Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΛΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΛΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Είχε success η απεργία ή ήταν ένα ακόμα story;

Ο ρόλος της ΟΛΜΕ στην απεργία

Όταν ανοίγει ένας διάλογος για το συνδικαλισμό πρέπει να είμαστε πολύ προσεχτικοί γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος να πυροδοτήσουμε καταστάσεις που θα έχουν αποτέλεσμα να φτάσουμε σε σημείο να μην έχουμε τελικά καθόλου συνδικαλισμό. Αυτό βέβαια θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα για τον κλάδο μας αφού είναι ο μοναδικός και αδιαμφισβήτητος τρόπος συλλογικής εκπροσώπησης και διεκδίκησης.
 Το θέμα με την ΟΛΜΕ είναι η απόσταση της ηγεσίας της με τη βάση των καθηγητών. Εδώ υπάρχει μεγάλο χάσμα. Επίσης υπάρχει  έλλειμμα εμπιστοσύνης της βάσης απέναντι στην ΟΛΜΕ, αποτέλεσμα μιας σειράς λανθασμένων επιλογών που έχουν γίνει όλα αυτά τα χρόνια (της καταμαρτυρούν  αδράνεια που δεν  πρότεινε κινητοποιήσεις  νωρίτερα ,όταν βλέπαμε αυτό που θα ερχότανε).

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Γράμμα της ΟΛΜΕ προς τους συναδέλφους...

ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!  ΣΥΝΑΔΕΛΦΕ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΣΤΑΣΟΥ ΟΡΘΟΣ!
Είναι άλλο πράγμα να διδάσκεις στην ιστορία, το πώς απάντησαν σε διλήμματα ζωής, απλοί καθημερινοί άνθρωποι, που μετά τους έντυσαν με τις δάφνες των ηρώων, κι άλλο να πρέπει εσύ να απαντήσεις, για τη δική σου ζωή! Έρχεται όμως στη ζωή του καθένα μας, μια τέτοια στιγμή!
Στις 4 και 5 του Σεπτέμβρη οι καθηγητές στις Γενικές Συνελεύσεις αποφάσισαν απεργία διαρκείας.
Η ώρα της προσωπικής ευθύνης έχει  φτάσει.  Τον ύπνο μας δεν πρέπει να τον ταράζει άλλο ο φόβος και το άγχος για το πού θα βρεθούμε αύριο, αν θα είμαστε οι επόμενοι της διαθεσιμότητας-απόλυσης,  αν θα πάρουμε το βαλιτσάκι μας για άλλη γη κι άλλα μέρη, αν σήμερα μπορούμε και διδάσκουμε το ένα μάθημα και αύριο όχι,  αν  σήμερα διδάσκουμε σε ένα σχολείο και αύριο σε δύο ή τρία, γιατί όσο αυξάνουν τους μαθητές στα τμήματα, εμείς θα πλεονάζουμε. Δεν μπορούμε να αντικρίζουμε το διπλανό συνάδελφο υπολογίζοντας μόρια και σειρά τοποθέτησης για το αν είμαι εγώ ή αυτός που φεύγει.
 Πώς θα μπούμε στην τάξη, όταν ξέρουμε πως 15.000 μαθητές μας πετάχτηκαν έξω από τα σχολεία τους ή αναγκάστηκαν να αλλάξουν βίαια ειδικότητα; Όταν ξέρουμε πως χιλιάδες μαθητές θα εγκαταλείψουν, έστω κι αυτό το κουτσουρεμένο, πληγωμένο και λειψό σχολείο, για να οδηγηθούν στη μερική κατάρτιση και τη μαθητεία; Όταν ξέρουμε ότι θα σπρωχτούν σε ένα μέλλον απλήρωτης παιδικής εργασίας, εκεί όπου το μόνο τους  «μορφωτικό εφόδιο» θα είναι η υποταγή στον εργοδότη και η προετοιμασία τους για να γίνουν οι σύγχρονοι δούλοι του 21ου αιώνα;
Η δουλειά μας έχει βαρύ φορτίο. Όχι γιατί  το αποδεικνύει η  ΟΥΝΕΣΚΟ, δείχνοντας πόσες ώρες γραφείου αντιστοιχούν  σε μία διδακτική ώρα, αλλά γιατί το αποδεικνύει η ίδια η ιστορία. Η εκπαίδευση ήταν πάντα μπροστά στους αγώνες για μια καλύτερη ζωή, για  ΨΩΜΙ – ΠΑΙΔΕΙΑ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

ΟΛΜΕ: Γράμμα προς τους μαθητές....

απο την AlfaVita...
Μαρία, Γιάννη, Πέτρο, Ελένη, Ανίσα, Βλαντισλάβ…
Αγαπητή μας μαθήτρια, αγαπητέ μας μαθητή
Έχει περάσει πια αρκετός καιρός από τότε που αυτές οι μέρες του Σεπτέμβρη ήταν για όλους μας μια γλυκιά επιστροφή στο σχολείο, με τις ανταλλαγές των καλοκαιρινών εμπειριών, με το σχεδιασμό και τις αποφάσεις για την καινούργια σχολική χρονιά,με την ανανέωση της υπόσχεσης πως θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, για να ζήσουμε όμορφα.
 
Έχει περάσει πια αρκετός καιρός, από τότε που οι κυβερνήσεις των μνημονίων και όσοι τις υπηρετούν, αποφάσισαν να διαλύσουν το Δημόσιο Σχολείο,  να το μετατρέψουν σε μια άχρωμη και σκληρή επιχείρηση, που θα χωράει μόνο τα παιδιά των λίγων. Κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι πρόκειται για κάτι φυσικό και λογικό. Περιμένουν από μας να «συνηθίσουμε» την καταστροφή. Όμως κι οι δυο μας ξέρουμε, ότι αυτό είναι δύσκολο να συμβεί. Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε έτσι. Αλλά και γιατί σημαίνει ότι πρέπει να παραιτηθούμε- κι εμείς κι εσύ- από το να είμαστε άνθρωποι. Από έναν καλύτερο κόσμο. Από τη δύναμη της νεανικής σου ορμής και δημιουργικότητας, από την έντονη επιθυμία ν΄ αλλάζεις τα πράγματα γύρω σου κόντρα στις συνήθειες και τον εφησυχασμό των μεγάλων.

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Οδηγίες προς ναυτιλλομένους...

Του Τάσου Παππά, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

«Ε, όχι και απεργία οι καθηγητές την περίοδο των πανελλαδικών εξετάσεων. Πρόκειται για απαράδεκτη επιλογή του συνδικαλιστικού κινήματος, που έχει καταντήσει συντεχνιακή σύναξη. Βλάπτουν τους μαθητές που ετοιμάζονται για μία από τις κρισιμότερες μάχες της ζωής τους και τις οικογένειές τους που αγωνιούν για το μέλλον των παιδιών τους».
Κυβέρνηση, κομματικά στελέχη, δημοσιολόγοι και λοιποί οπαδοί της κοινής λογικής χρησιμοποίησαν αυτό το επιχείρημα πριν από μερικούς μήνες για να επιτεθούν στην απόφαση της ΟΛΜΕ. Είχε φυσικά προηγηθεί μπαράζ συκοφαντικών σχολίων για τους τεμπέληδες καθηγητές που απολαμβάνουν τρεις μήνες διακοπές τον χρόνο, που αρνούνται να επιμορφωθούν και να αξιολογηθούν, που έχουν μαύρο εισόδημα από τα ιδιαίτερα μαθήματα, που, που, που. Ολα αυτά για να έρθει ως φυσιολογική η απόφαση της κυβέρνησης να επιστρατεύσει τους καθηγητές.

Το ίδιο σκηνικό είχε στηθεί τον περασμένο Φεβρουάριο με τους ναυτεργάτες, οι οποίοι, άκουσον-άκουσον, είχαν τολμήσει να ξεσηκωθούν επειδή οι εργοδότες τους -κάτι πληβείοι εφοπλιστές που μάχονται από το πρωί μέχρι το βράδυ για ένα μεροκάματο της πείνας- τούς χρωστούσαν δεδουλευμένα πέντε και έξι μηνών. Οι άφρονες ναυτεργάτες -και το δικό τους συνδικαλιστικό όργανο έχει χαρακτηριστεί αισχρή συντεχνία- εξεδήλωσαν τη βέβηλη πρόθεσή τους να αντιδράσουν με απεργία διαρκείας. Ηταν δυνατόν ένα σοβαρό (λέμε τώρα) κράτος να μείνει απαθές; Οχι, βεβαίως. Πολιτική επιστράτευση λοιπόν.

