Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΗΣΙΑΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΗΣΙΑΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Ιθαγενείς και σερίφηδες...

Του Νίκου Νικήσιανη, απο το Alter Thess...
namericanimage.jpg
Ας ξεκινήσουμε από τα νούμερα του Υπουργείου Εσωτερικών: από την εφαρμογή του νόμου Ραγκούση για την ιθαγένεια των παιδιών των μεταναστών, ως το πρόσφατο πάγωμά του, μέσα σε τρία χρόνια δηλαδή, ιθαγένεια πήραν 10.000 παιδιά· 4.500 επειδή γεννήθηκαν στην Ελλάδα και 5.500 επειδή συμπλήρωσαν τα αναγκαία έτη φοίτησης στα ελληνικά σχολεία.
Ας σκεφτούμε λίγο τι σημαίνει πρακτικά αυτό: ότι 10.000 παιδιά, τα οποία γεννήθηκαν από γονείς που ζουν μόνιμα και εργάζονται στην Ελλάδα, που πήγαν σχολείο και μεγάλωσαν στην Ελλάδα, που δεν γνωρίζουν άλλη χώρα ως «πατρίδα» και που φυσιολογικά θα μείνουν εδώ (εκτός βέβαια αν επιλέξουν τα ίδια μεγαλώνοντας να μεταναστεύσουν, μαζί με τους χιλιάδες άλλους νέους ελληνικής καταγωγής), αποκτήσανε μία απλή ταυτότητα. Ότι σε 10.000 ιθαγενείς με άλλα λόγια, αναγνωρίστηκε η αυτονόητη ιθαγένεια. Δεν θα χρειάζεται δηλαδή στα 18 τους να μαζεύουν υποχρεωτικά 150 ένσημα το χρόνο για να μην απελαθούν ως «λαθρομετανάστες». Πρόκειται μόνο για αυτό το τόσο απλό και τόσο στοιχειώδες δικαίωμα, το οποίο μάλιστα το απέκτησαν δυστυχώς τόσο λίγα παιδιά, εξαιτίας των ασφυκτικών όρων του νόμου Ραγκούση: 10.000 παιδιά, ένας στους χίλιους κατοίκους, κι αν δεχτούμε ότι οι μόνιμοι μετανάστες στη χώρα είναι περίπου 1 εκατομμύριο, ένας στους εκατό μετανάστες.
Πού το βρήκανε λοιπόν τόσο μίσος οι σερίφηδες των κ.κ. Σαμαρά και Κουβέλη κι αναδείξανε το νόμο για την ιθαγένεια στην ύψιστη εθνική απειλή; Τι ακριβώς φοβούνται από 10.000 παιδιά και θέλουν να τα καταδικάσουν σε αιώνια ομηρία;
Είναι τόσο παράλογο κι απάνθρωπο, που μοιάζει σχεδόν ακατανόητο. Το αντιρατσιστικό κίνημα βέβαια, έχει σκεφτεί πάνω σε αυτό δυο-τρεις απαντήσεις. Λέει για παράδειγμα ότι η μεταναστευτική πολιτική έχει συνειδητό στόχο να κρατά τους μετανάστες σε αυτή τη γκρίζα ζώνη για να τους πιέζει στο περιθώριο και να τους στερεί δικαιώματα. Πρόκειται για μία βασική μέθοδο κατάτμησης και υποβάθμισης των δικαιωμάτων σε προνόμια και άρα συνολικής επίθεσης σε όλους τους εργαζομένους και την κοινωνία.
Άλλοι λένε επίσης ότι σε αυτή τη συγκυρία, το βασικό ζήτημα είναι το ιδεολογικό: έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για κοινωνική συναίνεση, τα χλωμά πρόσωπα που μας κυβερνούν επενδύουν στη νύχτα: στα πιο σκοτεινά μας ένστικτα, στο μίσος, στο Έθνος και τη φυλή, στον πιο φτηνό λαϊκιστικό ρατσισμό. Αν σε αυτό προσθέσεις και την έμφυτη ακροδεξιά ροπή της σαμαρικής παρέας, μαζί με την πίεση από τη γνήσια φασιστική δεξιά, καταλαβαίνεις ότι η μάχη ενάντια στον ‘εσωτερικό εχθρό’ αποτελεί πια τη μοναδική διέξοδο – ένας δρόμος βέβαια που οδηγεί στον κανονικό, κρατικό φασισμό.
Οι δυο λογικές αυτές μάλιστα δεν είναι άσχετες μεταξύ τους· ο κατακερματισμός της εργατικής τάξης και της κοινωνίας, είτε μέσα από το θεσμικό, είτε μέσα από τον ιδεολογικό και κοινωνικό ρατσισμό, έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωσή μας, τη διάλυση και την παράδοση. Εμείς χάνουμε, αυτοί κερδίζουν· όπως λέει κι ένα παλιό καλό σύνθημα, ο ρατσισμός ρίχνει τα μεροκάματα.
Όλα αυτά είναι σωστά· αλλά πάλι λες έξαλλος, είναι δυνατό τόσο μένος για 10.000 παιδιά; Ακόμα κι οι παλιάτσοι του κ. Κουβέλη, που σχίζανε τα κόκκινα ιμάτιά τους της προάλλες για να στηρίξουν τον κουτσό νόμο Ραγκούση, τώρα κατάπιαν τη γλωσσίτσα τους; Με τι σόι καθάρματα έχουμε μπλέξει;
Ένα τέτοιο έγκλημα δεν σηκώνει ούτε μισόλογα, ούτε ολιγωρίες. Οκ, τρέχουνε δυο χιλιάδες σημαντικές μάχες, αλλά σε κάτι τέτοια ζητήματα χαράσσονται οι πιο ουσιαστικές διαχωριστικές γραμμές: όποιοι είναι με τους εργαζόμενους και με τους φτωχούς, δεν αρκεί να είναι ενάντια στο Μνημόνιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρέπει να είναι με την ενότητα της τάξης τους και άρα με τους μετανάστες. Δεν μπορείς επίσης να ανησυχείς για την άνοδο του φασισμού και να μην τα δώσεις όλα στη μάχη για την ιθαγένεια. Ίσως, σε κάτι τέτοιες «μικρές» και δευτερεύουσες μάχες παίζονται πολλά περισσότερα από όσα φαίνονται. Σε κάτι τέτοια μετριόμαστε.
ΥΓ. Η Αντιρατσιστική Πρωτοβουλία, η ΚΕΕΡΦΑ κι άλλες αντιρατσιστικές κινήσεις της πόλης οργανώνουν το Σάββατο στις 2 μμ, πορεία για το ζήτημα της ιθαγένειας. Την Παρασκευή (18.30, ΕΚΘ) θα προηγηθεί εκδήλωση, με τη συμμετοχή μεταναστευτικών συλλόγων και της Ομάδας Νομικών για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών. Είναι δύο καλές ευκαιρίες να μετρηθούμε. Ακόμα όμως κι αν βρεθούμε λίγοι, είναι καθήκον μας να δώσουμε μια συμβολική έστω απάντηση στους σερίφηδες. Κι ακόμα περισσότερο, να δείξουμε στα παιδιά που απειλούνται ότι είναι δικοί μας άνθρωποι και δεν θα τα αφήσουμε μόνα.

