Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Εσύ δεν θα πεθάνεις...

fisofi...
Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας
— Εσύ δεν θα πεθάνεις.
— Μάζεψε τη φωτιά.
— Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν.
— Όχι. Κοίταξε μην καείς.
— Κι η μάνα του Νικόλα γιατί πέθανε;
— Ήταν άρρωστη πόναγε η καημένη.
— Κι εσένα που σε πόναγε το δόντι;
— Άλλο το δόντι. Δεν πέθανε κανένας από δόντι.
Σύρε να παίξεις.

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

7 πράγματα που μου έμαθε ο Καβάφης για τη ζωή...

Ars Longa Vita Brevis...

Ποιος ξέρει τι ήθελε να πει ο ποιητής;

n
Αν σήμερα θεωρούμε την ποιητική αξία του Κωνσταντίνου Καβάφη κάτι το δεδομένο, αυτό δεν ίσχυε πάντα. Τον κατέκριναν, τον χλεύασαν σε μεγάλο βαθμό,
τον παρώδησαν και πολλοί προσπάθησαν να αποδείξουν πως όσα έγραφε «δεν συνιστούσαν ποίηση». Και αυτό συνέβαινε όχι μόνο όσο ζούσε αλλά και μετά το θάνατό του.
Δεν έχει υπάρξει και ελπίζω να μην υπάρξει πιο «κακοποιημένος»από τους αναγνώστες και κάποιους εκπαιδευτικούς – εξεταστές ποιητής από τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Είναι ο ποιητής που έχει διαβαστεί αποσπασματικά όσο κανένας άλλος, που έχει αναλυθεί κατά λέξη όσο κανένας άλλος- σε τέτοιο βαθμό που χάνεται ολότελα το νόημά του, σε τέτοιο βαθμό που οτιδήποτε ζωντανό μέσα του ασφυκτιά και πεθαίνει. Είναι αυτός που όλοι έχουμε διαβάσει δίστιχά του χωρίς να γνωρίζουμε το συγκείμενο (το context) και –όπως είναι μαθηματικά λογικό και αναμενόμενο- βγάλαμε βεβιασμένα συμπεράσματα. Το «τι θέλει να πει ο ποιητής», κυρίες και κύριοι, δεν είναι ποτέ ο αυτοσκοπός και –ευτυχώς- δεν υπάρχει σωστή απάντηση.

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Αν ξέραμε όλοι από ένα ποίημα...

του Δημητρη Παπαχρηστου, απο το Εθνος...
Αν ξέραμε όλοι από ένα ποίημα...
Δεν χρειάζονται τις Απόκριες οι νεοέλληνες για να κάνουν νηστεία. Ούτε χρειάζονται μάσκες για να κρύβονται. Σιγά σιγά αποκαλύπτονται όλα. Τα περισσότερα δημόσια πρόσωπα του παρελθόντος και του παρόντος όταν βρέθηκαν κοντά στο βάζο με το μέλι, έγλειψαν τα δάκτυλά τους.
Οι χοντρές μίζες ήταν σχεδόν δεδομένες και ολίγον «νομιμοποιημένες». Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις έγιναν καθεστώς, δηλαδή τα «εργαλεία» για κάποιους να τη βγάζουν «καθαρή» και να παριστάνουν πως προσφέρουν κοινωφελές έργο. Η διαπλοκή απαραίτητη και η διαφθορά τρόπος ζωής. Ολα να δικαιολογούνται και ότι είναι νόμιμον να γίνεται και ηθικόν. Η σύγχυση στο αποκορύφωμά της.
Η σύγχυση και ο φόβος έγιναν τα εργαλεία των συγκυβερνώντων για την καθυπόταξη της λεγόμενης κοινής γνώμης. Στις όποιες, είναι αλήθεια, λίγες αντιδράσεις και αντιστάσεις, το όπλο της καταστολής διά των «χημικών ενώσεων» και των ροπάλων καθώς και των προσαγωγών και συλλήψεων έπαιξε και παίζει καθοριστικό ρόλο για την επιβολή της τάξης.
Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου η δημοκρατία είναι λειψή και χρησιμοποιείται για να νομιμοποιούνται οι κυβερνητικές αυθαιρεσίες. Η δικαστική εξουσία αναγκάστηκε να σηκώσει κεφάλι στην εκτελεστική, μόνο που λειτουργεί δειλά και φοβισμένα.
Οσο κι αν προσπαθήσουν οι συγκυβερνώντες να συγκαλύψουν τις «πομπές» τους, το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Δυστυχώς όμως έχουν λίγο - πολύ στερέψει τα ποτάμια. Η βοή και η οργή τους δεν ακούγονται. Η οικονομική κρίση έγινε κυρίαρχη και η καθημερινή ανάγκη λειτουργεί δεσμευτικά. Η πείνα δεν αφήνει κανέναν να σκεφτεί και να πράξει διαφορετικά. Ο τόπος της ουτοπίας, της χαράς και της απόλαυσης είναι βαλτωμένος.

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Ο απαγχονισμένος ποιητής....

του Κωστα Καναβουρη, απο την Αυγη...
«Μόνο ένας άνθρωπος λείπει κι είναι σαν να άδειασε ολόκληρος ο κόσμος». Ειλικρινά δεν θυμάμαι ποιος ποιητής -δεν είναι Έλληνας πάντως- έγραψε αυτόν τον στίχο. Νομίζω όμως πως μικρή σημασία έχει, αφού έτσι και αλλιώς οι ποιητές, άδοξοι είναι πράγμα που ήξερε πολύ καλά ο Κ. Γ. Καρυωτάκης γι' αυτό και έγραψε την περίφημη «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων». Σημασία έχει ότι η παγκόσμια ποίηση, όλων των αιώνων, από τις 27 Ιανουαρίου 2014 λιγόστεψε με τραγικό τρόπο κατά έναν ποιητή και είναι σαν να άδειασε ολόκληρος ο κόσμος.
Δεν πρόκειται για ποιητική μεταφορά, αλλά για τραγική αλήθεια. Ολόκληρος ο κόσμος άδειασε -κι αλίμονο αν δεν το αντιληφθούμε έτσι- επειδή στις 27 Ιανουαρίου του 2014, ο Ιρανός ποιητής και ακτιβιστής Hashem Shaabani -μόλις 26 χρονών- οδηγήθηκε στην κρεμάλα μετά από την απόφαση του προέδρου της χώρας αυτής Hassan Roubani. Κατηγορία; «Ο πόλεμος κατά του Θεού». Οδυνηρότατη υποσημείωση (που καμιά σημασία δεν έχει πια), σ' αυτό το έγκλημα καθοσιώσεως εναντίον της ανθρωπότητας, είναι το γεγονός ότι ο ποιητής και ακτιβιστής Hashem Shaabani πριν από την εκτέλεση του και κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, βασανίστηκε κιόλας!
Να μην ξεχάσω φυσικά να πω (αν και ούτε αυτό έχει σημασία) ότι την είδηση την αλίευσα από την πάντοτε ευαίσθητη στον παραμικρό κραδασμό, ιστοσελίδα «Jungle Report», ένα υπόδειγμα του τι ακριβώς αποτελεί είδηση κι ένα μάθημα στο οποίο είναι ανεπίδεκτα τα δελτία των ειδήσεων των οκτώ. Τα οικτρά πληρωμένα τηλεοπτικά δελτία των οκτώ. Τι και αν ένας ποιητής εκτελέστηκε για «πόλεμο εναντίον του Θεού»; Τι κι αν ο 26χρονος Hashem Shaabani είπε το μεγαλειωδώς απλό, όπως μονάχα η αλήθεια μπορεί να είναι μεγαλειωδώς απλή: «Δεν χρησιμοποίησα άλλο όπλο πέρα από την πένα μου».

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Καβάφης και λαχανοκόπτης...

Της Μαριαννας Τζιαντζη...

Πριν από χρόνια μού είχαν χαρίσει μια ηλεκτρική συσκευή, λαχανοκόπτης ήταν το όνομά της. Ένα πράγμα κινέζικο, ακαλαίσθητο, ογκώδες, θορυβώδες και εξαιρετικά άβολο, αφού ο χρόνος προετοιμασίας των λαχανικών για κοπή και ο χρόνος καθαρισμού και αποθήκευσης της συσκευής μετά τη χρήση ήταν πολύ περισσότερος από αυτόν που θα ξόδευες για να ψιλοκόψεις τα λαχανικά με το χέρι. Αρχικά σκέφτηκα να χαρίσω το λαχανοκόπτη σε κάποιον εχθρό μου, εχθρός δε βρέθηκε, κι έτσι η συσκευή και η συσκευασία της κατέληξαν στον κάδο.

Από κινέζικο λαχανοκόπτη πέρασαν αυτή την εβδομάδα τα ποιήματα του Καβάφη που κοσμούν λεωφορεία και άλλα μέσα μαζικής μεταφοράς. Αν μη τι άλλο, η πρωτοβουλία αυτή του Ιδρύματος Ωνάση έδωσε την ευκαιρία να έρθει στο φως το αττικόν άλας ή μάλλον το ιντερνετικό άλας, αφού άφθονα (και συχνά έξυπνα) ήταν τα σχόλια και οι «πειραγμένες» φωτογραφίες με στίχους λαϊκών τραγουδιών στη θέση των καβαφικών στίχων. (Με το δίκιο του ο Νίκος Σαραντάκος μιλά για «Καβάφη ψιλοκομμένο».) 

Ο Καβάφης και οι μελιτζάνες του μουσακά της θείας μου...

Του Βαγγέλη Προβιά, απο toportal.gr...
Καταρχήν ένα καραμπινάτο, τίμιο disclaimer. Γνωρίζω, διότι έχει τύχει να συνεργαστώ μαζί τους, τους ανθρώπους της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ωνασείου που βρίσκονται πίσω από την υπερ-πολυσυζητημένη καμπάνια του "κατεβάσματος" του Καβάφη στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς και στον απλό μη εξοικειωμένο με το έργο του λαό που τα χρησιμοποιεί. Πρόκειται για ανθρώπους με εξαιρετικά μυαλά, δουλευταράδες, με όραμα και πείσμα, αίσθημα ευθύνης, υψηλή αισθητική και συνείδηση του ρόλου που μπορούν να παίξουν, χάρη στην γενναιοδωρία του Αριστοτέλη, στα καλλιτεχνικά - πολιτιστικά πράγματα της χώρας. Τους σέβομαι και τους εκτιμώ.
Δεύτερο disclaimer. Έχω υπάρξει ασεβής με τον Καβάφη. Και όχι μόνο μία φορά. Σε ένα blog που διατηρούσα έχω αποπειραθεί σύγχρονες μεταγραφές (τρομάρα μου) των γνωστών του ποιημάτων που, ομολογώ, ήταν από χυδαίες έως απαράδεκτες - αλλά πολύ αστείες κατά την ομολογία όσων τις διάβασαν.
Και τώρα, πάμε στο ψητό. Γνωρίζω το έργο του μεγάλου μας ποιητή. Δεν είμαι ειδικός με την ακαδημαϊκή έννοια, αλλά το γνωρίζω και μάλιστα καλά. Είναι ο αγαπημένος μου ποιητής, αυτός με τον οποίο έχω ασχοληθεί περισσότερο. Ίσως επειδή είναι ο πρώτος έτσι "ανοιχτά" ομοφυλόφιλος Έλληνας δημιουργός και μου μιλάει εκτός από την καρδιά και στο σώμα, ίσως επειδή το μυστήριο της ζωής του με συγκινεί, τον διάβασα και συνεχίζω να τον διαβάζω πολύ και συχνά. Για διασκέδαση με την πιο λαϊκή έννοια του όρου.

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Είναι κι ο Καβάφης του «success story»;

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΣΚΟΠΛΑΚΗ*, απο την Αυγη...

