Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Γιατί πάντοτε τα πράγματα πάνε από την πιο ανώδυνη οδό, όπως το νερό ρέει στην πιο εύκολη κοίτη...

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την εποχη...

«Θέλω τη σημαία μου καλοσιδερωμένη, τον καφέ μου ελληνικό και τον Σουλεϊμάν μου Μεγαλοπρεπή»
(Από τοίχο στα Χανιά)

Χούντα είναι να κουβαλάς εκβιαστικά κυριακάτικα 11 το πρωί με 3 το μεσημέρι, στο Μαράσλειο, και δίχως καμιά αποζημίωση, που θα ’πρεπε να ’ναι και προσαυξημένη κατά 75%, διευθυντές και καθηγητές των Πειραματικών Γυμνασίων–Λυκείων της χώρας, για να ακούσουν (τις συνήθως κοινότοπες) οδηγίες περί του νέου τρόπου εισαγωγής των μαθητών. (Που θα μπορούσαν να αποσταλούν και ηλεκτρονικά. Αφού «λεφτά δεν υπάρχουν»). Αλλά υπάρχουν υποτελείς. Και διαθέσιμοι. Επειδή ακριβώς είμαστε μόνοι. Εκατομμύρια, αλλά μονάδες απελπιστικά μόνες. Και το ξέρουν).
Και είναι μεγαλύτερη χούντα ότι πολλοί θα γελάσουν ειρωνικά με την προσαύξηση του 75%, αντιτάσσοντας τη γενικευμένη ανεργία. (Αφού έγινε λαϊκή συνείδηση η καταστροφική ισοπέδωση, και η ισοπέδωση της καταστροφής μας). Διαχωριστικές που δεν μπορέσαμε όχι απλώς να αποτρέψουμε, αλλά ούτε καν να περιορίσουμε. Προσθέτοντας ακόμα μία στις πολλές ήττες του κινήματος και της Αριστεράς. Που όπως δίδαξε το ΚΚΕ –κι εφαρμόζουν διακομματικά οι επίγονοι– θα μεγαλουργήσει μόνον όταν πάρει την εξουσία.
Μέχρι τότε «λούφα και παραλλαγή».
…Και φιλανθρωπίες, στον ατέλειωτο διαγκωνισμό ελεημοσύνης που θυμίζει το γνωστό ανέκδοτο με τους προσκόπους, που για να δέσουν πολλούς κόμπους καλών πράξεων στο μαντίλι τους, πέρναγαν και ξαναπέρναγαν με το ζόρι, απ’ τον ίδιο δρόμο, την ίδια γριά. Έτσι μαλλιοτραβιούνται οι ομάδες, οι παρατάξεις, τα κόμματα, βάζοντας στη μέση τον άτυχο που πρόκειται να ελεηθεί. Ξεχνώντας πως όπου περισσεύει συμπόνια, λύπηση, έλεος, υπάρχει έλλειμμα δημοκρατίας, έλλειμμα πολιτικών δικαιωμάτων και έλλειμμα κοινωνικών κατακτήσεων. Κι αντίστοιχων υποχρεώσεων του κράτους. (Διαφορετικά, θα αρκούμαστε στην ευαισθησία της Μαριάννας Βαρδινογιάννη).
Αντί λοιπόν να στείλουμε τον Λοβέρδο στον εισαγγελέα για τη διάλυση του ΕΣΥ, ή τη Διαμαντοπούλου για το όργιο των σχολικών βιβλίων, θα τους επιβραβεύουμε ως αρχηγούς κομμάτων και σωτήρες του έθνους. Και θα αναθέτουμε τις εξετάσεις ούρων στον Πορτοσάλτε. (Ήδη ο Sky από την περασμένη Κυριακή ξεκίνησε, κι αυτός, ιατρικές εκπομπές με το σύνθημα: «Όπου κλείνει ένα νοσοκομείο ανοίγει μια τηλεόραση».
…Και αφισοκόλληση: «Κάτω τα χέρια από τις συλλογικές συμβάσεις». Είπε το ΠΑΜΕ. Κι αυτοί τα κατέβασαν. Όχι τα χέρια, αλλά τις συμβάσεις. Που θα ανεβάσει –οσονούπω– η Αριστερά, με το θεληματικό πιγούνι, το μισόκλειστο-μισαγριεμένο βλέμμα και τον ολίγο σνομπέ λόγο. (Κάτι σε «βαρύς με ολίγη»). Μετά θα ξαναπαραδώσει τα όπλα. Στη Βάρκιζα.
