Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Η κατάρρευση της μεγάλης μνημονιακής συμμαχίας...

Παύλος Κλαυδιανός, απο την Εποχη...
Στην ευθεία, την εντελώς τελική, προς τις εκλογές οι πολιτικές εξελίξεις παίρνουν, πραγματικά, δραματικές διαστάσεις. Η πραγματικότητα που διαμορφώνεται υπερβαίνει κατά πολύ
και τις πιο οριακές προβλέψεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δεν συζητούμε, τόσο ποιο είναι το πρώτο κόμμα και πόσες μονάδες βρίσκεται μπροστά, αλλά αν η διαφορά θα θέτει ζήτημα νομιμοποίησης της κυβέρνησης.
Όσα ζούμε είναι η κατάρρευση μιας μεγάλης και στρατηγικής συμμαχίας των δυνάμεων του συστήματος, που συγκροτήθηκε για να διεκπεραιώσει τη διακυβέρνηση της χώρας με βάση το μνημόνιο. Η παραδοχή της κατάρρευσης, χωρίς μισόλογα και στην κυριολεξία μπροστά στο λαό που βαδίζει προς τις κάλπες, από τις ίδιες τις μνημονιακές δυνάμεις τονίζει ακόμη πιο πολύ τη σημασία της.

Αχρηστεύθηκε ο μεγάλος συνασπισμός

Αχρηστεύθηκε, λοιπόν, ο μεγάλος συνασπισμός ΠΑΣΟΚ-ΝΔ (η ΔΗΜΑΡ δραπέτευσε, αλλά μάλλον δύσκολα θα σωθεί) χωρίς, όμως, να έχει ακόμη τελειώσει το έργο του. Και αυτό είναι το μεγάλο, οξύ πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι δυνάμεις του συστήματος εντός και εκτός Ελλάδος. Διότι η εργασία που απομένει είναι ακόμη παρά πολύ όπως είδαμε με το μεσοπρόθεσμο και με τα όσα προειδοποιητικά ειπώθηκαν στο Γιούρογκρουπ. Κυρίως να «συνεχίσει το πρόγραμμα  νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας… που εντάσσεται στο στόχο παγίωσης του μνημονίου του καθεστώτος» όπως υποστηρίζει ο Σπύρος Λαπατσιώρας στις σελίδες 8 και 9.
Και εξαιρετικά επισφαλής διαδικασία καθώς η κοινωνική έρημος που διαμορφώθηκε τροφοδοτεί τις δυνάμεις της ανατροπής αυτής της πολιτικής. Και οι ευρωεκλογές μπορεί να είναι η πρώτη πράξη. Οι πολίτες αυτό το διαισθάνονται, πλέον, και με τη βοήθεια του κ. Βενιζέλου… Αυτό, ασφαλώς, δεν θα αρκούσε για να δεχθούν το πλήγμα της ήττας οι μνημονιακές δυνάμεις. Το ρήγμα στη συμμαχία συμπίπτει με την εμπέδωση της αλήθειας ότι ο κόσμος που συσπειρώνεται γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι σταθερός και αποφασισμένος.

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

Οι βλαβερές συνέπειες της έλλειψης πολιτικής συμμαχιών...

Χ. Γεωργούλας - Π. Κλαυδιανός, απο την Εποχη... Όταν οι δημοσκοπήσεις αντικαθιστούν τις πολιτικές συμφωνίες

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ιδιόμορφο κόμμα. Ενώ έχει γίνει πια με απόφαση του συνεδρίου του ενιαίος πολιτικός οργανισμός, το βιωματικό φορτίο του είναι φορτίο συμμαχικού σχήματος, συνασπισμού κομμάτων. Αυτό είναι αναμενόμενο, καθώς τα ενιαία κόμματα διαμορφώνονται στην πράξη και όχι απλά με μια απόφαση.
Συχνά, όμως, η πραγματικότητα αυτή έχει συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα προβλήματα των συμμαχιών του με άλλες πολιτικές δυνάμεις. Από κεκτημένη ταχύτητα άλλοι τείνουν να θεωρούν τη σύναψη συμφωνίας σαν προθάλαμο για την ένταξη στον ΣΥΡΙΖΑ, και άλλοι απαιτούν συχνά από τους υποψήφιους συμμάχους πολιτικά διαπιστευτήρια, που είναι απαραίτητα μόνο για την ένταξη σ’ ένα ενιαίο κόμμα. Ενώ η πολιτική συμμαχία προϋποθέτει ακριβώς ύπαρξη διαφοράς, η οποία δεν επιτρέπει μεν τη συνύπαρξη στο ίδιο κόμμα, γεφυρώνεται όμως με την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας από την οποία επωφελούνται και οι δύο «συμβαλλόμενοι».
Οι συγχύσεις αυτού του είδους παρουσιάζονται ελλείψει μιας ουσιαστικής συζήτησης με σκοπό τη διαμόρφωση μιας πάγιας και καλά σχεδιασμένης πολιτικής συμμαχιών. Ενδεικτικό των συγχυτικών φαινομένων, για παράδειγμα, είναι ότι εκείνοι ακριβώς που δυσκολεύονται περισσότερο να ενταχθούν ουσιαστικά στον τρόπο λειτουργίας ενός δημοκρατικά συγκροτημένου ενιαίου κόμματος (υπάρχουν ακόμα «συνιστώσες» που δεν έχουν αυτοδιαλυθεί), είναι συνήθως εκείνοι που διστάζουν περισσότερο μπροστά στα ζητήματα που θέτει μια πολιτική συμμαχιών. Ενώ, δηλαδή, οι ίδιοι νιώθουν πιο καλά σ’ ένα κόμμα που δεν έχει αποβάλει ακόμα πλήρως τα χαρακτηριστικά του συμμαχικού σχήματος, διστάζουν να δεχτούν ως συμμάχους άλλες πολιτικές δυνάμεις, που δεν είναι καθόλου υποχρεωμένες να πληρούν τους αυστηρούς όρους, που θα τους έκαναν αποδεκτούς στο ενιαίο κόμμα.

