Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Ιδρώνει το νεοναζιστικό αυτί;

του Στρατή Μπουρνάζου, απο τα Ενθεματα...
Στο «χρονικό» της Χρυσής Αυγής, τη βδομάδα που μας πέρασε, η είδηση ήταν η δημοσίευση, στην Εφημερίδα των Συντακτών, των περιβόητων πλέον νεοναζιστικών φωτογραφιών. Όπου βλέπουμε τους Μιχαλολιάκο-Παππά με κοντά παντελονάκια και σβάστικα, αλλά και τους Κασιδιάρη-Παππά να ποζάρουν με τη σβάστικα, όχι πλέον εξ απαλών ονύχων, αλλά το 2009 και το 2012.
Έργο του Όσκαρ ΚοκόσκαΈργο του Όσκαρ Κοκόσκα
Δεν θα επιμείνω στις φωτογραφίες, παρά τη σημασία τους.

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

ΖΟΥΓΚΛΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΘΗΡΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΓΡΙΟΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ...

Τεσσερα αρθρα απο τα Ενθεματα της Αυγης για τον κιτρινισμο και  τον φασισμο  δηλαδη για τον Μ. Τριανταφυλλόπουλο (κι οχι μονο)...
των:
Στρατή Μπουρνάζου
Δημήτρη Χριστόπουλου
Δημήτρη Τρίμη
Παντελή Μπουκάλα


Πίσω γορίλες! Δεν είναι «κίτρινος»· είναι φασίστας και εκβιαστής

του Στρατή Μπουρνάζου
Έργο του Ιερώνυμου Μπος (λεπτoμέρεια), 1515
Έργο του Ιερώνυμου Μπος (λεπτoμέρεια), 1515
Από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε ο εκβιασμός (γιατί περί αυτού, και μόνο αυτού πρόκειται), μία σκέψη τρυπάει βασανιστικά το μυαλό μου:

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Η νίκη...

του Στρατή Μπουρνάζου, απο τα Ενθεματα...
Νίκη. Νίκη, σαφής, ιστορική για τα δεδομένα της χώρας, με ευρωπαϊκή σημασία. Αυτό σημαίνει η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές. Το γράφουν, σε διαφορετικούς τόνους, όλα τα έγκυρα διεθνή μέσα ενημέρωσης, όχι μόνο ο Guardian (που για τους Μουρούτηδες είναι κάτι μεταξύ Αυγής και Unfollow), αλλά και το BBC και η Monde και οι Financial Times.
Tο ξέρουν πολύ καλά και οι κυβερνητικοί, όσο κι αν προσπαθούνε να βαφτίσουν το κρέας ψάρι, και να μας πουν ότι νικητής δεν είναι ο πρώτος, αλλά ο δεύτερος, μπορεί και ο τέταρτος (και ίσως αν η ΔΗΜΑΡ ήταν ακόμα στην κυβέρνηση να βρίσκαν τρόπο να πούνε ότι κι αυτή πέτυχε, αν όχι εξαιρετική, πάντως «ικανοποιητική» επίδοση). Το ξέρουν καλά, αλλιώς ποιος ο λόγος και των ανασχηματισμών και του ενσκήψαντος αιφνίδιου έρωτα για την απλή αναλογική;
Jason Oliva, «Φτερωτή Νίκη της Σαμοθράκης», 2010
Jason Oliva,
«Φτερωτή Νίκη της Σαμοθράκης», 2010

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Αριστερή χαρά, σκιές και κάποιες σκέψεις...

του Στρατη Μπουρναζου, απο την Αυγη...
Περίπτερο της Ανοιχτής Πόλης. Bράδυ Κυριακής, ώρα 10.00. Αν κάτι μπορώ να κάνω σε αυτό το σύντομο σημείωμα, είναι να μεταφέρω το κλίμα, τη θερμοκρασία, και κάποιες πρώτες σκέψεις. Θερμοκρασία (πολιτική) υψηλή, αναβρασμός. Κόσμος, πολύς, κόσμος της Αριστεράς παλιός και νεότερος. Και χαρά, μεγάλη χαρά.
Χαρά, όχι μόνο για το αποτέλεσμα, για το ότι ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης - σε πείσμα των δημοσκοπήσεων, σε πείσμα των media που προμοτάριζαν με κάθε τρόπο τον συνδυασμό Καμίνη και το έδειχναν μπροστά με κάμποσες μονάδες -είναι δίπλα-δίπλα με τον Καμίνη- ούτε μόνο για τη σαφή υπεροχή της Ρένας Δούρου - και πάλι σε πείσμα των «συνήθων υπόπτων». Αλλά και γιατί αυτή η μεγάλη πολιτική επιτυχία επιβεβαιώνει ότι μια καμπάνια μπορεί να είναι ριζοσπαστική, αριστερή, ανθρώπινη, μαχητική, κινηματική και ταυτόχρονα να κερδίζει. Μια επιτυχία λοιπόν που έρχεται ως επιβράβευση ενός αγώνα έντιμου, ωραίου, αριστερού. Και νικηφόρου. Χαρά, λοιπόν, μεγάλη χαρά, που σκιάζεται όμως. Και από τα ποσοστά Κασιδιάρη-Παναγιώταρου, αλλά και από το ότι ο σπουδαίος, ο λαμπρός αγώνας που έδωσαν οι σύντροφοι του Λιμανιού της Αγωνίας στον Πειραιά δεν δικαιώθηκε στην κάλπη, από την επέλαση Μαρινάκη, με όλο το ζοφερό σύμπλεγμα Ακροδεξιάς - χειραγώγησης - συμφερόντων.
Μερικές πρώτες σκέψεις λοιπόν:
α) Η κυβέρνηση έκανε ένα σωρό μανούβρες, με βασική την παράνομη μετάθεση των ευρωεκλογών τη δεύτερη Κυριακή, με έναν προφανή και ευτελή στόχο: να ανακόψει το προβάδισμα του ΣΥΡΙΖΑ, εκμεταλλευόμενη τις ιδιομορφίες των αυτοδιοικητικών εκλογών. Δεν της βγήκε. Και σε αυτό συνετέλεσε αποφασιστικά η επίδοση Σακελλαρίδη και Δούρου.
β) Το ποσοστό της Χρυσής Αυγής, σε Αθήνα και Αττική, είναι ασφαλώς ανησυχητικό. Και αποτελεί μέγα πολιτικό πρόβλημα ότι παρά την ποινική της δίωξη κατέγραψε τέτοια ποσοστά, επιβεβαιώνοντας ότι δεν αρκούν μόνο οι διώξεις. Δεν αρκούν, ωστόσο είναι απαραίτητες. Όχι μόνο για να μη θρηνούμε νεκρούς, αλλά και γιατί, αν σκεφτούμε το κλίμα και τη δυναμική πριν τη δολοφονία Φύσσα, η σημερινή εικόνα (με τα ισχυρά ποσοστά σε Αθήνα και Αττική, αλλά όχι πανελλαδικά) δεν έχει καμιά σχέση με τη λαίλαπα που σαρώνει τα πάντα όπως περίπου συνέβαινε πριν τον Σεπτέμβριο.

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Γαϊδούρειος ίππος...

του Στρατη Μπουρναζου, απο τα Ενθεματα...
Δεν είναι πολλά αυτά που ξέρω για τον Πειραιά. Έχω διαβάσει για την ιστορία της πόλης, έχω κάνει ωραίες βόλτες με καλούς φίλους, παρακολουθώ (συνήθως μέσω αυτών των φίλων) τα πολιτικά δρώμενα στο λιμάνι. Και όμως, σήμερα, για τον Πειραιά θέλω να γράψω, κι ας μην τον ξέρω καλά.
Γιατί αυτό που επιχειρείται να γίνει, με την υποψηφιότητα Μαρινάκη, ξεπερνά τα όρια της πόλης, τα δημοτικά πράγματα και πρόσωπα: εισάγει ένα νέο μοντέλο πολιτικής, πολύ επικίνδυνο αν επικρατήσει.
Ασφαλώς, δεν ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα. Το σύμπλεγμα οικονομικοί παράγοντες-επαγγελματικό ποδόσφαιρο-πελατειακές σχέσεις-μήντια-χειραγώγηση δεν εκβάλλει για πρώτη φορά στην πολιτική σκηνή. Ωστόσο, αν και όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της υποψηφιότητας Μαρινάκη είναι παλιά, η υποψηφιότητά του συνιστά, ποιοτικά, νέο φαινόμενο. Όλα όσα γίνονταν μέχρι σήμερα παρασκηνιακά ή στο ημίφως, τώρα (χωρίς να σταματήσουν βέβαια να γίνονται παρασκηνιακά) εμφανίζονται θριαμβευτικά στο προσκήνιο. Χωρίς προσχήματα, στο πρόσωπο ενός ισχυρού υποψηφίου, που δεν το κρύβει, αλλά διαλαλεί: Ναι, είμαι ο εκλεκτός του κεφαλαίου, της μπάλας, του μητροπολίτη.
Η βιτρίνα είναι υπερκομματική, απολιτική: Ο Πειραιάς, του Πειραιά, τον Πειραιά, ω Πειραιά, ζήτω ο Πειραιάς, ζήτωσαν οι Πειραιάδες: «Πάμε να νικήσουμε. Να κάνουμε έργα. Με πράξεις, όχι με λόγια. Τα ψέματα τελειώνουν. Φτάνει η μιζέρια, η ανεργία και η υποβάθμιση. Αλλάζουμε τον Πειραιά, το λιμάνι της καρδιάς μας. Να αισθανθούμε ξανά Περήφανοι Πειραιώτες!»: λόγια του Β. Μαρινάκη στην παρουσίαση του ψηφοδελτίου (27.4.2014).
Ένας λόγος κενός περιεχομένου, που, αν το καλοσκεφτούμε δεν δείχνει δα και καμιά φλόγα ή όραμα για τον Πειραιά. Είναι όμως και κάτι άλλο: ένας βαθύτατα πολιτικός «απολιτικός» λόγος. Η ιστορία του Ολυμπιακού είναι εξόχως διδακτική. Επί προεδρίας Μαρινάκη, προωθείται, στους συνδέσμους των οπαδών, σε άμεση σχέση με τη διοίκηση, η γραμμή Νο Politica: εξοστρακισμός της πολιτικής σε μια περίοδο που ο κόσμος βράζει, ακόμα μεγαλύτερη πρόσδεση στη διοίκηση, έμφαση στα χαρακτηριστικά που φιλοτεχνούν τη μεγάλη ολυμπιακή οικογένεια κλπ. — ενώ παράλληλα, οι νεοναζιστικοί πυρήνες της Χρυσής Αυγής στις τάξεις των οπαδών ενισχύονται και δρουν. Το τι σημαίνει αυτή η «μη πολιτική» θα φανεί μετά τη δολοφονία Φύσσα. Ενώ οι γειτονιές του Πειραιά θρηνούν το παλικάρι που χάθηκε, η κηδεία του γίνεται πάνδημο γεγονός για την περιοχή, σύνδεσμοι άλλων ομάδων βγάζουν ανακοινώσεις για τη δολοφονία του (οπαδού του Ολυμπιακού) Π. Φύσσα, οι σύνδεσμοι του Ολυμπιακού σιωπούν πλήρως — και η διοίκηση Μαρινάκη υποστηρίζει δημόσια αυτή τη στάση… Ιδού το No Politica που ανδρώθηκε επί Μαρινάκη: μια απολύτως πολιτική στάση, που εδώ αβάνταρε τη Χρυσή Αυγή.

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Τάκης Μπαλτάκος 007 ή «Α, ένα ελάφι!»....