Ενώ οι άλλοι, με τη φόρα που πήραν, σε λίγο θα μαντρώνουν μαθητές και καθηγητές στο Παναθηναϊκό Στάδιο για να επευφημήσουν τον Σαμαρά. Όπως επί χούντας. Μόνο που δεν θα υπάρχει πια ο δικός μας Χρήστος Ηλιόπουλος να τρέχει μαζί με άλλους συνομηλίκους του για να ξεσηκώνουν τον μαθητόκοσμο ενάντια στον δικτάτορα. Τόσες οι «ζητωκραυγές» αντίστασης τότε, ώστε ο Παπαδόπουλος δεν μπόρεσε ν’ αρθρώσει λέξη περιοριζόμενος στην αόριστη απειλή «αφού δεν μπορούν να σας σταματήσουν οι καθηγητές σας, θα σας μαντρώσω εγώ», που χρόνια μετά, στο Πολυτεχνείο, προσπάθησε να κάνει πράξη.
Τελικά, ποιο είναι το χειρότερο για έναν πρωθυπουργό; Να απαντά σε αγενή/ασεβή ενικό, στη σε δεύτερο πληθυντικό επιστολή του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη, ή να αποκαλεί «λαθραίους» ανθρώπους που βρέθηκαν στη χώρα μας χωρίς χαρτιά; Και να το προσπερνάμε ως αυτονόητο, εθισμένοι στην κατοχυρωμένη δημοσιογραφικά, πολιτικά, κοινωνικά, ορολογία του «λαθραίου» ανθρώπου σαν να πρόκειται για ένα αδασμολόγητο πακέτο τσιγάρων. Περνώντας από το «λάθε βιώσας» του Επίκουρου στο «λάθρα» του Σαμαρά και των ομοίων του.
Εμπαίζοντας ακόμα και με τους θεσμούς, πλειοδοτώντας σε δημοκρατικές κορώνες και καμιά δεκαριά αντιρατσιστικά, ξεχνώντας πως ο σεβασμός στον άλλο δεν νομοθετείται με διατάγματα, αλλά καλλιεργείται μέσα από τα γράμματα και την τέχνη. Αλλά ποιοι θα μιλήσουν για πολιτισμό, όταν ακόμα και την ελληνική εκπροσώπηση, στη Μασσαλία-πολιτιστική πρωτεύουσα, τη συναρτούν με τον κομματικό περίγυρο του ποιητή-συμβούλου του Σαμαρά; Και με τους ανθρώπους τού Λαμπράκη και του Μεγάρου του. Άλλωστε, τι να περιμένεις από έναν Τζαβάρα που προικοδοτήθηκε με το αποδεκατισμένο Πολιτισμού(;) χάρη στις περγαμηνές των εξεταστικών για Siemens και Βατοπέδι!
«Η έξαρση της Χρυσής Αυγής, τα φασιστικά μοντέλα, η βία της ακροδεξιάς, είναι προϊόντα αυτής της πολιτικής», συνεχίζουμε για τρίτη βδομάδα τη συζήτηση με τον Νάνο Βαλαωρίτη: «Γι’ αυτό οι πολιτικοί έχουν στο περιθώριο την τέχνη. Γιατί δεν τους υπηρετεί όπως θα θέλανε, και αυτό το βλέπει κανείς σε όλες τις χώρες, πώς υποβαθμίζουν τα κονδύλια για τα γράμματα, τις τέχνες, τα βιβλία και περιορίζονται σε μια στενά δική τους ομάδα προθύμων… Δεν είναι τυχαίο που οι φωνές συμπαράστασης στη χώρα μας προέρχονται μόνο από κύκλους πνευματικούς, καλλιτεχνικούς, διανοούμενους, πανεπιστημιακούς…
Σε αντίθεση με τον Σόιμπλε και τη Μέρκελ, που μας προστάζουν και μας φοβερίζουν. Δεν είναι μέθοδοι φασιστικές; Δεν είναι βία; Είναι μια βία που θα τη ζήλευε ο Γκαίμπελς. Αν μπορούσε ο Γκαίμπελς να κάνει αυτά που κάνουν αυτοί μέσα σε δέκα λεπτά, θα είχε κατακτήσει όλη την Ευρώπη, πριν καν μπούνε οι στρατοί. Ας μη μου λένε ότι είναι οι άψογοι δημοκράτες οι Γερμανοί και εμείς είμαστε οι ατίθασοι και οπισθοχωρημένοι αναρχικοί, τεμπέληδες και άχρηστοι και τα λοιπά… Διότι αυτά θα τους έρθουν μπούμερανγκ τελικά. Γιατί αν κάνεις ένα πόλεμο και δε βλέπεις, ο ίδιος, ποια θα είναι η έκβασή του, τελικά πέφτεις στην παγίδα την οποία έχεις στήσει.»

