόλ­κερ Κά­ου­ντε­ρ, γραμ­μα­τέα της Χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τι­κής Ένω­σης (CDU), που εί­πε ό­τι «η Ευ­ρώ­πη μι­λά­ει πια γερ­μα­νι­κά», μπο­ρούν να προ­κα­λέ­σουν μάλ­λον μνη­σι­κα­κία πα­ρά ευ­πεί­θεια. Εδώ και πολ­λά χρό­νια, πά­ντως, κυ­ρίως ε­ξαι­τίας της στρέ­βλω­σης που προ­κα­λεί το γαλ­λι­κό ε­κλο­γι­κό σύ­στη­μα, δεν υ­πάρ­χει στην ΕΕ πο­λι­τι­κή τά­ξη πιο ο­μό­θυ­μα κομ­φορ­μι­στι­κή α­πό τη γαλ­λι­κή. Το να πε­ρι­μέ­νει κα­νείς ό­τι ο κ. Ολά­ντ θα ε­πι­δεί­ξει λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρη οι­κο­νο­μι­κή και στρα­τη­γι­κή α­νε­ξαρ­τη­σία, θα ή­ταν μια νί­κη της ελ­πί­δας έ­να­ντι της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

Πο­λι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές δο­νή­σεις

Για τον ί­διο λό­γο, δεν υ­πάρ­χει χώ­ρα στην ΕΕ, ό­που το χά­σμα α­νά­με­σα στη λαϊκή γνώ­μη και τις ε­πί­ση­μες προ­θέ­σεις να εί­ναι τό­σο βα­θύ. Ο κ. Ολά­ντ ήρ­θε στην ε­ξου­σία ό­πως και ο κ. Ρα­χόι στην Ισπα­νία, χω­ρίς νε ε­πι­δειχ­θεί ι­διαί­τε­ρος ζή­λος α­πό την πλευ­ρά των ψη­φο­φό­ρων, σαν η μό­νη ε­φι­κτή λύ­ση. Εξί­σου γρή­γο­ρα θα μπο­ρού­σε να ε­ξα­σθε­νί­σει η θέ­ση του, μό­λις ε­φαρ­μο­στεί η πο­λι­τι­κή λι­τό­τη­τας.
Στους κόλ­πους του νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου ευ­ρω­παϊκού συ­στή­μα­τος, μό­νο στην Ελλά­δα προ­κλή­θη­κε ση­μα­ντι­κή λαϊκή α­να­τα­ρα­χή για την ώ­ρα, αν και η Ισπα­νία γνω­ρί­ζει ή­δη προ­μνη­μο­νια­κές δο­νή­σεις. Η α­λή­θεια εί­ναι ό­τι τί­πο­τε δεν εγ­γυά­ται ό­τι α­κό­μη και οι πιο σκλη­ρές δο­κι­μα­σίες θα προ­κα­λέ­σουν την α­ντί­δρα­ση των λαών και δεν θα τους πα­ρα­λύ­σουν, ό­πως μας έ­δει­ξε η ε­μπει­ρία της πα­θη­τι­κό­τη­τας των Ρώ­σων α­πέ­να­ντι στην κα­τα­στρο­φι­κή κυ­βέρ­νη­ση Γιέλ­τσιν. Ωστό­σο, οι λα­οί της ΕΕ εί­ναι λι­γό­τε­ρο πε­σμέ­νοι και, κα­θώς οι ό­ροι ζωής τους χει­ρο­τε­ρεύουν σα­φώς, τα πε­ρι­θώ­ρια της υ­πο­μο­νής τους μπο­ρεί να α­πο­δειχ­θούν μι­κρό­τε­ρα.
Πί­σω α­πό κά­θε σε­νά­ριο υ­πάρ­χει μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: α­κό­μη κι αν μπο­ρού­σε να ε­πι­λυ­θεί η κρί­ση του ευ­ρώ χω­ρίς να υ­πο­φέ­ρουν οι πιο α­δύ­να­μοι –πράγ­μα α­πί­θα­νο –η υ­πο­βό­σκου­σα πε­ρι­στο­λή της α­νά­πτυ­ξης δεν πρό­κει­ται να ε­ξα­λειθ­φεί.

* Ο Πέ­ρι Άντερ­σον εί­ναι κα­θη­γη­τής Ιστο­ρίας και Κοι­νω­νιο­λο­γίας στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Λος Άντζε­λες και συ­νερ­γά­της του New Left Review