του Στρατη Μπουρναζου, απο τα Ενθεματα...
Οι «τέσσερις του Καίμπριτζ» είναι μια από τις πιο πολύκροτες κατασκοπικές υποθέσεις του Ψυχρού Πολέμου: τέσσερις Βρετανοί ανώτατοι πράκτορες της Μ16 (με πιο γνωστό τον Κιμ Φίλμπυ, από τον οποίο εμπνεύστηκε ο Ίαν Φλέμινγκ τον Τζαίημς Μποντ) ήταν κατάσκοποι των Σοβιετικών και έδρασαν για χρόνια με άκρα αποτελεσματικότητα και μυστικότητα.
Κάπως έτσι φαίνεται δρούσε και ο κ. Μπαλτάκος, αν πιστέψουμε τον πρωθυπουργό, τον Μάκη Βορίδη και κάμποσους άλλους. Ένας Έλληνας 007, στην υπηρεσία της Χρυσής Αυγής, που με απόλυτη συνωμοτικότητα έφτασε στα ανώτατα κλιμάκια, παρά τω πρωθυπουργώ. Μόνο έτσι θα εξηγούνταν πώς ο Α. Σαμαράς δεν είχε ιδέα…
Το σενάριο μπορεί να ενδείκνυται για ελληνικό νουάρ, αλλά δεν αντέχει στον στοιχειώδη λογικό έλεγχο. Όπως και το αντίστροφο, που διακινεί ο ίδιος ο Μπαλτάκος: ότι ήταν «πράκτορας» της Ν.Δ. σε διατεταγμένη υπηρεσία εντός της Χρυσής Αυγής, για να τη βραχυκυκλώσει… Αυτά είναι παραμύθια, όπως έγραφε ο Μάνος Αυγερίδης («Η “αθώα περιστερά”, ο “πράκτορας του σκότους” και άλλα παραμύθια, RedNotebook, 3.4.2014: goo.gl/ceKGdE). Ή, κατά το γνωστό ανέκδοτο, ο Αντώνης θα μπορούσε να αναφωνήσει: «Α, Ένα ελάφι!» — τινάζοντας αμέσως το θήραμα από τον ώμο του (και το δεξί του χέρι). Η αλήθεια βρίσκεται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση: ο Τάκης Μπαλτάκος δεν δρούσε εν κρυπτώ και παραβύστω· τις επαφές, τις συναντήσεις και τις μηχανορραφίες τις ήξεραν πολλοί, δεκάδες, εκατοντάδες — και δεν εννοώ μόνο τους υπαλλήλους της Βουλής, τους καφετζήδες, τους κλητήρες που τον έβλεπαν να ανταλλάσσει επισκέψεις με τον Κασιδιάρη και άλλους επιφανείς ναζιστές («ενδεχομένως από ευγένεια», όπως είπε προχθές ο υπουργός Δικαιοσύνης στον ΣΚΑΪ). Όσο σκοτεινό περιθώριο αυτενέργειας κι αν αναγνωρίσουμε στον Τ. Μπαλτάκο, είναι βέβαιο ότι το αλισβερίσι με τους ναζιστές το σχεδίαζε μαζί με άλλους. Και ας μην αναζητήσουμε αυτούς τους κάποιους κάπου κάποτε, αλλά στους κόλπους της κυβέρνησης και τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Δεν μιλάμε πια για «ναζιστικούς θύλακες», αλλά για «ναζιστικό πυρήνα» στην καρδιά της κυβέρνησης.

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Τ. Μπαλτάκος: «Με φόρα, με φόρα να εκτεθεί η χώρα»...

Στρατης Μπουρναζος, απο το Red NoteBook...
«Ρεζίλι διεθνώς, για άλλη μια φορά, η Ελλάδα». Μια από τις πιο αγαπημένες ατάκες σχολιαστών και «αναλυτών» που έχει χρησιμοποιηθεί για μια απίθανη γκάμα «δεινών».
Ανθολογώ πρόχειρα από το διαδίκτυο: «Ρεζίλι διεθνώς. Πάλι δίχως φάρο το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας, «Όσα συνέβησαν στον αγώνα  Πλατανιά-Άρη μάς γυρίζουν ποδοσφαιρικά στο ’60 και γινόμαστε διεθνώς ρεζίλι», «Κτηματομεσίτες: Έχουμε γίνει διεθνώς ρεζίλι με το φόρο υπεραξίας», «Εισαγγελέας: Μας έκανε ρεζίλι διεθνώς ο Μιχάλης Λιάπης». Ασφαλώς, την τιμητική τους σε αυτό τον διεθνή διαγωνισμό ρεζιλικιού έχουν οι πάσης φύσεως απεργίες και διαμαρτυρίες, οι οποίες, σύμφωνα με κυρίαρχα μήντια, «αμαυρώνουν» την εικόνα της Ελλάδος καταφέροντας «καίριο πλήγμα» στον τουρισμό. Παράδειγμα, ένα από τα χιλιάδες: «Χιλιάδες επιβάτες ταλαιπωρήθηκαν, ενώ για άλλη μια φορά το ΠΑΜΕ [ναυτεργατών] έκανε διεθνώς ρεζίλι την χώρα μας!» (passim).
Είναι προφανής, νομίζω, η γελοιότητα και  ο –αντεστραμμένος, έστω– ναρκισσισμός που αποπνέουν τέτοιες τοποθετήσεις. Διότι μεγάλη σκορδοκαΐλα έχει η κοινή γνώμη  του πλανήτη για το τι έκανε κάποιος που λέγεται Λιάπης, είναι ανιψιός του εθνάρχη και κυκλοφορούσε με πλαστές πινακίδες ή τι συνέβη στον αγώνα Πλατανιά-Άρη. Όσον αφορά τώρα τις απεργίες και τις διαδηλώσεις, η άποψη ότι «ρεζιλεύουν» τη χώρα δεν είναι μόνο γελοία, αλλά αντιδραστική και επικίνδυνη: η άσκηση ενός  βασικού δημοκρατικού δικαιώματος θεωρείται ότι  εκθέτει τη χώρα.

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Ένα παρολίγον σπασμένο πόδι...

Η υποψηφιότητα Θ. Καρυπίδη και ο ΣΥΡΙΖΑ.
Ήταν το 1992, η εποχή των συλλαλητηρίων για το Μακεδονικό. Ο Λεωνίδας Κύρκος, βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης του ΣΥΝ τότε, πήρε τηλέφωνο τον Φίλιππο Ηλιού, να τον συμβουλευθεί αν έπρεπε να συμμετάσχει στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. Ο Ηλιού του είπε να μην πάει· επουδενί. Ο Κύρκος συμφωνούσε, αλλά ταυτόχρονα το έβρισκε μάλλον βαρύ να απουσιάσει, στο κλίμα «εθνικής έξαρσης» που κατέκλυζε τότε το πανελλήνιο. Στην αγωνία του, «μα πώς να μην πάω;» ο Φίλιππος του απάντησε το μνημειώδες: «Να σπάσεις το πόδι σου και να μην πας! Θα πονάς ένα μήνα, αλλιώς όμως θα ντρέπεσαι για όλη σου τη ζωή!». Ο Κύρκος τελικά πήγε, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που θυμήθηκα την ιστορία. Τη θυμήθηκα, παρά τις προφανείς διαφορές, εξαιτίας της υπόθεσης Καρυπίδη. Πίστευα, με λίγα λόγια, πως αν ο Καρυπίδης έμενε τελικά υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ θα ντρεπόμασταν, πολλοί, πολύ και για πολύ.
Είναι μάλλον η πρώτη φορά που ασχολούμαι, στις σελίδες αυτές, με «κομματικό ζήτημα». Ακριβώς επειδή το ζήτημα δεν είναι κομματικό. Ούτε πρόκειται για θέμα άποψης. Δεν αναζητώ να σμιλεύσω το καλούπι του ιδεοτυπικού υποψήφιου ούτε κάποια ουτοπική συμφωνία: και οι διαφοροποιήσεις και οι «αποκλίσεις» και τα τοπικά κριτήρια, όλα είναι μέσα στο παιχνίδι. Αυτό όμως που θεωρώ εκτός παιχνιδιού –του αριστερού παιχνιδιού, τουλάχιστον– είναι να καλείς τον Κασιδιάρη μισή ώρα στην εκπομπή σου, μετά τη διπλή δολοφονία στο Νέο Ηράκλειο, και να του δίνεις βήμα να εκθέσει όλο το πολιτικό του πρόγραμμα, χωρίς να του φέρεις ούτε μία αντίρρηση. Επίσης, το να γράφεις για «λαθρομετανάστες» οι οποίοι πλημμυρίζουν τα νοσοκομεία μας και, ασφαλώς, να αναπαράγεις ένα αντισημιτικό-συνωμοσιολογικό παραλήρημα περί της “εβραίκής λέξης” ΝΕΡΙΤ.Δεν πρόκειται για πολιτική διαφωνία, αλλά για κάτι πολύ πιο ριζικό, που αγγίζει τον πυρήνα των αξιών μας.

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Το Άλφα...

του Αριστειδη Μπαλτα, απο την Αυγη...
Ένα πρόσφατο κείμενο του Στρατή Μπουρνάζου, που σχολιάζει τη στέρηση ηλεκτροδότησης σε όσα νοικοκυριά δεν έχουν να πληρώσουν ("Γενηθήτω φως", "Αυγή", 15.12.2013), διατυπώνει, ισχυρίζομαι, το βάθρο και τη μεθοδολογική αφετηρία του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Γράφει ο Μπουρνάζος: "Αν ξεκινάμε από αυτό, το απλό και το μεγάλο, 'κανένα σπίτι χωρίς ρεύμα', τα πάντα μπορούν να αλλάξουν. Γιατί αυτή η παραδοχή βάζει στο επίκεντρο τον άνθρωπο. Όλοι πρέπει να έχουν ρεύμα, είτε μπορούν να πληρώσουν οι ίδιοι είτε όχι. Αν ξεκινήσουμε από αυτό, μετά ανοίγει η κουβέντα ποιος θα πληρώσει (γιατί ασφαλώς κάποιος πρέπει να πληρώσει) για όσους δεν μπορούν [...] Και ας το προχωρήσουμε. Κανένας δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ρεύμα, χωρίς περίθαλψη, χωρίς νερό, χωρίς ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Ας επιμείνουμε ότι η κουβέντα ξεκινά από αυτό το σημείο [...] Αυτό είναι το Α που δεν συζητάμε".
Αυτό είναι το Α που δεν συζητάμε, αυτή είναι η αδιάβατη κόκκινη γραμμή, αυτό είναι το βάθρο του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό είναι το μόνο που δεσμεύεται απολύτως να επιτύχει μια κυβέρνησή του. Ούτε αυτό το Α είναι εύκολο και το ξέρουμε. Γιατί τα συγκεκριμένα μέτρα που θα το πραγματοποιήσουν είναι πολλά, σύνθετα και συνδέονται μεταξύ τους.

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Κιβδηλοποιοί....

Με αφετηρία τη συζήτηση για την προκήρυξη των ΜΛΕΔ
Τζαίημς Ένσορ, “Δυο σκελετοί παλεύουν για μια ρέγκα τουρί”
Από τη στιγμή που δημοσιοποιήθηκε η προκήρυξη των ΜΛΕΔ για τη δολοφονία των χρυσαυγιτών γράφτηκαν πολλά. Τα περισσότερα κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι η προκήρυξη είναι πλαστή,  μέσα από ποικίλες επισημάνσεις. Επισήμαιναν, λ.χ., αντιφάσεις, γλωσσικά (καθαρευουσιάνικες εκφράσεις) ή ιδεολογικά παράδοξα (ο Ντουρούτι μαζί με πατριωτικές κορώνες), τις αναφορές στον «στρατηγό Φραγκούλη Φράγκο» και την αστυνομία (και όχι, λ.χ., στο «στρατόκαυλο σκουλήκι» και τους «μπάτσους»), το δημοσιογραφικό, σχεδόν copy-paste ύφος, καθώς και το γεγονός της αποστολής στη «Ζούγκλα».
 Δεν θα συμφωνήσω. Κατά τη γνώμη μου, όλες αυτές οι αντιφάσεις και τα  παράδοξα δεν παραπέμπουν κατ’ ανάγκην σε πλαστότητα· μπορούν κάλλιστα να παραπέμπουν σε τρικυμία εν κρανίω. Οι αντιφάσεις, αντί να οφείλονται σε κακοτεχνίες του χαλκείου και του χαλκεύοντος ασφαλίτη, μπορεί, πολύ πιο απλά, να είναι αληθινές: να απηχούν  πραγματικές αντιφάσεις στο μυαλό όσων σχεδίασαν ή διέπραξαν τη διπλή δολοφονία.
Αν γράφω αυτές τις λίγες γραμμές, δεν είναι επειδή ζήλωσα την δόξα ειδικού περί την τρομοκρατία. Κάθε άλλο· η μέριμνα και η αγωνία μου είναι  καθαρά πολιτική. Επειδή έχει σημασία η ταυτότητα των εκτελεστών (αν είναι «παρακρατικοί» ή «ένοπλη οργάνωση»), αλλά και  ο τρόπος που σκεφτόμαστε, η ευστάθεια ή η σαθρότητα των συλλογισμών μας. Σκέψεις και ερωτήματα, λοιπόν:

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Δεν ήταν ο γαλατάς...