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Το πραγματικά εφιαλτικό σενάριο για την 18η Ιούνη....

alterthess...

end-of-earth.jpg

Τα σενάρια τρόμου για «την επόμενη ημέρα» έχουν γίνει το ανέκδοτο αυτών των εκλογών: αν δεν ψηφίσουμε Σαμαρά ή κάτι τέτοιο, θα γυρίσουμε τριάντα χρόνια πίσω, θα κάνουμε τα μαλλιά μας περμανάντ, θα ξαναβάλουμε βάτες στα πουκάμισα, θα συγκρουστεί ο γαλαξίας μας με την Ανδρομέδα και θα τελειώσουνε τα νου-νου από τα ράφια των σούπερ μάρκετ. Ακόμα και η αριστερά αναγκάζεται κάπως να προσαρμοστεί, με το ΚΚΕ να μοιράζει αδιάβροχα για τις επερχόμενες θύελλες και το ΣΥΡΙΖΑ να αντιστρέφει τα παραπάνω επιχειρήματα, ταυτίζοντας με τη σειρά του το Μνημόνιο με την έξοδο από το ευρώ και –άρα- την καταστροφή.
Υπάρχει όμως ένα απείρως πιο τρομακτικό σενάριο για την 18η Ιουνίου του 2012: φανταστείτε ότι, με το φόβο μην μας πάρουν οι κομμουνιστές το γουρούνι, πάμε όλοι και ψηφίζουμε ένα από τα υπεύθυνα κόμματα του «πατριωτικού, ευρωπαϊκού μετώπου». Και φανταστείτε ότι στη συνέχεια όλα τα πράγματα ακολουθούν τον καλύτερο από τους «εφικτούς» δρόμους: η τρόικα μας λυπάται και αναβάλλει για δύο χρόνια τα επόμενα μέτρα· αφήνει μάλιστα το Σαμαρά να αυξήσει σταδιακά και 5 ευρώ τις χαμηλότερες συντάξεις, με αντάλλαγμα την άμεση ιδιωτικοποίηση ακόμα και του ατμοσφαιρικού οξυγόνου· μας δίνει και η Ε.Ε., χάρη στον καλό σύντροφο Ολάντ, και ένα σκασμό (δανεικά) δις για «αναπτυξιακά έργα», τα οποία κατευθύνονται σε fast track επενδύσεις τύπου Κερατέας ή Χαλκιδικής, χωρίς πολλά σου μου του.
Και ας υποθέσουμε τώρα, καλλιτεχνική αδεία, ότι λίγο η διάλυση των συλλογικών συμβάσεων, λίγο η μείωση του βασικού, λίγο η κατάργηση όλων των περιβαλλοντικών και εργατικών ρυθμίσεων, λίγο τα αναπτυξιακά ομόλογα, λίγο οι χαριστικές ιδιωτικοποιήσεις, παρουσιάζονται πράγματι δυνατότητες για κερδοφόρες επενδύσεις· έτσι κι αλλιώς, ο πήχης είναι τόσο χαμηλά και η ανεργία ήδη τόσο μεγάλη, που θέλει πολύ προσπάθεια για να εξασφαλίσει κανείς έκτο συνεχή χρόνο κάμψης και αύξησης της ανεργίας. Ας υποθέσουμε λοιπόν –όχι ότι είναι βέβαια και το πιο πιθανό ενδεχόμενο– ότι η κυβέρνηση της ενωμένης δεξιάς, με τη βοήθεια της Ε.Ε., καταφέρνει έτσι να «συγκρατήσει» την ανεργία στο 20%, να οδηγήσει σε μία οριακή ανάπτυξη και να σταθεροποιήσει κάπως την κατάσταση.
Και τότε ξεκινά ο πραγματικός εφιάλτης. Οι μισθοί όλων των εργαζομένων, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, μπορεί να μη φτάσουν αυτούς της Κίνας, αλλά θα εξασφαλίζουν σίγουρα μία φτώχεια χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Οι άνεργες, οι άστεγοι, οι μετανάστες, όλες οι λεγόμενες «ευπαθείς» ομάδες, θα κινούνται για δεκαετίες στα όρια της επιβίωσης. Η προστασία του περιβάλλοντος θα είναι μία ακριβή πολυτέλεια. Η «πολιτική σταθερότητα» της χώρας θα αποκατασταθεί, με την κυριαρχία για πολλά χρόνια μίας ανανεωμένης δεξιάς ή ενός αποκαταστημένου δικομματισμού. Και όλοι εμείς, θα εξασφαλίσουμε μερικές δεκαετίες ακόμα μίας ήσυχης, ήπιας και αναπόδραστης μιζέριας, μέχρι την επόμενη κρίση που θα κινήσει τον ίδιο κύκλο από την αρχή…
Το σενάριο αυτό αντιστοιχεί λίγο – πολύ στις καλύτερες των προσδοκιών που εκφράζει το πρόγραμμα της ΝΔ. (Ίσως υπάρχει μάλιστα και μία αριστερή εκδοχή του παραπάνω σεναρίου – με κάποιες παροχές, λίγη ανάπτυξη και πολύ προσαρμογή –τύπου ’80, αλλά αυτό είναι τόσο φρικαλέο, που προς το παρόν ας μην το αφήσουμε να περάσει καν από το μυαλό μας). Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν «βγαίνει», αλλά ας ευχόμαστε να μην μάθουμε ποτέ· μπορεί να εξασφαλίζει μισό πιάτο φαί, αλλά σίγουρα δεν εξασφαλίζει την ευτυχία, την αξιοπρέπεια, την ελπίδα, το όνειρο ότι μπορεί τα πράγματα να αλλάξουν, ένα κάποιο νόημα στη ζωή.
Κάποιοι λένε ότι οι άνθρωποι προτιμούν την ασφάλεια του μισού πιάτου, από την ελπίδα ολόκληρου του μαγειρείου· για αυτό, λένε, έπρεπε να βαθύνει τόσο η κρίση μέχρι να ξεσηκωθούν. Μέσα όμως στη –δικαιολογημένη- απαισιοδοξία τους ξεχνάνε ότι στην πραγματικότητα η κρίση (δηλαδή η αδυναμία εξασφάλισης ενός «κανονικού» κέρδους) έφτασε εκεί που έφτασε ακριβώς εξαιτίας των κοινωνικών αντιστάσεων: αν τα αφεντικά παίζανε μόνα τους και οργάνωναν τα πράγματα όπως θέλανε, ούτε «ακυβερνησία» θα είχαμε, ούτε «κινδύνους για την ευρωζώνη», ούτε καν κρίση και ύφεση. Θα είχαμε απλά, φτώχεια. Τα κινήματα είναι αυτά που ρίξανε τις κυβερνήσεις, εμποδίσανε τις «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» και τις ιδιωτικοποιήσεις, καταδικάσανε τα εισπρακτικά μέτρα σε αναποτελεσματικότητα, εξασφάλισαν την αποτυχία των διαδοχικών μνημονίων, οδήγησαν τελικά τη «χώρα», δηλαδή την άρχουσα τάξη της, σε αυτό το υπέροχο «χείλος του γκρεμού» με την τόσο καταπληκτική θέα. Τα κινήματα θα αποφασίσουν τελικά, αν την 17η, και ακόμα περισσότερο την 18η του Ιούνη, θα την σμπρώξουν λίγο ακόμα ή θα επιτρέψουν την επιστροφή στη βαρετή και μίζερη κανονικότητα.

