Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ Θ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ Θ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

για το λιβάδι που γιορτάζει...

Για να'χουμε έναν έρωτα που να μη μας τον λερώνουν
ένα τραγούδι που να μπορούμε να τραγουδάμε
Τάσος Λειβαδίτης
Ταινιοθήκη, σκοτεινή αίθουσα. Δεν είναι ακόμα σκοτεινή, κόσμος μαζεύεται για την προβολή.Κόσμος γεμίζει φως την αίθουσα πριν της επιτρέψει το σκοτάδι. Σε ένα βλέμμα μου, δεν γίνεται αυτό που περιμένω ως το πιο φυσιολογικό εκείνη τη στιγμή. Να ανοίξει η πόρτα και ανάμεσα στους καλεσμένους, να μπει ο Θόδωρος. Για μια στιγμή -είμαι σίγουρος ότι έγινε- μου φαίνεται πραγματικά φυσιολογική, πολύ φυσιολογική η σκέψη αυτή· σχεδόν την είδα τη μορφή του ανάμεσα στα περάσματα, καθημερινή· αναγκαία. Και δεν είναι όνειρο, καταλαβαίνω ότι είμαι ξύπνιος. Ή σχεδόν. Αφού σου μιλώ για μαγεία.

Τις έχω δει τις ταινίες. Πολλές φορές και σε διάφορους καιρούς. Κι αν έχω μαγευτεί. Αυτή τη φορά έκλαιγα μόνο στα φιλιά. Στις γιορτές. Πάντα υπάρχει γιορτή στις ταινίες του Αγγελόπουλου, πάντα γιορτάζουν οι άνθρωποι. Στους χορούς έκλαιγα, στις πρωτοχρονιές, στα ανταμώματα. Χοροί συντροφικοί, ζευγάρια, φίλοι, όχι μοναχικά ζεμπέκικα. Μόνο ένα ποντιακό Τικ· ο Πόντος ρίζα και η Τασκένδη εξορία, δυο χώρες τα απλωμένα χέρια του Κατράκη, που ενώνουν τον ουρανό με τους νεκρούς συντρόφους· ή τους χωρίζουν. Και στον εμφύλιο έκλαιγα -όσο κι αν προσπερνούσα τις ματαιώσεις, όσο κι αν δεν την πίστευα την ήττα. Δεν περιγράφεται ο πόνος αυτού του τόπου, δεν μπορεί να μετρηθεί το αίμα του, δεν χωράει καν στις εικόνες.

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Η κιβωτός της άλλης αφήγησης...


του Θωμα Τσαλαπατη...

“Η Ελλάδα πεθαίνει, τουλάχιστον ας πεθάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο.”
Ο Θανάσης Βέγγος στο Βλέμμα του Οδυσσέα

Στις 24 του Γε­νά­ρη, συ­μπλη­ρώ­νο­νται δύο χρό­νια α­πό το
θά­να­το του Θό­δω­ρου Αγγε­λό­που­λου. Το έρ­γο του μέ­νει στα­θε­ρό
μέ­σα στο χρό­νο, κου­βα­λώ­ντας κρί­σεις, βρα­βεία, α­ντιρ­ρή­σεις α­πό
το 1970 της Ανα­πα­ρά­στα­σης, μέ­χρι και το σή­με­ρα της
α­πο­τί­μη­σης. Ενώ, ό­μως, η η­με­ρο­μη­νία του Γε­νά­ρη το­πο­θε­τεί
με τον πιο α­πό­λυ­το τρό­πο το τέ­λος στην ε­ξέ­λι­ξη ε­νός έρ­γου που
διήρ­κε­σε 13 ται­νίες, αυ­τό που συ­νε­χί­ζει α­μείω­το εί­ναι η
με­τάλ­λα­ξη του έρ­γου αυ­τού μέ­σα στο χρό­νο, οι νέες ση­μα­σίες και
τα φορ­τία που κου­βα­λά για ε­μάς στο πα­ρόν, το άλ­λο βλέμ­μα που
έρ­χε­ται να δια­μορ­φώ­σει το βλέμ­μα μας.


Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Η βία, η νομιμότητα,η υποκρισία και ο Locke...

«Καταδικάζω τη βία από όπου και εάν προέρχεται» 
Καλώς,καταδικάζεις τη βία από όπου και εάν προέρχεται…πριν όμως καταδικάσεις τη βία από όπου και εάν προέρχεται δεν πρέπει να ορίσεις τι είναι βία; Πρέπει. Και ένας εύκολος τρόπος να ανατρέξουμε σε ορισμούς είναι μέσω των εγκυκλοπαιδιών και των λεξικών.   Βία σύμφωνα με το λεξικό/εγκυκλοπαίδεια (http://www.livepedia.gr/index.php/Βία ) είναι ο εξαναγκασμός ενός ατόμου από άλλο άτομο με ενέργεια εναντίον του σώματός του (σωματική βία) ή με απειλή ενέργειας (ψυχολογική βία) ώστε να κάνει κάτι που δεν θα έκανε ή να μην κάνει κάτι που θα το έκανε.
Άρα όποιος άνθρωπος έχει ως θέση του το «καταδικάζω τη βία από όπου και εάν προέρχεται» θα πρέπει να καταδικάσει τις πολιτικές απόψεις και πρακτικές που εξαναγκάζουν ανθρώπους σε φτώχεια παρά την θέλησή τους, θα έπρεπε να καταδικάσει επίσης τα ΜΜΕ/κυβερνητικούς που ασκούν ψυχολογική βία ,μέσω κατασκευασμένων και ψευδών ειδήσεων, σε μια κοινωνία και την χειραγωγούν με ψέματα. Αποτέλεσμα της χειραγώγησης αυτής, μέσα από τα ψεύδη, είναι να την την οδηγούν στο να κάνει πράγματα που δεν θα έκανε ή να μην κάνει πράγματα που ήθελε να κάνει.
Επίσης θα έπρεπε να καταδικάσει, αυτός που «καταδικάζει τη βία από όπου και εάν προέρχεται», κάθε μορφής εξουσία διότι η εξουσία για να εδραιωθεί και να αναπαραχθεί εξαναγκάζει ανθρώπους στο να υποταχθούν σε αυτή είτε δια της βίας είτε μηχανισμών ψυχικής βίας.  Θα έπρεπε ακόμη να σταθεί απέναντι σε κάθε μορφής εξαναγκασμό και εξουσιαστική σχέση για να έχει το ηθικό ανάστημα όντως να καταδικάσει τη βία από όπου και εάν προέρχεται.
Όσο όμως καταδικάζει τη βία από όπου και εάν προέρχεται χωρίς να καταδικάζει και ότι την γεννάει δεν κάνει κάτι παραπάνω από το να εξισώνει την άσκηση βίας του καταπιεστή, που θέλει να υποτάξει το υποκείμενο-δέκτη της βίας που ασκεί,με την άσκηση βίας του καταπιεζόμενου, που θέλει να παύσει να καταπιέζεται και αναγκάζεται να απαντήσει στη βία με βία για λόγους άμυνας.