[1] Ο Χελ­ντ εί­χε α­να­λά­βει το δι­δα­κτο­ρι­κό του Σαΐφαλ Ισλάμ Κα­ντά­φι στο Λό­ντον Σκουλ οφ Εκο­νό­μι­κς. Το δι­δα­κτο­ρι­κό του δό­θη­κε χω­ρίς να πα­ρα­δώ­σει την ερ­γα­σία του, με α­ντάλ­λαγ­μα μια γεν­ναία χο­ρη­γία της Λι­βύης. Όταν ξέ­σπα­σε το σκάν­δα­λο, ο Χε­ντ α­να­γκά­στη­κε να ε­γκα­τα­λεί­ψει το πα­νε­πι­στή­μιο.
[2] Το 2005 ο Χά­μπερ­μπας με­τεί­χε με πά­θος στην κα­μπά­νια για το γαλ­λι­κό δη­μο­ψή­φι­σμα για τη Συ­νταγ­μα­τι­κή Συν­θή­κη προ­λέ­γο­ντας κα­τα­στρο­φές σε πε­ρί­πτω­ση που α­πορ­ρι­πτό­ταν. Δεν εί­πε λέ­ξη, ω­στό­σο, ό­ταν η Γερ­μα­νία α­πο­φάν­θη­κε γι' αυ­τήν χω­ρίς προ­σφυ­γή σε ο­ποιο­δή­πο­τε εί­δος λαϊκής ε­τυ­μη­γο­ρίας. Όπως άλ­λω­στε έ­κα­νε και την ε­πο­χή της Συν­θή­κης του Μάα­στρι­χτ.
[3] Φι­λε­λεύ­θε­ρος αυ­στρια­κός οι­κο­νο­μο­λό­γος (1899-1992).
[4] Έννοια που χρη­σι­μο­ποίη­σε ο γερ­μα­νός κοι­νω­νιο­λό­γος Μαξ Βέ­μπερ (1864-1920)
[5] Δα­νει­σμέ­νο α­πό τον ποιη­τή Νο­βά­λις.

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Γιούργκεν Χάμπερμας: Το μετέωρο βήμα της Ευρώπης...

Ιδέες, παλιές και νέες Από τον Θανάση Γιαλκέτση, Εφημεριδα των Συντακτων...
Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν θα μπορέσει να σταθεροποιηθεί παρά μόνον αν, κάτω από την πίεση της οικονομικής κρίσης, ολοκληρώσει τα αναγκαία βήματα προς τον συντονισμό των σημαντικών πολιτικών της.
Αυτός ο συντονισμός, που είναι αναγκαίος προκειμένου να διορθωθεί το «κατασκευαστικό λάθος» της νομισματικής ένωσης, δεν πρέπει όμως να γίνεται με αποφάσεις των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, δηλαδή με τη διακυβερνητική υπονόμευση της δημοκρατίας. Χρειάζεται αντίθετα μια ισχυρή δημοκρατική νομιμοποίηση των αποφάσεων, μια διεθνοποίηση της δημοκρατίας ικανή να αντικαταστήσει τη σημερινή μεταδημοκρατική γραφειοκρατική εξουσία των ευρωπαϊκών ελίτ.

Αυτά υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ο Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας στο βιβλίο του «Για ένα σύνταγμα της Ευρώπης» (Πατάκης, 2011). Η ακόλουθη συνέντευξη του Χάμπερμας δόθηκε στην Ντονατέλα ντι Τσέζαρε, καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης, και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Micromega.

-Καθηγητή Χάμπερμας, εσείς έχετε υποδείξει στην Ευρωπαϊκή Ενωση ένα αποφασιστικό βήμα προς μια παγκόσμια κοινωνία που θα στηρίζεται σε ένα πολιτικό Σύνταγμα. Η τωρινή κρίση δεν σας έκανε να αλλάξετε ιδέα. Υποστηρίζετε μάλιστα ότι «η πανουργία του οικονομικού (παρα-)λόγου επανέφερε στην ημερήσια διάταξη της πολιτικής το ζήτημα του μέλλοντος της Ευρώπης». Η κρίση του χρέους θα ήταν επομένως μια ευκαιρία;

-Χωρίς αυτή την κρίση οι ηγέτες των κυβερνήσεων της ευρωζώνης δεν θα υποχρεώνονταν να συνεργαστούν πιο στενά, τουλάχιστον στη δημοσιονομική και οικονομική πολιτική, και να σχεδιάσουν γι” αυτό μια νέα «θεσμική αρχιτεκτονική». Αυτό που συμβαίνει μου φαίνεται ότι είναι μια πανουργία του λόγου, ακριβώς επειδή θα συμβάλει στην επίλυση όχι μόνον της τωρινής οικονομικής κρίσης.

Οφείλουμε να προωθήσουμε αυτό το σχέδιο και γι” άλλους λόγους. Στις προσεχείς δεκαετίες το πολιτικό βάρος των ευρωπαϊκών κρατών θα μειώνεται από οικονομική, δημογραφική και στρατιωτική άποψη. Κανένα από τα εθνικά μας κράτη δεν θα είναι ακόμα σε θέση να υποστηρίζει αποτελεσματικά τις ιδέες του απέναντι στην Αμερική, την Κίνα ή και τις αναδυόμενες δυνάμεις, όπως η Βραζιλία, η Ρωσία και η Ινδία.

Θέλουμε λοιπόν να πάψουμε, από εθνική αβελτηρία και αμβλύνοια, να ασκούμε μια επιρροή στη διαμόρφωση και τον προσανατολισμό εκείνης της πολυπολιτισμικής κοινότητας που αναδύεται στον κόσμο μας; Εδώ έγκειται η σημασία του ερωτήματός σας για την ιδέα μιας κοσμοπολιτικής τάξης, όπως την είχε προεικονίσει ο Καντ.

Η πολιτική σύγκρουση, που γίνεται όλο και πιο σκληρή στη διεθνή σκηνή, θα καταλήξει να προκαλέσει σοβαρές ανισορροπίες σε μια παγκόσμια κοινωνία όπου όλοι εξαρτώνται από όλους.