Χαράματα Πέμπτης, όταν χτύπησε το τηλέφωνο, ήξερα στα σίγουρα πως δεν ήταν ο «γαλατάς». Βλέποντας αυτόν που καλούσε, υψηλά ιστάμενο φίλο και συριζαίο, ο νους μου πήγε αμέσως στο χειρότερο: Πραξικόπημα; Τόσο που με ανακούφιση σχεδόν –σχήμα λόγου, βέβαια– άκουσα ότι επρόκειτο «απλώς» για την εισβολή των ΜΑΤ στην ΕΡΤ. Όπως διαπίστωσα την επομένη, κάμποσοι έκαναν την ίδια σκέψη: το μυαλό τους πήγε στα τανκς, κάτι που μόνο ιλαρότητα θα προξενούσε λίγα χρόνια πριν. Και ο λόγος για τον συνειρμό δεν είναι ημερολογιακός, οι μνήμες του Νοέμβρη του ’73, ούτε κάποια «έλξη» προς την εκτροπή, ότι ονειρευόμαστε «χούντες» — κι εγώ κι οι άλλοι φίλοι που είδαμε το ίδιο «όνειρο», μεταξύ ύπνου και ξύπνου, είμαστε απ’ αυτούς που εξακολουθούμε να επιμένουμε ότι δεν ζούμε μια «νέα χούντα». Ας μην αναζητήσουμε λοιπόν το γιατί στους δαιδάλους του μυαλού, αλλά σ’ όσα ζούμε καθημερινά. Και η προχθεσινή εισβολή των ΜΑΤ ήταν ένα ακόμα λιθαράκι –ή, ακριβέστερα, κοτρώνα– στο τοπίο αυτό της ανωμαλίας.
***
«Επεμβάσεις» των ΜΑΤ έχουμε δει και ζήσει πάρα πολλές. Το ξεχωριστό της προχθεσινής εισβολής έγκειται στο ότι έρχεται να επισφραγίσει μια πολύμηνη ιστορία συστηματικών παραβιάσεων της νομιμότητας και του Συντάγματος. Γιατί η ιστορία της ΕΡΤ, όλους αυτούς τους μήνες, αποτελεί επιτομή του τρόπου με τον οποίο πολιτεύεται η κυβέρνηση: παραβιάζοντας το Σύνταγμα, τσαλαπατώντας τη νομιμότητα, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις, ακόμα και για την κατακραυγή, μακριά από την πραγματικότητα. Το αιφνιδιαστικό «μαύρο» στην ΕΡΤ, η επιλογή της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου για κάτι που τίποτα έκτακτο δεν είχε, η μη υποβολή της Πράξης στη Βουλή και η εκπνοή της, η άρνηση συμμόρφωσης με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και πολλά άλλα συνθέτουν την εικόνα της διαρκούς εκτροπής και όχι του στιγμιαίου ατυχήματος.

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Χρυσή Αυγή: το κουβάρι της εγκληματικής δράσης ξετυλίγεται...

του Στρατη Μπουρναζου, απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
Το κουβάρι ξετυλίγεται. Δύσκολα μπορώ να φανταστώ άλλη παρομοίωση που να περιγράφει καλύτερα την εικόνα που συντίθεται, ψηφίδα-ψηφίδα, για τη Χρυσή Αυγή από τα στοιχεία που έρχονται στο φως, το ένα μετά το άλλο.
Μια εικόνα τρομακτική και συντριπτική. Και, σίγουρα, η εικόνα αυτή έπαιξε  τον ρόλο της στην αιφνιδιαστική απόσυρση της θεωρίας των δύο «άκρων» («Παγίδα. Πώς έδωσε πόντους στους Χρυσαυγίτες η θεωρία των δύο άκρων», ανακαλύπτουν αίφνης στο σαββατιάτικο φύλλο τους Τα Νέα).  Και ακόμα στο ότι κατέρρευσε αμέσως, πριν προλάβει καλά καλά να στηθεί στα πόδια της, η άποψη ότι για την απώλεια της ζωής του Π. Φύσσα έφταιγε το… ποδόσφαιρο («Τον σκότωσε για το ποδόσφαιρο», διαβάζαμε στην οθόνη του ΣΚΑΪ, Τετάρτη πρωί).

Γιατί, το ξαναλέω, η εικόνα είναι συντριπτική. Μένω σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά δημοσιεύματα των ημερών, τη συνέντευξη ενός πρώην μέλους της Χρυσής Αυγής στο Έθνος (20 και 21.9.2013).

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Τρυγητής των σχολείων...

O Ιούνης ήταν ο Θεριστής, ο Ιούλης ο Αλωνάρης, ο Αύγουστος ο Συκολόγος και ο Σεπτέμβρης ο Τρυγητής. Και απ’ όταν οι κοινωνίες μας άρχισαν να μπαίνουν στον ρυθμό της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ο Σεπτέμβρης έγινε, αναντίρρητα, ο μήνας του σκολειού: της νέας χρονιάς, των σχολικών ειδών, του αγιασμού, των καινούργιων βιβλίων κ.ο.κ. Φέτος όμως έχουμε και άλλους –λιγότερους ρουτινιάρικους, μα και λιγότερους ευχάριστους– λόγους, να το λέμε: «διαθεσιμότητα» και μετατάξεις, καταργήσεις ειδικοτήτων στα τεχνικά λύκεια, νέος νόμος για το λύκειο, ολοήμερα σχολεία που καταργούνται, ΑΕΙ που αναστέλλουν τη λειτουργία τους και, βέβαια, η απεργία διαρκείας των καθηγητών από αύριο: ένα φάσμα καταιγιστικό, που κάνει, χωρίς καμιά αμφιβολία, τον Σεπτέμβρη που διανύουμε μήνα της παιδείας.
Ξεκινάω από τον νόμο για την «αναδιάρθρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», που ψηφίστηκε την Τρίτη. Ας διακρίνουμε, σύμφωνα με όσα μάθαμε από την κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, τέσσερα πεδία στα οποία μπορούμε να τον αποτιμήσουμε. Πρώτον, όσα διακηρύσσει ότι προτίθεται να κάνει. Δεύτερον, εκείνα που πραγματικά κάνει, πέρα από τις εξαγγελίες. Τρίτον, αυτά που δεν κάνει, τα ζητήματα που αφήνει απέξω. Τέταρτον, η πραγματικότητα στην οποία θα εφαρμοστεί. Σημείο, το τελευταίο, ιδιαίτερα κρίσιμο: στον πρόσφατο νόμο για τα ναρκωτικά, λ.χ., το μείζον δεν ήταν οι αδυναμίες ή οι ελλείψεις του, αλλά ότι με τις δεδομένες συνθήκες (συρρίκνωση κονδυλίων, κατάρρευση των δομών ψυχικής υγείας και εν γένει των δομών πρόνοιας, συνωστισμός στις φυλακές) οι θετικές διατάξεις του θα μείνουν, πιθανότατα, γράμμα κενό.
Και στα τέσσερα πεδία, ο νόμος και η κυβέρνηση παίρνουν πολύ χαμηλό βαθμό. Θα εξηγήσω αμέσως το γιατί.

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Ο ανώτατος βαθμός του υποκόσμου...

του Στρατη Μπουρναζου, απο τα Ενθεματα...Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω κάτι για τις αθλιότητες Ζαρούλια σχετικά με τη  Μαριάννα Δραγασάκη. Και, πάνω από όλα, δεν θέλω να αναπαράγω τις αθλιότητες αυτές, καθώς  θεωρώ λάθος (και σε αυτή την περίπτωση και σε άλλες) να γινόμαστε, έστω και άθελά μας, αγωγοί  και αναμεταδότες της χυδαιότητας την οποία κατακρίνουμε. Άλλωστε, τα λόγια της Ελένης Ζαρούλια κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, πιθανότατα τα ξέρετε ήδη. Οι λάτρεις της αναδίφησης, ας βρουν και το πρωτότυπο (το πρωτοσέλιδο του Πρώτου Θέματος του 2007 — και ας σκεφτούμε, άλλη μια φορά, τη συμπόρευση, σε πολλαπλά επίπεδα, των Χρυσαυγιτών και του φύλλου του Θέμου Αναστασιάδη).
Όμως, αν εμείς από την Αυγή δεν έχουμε να πούμε πολλά, αν δεν χρειάζεται να πει τίποτα ο ίδιος ο Γιάννης Δραγασάκης και ο ΣΥΡΙΖΑ, θα θέλαμε να ακούσουμε να λένε, και μάλιστα να λένε πολλά, όλοι οι άλλοι: το προεδρείο της Βουλής, τα άλλα κόμματα, οι εφημερίδες και οι αναλυτές, ιδίως του συντηρητικού και δεξιού τόξου. Και, εκτός από το να λένε, να αντιληφθούν, επιτέλους, εκείνο που εδώ και καιρό πολλοί από αυτούς αρνούνται επίμονα να αντιληφθούν: ότι η Χρυσή Αυγή δεν είναι «το ένα άκρο» ούτε κάποιοι «δυνάμει σύμμαχοι», ούτε κάποιοι «χρήσιμοι ηλίθιοι» ούτε ένα «αναπόφευκτο κακό»· είναι μια νεοναζιστική συμμορία, που εφαρμόζεςι τις μεθόδους των συμμοριών και του υποκόσμου. Γιατί όλα, μα όλα, στη συγκεκριμένη τοποθέτηση της Ε. Ζαρούλια  παραπέμπουν ευθέως στη γλώσσα και τις μεθόδους εκβιασμού που χρησιμοποιούν οι συμμορίες: –Μη μας πας κόντρα, αλλιώς θα σου βγάλουμε τα «άπλυτα» στη φόρα, κι αν δεν έχουμε, θα βρούμε, ντε και καλά,  θα ανακαλύψουμε, θα φτιάξουμε για σένα, για τα παιδιά σου, για την οικογένειά σου. Ακούστε, αν δεν ακούσατε, την Ελένη Ζαρούλια, στη συγκεκριμένη επίθεση: αυτός είναι ο κόσμος, η φρασεολογία, το αποκρουστικό ήθος του υποκόσμου, με ή χωρίς το πρόσημο του νεοναζισμού.
ΥΓ. Κατά τα λοιπά, το Πρώτο Θέμα φαίνεται ότι έχει ζηλώσει και διεκδικεί με αξιώσεις τα πρωτεία των «ρεπορτάζ» της Ελεύθερης Ώρας του αλήστου μνήμης Γρηγόρη Μιχαλολιάκου — με τις ερωτικές επιστολές προσωπικοτήτων του δημοσίου βίου που εξασφάλιζε  από τον κάλαθο των αχρήστων, τη δεκαετία του 1980.

Εικονα: Έργο του Γκόγια, 1799

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Το αλυσοπρίονο. Και το συνέδριο...

