Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΞΙΑΔΗΣ Κ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΞΙΑΔΗΣ Κ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Πανεπιστήμιο της κοινωνίας...

των διδασκόντων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Κώστα Γαβρόγλου, Κύρκου Δοξιάδη, Μάκη Κουζέλη, Μιχάλη Σπουρδαλάκη
Η σκόνη
44GAΠολλή σκόνη γύρω μας σήμερα, γύρω από το πανεπιστήμιο· δύσκολο να το δει κανείς καθαρά. Η σκόνη δεν λέει να κατακαθίσει. Τη δημιούργησε η κυβέρνηση με την επιχείρηση κατεδάφισής του. Η σκόνη, όμως, μπορεί και να είναι παραπέτασμα που αποκρύπτει διεργασίες σε εξέλιξη ή και να τη σηκώνει μια κινητοποίηση που τώρα μόλις σκαλίζει διερευνητικά το έδαφος. Τη σκόνη την εισπνέει όλη η πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά και όλοι οι γύρω της. Κάνει την ατμόσφαιρα αποπνικτική, δεν αφήνει κανέναν να αναπνεύσει αλλά και προστατεύει όσους είναι λαθρεπιβάτες στο πανεπιστήμιο, όσους το έχουν ως πάρεργο. Αυτό που σηκώνει τη σκόνη δεν είναι μόνο τα συντρίμμια των προπυλαίων, αλλά ήδη κομμάτια του κυρίως ναού, αυτού που ήταν και είναι πανεπιστήμιο: του θεσμού που παράγει  γνώση και καλλιεργεί την κριτική, μορφώνει πολίτες δημοκρατικούς και με κρίση, δοκιμάζει και ελέγχει θεωρίες και εφαρμογές, τροφοδοτεί την κοινωνία με προϊόντα έρευνας και στελέχη ικανά για την εξασφάλιση ανάπτυξης και κοινωνικής προόδου.

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Γιατί φοβούνται τον ΣΥΡΙΖΑ;

του Κύρκου Δοξιάδη, απο τα Ενθεματα...