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς...

Του Νικου Νικησιανη, απο το alterthess... 


zz.jpg

Το γνωστό αυτό ρητό αποτυπώνει με ακρίβεια την τεράστια δυνατότητα της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης να προσαρμόζεται στις συνθήκες ώστε να παραμένει κυρίαρχη: να πέφτει από την Ακρόπολη και να στέκεται όρθια, να «τα αλλάζει όλα» για να μην αλλάξει τίποτα, να ανακυκλώνει συνέχεια πρόσωπα και καταστάσεις, να επιστρατεύει νέες εφεδρείες για να σώσει τα παλιά συμφέροντα. Όσο έχεις την ηγεμονία, τα πάντα, ακόμα και ένας «θάνατος», μπορεί να λειτουργήσει υπέρ σου.
Ως πότε όμως; Ως τη στιγμή που, σχηματικά, μία μοναδική συγκυρία αντιφατικών παραγόντων συναντηθούν, δημιουργώντας μία νέα ιστορική συνθήκη. Τότε, έρχονται τα πάνω κάτω και ακόμα και οι στηλοβάτες του παλαιού Καθεστώτος μπορεί να λειτουργήσουν στην πράξη ως παράγοντες ανατροπής. Συμβαίνει αυτό σήμερα; Κανείς και καμία δεν μπορεί να ξέρει, όλοι και όλες μας όμως δικαιούμαστε να το ελπίζουμε. Το σίγουρο είναι ότι μέσα από την αντιφατική, ατελή, αναποτελεσματική κοκ πάλη του εργατικού και των άλλων κοινωνικών κινημάτων τα τελευταία χρόνια, το αστικό καθεστώς αναγκάστηκε να κάψει τόσο γρήγορα ένα – ένα τα χαρτιά του, που τώρα μοιάζει να βρίσκεται μπροστά σε ένα ιστορικό αδιέξοδο.
Παρά την παντοδύναμη κυριαρχία του κυβερνητισμού, η κοινωνία μοιάζει πια να μην μπορεί, ή ακόμα και να μη θέλει να κυβερνηθεί, ή τουλάχιστον να κυβερνηθεί με «σοβαρότητα και υπευθυνότητα». Η εκρηκτική στροφή του εκλογικού σώματος προς το ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί το κορυφαίο σύμπτωμα αυτής της διαδικασίας. Αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, η στάση «ψηφίζω αριστερά» δεν αποτελεί πια μόνο μία πολιτική συμπύκνωση των πρόσφατων κινημάτων, αλλά ένα διαφορετικό, σχετικά αυτονομημένο κοινωνικό κίνημα που προσφέρει χαρά και ελπίδα στην πλειοψηφία σχεδόν των εργαζόμενων τάξεων. Που θα οδηγήσει; Ακόμα πιο άγνωστο. Εύκολα μπορεί κανείς να παραπονεθεί ότι το επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνικής αυτοοργάνωσης είναι αναντίστοιχο με την ένταση της κεντρικοπολιτικής αριστερής στροφής· σωστό, κανείς όμως δεν έχει το δικαίωμα να μαλώνει την κοινωνία που ψηφίζει αριστερά. Καλά κάνει.
Το σίγουρο είναι όμως ότι το καθεστώς θα αντεπιτεθεί: και όχι μόνο με χαζές μπλόφες και ηλίθια κουτσομπολιά, αλλά με όλη τη δύναμη που διαθέτει. Και θα ανακαλύψει ή θα κατασκευάσει και νέες, ισχυρές εφεδρείες για να νεκραναστήσει τον πεθαμένο βασιλιά. Στις εφεδρείες αυτές ανήκει για παράδειγμα ο περίφημος κ. Τζήμερος και το κόμμα των αγανακτισμένων επιχειρηματιών· προφανώς όμως, αυτό δεν φτάνει. Το ΚΚΕ λέει ότι εφεδρεία αποτελεί και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ που έχει μετατραπεί σε μία νέα σοσιαλδημοκρατία· το ζήτημα εδώ δεν είναι αν το ΚΚΕ πρέπει ή όχι να έχει εμπιστοσύνη στο ΣΥΝ και τις άλλες συνιστώσες, αλλά στο ότι δεν έχει εμπιστοσύνη στην κοινωνία και τους εργαζομένους. Όχι μόνο για αυτό που ψήφισαν σήμερα, αλλά και για την ικανότητά τους να προλάβουν μέσα από την πάλη τους τέτοιες πιθανές εξελίξεις.
Η αστική τάξη πάντως, δεν φαίνεται προς το παρόν να συμφωνεί με το ΚΚΕ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μία καλή εφεδρεία. Αν και προσπάθησε να το ενσωματώσει με τις μπλόφες περί φιλοευρωπαϊκών και αντιευρωπαϊκών δυνάμεων και τις ψήφους ανοχής, φαίνεται ότι αποφάσισε οριστικά να το εντάξει στο σκοτεινό μέτωπο του αντιευρωπαϊσμού. Οι ελπίδες της σήμερα, στρέφονται πια στο Φώτη Κουβέλη.
Μία «οικουμενική» κυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ με σκοπό την «αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου» φαντάζει σήμερα ως μία πολύ βολική λύση: θα εισπράξει άμεσα αυτή όσα οφέλη προκύψουν μέσα από την αλλαγή των ευρωπαϊκών συσχετισμών, θα αναβάλλει –ίσως- τα επόμενα μέτρα, θα εγγυηθεί την εφαρμογή των υφιστάμενων και θα δείξει πια ότι ό,τι μπορούσε να γίνει έγινε και από εδώ και πέρα οποιαδήποτε αντιμνημονιακή φωνή ισοδυναμεί στην πράξη με έξοδο από την Ε.Ε. και το ευρώ. Θα κανονικοποιήσει έτσι την πολιτική ζωή και θα οδηγήσει σε νέες εκλογές, όπου το δίλλημα –από τη σκοπιά της κυρίαρχης τάξης- ναι ή όχι στο Μνημόνιο θα μετατραπεί σε δίλλημα ναι ή όχι στην «Ευρώπη». Α, και το σημαντικότερο, θα έχει στερήσει από το ΣΥΡΙΖΑ ένα βασικό υποψήφιο κυβερνητικό εταίρο, καθιστώντας έτσι την πρόταση της κυβέρνησης της αριστεράς ξανά «ουτοπική» και θα έχει προσπαθήσει να λοιδορήσει στα μάτια της κοινωνίας την αριστερά.
Τα σχέδια αυτά, όσο ορθολογικά και να ακούγονται, δεν λαμβάνουν φυσικά υπόψη το «λαϊκό παράγοντα»· μία τέτοια κυβέρνηση μπορεί να καταφέρει τελικά όχι να εγκλωβίσει, αλλά να ριζοσπαστικοποιήσει και την αριστερά, και το κίνημα και την κοινωνία. Η υπέρβαση του διλλήματος του Μνημονίου μπορεί να λειτουργήσει όχι ανασταλτικά, αλλά χειραφετησιακά για την κοινωνική πλειοψηφία, η οποία δεν αποκλείεται σε αυτή την περίπτωση μαζί με τις «φιλοευρωπαϊκές» δυνάμεις να στείλει στο διάολο και την «ευρωπαϊκή προοπτική του τόπου», τη στρατηγική αυτή επιλογή του ελληνικού αστισμού. Η αστική τάξη μπροστά στο αδιέξοδο αναγκάζεται να ποντάρει πάρα πολλά σε ένα πολύ μέτριο φύλλο και οι μπλόφες δεν πιάνουν πάντα. Το αποτέλεσμα αυτής της πατρίδας θα κριθεί και από τη στάση της πολιτικής αριστεράς, αλλά και από την αντίδραση των κινημάτων και των αυτόνομων κοινωνικών δομών -και τότε ο βαθμός της οργάνωσής τους θα είναι ένας καθοριστικός παράγοντας.
Προφανώς επίσης, μία τέτοια κωλοτούμπα θα είναι και δύσκολη και καταστροφική για τη ΔΗΜΑΡ, η οποία φαίνεται αυτή τη στιγμή να μπορεί να επιβιώσει ως σύμμαχος του ΣΥΡΙΖΑ. Το επιχείρημα όμως «καλύτερα μία μετριοπαθής αριστερή κυβέρνηση αναδιαπραγμάτευσης σήμερα, παρά μία δεξιά κυβέρνηση αύριο» έχει ήδη αρχίσει να κυκλοφορεί στα χείλη της δεξιάς της πτέρυγας. Από την άλλη, δεν πρέπει να ξεχνάμε το πόση μεγάλη πίεση μπορεί να δεχθεί οποιοδήποτε αστικό κόμμα ευθύνης, όταν διακυβεύεται η «σταθερότητα και η ευρωπαϊκή προοπτική του τόπου»· εδώ ο Καραμανλής αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να οδηγηθεί στην καταστροφή γιατί λόγους εθνικού συμφέροντος.
Έτσι όπως λειτουργούν αυτά τα μεταμοντέρνα νεο-αρχηγικά κόμματα, η κρίσιμη αυτή απόφαση μοιάζει να βρίσκεται στα χέρια του «αρχηγού». Ποτέ, ή τουλάχιστον σπάνια, ένας άνθρωπος δεν σήκωσε πάνω του τόση μεγάλη ευθύνη για τη σωτηρία ενός έθνους (δηλαδή της ελίτ του). Ας ελπίσουμε να μη σταθεί «στο ύψος των περιστάσεων»· αν το κάνει όμως, εδώ είναι το κίνημα. Και τότε θα πέσουν οι περιστάσεις πάνω του.
Νίκος Νικήσιανης