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Ένα λεωφορείο γεμάτο ανθρώπους....

Τρίτη, 22/10/2013, μπαίνω στο λεωφορείο Α8 που ξεκινάει από την οδό Μάρνης. Λίγο μετά την ΑΣΟΕΕ, στην οποία το ίδιο πρωί είχαν μπει δυνάμεις καταστολής με συνοδεία υπουργού διότι κυνηγούσαν μετανάστες, επιβιβάζονται πολλοί άνθρωποι, άλλοι μετανάστες και άλλοι Έλληνες. Εγώ κάθομαι στα καθίσματα της μεσαίας πόρτας και ακούω μουσική. Δίπλα μου κάθεται μια γυναίκα γύρω στα 35, μπροστά μου είναι όρθια μια γυναίκα από την Αφρική μαζί με το μωρό της, το οποίο είναι-δεν είναι 5-6 μηνών, μέσα σε ένα καροτσάκι βρεφών και το ταίζει. Μπροστά μου επίσης στέκονται όρθιοι δύο ακόμα άνθρωποι. Ένας άντρας, ντόπιος, γύρω στα 40, μεγαλόσωμος και μυώδεις και μια κοπέλα γύρω στα 25.
Το μωρό, μετά από ένα σχετικά απότομο φρενάρισμα, αρχίζει να κλαίει, η μητέρα του προσπαθεί να το ησυχάσει αλλά αυτό δεν σταματάει το κλάμα. Οι άνθρωποι που στέκονται στο ίδιο σημείο κάνουν διάφορους αστείους μορφασμούς στο μωρό και το μωρό πότε γελάει και πότε κλαίει. Η γυναίκα που κάθεται δίπλα μου, φανερά εκνευρισμένη από το κλάμα του μωρό, απευθύνεται πως την μητέρα και της λέει «να κάνει το μπάσταρδο της να σκάσει».
Μόλις την άκουσα άναψαν τα λαμπάκια μου και της είπα «να βγάλει το σκασμό». Εκείνη άρχισε να φωνάζει σαν τρελή και άνοιξε το παλτό της για να αποκαλυφθεί πως από μέσα της φορούσε μπλούζα του ναζιστικού κόμματος της Χρυσής Αυγής. Σηκώθηκα από τη θέση μου και της είπα να κατέβει από το λεωφορείο, οι μετανάστες μόλις κατάλαβαν ότι ήταν ναζίστρια άρχισαν να της φωνάζουν και εκείνοι και επικράτησε ένας πανζουρλισμός.

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Η επισφαλής επικύρωση μιας μακροχρόνιας ήττας...

Η Αυγή online...

Του Νάσου Ηλιόπουλου*
Πριν κάποιες μέρες προβλήθηκε στη δημόσια τηλεόραση, στο πλαίσιο ενός μικρού αφιερώματος στον Θ. Αγγελόπουλο, η ταινία του «Μια αιωνιότητα και μια μέρα». Μία ταινία που γυρίστηκε το 1998 και αναφέρεται στις αρχές της δεκαετίας του '90, αμέσως μετά δηλαδή την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ. Στη ζωή τού κεντρικού χαρακτήρα της ταινίας «μπλέκεται» ένας μικρός μετανάστης από την Αλβανία που έχει έρθει στην Ελλάδα στην προσπάθειά του να επιβιώσει. Ένα από τα πολλά παιδιά των φαναριών.
Τόσο η συγκυρία στην οποία αναφέρεται η ταινία, όσο κι αυτή στην οποία γυρίστηκε απέχουν πολύ από τη σημερινή κατάσταση. Δεν απέχουν χρονολογικά, αλλά με όρους προοπτικής. Η δεκαετία του '90 ήταν «χρυσή» για τον ελληνικό καπιταλισμό. Μία δεκαετία ανάπτυξης και επέκτασης στις νέες ανατολικές αγορές. Κλάδοι του ελληνικού κεφαλαίου, κυρίως τράπεζες και τηλεπικοινωνίες, αναβάθμισαν τον ρόλο τους με την επιθετική επέκταση στα Βαλκάνια, αλωνίζοντας στις νέες αγορές. Ταυτόχρονα όμως οι ανατροπές στην ανατολική Ευρώπη δημιούργησαν στην Ελλάδα ένα τεράστιο εργατικό δυναμικό, η άνευ όρων εκμετάλλευση του οποίου αποτέλεσε δομικό στοιχείο της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας.
Εκείνα τα χρόνια η ακραία επισφάλεια και η μαύρη εργασία φάνταζαν μια περιθωριακή πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που αφορά μόνο συγκεκριμένα κομμάτια της εργατικής τάξης: τους μετανάστες και τις μετανάστριες. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ήταν μια εικόνα από το μέλλον συνολικά της εργατικής τάξης. Μια εικόνα που κατάφερε να είναι πολύ καθαρή για όσους ήθελαν να τη δουν και, την ίδια ώρα, ιδιαίτερα θολή για το μεγαλύτερο κομμάτι του οργανωμένου εργατικού κινήματος. Μια εικόνα που κάποιοι αρνούνταν να αναγνωρίσουν ακόμα και όταν 300 μετανάστες έδιναν έναν αγώνα ενάντια στη μαύρη εργασία για το σύνολο της εργατικής τάξης.
Σήμερα, εν μέσω κρίσης, οι περισσότεροι πια δεν παρακολουθούμε την ίδια ταινία με το 1998, ούτε καν με το 2006. Οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί που έχουν εν τω μεταξύ πυροδοτηθεί έχουν αλλάξει το πεδίο κατανόησής της. Σήμερα θα λέγαμε ότι η ταινία του Αγγελόπουλου λειτουργεί σαν μια ενοχλητική υπενθύμιση, μία ανοιχτή πληγή που έρχεται να θυμίσει μία ήττα που υπήρξε χωρίς καν να δοθεί η μάχη.
Εξάλλου, ο Δεκέμβρης του 2008, η πρώτη εξέγερση της κρίσης όπως ονομάστηκε από διεθνή ΜΜΕ, η πρώτη ολοφάνερη απόδειξη ότι κάτι αλλάζει θεμελιακά στην ελληνική κοινωνία και το πρώτο επεισόδιο της τεράστιας κρίσης εκπροσώπησης που ζούμε σήμερα, επισφραγίστηκε από μία μεγάλη ήττα. Τότε που μία γυναίκα μετανάστρια από την ανατολική Ευρώπη, η Κωνσταντίνα Κούνεβα, δέχτηκε επίθεση με βιτριόλι επειδή αποφάσισε να παλέψει οργανωμένα για την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματά της. Μία τεράστια ήττα, μια ακόμη υπενθύμιση για το πόσο έχουν προχωρήσει οι αντίπαλοί μας στον πόλεμο ενάντια στην εργασία. Και για το πόσα λίγα έχουμε κάνει εμείς.
Αυτό που ζούμε σήμερα είναι το επιστέγασμα ενός πολέμου ενάντια στην εργασία που διεξάγεται με μεγάλη συνέπεια από τις αρχές τις δεκαετίας του '90. Η βίαιη υποτίμηση της εργασίας που ζούμε σήμερα αποτελεί τη φυσική κατάληξη μιας μακροχρόνιας και συστηματικής διαδικασίας από τη μεριά του ελληνικού κεφαλαίου εναντίον μας. Αποτελεί και την επικύρωση μιας μακροχρόνιας ήττας και ως τέτοια ενέχει κι έναν βασικό κίνδυνο. Ακριβώς επειδή η συγκεκριμένη διαδικασία επικύρωσης αποτελεί μια συνολική τομή, δημιουργεί πέρα από ευκαιρίες για το κεφάλαιο και κινδύνους. Κινδύνους ως προς τη δυνατότητα έστω και την τελευταία στιγμή ύπαρξης μιας διαφορετικής απάντησης από τη μεριά του κόσμου της δουλειάς. Μιας απάντησης που θα στηρίζεται στην ανασυγκρότηση της διαλυμένης εργατικής ταυτότητας, στην ανασυγκρότηση της ταξικής αλληλεγγύης και στη στοχοποίηση του πραγματικού εχθρού της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής σχέσης εκμετάλλευσης.
Υ.Γ. Υπάρχει μια σκηνή από την ταινία που θα μας θυμίζει ότι όσο τεράστιες και αν είναι οι δυσκολίες, ο παλιός κόσμος δεν είναι ανίκητος, ότι τα πάντα μπορούν να αλλάξουν. Είναι η στιγμή που ένας μικρός μετανάστης «σκάει» ένα χαμόγελο.
* Ο Νάσος Ηλιόπουλος είναι γραμματέας του Κ.Σ. της Νεολαίας ΣΥΝ