Ή εμείς ή αυτοί
Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, που άρχισε την Τετάρτη; Φαινομενικά καμία, πλην της χρονικής εγγύτητας. Κατά βάθος, μεγάλη. Γιατί δεν είναι μόνο το αλυσοπρίονο. Είναι και η Ιερισσός. Και η «προστασία» του αρχαιολογικού περίπατου από ειρηνικές διαδηλώσεις με χημικά, ξύλο και συλλήψεις μέρα μεσημέρι. Και το «μαύρο» στην ΕΡΤ. Και η προληπτική επιστράτευση των καθηγητών. Και η –αντισυνταγματική– κράτηση Σακκά. Και οι «ωσμώσεις» Ν.Δ. και Χρυσής Αυγής. Και η –αντισυνταγματική, επίσης– απόλυση χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων, με κυνισμό και ανευθυνότητα. Και οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου. Και η διάλυση του κοινωνικού κράτους, τη στιγμή που το χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ. Και το ξεπούλημα πόρων και δικαιωμάτων, και, και, και…

Αφίσα από τις κινητοποιήσεις των ισπανών ανθρακωρύχων, Ιουλιος 2012
Το αλυσοπρίονο, ποικιλοτρόπως και παντοιοτρόπως, είναι παντού. Δεν είναι εξαίρεση ή ατύχημα, είναι οργανικό κομμάτι αυτής της πολιτικής, όπου η (άγρια) λιτότητα στην οικονομία συνεπάγεται (εξίσου άγρια) λιτότητα στη δημοκρατία, όπου η διάλυση του κοινωνικού κράτους πάει χέρι χέρι με τη διάλυση του πολιτεύματος.
Με δεδομένη αυτή την κατάσταση, που μας βυθίζει ολοένα και πιο βαθιά στην κρίση (το Μνημόνιο δεν είναι μόνο άδικο· είναι και καταστροφικό: καταστρέφει την προοπτική για την πλειονότητα των ανθρώπων της χώρας, τους οδηγεί στην εξαθλίωση και την απελπισία), το ζήτημα της κυβέρνησης αποκτά βιοτική, υπαρξιακή σημασία. Γιατί, όσο και να μη θέλεις να ασχοληθείς με την κεντρική πολιτική, όσο και να λαχταράς να αφιερωθείς στα γραφτά σου, στα παιδιά σου ή τους φίλους σου, να καλλιεργήσεις τον κήπο ή τα ενδιαφέροντά σου, δεν μπορείς. Ούτε μπορείς να μένεις περίκλειστος στον πύργο σου ή να υφαίνεις μόνο κινηματικούς δεσμούς στο μικροεπίπεδο — όπως παλιότερα.
Η αλλαγή κυβέρνησης και η αλλαγή πολιτικής γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι αποτελεί προϋπόθεση απολύτως αναγκαία –κι ας μην είναι ικανή από μόνη της–, για να μη διαλυθούν οι ζωές μας. Με αυτή την έννοια, το αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να γίνει κυβέρνηση και αν θα μπορέσει να ανακόψει την καταστροφή αφορά πολύ περισσότερους από τα κομματικά μέλη και τους φίλους του. Ακόμα και τους πιο σκεπτικούς, αυτούς που δεν έχουν καμιά σπουδαία συμπάθεια για τον ΣΥΡΙΖΑ και την Αριστερά, ανανεωτική και ριζοσπαστική συνάμα, καθώς καταλαβαίνουν πώς η ακολουθούμενη πολιτική μάς βουλιάζει όλο και περισσότερο, δεν τους αφήνει διόλου αδιάφορους το τι κάνει, και τι μπορεί να κάνει, ο ΣΥΡΙΖΑ.
Αν κατά τη διάρκεια της τριακονταετούς βασιλείας του ΠΑΣΟΚ, για την Αριστερά το να παραμένει εκτός κυβερνητικού νυμφώνος αποτελούσε όρο πολιτικής αξιοπρέπειας και επιβίωσης, σήμερα ζούμε την εντελώς αντίθετη κατάσταση: η διεκδίκηση της εξουσίας, η αριστερή κυβέρνηση αποτελούν μονόδρομο, όχι μόνο για την πολιτική επιβίωση της Αριστεράς, αλλά και της κοινωνίας και της δημοκρατίας. Έτσι, όσα γίνονται στο Φάληρο από την Τετάρτη, και όσα θα γίνουν από τη Δευτέρα σε όλη τη χώρα, αποκτούν σπουδαία και επείγουσα σημασία: Το πώς θα μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει μια αριστερή, δημοκρατική και αποτελεσματική κυβέρνηση, κοινωνικής δικαιοσύνης και σωτηρίας, υπερβαίνει όχι μόνο τον κύκλο των μελών και των συνοδοιπόρων, αλλά και της Ελλάδας.
Ή εμείς ή αυτοί, λέει το σύνθημα. Ίσως, σε κάποιους, μοιάζει απλοϊκό. Επίσης, χρειάζεται επεξηγήσεις: ας πούμε, ποιους περιλαμβάνει (κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά) το «εμείς; Ωστόσο, εκφράζει μια βαθιά αλήθεια, μια αλήθεια που καίει. Και ίσως γι’ αυτό, ρητά ή υπόρρητα, αγγίζει ολοένα και περισσότερους.

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Καταστολή, αναστολή και ματαιώσεις

του Στρατη Μπουρναζου, απο τα Ενθεματα...
Για τον κόσμο της Αριστεράς (και πολλούς άλλους, βέβαια) ένα ήταν το ζήτημα, τις τελευταίες μέρες: η απεργία των καθηγητών, η επιστράτευση και το άδοξο –αν μη τι άλλο– τέλος της απεργίας προτού καν αρχίσει. Το συζητήσαμε και συνεχίζουμε να το συζητάμε, με πάθος και ένταση, όλοι μας, αριστεροί και αριστερές όλων των αποχρώσεων και τάσεων. Και αυτή η σχεδόν περιγραφική διατύπωση υποδεικνύει αμέσως και ένα μείζον πρόβλημα: ενώ η απεργία και η επιστράτευση ήταν το ζήτημα για όλους μας, ως Αριστερά και ως αριστεροί, δεν καταφέραμε να κάνουμε κάτι πολύ περισσότερο (αν εξαιρέσουμε την πορεία της Δευτέρας)  από το να το συζητήσουμε.

Γι’ αυτό δεν αρκεί να καταγγείλουμε την απερίγραπτη στάση της ΑΔΕΔΥ-ΓΣΕΕ, ούτε να εκφράσουμε την οργή μας για το ότι η προληπτική επιστράτευση αποφασίστηκε από μια κυβέρνηση που έχει μέσα ένα κόμμα που λέγεται –κατά διπλή αντίφραση, πλέον– Δημοκρατική Αριστερά κ.ο.κ. Όλα αυτά, και πολλά άλλα, είναι αναγκαία, αλλά είναι τα δεδομένα και τα «εύκολα». Χρειάζεται να μπούμε στα δύσκολα: στον βαθμό που είμαστε κομμάτι αυτής της υπόθεσης (όχι ως εκπαιδευτικοί, αλλά ως Συριζαίοι, ως αριστεροί, ως πολίτες που αγωνίζονται) να αναζητήσουμε τις δικές μας ευθύνες, όσα κάναμε και δεν  όσα κάναμε, όσα έκαναν και  όσα δεν έκαναν οι χώροι που ανήκουμε. Σκέψεις, λοιπόν, σε αυτή την κατεύθυνση:
1. Αν αποτιμήσουμε συνολικά το τελευταίο δεκαήμερο, είχαμε μια σοβαρή ήττα: όχι μόνο για την ΟΛΜΕ και τους καθηγητές, αλλά και για το συνδικαλιστικό κίνημα, γενικότερα για το κίνημα και την Αριστερά, και ακόμα γενικότερα για τη δημοκρατία. Το γεγονός ότι όχι μόνο «δεν ξεσηκώθηκαν οι πέτρες, δεν άνοιξαν οι ουρανοί, δεν σχίστηκε το καταπέτασμα του ναού» ενάντια στο τερατώδες μέτρο της «προληπτικής επιστράτευσης» (όπως έγραφε η Αυγή την Πέμπτη), αλλά ότι τελικά οδηγηθήκαμε στην αναστολή της απεργίας, συνιστά ξεκάθαρη ήττα για μας – και επιτυχία της κυβέρνησης.
Άκουσα, επ’ αυτού, δύο σοβαρές ενστάσεις. Πρώτον, ότι  η εμμονή στην απεργία θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ήττα, ακόμα και καταστροφή. Δεύτερον, ότι η κυβερνητική νίκη θα αποδειχθεί πύρρεια, αφού δεν μπορείς να κυβερνάς μόνο με το ρόπαλο, επιστρατεύοντας τους πάντες. Ακόμα  και αν αποδεχτούμε πλήρως τις δύο παραπάνω απόψεις –θα το κάνω, για λόγους οικονομίας της συζήτησης το κάνω, παρότι η άποψη μου διαφέρει αρκετά– αυτό δεν σημαίνει ότι η αναστολή της απεργίας μπορεί να βαφτιστεί «σχετική επιτυχία», «καλύτερη δυνατή εκδοχή» κ.ο.κ. Ούτε ωφελούν, αντίθετα βλάπτουν πολύ, τα μισόλογα, οι ωραιοποιήσεις και οι παρακάμψεις.
2. Η απόφαση της Τετάρτης, και με το περιεχόμενό της και με τον τρόπο που πάρθηκε, είναι πολύ προβληματική,  καθώς, εκτός όλων των άλλων, δημιουργεί ζητήματα φερεγγυότητας και  αξιοπιστίας, — όχι μόνο για τους συνδικαλιστές της ΟΛΜΕ, αλλά  συνολικότερα για τον συνδικαλισμό και τον ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτό, ο κλονισμός της πολιτικής εμπιστοσύνης,  η ματαίωση είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ σοβαρότερο από το αν μια απόφαση είναι δεξιότερη ή αριστερότερη.
3. Ταυτόχρονα, με τις δεδομένες συνθήκες (στάση ΑΔΕΔΥ-ΓΣΕΕ, φόβος απόλυσης, γενικότερη παγωμάρα στην κοινωνία) όλες οι αποφάσεις ήταν δύσκολες,  όλες ήταν πολύ πιθανό να οδηγήσουν σε ήττα  (βέβαια, από εκεί και πέρα τίθεται το ζήτημα ότι δεν είναι όλες οι ήττες ίδιες, με λυδία λίθο και πάλι το ζήτημα της πολιτικής εμπιστοσύνης). Και ασφαλώς δεν πρέπει να φαντασιωνόμαστε μια κατάσταση γενικευμένης ανυπακοής, όπου χιλιάδες εκπαιδευτικοί θα έκαιγαν τα φύλλα επιστράτευσης. Δεν βρισκόμασταν στο παρά πέντε της εξέγερσης — αλλιώς  τα χαράματα Πέμπτης τα γραφεία των ΕΛΜΕ και της ΟΛΜΕ θα πολιορκούνταν από πλήθη αγανακτισμένων καθηγητών και λαού.
4. Το τελευταίο δεκαήμερο μας υποχρεώνει να συζητήσουμε ξανά συνολικά για το συνδικαλιστικό κίνημα. Εκτός και πέρα από τις ευθύνες προσώπων, μακριά από ανέξοδες λογικές αγωνιστικής πλειοδοσίας  ή οδηγιών του τύπου «Αριστερότερα, Κουροπάτκιν!»,[1] είναι σίγουρο ότι οι διαδοχικές ήττες (Χαλυβουργία, μετρό, καθηγητές) κάνουν αναγκαίο έναν κριτικό στοχασμό. Με δυο λόγια, γιατί τη στιγμή που το συνδικαλιστικό κίνημα είναι αναγκαίο περισσότερο από ποτέ, δεν μπορεί να εκπληρώσει τον ρόλο του, πηγαίνει από ήττα σε ήττα.
5. Φτάνω στον ΣΥΡΙΖΑ. Και, όσο πλησιάζουμε στα δικά μας χωράφια, μπορούμε, και πρέπει, να είμαστε πιο αυστηροί με τα «οικεία κακά». Ως ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, ενώ όλα τα δεδομένα ήταν γνωστά εδώ και μέρες, δεν δείξαμε τα πολιτικά αντανακλαστικά που έπρεπε. Δεν αξιολογήσαμε το ζήτημα ως κεντρικό, πρώτης γραμμής που υπερβαίνει πολύ τους εκπαιδευτικούς, αφορώντας συνολικά τη δημοκρατία και τα δικαιώματα. Δεν εκτιμήσαμε την απεργία ως έναν αγώνα που  στην πιο προωθημένη –και εξαιρετικά δύσκολη, ίσως και απίθανη– περίπτωση της επιτυχίας μπορούσε ακόμα και να ρίξει την κυβέρνηση, ενώ στη χειρότερη (και πιο πιθανή) να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα, ακόμα και να καταρρακώσει τον συνδικαλισμό και την Αριστερά. Η κριτική μου, εδώ, δεν είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν «συγκρατημένος» ή «δεν βγήκε στα κεραμίδια», αλλά ότι δεν αντελήφθη την κεντρικότητα και την κρισιμότητα του αγώνα, ιδίως μετά την επιστράτευση[2] – και αυτό είναι αυτοτελές κεφάλαιο από τη στάση και τις ευθύνες  της ΟΛΜΕ, αφού το ζήτημα, όπως είπαμε, ξεπερνούσε κατά πολύ  και τα σχολεία, τους καθηγητές και τους μαθητές.
***
Η κυβέρνηση  έχει δείξει  επανειλημμένα ότι δεν μπλοφάρει. Όσο και αν, με τις παραστάσεις και τα νοητικά εργαλεία του παρελθόντος, δυσκολευόμαστε να το συλλάβουμε, είναι σχεδόν βέβαιο ότι από εδώ και πέρα οι απεργίες θα κηρύσσονται συλλήβδην παράνομες και καταχρηστικές (βλ. και ΕΡΤ, προχθές), οι επιστρατεύσεις θα δίνουν και θα παίρνουν. Η κυβέρνηση θα κινηθεί έτσι, επειδή η πυγμή είναι το βασικό, ίσως και το μόνο, πολιτικό εργαλείο που της απομένει. Σε ένα κομμάτι της κοινωνίας η λογική «νόμος και τάξη», «Ξένιος Δίας»  κ.ο.κ. συναντά αποδοχή, και  η κυβέρνηση χτίζει συναινέσεις σε ένα πεδίο προνομιακό γι’ αυτήν. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η Αριστερά δεν μπορεί να αποτελεί απλώς  ένα «παρατηρητήριο» ή «διαπιστωτή» της κοινωνικής αδράνειας. Πρέπει να οργανώνει τους τρόπους που θα σπάσει η αδράνεια, που οι διάχυτες αντιδράσεις, η οργή, η απογοήτευση, η ματαίωση θα γίνονται πολιτική πράξη  – αυτό που δεν κατάφερε απεργία των εκπαιδευτικών. Είναι κάτι που αφορά όχι τα μόνο την πολιτική επιβίωσή της, αλλά και την επιβίωση της δημοκρατίας και της κοινωνίας.
***
 «Αν οι εκλογές άλλαζαν κάτι, θα απαγορεύονταν» έλεγε ένα γνωστό παλιό αναρχικό σύνθημα. Φαίνεται πως σήμερα  αυτό ισχύει, αντίστροφα,  για τις απεργίες. Παρά την τρομοκρατία, παρά τα προβλήματα και τη γραφειοκρατία του συνδικαλιστικού κινήματος, παρά την ιδιώτευση και τον φόβο της απόλυσης, φαίνεται ότι  οι απεργίες μπορούν κάτι να αλλάξουν, να απειλήσουν, πραγματικά και συμβολικά, την καθεστηκυία τάξη. Γι’ αυτό και απαγορεύονται, η μία μετά την άλλη.
ΥΓ. Δύο διευκρινίσεις. Παρότι το άρθρο εστιάζεται στην Αριστερά, ασφαλώς δεν πιστεύω ότι το θέμα αφορά μόνο την Αριστερά· αφορά και πολλούς άλλους: τους εκπαιδευτικούς (αριστερούς και μη), τους δημοκράτες πολίτες κλπ. Επίσης, ξέρω ότι πολλοί σύντροφοι πιστεύουν πως σε τέτοιες στιγμές δεν είναι ώρα για κριτική, ότι προέχει η άμυνα. Αν έγραψα, καθόλου εύκολα, τα παραπάνω, το έκανα έχοντας την εντελώς αντίθετη πεποίθηση: ότι σε τέτοιες ακριβώς δύσκολες στιγμές η πολιτική και προσωπική ειλικρίνεια, η κριτική είναι όρος πολιτικής αξιοπρέπειας και δύναμης. Το να βλέπουμε τα λάθη –με πρώτα τα δικά μας– μπορεί να είναι ακόμα λυτρωτικό, σημείο εκκίνησης για να τα ξεπεράσουμε. Με το βλέμμα μπροστά, για να προχωρήσουμε.