O καβαφικός στίχος καλείται να διακοσμήσει τα άχαρα τοιχώματα του λεωφορείου - μπας και πλατύνουν ή ανεβούν σε ύψη «πνευματικά»; Πρέπει, όμως, πρώτα να κατακυρωθεί σε μια μεταπολιτική θέαση, η οποία, ως εξ ορισμού «αντικειμενική», επιδιώκει να μαστορέψει το ποιητικό συγκείμενο στα μέτρα της, έτσι ώστε στα τοιχώματα του λεωφορείου να πλαταίνει και να υπερυψούται το ιδεολογικό «success story» μέσω Καβάφη.
Δεν ξέρω σε ποιον βαθμό ισχύει η διαπίστωση του Κ.Θ. Δημαρά, δηλαδή ότι η προσφυγή του Καβάφη στην Ιστορία προσδιορίστηκε «από το δράμα μιας ψυχής που θέλει να εκφράσει τα αισθήματά της, αλλά φοβάται την κρατούσα τάξη και τα κρύβει». Υποψιάζομαι, πάντως, ότι μια πολύ συγκεκριμένη κρατούσα τάξη στο δικό της δράμα φοβάται και κρύβει την κειμενική μήτρα και τη νοηματική συνοχή του ποιήματος «Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.»: με συγκολλητικές παραγραφές κρατά δυο στίχους, οι οποίοι, ως προσδοκία μιας τάξης λιγότερο ή περισσότερο διαθέσιμης στη μνήμη του επιβάτη-αναγνώστη, παρουσιάζουν τον Καβάφη σαν στοιχειοθέτη των αυτονόητων στην τρέχουσα σοφία του «success story», σαν αβρόχοις ποσίν επίκληση των οικείων κοινών τόπων. Υπεροψία και μέθη με έναν τρόπο, προσαρμογή του Καβάφη στον χρηστικό διδακτισμό μεταπολιτικών συνθημάτων με άλλον τρόπο. Και με πολλούς τρόπους, τρέμε Όργουελ! Αν η διακοσμητική απομόνωση δύο στίχων της «Αποικίας» οδηγεί τους ανίδεους της ποιητικής λειτουργίας σε μια μηχανική, διοικητική και ουσιαστικά εκβιασμένη ανάγνωση, τόσο το χειρότερο για την ποιητική λειτουργία και για την ανάγνωση. Με αυτή την έννοια, το λεωφορείο με τα καβαφικά θραύσματα συνιστά εύγλωττη πραγματεία για το πώς πρέπει να τρώγεται η ποίηση και για το πώς πρέπει να διακοσμεί τις μαζικές μεταφορές στους καιρούς του «success story».
Είμαι σίγουρος ότι πολλοί και πολλές θα αντιτάξουν με ειρωνικό μειδίαμα ότι δεν τρέχει και τίποτα. Μάλλον είναι οι ίδιοι που έσπευδαν το 2009 να διαβεβαιώσουν εκτός ποιητικού συγκείμενου ότι ο Σολωμός δεν εννοούσε τη βία, αλλά τη βιασύνη (το είχε αποδείξει και ο γνωστός συγκριτολόγος Γιώργος Καρατζαφέρης). Απολύτως συνεπές, λοιπόν, να θεωρούν πως η επίσης εκτός ποιητικού συγκειμένου μεταβολή της βιασύνης του καβαφικού ποιήματος σε βία είναι ορθή και γόνιμη. Τέτοια γονιμότητα γεννάει την προοπτική των πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών του «success story» σαν ορθοφρονούσα σύνθεση θραυσμάτων επιφανείας.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Περασμένες δώδεκα και τέσσερις μοίρες χειμώνα...

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...

Να νιώθεις ξεχωριστός / Να εστιάζεις μίλια μακριά / απ' τη θνητότητα / Δεν υπάρχει μεγαλύτερη / ψευδαίσθηση...
(Ευτέρπη Κωσταρέλη «Βερντάντι»)

Τίτλος και στίχοι από την πρώτη ποιητική συλλογή της Ευτέρπης Κωσταρέλη «Βερντάντι»: ομώνυμη σκανδιναβική θεότητα που αντιπροσωπεύει τη μοίρα του παρόντος, αναγκαία προϋπόθεση για τη διασφάλιση ενός μέλλοντος που όλο και μοιάζει δυσοίωνο.
Και δεν είναι η λειψή πίστη μας στην αριστερά, σαν εκείνο το ανέκδοτο με τον Ιησού και τους μαθητές του στη λίμνη Γενησαρέτ όπου βούλιαζε μονάχα ο άπιστος Θωμάς γιατί δεν ακολουθούσε κι αυτός την πεπατημένη (να πατά δηλαδή από βραχάκι σε βραχάκι), όπως κάνει κάθε σοβαρό στέλεχος ενός κόμματος, μιας πίστης, ή ενός δόγματος (αλλά νόμιζε ότι θα επιπλεύσει επί των υδάτων), όσο ο κόλαφος της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας και των μηχανισμών της –κρατικών και παρακρατικών– που από χρόνια πασχίζουν να στήσουν μιαν άλλη «Δημοκρατία Β' διαλογής σαν τη δική μας», στη θέση της Δημοκρατίας, που περίγραφε ο Περικλής το δεύτερο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου: (Έχουμε πολίτευμα που δεν αντιγράφει των άλλων τους νόμους, αλλά πιο πολύ είμαστε εμείς παράδειγμα σε μερικούς παρά μιμητές τους. Κι έχει τούτο το πολίτευμα το όνομα  Δημοκρατία. Γιατί δε διοικούν οι λίγοι, αλλά οι περισσότεροι. και είναι όλοι οι πολίτες μπροστά στους νόμους)
Για τα εκφυλιστικά φαινόμενα που ζούμε σήμερα, οι πολλοί απορούμε, κάποιοι βρίσκουν ευκαιρία να εγκαταλείψουν προσωρινά το διαρκές σούρσιμο στη λάσπη και το σκοτάδι και να ξαναβγούν στο φως, ενώ οι λιγότεροι αναζητούν στην τέχνη τη λύτρωση, ή την απάντηση: «Όχλος ή ήρωες/ δεν έχει σημασία…/ Άραγε αξίζει τόσες θυσίες/ μια Δημοκρατία; (Ευτ. Κωσταρέλη Εφιάλτης)

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Ευτυχώς, εγώ είμαι αλλιώς...

Ρεμπελισκος...
Κάποιος χτυπήθηκε.
Κάποιος αδικήθηκε.
Κάποιος βιάστηκε και κάποιος εκβιάστηκε.
Κι εγώ τι να κάνω;
Κρίμα. Μα πάλι καλά. Δεν ήμουν εγώ.

Κάποιος στο δρόμο έμεινε και κάποιος μοναχός του ξέμεινε.
Στεναχωρήθηκα. Ας πρόσεχε.
Εγώ όμως είμαι αλλιώς.
Εγώ είμαι παλιός.
Εγώ θα τη γλιτώσω. Την πάρτη μου θα σώσω.
Εχτές διώξανε τον δίπλα. Του άξιζε του μπίχλα.
Εγώ θα τη γλιτώσω.
Δεν θα τους θυμώσω.
Με κάτω το κεφάλι δε με βλέπουνε οι άλλοι.
Ας πρόσεχαν. Δε φταίω εγώ.
Άλλο εγώ.
Είμαι καλός και ταπεινός. Ανέκφραστος και δουλικός.
Πάντα έτσι ήταν ο κόσμος αυτός.
Ακόμα κι άμα άλλαζε, εγώ δεν ξέρω πως.
Παλί καλά που δεν είμαι χαζός. Εγώ θα την γλιτώσω.
Απέναντι, ένα καλύβι καίγεται.
Μα όχι το δικό μου.
Ευτυχώς, εγώ θα τη γλιτώσω.
Τον κόσμο δεν μπορώ να σώσω.
Κάτι συνέβη. Κάποιος με έσπρωξε.
Κάποιος με έριξε και μακριά με πέταξε.
Γύρισα σπίτι μου. Κι αυτό καιγότανε.
Βοήθεια!
Που πήγαν όλοι;
Όλοι; Μόνος μου;
Τι θα κάνω μόνος μου;
Κεμάλ;
Ακούς Κεμάλ;
Τελικά, δεν ήμουν αλλιώς.
Όλοι το ίδιο ήμασταν.

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Διάλογος Βαλαωρίτη-Σαμαρά...

«Δεν του 'μενε ούτε ίχνος αυτοσεβασμού. Διέσχιζε τη ζωή του με το απαθές βλέμμα ενός υποταγμένου. Με το απλανές βλέμμα ενός υπνωτισμένου. Του 'χε μπει η ιδέα ότι αυτό ήταν και τίποτ' άλλο».
 Θα μπορούσε να μεταχειριστεί αυτό το απόσπασμα από ποίημά του, για να προσδιορίσει τον Ελληνα της κρίσης ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης («Σκάι»-Πόπη Τσαπανίδου).
Θα μπορούσε επίσης ο ερμηνευτικός ισχυρισμός του ποιητή να είχε ακουστεί το 1983, όταν έγραψε το ποίημα «Υπογραφή με άλλοθι». Το σίγουρο είναι ότι η επιστολή του Νάνου Βαλαωρίτη θα είχε μικρότερη δραστικότητα, εάν διαβαζόταν προηγουμένως και ευρέως η ποίησή του.
Εάν δηλαδή η τάξη της ποίησης, οι οξείς υπαινιγμοί, ο ελεύθερος ρεαλισμός ρύθμιζαν αυτά που δεν μπορεί η τρέχουσα πολιτική και ο διάχυτος μικροπολιτισμός των συμπεριφορών. Ούτως ή άλλως η επιστολή του Νάνου Βαλαωρίτη για το νεοφασισμό, η απάντηση του πρωθυπουργού, οι τηλεοπτικές συνεντεύξεις του αναπτύσσονται στην περιφέρεια ενός προβλήματος, δομής και ρίζας.
Η κρίση έχει προϋπάρξει ως σταδιακή έκπτωση από ένα κεντρικό συστατικό του μοντερνισμού, την κριτική, και ως σταδιακή κατίσχυση ενός άλλου κεντρικού συστατικού του μοντερνισμού: του ιδανικού της εκτατικής προόδου. Η κρίση συνέθεσε και την εύθραυστη παραγωγική επιδερμίδα και την πολιτική φτώχεια και την αμόρφωτη πολυμάθεια, που βυθίζουν τριπλά και τυφλά τον τόπο μας. Και βύθιση δεν είναι μόνο η ανεξοικείωτη επαφή με τη φτώχεια, είναι η αλλόφρων εκλογίκευσή της.
Η Ελλάδα δεν περιμένει τον Βαλαωρίτη, γιατί αγνοεί την ποίηση, πρωτίστως τη γλώσσα, εξόχως την εννόηση. Ετσι δεν μπορεί να διδαχτεί και έτσι ακριβώς παράγει και νομιμοποιεί και εξουσιοδοτεί τα νεοφασιστικά μορφώματα, αλλά κυρίως τη διασπορά τής νεοφασιστικής μεταφυσικής σε όλο το πολιτικό και κοινωνικό σώμα. Γιατί το φαινόμενο του νεοφασισμού (το έχω ξαναγράψει σε αρκετά άρθρα μου) είναι ευρύτερο, διαρκέστερο και υπερνομικό. Είναι ηθικό. Ο νεοφασισμός θεμελιώνεται ως ηθική κατηγορία, ως λαϊκή αξιωματική, ως αυτόματη ανάκληση. Εκφράζεται με τους ξυλοδαρμούς μεταναστών και το ενέσιμο πολιτικό body building, αλλά διατρέχει το συλλογικό υποσυνείδητο, ως συμβολική «απάντηση» και ψυχική «στήριξη», απέναντι στο διάχυτο και ακατανόητο «κακό που μας βρήκε». Γιατί η κοινωνική ανάπτυξη που επελέγη θεωρεί το «κακό» αδιανόητο και γιατί το ιδανικό της διαρκούς ηδονοθηρικής και πλουτιστικής προόδου, που δόμησε το μεταπολεμικό καπιταλισμό, διέστρεψε κάθε έννοια βελτίωσης, κάθε έννοια κοπιώδους ανέλιξης, κάθε έννοια μετριοπάθειας και αναστοχασμού.
Το «κακό» είναι αδιανόητο από το ακραιφνές βλέμμα μιας αφόρητης και αγράμματης και ακάματης πολιτισμικής έπαρσης, που αφού απέσπασε το αγαθό από τη χρηστική του σημασία, αφού το συμβολοποίησε ως ισοδύναμο κοινωνικής ισχύος και ηθικής τελείωσης, τώρα το μεταστρέφει σε είδος κοινωνικής ενοχής, σε όχημα απονοηματοδότησης και συντριβής. Ο διάλογος ποιητή και πρωθυπουργού είναι διάλογος κωφών, αφού εξουσιοδοτούν δύο διαφορετικά εννοιολογικά σύμπαντα. Ενας ηλικιωμένος ανθρωπισμός και οι παραστάσεις του αντιφασιστικού πολέμου δεν μπορούν να συναλλαχθούν με τις σύνθετες διαμεσολαβήσεις της τρέχουσας πολιτικής αργκό. Το νομοσχέδιο κατά του ρατσισμού, οι νομικές βελτιώσεις, τα αντινομοσχέδια και οι υποπαράγραφοι πάνε να ρυθμίσουν αυτό που ολόκληρη η πολιτική επιτέλεση κτίζει και επιμελείται: την εξαχρείωση και την εξοικονόμηση και όχι την περίσκεψη.
Η μαζική θεσμική και πολιτική βία δεν απομορφώνει αλλά παραμορφώνει. Δεν οδηγεί τα πλήθη στο νεοφασιστικό άντρο, αλλά τεκμηριώνει το νεοφασισμό ως μια έγκυρη και ισόκυρη πολιτική δυνατότητα. Γιατί αν απλώς απονομιμοποιείς αυτό που πολιτικά θεμελιώνεις, τότε σκίζεις στα δύο το δίκαιο από τη δικαιοσύνη. Και ξέρουμε από την ιστορία ότι αυτή η τομή παρήκμασε τον κόσμο -βεβαίως θέρμανε την οικονομία και απόξεσε τη μνήμη. «Την τελευταία στιγμή εισήχθη Μια μετατροπή στο νόμο. Ο νόμος ψηφίστηκε αργά Τη νύχτα με την παρουσία λίγων μόνο αντιπροσώπων Στην αίθουσα».
Με το δεύτερο απόσπασμα του ποιητή, θα μπορούσε να τελειώσει το άρθρο. Διαλέγω όμως ένα τρίτο: «Μαζέψαμε σιγά σιγά τα πράματά μας. Και βγήκαμε απ' την πόρτα χωρίς να πούμε λέξη».
* Ζωγράφος, αν. καθηγητής ΕΜΠ dsevastakis@arch.ntua.gr

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Είδωλα, αλλά γυμνά....