Κώστας Κρεμμύδας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Δύο δισέγγονοι στην ίδια χώρα με άλλη γλώσσα..

του Τακη Κατσιμαρδου, απο το εθνος...
Δύο δισέγγονοι στην ίδια χώρα με άλλη γλώσσα
Οταν ένας δισέγγονος της Πηνε­λόπης Δέλτα απαντά στον δισέγγονο του Αρι­στοτέλη Βαλαωρίτη, οφείλει να είναι, τουλάχιστον, ειλικρι­νής και ακριβής. Με ιστορικούς και πολιτικούς όρους. Ο λόγος για την απαντητική επιστολή του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά προς τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη.
Δυστυχώς, η απάντηση κινείται σε άλλους αστερισμούς. Μεταξύ επικοινωνιακής υποκρισίας και εκκωφαντικής ανακρίβειας. Ας προστεθούν λίγα ουσιώδη, σε όσα έχουν, ήδη, επισημανθεί από πολλούς:
1. Ο πρωθυπουργός δεν αρθρώνει λέξη περί ρατσισμού και ξενοφοβίας, όπως τον καλεί ο ποιητής. Περιορίζεται σε γενικότητες για τους νεοναζί και τη Χρυσή Αυγή. Ουδεμία λέξη και για τις άλλες διακρίσεις, τον κοινωνικό ρα­τσισμό, τα φαινόμενα ανθρωπο­φαγίας, μεταναστευτικής βίας και τις ποινικά κολάσιμες ρατσιστικές συμπεριφορές.
2. Επαίρεται ότι «πρώτος αυτός κλπ.» επεσήμανε «τους κινδύνους από τους νεοναζί. Παντελώς ανακριβές. Πρώτος και μόνος αυτός, μόλις πριν από μερικές μέρες, διακήρυσσε ότι «είναι ελάχιστες μεμονωμένες φωνές που προσπαθούν ν' αναβιώσουν τον ρατσισμό και τον αντι­σημιτισμό ?» στη χώρα μας (βλέπε ομιλία του στη Συναγωγή της Θεσσαλονίκης).
3. Παντελώς αστήρικτη είναι η θέση του ότι η Ελλάδα «πριν από πολλές χώρες διαθέτει ισχυρό πλαίσιο» κατά του ναζισμού. Οι ελληνικές κυβερνήσεις (από τον πρεσβύτερο Κ. Καραμανλή έως τον νεότερο Γ. Παπανδρέου και τον ίδιο), πάντα και μόνο ύστερα από πιέσεις, με καθυστέρηση, εκπτώσεις και εξόφθαλμες πολιτικο-νομικά ηθελημένες παραλείψεις, ενσωμάτωναν τη διεθνή αντιρατσιστική νομοθεσία στο εθνικό δίκαιο. Είναι, μάλιστα, τόσο «ισχυρή», ώστε καταγράφεται μόνο μία (1) τελεσίδικη καταδίκη σε διάστημα τριών και πάνω δεκαετιών εφαρμογής της. Ουδεμία επί της πρωθυπουργίας του, αν και οι ρατσιστικές θηριωδίες ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο σε αριθμό και ένταση.
4. Ισοπεδώνει τα πάντα, εξισώνοντας τα αίτια της εμφάνισης του «εφιάλτη των νεοναζί» με τη «μαζική λαθρομετανάστευση». Αντί άλλου σχολιασμού εδώ, αρκεί, ίσως, μόνο η χρήση της ορολογίας (λαθρομετανάστευση=λαθραίοι άνθρωποι). Κατόπιν τούτων κι άλλων, τα οποία ασφαλώς έχουν αντιληφθεί οι αναγνώστες των δύο επιστολών, όπως επίσης η αποφυγή της απερίφραστης καταδίκης της ακροδεξιάς μισαλλοδοξίας και πρακτικής, είναι οφθαλμοφανές για ποιους λόγους ο πρωθυπουργός επιχειρεί ν΄ αντικρούσει τον ποιητή με την άσχετη μυθολογία των δύο άκρων. Σαν να μη μιλούν την ίδια γλώσσα των προγόνων τους...