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Αλληλεγγύη στον Άκη Τσοχατζόπουλο (αλήθεια!)...

 alterthess...

Νίκος Νικήσιανης
akis-tsoxatzopoulos-vouli.jpg

Την ημέρα λοιπόν που ο διορισμένος μας πρωθυπουργός, αυτός ο καθαρός και τίμιος τραπεζίτης που καμία σχέση δεν έχει με τους διεφθαρμένους πολιτικούς, θα μας ανακοινώσει επιτέλους πότε θα έχουμε το δικαίωμα να πούμε και εμείς την άποψή μας για το ποιος πρέπει να μας κυβερνά, οι «άνδρες της Κρατικής Ασφάλειας» (ανατριχιαστικό!) συνέλαβαν τον Άκη Τσοχατζόπουλο.
Το πάλαι πότε πρωτοπαλίκαρο του Ανδρέα, ο άνθρωπος – σύμβολο του βαθεώς πασοκικού κράτους, στα κάγκελα της φυλακής λοιπόν, για μία ψωρομίζα 8 εκατομυρίων ευρώ. Εντάξει, μπορεί κάπως να το παραέκανε, αλλά κατά βάση ο Άκης έπραξε όπως κάθε νοικοκυραίος: αφού έδωσε μία ζωή στον αγώνα για τη σοσιαλιστική αλλαγή, λίγο πριν βγει στη σύνταξη πέρασε από το ταμείο (βλ ΥΠΕΘΑ) για ένα εφάπαξ. Έτυχε όμως σε δύσκολη εποχή και τώρα για «ένα κωλόσπιτο» που έλεγε και ο αείμνηστος Βαγγέλης όχι μόνο σε ρίχνουν από την εξουσία, αλλά σε κλείνουν και φυλακή.
Τέλος εποχής, θα πουν κάποιοι – αυτοί για παράδειγμα που συνηθίζουν να αναγγείλουν το «οριστικό τέλος της Μεταπολίτευσης» κάθε τρεις εβδομάδες. Υποκρισία, θα πουν κάποιοι άλλοι, αφού οι «διώξεις» αυτές εντάσσονται σαφώς στις «προεκλογικές δραστηριότητες» του καθεστώτος, ενώ το πιο πιθανό είναι σε λίγες ημέρες ο Άκης να βρεθεί έξω και αυτός με κανένα πασχαλινό «θαύμα».
«Κάτω οι πολιτικοί»;
Σωστά και τα δύο, αλλά η ουσία πιστεύουμε είναι αλλού· παραδόξως, όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές, το κεντρικό σύνθημα της κυρίαρχης ιδεολογίας, η θέση που συνέχει τόσο διαφορετικές αντιλήψεις όσο αυτές των αντιμνημονιακών πατριωτών και του Πάσχου Μανδραβέλη, είναι η εναντίωση στους πολιτικούς. Είτε ως «προδότες» που «ξεπουλήσαν την πατρίδα», είτε ως «απατεώνες», «λαϊκιστές», «ψηφοθήρες» κοκ που έφαγαν και σκορπίσαν τα –δανεικά- λεφτά σε ρουσφέτια και εξυπηρετήσεις, οι πολιτικοί, αστοί και μη, καλούνται –μέρες που ‘ναι- να πάρουν πάνω τους τις αμαρτίες της χώρας και να πορευτούν αδιαμαρτύρητα το Γολγοθά προς το Σταυρό (της κάλπης).
Είναι φανερό ότι οι απόψεις αυτές εξυπηρετούν κατ’ αρχάς καθαρά πρακτικούς σκοπούς: την κοινωνική νομιμοποίηση για παράδειγμα μίας ερχόμενης «κυβέρνησης τεχνοκρατών» που θα αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τα μετεκλογικά μέτρα, ελλείψη μίας αυτοδύναμης κομματικής κυβέρνησης. Ή, ακόμα χειρότερα, την ενίσχυση των διαφόρων αστικών και φασιστικών «αντικομματικών» σχηματισμών που κατεβαίνουν στις εκλογές για «να ξεβρωμίσουν τον τόπο».
Με αυτό τον τρόπο, οι λεγόμενες «ψήφοι διαμαρτυρίας», όπως αποκαλούνται από τους δημοσκόπους, μπορεί να μείνουν εδώ κοντά, ας πούμε στους «Ανεξάρτητους Έλληνες» του ανεξάρτητου ψιλοακροδεξιού Πάνου Καμμένου, και να αξιοποιηθούν μετά τις εκλογές. Ή ίσως τα ΜΜΕ του καθεστώτος που σήμερα κατακεραυνώνουν τους πολιτικούς «που τα φάγανε», ελπίζουν έτσι ότι μετά την άνοδο «των άκρων» όπως είναι η Χρυσή Αυγή, τα «κανονικά» αστικά κόμματα θα φαντάζουν ξανά ως μία σανίδα σωτηρίας και σταθερότητας.
 Η «κρίση του πολιτικού συστήματος» και άλλα παραμύθια
Υπάρχει όμως και ένα άλλο, πιο βαθύ, αποτέλεσμα αυτής της αντιπολιτικής υστερίας: σχηματικά, το να κατηγορούμε για την κρίση τους πολιτικούς «που τα φάγανε», είναι σαν να δεχόμαστε ότι η αιτία της κρίσης ήταν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οι δίκαιες ή άδικες δημόσιες δαπάνες. Ότι η κρίση δηλαδή είναι ένα ενδημικό, ελληνικό φαινόμενο και οφείλεται βασικά σε ένα διεφθαρμένο πολιτικό προσωπικό. Ή, όπως λένε οι διαδεδομένες κοινοτοπίες των ημερών, ότι είναι πρώτα από όλα μία κρίση «πολιτική», «ηθική», «πολιτισμική» κοκ.