Sotosblog...
Τοτέμ
Κανένας στο απυρόβλητο. Κανένας! Όλοι στο πεδίο της μάχης ίσοι! Και όλοι ομοίως επί σκηνής στο στριπτήζ. Δύο οι στολές. Οι γυμνοί από τη μία και οι ένοπλοι από την άλλη. Συνεννοημένα πράγματα.
Μη μου λέτε εμένα ο ποιητής, ο ευαίσθητος, ήταν ευγενικός ως όφειλε, άκου πρώτα τι ακριβώς είπε κι έλα να σου εξηγήσω εγώ τι εννοούσε αλλά σε ποια λεπτά σημεία ήταν λάθος η απάντηση που έλαβε
Άμα δεν έχει καταλάβει στα ενενήντα βάλε του ότι ο πολιτικάντης ζει και ψοφάει για δημοσιότητα· ότι γυρνάει ψωμοτύρι εξ επαγγέλματος γι αυτό το λόγο τα κανάλια σαν την γκαστρωμένη μυίγα που θέλει ν’ αφήσει τ’ αυγά της και, μόλις νοιώσει μια ιδέα στριμωγμένος από καμμιά μπαρούφα που αμόλησε, σπεύδει μετά να διευκρινίσει σε όλα τους ότι δεν μιλάω για το δικό σας, εξαιρούνται οι παρόντες και άλλα σιχαμένα και αηδιαστικά· άμα δεν έχει καταλάβει ότι δεν δίνεις πάτημα σ’ έναν πολιτικάντη, για να κάνει αυτός δημόσια μόστρα στην πλάτη σου απαντώντας, τάχα σε σένα, ό,τι του καπνίσει, εκείνο δηλαδή που ‘χει φτιάξει ωραία-ωραία και ψάχνει ευκαιρία να το ξεφουρνίσει· άμα δεν το ‘χει καταλάβει, και του τη δίνει την ευκαιρία στο πιάτο, να λέει εκείνος το δικό του ποίημα αλλά με του αλλουνού την υπογραφή· άμα δεν το έχει καταλάβει αυτό, ε, τότε να το ρίξει αποκλειστικά στην ποίηση, που την ξέρει κιόλας, μπας και πιάσει τόπο αυτό που γράφει. Όχι, λες και του έλειψε το γράψιμο, να στέλνει γραμματάκια-υποδείγματα αβρότητας και ιπποσύνης από το Facebook σαν τα κοριτσόπουλα, τα οποία τουλάχιστον χαχανίζουν με τη Βουλή των Εφήβων, και δείχνουν έτσι μια σοβαρότητα.
Έχουμε νεκρούς, κύριε ποιητά μου. Νεκρούς! Το καταλαβαίνεις; Νεκρούς και τραυματίες! Κάθε μέρα. Πέφτει το ξύλο της αρκούδας κι όλο το μεταλλαγμένο πιπέρι της Μαγαδασκάρης! Άνθρωποι που πάνε να σώσουν το χωριό τους φυλακίζονται, κι έχει ο κόσμος τούμπανο τις πουλημένες αποφάσεις –για όγδοη φορά αναβλήθηκε η δίκη του Μάκαρου με το double corona στα χείλη. Έλεος! Λίγη αίσθηση των μεγεθών, λίγη επαφή με την πραγματικότητα, κύριε ποιητά! Υπάρχει και το real εκτός από το surreal.
Κανένας στο απυρόβλητο –δεν εξαιρώ ψυχή! Ούτε τον Μίκη, ούτε την Μίνι ούτε κανέναν. Άλλοτε ίσως… Τώρα όχι! Να πεισθώ πρώτα ότι δεν γυρεύει θέση, «μισθόν στεφάνου και πρυτάνειο σίτο», και θα το σκεφθώ. Τι, δηλαδή; Θα κάνει αντίσταση καλύτερη από το καινούργιο πόστο; Ε; Κι άλλο, ρε άνθρωπε, πόστο; Κι άλλα φράγκα; Πού τελειώνει αυτό, πριν γίνεις σποδός και αχνή ανάμνηση; Δεν θέλεις να γίνεις χρήσιμος; Χρήσιμος τώρα, εννοώ.
Άσε, ρε φίλε… Τράβα τραγούδα παρακάτω. Ο άλλος χάνει το σπίτι του για ένα λογαριασμό της Ε.Υ.Δ.Α.Π., κι είμαστε στημένοι στο γυαλί πότε θα περέμβει το Μαξίμου συγκινημένο, να μας δείχνει μετά το Μέγκα, κάθε φορά που θα μιλάει για την ανεργία, το σπίτι του φουκαρά –όπως έγινε με τον 15χρονο που είχε πάει στη Γερμανία για να εγχειρισθεί, και τους έκοβε ο πόνος να μας δίνουν νέα από το νοσοκομείο, για να μας δείχνουν πλάνα με το κρατικό αεροπλάνο. Λίγη ντροπή και λίγη συναίσθηση! Μα τόσο αφελείς πια;
Εσείς κρατήστε ό,τι είδωλα θέλετε. Τα ‘χετε ανάγκη –τοτέμ είναι αυτά… Κι εγώ, βέβαια, τα χρειάζομαι, δεν λέω. Αλλά θέλω να τα δω στη μάχη. Αλλιώς μπαίνουν στη βιβλιοθήκη μου, στη δισκοθήκη μου και κάδρα στον τοίχο. Διότι μπορεί να χρειασθεί να τα πουλήσω για να φάω, πριν μου τα πάρουν κι αυτά με το μέτρο, τα ρημάδια. Γιατί, όσο για τα δικά μου μέτρα, αυτά μου τάχουν πάρει από καιρό.

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Δολοφόνοι Ποιητών και Ηρώων...

Αναρτήθηκε από Simple Man...

Κάθε μέρα που περνά σε αυτή την ήττα που ζούμε δεν είναι η ίδια η ήττα που πονά αλλά ότι ξεμακραίνουν όλα. Λες και δεν μπήκαμε εμείς σε καράβι αλλά ό,τι μάς έδενε με αυτό το κομμάτι γης έλυσε τους κάβους και μάς άφησε πίσω.
Στην κουπαστή χωρίς να μάς κουνάνε μαντήλι οι Ποιητές και οι Ήρωες μας κοιτάζουν κατάματα με το βλέμμα του προδωμένου που δεν καθρεπτίζει τίποτε άλλο μέσα του παρά μόνο απογοήτευση.
Λες και μέσα στους αιώνες πόνταραν σε μας για την Αθανασία τους αλλά αποδειχθήκαμε τα πιο κουτσά άλογα του ιπποδρόμου της Ιστορίας. Κι όμως εμείς στις παρελάσεις καμαρωτά καλπάζαμε στις επετείους μνήμης Ποιητών και Ηρώων! 
Μένουμε πίσω με τα πόδια μας τσιμεντωμένα στο λιμάνι ξεγυμνωμένοι πλήρως από τον οπλισμό που μάς έκανε μέχρι πρότινος άτρωτους. Δεν είσαι τίποτε χωρίς την πανοπλία που σου έδωσαν να φοράς όσοι έκαναν την χώρα αυτή στίχους και χρώματα, αίμα και αγώνες.
Ένα δίποδο όπως εκατομμύρια άλλα στον πλανήτη είσαι χωρίς την ασπίδα της ταυτότητας σου. Αλλά ας τα πούμε όλα τώρα μιας και τα έχουμε χάσει όλα.
Δεν την γούσταρες την ταυτότητά σου. Ποτέ δε σου άρεσε ο “βαλκανοχωριάτικος” πολιτισμός και ήθελες να παίρνεις αέρα ευρωπαϊκό από φιλολογικά στέκια αριστερών και τεμπέληδων φαφλατάδων.
Δεν γούσταρες τον Ελύτη και τον Ρίτσο, τα λόγια τους αποσπασματικά γούσταρες να τα βάζεις σε γιορτές για λίγους ανάμεσα σε χαβιάρι και μπρικ ή το πολύ-πολύ για να πείσεις καμιά γκόμενα ότι είσαι “διαβασμένος”. 
Δεν τον γούσταρες τον άπλυτο πολεμιστή, τον άυπνο και ξυπόλητο που από τη φύση του κατανοούσε ότι η κατάφαση στην δουλικότητα είναι η μετάλλαξή του σε ζωντανό νεκρό.
Τον ανέφερες σε ομιλίες “επαναστατικές”, τον έκανες πανό, βιβλίο και παράδειγμα στους γελοίους πολιτικούς λόγους, αλλά με τίποτε δεν θα ήθελες να είσαι δίπλα του για ένα λεπτό. Το αίμα, η απλυσιά, ο ιδρώτας και η αγωνία του θανάτου θα σου “γύριζαν” το ευαίσθητο στομάχι σου.
Η στιγμή του ηρωισμού μυρίζει άνθρωπο. Το "Ελλάς ευγνωμωνούσα" είναι ένα μπρούτζινο καρφί που στεριώνει την καρδιά. Πρέπει να έχεις καρδιά για να σου αξίζει αυτό το καρφί. 
Δεν είναι η ήττα που πονά, είναι ότι μείναμε πίσω μόνοι χωρίς το φως του Αγγελόπουλου και χωρίς τους “ήρωες που περπατούν στα σκοτεινά” του Σεφέρη.
Δεν υπάρχει πια η μουσική του Χατζιδάκι να “ντύσει” το Χάρτινο Εγώ μας. Μείναμε πίσω ορφανοί. Και είναι πραγματικά μακάριοι οι τόσοι ηλίθιοι που ακόμα δεν έχουν καταλάβει τι έχει συμβεί.
Τρέχουν ακόμα κάτω από μπαλκόνια να ακούσουν υποσχέσεις μιας καλύτερης ζωής χωρίς να μπορούν να κατανοήσουν ότι η καλύτερη ζωή είναι φαγητό πλαστικό, αναπαραγωγή  του είδους άνευ συνειδήσεως και θάνατος μέσα σε κάτουρα και σκατά χωρίς τους Ποιητές και τους Ήρωες.
 Όσο για εκείνον τον Μπρεχτ που είπε το χιλιοαντιγραμένο σε άρθρα και φιλολογικές βραδιές “αλίμονο στην χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες”, πέθανε χωρίς να δώσει την απάντηση για του τι θα ήταν ο ποιητής αν δεν είχε ως έμπνευση τους ήρωες.
Δυστυχώς για αυτόν δεν ζει για να δει πώς είναι μια χώρα που δεν έχει ανάγκη ήρωες και κατ' επέκταση ξέμεινε από ποιητές. Να κοίταζε εμάς εδώ κοκαλωμένους στο λιμάνι καταδικασμένους να πορευτούμε μέχρι το τέλος χωρίς Ποιητές και Ήρωες.
Μονάχα με την σιγουριά του ότι αλίμονο στην χώρα που δεν έχει ανάγκη την Ταυτότητά της. 
Άντε τώρα να σταθούμε και πάλι στην ουρά με το χαρτάκι στο χέρι να πληρώσουμε το ενοίκιο στέγασής μας μη και μάς τιμωρήσουν οι νοικοκυραίοι που έπεισαν τον όχλο ότι ζωή και πατρίδα είναι πρόσθεση και αφαίρεση.
Άντε να κάνουμε τους διακανονισμούς μας με τα γκρίζα ανθρωπάρια των δημοσίων κατοχικών υπηρεσιών.
Να απειλήσουμε, να οργιστούμε, να παρακαλέσουμε μη και χάσουμε κανέναν πόντο από τους τούβλινους τοίχους των σπιτιών μας. Άντε να ζήσουμε όσο μάς μένει γιατί δεν έχει μετά.
Το μετά μπήκε στο μπαούλο της Ιστορίας και τοποθετήθηκε στην κουπαστή. Κάθονται πάνω του ο νηστικός στρατιώτης και ο τρελός ποιητής κοιτάζοντας εμάς τους δειλούς και μοιραίους να παίρνουμε τις τελευταίες μας ανάσες αμέριμνοι πριν το λιμάνι που πάνω του στεκόμαστε αρχίσει να βυθίζεται.
Πριν το δικό μας Μηδέν σύρει μαζί του και την δικιά τους Αθανασία στον πάτο.