Τ. Κατσιμάρδος

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Διάλογος Βαλαωρίτη-Σαμαρά...

«Δεν του 'μενε ούτε ίχνος αυτοσεβασμού. Διέσχιζε τη ζωή του με το απαθές βλέμμα ενός υποταγμένου. Με το απλανές βλέμμα ενός υπνωτισμένου. Του 'χε μπει η ιδέα ότι αυτό ήταν και τίποτ' άλλο».
 Θα μπορούσε να μεταχειριστεί αυτό το απόσπασμα από ποίημά του, για να προσδιορίσει τον Ελληνα της κρίσης ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης («Σκάι»-Πόπη Τσαπανίδου).
Θα μπορούσε επίσης ο ερμηνευτικός ισχυρισμός του ποιητή να είχε ακουστεί το 1983, όταν έγραψε το ποίημα «Υπογραφή με άλλοθι». Το σίγουρο είναι ότι η επιστολή του Νάνου Βαλαωρίτη θα είχε μικρότερη δραστικότητα, εάν διαβαζόταν προηγουμένως και ευρέως η ποίησή του.
Εάν δηλαδή η τάξη της ποίησης, οι οξείς υπαινιγμοί, ο ελεύθερος ρεαλισμός ρύθμιζαν αυτά που δεν μπορεί η τρέχουσα πολιτική και ο διάχυτος μικροπολιτισμός των συμπεριφορών. Ούτως ή άλλως η επιστολή του Νάνου Βαλαωρίτη για το νεοφασισμό, η απάντηση του πρωθυπουργού, οι τηλεοπτικές συνεντεύξεις του αναπτύσσονται στην περιφέρεια ενός προβλήματος, δομής και ρίζας.
Η κρίση έχει προϋπάρξει ως σταδιακή έκπτωση από ένα κεντρικό συστατικό του μοντερνισμού, την κριτική, και ως σταδιακή κατίσχυση ενός άλλου κεντρικού συστατικού του μοντερνισμού: του ιδανικού της εκτατικής προόδου. Η κρίση συνέθεσε και την εύθραυστη παραγωγική επιδερμίδα και την πολιτική φτώχεια και την αμόρφωτη πολυμάθεια, που βυθίζουν τριπλά και τυφλά τον τόπο μας. Και βύθιση δεν είναι μόνο η ανεξοικείωτη επαφή με τη φτώχεια, είναι η αλλόφρων εκλογίκευσή της.
Η Ελλάδα δεν περιμένει τον Βαλαωρίτη, γιατί αγνοεί την ποίηση, πρωτίστως τη γλώσσα, εξόχως την εννόηση. Ετσι δεν μπορεί να διδαχτεί και έτσι ακριβώς παράγει και νομιμοποιεί και εξουσιοδοτεί τα νεοφασιστικά μορφώματα, αλλά κυρίως τη διασπορά τής νεοφασιστικής μεταφυσικής σε όλο το πολιτικό και κοινωνικό σώμα. Γιατί το φαινόμενο του νεοφασισμού (το έχω ξαναγράψει σε αρκετά άρθρα μου) είναι ευρύτερο, διαρκέστερο και υπερνομικό. Είναι ηθικό. Ο νεοφασισμός θεμελιώνεται ως ηθική κατηγορία, ως λαϊκή αξιωματική, ως αυτόματη ανάκληση. Εκφράζεται με τους ξυλοδαρμούς μεταναστών και το ενέσιμο πολιτικό body building, αλλά διατρέχει το συλλογικό υποσυνείδητο, ως συμβολική «απάντηση» και ψυχική «στήριξη», απέναντι στο διάχυτο και ακατανόητο «κακό που μας βρήκε». Γιατί η κοινωνική ανάπτυξη που επελέγη θεωρεί το «κακό» αδιανόητο και γιατί το ιδανικό της διαρκούς ηδονοθηρικής και πλουτιστικής προόδου, που δόμησε το μεταπολεμικό καπιταλισμό, διέστρεψε κάθε έννοια βελτίωσης, κάθε έννοια κοπιώδους ανέλιξης, κάθε έννοια μετριοπάθειας και αναστοχασμού.
