Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΑΧΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΑΧΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Η τιμη και τα οπλα...

Των Αλέξανδρου Ζαχιώτη και Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου, Red NoteBook...
Μετά την -επιεικώς άδοξη- ήττα της απεργίας της ΟΛΜΕ
Το λέμε εξαρχής: Δεν είμαστε καθόλου ευχαριστημένοι από τη συνδικαλιστική και πολιτική τακτική της Αυτόνομης Παρέμβασης και του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ στην πρόσφατη απεργία των εκπαιδευτικών. Δεν έχουμε καμιά διάθεση αριστερής πλειοδοσίας: Γνωρίζουμε πόσο δύσκολη υπόθεση είναι η επιτυχία κάθε μεμονωμένου αγώνα απέναντι σε ένα πρόγραμμα συνολικής κοινωνικής «αναμόρφωσης» (και την κυβέρνηση που το υλοποιεί), όπως γνωρίζουμε και τι σημαίνει σήμερα μια απεργία -- πολύ δε περισσότερο εν μέσω εξετάσεων, υπό την απειλή  της επιστράτευσης και με την απόλυση επί θύραις. Ενώ τα γνωρίζουμε αυτά, ενώ δηλαδή έχουμε πλήρη επίγνωση του δυσμενέστατου συσχετισμού υπό τον οποίο δόθηκε ο αγώνας της ΟΛΜΕ, θεωρούμε προβληματικούς και κατώτερους των αναγκών τους χειρισμούς που οδήγησαν στην αναστολή του. Εξηγούμαστε αμέσως.

Το μότο του Α. Σαμαρά, «προτιμώ να πέσει η κυβέρνηση, παρά να κάνω πίσω με την απεργία των καθηγητών», δεν ήταν απλά μια υπόμνηση ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο. Αντίθετα, επρόκειτο για τον ορισμό μιας «μεθόδου» που, ενώ προηγείται της κρίσης (μια εκδοχή της π.χ. είδαμε στις καταλήψεις του 2006-7 και στα «Δεκεμβριανά» του 2008), εντούτοις σήμερα, στους καιρούς της διαρκούς έκτακτης ανάγκης, γίνεται κύριο εργαλείο άσκησης και εμπέδωσης της εξουσίας, η χρήση του οποίου πηγαίνει πέρα από το εκάστοτε διακύβευμα. Πρόκειται για τη «μέθοδο» που εφαρμόστηκε επιτυχώς στους ναυτεργάτες και τους εργαζόμενους στο μετρό, και που πλέον αποτελεί σταθερά της περιόδου. Βασικό γνώρισμά της είναι η αναβάθμιση κάθε επιμέρους κοινωνικής σύγκρουσης σε κεντρική πολιτική μάχη εφ΄ όλης της ύλης, με την ευθυγράμμιση όλων των κομμάτων και όλων των ΜΜΕ στην υπόθεση της δαιμονοποίησης και, τελικά, της συντριβής της εκάστοτε ομάδας-στόχου που επιλέγει η κυβέρνηση. Στη λογική λοιπόν αυτή, της «δυσανεξίας» του πολιτικού, οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, από τη νεοφιλελεύθερη «Αριστερά» ως τη νεοναζιστική Δεξιά, διαμορφώνουν έναν πόλο απέναντι στο εκάστοτε Απόλυτο Κακό – είτε πρόκειται για τον οριακό (και ηρωικό) αγώνα της Υπατίας, είτε για μειοψηφικά μαχητικά εγχειρήματα όπως η Βίλα Αμαλίας, είτε, στην περίπτωσή μας, για ένα ιστορικό συνδικάτο με δεκάδες χιλιάδες μέλη, όπως η ΟΛΜΕ. Παρά τις προφανείς διαφορές, σε κάθεμιά από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, η «μέθοδος» αυτή τοποθετεί τη ριζοσπαστική Αριστερά αντικειμενικά στη θέση του άλλου πόλου. Σε μια θέση, δηλαδή, εξ ορισμού συγκρουσιακή.

Έχει ο κόσμος της Αριστεράς επίγνωση αυτής της θέσης; Και με ποιους τρόπους επιχειρεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που συνδέονται με αυτήν; Σε ό,τι αφορά τον αγώνα των εκπαιδευτικών, είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και η Αυτόνομη Παρέμβαση υπερασπίστηκαν στο δημόσιο λόγο τις επιλογές της ΟΛΜΕ, ανέδειξαν τις ευθύνες της κυβέρνησης, και επεσήμαναν τις οδυνηρές συνέπειες των μέτρων. Κάνοντας, ωστόσο, όλα αυτά, έκαναν και ένα ακόμα: διαχώρισαν την υποστήριξη του αγώνα από το πώς ο αγώνας αυτός θα μπορούσε να δοθεί επί της ουσίας και με αξιώσεις, στο χρόνο που επέλεξε η κυβέρνηση, και υπό τις δεδομένες (δυσμενέστατες) συνθήκες. Στο χρόνο αυτό, και με τις γνωστές δυσκολίες, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είδε τον αγώνα των εκπαιδευτικών ως «καυτή πατάτα».