[1] Ο  Π. Κανελλίδης, εκδότης των Καιρών, καλύπτοντας με πάθος τον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο του 1905, είχε φτάσει να δίνει, από τις στήλες της εφημερίδας του, λεπτομερείς οδηγίες στον ρώσο αρχιστράτηγο Αλεξέι Κουροπάτκιν  πώς να κινήσει τα στρατεύματά του για να νικήσει τους Ιάπωνες — με αποκορύφωμα τον περίφημο τίτλο-προτροπή: «Δεξιότερα, Κουροπάτκιν!».
[2] Αντίθετα, η πρόταση νόμου για κατάργηση του θεσμού της πολιτικής επιστράτευσης, που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ την Παρασκευή το πρωί, πρέπει να επισημανθεί σαφώς  ως θετική πρωτοβουλία.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Προανακριτική: Δεν είναι (μόνο) ο σεξισμός· είναι ο φασισμός...

του Στρατη Μπουρναζου, απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
Η αξιοθρήνητη εικόνα της Προανακριτικής, την περασμένη Πέμπτη, συζητήθηκε αρκετά. Μια από τις διαστάσεις που τονίστηκαν (βλ., εδώ, το άρθρο της Άννας Χατζησοφιά) ήταν η διάσταση του σεξισμού. Πιστεύω, ωστόσο, ότι το επίδικο, το μείζον θέμα στην περίπτωση αυτή δεν είναι ο σεξισμός, αλλά ο φασισμός. Πριν εξηγήσω το γιατί, θέλω να κάνω τρία σχόλια επί του πραγματολογικού.

Το πρώτο αφορά τον Ηλία Κασιδιάρη. Οι εκρήξεις οργής, τα σπασμένα μικρόφωνα, οι λεονταρισμοί του και όλα τα συναφή είναι συνειδητά και σκηνοθετημένα. Πέρα ως πέρα. Για του λόγου το ασφαλές: Στις 7 Μαρτίου κάθισε στο εδώλιο, για τη γνωστή υπόθεση συνδρομής σε μαχαίρωμα φοιτητή. Ήμουν μέσα στην αίθουσα – κι όμως  νόμιζα πως βρίσκομαι αλλού, τσιμπήθηκα κάμποσες φορές για να σιγουρευτώ ότι δεν βρίσκομαι σε λάθος δίκη. Γιατί, για πέντε ολόκληρες ώρες, ο Η. Κασιδιάρης καθόταν σαν αρνάκι· κι όταν ήρθε η ώρα να απολογηθεί είπε μερικά στρογγυλεμένα και όμορφα  λόγια. Μόλις αθωώθηκε, βέβαια, πέταξε αμέσως τη λεοντή κι έγινε ξανά ο γνωστός «θηρίος», ωρυόμενος έξω  από την αίθουσα για τα «τσοντοκάναλα»…

Το δεύτερο αφορά τον Χρήστο Μαρκογιαννάκη. O πρόεδρος της Επιτροπής προσπαθεί συστηματικά, και το έχει καταφέρει εν πολλοίς, να φιλοτεχνήσει την εικόνα του δεινοπαθούντος από τη  στάση της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Η ανάγνωση όμως των Πρακτικών αποκαλύπτει –αυτοτελώς, και ανεξάρτητα από την εικόνα που μορφώνει κανείς μέσα απ’ αυτά για τη Ζ. Κωνσταντοπούλου– μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα για τον ρόλο του: ένας πρόεδρος που διακόπτει διαρκώς μάρτυρες και βουλευτές, αντιδικεί, υποδεικνύει τι να απαντήσουν και τι όχι, και, εκτός των άλλων, αποδεικνύεται ανίκανος να κρατήσει τη διαδικασία.

Το τρίτο αφορά τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Μιλώντας περί τεστοστερόνης και ψυχιατρικής ήταν σαν να έδινε το σύνθημα στον Κασιδιάρη να εφορμήσει για να τα κάνει λίμπα. Ως έμπειρος πολιτικός (και κυρίως ως έμπειρος κατεργάρης) το ήξερε, και πιθανότατα το επιδίωκε. Ωστόσο, η συνολική εικόνα του προέδρου του ΠΑΣΟΚ δεν είναι αποτέλεσμα υπολογισμού ούτε δείγμα ισχύος, αλλά αδυναμίας: είναι μια ξεδοντιασμένη αλαζονεία, ένας άνθρωπος που έχει χάσει την μπάλα.


***

Έρχομαι τώρα στο μείζον. Από την όλη εικόνα της Επιτροπής προκύπτουν δυο σοβαρές ζημίες και δύο μεγάλοι κερδισμένοι.

Το πρώτο πλήγμα είναι στη λογοδοσία, την αλήθεια, τη δυνατότητα διερεύνησης των ευθυνών· αν εξαρχής οι προσδοκίες από την Επιτροπή ήταν μικρές, τα τεκταινόμενα αποτελούν το τελειωτικό χτύπημα στην αξιοπιστία της. Με κερδισμένους, βέβαια, όλους όσους θέλουν να συσκοτιστούν οι ευθύνες τους, να τις σκεπάσει ο θόρυβος. Όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, εκείνο που θα θυμόμαστε από τη συνεδρίαση είναι η αποβολή Κασιδιάρη και οι αθλιότητες περί «τεστοστερόνης», «χοντρών» και «εγκυμονούντων». «Η Επιτροπή δεν ασχολείται πια με τη λίστα Λαγκάρντ, αλλά με τον εαυτό της», έγραψε ο Νίκος Ξυδάκης (βλ. εδώ).

Ακόμα σοβαρότερο όμως είναι το δεύτερο πλήγμα,  που αφορά τη Βουλή και  συνολικότερα τη δημοκρατία. Σε ένα βαθύτερο και μονιμότερο επίπεδο, ο μόνος που ωφελείται από αυτή την επιθεωρησιακή εικόνα ταυρομαχιών είναι ο φασισμός. Οι νεοναζιστές. Οι Χρυσαυγίτες. Αυτοί μπορούν πολύ καλά –και το κάνουν ήδη– να την κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά, επιχαίροντας, άλλη μια φορά, για τους «πρασινοκοκκινομπλέ πολιτικούς» που βράζουν στο ίδιο καζάνι, διεφθαρμένοι και ανίκανοι, να ξιφουλκήσουν κατά του «κυνοβουλίου» κ.ο.κ. Αλλά και σε ένα βαθύτερο, νοοτροπικό επίπεδο, η εξαχρείωση του δημόσιου λόγου, η εμπέδωση της λογικής της αρένας καλλιεργούν ένα πολιτικό ήθος από το οποίο μόνο η ακροδεξιά κερδίζει.

Αν έτσι έχει το πράγμα, το αναμενόμενο ερώτημα είναι τι κάνουμε εμείς, τι κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Στέκομαι στη Ζωή Κωνσταντοπούλου – μια που αυτή έχει αναλάβει το κύριο βάρος της υπόθεσης, και το κάνει με ζήλο και αφοσίωση. Πρώτα απ’ όλα, ασφαλώς οφείλουμε να την υπερασπιστούμε  από όσες αήθεις επιθέσεις δέχεται, όπως το κρεσέντο αθλιότητας του Γ. Πρετεντέρη (Παρεμπιπτόντως, διαβάζοντας στο Βήμα όσα έγραψε για «το αποτρόπαιο τέρας» «Ζωή Κασιδιάρη», σκεφτόμουν ότι το μόνο που καταφέρνει είναι να διατρανώσει το δικό του αποτρόπαιο ήθος). Πέρα από αυτό όμως, χρειάζεται να προχωρήσουμε την κουβέντα και να σκεφτούμε με ειλικρίνεια: Η όλη στάση της Ζ. Κωνσταντοπούλου στην Επιτροπή, όπως σκιαγραφείται μέσα από τα Πρακτικά, υπηρετεί τους πολιτικούς μας στόχους και, κυρίως, αναγνωρίζουμε σε αυτή τον εαυτό μας και τις αξίες της Αριστεράς;

Είμαι πεπεισμένος, σε αντίθεση με πολλούς φίλους και συντρόφους, ότι η στάση αυτή (όπου η μαχητικότητα και η οξύνοια συνδυάζονται με την αυταρχικότητα, το «δεν αφήνω κουβέντα να πέσει κάτω», την ειρωνεία, την ισοπέδωση του αντιπάλου), συντελεί κι αυτή στην καταρράκωση της διαδικασίας. Παρότι αντιλαμβάνομαι πως, με τον Ευ. Βενιζέλο απέναντι, το παιχνίδι εύκολα εξελίσσεται σε διαγωνισμό για την πιο πομφολυγώδη ατάκα, ο εκφυλισμός της διαδικασίας είναι ό,τι χειρότερο. Δεν είναι θέμα καθωσπρεπισμού ή θεσμολατρίας, αλλά ουσίας. Αν οι μόνοι που ωφελούνται είναι οι υπόλογοι και οι νεοναζιστές, πρέπει να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να μη συντείνουμε,  έστω και άθελά μας, στον ευτελισμό της  διαδικασίας, της Βουλής και της δημοκρατίας. Δεν έχω έτοιμες λύσεις, θυμάμαι όμως πάντα τη νηφάλια στάση του Γ. Δραγασάκη σε άλλες περιπτώσεις (βλ. σχετικά εδώ).