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Άρθρο του Προέδρου της ΟΛΜΕ Θέμη Κοτσιφάκη για τους 2.122 εκπαιδευτικούς που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα ...

2.122 εκπαιδευτικοί της Τεχνικής – Επαγγελματικής Εκπαίδευσης μπαίνουμε σήμερα σε διαθεσιμότητα και στον προθάλαμο της απόλυσης, ελέω μιας ανηλεούς κυβέρνησης και της τρόικας.
302 έμπειροι και προσοντούχοι εκπαιδευτικοί μετατρέπονται σε διοικητικούς υπαλλήλους.
Το 33% των μαθητών (πάνω από 20.000 ανά έτος) στα ΕΠΑΛ και στις ΕΠΑΣ δεν θα βρίσκουν τις ειδικότητες που θα ήθελαν να σπουδάσουν στο δημόσιο σχολείο.
829 πολυδάπανα εργαστήρια στα τεχνικά σχολεία θα αχρηστευτούν.
Οι ιδιώτες σχολάρχες θριαμβολογούν. Δεν θα ξεχνούν να καλούν σε όλα τα εγκαίνια των νέων τμημάτων τους τον Υπουργό Παιδείας. Ίσως τον ανακηρύξουν και επίτιμο ευεργέτη τους.
153 βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ έβαλαν την υπογραφή στο έγκλημα. Κατά των 2122 εκπαιδευτικών (αλλά και των 302), των οποίων διαλύεται η εργασιακή και οικογενειακή ζωή. Κατά των χιλιάδων μαθητών και των οικογενειών τους. Άλλωστε ποιος νοιάζεται για τα φτωχά παιδιά του λαού μας; Τα δικά τους παιδιά δεν σπουδάζουν  στα ΕΠΑΛ και τις ΕΠΑΣ….  Ήδη μετράμε  την απώλεια της συνάδελφου μας από τη Λάρισα, που είναι θύμα αυτής της βάρβαρης πολιτικής.
Σήμερα, 31-7-13, ο Υπουργός Παιδείας, περήφανος ότι πράττει το εθνικό του καθήκον (να εξευμενιστούν οι Ευρωπαίοι τοκογλύφοι και οι ντόπιοι σφογγοκωλάριοί τους),  υπογράφει τη διαπιστωτική μας πράξη για την απόλυση 2.122 εκπαιδευτικών.
Όμως δεν κλαίμε. Δεν σκύβουμε το κεφάλι. Δεν υποχωρούμε.
Και οι 2.424 παραμένουν συνάδελφοι μας εκπαιδευτικοί. Θα επιβάλουμε με κάθε μέσο την επαναφορά τους στη εκπαιδευτική τους θέση. Κανείς δεν είναι μόνος. Όλοι θα είμαστε από την 1η Σεπτέμβρη στα σχολεία.
Είμαστε μια μεγάλη αγκαλιά εργαζομένων που καθημερινά αγωνιούμε για αυτό που λέγεται εκπαίδευση (τι καταλαβαίνουν άραγε οι Υπουργοί, οι τροϊκανοί και οι υπηρέτες τους από αυτή την θεσπέσια διαδικασία;), και μαζί με τους μαθητές μας, μαζί με τους γονείς τους, μαζί με όλους τους εργαζόμενους, θα τους αναγκάσουμε με τους αγώνες μας να αποχωρήσουν.
Και τότε εμείς, ο λαός αυτής της χώρας, θα υπογράψουμε τη δική τους διαπιστωτική πράξη, την πράξη της ανατροπής τους. Και αυτή η ώρα είναι κοντά.
Κοτσιφάκης Θέμης
Πρόεδρος της ΟΛΜΕ

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Εκπαιδευτικά παράλογα..

Δεν πρόλαβε να κάτσει στην υπουργική καρέκλα ο Κυριάκουλας (Κυριάκος + Μητσοτάκουλας) και -σε αγαστή συνεργασία με τον ομόλογό του στο "αναβαθμισμένο" υπουργείο παιδείας- έκλεισε μια διακοσιαριά σχολεία (στα πλαίσια της "δημοσιονομικής εξυγίανσης, βεβαίως-βεβαίως!), τα οποία προστέθηκαν σε όσα είχε κλείσει ο προκάτοχός του και σε όσα είχε προλάβει να κλείσει η Αννούλα η σοσιαλίστρια (πριν την στείλει ο έλλην ψηφοφόρος στον απόπατο της ιστορίας).

Πριν δυόμισι αιώνες, όταν τούτος ο τόπος ήταν ακόμα επαρχία τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο ιερωμένος Κοσμάς ο Αιτωλός δεν δίσταζε να κηρύττει το -ριζοσπαστικώτατο για την εποχή- τσιτάτο "γκρεμίστε τις εκκλησιές τις άπραγες... σχολειά θα χτίστε... στήστε σχολειά... δάσκαλους, μαθητές, φυλλάδες θέλω...". Σήμερα, σε καθεστώς "παγκοσμιοποιημένης δημοκρατίας", η αλήτικη συμμωρία των παπαρομεταρρυθμιστών τής κακιάς ώρας, η οποία διαγουμίζει την δόλια την χώρα, δεν ορρωδεί: κλείνει αδίστακτα το ένα σχολείο μετά το άλλο, προκειμένου να περισσέψουν λεφτά για να τα δώσει στους "επενδυτές" τής συμφοράς.

Οι πρώτοι που μπήκαν στο στόχαστρο του Κυριάκουλα ήσαν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές. Κάπου 8.000 εκπαιδευτικοί θα πάρουν σύντομα την άγουσα προς την εφεδρεία και γι' αργότερα...έχει ο θεός της μεταρρύθμισης, της ανάπτυξης και της ρευστότητας. Βλέπετε, η κυβερνώσα συμμωρία διέβλεψε μεγάλη σπατάλη και πολλή τεμπελιά στον χώρο της εκπαίδευσης. Σου λένε, φερ' ειπείν: το τάδε γυμνάσιο έχει 300 μαθητές και οι 3 τάξεις του αποτελούνται από 14 τμήματα... όμως, κάθε τμήμα μπορεί να έχει 27 μαθητές άρα το σχολείο μπορεί να λειτουργήσει με 300 / 27 = 11 τμήματα και τους 3 μαθητές που περισσεύουν, τους στέλνουμε σε όμορο σχολείο... Τετράγωνη λογική. Τί γίνεται, όμως, με τις "ενοχλητικές" λεπτομέρειες; Π.χ., τί γίνεται αν στην πρώτη τάξη υπάρχουν 92 παιδιά; Φτιάχνουμε 3 τμήματα των 27 και τα 11 παιδιά που περισσεύουν τα στέλνουμε απ' ευθείας στην δευτέρα, τα στέλνουμε σε άλλο σχολείο ή τα στέλνουμε στον διάολο; Αν τα στείλουμε σε άλλο σχολείο, τα 300 θα γίνουν 289, άρα πρέπει να φτιάξουμε 10 τμήματα Χ 27, οπότε θα περισσέψουν άλλα 19 παιδιά, που θα πρέπει να τα διώξουμε κι αυτά... Χέσε μέσα Πολυχρόνη.

Τέλος πάντων, ας πούμε ότι με κάποιον μαγικό τρόπο καταφέραμε και βγάλαμε άκρη και το στήσαμε το ρημάδι το γυμνάσιο με 11 τμήματα. Ας πούμε τώρα ότι αυτά τα 11 τμήματα κάνουν κάθε βδομάδα συνολικά 55 ώρες μαθηματικά. Με δεδομένο ότι το σχολείο διαθέτει ήδη 3 μόνιμους καθηγητές μαθηματικών, οι οποίοι διδάσκουν από 16 ώρες ο καθένας, καλύπτουμε 3 Χ 16 = 48 ώρες και περισσεύουν άλλες 7. Τί κάνουμε μ' αυτές; Προσλαμβάνουμε έναν ακόμη μαθηματικό, τον οποίο τον στέλνουμε και σε άλλο ένα σχολείο για να συμπληρώσει το 16ωρό του, δίνουμε ως "δεύτερη ανάθεση" αυτές τις 7 ώρες στον φυσικό ή στον γυμναστή (γιατί όχι; τόσες μαλακίες έχουμε κάνει, τί πειράζει μία παραπάνω;) ή, πολύ απλά, κόβουμε από μία ώρα στα 7 τμήματα των δυο μικρότερων τάξεων; Προφανώς, η σωστή επιλογή είναι η τρίτη και εναλλακτική της η δεύτερη.