Όχι. Ας επιστρέψουμε στα βασικά: η αιτία της σημερινής κρίσης, της φτώχειας και της ανεργίας είναι ότι ο καπιταλισμός γεννά κρίσεις, φτώχεια και ανεργία· και εδώ, και στις ΗΠΑ και στο Μαλί. Έχει ξαναγίνει καμιά εικοσαριά φορές στην ιστορία και, μέχρι να αλλάξουμε τρόπο παραγωγής, θα συμβεί και άλλες τόσες. Και φυσικά οι συνέπειες της κρίσης πάνω μας μεγαλώνουν, όσο ο καπιταλισμός και το πολιτικό του προσωπικό, για να ξεπεράσουν την κρίση και να προφυλάξουν τα κέρδη, μπορούν να μειώνουν τους μισθούς και τις δημόσιες δαπάνες.
Και αν η κρίση αυτή σήμερα στην Ελλάδα εμφανίζεται πιο οξυμένη απ’ ό,τι στη Γερμανία ή τη Γαλλία, η αιτία δεν  πρέπει να αναζητηθεί–μόνο- στην «πολιτική διαφθορά», αλλά σε έναν εξαιρετικά σύνθετο συνδυασμό παραγόντων που έχουν να κάνουν με τη θέση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το γενικότερο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας και εξουσίας, τις ιδιαίτερες συνθήκες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, ακόμα ίσως τις προηγούμενες κατακτήσεις και τα δικαιώματα της ελλαδικής εργατικής τάξης.
Οι αιτίες αυτές είναι σύνθετες και οι άνθρωποι μέσα στην απόγνωσή τους βολεύονται εύκολα με απλές λύσεις: από το «μαζί τα φαγάμε», ως την «παγκόσμια συνωμοσία για να μας πάρουν τα πετρέλαια». Η απλούστευση όμως είναι το βασικό όπλο της κυρίαρχης ιδεολογίας: ο Χίτλερ έλεγε κάποτε (περίπου) ότι οι κομμουνιστές χάσανε την εξουσία γιατί παρουσιάζανε τα προβλήματα του λαού υπερβολικά περίπλοκα (ταξική πάλη, κρίση κοκ), ενώ αυτός κέρδισε γιατί τα απλοποίησε (τόσα εκατομύρια άνεργοι, τόσα εκατομύρια εβραίοι κοκ).
Αυτή όμως παραμένει και σήμερα πιστεύουμε η δουλειά των κομμουνιστών: να λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Ακόμα λοιπόν και αν οι αστοί πολιτικοί κάνανε περιουσίες από τις δωράκια των αφεντικών τους και από την κλοπή των εργαζομένων, αυτό δεν τους καθιστά την αιτία της κρίσης. Οι πραγματικοί αντίπαλοι των εργαζομένων είναι όχι –μόνο- αυτοί που πήραν μία μίζα 8 εκατομυρίων, αλλά –ακόμα περισσότερο- αυτοί που έβγαλαν κέρδη 8 δισεκατομυρίων για να μπορούν μετά να δώσουν και τη μίζα. Και όσο ασχολούμαστε με τον κάθε Άκη Τσοχατζόπουλο, αυτοί παραμένουν στο απυρόβλητο, έτοιμοι μάλιστα να «μας σώσουν» από τους διεφθαρμένους πολιτικούς.
Αλληλεγγύη και στο Γιώργο Παπακωνσταντίνου!
Μια ιδεολογική θέση παίρνει νόημα από τη συγκυρία στην οποία εκφέρεται: αυτή τη στιγμή, όποιος φωνάζει ενάντια στους πολιτικούς, ακόμα και αν έχει όλο το δίκιο του κόσμου, στην πράξη εξυπηρετεί περισσότερο την αστική ιδεολογία και τελικά το ίδιο πολιτικό προσωπικό. Δείτε για παράδειγμα την παρακάτω συνέντευξη (μετά το 40ο λεπτό) του Παπακωνσταντίνου στην Τσαπανίδου.
Όχι λοιπόν κυρία Τσαπανίδου μας: η κοινωνία δεν είναι ένα τσούρμο καθυστερημένων ιθαγενών που εξοργίζονται αταβιστικά επειδή ο κάθε κ. Παπακωνσταντίνου παίρνει 4.000 ευρώ και επίσης όχι, δεν θα ηρεμήσουμε αν «συμβολικά», όπως τονίζετε, κόψει το μισθό του στο 80%. Και επίσης, κα. Τσαπανίδου, να ξέρετε ότι αν μας προκαλούν τα 4 χιλιάρικα του Παπακωνσταντίνου, μας προκαλούν «πολύ περισσότερο» τα «πολύ περισσότερα» που ομολογείτε ότι σας δίνει ο κ. Αλαφούζος για να του καθαρίζετε το κούτελο (και καθόλου δεν μας ενδιαφέρει αν «φτάσατε εκεί ψηλά» με το δικό σας κούτελο καθαρό ή βρώμικο· αυτά να τα μοιραστείτε με τον πνευματικό σας ή τον ψυχαναλυτή σας).
Μας προκαλούν επίσης πολύ-πολύ περισσότερο τα απείρως περισσότερα χιλιάρικα που βγάζει το αφεντικούλι σας γεμίζοντας τις θάλασσες πετρέλαια με τα μονοπύθμενα σαπιοκάραβά του, για να βάζει μετά εσάς να διαφημίζετε τις εκστρατείες καθαρισμού των ακτών και τη συλλογή τροφίμων για την Αρχιεπισκοπή. Απεναντί σας λοιπόν, είμαστε όχι μόνο με τον Άκη Τσοχατζόπουλο, αλλά και με το Γιώργο Παπακωνσταντίνου, αν χρειαστεί!

