Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Η Κυρία Φωτεινή Νικηταρά...

του Κωστα Καναβουρη, απο την Αυγη...
Η Κυρία Φωτεινή Νικηταρά
 Βλέπω στη φωτογραφία το πρόσωπό της. Το χαμογελαστό της πρόσωπο. Κι αυτό που βλέπω αποπνέει υγεία. Και μου δίνει κουράγιο γιατί μου επιτρέπει να αντικρύσω τον εαυτό μου μέσα σ' αυτό το χαμόγελο και να μετρήσω το μπόι μου και την περπατησιά μου. Αν ήταν αγιογραφία θα ήταν η Πλατυτέρα των ουρανών.
Αλλά δεν είναι αγιογραφία είναι η φωτογραφία μιας γυναίκας με φαρδιά ζωή. Τόσο φαρδιά ώστε να μπορεί να συμπεριλάβει ολόκληρη την ομορφιά του κόσμου. Και τόσο καθαρής υγείας ώστε να κάνει να αστράψουν όλα τα κάτοπτρα μιας άρρωστης πολιτικής, απ' όπου γλιτώνουν όσοι πατούν στα πόδια τους με την ίδια σιγουριά που και ο ουρανός πατάει στα πόδια του για να μπορεί να ονειρεύεται.
Μα ναι. Αυτή η γυναίκα είναι ένα όνειρο που ονειρεύεται έτσι όπως χαμογελάει και έχει αφήσει πίσω της τα μορμολύκεια των αριθμών και την απρόσωπη φρίκη των ραβδούχων αυτής της φρικώδους εμπροσθοφυλακής που μας επιστρέφει στη βαρβαρότητα. Και είναι ένα όνειρο πολύ πραγματικό. Πιο πραγματικό από την πραγματικότητα της νυκτώδους αφασίας. Αυτή η γυναίκα δεν γίνεται να ηττηθεί. Χαμογελάει και μας λέει ότι ηττάται μονάχα εκείνος «που πάει στον πόλεμο για να πεθάνει». Χαμογελάει και μας λέει ότι δεν καταδέχεται να είναι «άδηλος» παρουσία, αγόμενη και φερόμενη ασύντακτα και φοβικά προκειμένου να κρυφτεί από την οργή των «θεών» της αγοράς. Όχι έτσι.

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

Καθαρίστριες: Είναι ζήτημα τιμής...

του Δικαίου Ψυκάκου, απο τα Ενθεματα...

Φωτογραφία του Μάριου Λώλου
Μπορεί σε ένα μικρό πεδίο να χωρέσουν πολλές δυνάμεις, σχεδόν όλες; Και όμως είναι! Μοιάζει με θεωρητικό προβληματισμό φυσικής, αλλά δεν είναι.
Είναι η ουσία του γιατί ο αγώνας των καθαριστριών είναι εμβληματικός και συμβολικός. Γιατί στη σκηνή των καθαριστριών, στα 10 τετραγωνικά της εισόδου του Υπουργείου Οικονομικών αντιπροσωπεύονται και παίζονται όλα. Κυριολεκτικά όλα. Αντιπροσωπεύεται ο ακλόνητος παραλογισμός να τιμωρούνται παραδειγματικά για τα κρατικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος 600 καθαρίστριες. Γίνεται πραγματικότητα το ανέκδοτο που λέει για την παρέα των πλούσιων που τα έσπαγε στο μπουζουξίδικο· και, όταν ήρθε ο λογαριασμός, ιδιοκτήτης και παρέα τον έστειλαν να τον πληρώσει αυτός που σκούπιζε τα σπασμένα πιάτα. Στην τραγική υλοποίησή του βέβαια που ζούμε σήμερα, του έστειλαν και τους μπράβους.
Φωτογραφία του Μάριου Λώλου
Φωτογραφία του Μάριου Λώλου
Γι’ αυτούς παίζονται όλα.

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Οι καθαρίστριες, οι δικαστές και η δομική αιτιότητα....

Του Χρήστου Λάσκου, απο το Alter Thess....
Ο αγώνας των καθαριστριών, χωρίς αμφιβολία, θα μείνει στην ιστορία του ελληνικού κινήματος. Πρόκειται για εμβληματική στιγμή. Η δικαίωσή του μπορεί να αποτελέσει καμπή του αντιμνημονιακού αγώνα. Γι’ αυτό και το καθεστώς αντιστέκεται σε τέτοιο βαθμό.