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Θ. Αγγελόπουλος: Όταν ο χρόνος γίνεται ο τόπος της ιστορίας ...

αριστερό blog...
Βασίλης Τσιράκης
Βροχή, σιωπή, ομίχλη, ταξίδι, συλλογικότητα, έρωτας, πλάνο σεκάνς, εξορία, ποίηση, ιστορία, αριστερά, μνήμη, θάλασσα, τελετουργικότητα, αγάλματα, σύνορα, προσφυγιά, επανάσταση, αρχαία τραγωδία, περιπλάνηση, είναι ίσως μερικές από τις λέξεις που «καταγράφονται» στην κινηματογραφική γραφή του Θ. Αγγελόπουλου και εμείς θα αποπειραθούμε μέσα από αυτό το σημείωμα να ξετυλίξουμε το νήμα που τις συνδέει.
Ανακαλώντας στη μνήμη μας τις ταινίες του σκηνοθέτη, έρχονται στο μυαλό μας εικόνες που μιλώντας για το χτες σκιαγραφούν το μέλλον, που ψηλαφώντας ανοιχτές πληγές μας τροφοδοτούν με πληροφορίες και υλικό για το σήμερα, που ακουμπούν ανθρώπινες διαδρομές που αγωνιούν να ξαναβγούν στο δρόμο, να ξαναδούν το νόημα του κόσμου και να φτιάξουν το καινούργιο όραμα.
Που ανακαλούν κομμάτια της ιστορίας μέσα από ένα σύγχρονο κοίταγμα του κόσμου. Που δεν αναπολούν μελαγχολικά το παρελθόν, ούτε καταδείχνουν απλά την απόσταση του χθες από το σήμερα. Με σώμα την ιστορία και τη συλλογική μνήμη οι ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου προκαλούν όχι την αναπόληση και τη νοσταλγία, αλλά ρωγμές στο χρόνο, όπου το παρελθόν μπλέκεται με το παρόν, όπου το χτες παίρνει θέση στις σύγχρονες αντιθέσεις βγάζοντας στην επιφάνεια μια άλλη πραγματικότητα.
Έτσι η κινηματογραφική γραφή του υποτάσσεται στα παραπάνω και χαρακτηρίζεται από τα πλάνα σεκάνς, για να χωρέσουν τον αδιαίρετο χρόνο που στο έργο του λειτουργεί ως τέταρτη διάσταση, Ο χρόνος γυρνά πίσω, όχι όμως με φλας μπακ, ο χώρος και ο χρόνος συμπλέκονται, διαστέλλονται και συστέλλονται, ο χρόνος γίνεται ο τόπος της ιστορίας, οι εποχές και οι γενιές συνομιλούν άμεσα, χωρίς διαμεσολαβήσεις.
Η χρήση του πλάνου-σεκάνς επιτρέπει τη συμπύκνωση του χρόνου και το ταξίδι στον τόπο γίνεται ταυτόχρονα και ταξίδι μέσα στην ιστορία. Τα άλματα στο χρόνο είναι πρώτα ιστορικά και μετά προσωπικά, ενώ οι νεκροί χρόνοι κυριαρχούν ως σημείο τομής του ανθρωπολογικού και του φιλμικού.
Τα πλάνα είναι εξωτερικά, πανοραμίκ ή τράβελιγκ, αντί για κοντινά και εσωτερικά, υποδηλώνοντας την μακροσκοπική ματιά με τη οποία ο σκηνοθέτης διαβάζει την ιστορία. Πλάνα αργά και μακρινά που επιδιώκουν την αποστασιοποίηση, αλλά και υποδηλώνουν την επικράτηση του συλλογικού απέναντι στο ατομικό. Όπως και η φωνή οf και το espace of που λειτουργούν υποβοηθητικά στη Μπρεχτική αποστασιοποίηση, αποφεύγοντας μ’ αυτό τον τρόπο τη συναισθηματική ταύτιση και τους μελοδραματισμούς
Έτσι τα γεγονότα αναγγέλλονται από τους ηθοποιούς και τα μηνύματα δεν λέγονται με λόγια, αλλά αναδεικνύονται μέσα από τα πλάνα σεκάνς, ενώ οι σκηνές δεν συνδέονται μεταξύ τους αιτιοκρατικά, αλλά οργανικά.
Οι ήρωες δεν είναι χαρακτήρες, αλλά σύμβολα που εκφράζουν τάσεις και ρεύματα της εποχής, βρισκόμενοι σ’ ένα διαρκή διάλογο με την ιστορία, που εντέλει καθορίζει και σφραγίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Έτσι οι ήρωες δέσμιοι και υποχείρια της ιστορίας εκφράζουν - υπό το βάρος μιας πραγματικότητας που τα υπερβαίνει – συλλογικές αγωνίες και πόθους, πόνους και θλίψεις. Είναι θα μπορούσαμε να πούμε η συλλογική συνείδηση μέσα στην αέναη ροή της Ιστορίας.
Να προσθέσουμε ακόμα τις θεατρικές επιρροές όπως αυτές εκφράζονται με την χειρονομία που μας έδωσε κυρίως το μπρεχτικό θέατρο, την τελετουργικότητα ως ένδειξη σεβασμού στη σοβαρότητα του ιστορικού και ανθρώπινου δράματος, αλλά και την ειρωνεία ως μέσου γελοιοποίησης της εξουσίας της άρχουσας τάξης.
Κεντρικός άξονας και στις τρεις περιόδους του σκηνοθέτη είναι το ταξίδι και η περιπλάνηση. Το ταξίδι συνεχίζεται, οι τόποι εναλλάσσονται, οι ήρωες περιπλανιόνται στον χώρο και στον χρόνο. Έτσι οι ήρωες γίνονται εκτός από ταξιδιώτες στον χώρο και μάρτυρες της ιστορικής εξέλιξης, βυθιζόμενοι στο ιστορικό παρελθόν, με τη βοήθεια της συλλογικής μνήμης.
Όπως ακριβώς οι αριστεροί σκηνοθέτες του Χόλυγουντ της δεκαετίας του ’40, έτσι και ο Αγγελόπουλος ξεκινά το μεγάλο του ταξίδι το 1970 με μια «αστυνομική» ταινία με σαφείς κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις. Στην ασπρόμαυρη «Αναπαράσταση» θα επιχειρήσει τους πρώτους πειραματισμούς σχετικά με την κινηματογραφική του γραφή, ενώ οι πρώτες λέξεις του σεναρίου υποδηλώνουν ξεκάθαρα την ατμόσφαιρα των ταινιών που θα ακολουθήσουν:
«Βρέχει… Ένα λεωφορείο έρχεται από το βάθος πολύ σιγά μέσα στη βροχή, μ’ αναμμένα φώτα. Στο βάθος τα βουνά χιονισμένα ανάμεσα στα χαμηλά σύννεφα. Ακούγεται ο θόρυβος της βροχής και το αγκομαχητό της μηχανής του αυτοκινήτου...»
Στην πρώτη τριλογία του σκηνοθέτη, αυτή της δεκαετίας του 70 (Μέρες του 36, Θίασος, Κυνηγοί), κυριαρχεί η ιστορία με την αριστερά σε πρώτο πλάνο, πρωταγωνιστή και ενεργητικό υποκείμενο.