Εξυπακούεται ότι γυμνάσια ή λύκεια που δεν μαζεύουν τουλάχιστον 108 παιδιά (4 πλήρη τμήματα) κλείνουν και οι μαθητές διασκορπίζονται σε "όμορα σχολεία". Λογικόν και οικονομικώτατον. Και καλά να κλείσει το 12ο γυμνάσιο Αχλαδοκάμπου και να πάνε τα παιδιά στο 10ο, στο 11ο ή στο 15ο. Τί γίνεται, όμως, αν κλείσει το γυμνάσιο της Άνω Γουρζούμισσας; Πώς θα πάνε τα παιδιά στο γυμνάσιο της Κάτω Γουρζούμισσας ή των Νέων Σεκλάνων, που απέχουν 15-20 χιλιόμετρα; Θα μου πείτε ότι αν είναι να εξοικονομήσουμε κάμποσες θέσεις καθηγητών και κάμποσα λειτουργικά έξοδα, ποιός τα γαμεί αυτά τα παιδιά...  Σωστό κι αυτό.


Κι ενώ συμβαίνουν όλα τούτα, κάθε λογικός άνθρωπος θα περίμενε να υπάρξει κάποια αντίδραση από τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι αντιμετωπίζουν χειροπιαστά πλέον το φάσμα της ανεργίας. Και όμως, στο συνέδριο της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας, το οποίο ολοκληρώθηκε την Τρίτη που πέρασε, η νεοδημοκρατική ΔΑΚΕ πήρε το 26,85% των ψήφων και η πασοκική ΠΑΣΚ το 21,19%. Δηλαδή, οι άνθρωποι οι οποίοι κινδυνεύουν να πεταχτούν στην ανεργία, ψήφισαν σε αναλογία ένας στους δύο τις συνδικαλιστικές παρατάξεις που πρόσκεινται και στηρίζουν εκείνους οι οποίοι θεωρούν τους εκπαιδευτικούς ως πληγή για τα δημοσιονομικά τής χώρας! Χέσε ψηλά κι αγνάντευε...

Συγγνώμη αλλά η φτωχή λογική που διαθέτω, αδυνατεί να παρακολουθήσει τους παραλογισμούς που αράδιασα πιο πάνω. Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ τέτοια ώρα είναι ο στίχος τού Γκάτσου (από το -πολυφορεμένο τελευταία- "Κεμάλ"):

Νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

«Το δημοκρατικό σχολείο, απάντηση στο ρατσισμό»...

 Ο εκπαιδευτικός Παύλος Χαραμής, μέλος του Δ.Σ. του Κέντρου Μελετών και Τεκμηρίωσης (ΚΕΜΕΤΕ) της ΟΛΜΕ και υπεύθυνος της Ομάδας Εργασίας για τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, μιλά στο 1againstracism.gr για την ξενοφοβία στο σχολείο και την αντιμετώπισή της.