Καθημερινά αυξάνονται τα κόστη για εκείνο που ο Καρλ Σμιτ είχε αποκαλέσει «πολιτική ουσία» του κράτους. Χρειάζεται να αντιταχθούμε σε όλα αυτά θέτοντας έναν θεσμικό και νομικό φραγμό στον κοινωνικό δαρβινισμό, που φαίνεται να γίνεται αχαλίνωτος.

-Εσείς δεν διστάσατε να πείτε ότι τα ευρωπαϊκά εθνικά κράτη γεννήθηκαν από μια τεχνητή κατασκευή – είναι η περίπτωση της Ιταλίας ή της Γερμανίας. Σήμερα το έθνος-κράτος φαίνεται να εμποδίζει τους δεσμούς μεταξύ των πολιτών. Ωστόσο εσείς πιστεύετε ότι έχει ακόμα μια αποστολή.

-Η πρώτη γενιά εθνών-κρατών αναδύθηκε στην Ευρώπη. Γι” αυτό είναι τόσο έντονη η εθνική συνείδηση του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Εκείνο που μετράει όμως σήμερα είναι το ότι αυτά τα εθνικά κράτη εγγυώνται ένα επίπεδο δικαίου και δημοκρατίας, που οι πολίτες θέλουν με κάθε τρόπο να διατηρήσουν.

Αποτελούν με δυο λόγια ένα παράδειγμα ελευθερίας που υλοποιήθηκε ιστορικά και για την οποία είμαστε υπερήφανοι. Σε μια ενοποιημένη Ευρώπη τα εθνικά κράτη δεν μπορούν επομένως να χαθούν. Πιστεύω ότι ο σκοπός που θα πρέπει να επιδιώκουμε είναι μια υπερεθνική δημοκρατία, η οποία, χωρίς να παίρνει τη μορφή ενός ομόσπονδου κράτους, θα καθιστά δυνατή μια κοινή διακυβέρνηση. Το ομόσπονδο κράτος είναι ένα εσφαλμένο μοντέλο για την Ευρώπη και ζητάει πάρα πολλά από την αλληλεγγύη των λαών.

-Εσείς εμπιστεύεστε έναν αποφασιστικό ρόλο στους πολίτες. Αλλά οι Ευρωπαίοι πολίτες φαίνεται να ζουν σε μια σχεδόν σχιζοφρενική κατάσταση. Σε ποιον οφείλουν να είναι πιστοί: στην περιοχή από την οποία κατάγονται, στο εθνικό κράτος ή στην Ευρωπαϊκή Ενωση;

-Δεν πρόκειται για ένα δίλημμα. Η «πατρίδα» είναι, θα λέγαμε, μια τούρτα με διάφορες στρώσεις. Οι πολίτες έχουν ήδη διαφορετικές πολιτικές ταυτότητες και πολλαπλούς δεσμούς. Αισθανόμαστε ταυτόχρονα πολίτες του Τορίνο και κάτοικοι του Πιεμόντε, πολίτες του Παλέρμο και Σικελοί.

Πάνω σε αυτούς τους παραδοσιακούς δεσμούς αναδύθηκε στην Ιταλία, πριν από περίπου 150 χρόνια, μια εθνική ταυτότητα. Γιατί αυτή η εθνική ταυτότητα δεν θα “πρεπε να συνδέεται αυθόρμητα με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση;

-Λείπει μια ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα. Πράγμα που δεν ευνοεί τη συμμετοχή των πολιτών. Εσείς έχετε επικρίνει αυτό το δημοκρατικό έλλειμμα στην πολιτική διάταξη της Ευρώπης. Και έχετε επισημάνει την ευθύνη των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Τι θα έπρεπε να κάνουν αυτά τα μέσα;

-Μια ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα θα μπορέσει να αναδυθεί μόνον αν στο εθνικό επίπεδο γίνει αντιληπτή η σημασία των ευρωπαϊκών αποφάσεων. Οι πολίτες που διαβάζουν τις εφημερίδες, βλέπουν τηλεόραση, παρακολουθούν τις ειδήσεις στο Διαδίκτυο, οφείλουν όχι μόνο να γνωρίζουν τις αποφάσεις που παίρνονται στις Βρυξέλλες αλλά και να κατανοούν τις επιπτώσεις τους στην καθημερινή ζωή τους. Δεν χρειαζόμαστε ωστόσο μια νέα υποδομή ούτε νέα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Μια ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα θα συγκροτηθεί με αφετηρία τα εθνικά μέσα που θα ανοιχτούν το ένα στο άλλο. Τα ήδη υπάρχοντα μέσα θα πρέπει όμως να αφιερώνουν τον σωστό χώρο στα ευρωπαϊκά θέματα και να αναφέρονται ορθά στα επίμαχα ζητήματα, ιδίως όταν ο κίνδυνος είναι η σύγκρουση μεταξύ των εθνικών κοινών γνωμών. (…)

-Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ δεν στάθηκαν ικανές να επεξεργαστούν ένα σχέδιο για το μέλλον. Εσείς απευθύνετε αυτή την κατηγορία και στην Αριστερά, την οποία επικρίνετε για εθνικιστική αμβλύνοια, επειδή δεν μπόρεσε να προετοιμάσει την κοινή γνώμη.