Σ’ αυτή την πρώτη περίοδο του έργου του ο σκηνοθέτης επικεντρώνει το ενδιαφέρον του τόσο στις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, όσο και στους ιδεολογικούς προβληματισμούς στον χώρο της Αριστεράς. Εδώ οι ήρωες είναι φορείς πολιτικών ιδεών και οι μεταξύ τους συγκρούσεις είναι συγκρούσεις μεταξύ ιδεολογιών.
Ο Θ. Αγγελόπουλος τολμά να αγγίξει τα ανοιχτά τραύματα της πρόσφατης ιστορίας, αντί να τα καλύψει ή να απαλύνει τον πόνο τους. Τολμά να οξύνει αντί να στρογγυλεύει τις αντιθέσεις που συνοδεύουν την ιστορική διαδρομή της χώρας, όπως η κατοχή και ο εμφύλιος (Θίασος), η δικτατορία του Μεταξά (Μέρες του 36), τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια (Οι κυνηγοί).
Μια ιδιαίτερη πλευρά που αξίζει να σημειωθεί εδώ είναι και η σχέση που αναπτύσσει ο μύθος με την αρχαία τραγωδία. Έτσι στο Θίασο μπορεί να ανακαλύψει κανείς τη σχέση όλων των προσώπων της ταινίας με τον αρχαίο Μύθο των Ατρειδών.
Μεσολαβεί ο «Μεγαλέξανδρος», η πιο δύσκολη αλλά και η πιο πολιτική ταινία του, κάποιοι τη χαρακτήρισαν κομματική, όπου κυριαρχεί η εσωτερική πάλη στους κόλπους της αριστεράς. Εδώ ο σκηνοθέτης σε ανύποπτο χρόνο ανιχνεύει το μέλλον, επιχειρώντας μια κατάδυση στο εσωτερικό της αριστεράς, με το ζήτημα της εξουσίας να είναι το επίδικο θέμα του «εσωκομματικού» διαλόγου, αλλά και το έδαφος όπου απομυθοποιούνται τόσο οι λαϊκοί ήρωες, όσο και ο ίδιος ο λαϊκός μύθος. Δέκα χρόνια μετά η ιστορία θα τον επαληθεύσει με την κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού.
«Από τον Μεγαλέξανδρο και μετά βλέπω την αριστερά από τα μέσα, οι ταινίες μου προσπαθούν να ανιχνεύσουν την αριστερά στο εσωτερικό της», δήλωνε ο σκηνοθέτης τον Απρίλη του 89.
Ακολουθεί η τριλογία της δεκαετίας του 80 (Ταξίδι στα Κύθηρα, Μελισσοκόμος, Τοπίο στην ομίχλη), όπου το κοινωνικό κυριαρχεί πάνω στο πολιτικό, με την Αριστερά να εξακολουθεί να είναι παρούσα μέσα από σύμβολα και παραλληλισμούς.
Στη δεύτερη αυτή περίοδο του σκηνοθέτη η πολιτική κατάσταση και οι ιδεολογικές συγκρούσεις δεν βρίσκονται σε πρώτο πλάνο, δεν προσφέρουν δηλαδή την πρώτη ύλη στη μυθοπλασία - αντίθετα αποτελούν το φόντο στο οποίο αναπτύσσεται η αφήγηση.
Η άρνηση του πολιτικού πρόσφυγα να προσαρμοστεί στα νέα πολιτικά δεδομένα (Ταξίδι στα Κύθηρα), η σχέση «μίσους» αλλά και πάθους ανάμεσα στη νεαρή κοπέλα και στον παλιό αριστερό (Μελισσοκόμος), η αναζήτηση ενός μυθικού πατέρα – οράματος (Τοπίο στην ομίχλη), αναδεικνύουν για πρώτη φορά και την εσωτερική - υπαρξιακή πλευρά στο ταξίδι των ηρώων, όχι όμως σαν προσωπική ιδιαιτερότητα αλλά σαν αποτέλεσμα της κίνησης της ιστορίας. Έτσι το προσωπικό πρόβλημα γενικεύεται και κινείται παράλληλα με την κοινωνική πλευρά του, όπως ακριβώς το ταξίδι του πολιτικού πρόσφυγα, της κοπέλας και του μελισσοκόμου ή των παιδιών στο «Τοπίο στην ομίχλη», που μεταπλάθονται τελικά σε ταξίδια που αναζητούν το συλλογικό όραμα.
Στην τριλογία της δεκαετίας του 90 (Το μετέωρο βήμα του πελαργού, Το βλέμμα του Οδυσσέα, Μια αιωνιότητα και μια μέρα), κυριαρχούν τα εσωτερικά ταξίδια των κεντρικών ηρώων (ο πολιτικός που γίνεται αναχωρητής, ο σκηνοθέτης που ψάχνει τα χαμένα φιλμ, ο ποιητής που ανακαλύπτει ότι δεν έζησε την πραγματικότητα), με φόντο τις κοινωνικές αντιθέσεις της εποχής (σύνορα, πόλεμος, μετανάστες).
Εδώ η ιστορία είτε μπλέκεται με υποδειγματικό τρόπο με το παρόν (Το βλέμμα του Οδυσσέα), είτε απουσιάζει (Μια αιωνιότητα και μια μέρα), ενώ η Αριστερά γίνεται βαθμιαία εξωτερικό στοιχείο που αρκετές φορές εισβάλλει σαν ξένο σώμα στην αφήγηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σεκάνς με το νεαρό που κρατά την κόκκινη σημαία στο λεωφορείο (Μια αιωνιότητα και μια μέρα).
Κι εδώ ο σκηνοθέτης προηγείται των ιστορικών γεγονότων επιχειρώντας να ψηλαφήσει το μέλλον. «Περάσαμε τα σύνορα και είμαστε ακόμα εδώ. Πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε για να πάμε σπίτι μας;», λέει ο ήρωας στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού», όπου ότι φαινόταν ακραίο και συμπτωματικό έγινε πραγματικότητα πριν η ταινία προβληθεί στους κινηματόγραφους.
Στην τρίτη αυτή περίοδος που θα μπορούσε να ονομαστεί και υπαρξιακή, ο Θ. Αγγελόπουλος επικεντρώνεται αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, στην προσωπική τραγωδία, στην ανθρώπινη μοίρα, τα σύνορα, εσωτερικά και εξωτερικά και οι αναφορές στο κοινωνικό περιβάλλον, όπως οι αναταραχές στα Βαλκάνια και η κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, γίνονται το έδαφος για τα εσωτερικά ταξίδια στις ψυχές των κεντρικών χαρακτήρων.