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Επείγει η συνεννόηση....

Παύλος Κλαυδιανός, απο την Εποχη...
Πάνω απ’ όλα, ό,τι και αν μας προέκυψε, ό,τι και αν συμβαίνει, ιδίως το τελευταίο διάστημα, δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι βρισκόμαστε στην καρδιά της μάχης. Tην ιστορικότητα των στιγμών λόγω των διακυβευμάτων που έχουν τεθεί για το μέλλον των εργαζομένων, των νέων και ευρύτερα της ελληνικής κοινωνίας. Το μέγα έργο που έχει επιτευχθεί ως τώρα, τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν στο λαό από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτά, όλα, είναι η ικανή κοινή βάση στο κόμμα, που επιτρέπει και επιβάλλει άμεσα την πολιτική συνεννόηση. Μια συνεννόηση, βέβαια, με το αντίστοιχο περιεχόμενο, όσον αφορά τη δράση μας, το οποίο μπορεί να κωδικοποιηθεί στη φράση ολική επαναφορά στην κοινωνία. Δεν μπορούμε να πάμε ως τη νίκη αλλιώς. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος.
Τρία–τέσσερα, κατά τη γνώμη μου, είναι τα συμπεράσματα από τις αναταράξεις της τελευταίας περιόδου στο εσωτερικό του κόμματος, που καταγράφηκαν, προς στιγμήν, ελπίζω, και στην πολιτική επιρροή μας.
Το πρώτο, είναι ότι επείγει η δημοκρατική λειτουργία του κόμματος, η αποκατάσταση του ρόλου του μέλους, της οργάνωσης, των καθοδηγητικών οργάνων.

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Κ. Βεργοπουλος: Οσοι προτάσσουν την έξοδο από το ευρώ, βάζουν το άροτρο πριν από το βόδι...

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟ ΚΩΣΤΑ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟ..
Tη συνέντευξη πήρε   ο Παύλος Κλαυδιανός για την Εποχη...
Η έκθεση για την κατάσταση των οικονομιών της ευρωζώνης, των Χάινερ Φλάσμπεκ και Κώστα Λαπαβίτσα, που παραγγέλθηκε από το Ινστιτούτο Ρόζα Λούξεμπουργκ της Die Linke με τίτλο «Η συστημική κρίση του ευρώ – αληθινές αιτίες και αποτελεσματικές θεραπείες» αναζωπύρωσε τη συζήτηση στην Αριστερά και όχι μόνο. Οι συγγραφείς προτείνουν, ως λύση, αφού συμπεραίνουν ότι δεν αλλάζει η πολιτική λιτότητας, την έξοδο χωρών από την ευρωζώνη αλλά συμπεφωνημένα και με επιδότηση.Ο καθηγητής Κώστας Βεργόπουλος στη συνέντευξη που ακολουθεί σχολιάζει τις θέσεις της μελέτης αναδεικνύοντας τις αντιφάσεις της.

Στη μελέτη τους οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ενδιαφέρονται για την τύχη της ευρωζώνης και, μάλιστα, σημειώνουν ότι δεν είναι αργά για να εγκαταλείψει τη λιτότητα. Εντούτοις, γρήγορα προσχωρούν στην ανάγκη της εξόδου από την ευρωζώνη, τη διάλυσή της.

Υπάρχει σαφώς μια αντίφαση διότι η λιτότητα δεν είναι αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξη του ευρώ. Αντίθετα, η λιτότητα είναι αυτή που υπονομεύει και αποσταθεροποιεί το ευρώ σήμερα. Όσοι υποστηρίζουν την έξοδο από το ευρώ, προεξοφλούν ότι το ευρώ ταυτίζεται με τη λιτότητα. Ενώ στην πραγματικότητα είναι θύμα της λιτότητας. Οι οπαδοί της εξόδου δεν επενδύουν στην προσπάθεια να αλλάξουν την πολιτική λιτότητας, αλλά την αποδέχονται ως δεδομένη. Με βάση αυτό συνιστούν, όπως και ο Λαφοντέν, όχι μόνο να φύγει η Ελλάδα από το ευρώ, αλλά και να διαλυθεί η ευρωζώνη και να γυρίσουν όλες οι χώρες στα εθνικά νομίσματά τους. Όμως, η λιτότητα δεν είναι αιώνια, πρέπει και μπορεί να αλλάξει, κυρίως υπό την πίεση των πραγμάτων και του αδιεξόδου στο οποίο οδηγεί.

Οι όροι είναι θετικότεροι αυτή τη στιγμή για να οργανωθούν οι αγώνες εναντίον της λιτότητας; Το κλίμα φαίνεται ότι έχει αλλάξει.
Όντως, η αμφισβήτηση της λιτότητας προβάλει σήμερα από παντού. Ήδη ο βρετανικός Economist εμφανίζει τους ευρωπαίους ηγέτες να βαδίζουν σαν υπνωτισμένοι προς τον γκρεμό. Ακόμη και ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δασκαλόπουλος αναγνωρίζει ότι η σημερινή νηνεμία δεν σημαίνει ότι διευθετούνται τα προβλήματα, αλλά ότι είναι αυτή που προηγείται της θύελλας. Στην προβληματική των ευρωπαίων ηγετών η επερχόμενη θύελλα αγνοείται. Το μόνο πρόβλημα που ισχυρίζονται ότι βλέπουν, είναι η ανεργία των νέων. Συμφώνησαν, μάλιστα, ότι η καταπολέμησή της θα είναι πρώτος στόχος. Όμως διαθέτουν προς τούτο μόλις 10 δισ. ευρώ για ολόκληρη την ευρωζώνη. Γελοίο ποσό. Και κυρίως παροχετεύεται στις επιχειρήσεις και όχι στην πραγματική απασχόληση των νέων.