Πότε αρχίσατε να παρατηρείτε άνοδο της ξενοφοβίας στο σχολικό χώρο;
Μέχρι τις αρχές του 2000, στην ελληνική κοινωνία δεν φαινόταν πως είχαν καλλιεργηθεί αρνητικά στερεότυπα απέναντι στους μετανάστες. Ωστόσο, όταν το 2001 η UNICEF διεξήγαγε έρευνα για το ρατσισμό και την ξενοφοβία στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το πρόβλημα έγινε αντιληπτό κι άρχισε να απασχολεί την εκπαιδευτική κοινότητα. Τότε, δεν φαινόταν να έχουν αναπτυχθεί ακόμα ομάδες με ρατσιστικές αντιλήψεις στα σχολεία. Από ένα σημείο και μετά, πάντως, έκανε αισθητή την παρουσία της στο Διαδίκτυο μια μαθητική ομάδα με την ονομασία Μ.Π.Ο.Υ.Μ., ακρώνυμο που σήμαινε «Μη Πολιτικώς Ορθή Υποκίνηση Μαθητών». Η ομάδα αυτή υποστήριζε ότι η εκπαίδευση κυριαρχείται από «ακραίες, αριστερές αντιλήψεις», το έθνος κινδυνεύει από τους «ξένους» και πρότεινε στους νέους να αντιδρούν στους καθηγητές, που θεωρούσε ότι εμφορούνται από διαφορετικές απόψεις. Αργότερα εμφανίστηκαν και άλλες παρόμοιες ομάδες στην εκπαίδευση, ορισμένες από τις οποίες φαινόταν πως συνδέονταν, άμεσα ή έμμεσα, με τη Χρυσή Αυγή.
Αν παρακολουθήσει κάποιος τις κατά καιρούς παρεμβάσεις της ΟΛΜΕ σε σχετικά θέματα, θα διαπιστώσει πως πολλές από αυτές έχουν ως αφορμή συγκεκριμένα περιστατικά ρατσιστικής συμπεριφοράς και αρνητικών διακρίσεων. Στη μια περίπτωση, ένας διευθυντής σχολείου δεν εγγράφει παιδιά μεταναστών, σε άλλη περίπτωση εμφανίζεται ένα ακραίο περιστατικό βίας, ξυλοδαρμού κ.λπ. και σε μία τρίτη περίπτωση υπάρχει μια ομάδα γονέων που αντιδρά στη φοίτηση παιδιών μεταναστών ή μιας συγκεκριμένης μειονότητας στο σχολείο. Αυτά αντιμετωπίζονταν είτε με ανακοινώσεις της ΟΛΜΕ είτε με συγκεκριμένα διαβήματα προς τις αρμόδιες υπηρεσίες. Η αντίληψή μας είναι ότι τέτοια περιστατικά έχουν αυξηθεί το τελευταίο διάστημα, ειδικά μετά τις τελευταίες εκλογές που ανέδειξαν τη Χρυσή Αυγή ως κοινοβουλευτικό κόμμα.
Όσον αφορά σε αυτές τις ομάδες μαθητών, πώς προσελκύουν τα μέλη τους και με τι τρόπους δρουν;
Αναφορικά με το πρώτο σκέλος του ερωτήματός σας, είναι δύσκολο να έχουμε συγκεκριμένες πληροφορίες. Η γενική αίσθηση είναι ότι σε κάποιες περιπτώσεις, στα σχολεία, τέτοιες ομάδες ζητούν από μαθητές και μαθήτριες που θέλουν να ενταχθούν σε αυτές να αποδείξουν ότι το «αξίζουν», συνήθως συμμετέχοντας σε μια βίαιη ενέργεια, π.χ. εναντίον ενός μετανάστη συμμαθητή τους.
Αναφορικά με τη δράση τέτοιων ομάδων, σχηματικά, αυτή χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: Στα περιστατικά που λαμβάνουν χώρα στο σχολικό περιβάλλον και σε αυτά που σημειώνονται στον περίγυρο του σχολείου και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον με συμμετοχή και εξωσχολικών παραγόντων. Τα δεύτερα «φτάνουν» στο σχολικό χώρο μόνο από πληροφορίες τρίτων, συνήθως όταν συνδέονται με περιστατικά της πρώτης κατηγορίας. Ωστόσο, έχει επισημανθεί σε κάποιες περιπτώσεις ότι ομάδες παιδιών που δρουν με αφετηρία ένα συγκεκριμένο σχολείο οργανώνουν βίαιες πράξεις όπως να πετροβολούν ή κάνουν ζημιές σε καταστήματα και περιουσίες μεταναστών ή άλλων μειονοτικών ομάδων. Επίσης, συχνά προχωρούν σε συστηματικό εκφοβισμό συμμαθητών τους που διαφωνούν με τις πρακτικές τους ή αντιδρούν στις ενέργειές τους.
Ως ΟΛΜΕ, τα περιστατικά που συμβαίνουν εντός του σχολείου μάς απασχολούν περισσότερο, καθώς γι’ αυτά μπορούμε να έχουμε καλύτερη πληροφόρηση και να παρεμβαίνουμε πιο αποτελεσματικά. Ενδεικτικά, σημειώνονται επεισόδια στην αυλή του σχολείου ή κατά την προσέλευση και την αποχώρηση από το σχολείο, τα οποία προκαλούν ομάδες ή άτομα που προσπαθούν να «ξεκαθαρίσουν λογαριασμούς» χρησιμοποιώντας βία, ή να βιαιοπραγήσουν κατά μεμονωμένων συμμαθητών τους. Αλλά και μέσα στις σχολικές τάξεις πολλές φορές έχουμε οργανωμένες παρεμβάσεις ατόμων ή ομάδων παιδιών που διαφωνούν με το περιεχόμενο πολλών μαθημάτων. Συγκεκριμένα, ασκούν πιέσεις προς τους καθηγητές/καθηγήτριες ή τους άλλους μαθητές και μαθήτριες, ώστε να μην αναφέρουν στοιχεία που, κατά την αντίληψή τους, θίγουν την ιδεολογία τους ή προβάλλουν ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης από εκείνον που αυτοί πρεσβεύουν. Ειδικά στο μάθημα της ιστορίας, και γενικά στα φιλολογικά μαθήματα, διατυπώνονται κάποιες φορές απειλές κατά εκπαιδευτικών, όταν προβάλλεται ένας λόγος ο οποίος επικρίνει τη στερεοτυπική αντίληψη και τη ρατσιστική συμπεριφορά ή χρησιμοποιεί σχετικά παραδείγματα από την ιστορία.
Εάν αυτές οι συμπεριφορές αντιμετωπιστούν με σοβαρότητα και συνέπεια, εκλείπουν. Αν όμως συγκαλύπτονται και αποσιωπώνται, κατά κανόνα πολλαπλασιάζονται.
Πώς αντιμετωπίζετε τα εξωσχολικά μαθήματα που παραδίδει η ελληνική ακροδεξιά;
Το να λειτουργούν εκπαιδευτικές δομές αδιαφανείς και ανεξέλεγκτες, στο πλαίσιο των οποίων παρέχονται συστηματικές «γνώσεις» και αγωγή των παιδιών, είναι κάτι που βρίσκει αντίθετη την ΟΛΜΕ. Στο βαθμό που αυτές οι δομές προβάλλουν ακραίες αυταρχικές και ρατσιστικές αντιλήψεις, τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά επικίνδυνα: Πολύ εύκολα διαστρεβλώνονται, π.χ., τα ιστορικά γεγονότα, αλλά και επιχειρείται (ίσως σκόπιμα και συνειδητά) τα παιδιά που παρακολουθούν τέτοια «μαθήματα» μίσους και διχασμού να στραφούν εναντίον άλλων συμμαθητών ή συμπολιτών τους. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία με περισσότερες διακρίσεις και περισσότερη βία, και τελικά διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Η ΟΛΜΕ δεν αποδέχεται τέτοια φαινόμενα, τα καταδικάζει και ζητεί από την πολιτεία να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπισή τους.
Τι μπορούν να κάνουν δάσκαλοι και γονείς για να προστατεύσουν τα παιδιά από τις ρατσιστικές ιδέες και πρακτικές;
Καταρχάς, υπάρχει μια κόκκινη γραμμή: Η ΟΛΜΕ δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι στο χώρο ή τον περίγυρο του σχολείου λειτουργούν άτομα ή ομάδες που συστηματικά εκφοβίζουν ή βιαιοπραγούν κατά συμμαθητών ή άλλων μελών της σχολικής κοινότητας εμφορούμενα από τέτοιες ιδέες. Θεωρούμε ότι η πολιτεία και η εκπαιδευτική κοινότητα πρέπει να παρεμβαίνουν άμεσα και να παρεμποδίζουν εν τη γενέσει του κάθε τέτοιο περιστατικό. Από την άλλη πλευρά, όμως, χρειάζεται να σχεδιαστεί μία πολυδιάστατη προληπτική πολιτική, που είναι πάντοτε πιο αποτελεσματική. Ένας θεμελιώδης και απαράβατος όρος είναι το ίδιο το σχολείο να λειτουργεί σε δημοκρατική βάση. Η καθημερινή του λειτουργία, οι σχέσεις μεταξύ των μελών του πρέπει να διέπονται από σεβασμό στην ανθρώπινη προσωπικότητα και στο σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και ιδιαίτερα του παιδιού. Ένα τέτοιο κλίμα εδραιώνει την αντίληψη στα παιδιά, και μάλιστα μέσα από την πράξη, ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι να επιλύονται ενδεχόμενες διαφορές, πέρα από τη χρήση της βίας και τον καταναγκασμό του «ισχυρού». Επομένως, η διασφάλιση ενός θετικού κλίματος, αλληλεγγύης και συνεργασίας στο σχολείο είναι στοιχείο πρωταρχικής σημασίας.
Μια δεύτερη προϋπόθεση θα ήταν να προσπαθήσει το εκπαιδευτικό σύστημα να αξιοποιήσει κατάλληλα την υπάρχουσα γνώση στα σχολικά βιβλία, και ενδεχομένως να τη συμπληρώσει με κατάλληλο περιεχόμενο, που θα διευκολύνει τα παιδιά, κατά περίπτωση, και ανάλογα με το μάθημα και την ηλικία τους, να αντιλαμβάνονται τις αρνητικές συνέπειες συμπεριφορών που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και καλλιεργούν το ρατσισμό και τις διακρίσεις. Πρέπει να αξιοποιηθούν το σύνολο των σχολικών μαθημάτων και των διδακτικών δραστηριοτήτων στο χώρο του σχολείου, κάποιες από τις οποίες δεν περιορίζονται στην τάξη και το μάθημα, αλλά εκτείνονται στο σύνολο της σχολικής ζωής, λόγου χάρη στις σχολικές γιορτές, στις εκδρομές κ.ο.κ. Η ίδια η ιστορική εμπειρία μπορεί να δείξει στα παιδιά τόσο τις καταστροφικές επιπτώσεις του ρατσισμού, του ναζισμού και του φασισμού όσο και την αποτυχία τους να κυριαρχήσουν τελικά, σε όλα τα πεδία.
Παράλληλα, για να διευκολυνθεί η αποτελεσματική λειτουργία του σχολείου, πρέπει να μελετηθούν πρακτικά μέτρα που θα διευκολύνουν τα παιδιά να ξεπερνούν ενδεχόμενες αναστολές, να εκφράζονται ελεύθερα και να συζητούν ανοιχτά ένα πρόβλημα που ενδεχομένως τα απασχολεί. Συχνά, τέτοια προβλήματα παραμένουν στο σκοτάδι, είτε λόγω φόβου είτε λόγω της αδιαφορίας με την οποία κάποιες φορές αντιμετωπίζονται από το διδακτικό ή τους αρμόδιους παράγοντες.
Επίσης, είναι σημαντικό τα παιδιά να κατανοούν ότι δίπλα τους υπάρχουν άνθρωποι που στηρίζουν τη δημοκρατία και τους θεσμούς της, και θέλουν να εξασφαλίσουν μέσα από δομές αλληλεγγύης τα στοιχειώδη και απαραίτητα για όλα τα παιδιά χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς. Εάν αυτές οι δομές δεν εξασφαλιστούν από την πλευρά της τοπικής κοινωνίας, της εκπαιδευτικής κοινότητας αλλά κυρίως του ίδιου του κράτους -και εδώ οι ευθύνες του υπουργείου Παιδείας είναι μεγάλες-, τότε είναι αναμενόμενο να εμφανίζονται αυτόκλητοι «σωτήρες», οι οποίοι συνδέουν την παροχή «βοήθειας» με αυταρχικές και ρατσιστικές αντιλήψεις και συμπεριφορές. Αυτοί θα θελήσουν να προσφέρουν άλλου είδους «αλληλεγγύη», με αντάλλαγμα την ένταξη του παιδιού σε αντίστοιχες ομάδες και τη συμμετοχή του σε απάνθρωπες και εγκληματικές πράξεις.
Κλείνοντας, θα ήθελα να προσθέσω ότι το ΚΕΜΕΤΕ της ΟΛΜΕ έχει πραγματοποιήσει ανάλογες μελέτες και έχει εκπονήσει χρήσιμο διδακτικό υλικό για θέματα διαπολιτισμικής και αντιρατσιστικής εκπαίδευσης, που μπορεί εύκολα να το αναζητήσει όποιος/όποια ενδιαφέρεται, στην ιστοσελίδα της ΟΛΜΕ και του ΚΕΜΕΤΕ. Επιπλέον, λειτουργεί στο πλαίσιο του ΚΕΜΕΤΕ η Ομάδα για τη Δημοκρατία και τα Δικαιώματα, όπως ήδη αναφέρθηκε, την οποία κάθε εκπαιδευτικός μπορεί να υποστηρίξει, όπως και να αξιοποιήσει το υλικό που παράγει.

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Mε αφορμή τον αγώνα των εκπαιδευτικών ξανά για το ρόλο των συνδικάτων...