Παρά τα υπεραριστερά και ανυπόστατα που γράφονται εκ των υστέρων (συχνά με αφόρητη μικροκομματική ιδιοτέλεια...), ο σχεδιασμός του αγώνα των εκπαιδευτικών ήταν -προφανώς- ευθύνη της ΟΛΜΕ, η οποία, μετά και την επιστράτευση, ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει δυναμικά. Όχι τόσο --και σίγουρα όχι μόνο-- για λόγους πρεστίζ. Αλλά γιατί τα μέτρα της κυβέρνησης, όπως συστηματικά εξήγησαν οι συνδικαλιστές της, ισοδυναμούσαν με 10.000 λιγότερους εκπαιδευτικούς από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

Όπως φάνηκε, ωστόσο, ο σχεδιασμός της ΟΛΜΕ άφηνε χωρίς απάντηση το κεντρικό ερώτημα, τι κάνουμε δηλαδή με την προληπτική επιστράτευση, και μετέθετε την απάντηση προς το καταφανώς ανέφικτο, τη στήριξη δηλαδή της ΑΔΕΔΥ. Με ιλιγγιώδη άλματα, και στην πραγματικτότητα αρκούμενος στο «συμβολικό», ο ούτως ειπείν σχεδιασμός της ΟΛΜΕ ουσιαστικά προδιέγραφε μια ήττα με ψηλά (;) το κεφάλι. Κι όμως, μολονότι απροετοίμαστος και ...προώρως καταδικασμένος, ο αγώνας αυτός στηρίχτηκε από τις γενικές συνελεύσεις και το 90% του κλάδου, που αψήφησε επιδεικτικά το απορρυθμιστικό άκρο για να συγκρουστεί με την κυβέρνηση. Θα ρίσκαραν άραγε την απόλυσή τους οι χιλιάδες που ψήφισαν υπέρ της απεργίας; Οι περισσότεροι πιθανότατα όχι –και κανείς δεν θα βρισκόταν να τους κατηγορήσει γι΄ αυτό. Όμως, ακριβώς γι΄ αυτό, το θέμα ήταν να αναμετρηθούμε συγκεκριμένα με την πραγματικότητα της επιστράτευσης, και το αίτημα των εκπαιδευτικών, στη χειρότερη να πάνε στις τάξεις τους ως επιστρατευμένοι απεργοί.

Αυτό ήταν το θέμα, τόσο για την ΟΛΜΕ, όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, που ζήτησε από την κυβέρνηση την άρση της επιστράτευσης -- επέμεινε δηλαδή να μιλά «πολιτικά» (και σωστά)--, χωρίς ωστόσο να ασχολείται με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα απέδιδε η πίεση. Μιλήσαμε ξανά και ξανά προς την κυβέρνηση• αποφύγαμε, όμως, να μιλήσουμε συγκεκριμένα προς τους δικούς μας ανθρώπους, τους απεργούς. Να τους πούμε ότι οι οργανώσεις μας θα τους υπερασπίζονταν έμπρακτα στις γειτονιές, ενισχύοντας την ορατότητα του αγώνα τους, και ότι οι βουλευτές μας θα βρίσκονταν έξω από τα εξεταστικά κέντρα, ως αλληλέγγυοι σε επιστρατευμένους απεργούς (γιατί απεργούς με χακί αφορά η επιστράτευση, όχι κανονικούς και κανονικά εργαζόμενους όπως όλο το χρόνο). Να τους πούμε ότι θα τους στηρίζαμε οικονομικά, όσο ήταν δυνατό. Και να τους πούμε ότι το σχέδιο της κυβέρνησης της Αριστεράς είχε πολλά να κερδίσει και από την ελάχιστη νίκη τους.

Δεν είπαμε και δεν κάναμε κανένα από τα παραπάνω –από υπερβάλλοντα σεβασμό στην αυτονομία του συνδικαλισμού ή λόγω πολιτικής οκνηρίας και υποτίμησης του αγώνα;--, ούτε τα συζητήσαμε σε διαδικασίες, μολονότι αφορούσαν έναν αγώνα που η κυβέρνηση αναβάθμισε σε ζήτημα ζωής και θανάτου. Και κάπως έτσι, έχοντας αφεθεί να «εκπροσωπούμε» έναν συμβολικό αγώνα, με μια υποστήριξη ωστόσο καθ΄ όλα πραγματική, συνεχίσαμε να διαχωρίζουμε (όπως η ΟΛΜΕ) την απεργία από την πρακτική αντιμετώπιση της επιστράτευσης. Η διαδικασία του διπλού ψηφίσματος --ένα για την απεργία και ένα για τις προϋποθέσεις της (!)--, απλώς επικύρωνε αυτό που όλοι (και οι Παρεμβάσεις) αντιμετωπίσαμε εξαρχής ως αναπόφευκτο. Γιατί, σε αντίθεση με όσα προπαγανδιστικά γράφονται σε σάιτ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν επρόκειτο για καμία «προδοσία» εκ μέρους της Αυτόνομης Παρέμβασης και του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Επρόκειτο για μία άνευ όρων παραδοχή μιας προδιαγεγραμμένης ήττας –τόσο άνευ όρων, που η Αυτόνομη Παρέμβαση βρέθηκε να καταγράφεται στην πλειοψηφία του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ, από κοινού με την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ. Άδοξο, για να μην πούμε γελοίο.