Όμως, και οι συντάκτες της Έκθεσης, δεν το βλέπουν αυτό, τη βελτίωση των όρων αντιπαράθεσης;
Προφανώς δεν θέλουν να δουν ότι η αμφισβήτηση της λιτότητας επεκτείνεται. Το υποβαθμίζουν και το παρασιωπούν, αφού το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το συμπέρασμα ότι το ευρώ πρέπει να διαλυθεί. Πρόκειται για πρωθύστερη μονοθεματική ψύχωση. Η αντίφαση είναι ακόμη πιο απίστευτη, όταν  συμπεραίνουν  ότι όχι μόνο πρέπει να διαλυθεί το ευρώ, αλλά αυτό να γίνει συμπεφωνημένα, δηλαδή με ακόμη μεγαλύτερο κόστος από αυτό που θα είχε η εγκατάλειψη της λιτότητας και η διάσωση του κοινού νομίσματος.

 Θα έρθουμε σ’ αυτό στη συνέχεια. Λένε ότι είναι αφελές να πιστεύει κανείς ότι η νομισματική ένωση δεν έχει γυρισμό. Αυτό σημαίνει ότι έχουν βαθύτερη άποψη για το ρόλο της ευρωζώνης, δεν είναι μόνο η λιτότητα.
Είναι σωστή η παρατήρησή σου. Έχουμε αναλάβει μια δέσμευση να μην υπάρξει οπισθοδρόμηση, και επομένως πρέπει να εξαντληθούν όλα τα μέσα, προτού  αποφασιστεί η εγκατάλειψη. Όμως, τα μέσα όχι μόνο δεν έχουν εξαντληθεί, αλλά δεν έχουν καν θεσμοθετηθεί και ακόμη λιγότερο ενεργοποιηθεί. Η σημερινή πολιτική λιτότητας  είναι οπωσδήποτε καταστροφική, αλλά δεν είναι υποχρεωτική. Πρέπει και μπορεί να αλλάξει από την πίεση των πραγμάτων, υπό την πίεση της ανεργίας γενικώς, της ανεργίας των νέων ειδικότερα, της ύφεσης που οδηγεί τις επιχειρήσεις σε κλείσιμο τη μια μετά την άλλη, ακόμη και στη Γερμανία.

Η έξοδος, λένε, πρέπει να γίνει ανεκτή, να είναι συμπεφωνημένη και συντεταγμένη. Πώς γίνεται αυτό εφικτό, όταν λίγο νωρίτερα έχουν πει ότι η πολιτική που ακολουθείται από την Γερμανία δεν αλλάζει;
Ενώ αρχικά μας έλεγαν για έξοδο με μονομερή πρωτοβουλία του οφειλέτη, σήμερα καταλήγουν άδοξα στο να συνιστούν όχι μόνο συντεταγμένη και συμπεφωνημένη έξοδο από το ευρώ, αλλά και επιδοτούμενη από όσες χώρες παραμείνουν σε αυτό, παρόλο που και σε αυτές συνιστούν την απεμπλοκή από το ευρώ και την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα. Εννοείται ότι το δημοσιονομικό κόστος των επιδοτούμενων αποχωρήσεων από το ευρώ θα είναι πολύ υψηλότερο από το κόστος της διάσωσής του. Και ακόμη, εάν σήμερα η Γερμανία αποφεύγει το κόστος της θεσμικής διάσωσης του ευρώ, πόσο ρεαλιστικό είναι να αναμένεται ότι θα δεχθεί και θα επιδοτεί αύριο το πολύ μεγαλύτερο κόστος των αποχωρήσεων από αυτό; Αφού δεν δέχεται το λιγότερο, γιατί θα δεχτεί το περισσότερο;

Η αρχική πρότασή εξόδου από το ευρώ, πάντως, εμφανιζόταν ως συγκρουσιακή.
Υποστηρίχθηκε σαφώς ότι η έξοδος και η διαγραφή του χρέους πρέπει να γίνουν με μονομερή πρωτοβουλία του οφειλέτη, ενώ παράλληλα η πρόταση αντιτίθετο σε κάθε διαγραφή χρέους με πρωτοβουλία του δανειστή. Τώρα, όμως, γίνεται αποδεκτή  συμπεφωνημένη λύση και στα δύο σημεία, και μάλιστα με επιδότηση του δανειστή. Η μελέτη των δύο συγγραφέων προεξοφλεί ότι η πολιτική της Γερμανίας δεν αλλάζει ως προς τη διάθεσή της να θεσπισθούν ευρωπαϊκά ταμεία και να λειτουργήσουν ευρωπαϊκοί μηχανισμοί, που όμως είναι απαραίτητοι και ισχύουν σε κάθε χώρα και νομισματική περιοχή, προκείμενου να διασώζουν το νόμισμα. Από την άλλη πλευρά, οι ίδιοι συνιστούν συντεταγμένες αποχωρήσεις, όπως και συμπεφωνημένη και επιδοτούμενη αυτοδιάλυση  του κοινού νομίσματος.