Ανάμεσα στα άλλα, την Πέμπτη, η Ζωή Κωνσταντοπούλου είπε, προς  στον Ευ. Βενιζέλο: «Είστε ίδιος με τον κ. Κασιδιάρη!». Το επισημαίνω, επειδή πρόκειται για αντίληψη διάχυτη, με ποικίλες μορφές, στον λόγο των αριστερών. Άκουγα, λ.χ., χθες, στο «Κόκκινο», τον Στέλιο Ελληνιάδη να λέει: «Οι πυρσοί των Χρυσαυγιτών είναι ντεκόρ μπροστά στους πραγματικούς πυρσούς των μνημονιακών εμπρηστών, που καίνε την Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη». Ωστόσο, όσο κακή γνώμη και να έχουμε  για τον Ευ. Βενιζέλο (γιατί καλή είναι μάλλον δύσκολο να έχουμε), όσο εμπρηστικούς και να θεωρούμε τους  «μνημονιακούς πυρσούς», είναι ολέθριο να τους τσουβαλιάζουμε με τους Χρυσαυγίτες. Ο νεοναζισμός έχει, και πρέπει να έχει, διακριτή και αυτοτελή απαξία. Όσο και να απεχθανόμαστε, και ορθώς βέβαια, την πασοκική και μνημονιακή πολιτεία, δεν χωρεί, καταστατικά, σύγκριση και συμψηφισμός με τον νεοναζισμό. Ελπίζω, για το καλό όλων μας, να μη χρειαστεί να το διαπιστώσουμε  εν τοις πράγμασι.

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Κηλίδα ανεξίτηλη...

του Στρατή Μπουρνάζου, απο τα Ενθεματα...
Δυο βδομάδες μετά, και η αθώωση Κασιδιάρη δε λέει να φύγει από το μυαλό μου. Έχει εγκατασταθεί εκεί, κηλίδα ανεξίτηλη: στεναχώρια, αποστροφή και απογοήτευση μαζί. Όχι μόνο, και όχι τόσο, για την αθώωση καθαυτή, αλλά για κάποια παρελκόμενα, που αποδείχθηκαν, τελικά, καρδιά της υπόθεσης.
Πρώτα, οι Χρυσαυγίτες που είχαν καταλάβει από πρωίας την αίθουσα και τους ενορχήστρωνε με κινήσεις του χεριού ο Χρήστος Παππάς. Έπειτα ο κατηγορούμενος, που είχε γίνει αρνάκι (αυτός, ο λιονταρής, που ωρύεται διαρκώς), δεν έβγαλε κιχ σ’ όλη τη δίκη, κι όταν ήρθε η ώρα είπε κάποια αβρά και στρογγυλεμένα λόγια, για να ξαναγίνει «θηρίος» μόλις αθωώθηκε, οπότε, βγαίνοντας από την αίθουσα, κατήγγειλε τα «τσοντοκάναλα» που τον διαβάλλουν, καταλήγοντας: «Είμαστε πανίσχυροι και πολύ σύντομα θα γίνουμε κυρίαρχοι!» (Για όλα αυτά, βλ. δύο ωραία άρθρα, της A.Z. στον Παραλληλογράφο [goo.gl/vuVqO] και του luben crew στο luben tv [goo.gl/NkF65]).
Δεν περίμενα τίποτα διαφορετικό από τους Χρυσαυγίτες — θα ήταν εντελώς ανόητο, άλλωστε. Άλλοι ήταν αυτοί για τους οποίους ήθελα να φωνάξω «Nτροπή!». Ο εισαγγελέας Γ. Πρασσάς, που αβάνταρε διαρκώς τους νεοναζί και απεφάνθη πως όλοι στην αίθουσα (και οι δεκάδες στρογγυλοκαθισμένοι Χρυσαυγίτες) «καταδικάζουν απερίφραστα τη βία». Ο πρόεδρος Βασίλης Τσιμπέρης, ο οποίος, καθώς δεν μπορούσε να αγνοήσει την κατάθεση της καθηγήτριας του Πολυτεχνείου που είχε σημειώσει τον αριθμό του αυτοκινήτου του Κασιδιάρη, υιοθέτησε ουσιαστικά τη χρυσαυγίτικη αθλιότητα ότι είναι «εγκάθετη» του ΣΥΡΙΖΑ. O συνήγορος του Κασιδιάρη, Γιάννης Ηρειώτης. Όχι επειδή είναι Χρυσαυγίτης, αλλά ακριβώς επειδή δεν είναι, κι ωστόσο έχει αναλάβει μόνιμος συνήγορός τους. Είναι ασφαλώς δικαίωμα ενός δικηγόρου να αναλαμβάνει όποια υπόθεση θέλει, αλλά επίσης είναι δικαίωμα μα και υποχρέωσή μας να αισθανόμαστε αποστροφή για αυτόν που ήταν συνήγορος του δολοφόνου «Περίανδρου» και άλλων νεοναζιστών (και επιπλέον του Μαντέλη, του Λαυρεντιάδη, του Πατέρα, μέλος του Δ.Σ. του Παναθηναϊκού κ.ά.).
Και, από την άλλη, υπάρχουν τα δυνατά «μπράβο». Για τον μαχαιρωμένο Κώστα Διαλυνά, που δεν λούφαξε περιδεής, όπως τον συμβούλευαν διάφοροι, αλλά κατέθεσε μήνυση. Την καθηγήτρια του Πολυτεχνείου Μαρία Βαβαγιάννη που, παρά τις «προειδοποιήσεις», δεν δίστασε να καταθέσει. Τις δικηγόρους Μαρίνα Δαλιάνη και Κλειώ Παπαπαντολέων, για τις οποίες ισχύει το ακριβώς αντίθετο από τον Γ. Ηρειώτη: είναι τίτλος τιμής αυτή η υπόθεση, πρέπει να αισθάνονται περήφανες που την ανέλαβαν.
Όσοι ήμασταν στην αίθουσα, και δεν ήμασταν Χρυσαυγίτες, νιώσαμε, νομίζω, ένα αίσθημα ασφυξίας από αυτό το αηδέστατο σύμπλεγμα χρυσαυγιτών-λειτουργών της Θέμιδος-μεγαλοδικηγόρου-Λαγού-Παππά-«αρνακίου»-κατηγορούμενου. Κι όμως, μέσα στην αίθουσα, υπήρχε κάτι που έλαμπε: τα πρόσωπα της Μ. Βαβαγιάννη, της Μ. Δαλιάνη, του Κ. Διαλυνά και της Κλ. Παπαπαντολέων. Κι όσο τα ξαναφέρνω στο μυαλό, παίρνω θάρρος. Κι ας έχασε το δίκιο εκείνη την Πέμπτη στο μονομελές, σκέφτομαι, εμείς θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για να νικήσει, μαζί με τους δίκαιους και τίμιους ανθρώπους — δεν ξέρω αν θα τα καταφέρουμε, αλλά θα συνεχίσουμε. Γι’ αυτό και γράφω, δυο βδομάδες μετά, τούτο το σχόλιο.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Η πολιτεία έπλεε εις την μελανόλευκον...