***

Επειδή πάντα θα υπάρχουν αυτοί που διαβάζουν με το στραβό βλέμμα του καχύποπτου: Με τις σκέψεις αυτές δεν έχουμε σκοπό να εκμηδενίσουμε ούτε μία από τις προσπάθειες των συντρόφων και των συντροφισσών μας του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, της Αυτόνομης Παρέμβασης και των «Παρεμβάσεων» --ούτε να υποστηρίξουμε ότι δουλειά της Αριστεράς είναι η υποκατάσταση των κοινωνικών οργανώσεων. Σκοπός μας είναι να θέσουμε σε συζήτηση δύο σημεία:

Το πρώτο είναι ότι στη συγκυρία της δυσανεξίας του πολιτικού, όπου κάθε πεδίο διαπραγμάτευσης με το κράτος συρρικνώνεται ασφυκτικά, είναι αδιανόητο η οργάνωση των αγώνων να διαχωρίζεται από τα μέσα και το σχέδιο για τη νίκη τους –ένα σχέδιο που μπορεί να έχουν ή να μην έχουν οι κοινωνικές οργανώσεις, δεν μπορεί όμως να μην το έχει η ριζοσπαστική Αριστερά. Στην εποχή που διανύουμε, και που μακράν απέχει από το συμβόλαιο κοινωνικής ειρήνης της δεκαετίας του ΄80, ακόμα και οι αγώνες για την τιμή των όπλων προϋποθέτουν κάποιον που βρίσκει και χρησιμοποιεί τα όπλα του –κι εδώ τίποτα το τρομοκρατικό δεν υπαινισσόμεθα.

Το δεύτερο αφορά ειδικότερα τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Η διαφύλαξη του ηθικού του πλεονεκτήματος είναι βασικός όρος για την επιτυχία της κυβέρνησης της Αριστεράς, τόσο βασικός, όσο και η άμεση εγκατάλειψη της λογικής της ελαχιστοποίησης της σύγκρουσης. Όπως φάνηκε και με την έκβαση της απεργίας της ΟΛΜΕ, η τακτική αυτή, η λεγόμενη του ώριμου φρούτου, εν τέλει αναζωογονεί το φρούτο, αφήνοντας τον κόσμο της Αριστεράς να συζητά μακάρια τα του οίκου του, και καταξιώνοντας την άθλια κυβέρνηση ως αποκλειστικό φρουτοπαραγωγό. Επειδή μάλλον θα υπάρξει και επόμενη φορά, επειδή το τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ με κάθε αγώνα θα είναι όρος επιτυχίας του αγώνα αυτού, και επειδή το επικείμενο Συνέδριο οφείλει να θέσει και να απαντήσει το ερώτημα, ας θυμόμαστε ότι νέα επίδοση κάτω από τη βάση μπορεί να έχει συνέπειες μη αναστρέψιμες. Ας το πούμε, λοιπόν, ρητά: δεν θα υπάρξει κυβέρνηση της Αριστεράς, αν δεν αναλάβουμε την ευθύνη και την οργάνωση του άκρου που μας αντιστοιχεί.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Ο Δεκέμβρης, ένα ερώτημα που μας ακολουθεί ...

Του Αλέξανδρου Ζαχιώτη, απο το Red NoteBook...
Η εξέγερση του Δεκέμβρη υπήρξε ένα πολιτικό συμβάν από εκείνα που δημιουργούν ρωγμές τέτοιας έκτασης στο κοινωνικό και πολιτικό συνεχές, ώστε λανθάνουσες κοινωνικές διεργασίες και δυναμικές εισβάλλουν στο προσκήνιο της Ιστορίας, συχνά με βίαιο τρόπο - αλλάζοντας τους όρους με τους οποίους συζητάμε για μια σειρά από ζητήματα, και τελικά αλλάζοντας τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο.

Ο Δεκέμβρης μας έδειξε το μέγεθος της κρίσης του κυρίαρχου καπιταλιστικού υποδείγματος, λίγους μόλις μήνες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers και με πολύ πιο εκκωφαντικό τρόπο απ’ αυτήν. Ας μην ξεχνάμε ότι στη συγκυρία που προηγείται της κρίσης, η νεολαία, πριν γίνει η «χαμένη γενιά», έχει ήδη αρχίσει να γίνεται το πειραματόζωο της νέας κατάστασης και των ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η πλήρης αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, οι ευτελείς αμοιβές, η σχεδόν παντελής απουσία συλλογικών παραστάσεων του εργατικού κινήματος κα η προσπάθεια εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης σε αντιδραστική κατεύθυνση συνθέτουν το σκηνικό όπου η νεολαία σιγά σιγά αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως μια κοινωνική ομάδα σε καθεστώς αποκλεισμού. Ο αποκλεισμός, εδώ, δεν έχει να κάνει με μεγαλύτερα ή μικρότερα οικογενειακά εισοδήματα, αν και αυτά παίζουν προφανώς το ρόλο τους. Αφορά κυρίως την έλλειψη προοπτικής και την εντεινόμενη ανασφάλεια που αυτή προκαλεί.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, ο Δεκέμβρης μέσα από το νεανικό του πρίσμα και τη σύντομη κι εκρηκτική διάρκειά του, φανερώνει το σύνολο, σχεδόν, των όψεων της κρίσης. Μέσα στην έκρηξη οργής των νέων ανθρώπων, προβάλλει η κρίση εκπροσώπησης, η αδυναμία δηλαδή διαμεσολάβησης των συμφερόντων της νεολαίας (στην εργασία, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό κοκ) μέσα από παραδοσιακές δομές πολιτικής έκφρασης. Οι βασικοί ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους (κόμματα, ΜΜΕ κλπ) αδυνατούν να ενσωματώσουν τη νεολαιίστικη οργή, ενώ οι οργανωμένοι κοινωνικοί και πολιτικοί φορείς του κινήματος (οργανώσεις της Αριστεράς, φοιτητικοί σύλλογοι και μαθητικά συντονιστικά κλπ) αδυνατούν, με εξαιρέσεις πάντα, να οργανώσουν και να καθοδηγήσουν τη βίαια έκρηξη των νεανικών μαζών. Γιατί; Ίσως γιατί σε μεγάλο βαθμό φέρουν αγκυλώσεις που αντιστοιχούν σε έναν προηγούμενο βαθμό ανάπτυξης της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης, όπου τα μερικά αιτήματα (ακόμα και τα μεγάλα όπως η μη αναθεώρηση του αρ. 16 ή η αναγνώριση των κολεγίων) κυριαρχούν.