του Θαναση Τσιριγωτη, απο την AlfaVita...
Kάθε φορά που μια εργατική κινητοποίηση προκαλεί κοινωνική αναταραχή, κάθε φορά που μια ομάδα εργαζομένων βρίσκεται σε αντιπαράθεση και σύγκρουση με την κυβέρνηση, προκύπτουν έντονες αντιπαραθέσεις γύρω απ’ το ρόλο των συνδικάτων και την αναγκαιότητα τους.
Oι αντιπαραθέσεις προκύπτουν συνήθως σαν αποτέλεσμα της επιτυχούς ή όχι έκβασης μιας απεργιακής κινητοποίησης. Έτσι συνήθως όταν η απεργία οδηγεί σε νικηφόρο αποτέλεσμα τότε εκθειάζεται ο θετικός ρόλος των συνδικάτων και της συνδικαλιστικής δράσης, αλλά και αντίθετα.
Tο τελευταίο διάστημα η ελληνική κοινωνία διχάστηκε απ’ τη σύγκρουση κυβέρνησης- εκπαιδευτικών συνδικάτων (OΛME), μετά απ’ την απόφαση του Δ.Σ. της OΛME να προχωρήσει σε απεργιακές κινητοποιήσεις μέσα στην περίοδο των πανελλαδικών εξετάσεων. Tα αίτια της σύγκρουσης αναλύονται εκτενώς σε άλλα σημεία της εφημερίδας. Ως γνωστό η κινητοποίηση αυτή δεν ολοκληρώθηκε, μετά την αυταρχική κυβερνητική απόφαση για επιστράτευση και την πραξικοπηματική απόφαση της πλειοψηφίας του Δ.Σ. της OΛME (ΣYNEK-ΔAKE-ΠAΣK) για αναστολή της απεργίας παρά την σχεδόν ομόφωνη απόφαση των εκπαιδευτικών να προχωρήσει η απεργία. 
H κατάσταση αυτή έφερε στην επιφάνεια για μια ακόμα φορά προβλήματα που λιμνάζουν μέσα στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος και τα οποία οξύνονται περιοδικά. Έτσι ακούστηκαν για μια ακόμα φορά οι γνωστές φωνές, που αμφισβητούν την ανάγκη συνδικαλιστικής δράσης, τσουβαλιάζουν συλλήβδην όσους έχουν συνδικαλιστική δράση, αμφισβητούν τις οργανωτικές δομές των συνδικάτων και υπερτονίζουν την αντίθεση ηγεσίας-βάσης, με το άλλοτε πλαστό και άλλοτε πραγματικό δίλημμα της οργάνωσης των αγώνων «από τα κάτω».
Στην αρνητική έως διαλυτική αυτή πορεία, ενώνονται φωνές που ξεκινάνε από ιδιαίτερα συντηρητικές αντιλήψεις (ο κάθε ένας μόνος του) μέχρι δήθεν υπέρ-επαναστατικές κορώνες που αντί να παλεύουν για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μέσα στα συνδικάτα καταλήγουν να αμφισβητούν την ίδια την ύπαρξη των συνδικάτων, των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος επειδή κυριαρχούνται από τις φιλοκυβερνητικές και ρεφορμιστικές δυνάμεις. Tέτοιες λοιπόν απόψεις κυκλοφορούν και σήμερα μετά τις τελευταίες κινητοποιήσεις στο χώρο της εκπαίδευσης.
Aς επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε με πιο ψύχραιμο μάτι την πραγματικότητα. Tο πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το εξής: η απόπειρα της απεργίας είχε μόνο αρνητικές συνέπειες στο κίνημα, όπως υποστηρίζει το ΠAME και ορισμένοι άλλοι; Mια τέτοια «εύκολη» απάντηση βρίσκεται πολύ μακριά απ’ την πραγματικότητα για τους εξής λόγους. Aπ’ τη μια μεριά η απεργία αυτή ανέδειξε τα σοβαρότατα προβλήματα της εκπαίδευσης σε όλη την κοινωνία για περίπου ένα μήνα. Tαυτόχρονα έβαλε σε κίνηση δεκάδες χιλιάδες εκπαιδευτικούς μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα απραξίας, οι οποίοι μάλιστα επιχείρησαν να σπάσουν την πολιτική επιστράτευση ερχόμενοι αντιμέτωποι με όλο το φάσμα των κυβερνητικών δυνάμεων και όχι μόνο. Tέλος οδήγησαν την κυβέρνηση σε πολιτικό αδιέξοδο αφού αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει το πιο αντιδημοκρατικό και αυταρχικό μέτρο επιβολής, την πολιτική επιστράτευση, και μάλιστα με προληπτικό χαρακτήρα. Φυσικά δεν είναι σωστό να υποστηρίζει κανείς ότι όταν μία κυβέρνηση καταφέρνει να παίρνει μέτρα τόσο αυταρχικά και να μην καταφέρνει το κίνημα να ανατρέπει τη πολιτική αυτή, δεν μπορεί να θεωρείται πάντα και νίκη επειδή αποκαλύπτεται ο αυταρχισμός της κυβέρνησης. 
Tο δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά το ρόλο της εκάστοτε ηγεσίας ενός συνδικάτου και γενικότερα του κινήματος. Oρισμένοι με μία ιδιαίτερη εμμονή υποστηρίζουν ότι οι απεργίες δεν μπορούν να πετύχουν αν δεν γίνονται «από τα κάτω». Aναμφισβήτητα το κριτήριο για την επιτυχία ενός αγώνα συνδέεται σχεδόν αποκλειστικά με τη μαζική συμμετοχή των ίδιων των εργαζόμενων και δευτερευόντως με τον τρόπο της οργάνωσης της. Έτσι χαρακτηριστικά, μια ηγεσία αδύναμη, φοβισμένη, ανίκανη να προκαλέσει έστω και μικρά γεγονότα εξαναγκάσθηκε εξ’ αιτίας της αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά και της πίεσης που ασκήθηκε απ’ τις ταξικές δυνάμεις του κινήματος, σε πρόταση σύγκρουσης, με την απεργία στις εξετάσεις, ανεξάρτητα αν πίστευε σ’ αυτή ή αν μπορούσε να την υλοποιήσει. Nα τονίσουμε φυσικά εδώ ότι ο ρόλος της σ. Φατούρου στη πορεία αυτή ήταν καταλυτικός, όσο και αν σήμερα επιχειρείται να συκοφαντηθεί από διάφορες μεριές. Όμως επανερχόμενοι στο πρόβλημα πρέπει να απαντήσουμε, με ειλικρίνεια και χωρίς υπεκφυγές, ότι η πρόταση για τις κινητοποιήσεις ήταν πρόταση «από τα πάνω» που όμως εξέφρασε στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή τη διάθεση «των κάτω».
Ο Θανάσης Τσιριγώτης είναι μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου/Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

«Μήπως έφτασε η στιγμή να κάψουμε τις εκκλησίες της αριστεράς;»