του Στρατη Μπουρναζου απο τα Ενθεματα...
Έχω περάσει πολλές ώρες εξηγώντας σε φίλους και συντρόφους γιατί δεν πιστεύω ότι μας κυβερνά μια «χούντα», γιατί οι αναλογίες αυτές βλάπτουν παρά ωφελούν, γιατί η κατάσταση είναι μαύρη κι άραχλη αλλά όχι «χούντα». Η αλήθεια είναι ότι, τον τελευταίο καιρό, νιώθω όλο και μικρότερη διάθεση να το κάνω. Με αποθαρρύνουν, και ενίοτε με αποστομώνουν, τα πραγματικά περιστατικά. Το τελευταίο μόνο εικοσαήμερο είχαμε την κακοποίηση και τον βασανισμό αντιφασιστών στην Ασφάλεια, τις συλλήψεις του Κώστα Βαξεβάνη και του Σπύρου Καρατζαφέρη, την κατάργηση της εκπομπής του Κώστα Αρβανίτη και της Μαριλένας Κατσίμη, την παραπομπή του Αλέξανδρου Χονδρογιάννη στην Κέρκυρα για… ανατροπή του πολιτεύματος, επιδρομές Χρυσαυγιτών εναντίον μεταναστών στον Άγιο Παντελεήμονα (επίθεση στην κοινότητα των Τανζανών, και προχθές κυνήγι και σπασίματα μαγαζιών) χωρίς να συλληφθεί κανείς, το σταμάτημα των παραστάσεων στο Χυτήριο.
Τα δεδομένα βέβαια διαφέρουν (λ.χ., η εκπομπή του Κ. Αρβανίτη και της Μ. Κατσίμη ήταν ένα άνθος στο πέτρινο τηλεοπτικό τοπίο, ενώ μόνο κατ’ ευφημισμόν θα μπορούσα να χαρακτηρίσω «λουλούδι» τον Σπ. Καρατζαφέρη), ωστόσο οι παραπάνω περιπτώσεις έχουν πολλά και σοβαρά κοινά. Καθώς είναι αρκετά γνωστές, θα σταθώ σε κάποιες, σημαντικές κατά τη γνώμη μου, πτυχές τους.
Στην υπόθεση του βασανισμού των αντιφασιστών διαδηλωτών, βρίσκω ανατριχιαστικό και αυτό καθαυτό το γεγονός, αλλά, ακόμα περισσότερο, τη στάση του Ν. Δένδια: όχι μόνο δεν υποσχέθηκε, έστω προσχηματικά, ότι θα ερευνήσει τις καταγγελίες, θα διατάξει ΕΔΕ κλπ., αλλά τις αρνήθηκε εκ προοιμίου οργίλος: επιτέθηκε με σφοδρότητα στον ΣΥΡΙΖΑ και την Αυγή που τις ανέδειξαν, απείλησε με μηνύσεις τον Guardian, ενώ δεν μετέβαλε στο ελάχιστο στάση όταν τον διέψευσαν καταφανώς οι ιατροδικαστικές εκθέσεις. Ας σκεφτούμε μόνο το πράσινο φως που ανάβει έτσι προς τους βασανιστές.
Στην περίπτωση της σύλληψης του Κ. Βαξεβάνη (όπως και πρωτύτερα του «Γέροντος Παστίτσιου» Φίλιππου Λοΐζου), η κατεπείγουσα κινητοποίηση των δικαστικών και διωκτικών αρχών είναι εντελώς δυσανάλογη σε σχέση με τις κατηγορίες, αλλά και την προκλητική αδράνεια των ίδιων σε άλλες περιπτώσεις. Η ψαλίδα είναι τέτοια που πλήττει ευθέως την εικόνα της ευνομούμενης πολιτείας, δημιουργώντας στους πολίτες την πεποίθηση της ύπαρξης δύο μέτρων και δύο σταθμών. Παρόμοια αίσθηση μεροληψίας δημιουργεί και η σύλληψη του Σπ. Καρατζαφέρη: ενεργοποιείται ένα παλιότερο ένταλμα και συλλαμβάνεται χαράματα, λίγες ώρες αφότου ανάγγειλε «αποκαλύψεις» για το Υπουργείο Οικονομικών.
Όσον αφορά την «Πρωινή Ενημέρωση», η παρέμβαση είναι πρωτοφανής στα μεταπολιτευτικά χρονικά: δύο έγκυροι δημοσιογράφοι, σε μια εξαιρετικά επιτυχημένη εκπομπή, καρατομούνται επειδή δεν συνεμορφώθησαν προς τας κυβερνητικάς υποδείξεις και τόλμησαν να αναφερθούν στο δημοσίευμα της Guardian για τα βασανιστήρια. Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν τηρήθηκε κανένα πρόσχημα, ας πούμε να σταματήσει η εκπομπή σιωπηλά λίγους μήνες μετά, όταν θα έληγε η σύμβαση του Κ. Αρβανίτη. Ο πέλεκυς έπεσε αμέσως, βαρύς. Έχει κι αυτό τη σημασία του.
Όσο για την υπόθεση Χονδρογιάννη, αρκεί να δούμε τις εικόνες που ανάρτησε στο facebook. Η πραγματικότητα βοά: για κάποιες φωτογραφίες ανδρών των ΜΑΤ και Χρυσαυγιτών (έχουμε δει εκατοντάδες ανάλογες, και πολύ χειρότερες) διώκεται για «διάδοση ψευδών ειδήσεων με σκοπό την ανατροπή του πολιτεύματος», «παραβίαση προσωπικών δεδομένων» και «έργω εξύβριση»…
Τέλος, στην παράσταση του Corpus Christi το κράτος δεν θέλησε να προστατέψει ένα βασικό δικαίωμα: την ελευθερία της έκφρασης και της τέχνης. Απρόθυμα, λες και δεν το αφορούσε, και μόνο μετά από επίμονες παρεμβάσεις βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ (και κάποιων της ΔΗΜΑΡ) έστελνε τα ΜΑΤ, εξαιτίας της παρουσίας των οποίων οι «διαμαρτυρόμενοι» δεν μπόρεσαν να κάνουν τουλούμι στο ξύλο ηθοποιούς και θεατές· ωστόσο, την ίδια στιγμή, το κράτος αρνιόταν στην πράξη να διασφαλίσει τη συνέχιση της παράστασης.
Δεν ξέρω αν όλα αυτά εντάσσονται σε ένα οργανωμένο σχέδιο, αν υπάρχει πολιτικό κέντρο από το οποίο εκπορεύονται ή πώς διαπλέκονται με προσωπικές στρατηγικές (λ.χ. στην περίπτωση της «Πρωινής Ενημέρωσης» με την προσωπικότητα του γεν. διευθυντή της ΕΡΤ Αιμίλιου Λιάτσου). Ας μείνουμε στο αποτέλεσμα, το οποίο συνοψίζεται σε δύο σημεία:
Πρώτον, πλήττονται στον πυρήνα τους βασικά δικαιώματα, με πρώτο την ελευθερία της έκφρασης. Ενώ ανάλογα περιστατικά υπήρχαν ασφαλώς και τα προηγούμενα χρόνια, η διαφορά είναι ότι σήμερα τα κρούσματα είναι καταιγιστικά και απροσχημάτιστα. Η ελεύθερη έκφραση ποινικοποιείται, καταστρατηγείται ή τίθεται εν αμφιβόλω — όταν συρρικνώνεται ο χώρος άσκησής της, είτε αυτός είναι η δημόσια τηλεόραση είτε ο Τύπος είτε το ίντερνετ. Είναι πολύ εμφανές, γι’ αυτό δεν θα επιμείνω σε τούτο το ζοφερό σκηνικό, που δεν αναιρεί η –σημαντική βέβαια– αθώωση Βαξεβάνη.
Δεύτερον, κλείνουν σιγά-σιγά οι λίγες χαραμάδες αντιλόγου που είχαν απομείνει στο επίσημο τοπίο της ενημέρωσης, ενώ παράλληλα επιχειρείται να ελεγχθούν τα social media. Ένα πεδίο δηλαδή το οποίο, σε αντιπαράθεση με την επίσημη μονοφωνία, είχε αναδειχθεί σε τόπο και τρόπο ανεξάρτητης ενημέρωσης, ειδικά για τη νεολαία. Ας σκεφτούμε μόνο πόσα περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας αναδείχθηκαν στο διαδίκτυο. Η αξία του μέσου αυτού είναι ότι ο οιοσδήποτε, επώνυμος ή μη, επώνυμα ή ανώνυμα, στο κέντρο της Αθήνας ή στο τελευταίο χωριό, μπορούσε να ανεβάσει ένα σχόλιο, να πει μια γνώμη και, κυρίως, μια πληροφορία ή ένα στοιχείο. Παρά τα προβλήματά του, το διαδίκτυο σήμερα συνιστά ένα πολύτιμο πεδίο ελευθερίας. Οι διώξεις Φ. Λοΐζου και Α. Χονδρογιάννη στοχεύουν σε αυτό ακριβώς: οι ελεύθεροι χρήστες να τρομοκρατηθούν, να «συμμορφωθούν», να το σκεφτούν καλά όποτε θελήσουν να χλευάσουν την καθεστηκυία τάξη ή να ανεβάσουν μια φωτογραφία-τεκμήριο.
***
Προσπερνώντας επιμέρους σοβαρές πτυχές (λ.χ. πώς η προστασία των προσωπικών δεδομένων μετατρέπεται σε όχημα για την προστασία της κρατικής αυθαιρεσίας και την περιστολή της ελευθερίας της έκφρασης) τελειώνω με μια παρατήρηση. Η εμπέδωση της αίσθησης ατιμωρησίας και αδικίας, της εικόνας ενός διεφθαρμένου, αυθαίρετου και άδικου κράτους (παγκινητοποίηση για τη σύλληψη Παστίτσιου ή Βαξεβάνη, τη στιγμή που κουκουλώνεται επισήμως το σκάνδαλο Siemens· σύλληψη και παραπομπή στο αυτόφωρο τυροπιτά στη Λάρισα επειδή μετέφερε τέσσερις τυρόπιτες χωρίς παραστατικά, ενώ η λίστα Λαγκάρντ μένει προκλητικά αναξιοποίητη) αποτελεί γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη της «τιμωρού» ναζιστικής ακροδεξιάς. Αυτό, κανονικά, δεν θα έπρεπε να ανησυχεί μόνο την Αριστερά — παρεμπιπτόντως, ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε το παρών σε όλες τις περιπτώσεις αυτές. Αν εξαιρέσουμε όμως την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τους ανθρώπους της, που δίνουν καθημερινά σοβαρές μάχες για τα ζητήματα αυτά, η σιωπή πολλών άλλων (φορέων, θεσμικών, δημοκρατών, εκσυγχρονιστών και μεταρρυθμιστών) είναι απογοητευτική. Και ενδεικτική: στον νυν υπέρ πάντων (υπέρ Μνημονίου) αγώνα υποτάσσονται τα πάντα.
Επιστρέφω στο σημείο όπου ξεκίνησα. Δεν έχω αλλάξει ακόμα γνώμη: εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν έχουμε χούντα. Όπως έλεγα όμως, βρίσκω όλο και μικρότερο κουράγιο να επιχειρηματολογώ επ’ αυτού — και, κυρίως, βρίσκω όλο και λιγότερους πρόθυμους συνομιλητές να ακούσουν τις «πολυσύνθετες» και «νηφάλιες» αναλύσεις μου. Γιατί είναι δύσκολο να ακούγονται τέτοιες αναλύσεις, όταν η κατάσταση έχει ξεφύγει. Το γεγονός ότι το σύνθημα «Τόση ελευθερία είχαμε να δούμε από τη Χούντα» ή ο στίχος «Χούντα δε θυμάμαι, μα ούτε ελευθερία» αποτελούν πλέον εδραία πεποίθηση για ολοένα και περισσότερους ανθρώπους σημαίνει πολλά.
Σχέδιο του Μίνω Αργυράκη, από το λεύκωμα «Η πολιτεία έπλεε εις την μελανόλευκον».

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Η δημοκρατία της Βαϊμάρης και η Ελλάδα του 2012: αναλογίες, μεταφορές και διαφορές...