Η αδυναμία, ωστόσο, ένταξης των νέων στο κοινωνικό-εργασιακό και πολιτικό γίγνεσθαι με ομαλό τρόπο, όπως αποκαλύπτεται στην εξέγερση, φανερώνει και τα πρώτα στοιχεία μιας συνολικής κρίσης της αστικής ηγεμονίας και στο ιδεολογικό πεδίο. Μπορεί ο φετιχισμός της βίας και η δράση με ατομικούς όρους (και τα δύο είναι κεντρικά χαρακτηριστικά της εξέγερσης του Δεκέμβρη) να αποτελούν αντεστραμμένες όψεις της κυρίαρχης ιδεολογίας. Είναι όμως προφανές ότι σ’ εκείνο το φλεγόμενο χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πλατεία Συντάγματος, τα παιδιά που περπάτησαν το μονόδρομο του νεοφιλελευθερισμού, πυρπολούν το «τέλος της Ιστορίας», την υπόσχεση μιας γενικής ευημερίας και μιας κοινωνικής ανέλιξης, που δεν βλέπουν πουθενά αλλού πέρα από τις διαφημίσεις και τα λογύδρια υπουργών και παρατρεχάμενων.

Απ’ το Δεκέμβρη στις πλατείες
Με αυτήν την έννοια, ο Δεκέμβρης κυρήσσει την έναρξη μιας νέας κινηματικής συνθήκης, έστω κι αν αυτή άργησε λίγα χρόνια ακόμα να εδραιωθεί. Είναι προφανές ότι ένα τόσο μεγάλο σύνολο αντιθέσεων δεν μπορεί να συμπυκνωθεί σε ένα μερικό αίτημα. Πλέον το αίτημα της συνολικής ανατροπής –το πολύ απλό «Πάρτε τα όλα πίσω»– γίνεται, ρητά ή άρρητα, η κινητήρια δύναμη της δράσης, οργανωμένης και μη. Κι έτσι διαμορφώνεται ένα κόκκινο νήμα που συνδέει το Δεκέμβρη με τις πλατείες και το Σύνταγμα, όπου η ρήξη κοινωνικού-πολιτικού μετασχηματίζεται σε προσπάθεια διεύρυνσης του πολιτικού επιπέδου «από τα κάτω». Με άλλα λόγια, το «πάρτε τα όλα πίσω» του Δεκέμβρη μετασχηματίζεται στο «παίρνουμε εμείς τις ζωές μας στα χέρια μας» των πλατειών.

Μ’ έναν τρόπο, μπορούμε να πούμε πως το Σύνταγμα ολοκλήρωσε το Δεκέμβρη, ανοίγοντας το δρόμο για κοινωνικές και κινηματικές διεργασίες τόσο μεγάλες όσο η υπόθεση μιας συνολικής πολιτικής ανατροπής. Στα χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στα δύο συμβάντα, το καθεστώς αποκλεισμού εξαπλώθηκε, πέραν της νεολαίας, και σε μεγάλη μερίδα των εργαζόμενων τάξεων. Η συνολική κρίση του κυρίαρχου υποδείγματος με τη βίαιη φτωχοποίηση των υποτελών, τη συρρίκνωση της δημοκρατίας και της δυνατότητας παρέμβασης του λαϊκού παράγοντα αλλά και την έλλειψη ενός προτάγματος που με θετικούς όρους να συσπειρώνει τους υποτελείς στο πολιτικό σχέδιο των κυρίαρχων, οξύνθηκε πολύ περισσότερο παίρνοντας τα χαρακτηριστικά μιας οργανικής κρίσης του αστισμού, όπου η αντίστοιχη όξυνση της κρατικής καταστολής έρχεται μονάχα να τη συμπληρώσει, ως το τελευταίο καταφύγιο μιας παραπαίουσας εξουσίας.

Τι κρατάμε απ’ το Δεκέμβρη;
Η τότε πρόβλεψη του χώρου της ριζοσπαστικής Αριστεράς πως ο Δεκέμβρης είναι «εικόνες από το μέλλον», συνιστά, λοιπόν, την πιο καίρια πολιτική παρέμβαση στα γεγονότα. Μένει, όμως, να την κρατήσουμε και σήμερα ως άξονα χάραξης πολιτικής στρατηγικής με το εξής σκεπτικό: μια πρόβλεψη από ένα πολιτικό υποκείμενο δεν μπορεί παρά να συναρτάται τόσο με την εν ψυχρώ ανάλυση της συγκυρίας και των συσχετισμών δύναμης, όσο και με την εν θερμώ πολιτική βούληση για την ανατροπή τους.