Το γεγονός ότι είναι οικονομολόγοι, γνωρίζουν δηλαδή επακριβώς τι θα συμβεί, τι κόστος θα υπάρξει, τους υποχρεώνει να αναζητούν συνοδευτικά μέτρα της εξόδου οδηγώντας τους έτσι σε αντιφάσεις.
Η αριστερή πτέρυγα της Λίνκε ασκεί ήδη κριτική ότι αυτή η πρόταση είναι  γερμανοκεντρική και εθνικιστική. Όταν κάθε χώρα επιστρέφει στο δικό της νόμισμα, με σκοπό να το υποτιμήσει, ώστε να πραγματοποιηθεί ανάπτυξη μέσω της υποτίμησης του νομίσματός της, αυτό σημαίνει ότι επιστρέφουμε στα εθνικά μοντέλα ανάπτυξης. Αντί του ευρωπαϊκού μοντέλου έχουμε στη θέση του την επιστροφή στα εθνικά μοντέλα, που θα βασίζονται σε ανταγωνισμό υποτιμήσεων, προκειμένου να κερδίζει η κάθε χώρα σαν σύνολο από τις αγορές των άλλων. Αυτό ακριβώς ονομάζεται οικονομικός εθνικισμός. Η μελέτη αυτή έπεται της εμφάνισης του νέου δεξιού γερμανικού κόμματος ォΕναλλακτική για τη Γερμανίαサ, που αυτό ακριβώς διεκδικεί. Διάβασα την πολύ καλή απάντηση του Ρίξιγκερ, προέδρου της Λίνκε. Όμως και ο ίδιος δεν θίγει το θέμα της λειτουργίας των ευρωπαϊκών μηχανισμών συνοχής και στήριξης. Αναφέρεται στους κοινωνικούς αγώνες, δίνει δίκιο στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, που δεν υποστηρίζουν έξοδο από την Ευρώπη, αλλά δεν επεκτείνεται στις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της Γερμανίας. Ίσως φοβάται κάποιο ενδεχόμενο πολιτικό κόστος.

Η Σάρα Βάγκενεχτ, αντιπρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας της Λίνκε, παραδέχεται, με αφορμή τη μελέτη, ότι είναι καταστροφικό για μια μόνο χώρα να φύγει από την ευρωζώνη γι‘ αυτό προτείνει να αποχωρήσουν πολλές χώρες – του Νότου – μαζί. Όμως, αν μπορούν αυτές οι χώρες να συνεννοηθούν, γιατί δεν το κάνουν, με στόχο να ανατρέψουν την πολιτική της Γερμανίας;
Φυσικά και μπορούν να συνεννοηθούν και να συντονισθούν. Μήπως επανειλημμένα δεν έχουν ληφθεί ευρωπαϊκές αποφάσεις, παρά την αντίθεση της Γερμανίας; Πχ. για την επιβολή ευρωπαϊκών δασμών στα εισαγόμενα φωτοβολταϊκά από την Κίνα. Η Βάγκενεχτ και ένα μέρος της Λίνκε έχουν ταχθεί εναντίον της έκδοσης ευρωομολόγων, διότι αυτό θα αύξανε το επιτόκιο δανεισμού της Γερμανίας. Έχει υπολογιστεί ότι με κάθε μονάδα μείωσης του επιτοκίου δανεισμού της, η Γερμανία κερδίζει 21 δισ. ευρώ το έτος. Με 3 μονάδες διαφορά επιτοκίων δανεισμού, κερδίζει 63 δισ. Αντίθετα, η Σάρα Βάγκενκνεχτ πρότεινε σωστά να αναλάβει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το ρόλο της κεντρικής τράπεζας και να δανείζει αυτή απευθείας τα κράτη. Η πρόταση είναι βεβαίως σωστή, αλλά  δεν αναπληρώνει τα ευρωομόλογα. Όσο δεν υπάρχουν κοινοί ευρωπαϊκοί τίτλοι δανεισμού, η Γερμανία θα διατηρεί το ευνοϊκό μειωμένο κόστος δανεισμού της, σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ. Αυτή η επιλογή τουλάχιστον θεωρείται γερμανοκεντρική από την αριστερή πλευρά της Λίνκε.

Μια χώρα σαν την Ελλάδα, αν διαλυθεί το ευρώ, θα δει τι θα κάνει, με ποιους θα συμμαχήσει, που θα ενταχθεί κτλ; Γιατί, όμως, θα έπρεπε να το προκαλέσει εκείνη;
Όσοι προτάσσουν την έξοδο από το ευρώ, βάζουν το άροτρο πριν από το βόδι . Η έξοδος από το ευρώ είναι μια πιθανή συνέπεια από την ενδεχόμενη αλλαγή πολιτικής στη χώρα μας. Εάν η Ελλάδα ακυρώσει το μνημόνιο και εφαρμόσει άλλη πολιτική, ενδέχεται η ευρωζώνη να επιβάλει ως κύρωση την αποπομπή από το ευρώ. Δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα να διεκδικεί την κύρωση, προτού αλλάξει πολιτική. Η αποπομπή επισείεται ως τιμωρία, σε περίπτωση απείθειας. Θα ήταν παράδοξο μια χώρα να διεκδικεί την ォτιμωρίαサ της για κάτι που δεν έχει ακόμη διαπράξει. Ενώ, αντίθετα, είναι πολύ λογικό και δικαιολογημένο η χώρα να προβάλλει θετικά το δρόμο που πιστεύει ότι οφείλει να ακολουθήσει, αναλαμβάνοντας φυσικά και κάθε τίμημα για αυτό τον σκοπό. Η ουσία του θέματος δεν είναι το ευρώ, αλλά η λιτότητα, η μαζική ανεργία, η απεμπλοκή από τη βαθιά ύφεση. Για να υλοποιηθούν αυτά, πρέπει να ληφθούν μέτρα. Εάν μας τιμωρήσουν για αυτό, θα φέρουν αυτοί την ευθύνη. Αυτή είναι η σειρά των πραγμάτων. Εξελίσσονται κλιμακωτά, ξεκινούν από την αρχή, όχι από το τέλος.

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Τα χρέη διε­θνώς δεν θα μπο­ρούν πλέ­ον να α­πο­πλη­ρώ­νο­νται...