http://youtu.be/XvR9_Yc0Mrk

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Η ανεύθυνη αριστερά...

Του Νίκου Νικήσιανη, alterthess ...

kke_syriza__146661549.jpg

 Και τελικά εκλογές. Για κάποιους θα μπορέσει τώρα ο λαός να επιλέξει ελεύθερα τον δήμιο του, για άλλους -κάτι που περίπου κάνει το ίδιο- το σωτήρα του.
Δεν αναφερόμαστε μόνο στους επίδοξους σωτήρες που εδώ και δύο χρόνια σώζουν διαρκώς τη χώρα στο τσαφ από τη χρεωκοπία. Αυτοί άλλωστε ξέρουν ότι κανείς δεν πιστεύει στη σωτηρία που ευαγγελίζονται και αν συνεχίσουν να το κάνουν, είναι για να κρατήσουν το τυπικό τελετουργικό: αυτοί κάνουν πως μας σώζουν και εμείς κάνουμε πως τους πιστεύουμε. Στην πραγματικότητα, όλοι ξέρουν από πάντα ότι “οι πολιτικοί λένε ψέματα” και όλοι κάνουν σαν να έλεγαν αλήθεια.
Ο λόγος, από ό,τι λέγεται συνήθως, είναι ότι “δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική πρόταση”, κάποια άλλη δηλαδή σωτηρία. Το μόνο που μπορεί να μας σώσει από τους σωτήρες, είναι ένας άλλος “εναλλακτικός” σωτήρας, με αληθινές προτάσεις και όχι ψεύτικες υποσχέσεις. Τότε εμείς θα τον πιστέψουμε και θα τον ψηφίσουμε.
Η πιο συνηθισμένη επίκληση για αυτόν το σωτήρα απευθύνεται στην αριστερά, η οποία αέναα 'πρέπει' να αποκτήσει υπεύθυνες προτάσεις και σοβαρό πρόγραμμα και ποτέ δεν τα έχει. Θυμάστε να βγήκε ποτέ κανείς να πει “εμένα δεν μου αρέσουν οι προτάσεις της αριστεράς γιατί είμαι δεξιός”; Ποτέ. Αντίθετα, πόσοι βγαίνουν κάθε μέρα στις εκπομπές και τα μπλογκς να κλαφτούν για την “απουσία προτάσεων” - ή ακόμα χειρότερα “ηγετών”; Και λες άντε, στην αριστερά δεν υπάρχουν δυο σοβαροί άνθρωποι να τα βάλουν κάτω και να γράψουν ένα υπεύθυνο πρόγραμμα. Γιατί δεν το κάνουν όλοι αυτοί που εγκαλούν την αριστερά; Τόσο δύσκολο είναι;
Ακόμα περισσότερο, από που προκύπτει ότι η αριστερά δεν έχει πρόγραμμα; Όσοι ψάχνουν δεν βρίσκουν δηλαδή ούτε ένα κείμενο που να λεει θα κάνουμε αυτό ή ζητάμε το άλλο; Κι ύστερα, όλοι αυτοί έχουν βρει τα αντίστοιχα κείμενα στη δεξία ή στο ΠΑΣΟΚ και δεν έχουν από εκεί τα ίδια παράπονα; Ο Κουβέλης έφυγε από το Συνασπισμό, χοντρικά, γιατί δεν είχε πρόγραμμα. Τώρα που είναι σε ένα κόμμα με πρόγραμμα, γνωρίζει κανείς ποιο είναι αυτό το πρόγραμμα;
Τα συνήθη παράπονα από όλους τους άλλους, τους δεξιούς ας πούμε με τη γενικότερη έννοια, είναι αντίθετα ότι παραέχουν πρόγραμμα. Τους περισσεύει μάλιστα τόσο πολύ, που το μισό το κρατάνε για “κρυφή ατζέντα” και το φανερώνουν μόνο μετά τις εκλογές. Αν μπορούμε να δώσουμε έναν ορισμό, θα λέγαμε ότι η αριστερά είναι “αυτή που δεν έχει πρόγραμμα” και η δεξιά είναι “αυτή που κρύβει το πρόγραμμά της”.
Πίσω από όλους αυτούς τους παραλογισμούς, δεν μπορεί παρά να κρύβεται μία πραγματικότητα. Η αριστερά δεν έχει πρόγραμμα γιατί δεν επιτρέπεται να έχει “πρόγραμμα”· συνήθως με τον όρο “πρόγραμμα” και προτάσεις εννοούμε ένα πρόγραμμα διαχείρισης, της κρίσης, ή της ανάπτυξης -το ίδιο κάνει. Αν πάτε σε κάποιον από αυτούς που γκρινιάζουν για την έλλειψη προγράμματος και τους πείτε “το πρόγραμμα μας είναι η παγκόσμια κομμουνιστική επανάσταση και η δικτατορία του προλεταριάτου”, θα χαμογελάσουν ειρωνικά.
Και θα έχουν και δίκαιο. Γιατί από την άλλη, αν με τον όρο πρόγραμμα εννοούμε ένα “πρόγραμμα πάλης”, όπως κάνει επίσης μεγάλο κομμάτι της αριστεράς, ένα πρόγραμμα αιτημάτων, μεταβατικό κοκ., το πρόγραμμα αυτό δεν μπορεί να αποτελεί το προϊόν της επεξεργασίας ενός κόμματος, αλλά της ίδιας της ταξικής πάλης και του κοινωνικού ανταγωνισμού. Η αριστερά τελικά δεν μπορεί ούτε να μας σώσει (ο θεός να μας φυλάει), ούτε να μας πει “πώς (ή πως) θα σωθούμε μόνοι μας”. Δεν υπάρχουν “απελευθερωτές” έλεγε ο Γκεβάρα.
