του Κωστα Καναβουρη, απο την Αυγη...
Βλέπω στη φωτογραφία
το πρόσωπό της. Το χαμογελαστό της πρόσωπο. Κι αυτό που βλέπω αποπνέει
υγεία. Και μου δίνει κουράγιο γιατί μου επιτρέπει να αντικρύσω
τον εαυτό μου μέσα σ' αυτό το χαμόγελο και να μετρήσω το μπόι μου και
την περπατησιά μου. Αν ήταν αγιογραφία θα ήταν η Πλατυτέρα των ουρανών.
Αλλά δεν είναι
αγιογραφία είναι η φωτογραφία μιας γυναίκας με φαρδιά ζωή. Τόσο φαρδιά
ώστε να μπορεί να συμπεριλάβει ολόκληρη την ομορφιά του κόσμου. Και τόσο
καθαρής υγείας ώστε να κάνει να αστράψουν
όλα τα κάτοπτρα μιας άρρωστης πολιτικής, απ' όπου γλιτώνουν όσοι πατούν
στα πόδια τους με την ίδια σιγουριά που και ο ουρανός πατάει στα πόδια
του για να μπορεί να ονειρεύεται.
Μα ναι. Αυτή η γυναίκα είναι ένα όνειρο που ονειρεύεται έτσι όπως χαμογελάει και έχει αφήσει πίσω της τα μορμολύκεια των αριθμών και την απρόσωπη φρίκη των ραβδούχων αυτής της φρικώδους εμπροσθοφυλακής που μας επιστρέφει στη βαρβαρότητα. Και είναι ένα όνειρο πολύ πραγματικό. Πιο πραγματικό από την πραγματικότητα της νυκτώδους αφασίας. Αυτή η γυναίκα δεν γίνεται να ηττηθεί. Χαμογελάει και μας λέει ότι ηττάται μονάχα εκείνος «που πάει στον πόλεμο για να πεθάνει». Χαμογελάει και μας λέει ότι δεν καταδέχεται να είναι «άδηλος» παρουσία, αγόμενη και φερόμενη ασύντακτα και φοβικά προκειμένου να κρυφτεί από την οργή των «θεών» της αγοράς. Όχι έτσι.
Μα ναι. Αυτή η γυναίκα είναι ένα όνειρο που ονειρεύεται έτσι όπως χαμογελάει και έχει αφήσει πίσω της τα μορμολύκεια των αριθμών και την απρόσωπη φρίκη των ραβδούχων αυτής της φρικώδους εμπροσθοφυλακής που μας επιστρέφει στη βαρβαρότητα. Και είναι ένα όνειρο πολύ πραγματικό. Πιο πραγματικό από την πραγματικότητα της νυκτώδους αφασίας. Αυτή η γυναίκα δεν γίνεται να ηττηθεί. Χαμογελάει και μας λέει ότι ηττάται μονάχα εκείνος «που πάει στον πόλεμο για να πεθάνει». Χαμογελάει και μας λέει ότι δεν καταδέχεται να είναι «άδηλος» παρουσία, αγόμενη και φερόμενη ασύντακτα και φοβικά προκειμένου να κρυφτεί από την οργή των «θεών» της αγοράς. Όχι έτσι.