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Mυστήριο...

Λέει ο Ιρλανδός συγγραφέας Ουίλιαμ Τρέβορ στο εξαίσιο μυθιστόρημά του "Η ιστορία της Λούσι Γκολτ" (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, αυτός ο τόσο άδικα κλειστός -με ευθύνη του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη- εκδοτικός οίκος): "Αν αφαιρέσεις από το δάσος το μυστήριο, θ' απομείνει μονάχα μια όρθια ξυλεία. Αν αφαιρέσεις από τη θάλασσα το μυστήριο, θ' απομείνει μονάχα το αλμυρό νερό". Κι εμείς νομίζω (όλοι εμείς) θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι αν αφαιρέσεις από την Ιστορία το μυστήριο, δεν θα απομείνει παρά μια παράταξη γεγονότων, αποφάσεων, αυτοματισμών και αναμονών.
Φυσικά το πράγμα δεν είναι έτσι. Αρκεί να θυμηθούμε και πάλι την αξιωματική ρήση του μεγάλου Νίκου Καρούζου, πως η Ιστορία είναι μεγάλο κουμάσι και πονηρότερη από κάθε νομοτέλεια. Κι αυτή την αξιωματική ρήση τη διατύπωσε ένας ποιητής, βουτηγμένος σ' αυτό το μυστήριο που λέγεται ποίηση και που χωρίς αυτό η ποίηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά λέξεις ευφάνταστα τοποθετημένες η μία δίπλα στην άλλη, όπως και η μουσική χωρίς μυστήριο δεν είναι άλλο παρά νότες η μία δίπλα στην άλλη (ο θρύλος λέει πως ο Μότσαρτ, παιδάκι ακόμα, το είχε πει στον πατέρα του όταν τον έπιασε να σκαλίζει το κλαβιέ: "Δεν κάνω τίποτα. Βάζω τη μία νότα δίπλα στην άλλη", λέγεται ότι είχε πει).
Κουμάσι, λοιπόν, η Ιστορία, κατά τον Νίκο Καρούζο, που μέσα σ' αυτό το πλαίσιο της μυστηριώδους διάστασης της Ιστορίας κατάφερε το ακατόρθωτο, έτσι όπως μονάχα οι προγραμματικοί ποιητές (της καθολικής μας συγκρότησης) το καταφέρνουν κι άσε τα γύναια και τα ανδράρια της πολιτικής να αποφθεγματίζονται βλακωδώς. Δεν είναι τίποτε περισσότερο από άθλιοι τσαρλατάνοι των λέξεων και από πεινασμένοι μπουλουκτσήδες των νοημάτων. Τα κατάφερε ο Νίκος Καρούζος; Κατάφερε -αν συνεπικουρήσει και ο Μπωντλαίρ τη σκέψη μας, ο ποιητής που έλυσε ένα μεγάλο υπαρξιακό μυστήριο, δημιουργώντας ένα άλλο όταν είπε πως "το σώμα μας είναι η ψυχή μας"-, κατάφερε ο Νίκος Καρούζος ένα συντριπτικό πλήγμα στις βεβαιότητες που έχουν τα μορμολύκεια των λέξεων και οι αυθέντες της ανοησίας, με μια μόνο φράση: "Είπα την ψυχή μου με μαύρο ψωμί και μέλι". Άντε πιάσ' την μια τέτοια ψυχή, μια φεύγουσα τροφή δηλαδή. Άντε κουλάντρισε το βουητό του μελισσιού, τον άνεμο που χαϊδεύει το στάχυ, το ύδωρ της κοπής, το άνθος που "δεν έχει οπτικό οδοιπορικό", άντε κουλάντρισε το πένθος μέσα στο μαύρο το ψωμί της λύπης και της απώλειας, άντε κουλάντρισε το λέγειν που προκύπτει με όλο του το απειλητικό μυστήριο απέναντι στη φοβική εξήγηση της κάθε υποταγής στα δεδομένα, στην κάθε προθυμία βουβαμένης σιωπής, άντε τακτοποίησε μια ψυχή που ειπώθηκε με μαύρο ψωμί και μέλι. Δεν γίνεται. Γιατί τέτοιες ψυχές δεν ζούνε μέσα στο μυστήριο του ιστορημένου χρόνου: Είναι το μυστήριο του ιστορημένου χρόνου. Το καθ' εαυτό και το καθ' όλον μυστήριο επίνευσης της Ιστορίας μέσα από τον ίδιο της τον εαυτό, η καθεστωτική ανασύνταξη της λύπης όταν τα πράγματα χάνουν την εγερσιθυμία τους και παύουν να είναι ταραξικάρδια.
Όπως τώρα. Τώρα που μοιάζει να διαλύεται η πυκνότητα του καθολικού Τώρα και να αποσύρεται το χρονικά επιμεριζόμενο παρόν, σε καθ' έκαστα αναλφαβητισμού, δηλαδή βαριάς αναγνωστικής ανεπάρκειας του διαρκώς κινούμενου και διαρκώς μεταβαλλόμενου χρόνου, τόσο ως προς το άπειρο σχήμα του όσο και προς το άπειρο νόημά του. Τώρα που προωθείται μια στυγνή στρεβλότητα, μια αναπηρική αντίληψη του μυστηρίου της αλήθευσης όλων μεταξύ τους. Τώρα που προωθείται το θεοκρατικού τύπου αποφασισμένο ύπερθεν οικονομείν, αντί για το συνεννοημένο ζην. Τώρα που μοιάζει η επιβολή να περιφρονεί την Ιστορία και να επιτυγχάνει, η ασφυξία να επικρατεί της ανάσας και της Άνασσας μνήμης, τώρα που τα φλόγιστρα της οργής δείχνουν την παγωμένη τους αγωνία μέσα στην κίνηση του χρόνου, τώρα, λέω, πως επωάζεται ο μέγας κίνδυνος: το αποστέγνωμα του μυστηρίου που κάνει την Ιστορία Ιστορία και τον χρόνο χρόνο. Το ταξικό αποχρωμάτισμα του ιστορημένου αίματος, που θα μπορούσε να επινοήσει τη συνθήκη του και να νεύσει ως καθολική χειρονομία πρόκλησης σε μια νέα εποχή. Που θα μπορούσε, δηλαδή, να εφεύρει την ευρυχωρία του και όχι να αποδεχτεί την ιδεολογία του αλμυρού νερού και της όρθιας ξυλείας ως πεδίο ηθικής, θεωρητικής και αισθητικής -εν τοις πράγμασι- αντιπαράθεσης. Α, ναι: και ο ταξικός επιχρωματισμός στις δαγκεροτυπίες του επιχρονισμένου παρελθόντος τους ίδιους κινδυνώδεις φασισμούς προκαλεί, αφού εκμαγεύει το ανύπαρκτο, εχθρεύεται την εκτοξευμένη στιγμή των σωμάτων σε όλες τις κλίμακες και σε όλο το εύρος των ερωτικών πεδίων του μυστήριου χρόνου και ταυτοχρόνως απανθίζει, σπαταλώντας το, το ιστορικό μήκος του αρίφνητου ψωμιού και του συναρπαστικού βουίσματος μιας ακανθώδους μέλισσας που αιφνιδιάζει με πόνο τα καθιερωμένα.
Θέλω να πω ότι εμείς, εμείς που ιτανολογούμε, χρειαζόμαστε χρόνο. Δικό μας χρόνο. Με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε ένα καινούργιο μυστήριο για να πούμε -έτσι που να μας πιστέψουν- την ψυχή μας με μαύρο ψωμί και μέλι. Φυσικά θα πρέπει να υπάρχει τέτοια ψυχή. Υπάρχει; Πού να ξέρεις; Θα το πει το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ. Ένα συνέδριο όμως που θα πρέπει πρώτα -απ' ό,τι δείχνουν οι χθαμαλές και υπόγειες ενθέσεις μια άκληρης και οδυνηρά επικίνδυνης εναντίωσης- να αντιληφθεί τον εαυτό του, ώστε να κατορθώσει εαυτόν μέσα στο μυστηριακό άπειρο των γεγονότων, ώστε να μη γλιστρήσει αργά στη συντριβή, όπως θα έλεγε και η Έμιλυ Ντίκινσον, αστή ποιήτρια του 19ου αιώνα, αγαπητέ γ.γ. του ΚΚΕ της αντιύλης κυρ-Κουτσούμπα. Της ιστορικής ύλης φυσικά. Συγγνώμη: της ιστορικής αντιύλης. Που δεν έχει ψωμί. Ούτε μέλι. Άρα δεν έχει λόγια. Άρα δεν έχει σιωπή. Και τι να πεις δίχως σιωπή;

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Ας κλείσουμε επιτέλους τα μάτια κι ας πληκτρολογήσουμε μια ευτυχισμένη εικόνα...

του Κωστα Κρεμμυδα απο την Εποχη...
Γι’ αυτό πυροβολείτε τους ποιητές / όπου τους βρίσκετε / είναι ικανοί να ταράξουν / τη γαλήνη του ύπνου σας
Κ.Κ.

Δε φα­ντα­ζό­μουν ό­τι στην Κο­μο­τη­νή, πα­ρό­τι και στο πα­ρελ­θόν έ­χω ζή­σει στην πό­λη α­νά­λο­γες ε­μπει­ρίες (χά­ρη στην Τζέ­νη Κα­τσα­ρή, τον συγ­γρα­φέα, με­τα­φρα­στή, συ­νερ­γά­τη του Μαν­δρα­γό­ρα Χρή­στο Χαρ­το­μα­τσί­δη και τον άλ­λο­τε δή­μαρ­χο της πό­λης Τά­σο Βα­βα­τσι­κλή), θα συ­να­ντού­σα τό­σο ο­λο­ζώ­ντα­νη πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή, πο­λύ­χρω­μη, πο­λύ­μορ­φη και γι’ αυ­τό μο­να­δι­κή ει­κό­να.

Αφορ­μή στά­θη­καν δυο βι­βλία των ποιη­τών Βλα­ντι­μίρ Μπο­για­ρί­νοβ και Μα­ξίμ Ζάμ­σε­β, προέ­δρου και α­ντι­προέ­δρου α­ντί­στοι­χα της Ένω­σης Ρώ­σων Συγ­γρα­φέων, και έ­να πα­λαιό­τε­ρο του Αζέ­ρου ποιη­τή Ελτσίν Ισγκε­ντερ­ζά­ντε, γεν­νη­μέ­νου στην πε­ριο­χή του Κα­ρα­μπάγ του Αζερ­μπαϊτζάν. Με πλή­θος ε­πι­στη­μο­νι­κών και λο­γο­τε­χνι­κών μο­νο­γρα­φιών στο ε­νερ­γη­τι­κό του, με­τα­φρα­σμέ­να στις γλώσ­σες των χω­ρών της Κοι­νο­πο­λι­τείας Ανε­ξαρ­τή­των Κρα­τών (της πρώην ΕΣ­ΣΔ), αλ­λά και με­τα­φρά­σεις ξέ­νων έρ­γων στην Αζερ­μπαϊζα­νο­τουρ­κι­κή.