Εδώ, ωστόσο, δεν έχω σκοπό να σχολιάσω αυτό. Το βάρος θέλω να πέσει στη στάση των δικαστών. Είναι γνωστό πως ο Άρειος Πάγος αποδέχτηκε το αίτημα της κυβέρνησης να ανασταλεί η απόφαση του Πρωτοδικείου που επέτασσε την άμεση επαναπρόσληψη των καθαριστριών και έτσι της έδωσε μεγάλη βοήθεια σε μια πολύ δύσκολη στιγμή, στο μέτρο που ετίθετο στην πραγματικότητα υπό αίρεση το σύνολο της πολιτικής που αφορά τις απολύσεις στο Δημόσιο.
Μεγάλη, βέβαια, σημασία έχει το σκεπτικό της απόφασης του ανωτάτου δικαστηρίου, βάσει της οποίας η απόλυση των καθαριστριών των 700 ευρώ επιβάλλονταν σχεδόν για λόγους δημοσιονομικής ισορροπίας!
Πράγμα, βέβαια, πως, ως γνωστόν, δεν ισχύει όταν τα ίδια τα δικαστήρια αποφαίνονται για τα αναδρομικά των δικαστών, παρόλο που τα ποσά είναι πολύ πολύ μεγαλύτερα. Τότε δεν τίθεται ζήτημα δημοσιονομικής ανάγκης.
Όπως δεν τίθεται και όταν ο «σκληρός πυρήνας του κράτους», οι ένστολοι, δικαιώνονται δικαστικά στο ψηλότερο επίπεδο σε ό,τι αφορά τις μισθολογικές περικοπές. Το σκεπτικό της απόφασης είναι, ακριβώς, πως η δικαίωσή τους επιβάλλεται επειδή ανήκουν στο σκληρό πυρήνα του κράτους. Όπου, βεβαίως, ανήκουν και οι δικαστές.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Σιγά μωρέ με τις παραδουλεύτρες...

του Δημήτρη Μπαρδάνη, απο ToPortal...
Στη δεκαετία του '80 ήταν πολύ της μόδας οι σπουδές Management. Οι κατέχοντες M.B.A. από πανεπιστήμιο της Βρετανίας ή της Αμερικής, είχαν περίπου εξασφαλισμένο επαγγελματικό μέλλον. Να οι πολυεθνικές, οι μεγάλες Ελληνικές επιχειρήσεις, οι διαφημιστικές εταιρείες, τα κανάλια. Η φράση «καραμέλα» που κυριαρχούσε τόσο στα Πανεπιστήμια όσο και στους χώρους δουλειάς ήταν το περιβόητο Win-Win. Δηλαδή η βέλτιστη δυνατή προσέγγιση κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, έτσι ώστε και τα δύο μέρη να βγουν κερδισμένα.
Αυτόν το βασικό κανόνα, που διδάσκεται σε πρωτοετείς, φαίνεται ότι δεν πήρε υπ’ όψιν της η κυβέρνηση στην περίπτωση των καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών. Έχοντας ήδη «καθαρίσει» τους σχολικούς φύλακες, τους εργαζόμενους στο Μετρό, τους καθηγητές των τεχνικών Λυκείων και τους εργαζόμενους στην ΕΡΤ, θεώρησε παιχνιδάκι τη διαχείριση της απόλυσης των καθαριστριών. Σιγά εδώ τα βάλαμε με «συντεχνίες», στις παραδουλεύτρες θα κάνουμε πίσω;


Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Παραμύθι με καλό τέλος...

Without reason or rhyme...
Ήταν κάποτε ένα μεγάλο μεγάλο κτήριο. Ένα Υπουργείο, γεμάτο ανθρώπους με σακάκια και κάτι περίεργα πανιά που κρέμονται από τον λαιμό τους που τα λεν γραβάτες και κάτι περίεργες μαύρες τσάντες που είναι γεμάτες χαρτιά με νούμερα που τις λεν χαρτοφύλακες και τα χαρτιά με τα νούμερα τα λεν στοιχεία και στατιστικές.
Μπαινόβγαιναν όλη μέρα σε αυτό το Υπουργείο και λέρωναν τα πατώματα με την σκόνη του δρόμου και με τα χιλιάδες, εκατομμύρια άχρηστα έγγραφα τους και με τους τελειωμένους τους καφέδες και τα τσιγάρα τους, και είχε το Υπουργείο καθαρίστριες για να διατηρούν τον χώρο των ανθρώπων με τις γραβάτες καθαρό. Μέχρι που μια μέρα, οι στατιστικές αυτές δεν έβγαιναν να θρέψουν και την καθαρίστρια και το μπόνους του ανθρώπου με τη γραβάτα. Και είπε ο Υπουργός: θα φύγουν οι σκούπες για να μην φύγουν οι γραβάτες. Και έτσι, έδιωξαν τις σκούπες.
Οι καθαρίστριες όμως δεν το δέχτηκαν αυτό γιατί δεν κατάλαβαν ποτέ τους, σαν αμόρφωτες που είναι, γιατί πρέπει να φύγουν αυτές και όχι οι γραβάτες. Και αρνήθηκαν να φύγουν. Δεν παρακάλεσαν, και αυτό ξένισε τον Υπουργό, συνηθισμένος όπως ήταν σε εκκλήσεις και διαπραγματεύσεις με συνδικαλιστές. Στάθηκαν έξω από την πόρτα του μεγάλου κτηρίου και έμειναν εκεί. Και είπαν οι καθαρίστριες: δεν θα φύγουμε εμείς από εδώ. Και τότε ο Υπουργός σήκωσε το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη της γραμμής, ήταν ο Αστυνόμος.

Οι καθαρίστριες και οι ακάθαρτοι...