Με άλλα λόγια, η «ψύχραιμη» και εξ αποστάσεως, ανάλυση των αδυναμιών και παθογενειών του Δεκέμβρη δεν πρέπει να υποκαθιστά την εκτίμηση της προοδευτικής δυναμικής εντός του και τη βούληση για την ανάδειξή της - προφανώς νοηματοδοτούμενης από το δικό μας πολιτικό σχέδιο - σε κινητήρια δύναμη μαζικής νεολαιίστικης πολιτικής δράσης για την ανατροπή. Μονάχα όταν αυτό είναι δεδομένο, μπορούμε να προχωρήσουμε στην κριτική των όψεων της εξέγερσης, χωρίς να πέφτουμε σε έναν «ιστορικό αναθεωρητισμό» που είτε απορρίπτει την εξέγερση επειδή δεν ενίσχυσε, άμεσα τουλάχιστον, το πολιτικό μας σχέδιο, είτε την τσουβαλιάζει μαζί με άλλα γεγονότα ή κινήματα, χωρίς να διακρίνει τις ρήξεις και τις ασυνέχειες με την πρώτερη κατάσταση.

Ο Δεκέμβρης υπήρξε ένα μεγάλο όχι των νέων ανθρώπων στο παρόν που ζούσαν και το μέλλον που τους ετοιμαζόταν και το βιώνουν ήδη, χωρίς, ωστόσο να μπορεί να αντιτάξει κάτι διαφορετικό, παρά μονάχα σπερματικά. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να καταλογιστεί ακριβώς ως αδυναμία της εξέγερσης καθώς δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να περιμένουμε και κάτι διαφορετικό. Το σημαντικό είναι πώς ο εγκλωβισμός, σε μεγάλο βαθμό, του πολύ μαζικού κινηματικού ανθρώπινου δυναμικού του Δεκέμβρη στη βία και στον ατομικισμό, ανέδειξε την έλλειψη μιας «μεγάλης ιδέας» για τη νεολαία, ενός ιδανικού, δηλαδή, όχι με την ηθικίστικη έννοια, αλλά με την έννοια της παρότρυνσης σε μια μαζική και συλλογική πολιτική, κινηματική και πολιτιστική δράση των νέων ανθρώπων σε προοδευτική και ανατρεπτική κατεύθυνση.

Απ’ τη συζήτηση για το Δεκέμβρη στη συζήτηση για μια μαζική, ριζοσπαστική, αριστερή οργάνωση νεολαίας
Αυτή η «μεγάλη ιδέα» είναι το στοίχημα μας, το ερώτημα που μας έβαλε ο Δεκέμβρης και από το οποίο δε θα ξεφύγουμε, όσο και να κάνουμε πως δεν το βλέπουμε. Ακόμα και το ερώτημα για το πώς οικοδομούμε μια μαζική, ριζοσπαστική, αριστερή οργάνωση νεολαίας κρύβεται, μεταξύ άλλων, και μέσα στις φλόγες του Δεκέμβρη. Το να περάσουμε από την άρνηση στη «συλλογική δημιουργία» είναι το δικό μας καθήκον. Ένα τέτοιο ιδανικό μπορεί να συσπειρώσει μια νεολαία που, πέραν των υλικών συνεπειών της επίθεσης του κεφαλαίου, βιώνει κι έναν πνευματικό ακρωτηριασμό: αυτόν του νέου εργαζόμενου που δουλεύει για ευτελή ποσά σε μια δουλειά που δεν του αρέσει, του άνεργου, που μένει άπραγος στα πιο δημιουργικά του χρόνια, του μετανάστη, που αποκόβεται από το κοινωνικό και πολιτιστικό του περιβάλλον, του φοιτητή, που στερείται της δυνατότητας να ασχοληθεί με μια σειρά από ενασχολήσεις, πολιτικές, πολιτισμικές ή μαθησιακές, λόγω της ολοένα μεγαλύτερης εντατικοποίησης, του μαθητή, ο οποίος μαθαίνει, πρώτα απ’ όλα, τον ανταγωνισμό με τον διπλανό του, τέλος του καλλιτέχνη, που η ενασχόληση του με το αντικείμενό του μετατρέπεται σε πολυτέλεια κ.ο.κ.

Ας δούμε λοιπόν το πολιτικό μας σχέδιο με σαφήνεια: Κυβέρνηση της Αριστεράς χωρίς κοινωνική αυτοοργάνωση και αυτενέργεια των υποτελών δεν μπορεί να υπάρξει και αλοίμονο αν η νεολαία δεν είναι στην πρώτη γραμμή αυτού του αγώνα. Αλλά για να είναι στην πρώτη γραμμή χρειάζεται, όσο ποτέ, το πρόταγμα της «συλλογικής δημιουργίας» να γίνει πυρήνας του πνεύματος της εποχής μας. Μιας εποχής που εγκυμονεί την κοινωνία που οραματιζόμαστε.

Ο Δεκέμβρης μας έθεσε λοιπόν το ερώτημα και περιμένει υπομονετικά να δώσουμε την απάντησή μας. Η έκρηξη οργής να γίνει έκρηξη δημιουργίας ενός εναλλακτικού υποδείγματος να οργανωνόμαστε, να παράγουμε, να ψυχαγωγούμαστε, να μαθαίνουμε, να συνυπάρχουμε. Ο Δεκέμβρης μας έδειξε ότι η κομμουνιστική υπόθεση παραμένει επίκαιρη κι εμείς οφείλουμε να αγωνιστούμε να την κάνουμε πραγματική, με όπλο και μέσο μας μια μαζική, ριζοσπαστική και δημοκρατική οργάνωση νεολαίας. Μια οργάνωση που θα κάνει τη «συλλογική δημιουργία», στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης και του κομμουνισμού, μαζική πρακτική των νέων ανθρώπων, απελευθερώνοντας τα ίδια της τα μέλη δια της συμμετοχής.