Τη συνέντευξη πήρε ο Στρατής Μπουρνάζος

Ότο Ντιξ, “Ο πωλητής σπίρτων, 1″, 1920
Οι αναλογίες και οι (απειλητικοί) παραλληλισμοί μεταξύ της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και της σημερινής Ελλάδας επανέρχονται διαρκώς στη δημόσια συζήτηση. Ξεκινώντας, θα θέλαμε ένα σχόλια επ’ αυτού.
Νομίζω ότι είναι ένα σχήμα, το οποίο ίσως βοηθάει σε κάποια σημεία, όπως όλα τα σχήματα, αλλά είναι παρακινδυνευμένο, ιδίως όταν χρησιμοποιείται με ευκολία. Θυμάμαι, λ.χ., μια από τις πρώτες φορές που το άκουσα, στη συνέλευση του Τμήματός μας, στο Πανεπιστήμιο. Ενώ συζητούσαμε, νομίζω για τον νόμο Διαμαντοπούλου, σηκώθηκε ένας συνάδελφος, έξαλλος, και άρχισε να επισείει τον κίνδυνο της Βαϊμάρης.
Το σχήμα αυτό εντοπίζεται στον κίνδυνο: Βαϊμάρη= κίνδυνος=άνοδος του ναζισμού. Και, επίσης, ως σήμανση της περίφημης θεωρίας των «άκρων», της άποψης ότι η Αριστερά είναι επικίνδυνη, γιατί, παράγοντας οξύτητα, άνοιξε τον δρόμο στον ναζισμό. Βέβαια, πρόκειται για πολύ μερική και επιλεκτική ανάγνωση της Βαϊμάρης. Απουσιάζει, από αυτήν, όλο το τεράστιο κεφάλαιο του πολιτισμού –θα επανέλθω σε αυτό–, όπως απουσιάζουν, επίσης, τα δύο κρισιμότερα ζητήματα που αναδεικνύει η βιβλιογραφία όσον αφορά τη Βαϊμάρη: αφενός η ανοχή των αστικών δυνάμεων –αλλά αρχικά και των επαναστατικών– απέναντι στη ναζιστική ακροδεξιά, αφετέρου, και κυρίως, το ζήτημα της αποσταθεροποίησης της δημοκρατίας.
Αν θέλει κανείς, ειδικότερα, να κάνει κριτική στην κομμουνιστική Αριστερά της εποχής, αυτή δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να αναχθεί στο σχήμα των «άκρων», αλλά στο ότι δεν υπερασπίστηκε τη δημοκρατία στον βαθμό που έπρεπε. Δηλαδή, στο πλαίσιο μιας γενικευμένης αμφισβήτησης –ας μην το ξεχνάμε, η Βαϊμάρη είναι η πρώτη δημοκρατία στη Γερμανία– η Αριστερά δεν εκτίμησε, δεν αντιλήφθηκε ότι αυτό είναι πρωταρχικό. Όπως λέω και στην εισαγωγή του τόμου που εξέδωσε ο «Πουλαντζάς», αν πρέπει να καταλήξουμε σε μια πολιτική υπόθεση εργασίας σήμερα, αυτή είναι το χειραφετητικό αίτημα υπεράσπισης της δημοκρατίας. Υπεράσπιση της δημοκρατίας, με ταυτόχρονη ανανοηματοδότησή της.
Υποστηρίζεις δηλαδή –και συμφωνώ πλήρως– ότι η υπεράσπιση της δημοκρατίας αποτελεί βασικό πολιτικό καθήκον για την Αριστερά σήμερα.
Μαξ Μπέκμαν, «Μεγάλη νεκρή φύση με μουσικά όργανα», 1926
Από την ευκολία με την οποία παραβιάζεται σήμερα στη χώρα μας το Σύνταγμα, μπορούμε να καταλάβουμε πόσο κρίσιμος όρος είναι η δημοκρατία. Θα έλεγα ότι, υπερασπιζόμενοι στοιχεία της αστικής δημοκρατίας, μπορούμε σήμερα να κάνουμε επαναστατική δουλειά.
Ας δούμε την περίπτωση του ΕΑΜ — ένας άλλος ιστορικός παραλληλισμός, ακόμα πιο δύσκολος, αλλά εξαιρετικά χρήσιμος, και ίσως γι’ αυτό ξεσηκώνει θύελλα διαμαρτυριών. Μας δείχνει ότι, όταν φτιάξουμε ένα μέτωπο αντιφασιστικό-δημοκρατικό, το σκέλος της δημοκρατίας θα βαθαίνει από την ίδια τη μάχη που δίνουμε. Και, αν υλοποιηθεί, θα υλοποιηθεί, όπως και τότε, με όρους σχεδόν επαναστατικούς. Αυτό είναι το ενδιαφέρον, το προκλητικό θα έλεγα, που πρέπει να δούμε στο ΕΑΜ. Όχι βέβαια επειδή οι όροι είναι ίδιοι, αλλά επειδή, στη βάση ενός αιτήματος που δεν είναι επαναστατικό από μόνο του, αρχίζεις και συγκροτείς διαδικασίες που έχουν τέτοια χαρακτηριστικά.
Ταυτόχρονα, ακούμε συχνά, και στον χώρο της Αριστεράς, την άποψη ότι η δημοκρατία είναι ένα κενό γράμμα, δεν έχει νόημα να την υπερασπιστούμε.
Θεωρώ εντελώς λάθος τη λογική ότι η δημοκρατία είναι πλέον ένα «καραγκιοζιλίκι», και άρα δεν την υπερασπιζόμαστε. Είναι ένα παιχνίδι που θα το κερδίσουν οι άλλοι, και ιδίως οι ακροδεξιοί. Η απαξίωση του κοινοβουλευτικού σκηνικού, και ως κατάσταση και ως άποψη, είναι ό,τι χειρότερο. Ασφαλώς πρέπει να δούμε την απαξίωση αυτή, να αναδείξουμε τις αιτίες της, να τις καταγγείλουμε, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία, τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά του κοινοβουλευτισμού, το Σύνταγμα, τώρα που άλλοι το καταπατούν. Υπερασπιζόμενοι τη δημοκρατία και τους όρους της, όρους που επικαιροποιούν τα ανεκπλήρωτα προτάγματα της αστικής επανάστασης, συγκροτούμε μια άλλου είδους δυναμική.
Ένα ακόμα παράδειγμα, διαφορετικό, αλλά σχετικό για τους όρους της κριτικής και της στάσης μας: Δεν μπορούμε να προάγουμε, λ.χ., την καταγγελία της τοκογλυφίας σε βασικό σύνθημα, όπως η Χρυσή Αυγή: σε κάθε ανακοίνωσή της γράφει για τους τοκογλύφους — και η επιλογή δεν είναι τυχαία, οι τοκογλύφοι γι’ αυτήν είναι βέβαια οι Εβραίοι. Δεν λέω ότι δεν πρέπει να χτυπήσουμε την τοκογλυφία, αλλά το θέμα είναι να αναδείξουμε, πέραν των εύκολων συνθημάτων, τις κοινωνικοοικονομικές διαστάσεις της εξάρτησης, της κρίσης και της εκμετάλλευσης. Άλλωστε, το κεφάλαιο είναι απέναντί μας, αυτό είναι το μέτωπο και το αντικείμενο της κριτικής μας· και βέβαια στη λογική του κεφαλαίου εμπεριέχεται και η αξιοποίηση του χρήματος που γνωρίζουμε ως τοκογλυφία, και μάλιστα θεσμοποιημένη. Δεν είναι όμως ο κρυμμένος κακός τοκογλύφος ο δικός μας εχθρός. Συμμορίες και συνωμοσίες έβλεπαν πάντα, και βλέπουν και σήμερα, αυτοί που τις οργανώνουν, αυτοί που θέλουν να τις επιβάλουν.
Αναφέρθηκες πριν στους κινδύνους των εύκολων παραλληλισμών. Παρ’ όλα αυτά, οι ιστορικές αναλογίες μπορούν να μας βοηθήσουν σε κάτι;
Στην ημερίδα για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης ο Χατζηιωσήφ επέμεινε στην υπόδειξη του κινδύνου που εμπεριέχεται στην υπερβολικά εύκολη χρήση των ιστορικών αναλογιών. Από πλευράς μου, θα μίλαγα μάλλον για τα όρια των αναλογιών αυτών. Πράγματι, οι διαφορές είναι πολύ μεγάλες. Υπάρχουν ωστόσο ενδιαφέροντα στοιχεία αναλογίας, τα οποία όμως δεν είναι εκείνα που ανασύρονται κάθε φορά στη συζήτηση (τα «άκρα» και οι ευθύνες της Αριστεράς). Η αποσύνθεση του πολιτικού σκηνικού, η απαξίωση των πολιτικών, των δημοκρατικών όρων του κοινοβουλευτισμού, λ.χ., θα μπορούσε να είναι μια αφορμή για να ξανασκεφτεί κανείς το σχήμα «Βαϊμάρη».
Κοινό, στις δύο περιπτώσεις, είναι το στοιχείο της κρίσης, αλλά και αυτό όχι σε όλες τις όψεις του. Ένα κοινό στοιχείο που θεωρώ πολύ σημαντικό, παρά τη διάσταση ψυχολογισμού που ενέχει κάθε τέτοια προσέγγιση, είναι το στοιχείο της «στριμωγμένης ταυτότητας». Οι Γερμανοί μετά το 1918 αισθάνονται ότι έχουν χάσει πάρα πολλά, από τμήματα του εδάφους τους μέχρι την πραγματική τους ταυτότητα. Η ελληνική κοινωνία και πολιτική σκηνή παράγει τέτοια στοιχεία «στριμωγμένης ταυτότητας», συχνά και επαναλαμβανόμενα: στοιχεία απειλής (οι Βούλγαροι παλιότερα, μετά οι Τούρκοι, στη συνέχεια οι «Σκοπιανοί»), τα οποία σήμερα, στις συνθήκες της κρίσης, αποκτάνε πιο πραγματικά χαρακτηριστικά. Η περίοδος του Μακεδονικού ήταν ζοφερή, αλλά στο επίπεδο των ιδεών· η απειλή ότι η ΠΓΔΜ θα μας κατακτήσει ήταν φάντασμα, μια γελοιότητα. Τώρα, τα φαντάσματα αποκτούν υλική βάση: όταν διαβάζουμε για τη φτώχεια που επιβάλλεται, που πρέπει δηλαδή να αποδεχτούμε και μας επιβάλλει μέχρι και την εκποίηση ή εγκατάλειψη των νησιών, ανεξάρτητα από τους όρους με τους οποίους λέγονται αυτά, δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με φαντάσματα, αλλά και με πραγματικές, υλικά θεμελιωμένες, απειλές.
Και πάλι, οι αναλογίες θέλουν προσοχή: στην Ελλάδα του 2012 δεν έχουμε έναν πόλεμο που χάσαμε ή απώλειες εδαφικές, ούτε η επικράτεια κινδυνεύει άμεσα. Υπάρχουν όμως ειδικοί όροι που φτιάχνουν μια αμφισβητούμενη, επαπειλούμενη ταυτότητα — ή, ορθότερα, μια ταυτότητα που βιώνεται ως επαπειλούμενη. Και αυτή είναι πολύ κακή συνθήκη, πολύ μεγάλο εμπόδιο για μια πολιτική που θέλει και πρέπει να μιλάει με επιχειρήματα, να απευθύνεται στο λογικό.
Είπες, στην αρχή, ότι από την τρέχουσα συζήτηση περί Βαϊμάρης, απουσιάζει, παραδόξως, ο πολιτισμός της Βαϊμάρης.
Στις περισσότερες χώρες, αν πεις «Βαϊμάρη» το πρώτο που σκέφτονται, σχεδόν αυτόματα, είναι ο πολιτισμός. Για τον αγγλόφωνο κόσμο, η παραπομπή είναι αμέσως στο κλασικό βιβλίο του Peter Gay The Weimar Culture (εκδ. Penguin).
Η Βαϊμάρη είναι η πρώτη δημοκρατία στη Γερμανία και, ταυτόχρονα, ένας πλήρης πολιτισμικός, επιστημονικός και φιλοσοφικός οργασμός, μια πρωτοπορία σε όλους τους τομείς, σε διεθνές επίπεδο, ένα πρωτοφανές φαινόμενο — προφανώς, εδώ δεν υπάρχει καμιά αναλογία με την Ελλάδα του 2012.
Είναι σαν να γονιμοποιούνται όλες οι δυνάμεις. Για να το πω με παλαιοκομμουνιστικούς όρους, έχουμε την καλώς νοούμενη αστική πρωτοπορία και ταυτόχρονα, εντός αυτής, αρχίζει να υπάρχει αριστερή κουλτούρα, μαρξισμός, σε πολύ γόνιμο έδαφος. Και αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό: μια αριστερή καινοτόμα κουλτούρα προϋποθέτει ένα αντίστοιχο έδαφος.
Και είναι εντυπωσιακό πώς μια κοινωνία που παράγει αυτό τον οργασμό δημιουργικότητας, ταυτόχρονα, μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, υποκύπτει, υιοθετεί, αποδέχεται –κι όχι απλώς παθητικά– τον ναζισμό, ο οποίος βέβαια καταστρέφει, διαλύει αυτή την πρωτοπορία. Υπάρχουν ωστόσο κάποιες «γέφυρες». Σε άλλες χώρες, όπως η Ιταλία, ίσως είναι ακόμα πιο έντονη η ευκολία του περάσματος ή οι ωσμώσεις. Όπως όμως κι αν προσεγγίσουμε το ζήτημα της ώσμωσης, της μετάβασης, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: Πώς σε μια κοινωνία τόσο προχωρημένη πολιτισμικά καλλιεργούνται ταυτόχρονα οι συνθήκες για ό,τι θα ακολουθήσει;
Ας μείνουμε λίγο σε αυτές τις «γέφυρες».
Ο καθηγητής μου, ο Χάιντς Μάους, μαθητής και εκδότης του Χορκχάιμερ, έλεγε –και ήταν πολύ προκλητικό τότε– στις αρχές της δεκαετίας του 1970, στο πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ, προπύργιο του DKP (του Κομμουνιστικού Κόμματος της Δυτικής Γερμανίας), κάτι που οι Γερμανοί δεν ήθελαν να ακούσουν. Έλεγε να δούμε τις εκσυγχρονιστικές πλευρές του ναζισμού, λ.χ. τι έκανε η χιτλερική κρατική οργάνωση, με τη βεμπεριανή έννοια του εκσυγχρονισμού μιας κοινωνίας και οικονομίας.
Πρέπει να δούμε αυτό το νήμα σοβαρά, όπως ακριβώς πρέπει να δούμε σοβαρά και τον Καρλ Σμιτ, ως ένα μικρό αλλά σημαντικό κομμάτι τούτου του νήματος. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση, καθώς έχει παραγίνει, νομίζω, η ευκολία της χρήσης των εννοιών του, όπως εχθρός/φίλος, έκτακτη ανάγκη, κατάσταση εξαίρεσης. Ξαφνικά, στις συνθήκες της κρίσης, βλέπουμε ότι ο Σμιτ όχι μόνο θεωρείται σημαντικός θεωρητικός (που ήταν ανέκαθεν), αλλά πρότυπο, ασκεί ιδιαίτερη έλξη, ιδίως σε νεότερους που ενθουσιάζονται, και στους χώρους μας — συχνά μέσα από τον Αγκάμπεν ή, μάλλον, την ευκολία του «αγκαμπενιανισμού»
Δεν είναι απλό, όταν μέσα από διαδοχικές αναγνώσεις, φτάνεις να κάνεις αναφορά στον σκληρό πυρήνα της θεωρίας του Καρλ Σμιτ. Από το ταμπού της Δυτικής Γερμανίας, που δεν ανάφεραν καν τον Σμιτ, λες και δεν υπήρξε ποτέ, δεν χρειάζεται να περάσουμε στο άλλο άκρο, να τον χρησιμοποιούμε σαν είναι σχεδόν «δικός μας». Και θα ήμουν πολύ χαρούμενος αν ήμασταν πιο προσεκτικοί με τον χειρισμό των αποσπασμάτων του Αγκάμπεν, που είναι αποσπάσματα του Καρλ Σμιτ, και μεσολαβεί και ένας λίγο παραναγνωσμένος Βάλτερ Μπένγιαμιν — τον Βάλτερ Μπένγιαμιν τον αγαπάω, τον Αγκάμπεν τον διαβάζω με ενδιαφέρον. Αν δούμε πώς επικαιροποιήθηκε, όπως θα έλεγε ο Μπένγιαμιν, από τον Αγκάμπεν η συζήτηση για την κατάσταση εξαίρεσης, καταλαβαίνουμε και τα όριά της και τους κινδύνους.
Επίσης, εξίσου προβληματική, πολλές φορές, είναι η χρήση του όρου «γυμνή ζωή»: o Αγκάμπεν παίρνει από τον Μπένγιαμιν τη λέξη bloss (που μπορεί να σημαίνει και «γυμνό», αλλά και «απλό» ή «σκέτο») και την τοποθετεί στο επίκεντρο ενός νέου «υποδείγματος», όπως λέει, προσδίδοντάς της έτσι ένα τεράστιο φορτίο, στο οποίο συχνά ο ίδιος ο όρος δεν αντέχει. Και δεν αντέχει κυρίως όταν η παραδειγματική του λειτουργία μετατρέπεται σε κυριολεκτική επίκληση, όπως πολύ συχνά συμβαίνει με την πολιτική του αξιοποίηση. Εννοώ τη χρήση και την κατάχρηση, όπως λ.χ. στο σχήμα των μεταναστών που ζουν τη «γυμνή ζωή», του μετανάστη ή του αστέγου ως homo sacer, μια αγιότητα αλλά και μια σχεδόν μη ανθρώπινη υπόσταση που δεν μπορεί –και κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει– να ορίζει την αριστερή πολιτική στο πεδίο του κοινωνικού. Οι εύκολες αναφορές αυτού του είδους μπορεί να είναι ακόμα και επικίνδυνες. Δεν συνιστά αριστερή θεωρία και κριτική η αναφορά στον Καρλ Σμίτ. Δεν κάνεις, φοβάμαι, επαναστατική θεωρία έτσι.

Ροη αρθρων