Όμως και πάλι τις περισσότερες φορές το προσωπικό πρόβλημα μετατρέπεται σε κοινωνικό, όπως η εσωτερική εξορία του πολιτικού στο «Μετέωρο βήμα» που παραπέμπει στη συλλογική εξορία των προσφύγων, ή το προσωπικό πρόβλημα του ήρωα στο «Βλέμμα», που μετατρέπεται σε συλλογικό μέσα στη τρέλα του πολέμου.
Αντίθετα στο «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» που κατέκτησε και το 1ο βραβείο στο Φεστιβάλ των Καννών, πέρα από την απουσία της ιστορικής μνήμης, της «ψυχής» των μέχρι τώρα ταινιών του σκηνοθέτη, η σχέση του με το συλλογικό και επομένως με το χρόνο είναι διαφορετική. Έτσι ο χρόνος δεν είναι πια ενιαίος και αδιαίρετος και τα άλματα στην ιστορία γίνονται στα πλαίσια του κλασσικού φλας μπακ που τόσο απέφευγε στις παλιότερες ταινίες του.
Ακολούθησε «Το Λιβάδι που δακρύζει» όπου ο σκηνοθέτης επιχειρώντας να μιλήσει για τον ανθρώπινο πόνο επαναφέρει την ιστορία και μέσα από αυτή αναγκαστικά την αριστερά. Όμως η οπτική γωνία που ξαναγράφει το ιστορικό πλαίσιο είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό του «Θίασου». (Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη λόγω του εύρους της ταινίας, της δομής, του μύθου, της τελετουργικότητας κλπ).
Έχοντας χάσει την επαφή με τις σύγχρονες τάσεις ριζοσπαστικοποίησης της κοινωνίας, αναγκαστικά αναζητεί την αριστερά μόνο στο παρελθόν, ενώ η σχέση ατομικού - συλλογικού ανατρέπεται. Έτσι η διαδρομή της Ελένης παραμένει μέχρι τέλους προσωπική και στην καλύτερη περίπτωση παραπέμπει όχι στο κοινωνικό, αλλά στο εθνικό.
Είναι η περίοδος της ραγδαίας ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, της ΟΝΕ και της Ολυμπιάδας, όπου η νέα τριλογία εντάσσεται στο πρόγραμμα της πολιτιστικής Ολυμπιάδας, ενώ το χτίσιμο ενός ολόκληρου χωριού στον πάτο της Λίμνης Κερκίνη κάνει το κόστος της ταινίας να αγγίξει το αστρονομικό για τα ελληνικά δεδομένα ποσό των 2 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Είναι η εποχή που όλες οι κριτικές αποβάλουν ως δια μαγείας την αριστερά από το έργο του και προβάλουν τον επηρεασμένο από την αρχαία τραγωδία ουμανισμό και τον μοντερνισμό του. «Εκπρόσωπος του μοντερνισμού, εμπνέεται από τα αρχαία ελληνικά κείμενα, ισορροπεί ανάμεσα στην ιστορική παράδοση και τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα…», επαναλαμβανόταν σε κάθε σχεδόν ομιλία στο διεθνές συμπόσιο που έγινε προς τιμή του στο πλαίσιο του 41ο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Καμιά λέξη για κοινωνικές αντιθέσεις, για καταπιεσμένους και συλλογικά οράματα.
Έτσι το «Λιβάδι» είναι η μοναδική ίσως ταινία του Θ. Αγγελόπουλου όπου απουσιάζει η εποχή της. Που ενώ μιλά για την ιστορία, το χτες δεν μπλέκεται με το σήμερα στον ενιαίο χωροχρόνο, που η αφήγηση είναι μεν ασυνεχής, αλλά μοιάζει περισσότερο με διακεκομμένη γραμμή παρά με «καρδιογράφημα», όπου τα άλματα στο χρόνο (όταν γίνονται), δεν γίνονται μέσα στα πλάνα σεκάνς αλλά έξω από αυτά.
Με τη «Σκόνη του χρόνου» γίνεται φανερή η απόπειρα του σκηνοθέτη να επικοινωνήσει ξανά με τον «παλιό» εαυτό του, κρατώντας μεν τον άξονα της νέας τριλογίας, (ατομικό-συλλογικό, έρωτας και πολιτική, ως υποκείμενα και αντικείμενα της ιστορίας), αλλά αποφεύγοντας επιμελώς τόσο την τεχνική της συναισθηματικής ταύτισης, όσο και την οπτική της «αβάσταχτης ελαφρότητας» των πραγμάτων.
Όπως είναι φανερή και η αγωνία του να ξαναβρεθεί με τους «κάτω», λέγοντας μας με λόγια, πως «κάποιοι βιάστηκαν να μιλήσουν για το τέλος της ιστορίας», αλλά και δείχνοντάς μας μέσα από μια προκάτ μεν, αλλά περίτεχνη σκηνή (αυτή του σκονισμένου παλιού μουσικού οργάνου), πως η ταξική πάλη συνεχίζεται και στο χέρι μας είναι να βγει ξανά στο προσκήνιο της ιστορίας. Αρκεί να διώξουμε τη σκόνη; Θα ρωτήσουμε εμείς.
Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως το έργο του Θ. Αγγελόπουλου μας ταξίδεψε με όχημα τον ποιητικό ρεαλισμό πέρα από τα στενά όρια του κινηματογράφου, συμπυκνώνοντας διαλεκτικά τη τέχνη με την πολιτική και μεταφέροντας στο σήμερα εικόνες από το μέλλον, όπου ο πολιτισμός και μόνο αυτός θα διέπει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.
«Η τέχνη είναι η αναζήτηση του ανείπωτου. Με αυτή την έννοια μπορεί να είναι αναζήτηση του αιώνιου», έλεγε σε συνέντευξή του ο σκηνοθέτης στην μηνιαία εφημερίδα των Χανίων Πυξίδα το 2009.
Ο Θ. Αγγελόπουλος δεν έγραφε ποτέ τη λέξη «τέλος» στις ταινίες του. Αλλά τις περισσότερες φορές το τέλος δεν το καθορίζει ο δημιουργός. Έρχεται μόνο του. Απρόσκλητα.
Φιλμογραφία
2008 Η σκόνη του χρόνου
2004 Το Λιβάδι που Δακρύζει
1998 Μία αιωνιότητα και μια μέρα
1995 Το Βλέμμα του Οδυσσέα
1991 Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού
1988 Τοπίο στην Ομίχλη
1986 Ο Μελισσοκόμος
1984 Ταξίδι στα Κήθυρα
1983 Αθήνα
1983 Αθήνα, επιστροφή στην Ακρόπολη
1981 Χωριό ένα, Κάτοικος ένας
1980 Μεγαλέξανδρος
1977 Οι Κυνηγοί
1975 Ο Θίασος
1972 Μέρες του 36
1970 Αναπαράσταση
1968 Εκπομπή