Τι μπορεί να κάνει τότε η αριστερά; Ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που της ζητάνε. Να διακηρρύτει σε κάθε τόνο ότι δεν έχει (δικό της) πρόγραμμα και για αυτό ακριβώς ζητά την ψήφο των εργαζομένων· για να αποτελεί το όργανό τους μέσα στη Βουλή και τους άλλους μηχανισμούς του κράτος, να αναπαράγει το «πρόγραμμα» της ταξικής πάλης και των κινημάτων. Να υπερασπίζεται με κάθε τρόπο την «ανευθυνότητά» της, για να αναδεικνύει έτσι την πραγματική ευθύνη των σωματείων, των κοινωνικών χώρων, των συνελεύσεων. Να μετασχηματίζεται με άλλα λόγια από ένα αριστερό κόμμα δίπλα (ή απέναντι) στα άλλα, σε μία κομματική οργάνωση της εργατικής τάξης, απέναντι στις άλλες τάξεις, όπως ξεκίνησε πριν από 150 χρόνια, καλή ώρα.
Οκ, θα πει κάποιος ότι ακόμα και τότε χρειάζεται ένα «μίνιμουμ» ή μάξιμουμ ή μίντιουμ πρόγραμμα για να μην είναι σούπα. Σύμφωνοι· δεν είναι εκεί το θέμα. Το θέμα είναι αν τα αριστερά κόμματα σήμερα υποτάσσονται στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η κυρίαρχη ιδεολογίας, ο ρόλος τους στον κρατικό μηχανισμό, ή προσπαθούν τουλάχιστον να αντιστέκονται, να διαφοροποιούνται στην πράξη.
Αυτή η διαφοροποίηση δεν έχει –κυρίως- να κάνει με το λόγο, αλλά με την πρακτική. Φανταστείτε για παράδειγμα, μέρες που είναι, ένα αριστερό κόμμα, αντί να ψάχνει στις τάξεις του τα στελέχη με τη μεγαλύτερη κοινωνική αναγνωρισιμότητα (για να μη μιλήσουμε για άλλα κριτήρια) για να τα κατεβάσει στις εκλογές, να έθετε δύο –τρία απλά κοινωνικά κριτήρια: για παράδειγμα, ότι θα κατεβάσει μόνο εργαζόμενους και ανέργους. Εντάξει, θα έλεγε, έχουν κι οι ΕΒΕ τα προβλήματά τους, αλλά για συμβολικούς λόγους σε αυτές τις εκλογές ας δώσουμε το λόγο στην εργατική τάξη, γιατί τα δικά της είναι κάπως μεγαλύτερα. Και μετά, να τηρήσει και τις αναλογίες εντός της εργατικής τάξης σε άνδρες και γυναίκες, σε μετανάστες και ντόπιους κοκ.
Δε λέμε καν να άνοιγε τα ψηφοδέλτια και να έκανε ανοιχτές συνελεύσεις για να αναδειχθούν οι υποψήφιοι ή το πρόγραμμα, πράγματα δύσκολα δηλαδή. Ας κάνει μόνο τυπικές, οργανωτικές αλλαγές, που στην πράξη όμως σημαίνουν πολλά περισσότερα· ένα πρακτικό βήμα μπροστά είναι πιο σημαντικά από χίλια προγράμματα, έλεγε ο Μαρξ. Αντ’ αυτού, σύσσωμη η αριστερά (ειδικά όσο πιο αριστερή είναι) πιστεύει ακόμα ότι για να «πλησιάσει» (ή να εμπνεύσει ή να ξεσηκώνει κοκ) τον ‘εργαζόμενο’ χρειάζεται ένα σωστό πρόγραμμα. Να του πει δηλαδή τι πρέπει να κάνει και αυτός να σηκωθεί και να απαντήσει «μα, ναι αυτό είναι, επιτέλους βγήκε κάποιος να το πει. Θα έρθω μαζί σας!», εννοώντας για την ακρίβεια από πίσω σας.
Ψηφοδέλτια μόνο από εργαζομένους για παράδειγμα, ή ψηφοδέλτια χωρίς έναν βουλευτή εν ενεργεία ή επαγγελματικό στέλεχος, ή εναλλαγή κάθε χρόνο, ή, ή, ή...
Απέναντι σε τέτοιες προτάσεις όμως δεν θα αντιδρούσαν μόνο οι αντίπαλοί της «ανεύθυνης» αριστεράς· το μεγαλύτερο μέρος των κομματικών της μηχανισμών, θα έλεγε με βεβαιότητα «δεν γίνονται αυτά τα πράγματα από τη μία στιγμή στην άλλη» αποδεικνύοντας έτσι, δυστυχώς, την υπευθυνότητά τους.

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

Οι μετανάστες χαράζουν τα σύνορα....

Του Νίκου Νικήσιανη, alterthess...

