Πρόσωπα πενθοβαρή. Η αξιοπρέπεια μετεωρίζεται στην άκρη του ματιού
τους, κάνει μια απελπισμένη προσπάθεια να κρατηθεί κι ύστερα πέφτει. Το
άνεργο μέλλον φαντάζει εφιαλτικό. Στην Ομόνοια, ο εξηντάχρονος άντρας
ακούει το φάντασμα της καθαρίστριας του Κέινς να λέει «Μη θρηνείτε
φίλοι, επιτέλους θα ξεκουραστώ» και ρίχνει την απελπισία του στις ράγες
του τρένου.
Οι καθαρίστριες, όμως, αγκυροβολημένες έξω από το υπουργείο
Οικονομικών, στο σημείο μηδέν της ελπίδας, αγωνίζονται και,
αγωνιζόμενες, επαναοικειοποιούνται την αξιοπρέπειά τους. Ελάχιστοι
προσήλθαν στην πρόσκλησή τους για συμπαράσταση. Οι άλλοι εργαζόμενοι,
έμφοβοι και περίκλειστοι στο «σιδερένιο κλουβί» του Μαξ Βέμπερ,
προσπαθούν να αποφύγουν την αρένα και τα λιοντάρια της ανεργίας. Στις
κερκίδες κάθονται οι «πάνω», οι ατσαλάκωτοι από τον πόνο, οι
ελεφαντιασμένες ψυχές, οι ηδονιστές χωρίς καρδιά, τα μεγάλα Εγώ, αυτά
που κοιτούν τους απόκληρους μ' εκείνο το αλαζονικό βλέμμα της
οικτίρμονος περιφρόνησης, αναμεμειγμένης με έκδηλη αηδία, σαν να βλέπουν
ξεκοιλιασμένα σκυλιά στην εθνική οδό. Είναι αυτοί που δίνουν εντολή στα
ΜΑΤ να τσακίσουν τις μανάδες τους. Είναι όσοι κρύβονται πίσω από το
φάντασμα της υπερεξουσίας των Βρυξελλών, αυτοί που μιλούν για τις
οδηγίες της τρόικα ως εάν να μιλούν για τη Βίβλο. Είναι εκείνοι που
μεταθέτουν πάντα τις ευθύνες τους σε αόρατα πολιτικά ολογράμματα, ενώ
συγχρόνως μιλούν με κυνισμό για την αδήριτη ανάγκη κάποιοι να χαθούν!
Αλλά στην κοινωνία το ερώτημα παραμένει: Ποιος νιώθει σήμερα τα πάθη των άλλων; Ποιος θα συμπαρασταθεί στους δεκάδες απολυμένους της Χαλυβουργίας Ελλάδος; Ποιος θα δει πίσω από το θέαμα του Μουντιάλ το δράμα των παιδιών που ζουν στις φαβέλες; Κανείς. Κάποτε οι φιλόσοφοι μιλούσαν για τον παροξυσμό της αδιαφορίας. Σήμερα, ακόμα και η εμπορευματοποίηση του νερού, η ίδια η περιβαλλοντική καταστροφή μένει απαρατήρητη, καθώς ζούμε στην εποχή του θανάτου των συγκινήσεων. Ολα, ο πόλεμος, ο θάνατος, ο πόνος, η ανεργία, η πείνα, η βία, ο φόνος, ο φόβος, η οργή, οι καταστροφές, όλα γίνονται οικεία, συνηθισμένα, στοιχεία της κυρίαρχης συμβολικής τάξης, γι' αυτό αδιάφορα, σχεδόν αόρατα. Δεν ζούμε πια το γεγονός, αλλά την οπτικοποίησή του. Γι' αυτό η ζωή τελείται ενώπιον και μέσω της τηλεόρασης. Οι «πάνω» χρειάζονταν την τηλοψία για να νομιμοποιήσουν το «κάψιμο» της δημοκρατίας, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μην ενοχλούνται από τις τραγωδίες, εκτός κι αν συμβούν μέσα στο σπίτι τους.
Αλλά στην κοινωνία το ερώτημα παραμένει: Ποιος νιώθει σήμερα τα πάθη των άλλων; Ποιος θα συμπαρασταθεί στους δεκάδες απολυμένους της Χαλυβουργίας Ελλάδος; Ποιος θα δει πίσω από το θέαμα του Μουντιάλ το δράμα των παιδιών που ζουν στις φαβέλες; Κανείς. Κάποτε οι φιλόσοφοι μιλούσαν για τον παροξυσμό της αδιαφορίας. Σήμερα, ακόμα και η εμπορευματοποίηση του νερού, η ίδια η περιβαλλοντική καταστροφή μένει απαρατήρητη, καθώς ζούμε στην εποχή του θανάτου των συγκινήσεων. Ολα, ο πόλεμος, ο θάνατος, ο πόνος, η ανεργία, η πείνα, η βία, ο φόνος, ο φόβος, η οργή, οι καταστροφές, όλα γίνονται οικεία, συνηθισμένα, στοιχεία της κυρίαρχης συμβολικής τάξης, γι' αυτό αδιάφορα, σχεδόν αόρατα. Δεν ζούμε πια το γεγονός, αλλά την οπτικοποίησή του. Γι' αυτό η ζωή τελείται ενώπιον και μέσω της τηλεόρασης. Οι «πάνω» χρειάζονταν την τηλοψία για να νομιμοποιήσουν το «κάψιμο» της δημοκρατίας, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μην ενοχλούνται από τις τραγωδίες, εκτός κι αν συμβούν μέσα στο σπίτι τους.