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

"Ακούτε: "Μωρή κοντούλα λεμονιά"

Αίθρα ...
Εβλεπα, έβλεπα και με ρουφούσε το έργο. Είχα δει πολύ σινεμά. Πολύ! Αμερικάνους, ιταλούς, ρώσσους. Ολους. Ρουφηγμένη όπως ήμουνα, και κλαμένη βέβαια από μια στιγμή και μετά, σηκώνεται ένας ψηλός πλατάς, σαν τον Παπασπυρίδη, από την τρίτη σειρά δεξιά και χειροκροτάει. Και σηκώνεται όλο το σινεμά. Κι εγώ! Πονέσανε τα χέρια μου. Προς στιγμήν νόμιζα ότι οι ηθοποιοί θα κάνουν εύσχημες παύσεις όπως στο θέατρο. Εκεί όμως συνέχιζε. Και η μια σκηνή διαδεχόταν την άλλη. Όταν ο Ορέστης με τα γαλανά μάτια βγήκε με το περίστροφο και πυροβόλησε τη μάνα του πάνω στη σκηνή σηκώθηκα εγώ! Πονέσανε τα χέρια μου. Μετά ξαναέκλαψα όταν η Κοταμανίδου στους Κυνηγούς έλεγε «ένα πιάνω δύο αφήνω θα το βγάλω Κωνσταντίνο» και πάλι έκλαψα γιατί το πτώμα του αντάρτη ήταν ζεστό. Το έπιανα με τα χέρια μου. Είχε σφυγμό. Ηταν ο παλήκαρος αντάρτης που μου διηγόταν η μάνα μου στα παιδικά μου παραμύθια. Ενας από αυτούς που συνόδευσαν την κηδεία των πρώτων νεκρών των δεκεμβριανών. Τέτοιος παλήκαρος. Με τα μούσια, με τα φυσεκλίκια. Μετά δεν έκλαιγα. Ρουφούσα μόνο. Το έργο και τη μύτη μου. Σπαρταρούσε η ψυχή μου. Μαζί με τη Σταθοπούλου στο φτηνό ξενοδοχείο και μετά να την κυνηγάνε οι ερυνείες γυναίκες του περιβάλλοντος και να μην μπορεί να απενοχοποιηθεί με τίποτε από το θάνατο του Αγαμέμνονα αλλά με το μάτι γεμάτο από έρωτα. Καβάλησα το ποδήλατο στις μέρες του 36 και ήπια όλο το ρετσινόλαδο που είχε πιει ο πατέρας μου. Δεν έκλαιγα. Είχα σταματήσει να κλαίω σε όλα του τα έργα. Μέχρι που ο Τζώρτζογλου είπε : «έτσι είναι μοναχούλα». Και λίγο ακόμη άντεξα! Μέχρι που βρήκαν το άλογο πεθαμένο έξω από το καφενείο κι εκεί άρχισα να κλαίω μέχρι που τελείωσε το έργο και μέχρι που έφτασα σπίτι μου.

Σκηνές – σκηνές μου έρχονταν προχτές το βράδυ! Τα μπούτια της Χρονοπούλου, η Ρουσσέα μπροστά στις προσφυγικές στο Δουργούτι, η κραυγή μπροστά στη θάλασσα της Θεσσαλονίκης «και η αριστερά Αλέξανδρε?», το ρολόϊ που προβαλόταν στον τοίχο του τζακιού. Ο Μαστρογιάννι σε ένα καφενείο στην Εθνική συναντάει τον Πουλικάκο.

Η Ελλάδα.

Η ιστορία μου.

Η φωνή μου.

Η φωνή της Ελλάδας στον κόσμο. Η φωνή μου βραχνιασμένη από τα συνθήματα. Τα ακούσματα της Ελλάδας στον κόσμο. Ο κόσμος να τον παρακολουθεί όπως τον Βιτόριο ντε Σίκα. Η αριστερά να αποχτάει φωνή. Αυτή τη φωνή που δεν έβγαινε από τον κόμπο που είχε στο λαιμό της. Την δυνατή, την κοσμοπολίτικη, την εμπνευσμένη, την αγωνιώδη, την ερωτική. Του τη χρωστάει η αριστερά τη φωνή της. Του σκηνοθέτη της αλληγορίας που με το θάνατό του υπηρέτησε έναν σκληρό, υπερκόσμιο, πολυδιάστατο συμβολισμό. Αυτόν του ανθρώπου που πεθαίνει πάνω σ’ αυτό που αγαπάει πιο πολύ. Αυτόν του ότι ένας μπάτσος σκοτώνει έναν άνθρωπο. Αυτός του ότι τίποτε δεν γίνεται τυχαία. Αυτόν του ότι ο προικισμένος κι ο φωτισμένος ακόμη και με το θάνατό του έχει να προσφέρει. Ολες οι ανακοινώσεις των αριστερών οργανώσεων για το θάνατό του είχαν κάτι εξαιρετικό, κάτι άλλο από την καθημερινή γλώσσα που έχουν μάθει να μιλάνε. Μαρή κοντούλα λεμονιά τελείωνε η ανακοίνωση του ΝΑΡ. Μαρή κοντούλα λεμονιά Για το θάνατο του ποιητή. Του ποιητή της αριστεράς.
"Ακούτε: "Μωρή κοντούλα λεμονιά""