Δεν εί­ναι τυ­πι­κή η α­να­φο­ρά μου σή­με­ρα, αλ­λά τι­μη­τι­κή υ­πο­χρέω­ση και πα­ρά­δειγ­μα μί­μη­σης στον δια­πο­λι­τι­σμι­κό χα­ρα­κτή­ρα που ε­δώ και χρό­νια κα­τα­κτά συ­στη­μα­τι­κά η Ρο­δό­πη μέ­σα α­πό τον α­γώ­να και την κοι­νή δρά­ση του πο­λύ­φω­νου πλη­θυ­σμια­κού δυ­να­μι­κού της πε­ριο­χής. Ο πλη­θυ­σμός της Κο­μο­τη­νής –ε­ξαι­ρε­τι­κά πο­λύ­γλωσ­σος για το μέ­γε­θός της– α­πο­τε­λεί­ται α­πό Έλλη­νες, α­πό­γο­νους προ­σφύ­γων α­πό τη Μι­κρά Ασία και την Ανα­το­λι­κή Θρά­κη, Έλλη­νες Μειο­νο­τι­κούς (Τουρ­κό­φω­νους, Πο­μά­κους και Αθίγ­γα­νους, κυ­ρίως Μου­σουλ­μά­νους στο θρή­σκευ­μα) και α­πο­γό­νους Αρμε­νίων προ­σφύ­γων. Οι Τσιγ­γά­νοι μέ­νουν στον Ήφαι­στο (πα­λιά ο­νο­μα­σία: Καλ­κάτ­ζα), βο­ρειο­δυ­τι­κά της πό­λης και στην πε­ριο­χή Αλάν Κου­γιού (Αλάν­κιοϊ) γνω­στό και ως «Τε­νε­κέ Μα­χα­λά» μέ­σα στην Κο­μο­τη­νή. Την δε­κα­ε­τία του 1990 ε­γκα­τα­στά­θη­καν και πα­λιν­νο­στού­ντες ο­μο­γε­νείς α­πό χώ­ρες της πρώην ΕΣ­ΣΔ (κυ­ρίως Γεωρ­γία, Αρμε­νία, Ρω­σία, Ου­κρα­νία και Κα­ζακ­στάν).

Κι ε­νώ α­πό τη μια πλευ­ρά που υ­πάρ­χουν οι δια­φο­ρε­τι­κές γλώσ­σες, κουλ­τού­ρες, πα­ρα­δό­σεις, προ­κύ­πτει ως α­νά­γκη η συ­νερ­γα­σία/συ­νύ­παρ­ξη/κοι­νή δρά­ση φο­ρέω­ν: το Δη­μο­κρί­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Θρά­κης, πο­λι­τι­κών (ο βου­λευ­τής του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ Ρο­δό­πης Αϊχάν Κα­ρά Γιου­σούφ), κοι­νω­νι­κών συλ­λό­γων (Πο­ντίων νο­μού Ρο­δό­πης), πο­λι­τι­στι­κών και καλ­λι­τε­χνι­κών ο­μά­δων (π.χ. η ο­μά­δα «Ανθρώ­πι­να», το πε­ριο­δι­κό insanca, και βέ­βαια η ε­φη­με­ρί­δα «Πα­ρα­τη­ρη­τής της Θρά­κης», με την πο­λύ­χρο­νη δυ­να­μι­κή πα­ρου­σία της Τζέ­νης Κα­τσα­ρή), αλ­λά και ι­διω­τών (ο φί­λος πρώην βου­λευ­τής του ΣΥΝ Μου­στα­φά Μου­στα­φά, η οι­κο­γέ­νεια του Κο­μο­τη­νέ­ου για­τρού και λο­γο­τέ­χνη Χα­σάν Αχμέ­τ, ο Ισί­δω­ρος Αμοι­ρί­δης, που γεν­νή­θη­κε και έ­ζη­σε μέ­χρι το 1992 στη Δη­μο­κρα­τία της Αρμε­νίας και εί­χε με τη Σου­ζά­να Γκιουρτ­ζί­δη την ευ­θύ­νη της ταυ­τό­χρο­νης με­τά­φρα­σης στη ρω­σι­κή), α­πό την άλ­λη, στα α­θη­ναϊκά κα­νά­λια και τις ει­δή­σεις προ­βάλ­λε­ται και καλ­λιερ­γεί­ται, κυ­ρίως εξ αι­τίας κυ­βερ­νη­τι­κών σχε­δια­σμών, η μι­σαλ­λο­δο­ξία και ο να­ζι­σμός. Ση­μά­δια εκ­πε­σμού ή α­πό­γνω­σης ε­νός συ­στή­μα­τος που πα­σχί­ζει έ­να­ντι ό­ποιου τι­μή­μα­τος να ε­πι­βιώ­σει; Επι­θα­νά­τιος ρόγ­χος ε­νός ε­πι­τέ­λους τέ­λους, ή με­θο­δι­κά λα­γού­μια των α­ρου­ραίων της ε­ξου­σίας που θα τα κα­τα­φέ­ρει και πά­λι να μας ε­γκλω­βί­σει;

Το Ιμα­ρέτ της Κο­μο­τη­νής (δηλ πτω­χο­κο­μείο στην τουρ­κι­κή) εί­ναι α­πό τα πα­λαιό­τε­ρα σω­ζό­με­να ο­θω­μα­νι­κά μνη­μεία της Ευ­ρώ­πης, α­πό τα αρ­χαιό­τε­ρα δείγ­μα­τα ο­θω­μα­νι­κής αρ­χι­τε­κτο­νι­κής στη Θρά­κη. Χρο­νο­λο­γεί­ται με­τα­ξύ των αρ­χών της δε­κα­ε­τίας του 1360 και του τέ­λους του 14ου αιώ­να και χτί­στη­κε α­πό τον Οθω­μα­νό κα­τα­κτη­τή Γα­ζή Αχμέτ Εβρε­νό, κο­ντά στα α­να­το­λι­κά τεί­χη του βυ­ζα­ντι­νού κά­στρου των Κου­μουτ­ζη­νών (βυ­ζα­ντι­νή ο­νο­μα­σία της πό­λης που στα τουρ­κι­κά λέ­γε­ται Γκιου­μουλτ­ζί­να). Το Ιμα­ρέτ α­πο­τε­λεί­ται α­πό τρεις χώ­ρους που δια­μορ­φώ­νουν στην κά­το­ψη το σχή­μα Τ (τύ­που ζα­βι­γέ) και εί­ναι κτι­σμέ­νο με τη βυ­ζα­ντι­νή τε­χνι­κή χρη­σι­μο­ποιώ­ντας πλιν­θο­πε­ρί­κλει­στη τοι­χο­δο­μία, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των πρώι­μων ο­θω­μα­νι­κών κτι­σμά­των. Στη νό­τια πλευ­ρά μά­λι­στα του κτί­σμα­τος έ­χει α­να­κα­λυ­φθεί ε­ντοι­χι­σμέ­νο μαρ­μά­ρι­νο γυ­ναι­κείο κε­φά­λι ρω­μαϊκών χρό­νων.

Κο­ντά και το Γε­νί Τζα­μί (1585) (τουρκ. Νέο Τέ­με­νος) και τον Πύρ­γο του Ωρο­λο­γίου (1884), ε­πί­σης ο­θω­μα­νι­κά κτί­σμα­τα, βρί­σκο­νται τα μα­γα­ζιά της μειο­νό­τη­τας: σι­δε­ρά­δι­κα, στρα­γα­λά­δι­κα (λε­μπλιε­μπλιά), κα­φε­πω­λεία με ι­διαί­τε­ρα χαρ­μά­νια τούρ­κι­κου κα­φέ και πα­ρα­δο­σια­κά γλυ­κά: μα­λε­μπί και σουτ­ζούκ λου­κού­μ, που θεω­ρεί­ται α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό το­πι­κό έ­δε­σμα και πα­ρα­σκευά­στη­κε για πρώ­τη φο­ρά α­πό τον Νε­ντίμ Με­μέτ σε έ­να λου­κου­μά­δι­κο της πό­λης. Άλλο­τε ε­βραϊκά μα­γα­ζιά μέ­χρι το ξε­κλή­ρι­σμα της ε­βραϊκής κοι­νό­τη­τας, κα­θώς του Ολο­καυ­τώ­μα­τος ε­πέ­ζη­σαν ο­κτώ ά­το­μα (!), με α­πο­τέ­λε­σμα το 1958 να δια­λυ­θεί η Ισρα­η­λί­τι­κη Κοι­νό­τη­τα λό­γω έλ­λει­ψης με­λών, και να κα­τε­δα­φι­στεί η Εβραϊκή συ­να­γω­γή το 1994, μο­λο­νό­τι δέ­κα χρό­νια πριν εί­χε κρι­θεί δια­τη­ρη­τέα!

Η ξε­νά­γη­ση θα συ­νε­χι­ζό­ταν για ώ­ρες α­πό τον ποιη­τή και συ­νερ­γά­τη του Μαν­δρα­γό­ρα Χά­ρη Μι­χα­λό­που­λο, κα­θη­γη­τή σή­με­ρα λα­τι­νι­κών στο Δη­μο­κρί­τειο, (α­π’ τον ο­ποίο έ­μα­θα και τη λέ­ξη βουλ­γο­ρο­γραμ­μέ­νος και το ρή­μα «βουλ­γα­ρο­γρά­φο­μαι»), αν δεν έ­φτα­νε η ώ­ρα της εκ­δή­λω­σης στην κα­τά­με­στη αί­θου­σα της Πε­ρι­φέ­ρειας.
Να ση­μειώ­σω, ε­πί­σης, την ξε­χω­ρι­στή α­παγ­γε­λία ποιη­μά­των στα ρω­σι­κά και ελ­λη­νι­κά (α­κού­στη­καν βε­βαίως και στα τουρ­κι­κά ποιή­μα­τα) α­πό τους φοι­τη­τές Βα­σί­λη Ανθι­μιά­δη, Ρα­φαέ­λα Για­πιτ­ζό­γλου, Αλί­σια Ντο­λέ­σο­βα, Ευ­θύ­μη Φι­λή­ντρα, Όλγα Αλε­ξέε­βα, Γρη­γό­ρη Πι­τσι­κά­κη, Ρα­φαέ­λα Κα­να­ρί­δη, Θω­μαή Χρι­στό­φα, Σπύ­ρο Κορ­για­λά Κα­ρύ­δα, Αλε­ξάν­δρα Τσια­μού­λη, Αθη­νά Τι­σκα­ρί­δου, Δή­μη­τρα Σπυ­ριά­δου και Μα­ρία Μπιλ­μπί­λη, του Τμή­μα­τος Φι­λο­λο­γίας και Πο­λι­τι­σμού Πα­ρευ­ξεί­νιων Χω­ρών του Δη­μο­κρί­τειου Πα­νε­πι­στη­μίου.

Βρι­σκό­μα­στε σε μια με­τα­βα­τι­κή κοι­νω­νι­κά, πο­λι­τι­κά, οι­κο­νο­μι­κά ε­πο­χή. Αυ­τό δεν μπο­ρεί πα­ρά να α­πο­τυ­πω­θεί στην τέ­χνη. Στην πε­ρί­πτω­ση των δύο ρώ­σων ποιη­τών, που έ­χουν πί­σω τους μια 20ε­τή ο­δυ­νη­ρή ε­μπει­ρία κα­τάρ­ρευ­σης, α­πο­τυ­πώ­νε­ται/ω­ρι­μά­ζει και γί­νε­ται έκ­δη­λο. Στην Ελλά­δα τώ­ρα ξε­κι­νά.
Η τέ­χνη άλ­λο­τε γί­νε­ται πα­ρα­κο­λού­θη­μα κι άλ­λο­τε πρω­το­πο­ρία. Μα­κά­ρι στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες να πρω­τα­γω­νι­στή­σει, ό­χι μό­νο για ν’ α­πο­τε­λέ­σει την κα­τα­φυ­γή, αλ­λά να δώ­σει και ώ­θη­ση στις α­να­γκαίες, και ή­δη κα­θυ­στε­ρη­μέ­νες, κοι­νω­νι­κές α­να­τρο­πές. Απ’ τη σκο­πιά αυ­τή τα δυο βι­βλία και η προ­σπά­θεια που ζή­σα­με στη δια­πο­λι­τι­σμι­κή Κο­μο­τη­νή, μας έ­δω­σαν ελ­πί­δα.

Για άλ­λη μια φο­ρά η τέ­χνη έ­δει­ξε το δρό­μο. Μα­κά­ρι κι οι πο­λι­τι­κοί να πά­ρουν το μή­νυ­μα.

Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Οπου φυσά ο Ζέφυρος...