3695781622_36ae38eef0.jpg

Δεν μιλάμε φυσικά για τα σύνορα που χωρίζουν τους λαούς και τους ανθρώπους, αυτά που μια μέρα θέλουμε να καταργήσουμε, μαζί με τα κράτη που τα δημιουργούν· αλλά για αυτά που χωρίζουν από τη μια πλευρά τους εργαζόμενους, τους φτωχούς, τους πολλούς και από την άλλη αυτούς που μας εκμεταλλεύονται και μας κυβερνάνε.
Στην πολιτική είναι πάντα δύσκολο να χαράζει κανείς αυτές τις αναγκαίες διαχωριστικές γραμμές, ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς. Μία σαφής διαχωριστική γραμμή για παράδειγμα, είναι η στάση απέναντι στο Μνημόνιο· καμία υπαναχώρηση απέναντι όχι μόνο στα μέτρα αλλά και στα ιδεολογήματα (βλ πχ την κριτική στο «δημόσιο») αυτής της επίθεσης δεν μπορεί να γίνει ανεκτή από όποιαδήποτε συλλογικό χώρο διεκδικεί μία θέση δίπλα και όχι απέναντι στην κοινωνία που αγωνίζεται.
Αυτό όμως, προφανώς δεν αρκεί. Εκτός από τα κοινωνικά κινήματα και την αριστερά, απέναντι στο Μνημόνιο βρίσκεται επίσης ένα ετερόκλητο συνοθύλευμα πολιτικών κινήσεων και κομμάτων γενικότερου «πατριωτικού» προσανατολισμού· ήδη οι αντίπαλοι το εκμεταλλεύονται για να απαξιώσουν πολιτικά και ιδεολογικά αυτή την «αριστεροδεξιά» αντιμνημονιακή συμμαχία.
Πώς λοιπόν μπορούμε να ξεχωρίσουμε αυτούς που στέκονται δίπλα μας στο κίνημα, ακόμα και αν έχουν διαφορετικές απόψεις, από αυτούς που μπορεί να είναι ενάντια στο Μνημόνιο, αλλά είναι ακόμα πιο ενάντια σε κάθε χειραφετησιακό κίνημα; Και αν η κρίση αυτή είναι μάλλον εύκολη για τη ΝΔ και το ΛΑΟΣ, που προσπαθούν ξανά να πλασαριστούν στο αντιμνημονιακό μέτωπο, ή ακόμα περισσότερο για τους ναζί της Χρυσής Αυγής και τους λάιτ ακροδεξιούς του κ. Καμμένου, τι γίνεται με αυτό τον αστερισμό των σχημάτων και αυτόκλητων σωτήρων που θέλουν να απελευθερώσουν το λαό και το έθνος από τη δυναστεία της Τρόικας, των «προδοτών πολιτικών», της «κομματοκρατίας» κοκ;
Εδώ έγκειται η πολύτιμη προσφορά των μεταναστών. Η παρουσία και η δράση τους μέσα στην ελληνική κοινωνία και την ελληνική εργατική τάξη, αποσύνδεσε –επιτέλους- αυτές τις δύο λέξεις: οι εργαζόμενοι δεν είναι υποχρεωτικά έλληνες, όπως οι έλληνες δεν είναι υποχρεωτικά εργαζόμενοι. Όσοι λοιπόν είναι χοντρικά στο πλευρό των ελλήνων, δεν είναι υποχρεωτικά και στο πλευρό των εργαζομένων.
Να λοιπόν μία ακόμα καθοριστική διαχωριστική γραμμή. Είμαστε με αυτούς που είναι με τους εργαζόμενους, έλληνες και μετανάστες. Και είμαστε απέναντι από αυτούς που είναι ενάντια στους μετανάστες, γιατί τότε είναι και ενάντια στους εργαζόμενους, αφού θέλουν να τους διασπούν, να τους χωρίζουν, να τους στερούν κομμάτι-κομμάτι τα δικαιώματά τους.
Κάθε εργαζόμενος και άνεργος που αγωνίζεται σήμερα έχει πρακτικό συμφέρον να μην διαχωρίζεται η τάξη του σε «νόμιμους» και «παράνομους», να μην μετατρέπονται τα δικαιώματα σε προνόμια κάποιων, να μη θριαμβεύσει η βαρβαρότητα και η βία του κράτους. Ακόμα περισσότερο, έχει πρακτικό συμφέρον να υπερασπίζεται το δικαιώμα του κάθε ανθρώπου να διαλέγει αυτός που θα εργαστεί και που θα ζήσει και να μην του το επιβάλλουν αυτό τα σύνορα, τα κράτη και –τελικά- τα αφεντικά.
Με απλά λόγια: όποιος είναι με την πλευρά των εργαζομένων, είναι –χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές- με τα δικαιώματα των μεταναστών, τη νομιμοποίηση, το άσυλο, το άνοιγμα των συνόρων.
Οι απέναντι φαίνεται ότι γνωρίζουν πολύ καλά αυτή τη διαχωριστική γραμμή και έτσι πάνω σε αυτό ακριβώς το μέτωπο προσπαθούν να ανασυγκροτήσουν τις δυνάμεις τους· ο Χρυσοχοΐδης, η ΝΔ, η «Καθημερινή», οι ναζί, το ΛΑΟΣ, ο Καμμένος, ο Καμίνης, ακόμα και αν (πιστέψουμε ότι) διαφωνούν σε όλα τα άλλα, συμφωνούν σε ένα πράγμα: στην «αποφασιστική» και «αποτελεσματική» αντιμετώπιση του «προβλήματος της λαθρομετανάστευσης».
Απέναντι σε αυτό το αρραγές μέτωπο, όποιος συνεχίζει να ψελίζει δικαιολογίες για το «μεταναστευτικό πρόβλημα» και ταυτόχρονα θεωρεί ότι παλεύει για τα δικαιώματα των (ελλήνων ή έστω «νομίμων») εργαζομένων, είναι ένας απατεώνας - ή ένας ακόμα χρήσιμος ηλίθιος. Το «μεταναστευτικό πρόβλημα», από την πλευρά της εργατικής τάξης, οφείλεται στο γεγονός ότι το κράτος κρατά τους μετανάστες χωρίς χαρτιά για να ρίχνει τα μεροκάματα και τα δικαιώματα, ή δεν τους αφήνει να πάνε στις χώρες που θέλουν, για να εξυπηρετεί το διεθνή καταμερισμό εργασίας.
Ο Σαμαράς χθες, ο φερόμενος ως επόμενος επικεφαλής του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας, ζήτησε από τους δικούς του, με εντυπωσιακή ειλικρίνια, «να ανακαταλάβουνε τις πόλεις μας». Αυτός προφανώς, έχει τους λόγους του να πιστεύει ότι με το να νομιμοποιεί τις φασιστικές επιθέσεις, θα πάρει πίσω από την ακροδεξία μερικές αναγκαίες ψήφους.
Η αριστερά από την άλλη, έχει κάθε λόγο να αντισταθεί σε αυτή την ανακατάληψη τόσο στους δρόμους, όσο και στα λόγια· και αυτά σημαντικά είναι. Φαντάζεστε για παράδειγμα ένα αριστερό κόμμα να ζητούσε με την ίδια καθαρότητα από τους εργαζόμενους να «ανακαταλάβουνε» τις γειτονιές, τις δουλειές ή ακόμα και τη Βουλή; Ή να έθετε την πάλη για την ενότητα των εργαζομένων στο επίκεντρο της πολιτικής της; Να έλεγε πχ ότι δεν γουστάρει ούτε μία ψήφο ρατσιστή στις επόμενες εκλογές;

Ροη αρθρων