Ο ορισμός ότι το δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις, είναι πλέον επιστημονικά εσφαλμένος και πολιτικά αφελής.
Πιο δόκιμα θα μπορούσε να ορισθεί ως ο καθρέφτης του συσχετισμού των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων. Και μάλιστα ο παραμορφωτικός καθρέφτης, όπως διατυπώνει ο επίκουρος καθηγητής Θεωρίας Κράτους και Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Δημήτρης Καλτσώνης.1

Ο Μανώλης Λαμπρίδης έλεγε πως το δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων συμπεριφοράς, που το κράτος εξουσιαστικά επιτάσσει.2 Δεν πρέπει ακόμα να λησμονείται ότι το δικαστικό σύστημα ξεκίνησε (και έτσι διατηρείται) ως μηχανισμός εφαρμογής της εκάστοτε άρχουσας ιδεολογίας κι ως μοχλός κι εξάρτημα λειτουργίας του κράτους.
Ας θυμηθούμε ότι κατά την αυγή της νεότερης Ευρώπης (κι όχι μόνο) οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης, πέραν του δικαιοδοτικού ρόλου τους, είχαν και καθήκοντα είσπραξης και παράδοσης των φόρων.3
Ο ρόλος αυτός διατηρείται και στις μέρες μας, αφού οι σύγχρονοι δικαστικοί λειτουργοί έχουν ακούσια μεταβληθεί σε οιονεί εισπράκτορες των αποφάσεων της τρόικας και των εκάστοτε Στουρνάρηδων. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο συνιστούν πλέον διαρκές έγκλημα κι εφαρμόζεται επί των οφειλετών η αυτόφωρη διαδικασία.
Για τη «θεσμοθέτηση» αυτή, που, κατά τρόπο πρωτοφανή και νομικώς βλακώδη, έχει αναδρομικό χαρακτήρα κι έχει εγκλείσει κόσμο στη φυλακή, θα κάγχαζαν νομοθέτες ακόμα και του Μεγάλου Τεμουντζίν (Τζένγκις Χαν) ή του Ταμερλάνου.
Βεβαίως, η Δικαιοσύνη οφείλει να είναι ανεξάρτητη, δηλονότι να τακτοποιεί τα του οίκου της σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους και να απονέμει δίκαιο με βάση συνταγματικούς νόμους κι όχι αντισυνταγματικές καρικατούρες.
Στο ερώτημα, όμως, αν είναι ή όχι ανεξάρτητη, η ίδια έχει δώσει μόνη της αρνητική απάντηση κι αυτό γιατί:
1 Εχει ανεχθεί τις παραβιάσεις του Συντάγματος και των νόμων του κράτους. Εχει σιωπήσει στη διάπραξη κακουργημάτων σε βάρος του λαού. Εχει κρίνει το Μνημόνιο νόμιμο.
2 Δεν έχει κατορθώσει να προστατεύσει ούτε τον εαυτό της, καθώς οι λειτουργοί της εξευτελίζονται σε κοινωνικό και επιστημονικό επίπεδο.

Γιατί φοβούνται τις καθαρίστριες;

Laternative...
Πολλές φορές μέσα απ'το ιστολόγιό μου αλλά κι από συζητήσεις που έχω κάνει με φίλους, επιμένω πως ο αγώνας για το κοινό δίκαιο πρέπει να αλλάξει. Οι εργατοπατέρες και τα συνδικάτα έχουν πλέον πεθάνει. Είναι τα φαντάσματα ενός παρελθοντικού πολιτικού συστήματος που περιφέρονται άυλα κι αόρατα σε έναν νέο και διαφορετικό πολιτικό στίβο. Μέλος αυτών των φαντασμάτων είναι και το Κ.Κ.Ε. το οποίο επιμένει σε ανούσιους αγώνες να κυνηγάει εχθρούς που δεν υπάρχουν πια.
Οι ημερήσιες και προγραμματισμένες απεργίες που κανονίζουν τα συνδικάτα και οι εργατοπατέρες δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία οικονομική ανάσα σε κράτος κι αφεντικά (μιας και χάνεται το μεροκάματο) ενώ οι εργαζόμενοι αντί να κατεβούν στους δρόμους, προτιμούν να απολαύσουν το καφεδάκι τους και την θαλπωρή του σπιτιού τους. Ο άνθρωπος που δεν έχει χάσει ακόμα τίποτα και παραμυθιάζεται με ψίχουλα δε θα ξεσηκωθεί ούτε θα ρισκάρει τα λίγα που του προσφέρουν ακόμα.
Φυσικά υπάρχουν και οι πολλοί άνεργοι που δε μπορώ να καταλάβω γιατί κρύβονται και δεν έχουν βγει ακόμα στους δρόμους για να τα ισοπεδώσουν όλα και να χτίσουν από το μηδέν ένα καινούργιο κράτος δικαίου και μία πιο ισότιμη πολιτεία χωρίς διαφθορά κι αυθαιρεσία. Η εκκωφαντική απουσία της συγκεκριμένης μεγάλης μερίδας της ελληνικής κοινωνίας (οι άνεργοι) με γεμίζει απελπισία κι απογοήτευση για το μέλλον αυτού του τόπου. Δυστυχώς υπάρχει αρκετή ακόμα ανοχή στην κατάντια και στην κατάρρευση αυτού του κράτους. Εξάλλου αντίστοιχη ανοχή υπήρχε στην δεκαετία του '60 και στην περίοδο της χούντας. Γιατί να μην υπάρχει και τώρα...

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Προς αστυνομικό: "Το παιδί που κουβαλούσε τότε στην κοιλιά της δεν γεννήθηκε ποτέ"...