Μέρα με τη μέρα, όλο και πιο φτωχοί…

του Ηλία Τζίτζη απο το alterthess ...

safe_image.jpg
Προσπαθώ, από την στιγμή που πληροφορήθηκα το θάνατο του Θοδωρή Αγγελόπουλου, να ξεκαθαρίσω μέσα μου, τι μου προκάλεσε τόσο οδυνηρά συναισθήματα και σκέψεις. Ταινίες του άλλωστε δεν είχα δει ποτέ, ώστε να υπάρχει κάποια πιο προσωπική σχέση με το δημιουργό, πιστεύοντας όμως ότι όταν θα το έκανα, μάλλον θα μου άρεσαν.
Θα έπρεπε, βάση της αντίληψης πολλών ανθρώπων που εκφράστηκε στο twitter, το facebook και αλλού, η είδηση να μου δημιουργήσει μια διάθεση είτε συγκαταβατικής θλίψης τύπου «ένας “μεγάλος” έφυγε – που δεν ξέρουμε γιατί είναι μεγάλος, αλλά για να το λένε κάποιοι κάτι θα ξέρουν» ή, ακόμη χειρότερα, άτσαλης επιθετικότητας προς τους πρώτους στη λογική του «πόσο υποκριτές είστε που δηλώνετε θλίψη για το θάνατο κάποιου που “σας έμαθαν” να εκτιμάτε χωρίς καν να γνωρίζετε γιατί». Τίποτα από τα δύο δε συνέβη. Αφού παρακολούθησα για ώρα την εν λόγω διαμάχη στο twitter, αναρωτώμενος για το πόσο τελικά μπερδεμένοι είναι οι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου, και πόσο δύσκολο τους είναι να διαχειριστούν το θέμα της θνησιμότητάς τους, αποχώρησα από το διαδικτυακό “διάλογο”, με συναισθήματα ουσιαστικής απώλειας.
Έβαλα το Θίασο και το ταξίδι στα Κύθηρα να κατεβαίνουν και έπειτα αναζήτησα αποσπάσματα από ταινίες του Αγγελόπουλου στο youtube. Ήθελα αρχικά να ακούσω το υπέροχο τραγούδι της Ελένης Καραΐνδρου από το ταξίδι στα Κύθηρα, τη μοναδική ουσιαστικά σύνδεση που είχα με το σκηνοθέτη και το έργο του, μια ανάμνηση της παιδικής μου ηλικίας. Το βρήκα μαζί με μια σεκάνς της ταινίας: Αυτή που ο ήρωας Μάνος Κατράκης μαζί με τη γυναίκα του Δώρα Βολανάκη αναχωρούν για το τελευταίο τους ταξίδι πάνω σε μια σχεδία, ξένοι στον ίδιο τους τον τόπο, που έχει ξεπουληθεί από τους νικητές του εμφυλίου. Έχοντας περάσει τον τελευταίο καιρό μελετώντας συστηματικά την ιστορία αυτής της χώρας, των τελευταίων εκατό περίπου χρόνων, και τις τεράστιες τραγωδίες που έχουν ζήσει οι άνθρωποί της, δεν άντεξα τη σκηνή και εντελώς απρόοπτα ξέσπασα σε λυγμούς. Και μόνο αφού τα δάκρυα μου στέγνωσαν, παίρνοντας μαζί τους τη συναισθηματική μου φόρτιση, κατάφερα να συγκεκριμενοποιήσω τι είναι αυτό που με πονάει και με ενοχλεί τόσο πολύ.
Οι μεγάλοι δημιουργοί διαθέτουν μια αρετή που τους ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους συναδέλφους τους: την ευαισθησία. Δε γνωρίζουν απλά πολύ καλά τα τεχνικά τους μέσα, οι κεραίες τους πιάνουν και καταγράφουν τον πόνο και τα βάσανα ολόκληρων λαών. Αυτό μπορεί να είναι βαθιά επώδυνο για τους ίδιους, καθώς το επιπλέον φορτίο στις πλάτες τους είναι δυσβάστακτο, αλλά τεράστιας αξίας για το συλλογικό συνειδητό και ασυνείδητο, όταν εν τέλει αυτό το βάρος διοχετεύεται στη δημιουργία τους. Ο ψυχισμός του ανθρώπου και χάρις σε τέτοιες δημιουργίες, μεταξύ άλλων εξίσου σημαντικών, κατάφερνε ανά τους αιώνες να κάνει βήματα, έτσι ώστε σε όλους σήμερα - ή δυστυχώς σχεδόν σε όλους – η δουλεία ή ο ρατσισμός, για παράδειγμα, σαν φαινόμενα να φαίνονται αποτρόπαια.
Ο Θοδωρής Αγγελόπουλος ήταν ένας μεγάλος δημιουργός για αυτόν το λόγο. Μέσα σε μια μόλις σκηνή κατάφερνε να περιγράψει το μέγεθος των τραγωδιών που έχει βιώσει αυτός ο τόπος, αποδεικνύοντας έτσι τη σε βάθος κατανόησή, γνώση και αγάπη που είχε για τον άνθρωπο. Προνόμιο που μπορούν να απολαμβάνουν μόνο όσοι η ευαισθησία τους ανθίζει μπροστά στις δυσκολίες και όχι όσοι περιχαρακώνονται στο στενό τους συμφέρον, μετατρεπόμενοι έτσι σε σκληρόπετσα ζώα. Ο θάνατος του έρχεται να προστεθεί σε αυτούς των Βέγγου, Παπάζογλου, Ρασούλη, Κατσουρίδη και τόσων άλλων ευαίσθητων που χάσαμε τα τελευταία δύο χρόνια και που μπορούσαν με το έργο τους να δώσουν μια ανάσα στο ψυχισμό μας. Γιατί μην κοροϊδευόμαστε, η κρίση περισσότερο από τις τσέπες μας, απειλεί την ανθρωπιά μας. Για αυτό περισσότερα από αύριο.

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

CUT...

του Γιώργου Πήττα, TVXS - TV Χωρίς Σύνορα ...