Του Παντελη Μπουκαλα, απο την Καθημερινη...
Για να κομίσω άλλη μία γλαύκα στην Αθήνα, ας θυμίσω κάποια από τα πολλά κοινά της καθ’ ημάς πολιτικής και του ποδοσφαίρου. Μαέστροι με την πλήρη αέρος σφαίρα, κοινώς μπάλα, οι παίχτες; Μαστόρια στις σφαιρικές αναλύσεις, κοινώς λόγια του αέρα, οι πολιτικοί. Κάθετα δοκάρια στο γήπεδο; Κάθετες και οι δεσμεύσεις των κομματαρχών. Δίχτυα στα γκολπόστ; Δίχτυα πετάνε και οι αλιείς ουχί ψυχών αλλά ψήφων, τις αρχαιόθεν γνωστές σαγήνες. Τον «ηρωικό λαό» υμνολογούν οι παράγοντες; Τον «σοφό λαό που έχει και μνήμη και κρίση» δοξολογούν οι κομματικοί προύχοντες, προεκλογικά βέβαια· κατόπιν κάλπης ξαναπιάνουν το τροπάριο του σνομπισμού και αμφισβητούν τη λαϊκή μνήμη και ευθυκρισία.
«Για τη φανέλα και την ιδέα» λένε ότι μετακομίζουν από τη μια ομάδα στην άλλη οι παίχτες, κι ας αλλάζουν σύλλογο κάθε εξάμηνο. «Για τη φανέλα και το όραμα» λένε και οι πολιτευτές ότι μετακινούνται, κι ας αλλάζουν κόμμα ανά δεκάμηνο, ικανότατοι όπως είναι στο να ντριμπλάρουν τη συνείδησή τους. Εδώ όμως εντοπίζεται και μια ουσιώδης διαφορά πολιτικής και ποδοσφαίρου: στην μπάλα οι λεγόμενες «μετεγγραφικές περίοδοι» είναι αυστηρά προσδιορισμένες: Το καλοκαίρι, για να δροσίζονται οι παραθερίζοντες οπαδοί διαβάζοντας ότι καταφτάνουν στην ομαδάρα τους δέκα Μέσηδες και είκοσι Ρονάλντοι. Και Δεκέμβρη με Γενάρη, οπότε γίνονται κάποιες επιδιορθωτικές κινήσεις, οι δε οπαδικές εφημερίδες, σαφώς συγκρατημένες πια, αρκούνται στο να βαφτίσουν κόκκινο ή πράσινο κάναν Κακά ή Τέβες και άλλους τέτοιους δεύτερης διαλογής.
Κι αν οι κολλημένοι με την μπάλα γενικώς έχουν το γνώρισμα να ξεχνούν, αποθεώνοντας έτσι όσους εξύβριζαν μόλις πριν, και το αντίστροφο (τρανταχτό παράδειγμα ο Σοφοκλής Σχορτσανίτης και η στάση κόκκινων και πράσινων απέναντί του· μόνο οι ναζιστές έχουν σταθερή άποψη γι’ αυτόν, θεωρώντας τον ανάξιο, οι αναξιότατοι, να λέγεται Ελλην), το ίδιο προτέρημα ή ελάττωμα έχουν και οι οπαδοί των κομμάτων: Διαβολοστέλνουν όσους λάτρευαν και αποθεώνουν όσους καταβαράθρωναν μόλις τους βλέπουν να έρχονται (ή να ξανάρχονται) υπό το δικό τους λάβαρο. Και από φυγές και επιστροφές άλλο τίποτα, όπως και από μετακινήσεις από κόμματος εις κόμμα, στο πλαίσιο υποτίθεται της ίδιας ευρείας παράταξης. Πουκάμισα οι σημαίες, γραβάτες οι ιδέες. Να ’χεις ν’ αλλάζεις.
Το ποίημα «Ας φρόντιζαν» του Καβάφη, του 1930, είναι πασίγνωστο, η συχνή χρήση του πάντως δεν θόλωσε τη βαθιά ειρωνεία του. Δεν βλάπτει, λοιπόν, να ξανακούσουμε τον αυτοβιογραφούμενο «τεχνοκράτη» μας, που τυγχάνει «κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος», «ξέρει και παραξέρει Αριστοτέλη, Πλάτωνα», «από στρατιωτικά έχει μιαν ιδέα» και «είναι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά». Συμπεραίνει, λοιπόν, με μετριοφροσύνη αυτός ο επαγγελματίας υπηρέτης πολλών αφεντάδων, που μοναδικό του ιδανικό έχει την αναρριχητική επιβίωση, όπως οι σημερινοί μιμητές του: «Οθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα / ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα, / την προσφιλή πατρίδα μου Συρία. // Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω / να είμαι στη χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου. [...] Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα, / κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει, / θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό. Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει, / πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό. // Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις. // Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη / για το αψήφιστο της εκλογής. / Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους τη Συρία το ίδιο. // Αλλά, κατεστραμμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ. / Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ. / Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί / να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό. / Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν». Τέλειο το πορτρέτο του αμοραλιστή καριερίστα. Το βλέπουμε γύρω μας.
Πολύ λιγότερο γνωστή από τους καβαφικούς στίχους, ιστορικά ωστόσο απολύτως ενδιαφέρουσα (αν λειτούργησε σαν μακρινό προς υπέρβαση πρότυπο για τον Καβάφη δεν το ξέρω), είναι νομίζω η «Σάτυρα δευτέρα» που συνέθεσε ο Αλέξανδρος Σούτσος περίπου έναν αιώνα πριν από το «Ας φρόντιζαν», τον Οκτώβριο του 1826· είμαστε δηλαδή μέσα στην Επανάσταση, που μαζί με τ’ άλλα είχε να αντιμετωπίσει τη φάουσα της ματαιοδοξίας, της αρχομανίας και του φατριασμού. Εκτός λοιπόν απ’ όσους «άδειασαν του Εθνους το ταμείον» (ναι, ως προς αυτό είμαστε γνήσια τέκνα του Αγώνα), ο ποιητής περιλαβαίνει με τους χλευαστικούς δεκαπεντασύλλαβούς του και τους τυχοδιώκτες (σήμερα τους λέμε οπορτουνιστές) που γυρνούν από τον έναν στον άλλον αρχηγό για να τον υπηρετήσουν με τις κολακείες και τα λοιπά καμώματα της αναξιότητάς τους:
«Τώρα μικροί Πολιτικοί δι’ εαυτούς σπουδάζουν / το παν, παντού και πάντοτε, κρυφά να συμβιβάζουν· / δεν αγαπούν την σύγχυσιν, δεν αγαπούν τους κρότους· επιθυμούν σιγά σιγά ν’ αποκοιμούν τους Πρώτους· / στους αρχηγούς των φατριών καθημερνώς συχνάζουν, / με λίβανον κολακειών όλους συχνοθυμιάζουν, / διά να είναι πάντοτε του νικητού οι φίλοι / και να βυζάνουν κόκαλα τ’ αχόρταγά των χείλη». Διακόπτω για να σημειώσω ότι ίσως εδώ είναι η μήτρα μιας φράσης που ακούγεται τόσο συχνά: «Το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκαλο». Συνεχίζει πάντως ο Σούτσος, φέρνοντάς μας με την εικόνα που δίνει, ακόμα πιο κοντά στην καβαφική: «Τον Υψηλάντην καταρχάς αυτοί επροσκυνούσαν, / στον Κουντουριώτην πρόπερσιν αισχρά γονυπετούσαν, / εις τον Κωλέττην πέρυσιν, εις τον Ζαΐμην τώρα· / όπου φυσά ο Ζέφυρος, ας γέρνει και η πρώρα. / Αν είκοσιν διοικητάς, νέους ή σκουριασμένους, / οικονομούν και απατούν με τους ψευδείς επαίνους, / αν εις παπούτσια είκοσιν ένα ποδάρι βάλλουν, / το κάμνουν με καλόν σκοπόν, είν’ άξιοι, δεν σφάλλουν· / γνωρίζω ένα μας Μουφτήν· το ράσον δεν τον κρύπτει. / Χίλιους των Πρώτων γέλασε· καθείς τον απορρίπτει· / όλων σχεδόν των φατριών επέρασε τον γύρον, / και δεν αξίζει σήμερον ένα σακί αχύρων»...
Δεν μπορούμε να μαντέψουμε ποιου είδους ποίηση θα γράφεται σε έναν αιώνα, κι αν θα βασανίζουν τους καλλιεργητές της πολιτικά προβλήματα ίδια με όσα ενοχλούσαν το 1826 τον Σούτσο, το 1930 τον Καβάφη και το 2013 εμάς, που διστάζουμε να τα στιχουργήσουμε, ίσως επειδή δεν έχουμε κατασταλάξει ως προς το ποιου είδους πολιτική ποίηση θα ανταποκρινόταν στο παρόν μας. Φοβάμαι, ωστόσο, ότι και το 2113, αν δεν μας έχει σαρώσει κομήτης, θα ισχύει το πικρόχολο σούτσειο συμπέρασμα: «Ο φιλοδίκαιος Γραικός είναι Γραικός ευήθης, / ο αγαθός ανίκανος, μωρός ο φιλαλήθης· / ως άξιος, ως φρόνιμος ο κλέπτης επαινείται»...

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Υπέροχοι άνθρωποι...

Κωστας Καναβούρης, απο την Αυγη...
Πάντοτε πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ακράδαντα ότι η Ελλάδα είναι γεμάτη από υπέροχους ανθρώπους. Προφανώς δεν είναι η εξαίρεση από τον παγκόσμιο οντολογικό κανόνα, από το παγκόσμιο οντολογικό ένστικτο αυτοσυντήρησης, αλλά, επειδή εν προκειμένω η Ελλάδα μάς αφορά, ας το τονίσουμε για μια ακόμα φορά: αυτή η χώρα βρίθει από υπέροχους ανθρώπους, που,
αν είχαν ενσυνείδηση και εμπιστοσύνη της υπεροχής τους, πολλά πράγματα θα ήταν διαφορετικά και πολλά από τα τερατώδη που συμβαίνουν και θανατηφόρα καταταλαιπωρούν ατομικότητες και συλλογικότητες ενός ολόκληρου λαού δεν θα είχαν συμβεί.
Κι αν είναι αυτό (η ύπαρξη αυτών των ανθρώπων) μια μεγάλη ελπίδα ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές, όπου μοιάζει να διαλύει τα πάντα η πειθώ της ανεξέλεγκτης εξουσίας, η παραλυτική απελπισία του πανικού και η παραληρηματική πρόσληψη της πραγματικότητας που προκαλεί η αποχαλινωμένη προπαγάνδα του καθεστώτος, η χυδαιότατα απροκάλυπτη προσπάθεια χειραγώγησης και η προφανέστατη τρισάθλια αβαθής συσκότιση σημείων και τεράτων του συστήματος εις βάρος του λαού και του τόπου με μετακίνηση του κέντρου βάρους της αλήθειας. Που είναι πάντοτε πολιτική, που είναι πάντοτε της επιστήμης, που είναι πάντοτε της τέχνης.
Και είναι εδώ ακριβώς, στα εύφορα διάκενα μεταξύ πολιτικής, επιστήμης και τέχνης, που ανθίζει ο Λόγος του ανθρώπου, που ανασηκώνεται η σκέψη και η χειρονομία του μέχρι το ύψος και που υποβρυχιάται μέχρι το βάθος του ανθρώπινου όντος. Ας κρώζουν όλα τα φασιστόμουτρα κι ας κορυβαντιούν όλα τα δουλόφρονα ανδράρια και γύναια που καμώνονται πως αποτελούν την πεμπτουσία της πραγματικότητας. Ψέματα. Ούτε η χλωμή της αντανάκλαση, ούτε το φασματικό της είδωλο είναι, αλλά (είναι) μόνο το σκαιό της απείκασμα, ένας πολτός αγλωσσίας ο οποίος παρουσιάζεται ως επιχείρημα. Ένα δαιδαλώδες επιχείρημα βέβαια, που δεν σε αφήνει μήτε από την καρέκλα σου να σηκωθείς και πολύ περισσότερο να διασχίσεις με φαντασία, με έξαρση, με εμπιστοσύνη, με έρωτα, με ελευθερία, την εξαίσια απόσταση (δηλαδή το υγρό γήπεδο της δημιουργίας) μέχρι τον άλλον.
Τελικά, επομένως, την απόσταση μέχρι την υψηλή ένθεη συνείδηση του εαυτού που δεν χρειάζεται μεσιτείες, αφού εμείς είμαστε οι άλλοι. Ακόμη και όταν ηττώμεθα ή όταν νομίζουμε ότι ηττώμεθα. Ακόμη και όταν (πράγμα επικίνδυνο) νικούμε ή (ακόμα πιο επικίνδυνο) νομίζουμε ότι νικούμε. Διότι στο τέλος, αυτό που ευρίσκεται στο τέλος, είναι το ποίημα. Το απόσταγμα πεποιημένου λόγου. Το χειρονομημένο τραύμα με λίγες σταγόνες αίματος ή βροχής ή ακόμα και το θαύμα ενός τζίτζηκα ανάμεσα στα πεύκα της ήβης που δικαιώνει τη διαλεκτική ενότητα, εκείνη την παλιά παραμυθία που πρώτος την είπε ο Αριστοτέλης, ο πρώτος που είπε ότι το ποίημα είναι επιχείρημα, ότι ποίημα και επιχείρημα είναι ένα.
Το ίδιο -λέω- ένα του Ηράκλειτου που είναι το παν. Και το παν δεν ηττάται. Επομένως, το ποίημα δεν ηττάται. Διότι έτσι θα είναι ως να ηττάται το επιχείρημα, το αρίφνητο επιχείρημα της ύπαρξης που πνέει μέσα στον ζόφο και τον γνόφο σαν αεράκι του Σολωμού και του Χαίλντερλιν, του Μπελογιάννη και του Τζορντάνο Μπρούνο, του Τάκη Παπατσώνη και του Επίκτητου, του τρομερού Αρχίλοχου και του σταχτοειδώς κυματισμένου Νίτσε.
Το ποίημα, λοιπόν, δεν ηττάται, διότι είναι οντολογικώς ανέφικτο να ηττηθεί. Διότι η επανάσταση μπορεί να επιταχύνει την ιστορία, αλλά η εντροπία δεν την επιταχύνει. Δεν καθυστερεί ούτε υπολείπεται. Απλώς υπάρχει. Κι αφήνει χώρο για την τραυματική (προσοχή: όχι τραυματισμένη) συνείδηση της αθανασίας που διαρκώς δημιουργεί την πρόκληση του ποιήματος. Με άλλα λόγια, την πρόσκληση της υπέροχης έκφανσης του όντος ως παρηγορητικού όντος. Γι' αυτό ο κόσμος είναι γεμάτος από υπέροχους ανθρώπους. Γι' αυτό η Ελλάδα είναι γεμάτη από υπέροχους ανθρώπους.
Φαντάσου τώρα αυτόν τον δικαστή στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ηγουμενίτσας που αθώωσε 15 αλλοδαπούς κρατούμενους που απέδρασαν από τα κρατητήρια της Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσπρωτίας. Φαντάσου το ποίημα και το επιχείρημα που είναι αυτός ο άνθρωπος, που βεβαίως ως ποιητής θα υποστεί τη βάσανο των απρόθυμων να επωμισθούν το επιχείρημα: Τι εννοείτε με την απόφασή σας; Το ίδιο ερώτημα που υφίστανται και οι ποιητές: Τι εννοείτε μ' αυτό που γράψατε;
Εννοούμε πως είμαστε άνθρωποι. Εννοούμε πως δεν εγκαταλείπουμε τον αγώνα, πως δεν αφήνουμε τη χαρά στους ανίδεους, που θα έλεγε και ο Γιώργος Σαραντάρης. Εννοούμε ότι η δράση έχει ίση ηθική αξία με την απόδραση, όπως έδειξε ο υπέροχος δικαστής της Ηγουμενίτσας. Εννοούμε πως η αίρεση προκύπτει από την ακαμψία κατανόησης του κόσμου. Όταν σε 15 τ.μ. συμβιώνουν φυλακισμένα 30 άτομα, τότε όλος ο κόσμος είναι φυλακισμένος. Και θα αποδράσει. Προς το ποίημα. Προς το επιχείρημα. Αλλά πού να το καταλάβουν αυτό οι Δένδιες, οι Βενιζέλοι και οι Σαμαράδες. Πού να το καταλάβουν οι παράπλευρες απώλειες μιας κουρασμένης ονειροστασίας που έγινε μεσίστια ονείρωξη.
Καληνύχτα, Φώτη. Και να σκεπάζεσαι καλά. Κάνει κρύο στα άστεγα επιχειρήματα. Τα εκτός ποιημάτων.