Τη συ­νέ­ντευ­ξη πή­ρε ο Παύ­λος Κλαυ­δια­νός

Η ΛΑ­ΓΚΑΡ­ΝΤ ΤΡΑ­ΒΗ­ΞΕ ΤΟ ΣΚΟΙ­ΝΙ ΤΟΥ ΣΥ­ΝΑ­ΓΕΡ­ΜΟΥ

Η δια­φω­νία ΔΝΤ - ευ­ρω­ζώ­νης εί­ναι, πλέ­ον, έκ­δη­λη. Αφορ­μή η Ελλά­δα, αλ­λά α­φο­ρά την οι­κο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή για ό­λο τον Νό­το, την ευ­ρω­ζώ­νη. Τι βά­θος έ­χει κα­τά τη γνώ­μη σου;

Η δια­φω­νία ΔΝΤ και ευ­ρω­ζώ­νης δεν αιφ­νι­διά­ζει. Εδώ και τρία χρό­νια γνω­ρί­ζουν στο ΔΝΤ ό­τι το πρό­γραμ­μα σκλη­ρής και, υ­πο­τί­θε­ται, υ­πο­δειγ­μα­τι­κής λι­τό­τη­τας στην Ελλά­δα δεν βγαί­νει. Προ­κα­λεί με­γά­λη ύ­φε­ση, κα­τα­βα­ρά­θρω­ση της οι­κο­νο­μίας, με συ­νέ­πεια ο ά­με­σος στό­χος, να μειω­θεί το έλ­λειμ­μα, να α­πο­μα­κρύ­νε­ται, ε­νό­σω το Α­ΕΠ συρ­ρι­κνώ­νε­ται. Το δια­πί­στω­σε ξε­κά­θα­ρα προ διε­τίας ο Διευ­θυ­ντής Με­λε­τών του ΔΝΤ Ολι­βιέ Μπλαν­σά­ρ, αλ­λά και αρ­κε­τοί άλ­λοι σο­βα­ροί οι­κο­νο­μο­λό­γοι, α­κό­μη και α­ξιω­μα­τού­χοι του ΔΝΤ. Η ε­πι­μο­νή της ΕΕ να προ­τάσ­σει την ε­ξι­σορ­ρό­πη­ση των δη­μο­σιο­νο­μι­κών ι­σο­ζυ­γίων και την α­πο­πλη­ρω­μή των χρεών πά­σει θυ­σία, σύ­ρει στην ύ­φε­ση και στην κα­τα­στρο­φή ό­χι μό­νον την Ευ­ρώ­πη, αλ­λά και την πα­γκό­σμια οι­κο­νο­μία. Σή­με­ρα, εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά που παίρ­νει το πρό­βλη­μα, α­πό τους διά­φο­ρους α­ξιω­μα­τού­χους, η Γε­νι­κή Διευ­θύ­ντρια, η Λα­γκάρ­ντ, και αυ­τό κα­τα­γρά­φε­ται πλέ­ον ως ε­πί­ση­μη το­πο­θέ­τη­ση του ΔΝΤ.

Πού ο­φεί­λε­ται αυ­τή η αλ­λα­γή;
Ίσως στα συ­μπε­ρά­σμα­τα α­πό πρό­σφα­τη με­λέ­τη του ΔΝΤ για την Πα­γκό­σμια Οι­κο­νο­μία που δη­μο­σίευ­σε λί­γες μέ­ρες πριν ο Μπλαν­σάρ. Η α­νά­πτυ­ξη κα­τέρ­χε­ται προς το 3%, έ­να­ντι 6% - 7% άλ­λο­τε. Θυ­μί­ζω ό­τι πα­λαιό­τε­ρη με­λέ­τη του ΔΝΤ ε­κτι­μού­σε ό­τι, αν ο ε­τή­σιος ρυθ­μός α­νό­δου του πα­γκό­σμιου Α­ΕΠ κα­τέλ­θει κά­τω α­πό 3%, τό­τε θα σκά­νε κα­νό­νια σ’ ο­λό­κλη­ρο τον κό­σμο. Τα χρέη δεν μπο­ρούν να α­πο­πλη­ρώ­νο­νται με ρυθ­μό α­νά­πτυ­ξης κά­τω του 3%. Η Λα­γκαρ­ντ τρά­βη­ξε το σχοι­νί του συ­να­γερ­μού, για να ε­πι­ση­μά­νει το πρό­βλη­μα. Σ’ ο­λό­κλη­ρη την Ευ­ρώ­πη οι ρυθ­μοί α­νά­πτυ­ξης εί­ναι σή­με­ρα μη­δε­νι­κοί ή αρ­νη­τι­κοί. Η Ευ­ρώ­πη, α­πό πα­ρά­δει­σος της α­πα­σχό­λη­σης άλ­λο­τε, γί­νε­ται σή­με­ρα κοι­τί­δα της πα­γκό­σμιας α­νερ­γίας, με δε­κά­δες ε­κα­τομ­μύ­ρια ά­νερ­γων και ι­δίως στους νε­α­νι­κούς πλη­θυ­σμούς. Αυ­τή τη στιγ­μή το ΔΝΤ το­πο­θε­τεί­ται προς τη σω­στή κα­τεύ­θυν­ση.