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Ο Γαλιλαίος και η Αριστερά: ας αποδείξουμε ότι η Γη γυρίζει...

Red NoteBook ...
Του Αλέξανδρου Ζαχιώτη

Κλείνουμε το Γαλιλαίο και τους Ιεροεξεταστές του σ’ ένα δωμάτιο. Είμαστε στο 1615 και ακόμα η ανθρωπότητα δεν έχει γνωρίσει βιομηχανική επανάσταση, μηχανές, αυτοκίνητα, αεροπλάνα, ψυγεία κλπ. Ο Γαλιλαίος στη μια γωνιά να υποστηρίζει ότι η Γη είναι στρογγυλή και γυρίζει γύρω από τον ήλιο και στην άλλη γωνιά οι Ιεροξεταστές να επιμένουν ότι είναι επίπεδη και, προφανώς, το ακλόνητο κέντρο του σύμπαντος.

Κι όμως, ένας έξυπνος και διαβασμένος άνθρωπος δεν κατάφερε να πείσει μια σειρά από κολλημένα μυαλά για το ορθό της θεωρίας του, ενώ κάθε έξωθεν παρέμβαση ήταν αδύνατη. Το παιχνίδι ήταν χαμένο από τα πριν (το ήξερε και ο Γαλιλαίος, και γι’ αυτό φέρθηκε έξυπνα την κρίσιμη ώρα), λόγω αυτού που αργότερα θα ονομαζόταν «συνολικοί κοινωνικοί συσχετισμοί» και που ήταν συντριπτικά υπέρ της Καθολικής Εκκλησίας.

Περνώντας τα χρόνια, όμως, έγινε εν τέλει «κοινή λογική» ότι η Γη γυρίζει, ότι δεν είναι επίπεδη και όλα τα συναφή. Και δεν έγινε αυτό χάρη στην πειθώ του Γαλιλαίου, αλλά χάρη σε ένα επιστημονικό έργο, του οποίου συγκεκριμένη απόληξη ήταν η ηλιοκεντρική θεωρία. Αυτό το έργο συνέδραμε καίρια σε μια επιστημονική επανάσταση, αυτή σε μια τεχνολογική επανάσταση, εκείνη σε μια βιομηχανική, και όλες τους, μαζί με τις αστικές επαναστάσεις, άλλαξαν πλήρως το δυτικό κόσμο, ανεβάζοντας το βιοτικό επίπεδο και καλύπτοντας ανθρώπινες ανάγκες – αν και όχι όλων. Η Εκκλησία προφανώς δε θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο και καταδικάστηκε ως αυτό που πραγματικά ήταν: φορέας της συντήρησης και διαχειριστής του φόβου.

Στη θέση του Γαλιλαίου, λοιπόν, ας βάλουμε την Αριστερά. Μια Αριστερά που, απέναντι σε μια θεολογικής φύσεως εμμονή των κυρίαρχων στη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, επιμένει να βλέπει την κοινωνική πραγματικότητα με τα μάτια των «από κάτω». Μια Αριστερά που, κατά συνέπεια, καταλήγει σε εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις από εκείνες που μπορεί να καταλήξει όποιος αποδέχεται, ρητά ή άρρητα, τους νεοφιλελεύθερους μονόδρομους.

Ολοένα και περισσότερο, λοιπόν, η Αριστερά βρίσκεται μπροστά στη σύγχρονη Ιερά Εξέταση. Καλείται να απολογηθεί, όχι μονάχα για το «καταστροφικό» των θέσεων της για το παρόν και το μέλλον, αλλά και για τα κρίματα του ίδιου του δικομματικού συστήματος. Ζούμε μια άνευ προηγουμένου διαστροφή της πραγματικότητας. Το ζήτημα είναι πώς θα αντιδράσουμε. Θα αποδεχτούμε τους αρνητικούς συσχετισμούς, για να πούμε μετά «κι όμως κινείται» ή θα επιλέξουμε να τους ανατρέψουμε;

Το παράδειγμα του Γαλιλαίου μας δείχνει ότι όταν αναμετρώνται κοσμοαντιλήψεις φτασμένες στα όριά τους, τα πράγματα είναι πάρα πολύ σκούρα. Μπορεί να είναι ασύγκριτα πιο «λογικό» το να προτείνεις τις 100.000 θέσεις εργασίας από το να απελευθερώνεις τις απολύσεις, τη στιγμή που έχεις 1 εκατομμύριο ανέργους. Κι όμως, οι απολύσεις, οι μειώσεις μισθών και η κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους θα νοούνται πάντα ως πιο «ρεαλιστικές» και εφαρμόσιμες, άρα «πραγματικές» προτάσεις από εκείνες που προτάσσει η Αριστερά (όσο «πραγματικό» νοούνταν το να πιστεύεις ότι η γη είναι επίπεδη και κέντρο του σύμπαντος). Κι αυτό, ακόμα κι αν οι προτάσεις της Αριστεράς είναι πολύ πιο τεκμηριωμένες και συνεκτικές.

Λέγοντας αυτά, δεν εννοώ ότι η μάχη των θέσεων και των προτάσεων είναι χαμένος χρόνος. Αντίθετα, είναι ένα πολύ σημαντικό όπλο που μπορεί να καταφέρει καίρια χτυπήματα στον αντίπαλο, αποδομώντας τη δική του διαδρομή σκέψης. Tαυτόχρονα, μπορεί να ανοίγει συζητήσεις, να μετατοπίζει τη δημόσια σφαίρα διαλόγου σε μονοπάτια πέραν της ανταγωνιστικότητας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας, σε μονοπάτια που καταλήγουν στο απίστευτα «πραγματικό» της φτώχειας, της εξαθλίωσης, της επισφάλειας, της ανεργίας κοκ.