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Mε χωρίς φωτοχυσίες, μ’ ολίγους ήχους...

του κ. Νικου Ξυδακη, απο το Βλεμμα...
balafas_benaki1
Δεν έχω τίποτε να γράψω που να μην έχει ήδη γραφτεί, από άλλους, καλύτερα. Κι όμως γράφω και γράφω, γιατί αυτή η δουλειά μου έλαχε· όσο κι αν μικρός έγερνα το παραθυρόφυλλο και το ‘σκαγα, για να μη γράψω, να φύγω απ’ τη μυρωδιά του χαρτιού και της μελάνης Πάρκερ. Κι αν πέρασε μισός αιώνας από την πρώτη παντοτινή απόδραση, γράφω ακόμη, ταγμένος να ξαναπλάθω όσα έχουν ήδη ειπωθεί από μαέστρους, αυτούς που μου μετέδωσαν φως και φωνή, ευλογία και καταδίκη.
Χαϊδεύω ράχες γερασμένων τόμων σε σανιδένια ράφια, σε πειραιώτικη αυλή και συριανό ημιϋπόγειο, σε δημοτικές βιβλιοθήκες και πατώματα αρχαία που τρίζουν, μυθιστορήματα και κλασικά εικονογραφημένα ανάμικτα με κατάστιχα νοταριακών πράξεων, με φως ανελέητο έξω απ΄τους χοντρούς τοίχους, με βυθίσεις μεσημβρινές σε ρήματα και χίμαιρες βαπόρια. Κι οι ποιητές τσουρούφλιζαν έφηβους πόθους με μολύβι στο περιθώριο, ταξιδεύοντας από δώμα σε δώμα, διαρκή φυλαχτά ανάμικτα με κοχύλια ναυτίλους και βινύλια φρανκζάππα.
Είναι αφόρητα μπανάλ η νοσταλγία των εορτών, η καταισχύνη κάθε αισθητή, αλλά και το αποκούμπι του μεσήλικος· ξέρεις πια πότε να σκύβεις ταπεινά, όχι από ήττα ή συμβιβασμό, αλλά για ν’ αποδώσεις τις πρέπουσες τιμές στην ηλικία και στις φωνές που σ’ έπλασαν. Ας πούμε μια φωνή που την άκουσα μεγάλος:
«Tο γράψιμο, όμοια προς όλες τις εκδηλώσεις που αφορούν τη μνήμη, έχει ανάγκη οικείου κοινού. Σε όλα τα μνημόσυνα, όπως και στις ονομαστικές επέτειες, τα ποικίλα και διάφορα κεράσματα αποτελούν συνήθεια. Γράφοντας, έχω την εντύπωση, ότι επεξεργάζομαι τον καρπό της καρυδιάς, για να επανέλθω πάλι στο δέντρο. [...] Ο βαρύς από τον καημό άνθρωπος, νομίζει, ότι θα πάψει υφιστάμενος αν δεν τελέσει όλα τα εθιμοτυπικά, που του είναι κατά βάθος μεγάλη παρηγορία. Παρά ταύτα όμως, η συνέχιση των καθημερινών απασχολήσεων, του είναι δύσκολη και βυθίζεται στη σιωπή. Σιωπώ και εγώ. Δεν γίνεται αλλοιώς.»
Ο Πεντζίκης απάντησε κάποτε γιατί γράφω.
Κι ύστερα γυρνώ στους ανθρώπους του καιρού μας. Τι περισσότερο να πω για τους πονεμένους των δρόμων απ’ όσα έγραψε ο Νίκος Καρούζος;
«Γυρίζει μόνος
στα χείλη του παντάνασσα σιωπή
συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του.
Ωχρός
με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος
νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός
έλληνας. [...]
Mην του μιλάτε είναι άνεργος
τα χέρια στις τσέπες του
σαν δυο χειροβομβίδες.
Mην του μιλάτε δε μιλούν στους καθρέφτες.»

Τι πληρώνει ο ωχρός έλληνας; Ποιον αδίκησε πάρεξ τον εαυτό του; «Και οι δίκαιοι κατά την Θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό, επέσανε τα μάτια μου στα χέρια μου οπού ήτανε απιθωμένα στο φιλιατρό. / Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, ασήκωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλά;» (Διονύσιος Σολωμός)
Γυρνώ στους εθιμοτυπικούς δρόμους, φωτισμένους για ν’ αντέξουμε τη σκοτεινιά, φωτισμένους σαν την Kodachrome φωτογραφία του Μπαλάφα από την φαντασμαγορική οδό Σταδίου τον Δεκέμβρη του ’60, χειμωνιάτικη Αβάνα και Τσάινατάουν· σίγουρα με περπάτησε εδώ μικρό παιδί η Μανταλένα να δω τον τροχονόμο μες στη φαντασμαγορία και ακουγότανε η άρπα του Τέλλου Αγρα:
«Mε χωρίς φωτοχυσίες, μ’ ολίγους ήχους
βρέχει, ‘επί δικαίους και αδίκους’…
βρέχει στην πλατεία, στη φυλακή,
– οικουμενική βροχή, ευαγγελική.
Bρέχει στα βαγόνια (ώ ευθυμία)
που γυρνάνε απ’ τα Nοσοκομεία·
και στις προφητείες του Kαζαμία
(‘τροπή του καιρού προς νότον… τρικυμία…’).»
Φωτοχυσίες Βερολίνου και όρθροι κυκλαδικοί σε καλντερίμια, γιρλάντες μπαλκονιών αθηναϊκών, και τραπεζώματα ευφρόσυνα με βαφτιστήρια, σύντεκνους και αποστάγματα ορεινά, με τον πρωτότοκο να περπατάει ασταθής το χαλί εγκάρσια από τον καρυδένιο μπουφέ ώς τον καναπέ, όλα ξετυλίγονται κι απλώνονται, ξανοίγονται πέρα, μπροστά, μάς λέει ο Ελύτης:
«Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ
Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα
Που είναι το ίδιο· ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή
Πράσινα του χαλκού και βυσσινιά βαθιά της Παναγίας
Στέκω με το δεξί μου χέρι στην καρδιά
Πίσω μου δύο ή τρία κηροπήγια
Το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα
Τα Πέραν και τα Μέλλοντα.»

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Αυτοί που γυρεύουν το θαύμα...

Θανάσης Σκαμνάκης, απο το Πριν μεσω του αριστερου βηματος...
Τι είναι αυτό που συμβαίνει; Σαν ένα φαινόμενο που παίρνει διαστάσεις αλλά δεν χωράει σε λογική εξήγηση. Κάποιοι άνθρωποι πολύ σπουδαίοι, οι καλύτεροι της εποχής μας, κοιτάζουν τον καιρό, ποιος ξέρει τι διακρίνουνε στο βάθος του, σκέφτονται βαθειά, ανοίγουν ύστερα την πόρτα και φεύγουν. Δεν είναι από εκείνους που λιποψυχούν στην έλευση θυελλών, κάθε άλλο, ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που ξεσηκώνουν τις θύελλες για να παίξουν μαζί τους. Δεν είναι από φυσικού τους μοναξιάρηδες, να θέλουν να γυρίσουν στην απουσία, ανθρώπων και γεγονότων, και τη σιωπή τους, παρ’ ότι συχνά επέλεγαν τη σιωπή σαν καταφύγιο. Δεν έχουν ονειρευτεί μιαν άκοπη ζωή, να βαριούνται τον κάματο ετούτης, να βαρυγκωμούν με τα καθημερινά και να προσφεύγουν στην αφέλεια μιας άλλης. Αλλά η αναχώρησή τους συντελέστηκε. Με όλη τη σεμνή μεγαλοπρέπειά τους χάραξαν τις γραμμές, μας έδειξαν τους προορισμούς κι ύστερα γύρισαν στο σύμπαν, να κοσμήσουν με τις λάμψεις τους τον έναστρο θόλο. Πυρακτωμένοι εντός, μετέδωσαν φλόγες στο κοσμικό μας σύμπαν, και σαν να ανάλυωσαν καταβεβλημένοι από τόσες συσσωρευμένες προσδοκίες και τόσες αναμονές, τόσα μάτια που φορτώθηκαν πάνω τους, έγιναν στάχτη. Σαν για να μας πουν, εμάς κυρίως που τους ακολουθήσαμε στις περίπλοκες στροφές τους,, πως καλά μας πήραν τόσο καιρό στην πλάτη τους, ώρα να δούμε κι εμείς τις αντοχές μας. Κι έτσι, εκλαμβάνω τη συμπεριφορά τους ως προειδοποίηση, παρότρυνση και κάπως απειλή, «εσείς να δούμε τώρα».

Ο Αλκαίος είναι η πιο πρόσφατη από τις αναχωρήσεις. Μας πήρε από το χέρι και στίχο-στίχο μας βοήθησε να περάσουμε απέναντι όταν ο καιρός είχε πολλές κατεβασιές. Όταν μαζεύονταν τα στάσιμα νερά με τα απομυζώντα αίμα έντομα, με τις ελονοσίες και με τις καχεκτικές αγορεύσεις θνήσκοντων ρητόρων. Κολυμπώντας, σέρνοντας άλλοτε, ορθοπατώντας, πέφτοντας και ξαναπέφτοντας, κόντρα στο ρεύμα και κόντρα στους συρμούς, μας έφτασε ως εδώ - έστω τσακισμένους, αλλά ακόμα ικανούς - όπου βαράνε χειρότερα οι καιροί, αλλά τουλάχιστον είναι ένα πέλαγο ανοιχτό με πειρατές κι αναμετρήσεις.