Το «κακό» είναι αδιανόητο από το ακραιφνές βλέμμα μιας αφόρητης και αγράμματης και ακάματης πολιτισμικής έπαρσης, που αφού απέσπασε το αγαθό από τη χρηστική του σημασία, αφού το συμβολοποίησε ως ισοδύναμο κοινωνικής ισχύος και ηθικής τελείωσης, τώρα το μεταστρέφει σε είδος κοινωνικής ενοχής, σε όχημα απονοηματοδότησης και συντριβής. Ο διάλογος ποιητή και πρωθυπουργού είναι διάλογος κωφών, αφού εξουσιοδοτούν δύο διαφορετικά εννοιολογικά σύμπαντα. Ενας ηλικιωμένος ανθρωπισμός και οι παραστάσεις του αντιφασιστικού πολέμου δεν μπορούν να συναλλαχθούν με τις σύνθετες διαμεσολαβήσεις της τρέχουσας πολιτικής αργκό. Το νομοσχέδιο κατά του ρατσισμού, οι νομικές βελτιώσεις, τα αντινομοσχέδια και οι υποπαράγραφοι πάνε να ρυθμίσουν αυτό που ολόκληρη η πολιτική επιτέλεση κτίζει και επιμελείται: την εξαχρείωση και την εξοικονόμηση και όχι την περίσκεψη.
Η μαζική θεσμική και πολιτική βία δεν απομορφώνει αλλά παραμορφώνει. Δεν οδηγεί τα πλήθη στο νεοφασιστικό άντρο, αλλά τεκμηριώνει το νεοφασισμό ως μια έγκυρη και ισόκυρη πολιτική δυνατότητα. Γιατί αν απλώς απονομιμοποιείς αυτό που πολιτικά θεμελιώνεις, τότε σκίζεις στα δύο το δίκαιο από τη δικαιοσύνη. Και ξέρουμε από την ιστορία ότι αυτή η τομή παρήκμασε τον κόσμο -βεβαίως θέρμανε την οικονομία και απόξεσε τη μνήμη. «Την τελευταία στιγμή εισήχθη Μια μετατροπή στο νόμο. Ο νόμος ψηφίστηκε αργά Τη νύχτα με την παρουσία λίγων μόνο αντιπροσώπων Στην αίθουσα».
Με το δεύτερο απόσπασμα του ποιητή, θα μπορούσε να τελειώσει το άρθρο. Διαλέγω όμως ένα τρίτο: «Μαζέψαμε σιγά σιγά τα πράματά μας. Και βγήκαμε απ' την πόρτα χωρίς να πούμε λέξη».
* Ζωγράφος, αν. καθηγητής ΕΜΠ dsevastakis@arch.ntua.gr

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Είδωλα, αλλά γυμνά....

Sotosblog...
Τοτέμ
Κανένας στο απυρόβλητο. Κανένας! Όλοι στο πεδίο της μάχης ίσοι! Και όλοι ομοίως επί σκηνής στο στριπτήζ. Δύο οι στολές. Οι γυμνοί από τη μία και οι ένοπλοι από την άλλη. Συνεννοημένα πράγματα.