-Για τη Γερμανία αυτό δεν είναι πλέον εντελώς αληθινό. Αλλά έχετε δίκιο αν αναφέρεστε σε εκείνους τους πολιτικούς που θέλουν να πετύχουν μια συμφωνία μόνο στο εσωτερικό του έθνους-κράτους, επειδή το θεωρούν το τελευταίο προπύργιο αυτού που απομένει από το κοινωνικό κράτος. Θεωρώ ότι πρόκειται για ένα λάθος ιστορικής σημασίας. Η οικονομική παγκοσμιοποίηση, που επιδιώχθηκε πολιτικά από την Ουάσιγκτον, είναι ήδη αμετάκλητη.

Αυτό εξηγεί το γιατί ο καπιταλισμός που διευθύνεται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές μπόρεσε να απελευθερωθεί από όλα τα πολιτικά δεσμά, ώς το σημείο να ασκεί μια υπέρμετρη επιρροή ακόμα και στις πιο ισχυρές κυβερνήσεις. Για να δαμάσουμε τον άγριο καπιταλισμό, οφείλουμε να θεμελιώσουμε σε υπερεθνικό επίπεδο εκείνη την ικανότητα πολιτικής και κυβερνητικής δράσης που στο εθνικό επίπεδο έχει αμετάκλητα χαθεί.

Μόνο μια Ευρώπη που παρουσιάζεται αποφασισμένη και σταθερή, καθώς είναι ακόμα η πιο σημαντική οικονομική ζώνη στον κόσμο, θα μπορέσει να προηγηθεί των χρηματοπιστωτικών αγορών και να έχει και τον τελευταίο λόγο.

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Ποια δημοκρατική Ευρώπη; Απάντηση στον Γιούργκεν Χάμπερμας...

απο τα Ενθεματα σε μετάφραση Χρυσάνθης Αυλάμη....
του Ετιέν Μπαλιμπάρ
Ο Γιούργκεν Χάμπερμας τοποθετήθηκε ξεκάθαρα όσον αφορά την κατάσταση στην Ευρώπη και τις αποφάσεις που απαιτεί: μετά το Zur Verfassung Europas(Για το ευρωπαϊκό Σύνταγμα), που μεταφράστηκε τον Μάη στα γαλλικά, η εφημερίδα Le Monde δημοσίευσε στις 27.8.2012 το άρθρο «Ευρώπη, περισσότερο παρά ποτέ», που ο γερμανός φιλόσοφος συνυπογράφει με τον Π. Μπόφινγκερ και τον Γ. Νίντα-Ρίμελιν.
Επί της ουσίας, η θέση του Χάμπερμας είναι ότι η κρίση του ευρώ δεν έχει καμία σχέση με τα «λάθη» των σπάταλων κρατών που δυσκολεύονται να φτάσουν τα  «οικονόμα» κράτη (στα γερμανικά, η λέξη Shuld σημαίνει λάθος και χρέος…). Σχετίζεται, κυρίως, με την ανικανότητα των κρατών –που οι κερδοσκόποι βάζουν σε ανταγωνισμό–, να εξουδετερώσουν το παιχνίδι των αγορών και να επιβάλουν μια παγκόσμια ρύθμιση της οικονομίας. Γι’ αυτό τον λόγο δεν θα βγούμε από την κρίση, εάν η Ευρώπη δεν αποφασίσει να «κάνει το βήμα» της πολιτικής ενοποίησης που θα της επέτρεπε να υπερασπιστεί το νόμισμά της και, ταυτοχρόνως, να δρομολογήσει στο εσωτερικό της κοινωνικές πολιτικές όπως και πολιτικές μείωσης των ανισοτήτων που δικαιολογούν την ύπαρξή της. Ο φυσικός χώρος αυτής της μεταμόρφωσης είναι ο «ευρωπαϊκός πυρήνας» (Kemeuropa), δηλαδή η  ευρωζώνη, ενισχυμένη από τα κράτη που αναμένεται να ενσωματωθούν σ’ αυτήν (και ιδιαιτέρως την Πολωνία).

Η απαραίτητη συνθήκη για κάτι τέτοιο όμως είναι ο «πραγματικός» εκδημοκρατισμός των κοινοτικών θεσμών: εδώ, ο Γιούργκεν Χάμπερμας εννοεί  κυρίως την συγκρότηση μιας κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης των πληθυσμών που να είναι πράγματι αποτελεσματική (με άξονα ένα σύστημα δύο επιπέδων διαφορετικό από τη γερμανικού τύπου «ομοσπονδία»), αλλά και προικισμένη με ελεγκτικές πολιτικές εξουσίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη φορολογική βάση και την επιβολή φόρων που  θα στήριζαν το κοινό νόμισμα, σύμφωνα με την αρχή των αμερικανών επαναστατών: «No taxation without representation!».