Δεν τον γνώριζα προσωπικά.
Για να πεις «γνωρίζω» κάποιον πρέπει να τριφτείς μαζί του αρκετά.
Ωστόσο, κρατώ ένα στιγμιότυπο χαρακτηριστικό θαρρώ: Ήταν πριν από πολύ λίγα χρόνια, 2, άντε 3. Βρισκόμουν στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος για να επιστρέψω στην Κύπρο, είχα φτάσει αρκετά νωρίτερα και έκοβα βόλτες. Βρέθηκα στον χώρο των αφίξεων.
Ήταν αργά τη νύχτα και δεν κυκλοφορούσε πολύς κόσμος στην αναμονή. Χάζευα. Το βλέμμα μου, στυλώθηκε σε μία κάπως γνώριμη φιγούρα που εκείνη τη στιγμή έβγαινε από τις αφίξεις. Ένα γκρι μπλε πουλόβερ, μπλε μπουφάν , μπλουτζίν, και στον ώμο ένα μικρό φτηνό υφασμάτινο σακ βουαγιάζ.
Θα μπορούσε –ενδυματολογικά- και σύμφωνα με τα «στερεότυπα» να είναι οικονομικός μετανάστης. Το κεφάλι, λίγο σκυμμένο με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος.
Δεν ξέρω σε τι σκέψεις ή εικόνες ήταν βυθισμένος, αλλά ήταν σχεδόν αόρατος. Καθώς περνούσε από μπροστά μου σε απόσταση λιγότερη των δύο μέτρων και έτσι όπως ανέβλυσαν από τη μνήμη μου οι διάφορες συγκινήσεις που μου είχε κατά καιρούς χαρίσει, του μίλησα:
«Κύριε Αγγελόπουλε».
Έκανε μερικά βήματα ακόμα και, λες και η φωνή μου έφτασε στην αντίληψη του λίγο αργότερα, κοντοστάθηκε γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε. «Ναι;» είπε, με μάτια εξόχως ανεπιτήδευτα και με κάποια απορία. «Τίποτα. Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ πολύ» είπα, όσο μπορούσα πιο καθαρά και χαμηλότονα συγχορδίζοντας τη φωνή μου ενστικτωδώς με τη δική του βραχνή και σχεδόν ψιθυριστή.

Με κοίταξε επίμονα για 2-3 δευτερόλεπτα, έτεινε το χέρι, με χαιρέτησε σφικτά και απάντησε:
«Εγώ σας ευχαριστώ».
Ανταλλάξαμε ένα συγκρατημένο χαμόγελο, έκανε να φύγει, στάθηκε, είπε:
«Και, σας ευχαριστώ πολύ».
Ξανάβαλε το κεφάλι κάτω, έφυγε, χάθηκε, πήγε και στάθηκε στην ουρά των ταξί.
Από χτες τη νύχτα, έχω μπροστά μου ξανά, αυτή τη σκηνή, εκείνο το βλέμμα, τον ήχο της φωνής του. Κάποιος, έγραψε πως πέθανε «άδοξα». Δεν ξέρω. Προσπαθώ να ζωντανέψω με το μυαλό μου τη σκηνή του δυστυχήματος, σύμφωνα με τα όσα διάβασα εδώ κι εκεί:
Ο σκηνοθέτης στο γύρισμα. Ο σκηνοθέτης, κάνει βήματα πίσω για να δει το πλάνο από απόσταση. Βγαίνει στο δρόμο χωρίς να τον απασχολεί τίποτα άλλο.
Παράλληλα, κάπου αλλού, ένας νεαρός αστυνομικός, τελειώνει την υπηρεσία, καβαλάει τη μηχανή για να πάει σπίτι του.
Ο ένας καταγράφει κριτικά με την κάμερα για μια ζωή ολόκληρη, την ιστορία του τόπου του και την ανθρώπινη τραγωδία μέσα στα ρεύματα της ιστορίας.
Ο άλλος, ένα εκτελεστικό όργανο του εκάστοτε καθεστώτος, υποχρεωμένο από τη φύση της δουλειάς του να ασκεί βία χωρίς να ρωτά ποτέ «γιατί». Η κριτική, του είναι απαγορευμένη από τον κανονισμό.
Αν το καλοσκεφτεί κάποιος, αν το δει σε επίπεδο συμβόλων, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος σκοτώθηκε σαν ήρωας μιας ταινίας του, μιας ταινίας που δεν θα γυρίσει ποτέ καθώς το πεπρωμένο σκηνοθέτησε για λογαριασμό του την έξοδό του με το πιο απότομο cut.
Αλλά, δεν υπάρχουν τίτλοι τέλους εδώ.
Μόνο μία μαύρη αμόρσα σε λούπα που θα γυρίζει για μία αιωνιότητα και μία μέρα.
Δεν θα μιλήσω για το έργο του-δεν είμαι ειδικός- ένας απλός θεατής είμαι. Και σαν τέτοιος, κάποιες φορές έπληξα ενώ κάποιες άλλες φορές συγκινήθηκα μέχρις δακρύων. Όμως, κρατώ μία φράση ενός κριτικού κινηματογράφου από ένα άρθρο που είχα διαβάσει για την κινηματογραφία του Αγγελόπουλου. Δεν θυμάμαι τώρα το όνομά του και, το δημοσίευμα ήταν είτε στους New York Times είτε στη Guardian:
«Αυτό που κάνει τον Αγγελόπουλο να ξεχωρίζει, είναι πως σε κάθε ταινία του, ακόμα και στις πιο άτυχες στιγμές του, υπάρχει μία τουλάχιστον σκηνή, που θα περάσει στην ιστορία του σινεμά».
ΥΓ: Δεν ξέρω τις «ακριβείς συνθήκες» του δυστυχήματος-πέρα από όσα έχον γραφτεί. Πιστεύω, πως ο γνωστός blogger Βαγγέλης Δαρδαντάκης έκανε στο Facebook μία σοβαρή παρατήρηση και τη μεταφέρω εδώ αυτούσια:
«Οι συνθήκες του άδικου θανάτου του Θόδωρου Αγγελόπουλου φανερώνουν ένα πάρα πολύ σημαντικό κενό ασφαλείας. Όταν οι κινηματογραφιστές στην Αμερική και στην Ευρώπη θέλουν να γυρίσουν σκηνές σε κρίσιμα σημεία του αστικού ιστού, υπάρχει αυστηρός έλεγχος από τις επιτόπιες αστυνομικές αρχές για τον αποκλεισμό μέχρι ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων για την απρόσκοπτη εργασία των συνεργείων. Γιατί αυτοί ξέρουν πως ο κινηματογράφος είναι επένδυση και στην Ελλάδα δεν νοείται να μην αντιμετωπίζεται με τη δέουσα προσοχή σαν επένδυση μια ταινία του Αγγελόπουλου. Η νεοελληνική ειρωνεία, στα όρια που αγγίζει ή και ξεπερνάει την Ύβρη, ένας ειδικός φρουρός, εντεταλμένος από το Κράτος να τηρεί το νόμο και να δίνει το παράδειγμα, εντέλει σκοτώνει όχι τον Αγγελόπουλο αλλά ξεμασκαρεύει την ίδια την αντίληψη που έχει το κράτος για να προστατεύει και να προάγει τις εγχώριες επενδύσεις. Τόσο η μαγκιά της παραγωγής του συνεργείου, που αδιαφόρησε για τον εμφανή κίνδυνο, όσο και του οδηγού-οργάνου της τάξης καταδεικνύουν τα ηχηρά συμπτώματα του ξερολισμού, του ωχαδερφισμού και της αδιαφορίας απέναντι στο αυτονόητο της προστασίας σε συνθήκες προσωπικής ασφάλειας. Μας σιχάθηκα...»

Ροη αρθρων