Κώστας Σπυριδάκης, απο το Αριστερο Blog...
Δεν είναι καινούργια η κριτική στον τρόπο που λειτουργούν τα κόμματα και τα συνδικάτα. Ωστόσο, τα γεγονότα που επακολούθησαν την πρόταση της ΟΛΜΕ για απεργία στις πανελλαδικές, ανέδειξε με εκκωφαντικό τρόπο τα σημάδια μιας χρεοκοπίας: Της χρεοκοπίας του συνδικαλισμού των συνδικάτων του Δημοσίου που ακολούθησε τη χρεοκοπία του ίδιου του Δημοσίου, καθώς η εφαρμογή του μνημονίου προελαύνει μετά τις περικοπές στους μισθούς και στις εργασιακές σχέσεις. Τι βρήκε απέναντι της η επίθεση της κυβέρνησης στον κλάδο των εκπαιδευτικών;
Από τη μια πλευρά, στην ηγεσία της ΟΛΜΕ, μια πλειοψηφία παρατάξεων χτισμένη πάνω στις πελατειακές σχέσεις κόμματων που οδήγησαν το ελληνικό κράτος στη χρεοκοπία. Των κομμάτων που τώρα διαχειρίζονται την ενσωμάτωση της ελληνικής κοινωνίας σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των δανειστών και που διατηρούν το πελατειακό τους δίκτυο με νέου τύπου παροχές (προστασία από απόλυση, μετάταξη, μετάθεση κλπ)
Από την άλλη πλευρά, βρήκε τις συνδικαλιστικές παρατάξεις μιας κατακερματισμένης αριστεράς να απευθύνονται σε ένα πολιτικό ακροατήριο με στόχο να ενισχύσουν τα επιχειρήματα υπέρ του ενός ή του άλλου πολιτικού σχεδίου, αναπαράγοντας στον συνδικαλισμό κομματικές αντιπαραθέσεις, αντί να συμφωνήσουν και να συγκροτήσουν ένα κοινό μέτωπο υπεράσπισης των εργαζομένων.
Ανάμεσα στους δυο παραπάνω, βρέθηκε η μεγάλη μάζα των εκπαιδευτικών της Μέσης Εκπαίδευσης, σε ένα πολυπληθή κλάδο εργαζομένων που παρουσιάζει εσωτερικές ταξικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις, ανισότητες και ιεραρχίες, ανάλογες με εκείνες της ελληνικής κοινωνίας.
Στην ανώτερη βαθμίδα βρίσκονται τα στελέχη της εκπαίδευσης και οι αρχαιότεροι μόνιμοι που έχουν κατακτήσει ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο στην πρό-μνημονίου εποχή, κατά πολύ υψηλότερο από τη γενιά των γονέων τους ενώ σε κατώτερη βαθμίδα βρίσκονται οι νεότεροι μόνιμοι που ξεκινούν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία σε συνθήκες κρίσης και εργασιακής ανασφάλειας και ακόμα πιο χαμηλά οι αναπληρωτές και οι ωρομίσθιοι που ακροβατούν ανάμεσα στην επισφάλεια της δημόσιας και της ιδιωτικής εκπαίδευσης.
Στο πολιτικό επίπεδο υπάρχει μια διαβάθμιση εξουσίας και επιρροής που αντανακλά αλλά δεν επικαλύπτεται πλήρως από την παραπάνω διάρθρωση. Ο μεγάλος αριθμός συμμετοχής στο συνδικαλιστικό σωματείο είναι παραπλανητικός καθώς πρόκειται για μια περίπου υποχρεωτική συμμετοχή. Μια μερίδα καθηγητών απέχει μόνιμα ή συμμετέχει συγκυριακά στις συνδικαλιστικές διαδικασίες, μια άλλη δραστηριοποιείται με όρους συνδιαλλαγής και μια μικρότερη δραστηριοποιείται είτε με όρους πατρωνίας είτε με όρους μειοψηφικής πρωτοπορίας σε σχέση με μια «μη συνειδητοποιημένη» πλειοψηφία. Αυτή η διαβάθμιση έχει σαν αποτέλεσμα, το πιο αμεσοδημοκρατικά οργανωμένο συνδικάτο του δημοσίου όπου οι Γενικές Συνελεύσεις είναι το ανώτατο όργανο, να παρουσιάζει μια εικόνα στρεβλής και ελλειμματική εκπροσώπησης των εργαζομένων. Σε κανονικές συνθήκες, γενικές συνελεύσεις, των είκοσι-τριάντα ατόμων αποφασίζουν ερήμην της πλειοψηφίας, στο όνομα της δημοκρατίας των παρόντων, πράγματα για τα οποία είναι απαραίτητη η εμπλοκή των απόντων με αποτέλεσμα να μην υλοποιούνται ποτέ.
Πρόκειται για συνελεύσεις όπου κυριαρχεί με την παρουσία, τον ρόλο και το λόγο, ένας στενός κύκλος ανθρώπων που αναλαμβάνουν, συνειδητά ή μη, να εκπροσωπήσουν τα συμφέροντα της πλειοψηφίας και απαρτίζουν τις ηγεσίες, τις «πεφωτισμένες πρωτοπορίες» στις κάθε είδους επιτροπές και συντονιστικά όργανα. Συχνά χρησιμοποιούν έναν παραφορτωμένο πολιτικό λόγο και καταθέτουν προς επικύρωση προγράμματα δράσης και αιτιολογήσεις που αξιώνουν, αυτάρεσκα, την υιοθέτηση του δικού τους ευρύτερου ιδεολογικού-πολιτικού πλαισίου, ακόμα και για περιορισμένης εμβέλειας ζητήματα. Τελικά, παρ’ όλο οι ίδιοι συχνά παραπονιούνται για την έλλειψη διάθεσης των υπολοίπων είναι εκείνοι που αναπαράγουν διαδικασίες και μορφές οργάνωσης αποτρέπουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή. Είναι εκείνοι που με τη στάση τους απωθούν όσους αισθάνονται ως ανάγκη και καθήκον την συμμετοχή στα κοινά αλλά δεν ζουν ούτε «από», ούτε «για» την πολιτική και τον συνδικαλισμό και ιεραρχούν διαφορετικά τις προτεραιότητες τους ως προς τη διαχείριση του χρόνου και της ενέργειας τους. Είναι εκείνοι που ελέγχουν τους διαύλους επικοινωνίας μεταξύ του σώματος των εργαζόμενων και των οργάνων λήψης συλλογικών αποφάσεων, και τελικά την έκφραση της βούλησής του.
Παρ’ όλα αυτά, στις σημερινές συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι πολιτικοποιούνται και αντιλαμβάνονται την ανάγκη μαζικοποίησης των οργανώσεων ως προϋπόθεση για τη βελτίωση των συνθηκών της ατομικής τους ζωής. Όμως αυτή η μαζικοποίηση δεν μπορεί να επιτευχθεί με την προσκόλληση σε παρελθοντικούς όρους κοινωνικής ζωής, σε συλλογικότητες, ταυτότητες και πρότυπα πολιτικοποίησης μια προηγούμενης εποχής. Με τις υπάρχουσες συνδικαλιστικές διαδικασίες έχουν παγιωθεί ανισότητες πρόσβασης στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων τη στιγμή που η εξουσία και η ευθύνη, η πληροφορία και η γνώση, μπορεί και πρέπει να διαχυθεί σε ένα μεγαλύτερο αριθμό ατόμων.
Ίσως έφτασε η στιγμή να ακολουθήσουμε την προτροπή των Χαρντ και Νέγκρι, «να κάψουμε τις εκκλησίες της αριστεράς»*, εκτός από τα κόμματα και τις συνδικαλιστικές παρατάξεις που συνδέονται οργανικά με αυτά, για να τα αντικαταστήσουμε με νέες μορφές οργανώσεις περισσότερο ευέλικτες και οριζόντιες όπου θα αποφασίζουμε όλο και περισσότεροι και θα δεσμευόμαστε να υλοποιήσουμε οι ίδιοι τις αποφάσεις μας, χωρίς να τις αναθέτουμε σε άλλους .
Να χρησιμοποιήσουμε το διαδίκτυο για την ενημέρωση, τη συζήτηση και την λήψη αποφάσεων όχι για να υποκαταστήσουμε αλλά για να συντονίσουμε και να διαχειριστούμε ορθολογικά το χρόνο που απαιτεί τη φυσική μας παρουσία. Είναι παράδοξο η αριστερά που πατάει στον Μαρξ ο οποίος έθεσε ως προϋπόθεση της χειραφέτησης του ανθρώπου την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, να επιδεικνύει τέτοια τεχνοφοβική συμπεριφορά απέναντι στο διαδίκτυο, να το αντιμετωπίζει μόνο ως ένδειξη αλλοτρίωσης.
Χρειάζεται να επανεφέυρουμε τους κώδικες επικοινωνίας για να μπορέσουν να συνεννοηθούν μεταξύ τους όσοι μοιράζονται κοινές ιδέες και αξίες, χωρίς να τίθεται ως προαπαιτούμενο η υιοθέτηση μιας συγκεκριμένης αφήγησης για το παρελθόν ή μια συγκεκριμένη ερμηνεία για το μέλλον. Να κρίνουμε τις προτάσεις και τις πράξεις όχι με βάση μια ρητορική της ταυτότητας αλλά με βάση τα αποτελέσματά και τις συνέπειες της εφαρμογής τους σε υπαρκτές συνθήκες.
Να καταλήξουμε σε ένα ελάχιστο κοινό παρανομαστή στόχων που είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν με τα μέσα που διαθέτουμε τώρα και όχι μετά την κατάκτηση της κεντρικής κρατικής εξουσίας, κοινοβουλευτικά ή κινηματικά. Όποιος ονειρεύεται μια «άλλη κοινωνία», μια «άλλη εκπαίδευση» στο μέλλον θα πρέπει να αρχίσει να τη χτίζει στο παρόν.
Στόχους για ένα τέτοιο συνδικαλιστικό κίνημα θα μπορούσαν να αποτελέσουν:
α) Η υπεράσπιση του εκπαιδευτικού ως μισθωτού υπάλληλου του δημοσίου, με αιτήματα την αξιοπρεπή διαβίωση, τη διαφάνεια και την ισονομία στις υπηρεσιακές μεταβολές (μεταθέσεις, αποσπάσεις, θέσεις στελεχών). το σχολείο ως κοινό αγαθό
β) Η υπεράσπιση του σχολείου ως κοινού αγαθού απέναντι στις κυβερνητικές πολιτικές που ακολουθούν τις λογικές της αγοράς (π.χ. αξιολόγηση εκπαιδευτικών) αλλά και απέναντι σε επιμέρους συμφέροντα εκπαιδευτικών που προωθούνται με λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένο τρόπο εις βάρος της λειτουργίας του σχολείου.
γ) Η υπεράσπιση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα στο σχολείο απέναντι στον αυταρχισμό τις διακρίσεις και το ρατσισμό απέναντι σε κυβερνητικές πολιτικές ή τη δράση πολιτικών κομμάτων.
Τέλος, είναι απαραίτητο να αναζητηθούν νέες μορφές αγώνα και κινητοποιήσεων πέρα από τις καθιερωμένες απεργίες και πορείες που τείνουν να αποκτήσουν τελετουργικό χαρακτήρα με προκαθορισμένα αποτελέσματα που θα έχουν στόχο την μεγαλύτερη δυνατή υποστήριξη εκ μέρους της σχολικής κοινότητας και της ευρύτερης κοινωνίας που θα ασκούσε πίεση στην κυβέρνηση. Μια τέτοια θα ήταν π.χ. Οι καταλήψεις σχολείων από τους εκπαιδευτικούς και η ανάληψη της ευθύνης για την διεξαγωγή της εκπαιδευτικής πράξης με πλήρη ανυπακοή στους νόμους της κυβέρνησης που διέπουν τη διεξαγωγή της αλλά σε συμφωνία με τους μαθητές και τους γονείς (πόσοι γονείς θα είχαν αντίρρηση σε τέτοιες κινητοποιήσεις αν τους προτείνονταν, έστω και επικοινωνιακά, ένα  εναλλακτικό, ολοήμερο ωρολόγιο πρόγραμμα που θα καθιστούσε περιττή την προσφυγή στην φροντιστηριακή εκπαίδευση;)
Η προληπτική αντισυνταγματική επιστράτευση που επέβαλε η κυβέρνηση για την απεργία στις πανελλαδικές εξετάσεις προκάλεσε τη συσπείρωση του πιο δυναμικού τμήματος του κλάδου των εκπαιδευτικών της Μέσης Εκπαίδευσης. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα. Ας κάνουμε το επόμενο.
*Ένας κρατικοδίαιτος κοινωνιολόγος-εκπαιδευτικός