Πρέπει να χαιρετίσουμε την παρέμβαση και να ανταποκριθούμε σ’ αυτήν.  Πρόκειται για την τελευταία μιας σειράς θαρραλέων παρεμβάσεων στις οποίες ο Χάμπερμας στράφηκε ενάντια στον «νέο εθνικισμό» της γερμανικής πολιτικής και στις συγκεκαλυμμένες «μονομερείς» προκαταλήψεις της (δεν θα πιστεύαμε στ’ αυτιά μας, αν οι γάλλοι διανοούμενοι επεδείκνυαν το ίδιο πνεύμα ανεξαρτησίας…). Η προσπάθεια του Χάμπερμας να μη διαχωρίσει την πολιτική, την οικονομική και την κοινωνική διάσταση είναι αξιοσημείωτη, όπως επίσης και η προσπάθειά του να φανταστεί τη συμβολή που θα μπορούσε να έχει η Ευρώπη στην ανακάλυψη μιας στρατηγικής εξόδου από την κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο: μιας στρατηγικής που να περιλαμβάνει  ταυτόχρονα  το επιτακτικό αίτημα για την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραμένουν αναλλοίωτα) και το εξίσου επιτακτικό αίτημα του ελέγχου των πιστωτικών μηχανισμών, που  εξαπλώνονται υπερκαλύπτοντας την πραγματική οικονομία.

Τέλος, η προσπάθεια αυτή δηλώνει, χωρίς περιστροφές,  ότι η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης (είτε ονομαστεί «ομοσπονδία» είτε όχι) μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον υπό τον όρο ενός ουσιαστικού εκδημοκρατισμού, που να αγγίζει την ίδια τη φύση των εξουσιών και της αντιπροσωπευτικότητάς τους, και κατά συνέπεια τη νομιμοποίησή τους. (Σε ό,τι με αφορά, είχα υποστηρίξει από καιρό μια πιο ριζοσπαστική θέση – την οποία  κάποιοι θα χαρακτήριζαν επισφαλή: ότι η πολιτική Ευρώπη, έξω από την οποία το μόνο που υπάρχει είναι  η παρακμή και αδυναμία των ευρωπαϊκών λαών, δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί και δεν είναι δυνατή, παρά μόνον εάν είναι πιο δημοκρατική από το σύνολο των  εθνών που την συναποτελούν — εάν δηλαδή πάει ένα βήμα πιο πέρα από τις ιστορικές τους κατακτήσεις ως προς το ζήτημα της δημοκρατίας.

Η επιχειρηματολογία του φιλοσόφου της Φραγκφούρτης ενέχει, κατά τη γνώμη μου, δύο αλληλένδετες αδυναμίες. Η πρώτη είναι ότι δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τον χρόνο που έχει κυλήσει, και κατά συνέπεια τη συγκυρία: το σκεπτικό της αναπτύσσεται σαν η κρίση να μην εξελισσόταν ήδη εδώ και χρόνια, σαν να μπορούσαμε να επανατοποθετηθούμε «πριν» από τις συνέπειες που έχει επιφέρει και να πράξουμε τώρα ό,τι έπρεπε να έχει γίνει πρωτύτερα για να την αποφύγουμε (ουσιαστικά, τη στιγμή που οργανώθηκε το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα). Δεν πιστεύω καθόλου ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Θα ήταν χρήσιμο όμως, αν μη τι άλλο, να αναπτυχθεί περαιτέρω η πρόταση που εμπεριέχεται (στο γερμανικό πρωτότυπο, γιατί στη γαλλική μετάφραση η ιδέα αυτή εξαφανίστηκε) σχετικά με την εισαγωγή του φόρου και τον έλεγχο της χρήσης του. Δεν θα υπάρξει, ούτε στην Ευρώπη ούτε αλλού, έξοδος από την κρίση χωρίς μια «φορολογική επανάσταση» που να περιλαμβάνει όχι μόνον την επιβολή ευρωπαϊκών φόρων και μια πολιτική επαγρύπνησης  ως προς  τη δίκαιη κατανομή τους, αλλά και τη χρήση των φορολογικών εσόδων. Τα έσοδα αυτά πρέπει να χρηματοδοτήσουν μια επανορθωτική πολιτική ως προς την εργασιακή καταστροφή που επέφερε η κρίση, για τη μεταλλαγή των παραγωγικών δραστηριοτήτων και τη χωροταξική αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής «επικράτειας». Κάτι σαν ένα ενδοευρωπαϊκό New Deal ή Σχέδιο Μάρσαλ. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει επίσης, αναμφίβολα, την επιστροφή σε μια ισορροπημένη νομισματική πολιτική  που  να θεμελιώνεται σ’ ένα  φορολογικό αλλά και   τραπεζικό κύκλωμα (σαν κι αυτό που σήμερα θρέφει, όλως τυχαίως, την κερδοσκοπία).