Πάουλ Κλε, «Τυμπανιστής», 1940
Για καιρό, η διάκριση Δεξιάς και Αριστεράς, στη διάχυτη αντίληψη περί πολιτικής, στην επικρατούσα πολιτική κουλτούρα, στα μυαλά πάρα πολλών ανθρώπων, αλλά ακόμη και σε κείμενα πολιτικής θεωρίας, συνοδευόταν από ένα δίλημμα που παρουσιαζόταν ως λίγο-πολύ αδυσώπητα αναπόφευκτο: Ότι στο γνωστό τρίπτυχο της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης οφείλει κανείς να επιλέξει αν δίνει προτεραιότητα στον πρώτο όρο ή στους άλλους δύο. Και ανάλογα με αυτή του την επιλογή, αυτομάτως, ούτως ειπείν, τοποθετούσε κανείς τον εαυτό του προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά του ιδεολογικοπολιτικού φάσματος αντίστοιχα.
Όσο και αν ακούγεται υπερβολικά σχηματικό –και είναι–, το παραπάνω δίλημμα μαζί με την επίλυσή του ως κριτήριο διάκρισης Δεξιάς και Αριστεράς ήταν διάχυτο στην πολιτική ρητορεία, πρώτιστα της Δεξιάς. Ως επιχείρημα εναντίον της Αριστεράς ήταν πανίσχυρο. Και αυτό για δύο κυρίως λόγους, σε δύο διαφορετικά επίπεδα.
Στο πραγματολογικό-ιστορικό επίπεδο, είναι γεγονός ότι τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», με όλες τις λιγότερο ή περισσότερο σταλινικές παραλλαγές τους, αποτελούσαν ολοζώντανο παράδειγμα ότι τουλάχιστον για την Αριστερά το δίλημμα είχε όντως επιλυθεί εις βάρος της ελευθερίας. Για καιρό, όσο κι αν διαρρήγνυε τα ιμάτιά της η ανανεωτική Αριστερά ότι πιστεύει στην ελευθερία και στη δημοκρατία, λίγο ήταν πιστευτή, ακόμη και σε καλοπροαίρετους μη αριστερούς.
Η ειρωνεία είναι ότι και στο εννοιολογικό-θεωρητικό επίπεδο η Δεξιά επίσης έβρισκε ερείσματα στην Αριστερά. Αναφέρομαι στον οικονομικό αναγωγισμό που χαρακτήριζε κατά μέγα μέρος τον θεωρητικό λόγο της Αριστεράς, και που οδηγούσε, μεταξύ άλλων, σε μια ουσιώδη υποβάθμιση της αξίας της πολιτικής ελευθερίας — ήτοι, της ελευθερίας ως άρρηκτα συνδεδεμένης με την ιδιότητα του πολίτη καθώς και με την αξιακή στήριξη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Εφόσον η Αριστερά δεν ενδιαφερόταν και τόσο για αυτήν ακριβώς την έννοια της ελευθερίας –έστω στον θεωρητικό της λόγο, αλλά η θεωρητική υποβάθμιση είχε και πρακτικές συνέπειες–, η Δεξιά βρήκε ελεύθερο το πεδίο να την υποβαθμίσει με τον δικό της τρόπο. Αρχικά επίσης στη θεωρία, κατόπιν και στην πράξη διαμέσου της εφαρμογής της πρώτης.
Μια κρίσιμη –και με ολέθριες για τη δημοκρατία συνέπειες– συμβολή του νεοφιλελευθερισμού, τόσο στη σφαίρα της πολιτικής θεωρίας όσο και σε εκείνην της πολιτικής πρακτικής, συνίσταται ακριβώς σε μια ιδιόμορφη αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική υποβάθμιση της ιδέας της πολιτικής ελευθερίας. Η νεοφιλελεύθερη θεωρητική και πολιτική παρέμβαση κατά κύριο λόγο έγκειται στη συρρίκνωση της έννοιας της ελευθερίας ως αξιακού προτάγματος σε μία και μοναδική εκδοχή της: στην ελευθερία της αύξησης του προσωπικού εισοδήματος, δηλαδή του πλουτισμού, διαμέσου του ανταγωνισμού. Τα δικαιώματα και οι ελευθεριακές αξίες που δεν έχουν να κάνουν με τούτη τη νεοφιλελεύθερη «ελευθερία» περνάνε σε δεύτερη μοίρα, αν όχι στην πλήρη απαξίωση. Αρχικά, και μέχρι πρότινος, τούτη η συρρίκνωση της ελευθερίας δεν ήταν τόσο άμεσα εμφανής. Απλώς, με αυτή την ατομοκεντρική και ανταγωνιστική ανασημασιοδότηση της αξίας της ελευθερίας, η ιδεολογική διάσταση που ήδη υπήρχε μεταξύ αυτής και των αξιών της ισότητας και της αλληλεγγύης προσέλαβε μορφή οριστικού ιδεολογικού διαζυγίου.
Με την κρίση όμως, η εν λόγω υποβάθμιση-συρρίκνωση κατέστη κραυγαλέα. Δεν θα ήταν υπερβολικό να ισχυριστούμε ότι στις μέρες μας, ιδίως στην Ελλάδα αλλά όχι μόνο, το «ευγενές» νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα της ελευθερίας της επιδίωξης του ατομικού οφέλους μέσα σε συνθήκες «θεμιτού» ανταγωνισμού έχει μετατραπεί σε μια παραλλαγή του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Ακόμη και η ήδη κουτσουρεμένη νεοφιλελεύθερη έννοια της ελευθερίας απογυμνώνεται πλέον από το «αξιοκρατικό» της περίβλημα και παρουσιάζεται ως αυτό που στην ουσία της ήταν ανέκαθεν: ελευθερία του ισχυρότερου. Σε μια κατεύθυνση περίπου αντίστροφη προς τον χομπσιανό ηγεμόνα που εκαλείτο να περιστείλει την αυθαιρεσία του πιο ισχυρού, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί σήμερα, από κοινού με μια κατά μέγα μέρος επίπλαστη αλλά και επισφαλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δεν έχουν πλέον άλλη αποστολή απ’ το να επιβάλλουν ως νόμο του κράτους την ελευθερία του ισχυρότερου και τις κοινωνικές της επιπτώσεις. Οποιαδήποτε σύνδεση της «ελευθερίας» του σημερινού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού με την ελευθερία ως οικουμενική αξία του Διαφωτισμού δεν μπορεί παρά να προκαλεί καγχασμό.
Σε αυτή τη συγκυρία, εύλογος είναι ο φόβος που προξενεί ο ΣΥΡΙΖΑ στις καθεστωτικές δυνάμεις παντός είδους. Το εκβιαστικό δίλημμα: «είτε ελευθερία είτε ισότητα και αλληλεγγύη» ως ιδεολογικό επιχείρημα έχει πλέον καταρρεύσει. Τώρα είναι ηλίου φαεινότερον ότι η ανελευθερία βρίσκεται στην ίδια πλευρά με την ανισότητα και την κοινωνική αναλγησία. Ο φόβος λοιπόν εκείνης της πλευράς είναι ότι η σύγχρονη ριζοσπαστική Αριστερά θα αποτελέσει έμπρακτη απόδειξη μιας αλήθειας που ίσχυε εξαρχής αλλά που μας την έκρυβαν: ελευθερία, ισότητα και αλληλεγγύη πάνε μαζί.
Ο Κύρκος Δοξιάδης διδάσκει κοινωνική θεωρία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Διμέτωπος αγώνας...