απο την alfavita...
Θέλω να σου αφηγηθώ μία ιστορία. 
Ήταν αρχές της δεκαετίας του 80. Τότε η Ελλάδα δεν ζούσε την κρίση των θεσμών και των αγορών, αλλά οι περισσότεροι ζούσαν τον αγώνα της καθημερινής επιβίωσης. Κάπου στα Βόρεια προάστια των Αθηνών υπήρχε μία μεγάλη υφαντουργία, που τα αφεντικά της θεωρούντο μέλη της οικονομικής ελίτ.
Απασχολούσαν περισσότερες από 700 εργαζόμενες. Και μία νύχτα αποφάσισαν να μεταφέρουν αιφνιδιαστικά τα κεφάλαιά τους στην Ελβετία και να εξαφανιστούν. Είχαν προηγηθεί τρεις μήνες καθυστέρησης πληρωμών του προσωπικού. Η “Μπαρκό” -έτσι λεγόταν η υφαντουργία τους- έμεινε ακέφαλη, με 700 οικογένειες μέσα σ’ έναν άγριο χειμώνα να περιμένουν τα χρήματα που είχαν ήδη δουλέψει. Το Κράτος άρχισε να .. σφυρίζει αδιάφορα κι όταν το συνδικάτο των εργαζομένων (τότε τα συνδικάτα ήταν ακόμη ισχυρά) κήρυξε την πρώτη λευκή απεργία εν Ελλάδι, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως έβαλε τα ΜΑΤ απέναντι στις υφάντριες.
Σε μία τέτοια διαδήλωση μία από τις απεργούς βρέθηκε απέναντι από μία αγέλη καλοκουρδισμένων αστυνομικών. Κάποιος την μέτρησε με το βλέμμα και την βρήκε του χεριού του. Κατάφερε να την απομονώσει και να την χτυπήσει αλύπητα. Εκείνη απεγνωσμένα του φώναζε πως πάλευε για το ψωμί των παιδιών της. Του ενός που είχε και εκείνου που περίμενε. Την έστειλε στο νοσοκομείο. Οι γιατροί διέγνωσαν πέρα από τα εξωτερικά τραύματα σοβαρό πρόβλημα στην καρδιά της. Τα επόμενα χρόνια τα νοσοκομεία την έβλεπαν συχνά. Το παιδί που κουβαλούσε τότε στην κοιλιά της δεν γεννήθηκε ποτέ. Ποτέ επίσης δεν βρήκε κανείς και δεν τιμώρησε τον αστυνομικό που την σακάτεψε.

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Οι αποκλεισμένοι εκφράζουν την καθολικότητα...

Πρόσωπα πενθοβαρή. Η αξιοπρέπεια μετεωρίζεται στην άκρη του ματιού τους, κάνει μια απελπισμένη προσπάθεια να κρατηθεί κι ύστερα πέφτει. Το άνεργο μέλλον φαντάζει εφιαλτικό. Στην Ομόνοια, ο εξηντάχρονος άντρας ακούει το φάντασμα της καθαρίστριας του Κέινς να λέει «Μη θρηνείτε φίλοι, επιτέλους θα ξεκουραστώ» και ρίχνει την απελπισία του στις ράγες του τρένου.

Οι καθαρίστριες, όμως, αγκυροβολημένες έξω από το υπουργείο Οικονομικών, στο σημείο μηδέν της ελπίδας, αγωνίζονται και, αγωνιζόμενες, επαναοικειοποιούνται την αξιοπρέπειά τους. Ελάχιστοι προσήλθαν στην πρόσκλησή τους για συμπαράσταση. Οι άλλοι εργαζόμενοι, έμφοβοι και περίκλειστοι στο «σιδερένιο κλουβί» του Μαξ Βέμπερ, προσπαθούν να αποφύγουν την αρένα και τα λιοντάρια της ανεργίας. Στις κερκίδες κάθονται οι «πάνω», οι ατσαλάκωτοι από τον πόνο, οι ελεφαντιασμένες ψυχές, οι ηδονιστές χωρίς καρδιά, τα μεγάλα Εγώ, αυτά που κοιτούν τους απόκληρους μ' εκείνο το αλαζονικό βλέμμα της οικτίρμονος περιφρόνησης, αναμεμειγμένης με έκδηλη αηδία, σαν να βλέπουν ξεκοιλιασμένα σκυλιά στην εθνική οδό. Είναι αυτοί που δίνουν εντολή στα ΜΑΤ να τσακίσουν τις μανάδες τους. Είναι όσοι κρύβονται πίσω από το φάντασμα της υπερεξουσίας των Βρυξελλών, αυτοί που μιλούν για τις οδηγίες της τρόικα ως εάν να μιλούν για τη Βίβλο. Είναι εκείνοι που μεταθέτουν πάντα τις ευθύνες τους σε αόρατα πολιτικά ολογράμματα, ενώ συγχρόνως μιλούν με κυνισμό για την αδήριτη ανάγκη κάποιοι να χαθούν!
Αλλά στην κοινωνία το ερώτημα παραμένει: Ποιος νιώθει σήμερα τα πάθη των άλλων; Ποιος θα συμπαρασταθεί στους δεκάδες απολυμένους της Χαλυβουργίας Ελλάδος; Ποιος θα δει πίσω από το θέαμα του Μουντιάλ το δράμα των παιδιών που ζουν στις φαβέλες; Κανείς. Κάποτε οι φιλόσοφοι μιλούσαν για τον παροξυσμό της αδιαφορίας. Σήμερα, ακόμα και η εμπορευματοποίηση του νερού, η ίδια η περιβαλλοντική καταστροφή μένει απαρατήρητη, καθώς ζούμε στην εποχή του θανάτου των συγκινήσεων. Ολα, ο πόλεμος, ο θάνατος, ο πόνος, η ανεργία, η πείνα, η βία, ο φόνος, ο φόβος, η οργή, οι καταστροφές, όλα γίνονται οικεία, συνηθισμένα, στοιχεία της κυρίαρχης συμβολικής τάξης, γι' αυτό αδιάφορα, σχεδόν αόρατα. Δεν ζούμε πια το γεγονός, αλλά την οπτικοποίησή του. Γι' αυτό η ζωή τελείται ενώπιον και μέσω της τηλεόρασης. Οι «πάνω» χρειάζονταν την τηλοψία για να νομιμοποιήσουν το «κάψιμο» της δημοκρατίας, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μην ενοχλούνται από τις τραγωδίες, εκτός κι αν συμβούν μέσα στο σπίτι τους.