Έπραξε και αυτός στη ζωή και στη αναχώρησή του την εντολή του ποιητή: «κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων».



ΠΡΙΝ 16 Δεκεμβρίου 2012

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Για τον Άλκη Αλκαίο...

του Γιωργου Σκιντσα απο το Βημα...
«Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου /σου `φερα απ΄ τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου / και πριν προλάβω τρις να σ΄ αρνηθώ /
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου» (Ερωτικό – Με μια πιρόγα)
Θα αρκούσε και αυτό το τετράστιχο για να μείνει ο στιχουργός και ποιητής Αλκης Αλκαίος,
στην ιστορία της νεότερης ελληνικής μουσικής. Αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Ακάματος εργάτης της ποίησης και της στιχουργικής ο Αλκης Αλκαίος κατόρθωσε τα τελευταία τριάντα και πλέον χρόνια να αφήσει ένα σημαντικότατο έργο το οποίο συνοδεύτηκε από ελάχιστες συνεντεύξεις, εμφανίσεις.
Περιεκτικός και συμπυκνωμένος στον λόγο του, με έντονη την πολιτική και κοινωνική συνείδηση στο έργο του γράφει ως παγκόσμιος πολίτης, χωρίς παράλληλα να γυρίζει την πλάτη του στην καθημερινότητα. Με μαρξιστικό υπόβαθρο στους στίχους του ο Αλκης Αλκαίος αλλά και επηρεασμένος από ποιητές όπως είναι ο Καρυωτάκης, κατόρθωσε να παντρέψει το πραγματικό με το υπερρεαλιστικό. Το καθημερινό με το διαχρονικό.
Ευτύχησε να συνεργαστεί μεταξύ άλλων με τους Θάνο Μικρούτσικο, η γνωριμία τους χρονολογείται από τα τέλη της δεκαετίας του 70, μια γνωριμία και συνεργασία που κατέθεσε τους δίσκους ορόσημα «Εμπάργκο» και «Στου αιώνα την παράγκα», Νότη Μαυρουδή, Σωκράτη Μάλαμα, Μίλτο Πασχαλίδη, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Μπάμπη Στόκα με τον οποίο έκαναν και τον τελευταίο του δίσκο.
Από το πρώτο τραγούδι που δισκογράφησε με τίτλο «Φλεβάρης 1848» σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου και ερμηνεία Μαρίας Δημητριάδη έως σήμερα ο Αλκης Αλκαίος παρέμεινε ένας διανοούμενος  στιχουργός – ποιητής που ότι είχε να πει και να δηλώσει το έκανε μέσα από την δουλειά του.
Λιτός, αποτραβηγμένος, αληθινός δημιουργός, έγραψε για τον άνθρωπο με ειλικρίνεια, έγραψε αυτό που έβλεπε και ένιωθε, χωρίς εκπτώσεις. Λαϊκός ποιητής με την αυθεντική ερμηνεία του όρου μοναδικός εικονοπλάστης, δημιουργούσε ιστορίες που ο καθένας μπορούσε να ήταν πρωταγωνιστής. Φθάνει να είχε καθαρή καρδιά και ματιά. Ο Αλκης Αλκαίος ήταν παράλληλα ερωτικός. Αλλά και εδώ με τον δικό του τρόπο. Χωρίς να λαϊκίζει, χωρίς σλόγκαν στους στίχους του. Απευθύνονταν σε αυτούς όπου ο έρωτας αποτελεί βίωμα, βίωμα βαθύ, φέρνει ρίγη και πυρετό, σε κάνει να τρέμεις. Οι υπόλοιποι ας προσπεράσουν.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Η βασανισμένη ψυχή μιας μεταβατικής εποχής...

 η Λέσχη...
του Νίκου Γεωργαντώνη
.
Οι λέξεις σου είναι μελαγχολικές…
Πώς να μην είναι.
Ο ουρανός συννεφιάζει…
Ναι, συννεφιάζει, κι ακόμη είναι νωρίς.
φθινόπωρο…
«Το ξέρω» μου λες· και κουνάς το κεφάλι σου συλλογισμένος
δαγκώνοντας τα χείλια.
.
Χτες δεν είχες να πληρώσεις το φαΐ των παιδιών σου,
τώρα δεν έχεις χρήματα χρήματα να ζήσεις τον πατέρα σου…
τα παπούτσια σου είναι παλιά, το σακάκι σου συνηθισμένο
μήνες τώρα ήσουν άνεργος… Και ψάχνεις να βρεις· έναν τρόπο
να πιστέψεις.
.
Καημένε, Αρίστο…
.
Θα μπορούσα να σου πω παραμύθια. «Μα τι να τα κάνω!» μου λες
αντιβοώντας στο μυαλό μου. Κούφιες ρητορείες και εξάρσεις πρό-
θυμες ξεσηκωμού… «Τα ξέρω αυτά» μου λες.
.
Έπειτα, πηγαίνεις στο γραφείο σου.
Σκουπίζεις το μέτωπό σου.
Ανοίγεις τα χαρτιά και σκύβεις μέσα τους λες κι είναι θάλασσα ομηρική
νήδυμου ύπνου.
.
Μα δεν είναι…
.
.
Την άλλη μέρα ήρθες στη δουλειά με την πλάτη γερτή…
Άφησες την τσάντα στο γραφείο και πλησίασες
«Ξέρεις…» μου είπες. «Σου είπα χτες για μένα…
Μα δε σου είπα για τη Μαρίνα… Η φτωχή!… Τρία παιδιά
έχει να θρέψει… και η εταιρεία τής είπε ότι είναι αντιπαραγωγική…
Άκου! Ποιος;! Η Μαρίνα…»
.
Έσφιξε τα χείλια, δαγκώθηκε… προσπάθησε
να σκίσει την λύπη στην άκρη των χειλιών του.
Δεν τα κατάφερε…
.
«Καημένη Μαρίνα… Τώρα δουλεύεις τέσσερις ώρες και
είσαι πιο παραγωγική! “Αν θέλεις μπορείς να φύγεις!” της είπαν.
“Οι καιροί αλλάζουν και η εταιρεία μας πρέπει ακολουθεί το
πνεύμα των καιρών για να επιβιώσει…”
Έτσι της είπαν.
Την άλλη μέρα η Μαρίνα έκλαιγε…
Σκυμμένη στον πάγκο της δουλειάς της έγραφε με το μικρό χεράκι της
και μύρωνε με καλοσύνη τα βρώμικα χαρτιά των αφεντικών…»
.
Έπειτα σώπασες…
.
.
Άλλη φορά, θυμόσουν κάποιον άλλον… και
πεταγόσουν από τη θέση σου κι έσπευδες φουριόζος να μου πεις:
.
«Ο Γιάννης! Ο Γιάννης! Σου είπα γι’ αυτόν;… Τον απέλυσαν! Ο Γιάννης!»
.
Το βλέμμα σου εστίαζε κάπου μπροστά σου… κάπου, σε κάποιο αόριστο
σημείο του χώρου. Λες και προσπαθούσες να μπεις στ’ άδυτα της ψυχής σου
και την έβλεπες εκεί, μπροστά, σε κάποιον μαγικό καθρέφτη…
.
«Πάνε τρεις μήνες τώρα! Ο φτωχός… κόντεψε να τρελαθεί…
Η γυναίκα του έχει ζάχαρο… και δεν φτάνουν, ξέρεις…
τα λεφτά…
Προχτές τον είδαν να πηγαίνει στην “κοινωνική κουζίνα”…
Τι ‘ναι αυτό;…
.
Α…
δεν έχει φαΐ…»
.
Άλλες φορές κοίταζες τα χαρτιά σου, έγραφες και μουρμούριζες σιγανά
αφήνοντας δειλούς στριγκούς ήχους.
.
Δεν είμαι γιατρός, αλλά ίσως να υπήρχε κάποια νεύρωση.
.
Άλλοτε πάλι σήκωνες απότομα το κεφάλι και κοίταζες κατά το μέρος μου
με μάτια ταραγμένα…
Όχι!… Όχι!… Δεν κοιτούσες εμένα.
Κάπου αόριστα κοιτούσες, κάποιο ον απροσδιόριστο… Το κατάλαβα αυτό.
Έπειτα μουρμούρισες κάποια ακατανόητα πράγματα και κούνησες τα χέρια σου
προσπαθώντας να διαλύσεις αόρατη ομίχλη.
.
Μέρα με τη μέρα αυξάνονταν αυτές σου οι τροπές.
Κάθε βδομάδα μια ανησυχία ενστάλαζε στην καρδιά μου…
Είσαι νέος… Έχεις και παιδί.
Στο τέλος, σχεδόν κρυφά, είχες βλέμμα τρελού… Δεν ήταν ψύχωση. Όχι
Ήξερες τι έκανες. Ή μάλλον αντιλαμβανόσουνα τις ανεξέλεγκτες ορμές
που γεννούσε η ψυχή σου… Τις άφηνες… Αφέθηκες… Ήταν αργά να γυρίσεις
πίσω… Βρέθηκες σ’ ένα πέλαγος που διαφέντευε πια την ψυχή σου σαν Δίας
ακαταμάχητος…
Τελικά, ήσουν ευαίσθητος.
..
Θυμάμαι… Μια μέρα που ήμασταν οι δυο μας στο γραφείο, άρχισες το συνηθισμένο εκείνο μουρμουρητό.
Ήχοι περίεργοι, φθόγγοι, διαπεραστικοί, σιγαλοί κλαυθμυρισμοί.
Δεν έδωσα σημασία…
Όμως μια στιγμή, δίχως να καταλάβω πότε, σηκώθηκες απότομα τραβώντας ένα στιλέτο που είχες
στην τσέπη σου και όρμηξες στην πόρτα να την καρφώσεις.
Της χάρισες πολλές μαχαιριές αφήνοντας αγωνιώδεις κραυγές – εικάζω: αναζητώντας κάποιον λυτρωμό.
Τότε ήρθα εγώ κοντά σου… σου έπιασα μαλακά το χέρι, σου άγγιξα την πλάτη.
Δεν με κατάλαβες στην αρχή και έπρεπε να ασκήσω κάποια πειθαρχημένη δύναμη για να ηρεμήσω την ψυχή σου.
.
«Καλέ μου, Αρίστο…
Έλα… Έλα να κάτσουμε…»
.
Κάπως συνήλθες.
Με κατάλαβες…
Περπατούσες, έτρεμες λες κι είχες ρίγη.
Κάθισες…
.
«Μισο λεπτό…» σου είπα.
.
Πήγα να βρω μια πετσέτα.
Την έβρεξα, την έφερα και δρόσισα το ιδρωμένο μέτωπό σου.
Τα μάτια σου ήταν κλειστά. Ακόμη έτρεμες.
.
Καημένε, Αρίστο…
Τα φίδια της ζωής σου σε ζώσανε σα να ‘τανε οχιές…
Μα εσύ δεν ήσουν Ηρακλής… και δεν μπορούσες να στραγγαλίσεις το ζόφο της εποχής.
Άρχισαν να σε πνίγουν.
.
Καλέ μου, Αρίστο…
Άνοιξε τα μάτια σου… Κοίτα με…
Είμαι κοντά σου… Είμαι εγώ… ο Νίκος.
Κοίτα!
Να!
Βλέπεις;…
Χαμογελώ…
Ναι.
Ναι, καλέ μου, Αρίστο…
Θα τα νικήσουμε τα φίδια…
Θα βγάλουμε την ψυχή σου απ’ αυτό το πέλαγος…
Θα καθαρίσουμε τους ουρανούς…
Θα δυναμώσουμε τα χέρια μας…
Έχε εμπιστοσύνη.
Ναι…
Ναι, Αρίστο…
Θα σμιλέψουμε και πάλι την ψυχή μας…
Για να βρίσκει τους τρόπους
και να λύνει τους γόρδιους δεσμούς.
Μην ανησυχείς…
άκου!
άκου αυτό το χελιδόνι…
Είν’ η καρδιά μου…
Ειν’ η καρδιά σου, Αρίστο.
άκου!
άκου πώς φτεροκοπά ζωντανό…
θέλει να πετάξει στους ουρανούς…
Γι’ αυτό σου λέω.
Εδώ στο Γόρδιο που βρεθήκαμε
φέραμε κι ένα σπαθί.
.
Ησύχασε…
————————————————–
Μουσικό ΥΓ: Μ. Χατζιδάκις, “Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι”:

Ροη αρθρων