Μαζί με αυτά, ωστόσο, οφείλουμε να αναδεικνύουμε εκείνη την πραγματικότητα των πρακτικών που ξεφεύγουν από τα μέχρι πρότινος συνηθισμένα. Το Σύνταγμα, οι λαϊκές συνελεύσεις, τα δίκτυα αλληλεγγύης κοκ έρχονται να καλύψουν ανάγκες της κοινωνίας μέσα από διαδικασίες εκτός αγοράς, με εναλλακτικές δομές συμμετοχής και συναπόφασης από τα κάτω. Πρόκειται για πρακτικές που, σε τελική ανάλυση, βρίσκονται πολύ πιο κοντά στις αξίες και τις αφετηρίες της Αριστεράς. Βρίσκονται πιο κοντά στη λογική της εναλλακτικής οργάνωσης της κοινωνίας και της υπέρβασης του καπιταλιστικού υποδείγματος, παρά στις συγκεκριμένες απολήξεις των αφετηριών μας σε θέσεις και προτάσεις.

Ας μην ξεχνάμε, από την άλλη, ότι έρχονται εκλογές. Εκλογές κρίσιμες και αποφασιστικές. Η Ιερά Εξέταση φουντώνει. Κι εμείς καλούμαστε να απαντήσουμε. Έχουμε προτάσεις. Έχουμε σχέδια. Σχέδια πραγματικά και άμεσα, όσο πραγματικό και άμεσο είναι το πρόβλημα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του κόσμου της εργασίας και της νεολαίας. Κι όμως, πάλι με την πλάτη στον τοίχο, πρέπει να αποδείξουμε γιατί είμαστε κι εμείς από αυτόν τον πλανήτη και ζούμε στην ίδια χώρα, εντός της ίδιας Ερωπαϊκής Ένωσης, σφιγμένοι με το ίδιο οικονομικό ζωνάρι των μνημονίων. Σε αυτή τη μάχη, η πολιτική αρχών και αξιών, για εμάς, δεν είναι θέμα ηθικής υπεροχής έναντι των αντιπάλων μας. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση ηγεμονίας εντός της κοινωνίας.

Γινόμαστε ηγεμονικοί όχι προκρίνοντας τη δραχμή έναντι του ευρώ ή τον «αριστερό» πατριωτισμό έναντι του δεξιού, ούτε προσπαθώντας να οικειοποιηθούμε κομμάτια μιας εθνικής αφήγησης «επειδή τα λέει ο λαός». Γινόμαστε ηγεμονικοί όταν οι προτάσεις μας συμβαδίζουν με ένα νέο αξιακό πλαίσιο εντός της κοινωνίας. Όταν είναι ρεαλιστικό το να προτείνεις τις 100.000 προσλήψεις ακριβώς γιατί η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, η συμμετοχή και η δημοκρατία γίνονται «κοινή λογική» των από κάτω.

Ο αστικός κόσμος ταιριάζει με την Ιερά Εξέταση στο παζάρι του φόβου και της τρομοκρατίας. Σήμερα, ωστόσο, έχουμε το πλεονέκτημα ο Γαλιλαίος να μην είναι τόσο απελπιστικά μόνος. Ας ξανασκεφτούμε, λοιπόν, το αν πρέπει να δώσουμε την έξυπνη διπλωματική απάντηση που θα μας γλιτώσει από την πυρά. Ας επιμείνουμε ότι η Γη γυρίζει, κι ας το αποδείξουμε με την πρακτική μας, με τη δημόσια τοποθέτησή μας, με την παρέμβασή μας στους αγώνες, με την οργανική μας σύνδεση με τα κινήματα. Ας το αποδείξουμε, ακόμα-ακόμα, με τον τρόπο που θα δώσουμε την εκλογική μάχη. Ας το αποδείξουμε αμφισβητώντας το παρόν, με το βλέμμα σταθερά στραμμένο στην ανατροπή και την υπέρβασή του.

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Ο γαντζωμένος νεοφιλελευθερισμός και η στρατηγική της Αριστεράς

Red NoteBook ...
Των Αλέξανδρου Ζαχιώτη και Φάνη Παπαγεωργίου

Ο νεοφιλελευθερισμός, περισσότερο από αφηρημένο οικονομικό δόγμα που εδράζεται στις θεωρίες της νεοκλασικής σχολής, είναι μια στρατηγική του κεφαλαίου. Μια στρατηγική που στοχεύει στη διεύρυνση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και, υπό αυτήν την έννοια, στην ένταση της ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία. Επίσης, πρέπει να το δούμε και ως μια απάντηση στην κατάρρευση του ποσοστού κέρδους που κορυφώθηκε στις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973-74. Αν κάποιος προσπαθήσει να σκιαγραφήσει την ταυτότητα του νεοφιλελευθερισμού, εκτός της αμιγώς οικονομικής σφαίρας, ανάμεσα στα στοιχεία που θα συμπεριλάβει είναι η εμμονή στην πειθαρχία, η τιμωρία, ο φόβος και η περιστολή της δημοκρατίας. Η τακτική της συναίνεσης δεν αποτελεί στοιχείο της συγκεκριμένης πολιτικής, καθώς πρόκειται για μια άκρως επιθετική πολιτική. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επίθεση του νεοφιλελευθερισμού στο κοινωνικό κράτος. Συνεπώς, το νεοφιλελεύθερο σχέδιο συγκροτείται στη βάση της διεύρυνσης του ποσοστού κέρδους.