Του Κύρκου Δοξιάδη απο τα Ενθεματα...

Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, αλλά και πιο πρόσφατα, στη δουλειά μου γενικότερα αλλά και σε κάποια από τα κείμενά μου εδώ στα «Ενθέματα», έχω διαφοροποιηθεί από την τάση της Αριστεράς να ερμηνεύει τα πάντα με βάση κάποιο διπολικό σχήμα: κεφάλαιο / εργασία, καπιταλισμός / σοσιαλισμός, μονοπώλια / αντιμονοπωλιακές δυνάμεις, ιμπεριαλισμός / αντιιμπεριαλισμός, παγκοσμιοποίηση / αντιπαγκοσμιοποίηση. Τάση η οποία υποστηρίζω ότι σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στον οικονομικό αναγωγισμό και στον φιλοσοφικό ολισμό που χαρακτηρίζουν τον παραδοσιακό μαρξισμό. Επειδή όμως το μέλημά μου σε τούτο εδώ το κείμενο είναι περισσότερο πολιτικό παρά θεωρητικό, θα επισημάνω και μια άμεσα πολιτική αιτία για την διπολιστική τάση της Αριστεράς.
Είναι πιο εύκολο να έχεις έναν αντίπαλο παρά δύο (ή περισσότερους). Ακόμη και αν εξακολουθείς να εναντιώνεσαι σε (τουλάχιστον) δύο διακριτές και μη αναγώγιμες μεταξύ τους δυνάμεις, συχνά επιλέγεις τη χειρότερη από τις δύο και προσωρινά τουλάχιστον αγωνίζεσαι εναντίον εκείνης, αφήνοντας τη λιγότερο κακή στην ησυχία της. Αν μάλιστα αυτό είναι εφικτό, συμμαχείς κιόλας με τη δεύτερη εναντίον της πρώτης. Η Αριστερά στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν σταμάτησε να είναι αντικαπιταλιστική στην ιδεολογία της, κάθε άλλο. Επέλεξε όμως να συμμαχήσει με όλες τις αντιφασιστικές και αντιναζιστικές δυνάμεις των καπιταλιστικών χωρών. Σε εκείνη μάλιστα την περίπτωση δεν ήταν απλώς «πιο εύκολο» για την Αριστερά να έχει έναν αντίπαλο, το ενιαίο μέτωπο εναντίον του φασισμού-ναζισμού επιβαλλόταν από τις συνθήκες – κάθε άλλη επιλογή της Αριστεράς πιθανότατα θα είχε ολέθριες συνέπειες για την ανθρωπότητα.
Το άρθρο του Στρατή Μπουρνάζου «Κίνδυνος Θάνατος» στα προηγούμενα «Ενθέματα» είναι ένα γενναίο κείμενο. Γενναίο διότι θέτει –επιτέλους– το αίτημα για την ευρύτερη δυνατή συμμαχία στην Ελλάδα σήμερα εναντίον του σύγχρονου ναζισμού, δηλαδή εναντίον της Χρυσής Αυγής, με την επίγνωση όμως προφανώς ότι οι συνθήκες –ακόμα τουλάχιστον– κάθε άλλο παρά είναι τέτοιες που να καθιστούν αυτονόητη μια συμμαχία αυτού του είδους όπως συνέβαινε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Διάφοροι είναι οι παράγοντες που συντελούν σε αυτό, θα απομονώσω εδώ δύο από τους πιο σημαντικούς.
Ο πρώτος και κυριότερος βέβαια είναι ότι στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία η πόλωση μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών δυνάμεων προεξάρχει τόσο πολύ που οποιαδήποτε συμμαχία που δεν απευθύνεται σε δυνάμεις που εντάσσονται εξ ολοκλήρου σε μία από τις δύο πλευρές αυτού του διπόλου καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής αν όχι ανέφικτη. Αυτή η πόλωση είναι παντελώς αδύνατον να αποκτήσει δευτερεύουσα σημασία για την Αριστερά — η ίδια η ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ ως υπολογίσιμης πολιτικής δύναμης ικανής να διεκδικήσει την εξουσία οφείλεται στην εν λόγω πόλωση. Κατά συνέπεια, η πρόταση του Στρ. Μπουρνάζου για ευρεία αντιφασιστική συμμαχία μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο ως πρόταση για δύο διαφορετικά μέτωπα που πρέπει να έχει ανοιχτά ταυτόχρονα η Αριστερά: ένα αντιφασιστικό-αντιναζιστικό και ένα αντιμνημονιακό-αντινεοφιλελεύθερο.