Οφεί­λε­ται αυ­τό στο ό­τι οι α­να­δυό­με­νες χώ­ρες –Βρα­ζι­λία, Ινδία, Κί­να– α­πέ­κτη­σαν με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος στις υ­πο­θέ­σεις του Τα­μείου;
Όχι δεν εί­ναι αυ­τό. Μά­λι­στα, οι α­να­δυό­με­νες χώ­ρες, μπο­ρού­με να πού­με, κά­νουν λά­θος κρι­τι­κή. Η Βρα­ζι­λία, για πα­ρά­δειγ­μα, κα­ταγ­γέλ­λει τις Η­ΠΑ ό­τι με την πο­λι­τι­κή τους, τη δια­τή­ρη­ση ή­πιας α­νά­πτυ­ξης, διώ­χνουν κε­φά­λαια προς τις α­να­δυό­με­νες χώ­ρες, με κίν­δυ­νο να πε­ρι­πέ­σουν οι τε­λευ­ταίες σε πλη­θω­ρι­στι­κές πιέ­σεις! Το ί­διο κα­ταγ­γέλ­λει και η Κί­να. Ενώ το σω­στό θα ή­ταν οι α­να­δυό­με­νες, εάν ή­σαν πραγ­μα­τι­κά α­να­δυό­με­νες, να ε­πω­φε­λού­νται α­πό τις εισ­ροές ξε­νών κε­φα­λαίων και χρη­μα­το­δο­τή­σεων, κά­νο­ντας πρό­σθε­τες ε­πεν­δύ­σεις και αυ­ξά­νο­ντας τη ζή­τη­ση στην ε­σω­τε­ρι­κή τους α­γο­ρά. Να δουν την κρί­ση στον δυ­τι­κό κό­σμο ως ευ­και­ρία δί­κης τους α­νά­πτυ­ξης. Η ση­με­ρι­νή «στρο­φή» του ΔΝΤ υ­πα­γο­ρεύε­ται κυ­ρίως α­πό το φό­βο της διε­θνούς α­στά­θειας, που προ­κα­λεί η ε­κρη­κτι­κή αύ­ξη­ση της α­νερ­γίας, ό­πως ε­πί­σης και α­πό το προ­φα­νές εν­δε­χό­με­νο των χρε­ο­κο­πιών σε ε­κτε­τα­μέ­νη και μα­ζι­κή κλί­μα­κα και της μη α­πο­πλη­ρω­μής των χρεών. Οι φό­βοι αυ­τοί εί­ναι α­πό­λυ­τα τεκ­μη­ριω­μέ­νοι. Αντί­θε­τα, το σκε­πτι­κό της γερ­μα­νι­κής πο­λι­τι­κής, με θεω­ρη­τι­κό τον Σόι­μπλε, εί­ναι να συ­νε­χι­στεί η ύ­φε­ση, ό­τι δεν υ­πάρ­χει άλ­λος δρό­μος, διό­τι μό­νο έ­τσι θα ξε­πλη­ρω­θούν τα χρέη. Να υ­πο­βαθ­μί­ζε­ται, δη­λα­δή, το ε­πί­πε­δο ζωής στις υ­περ­χρεω­μέ­νες χώ­ρες, για να ξε­πλη­ρώ­νο­νται τα χρέη... Η α­πο­πλη­ρω­μή των χρεών, γί­νε­ται η ί­δια αι­τία ύ­φε­σης και η ύ­φε­ση στη συ­νέ­χεια ε­μπο­δί­ζει την α­πο­πλη­ρω­μή. Αυ­τό ο Σόι­μπλε το ο­νο­μά­ζει «α­νά­κτη­ση της ε­μπι­στο­σύ­νης» των α­γο­ρών. Ωστό­σο, δεν δια­νο­εί­ται ό­τι με τη συ­νε­χι­ζό­με­νη λι­τό­τη­τα και την ύ­φε­ση, τα κα­νό­νια θα σκά­νε και ου­δε­μιά α­νά­κτη­ση ε­μπι­στο­σύ­νης θα προ­κύ­πτει. Αφού η ε­μπι­στο­σύ­νη δεν εί­ναι πο­τέ ζή­τη­μα υ­πο­κει­με­νι­κό, των προ­σώ­πων, αλ­λά κα­τε­ξο­χήν α­ντι­κει­με­νι­κό, της κα­τά­στα­σης στην ο­ποία βρί­σκε­ται η πραγ­μα­τι­κή οι­κο­νο­μία.

Προς το πα­ρόν εί­μα­στε στις δια­πι­στώ­σεις και στην ά­σκη­ση πίε­σης. Μπο­ρεί ό­λα αυ­τά να εί­ναι και η α­παρ­χή μιας αλ­λα­γής πο­λι­τι­κής, αν ό­χι υ­πο­δείγ­μα­τος;
Διε­θνώς, βέ­βαια, ναι. Πί­σω α­π’ το ΔΝΤ βρί­σκο­νται οι Η­ΠΑ, που στη­ρί­ζουν τη θέ­ση ό­τι πρέ­πει τα προ­γράμ­μα­τα λι­τό­τη­τας να χα­λα­ρώ­σουν, ώ­στε να ε­πα­να­λει­τουρ­γή­σει η οι­κο­νο­μία. Ση­με­ρα η Γερ­μα­νία βρί­σκε­ται σε πο­λύ δύ­σκο­λη θέ­ση. Αντι­με­τω­πί­ζει τη διε­θνή α­πο­μό­νω­ση. Αυ­τός άλ­λω­στε εί­ναι ο λό­γος της ε­πί­σκε­ψης Μέρ­κελ στην Αθή­να: να βελ­τιώ­σει τη ει­κό­να της για να σπά­σει την α­πο­μό­νω­σή της. Ο φό­βος την έ­φε­ρε στην Αθή­να, ό­χι η ι­σχύς της. Όχι για να ε­πι­βά­λει κά­τι, αλ­λά να βελ­τιώ­σει την ει­κό­να της. Ήλθε α­πό θέ­ση α­δυ­να­μίας, ό­χι ι­σχύος και θα έ­πρε­πε η ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση, αν υ­πήρ­χε, να ε­πω­φε­λη­θεί, έ­στω για μια φο­ρά, που της δό­θη­κε αυ­τή η ευ­και­ρία. Κι ό­μως, δεν ζή­τη­σε τί­πο­τε, ού­τε έ­λα­βε τί­πο­τε! Ού­τε συμ­με­τέ­χει στη συ­γκρό­τη­ση του με­τώ­που των χω­ρών του Νό­του. Ακό­μη και ο δε­ξιός Ρα­χόι και ο τε­χνο­κρά­της Μό­ντι προ­σπα­θούν να προω­θή­σουν ο κα­θέ­νας κά­τι. Ενώ βε­βαία η Ελλά­δα δεν προ­σκα­λεί­ται στις συ­να­ντή­σεις τους, α­φού θεω­ρεί­ται Μερ­κε­λι­κή! Η ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση φλυα­ρεί πε­ρί της ε­πι­μή­κυν­σης, αλ­λά δεν διεκ­δί­κη­σε πο­τέ τί­πο­τα. Προ­φα­νώς, θέ­τει το ζή­τη­μα μό­νο με­τα­ξύ μας, για ε­σω­τε­ρι­κή κα­τα­νά­λω­ση.