Σε περιόδους κρίσης, η κανονική αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου διακόπτεται βίαια. Η ίδια η κερδοφορία του κεφαλαίου μειώνεται και οι κοινωνικοί αγώνες -κατά κανόνα- οξύνονται, σηματοδοτώντας την όξυνση της ταξικής πάλης. Η κρίση πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως μια συγκυρία που «η διαδικασία συσσώρευσης και η διευρυνόμενη αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου βρίσκεται σε ανάσχεση και το ποσοστό κέρδους σε μείωση.» (Μηλιός 2002)

Στις περιόδους κρίσεων και ιδίως στην παρούσα κρίση, η τακτική από πλευράς νεοφιλελευθερισμού γίνεται ακόμα πιο επιθετική, ως απάντηση στην ανάσχεση της διευρυνόμενης αναπαραγωγής. Αυτή η πολιτική της ασφυκτικής λιτότητας δεν αποκλείει καθόλου την πιθανότητα διεύρυνσης της κρίσης, όπως άλλωστε φαίνεται από την εμβάθυνση της κρίσης στις χώρες της Ευρώπης.

Αυτό που ισχυριζόμαστε είναι ότι οι απαντήσεις του κυρίαρχου υποδείγματος στην κρίση δεν είναι -με όρους νεοκλασσικής αποτελεσματικότητας- "σωστές", ούτε και αποτελούν σχέδιο των κυρίαρχων, όσο κι αν ως τέτοιο παρουσιάζεται, από τη στιγμή που το βάθεμα της κρίσης είναι αλληλένδετο με την πτωτική τάση του περιθωρίου κέρδους, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Είναι μια εμμονή στην πεπατημένη, μια προσπάθεια επιβεβαίωσης της «ορθότητας» του κυρίαρχου παραδείγματος. Ταυτόχρονα, θα μπορούσαν να χαρακτηρισστούν ως "βήματα στα τυφλά", ελλείψει εναλλακτικού παραδείγματος για τις κυρίαρχες τάξεις.

Οι νεοφιλελεύθερες απαντήσεις στην κρίση, οι οποίες είναι υπεύθυνες γι΄ αυτήν, μοιάζουν με ένα βασιλιά που καθώς πέφτει γαντζώνεται από το θρόνο για να πέσει μαζί του.

Η κρίση του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος ενισχύει τη σύγκρουση δύο αντίρροπων δυνάμεων στο εσωτερικό των υπάλληλων τάξεων. Η μια από αυτές είναι η δεμένη με το κυρίαρχο παράδειγμα. Είναι η δύναμη της ενσωμάτωσης της τρομοκρατίας στην καθημερινή πρακτική, της απομάκρυνσης από την πολιτική και τη δημοκρατία και της μάταιης ελπίδας ότι μπορεί κάποιος να σώσει μονάχα τον εαυτό του μέσα σε αυτήν την κρίση.

Όμως, οι καπιταλιστικές κοινωνίες δομούνται πάνω στο παράδειγμα του κυριάρχου. Από τη στιγμή που το παράδειγμα αυτό αμφισβητείται, είναι περισσότερο παρά ποτέ κρίσιμο να αρθρωθεί ένα εναλλακτικό παράδειγμα που να πατάει στα συμφέροντα των εργαζομένων τάξεων και να σκιαγραφεί την αντίληψη της αριστεράς για την οργάνωση της κοινωνίας.

Το παράδειγμα αυτό θα πρέπει να συγκροτηθεί με απαντήσεις διαλεκτικά αντίθετες του κυρίαρχου. Να προτάσσει τις συλλογικές λύσεις στα ατομικά προβλήματα, τις δομές κοινωνικής οργάνωσης από τα κάτω, τη διεύρυνση της δημοκρατίας από την παραγωγική βάση ως τη γειτονιά και να εμπεδώνει την αλληλεγγύη ως πυρήνα οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Αριστερά, ενισχύει τις δομές κοινωνικής αλληλεγγύης που ξεπηδούν καθημερινά και δίνουν βοήθεια στους πληττόμενους, πολλές φορές χωρίς εκείνη να τις έχει σχεδιάσει. Παράλληλα, προτείνει περισσότερη δημοκρατία αλλά και μορφές ανυπακοής όπως τα κινήματα «δεν πληρώνω».

Εάν όμως το ζητούμενο για μας είναι η εξυπηρέτηση των μακροχρόνιων συμφερόντων των εργαζόμενων τάξεων, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι υπάρχει ένα ακόμα σκαλοπάτι που πρέπει να ανέβουμε: αυτό είναι το σκαλοπάτι της ιδεολογικής ηγεμονίας, πυρήνας της οποίας θα πρέπει να είναι η αλληλεγγύη, η διεύρυνση της δημοκρατίας και η άρθρωση τους σε ένα συνολικό πλαίσιο οργάνωσης της κοινωνίας.

Το δικό μας παράδειγμα είναι ακόμα στα σπάργανα, τη στιγμή που το κυρίαρχο καταρρέει στα εξ ων συνετέθη. Η κρίση είναι μια μάχη ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο. Δική μας δουλειά είναι να προτάξουμε αυτό το διαφορετικό παράδειγμα, όπως αυτό εγγράφεται στις ανάγκες των εργαζομένων τάξεων σήμερα αλλά και μέσα από την ίδια μας τη δράση και παρέμβαση.

Ροη αρθρων