Υπάρχει όμως ένας δεύτερος παράγοντας που καθιστά το ούτως ή άλλως δύσκολο έργο του διμέτωπου αγώνα της Αριστεράς ακόμα δυσκολότερο. Η ατυχέστατη για την Αριστερά –και επωφελέστατη για την ίδια– επιλογή της Χρυσής Αυγής να συγκαταλέγεται στις αντιμνημονιακές δυνάμεις έχει κάνει τους μνημονιακούς και καθεστωτικούς κύκλους να τρίβουν τα χέρια τους (βλ. ιδίως το πρόσφατο άρθρο του Στέφανου Κασιμάτη «Η ευκαιρία της Χρυσής Αυγής για τη δημοκρατία», Η Καθημερινή, 16.9.2012). Η «θεωρία των δύο άκρων» δίνει και παίρνει ίσως όσο ποτέ άλλοτε στη χώρα μας. Με κάποιον που σε εξομοιώνει με τη Χρυσή Αυγή δεν μπορείς να συμμαχήσεις εναντίον της. Υπ’ αυτή την έννοια, σε αυτό ειδικά το ζήτημα, δεν συμμερίζομαι την αισιοδοξία του Σ. Μπουρνάζου όταν λέει: «[...] αν κάποιοι εκσυγχρονιστές, μεταρρυθμιστές, σοσιαλδημοκράτες, κεντρώοι ή δεξιοί θεωρούν κύριο εχθρό τη Χρυσή Αυγή, χωρίς συμψηφισμούς και θέλουν να συμπράξουν μαζί μας, τότε αρνούνται, εμπράκτως, τη θεωρία των “δύο άκρων”. Κι αυτό μπορεί να αποτελέσει λυδία λίθο για τις συμμαχίες». Μάλλον αντίστροφα πάει, δυστυχώς. Για να συμπράξουν μαζί μας, θα πρέπει να έχουν ήδη αρνηθεί τη «θεωρία των δύο άκρων». Και πόσοι άραγε είναι αυτοί στο «εκσυγχρονιστικό» στρατόπεδο πλην του Σωτήρη Βαλντέν; (Βλ. Σ. Βαλντέν, «Αντιφασιστικό μέτωπο και “μεταρρυθμιστικός” σεχταρισμός» (http://www.metarithmisi.gr). Συμφωνώντας με τον Σ. Μπουρνάζο ότι πρόκειται για σημαντικό άρθρο, πιστεύω ταυτόχρονα πως είναι αποκαρδιωτικό ότι ο Σ. Βαλντέν μοιάζει να απευθύνεται και να ασκεί κριτική στους περισσότερους από τους κατά τα άλλα ομοϊδεάτες του.
Παρ’ όλες τις δυσκολίες, η Αριστερά στην παρούσα συγκυρία δεν έχει άλλη επιλογή από τον διμέτωπο αγώνα. Για να έχει έστω και μικρή πιθανότητα επιτυχίας, πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξεκαθαρίσει στον εαυτό της και στον κόσμο που απευθύνεται ότι πρόκειται όντως για δύο διακριτά μεταξύ τους μέτωπα. Ναι, η ύπαρξη της Χρυσής Αυγής, διαμέσου της «θεωρίας των δύο άκρων», βολεύει μια χαρά την αδίστακτη αντι-αριστερή προπαγάνδα των μνημονιακών δυνάμεων. Ναι, η Χρυσή Αυγή και οι σημερινοί αυταρχικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους είναι σε τεράστιο βαθμό συγκοινωνούντα δοχεία. Πέρα όμως από τις όποιες αναλύσεις και θεωρητικές προσεγγίσεις, αυτό που έχει σημασία είναι ότι, στη συνείδηση των ανθρώπων που προσελκύει –και όχι μόνο–, η Χρυσή Αυγή έχει κατορθώσει να καταχωριστεί ως αντιμνημονιακή. Θα ήταν ανέφικτο και πολιτικά ανεδαφικό αυτούς τους ανθρώπους να προσπαθήσουμε να τους πείσουμε ότι «κατά βάθος» είναι μνημονιακή και συστημική. Πιο εφικτό θα ήταν να εξηγήσουμε με κάθε δυνατό τρόπο το προφανές: Ακόμα και με το πρόσχημα της αντίστασης στη βαρβαρότητα των μνημονίων και του νεοφιλελευθερισμού, ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας ισοδυναμεί με την αυτοκτονία της.

Ροη αρθρων