Για τις καθαρίστριες, μια πιο καθαρή ματιά...

Ermippos Ermippiou, απο toPortal...
Το γεγονός ότι οι καθαρίστριες του Υπ.Οικ. αμοίβονται περισσότερο (ίσως και προκλητικά περισσότερο) από τις καθαρίστριες άλλων υπουργείων είναι ζήτημα τελείως άσχετο από την υποχρέωση του κράτους να εφαρμόζει χωρίς αντίλογο τις αποφάσεις της δικαιοσύνης.
 
Το ότι οι καθαρίστριες του Υπ,Οικ. λαμβάνουν αυτούς τους μισθούς δεν νομιμοποεί τον ξυλοδαρμό τους από την αστυνομία, όταν από την παρουσία τους δεν κινδυνεύει η δημόσια τάξη και δεν προκαλείται βλάβη σε δημόσια ή ιδιωτική περιουσία.
 
Το ότι οι καθαρίστριες αμοίβονται ως να ήταν καθηγητές πανεπιστημίου ή μεγαλοδικαστές, κατόπιν νομίμων αποφάσεων της διοίκησης, δεν νομιμοποιεί τον συλλογικό διωγμό τους.
 
Αντί λοιπόν να ξεχωρίσουμε τα ζητήματα αυτά και να εξετάσουμε το καθένα στο δικό του πλαίσιο τα εξετάζουμε όλα μαζί, χύδην, ως ένα. Έτσι μας αρέσει, επειδή έτσι δεν πρόκειται να καταλήξουμε σε κανένα λογικό συμπέρασμα, από το οποίο να προκύπτει η αλήθεια. Και είναι προφανές ότι δεν θέλουμε να καταλήξουμε σε συμπέρασμα, επειδή το χάος μας βολεύει καλύτερα. Η σύγχυση βοηθά στο ξεγλύστριμα των ενόχων και ενισχύει τα εκατέρωθεν πάθη και την αυθαιρεσία.
 
Αν υπάρχει ένα βασικό ερώτημα στην όλη υπόθεση είναι η ευθύνη αυτών που μοίραζαν τόσα χρόνια τους αυτοκρατορικούς μισθούς, λες και είχαν να κάνουν με την περιουσία των πατεράδων τους. Και αυτοί, αντί να πληρώσουν για τα εγκλήματα τους, συνεχίζουν να παριστάνουν τους τιμητές και είναι οι τελευταίοι που μπαίνουν στην κουβέντα μας, αν μπαίνουν καθόλου.
 

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Μικρός Μπατσούλης: “Μάνα τα πήγα περίφημα στη δουλειά σήμερα”...

του Διονύση Στρούμπου...
Σηκώθηκε πρωί, τεντώθηκε, χασμουρήθηκε με θόρυβο, έξυσε το δεξί του μηρό και έσυρε το κορμί του ως το μπάνιο. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη, έξυσε τη μύτη του, έβαλε νερό στα χέρια του και πλύθηκε. Σκούπισε το πρόσωπό του, κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέπτη ξανά, έκλεισε το μάτι και μονολόγησε “πάμε μωρή καύλα και σήμερα” θαυμάζοντας το μεγαλείο του.
Φόρεσε το τζίν του, το κολλητό μπλουζάκι του κι έφυγε για τη δουλειά του. Οδήγησε γρήγορα, επιθετικά, σαν μόνος του να ήταν στο δρόμο. Έκλεισε δυο,τρεις, απείλησε δυο,τρεις και έφτασε… φουσκωμένος από το πόσο βαριά είναι η… φουστανέλα του τσολιά στη δουλειά του. Φωνές, διαταγές, αντρουά καταστάσεις με επικαλαμίδες, επιγονατίδες, γάντια με κοκάλινους “κόμπους” στα δάχτυλα. Αλεξίσφαιρο, κράνος, ασπίδα, γκλοπ, δακρυγόνα, χημικά σπρέι, χειροπέδες. Πράγματα της δουλειάς.
image
Φούσκωσε ακόμα πιο πολύ, ήταν ο άρχοντας του δρόμου. Ο μάγκας. Ο απλησίαστος. Βγήκε στο δρόμο, με δυσκολία έπαιρνε ανάσα από το βάρος και από το…φούσκωμα. Στήθηκε μπροστά από το μπλε σκούρο πούλμαν που κουβαλούσε κι άλλους σαν κι αυτόν. Εκεί, μπροστά από το Υπουργείο Οικονομικών, όπου κλήθηκε να υπερασπιστεί το λαό από το πιο επικίνδυνο είδος που εμφανίστηκε ποτέ σε πόλη. Ένας είδος μοχθηρό, αδυσώπητο, έτοιμο να προκαλέσει χάος στα στενά. Το είδος αυτό λέγεται “απολυμένες καθαρίστριες”.