Κα­τά τη γνώ­μη σου, πώς θα ε­ξε­λιχ­θεί αυ­τή η δια­φω­νία;
Όλοι οι σο­βα­ροί διε­θνείς πα­ρά­γο­ντες τάσ­σο­νται με την ά­πο­ψη Λα­γκάρ­ντ, α­κό­μη και ο γερ­μα­νός πρό­ε­δρος του Ευ­ρω­παϊκού Κοι­νο­βου­λίου, Μάρ­τιν Σουλ­τς. Ο Σόι­μπλε, βέ­βαια, πα­ρα­μέ­νει α­με­τα­κί­νη­τος, θεω­ρώ­ντας ό­τι η ύ­φε­ση εί­ναι ό­χι μό­νον α­να­πό­φευ­κτη, αλ­λά και ε­ξυ­για­ντι­κή... Όμως, εάν ή­ταν συ­νε­πής ως το τέ­λος της θεω­ρίας του, θα ό­φει­λε να γνω­ρί­ζει ό­τι η πα­ρα­τει­νό­με­νη ύ­φε­ση ο­δη­γεί ό­χι στην ε­ξυ­γίαν­ση, αλ­λά κα­τευ­θείαν στη χρεω­κο­πία, α­πό την ο­ποία οι πά­ντες ζη­μιώ­νουν, και βε­βαία πρώ­τοι α­πό ό­λους οι πι­στω­τές.


Ίσως εί­ναι το μοι­ραίο πα­κέ­το για την κυ­βέρ­νη­ση


Πα­ρα­κο­λου­θείς α­σφα­λώς τη δια­πραγ­μά­τευ­ση με την τρόι­κα για τα μέ­τρα. Πώς τη σχο­λιά­ζεις;
Όποιος υ­πο­γρά­ψει αυ­τό το πα­κέ­το, που α­πό τρι­μή­νου κυο­φο­ρεί­ται, θα έ­χει υ­πο­γρά­ψει την πο­λι­τι­κή κα­τα­δί­κη του. Επι­χει­ρεί­ται με διαρ­ροές στα ΜΜΕ να πει­σθεί η κοι­νή γνώ­μη, αλ­λά ου­δείς πεί­θε­ται και σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση. Το πα­κέ­το δεν εμ­φα­νί­ζε­ται, για­τί δεν μπο­ρεί να εμ­φα­νι­σθεί. Εί­ναι τό­ση η πο­λι­τι­κή δυ­σκο­λία, που πι­θα­νόν να εμ­φα­νι­σθεί κα­τά δό­σεις, με τον υ­πο­λο­γι­σμό ό­τι έ­τσι θα α­πο­κρυ­βεί η α­λή­θεια. Μπο­ρεί αυ­τό το πα­κέ­το να εί­ναι το μοι­ραίο και το κύ­κνειο ά­σμα της κυ­βέρ­νη­σης. Το ε­πι­χεί­ρη­μα εί­ναι ό­τι α­πό την έ­γκρι­ση του ε­ξαρ­τά­ται το μέλ­λον της χώ­ρας. Ωστό­σο, γί­νε­ται πια κοι­νή συ­νεί­δη­ση το α­κρι­βώς α­ντί­θε­το: με την έ­γκρι­ση του, η χώ­ρα κα­ταρ­γεί­ται και σβή­νει. Το μέλ­λον της χώ­ρας ε­ξαρ­τά­ται ό­χι α­πό την έ­γκρι­ση, αλ­λά α­πό την α­πόρ­ρι­ψή του. Και σε αυ­τό, πα­ρά τις κυ­βερ­νη­τι­κές δο­λι­χο­δρο­μίες, η ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία θα έ­χει συμ­μά­χους ό­χι μό­νον τους σο­βα­ρούς και εγ­γράμ­μα­τους οι­κο­νο­μο­λό­γους α­πό ό­λο τον κό­σμο, αλ­λά και ο­λό­κλη­ρη την ευ­ρω­παϊκή και διε­θνή κοι­νή γνώ­μη.

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Μετά σαράντα τέσσερα χρόνια ...

Red NoteBook ...
Από την κατάσταση πολιορκίας στην κατάσταση διαρκούς εκτάκτου ανάγκης
Του Παύλου Δ. Κλαυδιανού

Κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει όσα ζούμε αυτές τις μέρες, τριάντα οκτώ χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, σαράντα τέσσερα χρόνια μετά την επιβολή της δικτατορίας. Να είναι τόσο πολύ κοντινές οι σημερινές ανάγκες του αγώνα των πολιτών, επομένως και των αριστερών, με τις τότε. Όσο και αν τα μέσα επιβολής ενός καθεστώτος περιορισμού – όλων – των δικαιωμάτων μας διαφέρουν, εντούτοις, η ουσία είναι η ίδια. Είναι η τρίτη φορά, μετά τη λήξη του εμφυλίου, που η Αριστερά βρίσκεται μπροστά στο καθήκον να αγωνιστεί για τη δημοκρατία. Τη δεκαετία του ’50 και ’60, χρειάστηκε να δώσει ως και αιματηρούς αγώνες για να λειτουργήσει στοιχειωδώς η δημοκρατία. Στη δικτατορία, για άλλη μια φορά, «άφησε» στην άκρη πάγιες θέσεις της, για να επικεντρώσει στην ανατροπή της Χούντας, στην αποκατάσταση της δημοκρατίας.