Η δεύτερη αδυναμία συνίσταται στο γεγονός ότι η επιχειρηματολογία του Χάμπερμας περιορίζεται σε μια εξαιρετικά φορμαλιστική αντίληψη της δημοκρατίας — αντίληψη ολοένα και λιγότερο ικανοποιητική, εφόσον οι ισχυρές  διαδικασίες «απο-εκδημοκρατισμού» έχουν ήδη ενεργοποιηθεί στις κοινωνίες μας, εκμεταλλευόμενες μάλιστα την κρίση, προκειμένου να προωθήσουν ευκαιριακά επιχειρήματα περί της αποτελεσματικότητας μιας διακυβέρνησης εκ των άνω.  Δεν αρκεί λοιπόν μόνον να τις διορθώσουμε, θα πρέπει να τις ανατρέψουμε αντιπαρατάσσοντας δημοκρατικές επινοήσεις «υλικής» φύσεως. Προσοχή όμως: δεν εγκαταλείπω σε καμία περίπτωση το αίτημα της αντιπροσώπευσης. Το αντίθετο. Η ιστορία του 20ού αιώνα έδειξε την αναγκαιότητα της αντιπροσώπευσης και των  κυμαινόμενων περιθωρίων  ανάμεσα στην απλή ανάθεση της εξουσίας και τον αποτελεσματικό έλεγχό της. Θα πρέπει να εντείνουμε αυτή τη διεκδίκηση  σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Αλλά πρέπει επίσης να εισαγάγουμε και άλλες δημοκρατικές πρακτικές ή, ακριβέστερα, άλλες πρακτικές εκδημοκρατισμού των πολιτικών θεσμών.

Αυτό είναι το κλειδί για την  επίλυση του περίφημου αδιεξόδου που θέτει ο «ευρωπαϊκός δήμος». Ο δήμος δεν προϋπάρχει ως συνθήκη της  δημοκρατίας :  πηγάζει από την ίδια, ως αποτέλεσμά της. Αλλά και η ίδια η δημοκρατία δεν υπάρχει παρά μόνον μέσα στη διαδικασία και τις μορφές των διαφορετικών πρακτικών εκδημοκρατισμού. Ως αντιπροσωπευτική δημοκρατία βέβαια, αλλά και ως συμμετοχική δημοκρατία, με όριο τον αυτοδιαχειριζόμενο κομμουνισμό (την κατασκευή των «κοινών», θα έλεγε ο Τόνι Νέγκρι),  αλλά και ως συγκρουσιακή δημοκρατία («αντι-δημοκρατία», όπως θα έλεγε ο Πιερ Ροζανβαλόν), ζώντας με διεκδικήσεις και διαμαρτυρίες, με αντιστάσεις και αγανακτήσεις. Αυτά τα  χαρακτηριστικά σχηματίζουν μια ασταθή ισορροπία, είναι αλήθεια, που μας απομακρύνει από τον «κανονιστικό»  συνταγματισμό. Δεν θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν με διατακτικές αποφάσεις, όποια νομιμοποίηση και να ’χαν (όπως και άλλοι, έτσι και ο Χάμπερμας εμμένει στη δυνατότητα οργάνωσης δημοψηφισμάτων πάνω στο μέλλον του ευρώ και της Ευρώπης).                                                                                                                    Θα μπορούσαμε  μάλιστα να πιστέψουμε ότι τέτοιου είδους διατακτικές αποφάσεις, υπερβαίνοντας τα όρια της κυβερνητικής «διαχείρισης», ενεργοποιώντας  την εικονική αυτονομία ή τη δυσ-φωνία, θα πήγαιναν προς την κατεύθυνση μιας «επανίδρυσης» της «Ευρωπαϊκής  Ένωσης»;  Με ποιον άλλο τρόπο θα μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε την ενότητα, αν όχι μέσα από την πολλαπλότητα και τις  αντιφάσεις,  τη σταθερότητα μέσα από την αβεβαιότητα, και, τέλος,  τη νομιμότητα μέσα από τη διαμαρτυρία; Και αντιστρόφως όμως, μπορούμε να ρωτήσουμε τον Χάμπερμας: Πώς να εγγράψουμε τη δημοκρατία μέσα στην ευρωπαϊκό οικοδόμημα χωρίς ένα «άλμα» ή ένα «παράπλευρο βήμα» ως προς τις δομές και τις διαδικασίες που φτιάχτηκαν για να την αποκλείσουν, να την εξουδετερώσουν, ενώ οι μέθοδοι «διαχείρισης της κρίσης», έχοντας  προορισμό ν’ αποκλείσουν την  παρέμβαση των πολιτών, την αλυσοδένουν;

Ως προς το σημείο αυτό λοιπόν, αλλά και ως προς άλλα σημεία («Η κοινωνική Ευρώπη»…), θα πρέπει να οργανωθεί μια μορφή αντίστασης  ή να αναπτυχθεί ένα κίνημα. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο Πέτερ Μπόφινγκερ και ο Γιούλιαν Νίντα Ρίμελιν  μας προτείνουν έναν δημόσιο διάλογο  πάνω στην Ευρώπη, για τους Ευρωπαίους και από τους Ευρωπαίους. Ας μην αφήσουμε την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη. Με διαφορετικούς τρόπους, τέτοιες μορφές αντίστασης ή κινημάτων αρχίζουν να σχηματίζονται σε όλα τα μέρη που η τραγικότητα των συνεπειών της κρίσης γίνεται αισθητή: στην Ελλάδα, στην Ισπανία, πολύ λιγότερο στη Γαλλία όπου, παρά το σήμα κινδύνου που θα έπρεπε να εκπέμπει η χιονοστιβάδα  του φετινού φθινοπώρου μοιάζει να κατευθυνόμαστε σ’ ένα ριμέικ της καμπάνιας του 1992 και του 2005, με τη διαφορά ότι δεν υπάρχει κανένα δημοψήφισμα στον ορίζοντα… Τίποτε πέραν των εθνικών συνόρων. Τίποτε, κατά συνέπεια, που να τοποθετεί την πολιτική στο απαιτούμενο επίπεδο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το επείγον καθώς και τα «θεμελιώδη ερωτήματα»;
μετάφραση: Χρυσάνθη Αυλάμη
Το κείμενο του Γιούργκεν Χάμπερμας, του   Πέτερ Μπόφινγκερ και του Γιούλιαν Νίντα-Ρίμελιν, στο οποίο απαντάει ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, δημοσιεύθηκε στα ελληνικά, σε μετάφραση Κάκης Μπαλή, στην Αυγή στις 19.8.2012. Η απάντηση του Ετιέν Μπαλιμπάρ, δημοσιεύθηκε στη Liberation, στις 3.9.2012

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Liberals: Το μανιφέστο των διανοουμένων

Liberals...