Που είσαι, Πύρρο; Δέρνουν τις καθαρίστριες....

Του Απόστολου Λυκεσά, Alter Thess...
Πριν λίγα χρόνια, ο φίλος Βαγγέλης Μίχος, είχε επιμείνει και μεσολαβήσει για να συναντήσω στο σπίτι της την Ασπασία Καρρά. Στάθηκα απέναντι σ’ αυτή την γυναίκα με ένα αίσθημα ντροπής για το μεγέθος της κτηνωδίας που  είχε υποστεί στο κορμί της στα χρόνια της δικτατορίας παρόλο που τότε ήμουν πολύ μικρός για να με κατηγορήσω έστω για αδιαφορία.

 Ντρεπόμουν σαν να εκπροσωπούσα ένα μεταλλαγμένο είδος θηλαστικού τέρατος που απόκτησε αίφνης μέρος της συνείδησής του. Μου είναι αδύνατο, ακόμη, να φανταστώ έστω, ότι η γυναίκα που μου μιλούσε ή μου χαμογελούσε, που ξεχείλιζε ευγένεια και καλλιέργεια, είχε υποστεί ανείπωτα βασανιστήρια από άλλους εκπροσώπους του ανθρώπινου είδους.
Οι ξεφτιλισμένοι μουστακαλήδες της τότε ΚΥΠ, την είχαν γυμνώσει πάνω σε μια σανίδα, της έκαναν ηλεκτροσόκ στα γεννητικά όργανα «για να μην αποκτήσει κουμμουνιστάκια» αλλά και στο ανάπηρο πόδι της, και την έδερναν συνεχώς για μέρες και νύχτες στα υπόγεια του Γ Σώματος Στρατού.
Άλλο να μιλάς θεωρητικά για βασανιστήρια, άλλο να ακούς ιστορίες από τρίτους, άλλο να διαβάζεις βιβλία. Αν έχεις απέναντι το κακοπαθημένο σώμα ότι κι αν έχεις σκεφτεί πάει στην άκρη. Είχα πει μέσα μου, πιότερο παρηγορητικά, ότι στη χώρα τούτη κάτι θα είχε απομείνει ως νόημα από τα βάσανα της Ασπασίας, που θα έκανε ανθρωπινότερους όσους κατέχουν οποιαδήποτε εξουσία πάνω  στις ζωές και τα σώματα άλλων ανθρώπων.
Διαψεύστηκα. Το χέρι του Καραμήτσου και των άλλων που βασάνισαν την Ασπασία βγαίνει κάθε μέρα, εννέα μήνες τώρα, πίσω από τις ασπίδες των ΜΑΤ και δέρνει χωρίς κανένα ηθικό φραγμό τις καθαρίστριες έξω από το υπουργείο οικονομικών. Βγαίνει το χέρι του Καραμήτσου και χτυπά με κάθε τρόπο και με τέτοια λύσσα που η φαντασία καταργείται. Αδύνατο να το φανταστείς διότι το βλέπεις.
Είναι το ίδιο χέρι του Καραμήτσου που χτυπάει, όχι πια στο υπόγειο, παρά στο φως της μέρας. Ξεδιάντροπα, μπαμπέσικα, με ασυγκράτητη κτηνωδία ενώπιον κοινού, πρωθυπουργού, υπουργών, βουλευτών, γραμματέων, δικαστών και εισαγγελέων. Κανένας, στοιχειωδώς υγιής πνευματικά άνθρωπος, δεν τολμά φυσικά να φανταστεί τι θα έκανε αυτό το χέρι αν του παραχωρούσαν πάλι κανένα υπόγειο για να συνετίζει τους απείθαρχους.

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Ξανά ο γυάλινος κόσμος...