Τώρα, μήπως δεν ισχύει το ίδιο; Αντιγράφω το Νικόλα Σεβαστάκη από την Εποχή της περασμένης Κυριακής: «Στην Αριστερά πέφτει ουσιαστικά το βάρος και η μεγάλη ευθύνη να πάρει πάνω της, με όλους τους τρόπους, το ζήτημα της δημοκρατίας απέναντι στον ολιγαρχισμό, στις παρωδίες βοναπαρτισμού, στη ‘μνημονιακή διακυβέρνηση’ ως απειλή για τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα, τις λαϊκές ελευθερίες, την προοπτική επιβίωσης και αξιοπρέπειας των από κάτω». Διότι, προσθέτει, «η συνάντηση τεχνοκρατισμού και κοινωνικού αυταρχισμού στο όνομα της διαρκούς έκτακτης ανάγκης, ωθεί και στο άνοιγμα ενός καινούργιου κύκλου ριζοσπαστικών παρεμβάσεων με αιχμή την πραγματική δημοκρατία».

Θυμάμαι τότε, ιδίως τον πρώτο καιρό, πόσο δεν μας ικανοποιούσε, πόσο «λίγο» μας φαινόταν όταν η «γραμμή» που ερχόταν επέμενε στα εξής συνθήματα: «Κάτω η Χούντα», «Ζήτω η Δημοκρατία», «114», «Λευτεριά στους πολιτικούς κρατούμενους», «Έξω οι Αμερικάνοι» κ.τ.λ. Νέοι αριστεροί, φρεσκοστρατολογημένοι στο ιστορικό ΚΚΕ, χωρίς – στην αρχή – καμιά αμφιβολία ότι αυτό ολοκλήρωνε την αφετηρία μας να αγωνιστούμε για την πραγμάτωση των κομμουνιστικών οραμάτων μας, θέλαμε πολύ, μα πάρα πολύ περισσότερα. Δεν μας αρκούσαν. Θέλαμε να γράφουμε και «Ζήτω οι Βιετκόγκ», «Κάτω ο ιμπεριαλισμός», «Ζήτω ο κομμουνισμός», «Ζήτω η εργατική πρωτομαγιά», «Ζήτω τα 50χρονα του ΚΚΕ» και άλλα πολλά. Γράφαμε και από τη δεύτερη ομάδα συνθημάτων, είναι αλήθεια, αλλά η καρδιά της γραμμής ήταν πάντα η πρώτη ομάδα. Οι σύντροφοί μας, οι μεγαλύτεροι, από την καθοδήγηση μας τα εξηγούσαν ξανά και ξανά όλα αυτά και εμείς με την «πειθώ» εκ της πειθαρχίας προχωρούσαμε, υλοποιούσαμε, κρατώντας στο ακέραιο τις αμφιβολίες μας.

Τώρα, σαράντα τέσσερα χρόνια μετά, ύστερα από μια τραχιά και σισύφεια διαδρομή, με τη γεύση της ήττας, ιδιαίτερα πικρή για όσους όντας στην Ανανεωτική Κομμουνιστική πτέρυγα του κινήματος την είχαμε προβλέψει και είχαμε αποδυθεί σε ένα μάταιο αγώνα να την αποτρέψουμε, βρισκόμαστε ξανά μπροστά σε μια μεγάλη ιστορική δυνατότητα, αγωνιζόμενοι, να καλύψουμε πάρα πολλά, μεγάλο μέρος, ίσως, και αυτής της ήττας. Και επίσης βρισκόμαστε πάλι μπροστά στο ιστορικό καθήκον, εμείς οι αριστεροί, να «οργανώσουμε» αυτό τον αγώνα «για την ουσιαστική επανίδρυση της κοινωνικής και πολιτικής δημοκρατίας».

Μας τρομάζει, πρέπει να μας τρομάζει, η απάθεια, η νωχέλεια, η ολιγωρία, η αδιαφορία ότι σαράντα τέσσερα και τριάντα επτά χρόνια μετά την επιβολή της χούντας και την εξέγερση του Πολυτεχνείου αντίστοιχα μας έφερε μπροστά «στην άνευ προβληματισμού συμπερίληψη του ΛΑ.Ο.Σ. στους νομείς της εξουσίας», όπως εύστοχα σημείωνε σήμερα ο Παντελής στη στήλη του στην Καθημερινή. Όσο και αν είναι «ανακυκλωμένοι», όσο και αν διακρίνονται από μεγάλη δεξιότητα να «σβήνουν» το παρελθόν, είναι γνωστό το υπόβαθρο της ιδεολογίας τους κάποτε φασιστικό, κάποτε ακροδεξιό, ρατσιστικό, λαϊκίστικο. Όταν οι εκλεγμένοι, όποιοι και αν είναι αυτοί, αντικαθίστανται από τεχνοκράτες, για να είναι πιο «κουφοί» και «τυφλοί» προς όσα διεκδικούν οι «από κάτω» πιο επαρκείς και άτεγκτοι για να εφαρμόσουν όσα επινοούνται στις Βρυξέλλες. Όταν οι νέοι πρωθυπουργοί θεωρούν – και το προβάλλουν – ως συγκριτικό πλεονέκτημά τους ότι «δεν είναι πολιτικοί». Όταν προβάλλεται σαν προσόν για το Μόντι, νέο Πρωθυπουργό της Ιταλίας, ότι «δεν γνωρίζει και δεν θέλει να μάθει αν κάποιος είναι πιο αριστερός ή πιο δεξιός».

Κλείνοντας αυτό τον αναστοχασμό για το τότε, κάνοντας, αν θέλετε, αυτή την ιδιότυπη αυτοκριτική, υπό το φως των συμβάντων του τώρα, θέλω να προσθέσω ότι είχαμε και εμείς ένα «διαφορετικό ορίζοντα προσδοκιών για το μέλλον». Άσχετο αν τα πράγματα ήλθαν όπως ήλθαν. Και σήμερα είναι αναγκαίος όσο ποτέ. Διότι η δεύτερη πτυχή της σημερινής ιστορικής ευκαιρίας είναι ότι, εν μέσω κρίσης του καπιταλισμού και κατάρρευσης της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, ο σοσιαλισμός, δηλαδή προτάσεις από το δικό του οπλοστάσιο, προβάλλει ως εναλλακτικό σχέδιο σε επίπεδο κοινωνίας.

Ροη αρθρων