«Υπερεθνική απάντηση στις αγορές»
«Η κρίση του ευρώ αντανακλά την αποτυχία μιας πολιτικής χωρίς προοπτική»
 είναι η πρώτη φράση του μανιφέστου των Γιούργκεν Χάμπερμας, Γιούλιαν Νίντα-Ρούμελινκαι Πέτερ Μπόφινγκερ. Η κυβέρνηση Μέρκελ δεν έχει το θάρρος να την αναθεωρήσει. Με αποτέλεσμα τα τελευταία δύο χρόνια η κατάσταση να χειροτερεύει συνεχώς. «Η Ελλάδα απειλείται με έξοδο από την ευρωζώνη με ανυπολόγιστες αλυσιδωτές αντιδράσεις για άλλα κράτη-μέλη» προσθέτουν.
Οι συγγραφείς του μανιφέστου αποκρούουν κατηγορηματικά την πολιτική της λιτότητας που έχει επιβάλει στα «προβληματικά» κράτη η γερμανίδα καγκελάριος. «Η κρίση δεν οφείλεται μόνο στα λάθη των εθνικών πολιτικών, αλλά σε μεγάλο μέρος και σε συστημικούς παράγοντες» γράφουν.

«Συστημικά» πρέπει να είναι λοιπόν και τα μέσα για τη λύση της κρίσης. Με πρώτο την«κοινή εγγύηση για τα κρατικά ομόλογα των χωρών της ευρωζώνης (σ.σ.: ένα είδος δηλαδή ευρωμολόγων)» - μέτρο που θα πρέπει να συνοδεύεται από αυστηρές δημοσιονομικές και οικονομικές δεσμεύσεις των κρατών-μελών.
Παράλληλα θα πρέπει να προωθηθεί η πολιτική ενοποίηση της ευρωζώνης - με τη μορφή όχι ενός ομοσπονδιακού κράτους αλλά μιας «υπερεθνικής δημοκρατίας» στην οποία οι ευρωπολίτες θα διαθέτουν διπλή ιθαγένεια: ευρωπαϊκή και εθνική. Η τελική απόφαση γι' αυτό θα ληφθεί με δημοψηφίσματα σε όλα τα κράτη-μέλη.
Η προϋπόθεση για όλα αυτά είναι βέβαια η απόφαση των πολιτικών ελίτ να ξανακερδίσουν το πάνω χέρι έναντι του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και να θέσουν τέρμα στον «εφιαλτικό παράλληλο κόσμο» που συγκροτούν τα hedge funds και οι τράπεζες επενδύσεων.
Οι λαοί της Ευρώπης, προστίθεται, πρέπει να μάθουν ότι μόνο μαζί μπορούν να υπερασπιστούν τις κατακτήσεις τους, όπως το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. «Η παραίτηση από την ευρωπαϊκή ενοποίηση θα σήμαινε τον αποχαιρετισμό από την παγκόσμια ιστορία» καταλήγει το μανιφέστο.

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Σώστε την αξιοπρέπεια της δημοκρατίας....

Ρίτσα Μασούρα....

Προσωπα (Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακης 13-11-2011)