Της Μαριαννας Τζιαντζη...
Η γυάλινη οροφή (glass ceiling) είναι ένας γνωστός όρος σε όσους έστω και ελάχιστα έχουν ασχοληθεί με το γυναικείο ζήτημα: είναι το ταβάνι που βρίσκουν οι γυναίκες εργαζόμενες και το οποίο τις καθηλώνει χαμηλά στην  ιεραρχία. Είναι μια αόρατη, άτυπη οροφή που δεν επιτρέπει στις γυναίκες να γίνουν διευθυντικά στελέχη και ας έχουν τα προσόντα, ένα φράγμα χτισμένο από προκαταλήψεις αιώνων μέσα στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες. Έτσι λένε οι κοινωνιολόγοι.
Τι συμβαίνει όμως όταν, άνδρες και γυναίκες, πατάνε σε ένα γυάλινο πάτωμα; Σήμερα το γυάλινο πάτωμα της εργασίας γίνεται θρύψαλα καθώς εκατομμύρια άνθρωποι στην Ελλάδα και αλλού (εργαζόμενοι και μη, νέοι και συνταξιούχοι) χάνουν το όποιας στερεότητα μεταπολεμικό έδαφος κάτω από τα πόδια τους.
Οι απολυμένες (και δικαστικά δικαιωμένες) καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών δεν τράκαραν στη γυάλινη οροφή: το πάτωμα κατέρρευσε, όμως αυτές στέκονται ορθές πάνω στα σπασμένα, στα αιχμηρά σαν ξυράφι γυάλινα θραύσματα και διεκδικούν το αυτονόητο: το δικαίωμα να υπάρχουν ως καθαρίστριες, να εργάζονται και να ζουν με αξιοπρέπεια.
Φτηνή, ακόμα πιο φτηνή επιδιώκει η κυβέρνηση και ευρωπαϊκό διευθυντήριο να καταντήσουν την ανθρώπινη εργασία καθώς οραματίζονται μια Ελλάδα ξεπουλημένη με ανθρώπους γονατισμένους, που θα πουλάνε ψήφο και συνείδηση για μια αόριστη υπόσχεση απασχόλησης.
«Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης», λέει ο ποιητής, «ήμουν κι εγώ στη Σουηδία καθαριστής», θυμάται ο Γιώργος Παπανδρέου που τότε οι Σκανδιναβοί τον έλεγαν υποτιμητικά «Μαυροκέφαλο». Μόνο που ο Μαυροκέφαλος και όσοι τον διαδέχτηκαν στην κυβερνητική εξουσία φρόντισαν να κάνουν μαύρη τη ζωή των πολλών.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Γυναίκες, εργάτριες, περήφανες...

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου, απο το Red NoteBook...
Τις προάλλες μπήκα σ” ένα μαγαζί στη γειτονιά. “Τι γράφει η μπλούζα;”, με σταμάτησε το παιδί που το δουλεύει. “595 καθαρίστριες καθαρίζουν για σας”, διάβασε. “Τι σχέση έχεις εσύ μ” αυτές;”. Είπα λοιπόν να εξηγήσω.

Και τα τρία παιδιά της οικογένειας μας μεγάλωσαν παππούς και γιαγιά. Η γιαγιά, λοιπόν, ήταν εργάτρια. Στην αρχή, το ’42, στα φορτηγά του πατέρα της. Εκείνη την εποχή στην Καισαριανή, στον προσφυγικό συνοικισμό, καθ’ότι από τα Βουρλά η μάνα της, τα γράμματα ήταν πολυτέλεια. Ήταν δεν ήταν δέκα χρονών, λοιπόν, η γιαγιά έσερνε τις καρότσες με τα ζαρζαβατικά στη Λαχαναγορά – και κάθε τόσο έτρωγε και μερικές, μπας και ξεστραβωθεί και το κάνει όπως πρέπει.

Η καριόλα η καθαρίστρια...


.Αν σε χτυπήσω στα πλευρά θα στα τσακίσω.
Τα θέλεις άλλωστε τα πλευρά σου; Τα χρειάζεσαι;

Τα γόνατα ναι, να το καταλάβω. Σε στηρίζουν για να κάνεις αυτό που πρέπει, αυτό που γεννήθηκες να κάνεις.
Πάτωμα στο πάτωμα μέχρι να πεθάνεις καριόλα. Γονατισμένη. Θα γυαλίσεις το γραφείο του υπουργού, τον προθάλαμο του γραφείου του υπουργού, τον διάδρομο που οδηγεί στον προθάλαμο του γραφείου του υπουργού, το χολ πριν από τον διάδρομο που οδηγεί στον προθάλαμο του γραφείου του υπουργού, το ασανσέρ, το λόμπι, τις σκάλες στο ισόγειο, τις σκάλες απέξω από την κεντρική είσοδο, το πεζοδρόμιο, τον δρόμο, τον επόμενο δρόμο δεξιά στη γωνία, τη λεωφόρο μετά, την ανισόπεδη γέφυρα, τον δρόμο μετά από αυτήν, το στενάκι πριν το νεκροταφείο, την είσοδο του νεκροταφείου, το μονοπάτι μέχρι τον τάφο σου, τον ίδιο τον τάφο σου, μέχρι και τον χωμάτινο πάτο του τάφου σου, πριν θαφτείς εκεί για πάντα, ξεχασμένη και πειθήνια.
Πώς σου φεύγει λοιπόν η υστερία της διαδήλωσης καριόλα;
Πώς την ξεριζώνουνε από μέσα σου αυτή την εμμονή; Δεν είσαι άντρας, δεν είσαι, το καταλαβαίνεις; Ο άντρας είμαι εγώ. Παράτα το, ξεκόλλα, μάθε να ζεις με αυτό, με εκνευρίζεις. Με εξοργίζεις. Δεν θα απαιτείς, σου αξίζει αυτό που έχεις.