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Η απεργία των καθηγητών και ο ΣΥΡΙΖΑ...

Σάσα Χασάπη, Σωτήρης Μάρταλης, απο το rproject....
Η επίθεση της κυβέρνησης στην εκπαίδευση δεν έχει περιορισμένους στόχους. Αν αυτή επιβληθεί, ουσιαστικά το δημόσιο σχολείο θα μετατραπεί σύντομα σε πάρκινγκ για τα παιδιά των εργαζομένων και ως πραγματικά σχολεία θα συνεχίσουν να λειτουργούν μόνον τα ιδιωτικά. Πρόκειται για μια αθέατη –αλλά πολύ βαθειά–διαδικασία ιδιωτικοποίησης. Με την έννοια αυτή, οι εκπαιδευτικοί, η Αριστερά και η κοινωνία έχουν μπροστά τους έναν παρατεταμένο πόλεμο για την ανατροπή της πολιτικής της τρικομματικής και της τρόικας.
Σε αυτόν τον πόλεμο, η πρώτη μάχη, η ακυρωμένη απεργία της ΟΛΜΕ ήταν σημαντική. Η κυβέρνηση επιδίωξε αυτήν την πρώτη ήττα των συνδικαλισμένων εκπαιδευτικών, φέρνοντας την πρώτη δόση των μέτρων της πάνω στις πανελλαδικές εξετάσεις, προϋπολογίζοντας εμφανώς στην πίεση του «κοινωνικού αυτοματισμού», ώστε η συνδικαλιστική αντίσταση να οδηγηθεί σε αδιέξοδο.
Ισχυριζόμαστε ότι αυτή η πρώτη ήττα δεν ήταν αντικειμενικά προδιαγεγραμμένη.
Κατ’ αρχήν, ο χώρος της εκπαίδευσης ανέδειξε ένα σπουδαίο δυναμικό αντίστασης. Η μαζικότητα των συνελεύσεων των ΕΛΜΕ και η αποφασιστικότητα των καθηγητών να στηρίξουν τα συνδικάτα τους είναι «μηνύματα» που κανείς δεν δικαιούται να υποτιμήσει. Όμως οι ΕΛΜΕ και η ΟΛΜΕ δεν μπορούσαν μόνοι τους να νικήσουν, με δεδομένο ότι η κυβέρνηση θα προχωρούσε στην επιστράτευση.
Οι συνδικαλιστές στην εκπαίδευση ενημέρωσαν εγκαίρως την πολιτική Αριστερά, αλλά και την κοινωνία, σχετικά με τη σημασία της μάχης όπως και για την πρόθεσή τους να αντισταθούν. Και στο σημείο αυτό εκδηλώθηκαν δύο μεγάλα «κενά» που ήταν –κατά τη γνώμη μας–καθοριστικά για τη συνέχεια. Τα ελλείμματα αυτά οφείλουμε να συζητήσουμε, για να βγάλουμε συμπεράσματα για τις μάχες που θα ακολουθήσουν.
Το πρώτο μεγάλο έλλειμμα, είναι η περιορισμένη συνδικαλιστική αλληλεγγύη. Φάνηκε νωρίτερα, στη Χαλυβουργία, στο μετρό, στους ναυτεργάτες. Με τη γενίκευση της τακτικής της επιστράτευσης από τη μεριά της κυβέρνησης, η συγκεκριμένη εκδήλωση της συνδικαλιστικής αλληλεγγύης από τη μεριά των Συνομοσπονδιών και των μεγάλων Ομοσπονδιών, γίνεται κρίσιμος παράγοντας. Στην περίπτωση της ΟΛΜΕ –παρά τη γενικευμένη συμπάθεια της κοινωνικής πλειοψηφίας, που υποχρέωσε ακόμα και τα ΜΜΕ να τροποποιήσουν την επιθετική γραμμή στους απέναντι στην απεργία– η στάση των μεγάλων συνδικάτων υπήρξε από αδιάφορη ως απεργοσπαστική.
Αυτό, όμως, είναι πλέον ένα από τα «δεδομένα» της εποχής, που όλοι οφείλουμε να γνωρίζουμε από πριν. Με αυτήν την έννοια, αποδείχθηκε πιο κρίσιμο το έλλειμμα στη στάση της πολιτικής Αριστεράς.
Το ΚΚΕ αποφάσισε –δια του ΠΑΜΕ– να υποχωρήσει ατάκτως στη συστημική πίεση και στον «κοινωνικό αυτοματισμό», να βγει από το κάδρο των δυνάμεων που έψαχναν τους τρόπους της αντίστασης.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, καταρχήν, είχε ενεργή εμπλοκή στο να πυροδοτηθεί η δυναμική της απεργιακής αντίστασης στην εκπαίδευση. Όχι τυχαία συγκέντρωσε τα κύρια πυρά των κυβερνητικών και των παπαγάλων των ΜΜΕ. Αυτό οφειλόταν σχεδόν αποκλειστικά στη στάση των δυνάμεών του στην εκπαίδευση, στις τοπικές οργανώσεις του και στη νεολαία.
Όμως ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, κεντρικά, πίστεψε στις δυνατότητες νίκης. Υποτίμησε τη δυναμική των εκπαιδευτικών. Υπερτίμησε την πίεση των «νοικοκυραίων» για τις εξετάσεις, που αποτελούσε το βασικό όπλο του Σαμαρά.
Από τις παραμονές του Πάσχα μέχρι σήμερα, δεν έκανε τίποτα συγκεκριμένο, με στόχο να οργανωθεί ένα πλατύ εργατικό– λαϊκό ρεύμα συμπαράστασης στους εκπαιδευτικούς με στόχο να συγκεντρωθούν δυνάμεις πάνω στο αίτημα σωτηρίας του δημόσιου σχολείου. Αντίθετα, έστελνε αδιόρατα αλλά αισθητά, το σήμα ότι στην κρίσιμη στιγμή, πάνω στην ώρα της απεργίας που υποχρεωτικά ταυτιζόταν με τις εξετάσεις, οι συνδικαλιστικές δυνάμεις αντίστασης θα όφειλαν να αποφύγουν τις «περιπέτειες».
Εδώ η υπόθεση της απεργίας στην εκπαίδευση ενεπλάκη στις γενικότερες εκτιμήσεις, στα «σχέδια» για το πώς θα φτάσουμε σε ανατροπή του Σαμαρά και σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς.
Η γνώμη μας είναι ότι η έμφαση στον κοινοβουλευτικό δρόμο και –κατά συνέπεια– οι φόβοι για απώλειες ψήφων μέσα από μια «αναταραχή» στις εξετάσεις, για άλλη μια φορά αποδείχθηκε λανθασμένη τακτική. Η τρικομματική θα πέσει μόνον αν τη ρίξουμε. Και αυτό προϋποθέτει κάποιες μεγάλες μάχες, με στόχο μεγάλες νίκες των εργατικών – λαϊκών δυνάμεων σε χώρους όπως η εκπαίδευση, η υγεία, οι ιδιωτικοποιούμενες επιχειρήσεις κ.ο.κ.
Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς των εκλογολόγων, αυτός είναι ο ασφαλέστερος –και ίσως ο μοναδικός– δρόμος για μια κυβέρνηση της Αριστεράς.
Ο ΣΥΡΙΖΑ όφειλε να σηκώσει ένα μεγάλο πολιτικό ρεύμα υποστήριξης των εκπαιδευτικών (πάνω στα αιτήματα αλλά και στις μορφές πάλης που υποχρεωτικά αυτοί επέλεγαν), με στόχο μια πρώτη μεγάλη ήττα της κυβέρνησης Σαμαρά. Το απέφυγε και περιορίστηκε σε μια παθητική –και αντιφατική! – «συμπαράσταση».
Αυτή η στάση των συνδικάτων και των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς, άφησε την ΟΛΜΕ σχετικά απομονωμένη μπροστά σε μια μάχη εξαιρετικά δύσκολη. Είναι άδικο και υποκριτικό να ζητάμε σήμερα «λογαριασμό» από τους συνδικαλιστές της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην ΟΛΜΕ, θέτοντάς τους το ερώτημα γιατί δεν κατόρθωσαν –μόνοι τους!! – να σπάσουν την επιστράτευση.
Είναι επίσης λάθος ένα κλίμα «κανιβαλισμού» που πάει να αναπτυχθεί στο εσωτερικό της συνδικαλιστικής Αριστεράς. Οι δυνάμεις των Συσπειρώσεων οφείλουν μια πιο υπεύθυνη στάση. Ενώ ούτε οι ίδιοι δεν πρότειναν την πραγματοποίηση της απεργίας (η πρόταση για «άρνηση» παραλαβής του χαρτιού επιστράτευσης από 400-500 συνδικαλιστές, ενώ οι δεκάδες χιλιάδες συνάδελφοί τους θα δούλευαν, δεν συνιστά μορφή απεργίας…) ανεβαίνουν σήμερα στα κεραμίδια κατηγορώντας (κυρίως τον ΣΥΡΙΖΑ) για απεργοσπασία! Πρόκειται εμφανώς για παιχνίδι εντυπώσεων με το μάτι στην κάλπη των ΕΛΜΕ μπροστά στο επερχόμενο συνέδριο της Ομοσπονδίας.
Στην εκπαίδευση χρειάζεται επειγόντως τακτική ανασύνταξης δυνάμεων μετά από την αναδίπλωση της απεργίας. Γιατί η επόμενη μάχη στα σχολεία δεν είναι μακριά. Το ίδιο ισχύει και στα νοσοκομεία. Όμως μπροστά σε αυτές τις μάχες η συνδικαλιστική και κυρίως η πολιτική Αριστερά οφείλει να κρατήσει ένα συμπέρασμα: ο δρόμος για τις νίκες του κόσμου μας περνάει μέσα από την αλληλεγγύη, μέσα από την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τους απέναντι, μέσα από την ανατρεπτική-συγκρουσιακή πολιτική και τακτική.