Ποιος θα μπορούσε να δώσει απαντήσεις τούτες τις ώρες και ποιος να σηκώσει το βάρος μιας πρόβλεψης για το μέλλον μας και το μέλλον της Ευρώπης; Φοβάμαι πως δεν θα υπάρξει ψυχή ζώσα. Κι όσοι επιχειρούν να προβλέψουν, γίνονται δέσμιοι μιας αόρατης δύναμης που τσαλακώνει τις σημειώσεις τους και τις πετάει στο πρώτο καλάθι των αχρήστων. Είναι, άλλωστε, τόσο πρωτόγνωρη η σημερινή εικόνα της χώρας μας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης! Τα λάθη, η ατολμία, η έλλειψη σπουδής, οι άσκοπες δευτερολογίες, τα δόλια συμφέροντα, τα αδιέξοδα, κυρίως όμως ο φόβος μιας πιθανής ήττας αποτυπώνονται όχι μόνον στους δικούς μας ταγούς, αλλά και σε όσους μας επιπλήττουν. Διόλου τυχαία. Οι διεθνείς αγορές θυμίζουν τίγρεις που ψυχανεμίζονται την αδυναμία του πολιτικού κόσμου και παράλληλα διψούν για αίμα. Στη Φύση, το μέτρο παραμένει η επιβίωση του ισχυρότερου. Αν όμως υπήρχε έστω κι ένας παρατηρητικός άνθρωπος ανάμεσά μας, εύκολα θα διέκρινε τον θυμωμένο Αίαντα που απευθυνόμενος στους τρομοκρατημένους από τους Τρώες Αργείους είναι έτοιμος να φωνάξει «Αιδώς Αργείοι»…
Τελικά, οι τρομοκρατημένοι Αργείοι είμαστε εμείς, οι Ελληνες, οι Ιταλοί, οι Πορτογάλοι, οι Ευρωπαίοι γενικότερα και οι Τρώες είναι οι αμείλικτες αγορές. Οι περισσότεροι διδαχτήκαμε Πλάτωνα και Σωκράτη. Μπολιαστήκαμε με τον Διαφωτισμό. Κυρίως όμως με τον Πλάτωνα, που μίλησε για τη λογική και το παράλογο, τον μύθο και την αλήθεια, αλλά και για τα όρια στις ζωές μας. Ποιος από μας στην παρούσα φάση της ανατρεπτικής ζωής γνωρίζει τα όριά του; Τα ατομικά, τα όρια της ελευθερίας ή τα όρια της δικαιοσύνης; Για τον Αλμπέρ Καμύ , οι Ελληνες έθεταν όρια παντού, χωρίς να λένε ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ να ξεπεραστούν. Πίστευαν όμως ότι εκείνος που θα τολμούσε να τα ξεπεράσει, θα κτυπιόταν ανελέητα. Εμείς, λέει ο Καμύ, εκτροχιάσαμε το σύμπαν και τη σκέψη και τώρα γελάμε με την απειλή. Αλλά αυτή είναι εκεί, αποφασισμένη να γράψει Ιστορία, ίσως γιατί στο πέρασμα των αιώνων αντικαταστήσαμε την αρμονία με την άτακτη ορμή του τυχαίου και την αμείλικτη λειτουργία της φονικής λογικής («Το Καλοκαίρι», Αλμπέρ Καμύ, εκδόσεις Πατάκη). Κι αν δεν κάνω λάθος, αυτό ακριβώς ζούμε σήμερα: ξεπεράσαμε τα όριά μας και είμαστε αντιμέτωποι με τη φονική λογική των αριθμών.
Δεν έχει νόημα να αναφερθώ στα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα. Κάθε Ελληνας είναι από μόνος του μια άποψη και προφανώς η εξαγωγή συμπερασμάτων μοιάζει, κάθε φορά, με άθλο. Ομως, έχω την αίσθηση ότι στην Ευρώπη εμμέσως τίθεται θέμα δημοκρατίας. Κάποιοι από τους Ευρωπαίους ηγέτες ή τους επιτρόπους έχουν απολέσει το μέτρο του λόγου, θυμίζουν ρήτορες που εκβιάζουν ή ακόμη χειρότερα: μοιάζουν με τους αντικρυστές του Χρηματιστηρίου που εκτελούν τις εντολές των πελατών τους: «πούλα, αγόρασε, πούλα». Διαβάζω κάπου: η λιγότερη δημοκρατία κάνει καλό στις αγορές. Τρομάζω, ξεχνώ τα δικά μας ολέθρια λάθη και την πολιτική αβελτηρία κι αρχίζω να παραπαίω ανάμεσα σε εξωφρενικά σενάρια με ανταγωνιστικά προϊόντα και εξαθλιωμένους εργάτες, ελάχιστους πλούσιους να απολαμβάνουν το Macallan Fine and Rare 1926 ουίσκι τους κι έναν μεσογειακό ήλιο που δεν μπορεί πια να παραπέμψει στον Καμύ. Εφιάλτης; Προφανώς. Γι’ αυτό και αρπάζομαι από τον Γερμανό φιλόσοφο Γιούργκεν Χάμπερμας που λέει με όση δύναμη έχει πια η φωνή του: «Σώστε την αξιοπρέπεια της Δημοκρατίας».
Λέει ο Χάμπερμας: Στα φιλελεύθερα κράτη, πάντοτε υπήρξε ένταση ανάμεσα στη δημοκρατία και τον καπιταλισμό. Οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις επιβιώνουν μόνον αν καταφέρουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη δημοκρατία και τον καπιταλισμό. Δηλαδή να ισορροπήσουν οι προσδοκίες κέρδους των επενδυτών με τις προσδοκίες των ψηφοφόρων που θέλουν να βλέπουν το βιοτικό τους επίπεδο και την κοινωνική ασφάλιση να εξελίσσονται ομαλά. Σε εποχές κρίσης, αυτοί οι δρόμοι κλείνουν. Και οι πολιτικοί οφείλουν να πάρουν θέση. Με ποιους θα πάνε; Με τις αγορές ή με τον λαό; Κι ο Χάμπερμας καταλήγει: Πολιτικοί που φορτώνουν την τραπεζική κρίση στα υπερχρεωμένα κράτη και επιβάλλουν σε όλη την Ευρώπη προγράμματα λιτότητας αδιαφορώντας για τις απώλειες βλέπουν μόνο τη μία πλευρά… Ναι, γιατί ούτως ή άλλως, εμείς βλέπουμε την άλλη κι αυτήν θα συνεχίσουμε να βλέπουμε ακόμη κι όταν γνωρίζουμε για την άτακτη ορμή του τυχαίου.

Ροη αρθρων