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Οι καθαρίστριες….

analytic therapy...
Για κάποιο λόγο που ποτέ δεν θα μάθουμε, το πογκρόμ των διώξεων χάριν της εξυγίανσης του δημοσίου τομέα στόχευσε αρχικά ένα μεγάλο αριθμό εργαζομένων γυναικών στην καθαριότητα των δημοσίων κτιρίων.
Εικόνα
Από τότε όταν λέγαμε και ακούγαμε τη λέξη καθαρίστριες αμέσως το μυαλό μας πήγαινε σε ένα μάτσο γυναίκες που κάθε ημέρα έτρεχαν στο κέντρο της Αθήνας και φώναζαν για τη χαμένη δουλειά τους. Συνηθίσαμε από ένα σημείο και μετά να θεωρούμε δεδομένο ότι αυτές οι γυναίκες θα βρίσκονται κάθε ημέρα στους δρόμους και θα διαμαρτύρονται. Μέχρι και η τρόικα τις έμαθε και ακόμη περισσότερο οι διμοιρίες έξω από το ΥΔΜΗΔ όπου και τους έκαναν τη ζωή δύσκολη για ένα μεγάλο διάστημα..Τελικά οριστικοποίησαν την παρουσία τους στο υπουργείο οικονομικών και σχεδόν έγιναν ένα με το κάδρο αυτού του κτιρίου. Στην πορεία σχεδόν ξεχάσαμε γιατί αυτές οι γυναίκες βρίσκονται συνέχεια στο δρόμο. Στο πίσω μέρος του μυαλού μας όμως νοιώθαμε ήσυχοι που τουλάχιστον αυτές “κάθε ημέρα” έπρεπε να είναι εκεί έξω και να φωνάζουν..

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Μια Στιγμή στον Άνεμο - Για τις καθαρίστριες του ΥΠ.ΟΙΚ....

Κωστας Καναβούρης, απο την Αυγη...
Την Πέμπτη το πρωί άκουγα στο «Κόκκινο» τον πάντοτε εξαιρετικό Γιώργο Ανανδρανιστάκη (που στην ώρα του θα ήθελα να τον ακούω περισσότερη ώρα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Ο Γιώργος αντικαθιστούσε τον ενοχλητικό (όχι για μένα φυσικά), Κώστα Βαξεβάνη ο οποίος με την σειρά του ως συνήθης εναγόμενος ή μηνυόμενος έλειπε στα δικαστήρια... ταξίδι για δουλειές, με βάση τον τυποκτόνο νόμο Βενιζέλου
(κι αυτός ο άνθρωπος βρε παιδί από τόσα και τόσα υπουργεία πέρασε και το να ψάξεις να βρεις νόμο δικό του που να μην είναι εναντίον του λαού και του τόπου, μοιάζει με καρναβαλικό «κυνήγι του χαμένου θησαυρού» μόνο που εδώ δεν υπάρχει θησαυρός). Να σημειώσω εδώ, ότι σ' αυτή την επικίνδυνα γελοία (σε βαθμό παρενόχλησης της λογικής και της δημοκρατίας παρεμπιπτόντως) ιστορία της βιομηχανίας αγωγών και μηνύσεων εναντίον δημοσιογράφων, αφού δεν γίνεται να συλληφθεί και να καταδικαστεί η συνταγματικά κατοχυρωμένη έννοια της ελευθεροτυπίας, ίσως χρειαστεί να επανέλθω, αλλά κι αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Εδώ, προς το παρόν - ένα παρόν που κρατάει πολύ, όσο και η ευψυχία - μας ενδιαφέρει το πρωί της περασμένης Πέμπτης που ο Γιώργος Ανανδρανιστάκης βρίσκεται στο μικρόφωνο κι έχει βγάλει στον «αέρα» την εκπρόσωπο των καθαριστριών (και ζητώ ταπεινά -εγώ που απεχθάνομαι την έννοια της ταπεινότητας- συγγνώμη με όλη την κυριολεξία που μπορώ να διαθέσω, γιατί δεν συγκράτησα το όνομα της κυρίας που μιλούσε), αυτών των καθαριστριών του υπουργείου Οικονομικών που για μια ακόμα φορά είχαν μόλις δαρθεί από τα καλόπαιδα του Δένδια (αυτά που άμα τα θίξεις το παίρνει προσωπικά η Ντόρα λες και θίγεται η τιμή -η πανάκριβα πληρωμένη από εμάς, τιμή- και η υπόληψη της ανοικονόμητης και αχόρταγης -για εξουσία εννοείται- οικογένειας Μητσοτάκη). Μιλούσε λοιπόν η κυρία που προφανώς αγνοούσε ότι «και οι αστυνομικοί έχουν μανάδες» οπότε δικαιούνται να ξυλοκοπούν ό,τι κινείται σε μανάδες, ό,τι κολυμπάει σε μανάδες (με απτό αποτέλεσμα εννιά πνιγμένα παιδιά και τρεις μανάδες που είχαν κι αυτές παιδιά) και ευτυχώς όχι ακόμα και ό,τι πετάει γενικώς αλλά που ξέρεις, μπορεί σε λίγο και αυτό το πρόβλημα να λυθεί, αφού όπως είχε δηλώσει κάποτε και ο αείγερος Κώστας Μητσοτάκης στους εργαζόμενους της βαριάς βιομηχανίας δημοκρατικού πολιτισμού που είναι ο ξυλοδαρμός, «εσείς είστε το κράτος».

Ροη αρθρων