Μη μου λέτε εμένα ο ποιητής, ο ευαίσθητος, ήταν ευγενικός ως όφειλε, άκου πρώτα τι ακριβώς είπε κι έλα να σου εξηγήσω εγώ τι εννοούσε αλλά σε ποια λεπτά σημεία ήταν λάθος η απάντηση που έλαβε
Άμα δεν έχει καταλάβει στα ενενήντα βάλε του ότι ο πολιτικάντης ζει και ψοφάει για δημοσιότητα· ότι γυρνάει ψωμοτύρι εξ επαγγέλματος γι αυτό το λόγο τα κανάλια σαν την γκαστρωμένη μυίγα που θέλει ν’ αφήσει τ’ αυγά της και, μόλις νοιώσει μια ιδέα στριμωγμένος από καμμιά μπαρούφα που αμόλησε, σπεύδει μετά να διευκρινίσει σε όλα τους ότι δεν μιλάω για το δικό σας, εξαιρούνται οι παρόντες και άλλα σιχαμένα και αηδιαστικά· άμα δεν έχει καταλάβει ότι δεν δίνεις πάτημα σ’ έναν πολιτικάντη, για να κάνει αυτός δημόσια μόστρα στην πλάτη σου απαντώντας, τάχα σε σένα, ό,τι του καπνίσει, εκείνο δηλαδή που ‘χει φτιάξει ωραία-ωραία και ψάχνει ευκαιρία να το ξεφουρνίσει· άμα δεν το ‘χει καταλάβει, και του τη δίνει την ευκαιρία στο πιάτο, να λέει εκείνος το δικό του ποίημα αλλά με του αλλουνού την υπογραφή· άμα δεν το έχει καταλάβει αυτό, ε, τότε να το ρίξει αποκλειστικά στην ποίηση, που την ξέρει κιόλας, μπας και πιάσει τόπο αυτό που γράφει. Όχι, λες και του έλειψε το γράψιμο, να στέλνει γραμματάκια-υποδείγματα αβρότητας και ιπποσύνης από το Facebook σαν τα κοριτσόπουλα, τα οποία τουλάχιστον χαχανίζουν με τη Βουλή των Εφήβων, και δείχνουν έτσι μια σοβαρότητα.
Έχουμε νεκρούς, κύριε ποιητά μου. Νεκρούς! Το καταλαβαίνεις; Νεκρούς και τραυματίες! Κάθε μέρα. Πέφτει το ξύλο της αρκούδας κι όλο το μεταλλαγμένο πιπέρι της Μαγαδασκάρης! Άνθρωποι που πάνε να σώσουν το χωριό τους φυλακίζονται, κι έχει ο κόσμος τούμπανο τις πουλημένες αποφάσεις –για όγδοη φορά αναβλήθηκε η δίκη του Μάκαρου με το double corona στα χείλη. Έλεος! Λίγη αίσθηση των μεγεθών, λίγη επαφή με την πραγματικότητα, κύριε ποιητά! Υπάρχει και το real εκτός από το surreal.
Κανένας στο απυρόβλητο –δεν εξαιρώ ψυχή! Ούτε τον Μίκη, ούτε την Μίνι ούτε κανέναν. Άλλοτε ίσως… Τώρα όχι! Να πεισθώ πρώτα ότι δεν γυρεύει θέση, «μισθόν στεφάνου και πρυτάνειο σίτο», και θα το σκεφθώ. Τι, δηλαδή; Θα κάνει αντίσταση καλύτερη από το καινούργιο πόστο; Ε; Κι άλλο, ρε άνθρωπε, πόστο; Κι άλλα φράγκα; Πού τελειώνει αυτό, πριν γίνεις σποδός και αχνή ανάμνηση; Δεν θέλεις να γίνεις χρήσιμος; Χρήσιμος τώρα, εννοώ.
Άσε, ρε φίλε… Τράβα τραγούδα παρακάτω. Ο άλλος χάνει το σπίτι του για ένα λογαριασμό της Ε.Υ.Δ.Α.Π., κι είμαστε στημένοι στο γυαλί πότε θα περέμβει το Μαξίμου συγκινημένο, να μας δείχνει μετά το Μέγκα, κάθε φορά που θα μιλάει για την ανεργία, το σπίτι του φουκαρά –όπως έγινε με τον 15χρονο που είχε πάει στη Γερμανία για να εγχειρισθεί, και τους έκοβε ο πόνος να μας δίνουν νέα από το νοσοκομείο, για να μας δείχνουν πλάνα με το κρατικό αεροπλάνο. Λίγη ντροπή και λίγη συναίσθηση! Μα τόσο αφελείς πια;
Εσείς κρατήστε ό,τι είδωλα θέλετε. Τα ‘χετε ανάγκη –τοτέμ είναι αυτά… Κι εγώ, βέβαια, τα χρειάζομαι, δεν λέω. Αλλά θέλω να τα δω στη μάχη. Αλλιώς μπαίνουν στη βιβλιοθήκη μου, στη δισκοθήκη μου και κάδρα στον τοίχο. Διότι μπορεί να χρειασθεί να τα πουλήσω για να φάω, πριν μου τα πάρουν κι αυτά με το μέτρο, τα ρημάδια. Γιατί, όσο για τα δικά μου μέτρα, αυτά μου τάχουν πάρει από καιρό.

Ροη αρθρων