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Καταστολή, αναστολή και ματαιώσεις

του Στρατη Μπουρναζου, απο τα Ενθεματα...
Για τον κόσμο της Αριστεράς (και πολλούς άλλους, βέβαια) ένα ήταν το ζήτημα, τις τελευταίες μέρες: η απεργία των καθηγητών, η επιστράτευση και το άδοξο –αν μη τι άλλο– τέλος της απεργίας προτού καν αρχίσει. Το συζητήσαμε και συνεχίζουμε να το συζητάμε, με πάθος και ένταση, όλοι μας, αριστεροί και αριστερές όλων των αποχρώσεων και τάσεων. Και αυτή η σχεδόν περιγραφική διατύπωση υποδεικνύει αμέσως και ένα μείζον πρόβλημα: ενώ η απεργία και η επιστράτευση ήταν το ζήτημα για όλους μας, ως Αριστερά και ως αριστεροί, δεν καταφέραμε να κάνουμε κάτι πολύ περισσότερο (αν εξαιρέσουμε την πορεία της Δευτέρας)  από το να το συζητήσουμε.

Γι’ αυτό δεν αρκεί να καταγγείλουμε την απερίγραπτη στάση της ΑΔΕΔΥ-ΓΣΕΕ, ούτε να εκφράσουμε την οργή μας για το ότι η προληπτική επιστράτευση αποφασίστηκε από μια κυβέρνηση που έχει μέσα ένα κόμμα που λέγεται –κατά διπλή αντίφραση, πλέον– Δημοκρατική Αριστερά κ.ο.κ. Όλα αυτά, και πολλά άλλα, είναι αναγκαία, αλλά είναι τα δεδομένα και τα «εύκολα». Χρειάζεται να μπούμε στα δύσκολα: στον βαθμό που είμαστε κομμάτι αυτής της υπόθεσης (όχι ως εκπαιδευτικοί, αλλά ως Συριζαίοι, ως αριστεροί, ως πολίτες που αγωνίζονται) να αναζητήσουμε τις δικές μας ευθύνες, όσα κάναμε και δεν  όσα κάναμε, όσα έκαναν και  όσα δεν έκαναν οι χώροι που ανήκουμε. Σκέψεις, λοιπόν, σε αυτή την κατεύθυνση:
1. Αν αποτιμήσουμε συνολικά το τελευταίο δεκαήμερο, είχαμε μια σοβαρή ήττα: όχι μόνο για την ΟΛΜΕ και τους καθηγητές, αλλά και για το συνδικαλιστικό κίνημα, γενικότερα για το κίνημα και την Αριστερά, και ακόμα γενικότερα για τη δημοκρατία. Το γεγονός ότι όχι μόνο «δεν ξεσηκώθηκαν οι πέτρες, δεν άνοιξαν οι ουρανοί, δεν σχίστηκε το καταπέτασμα του ναού» ενάντια στο τερατώδες μέτρο της «προληπτικής επιστράτευσης» (όπως έγραφε η Αυγή την Πέμπτη), αλλά ότι τελικά οδηγηθήκαμε στην αναστολή της απεργίας, συνιστά ξεκάθαρη ήττα για μας – και επιτυχία της κυβέρνησης.
Άκουσα, επ’ αυτού, δύο σοβαρές ενστάσεις. Πρώτον, ότι  η εμμονή στην απεργία θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ήττα, ακόμα και καταστροφή. Δεύτερον, ότι η κυβερνητική νίκη θα αποδειχθεί πύρρεια, αφού δεν μπορείς να κυβερνάς μόνο με το ρόπαλο, επιστρατεύοντας τους πάντες. Ακόμα  και αν αποδεχτούμε πλήρως τις δύο παραπάνω απόψεις –θα το κάνω, για λόγους οικονομίας της συζήτησης το κάνω, παρότι η άποψη μου διαφέρει αρκετά– αυτό δεν σημαίνει ότι η αναστολή της απεργίας μπορεί να βαφτιστεί «σχετική επιτυχία», «καλύτερη δυνατή εκδοχή» κ.ο.κ. Ούτε ωφελούν, αντίθετα βλάπτουν πολύ, τα μισόλογα, οι ωραιοποιήσεις και οι παρακάμψεις.
2. Η απόφαση της Τετάρτης, και με το περιεχόμενό της και με τον τρόπο που πάρθηκε, είναι πολύ προβληματική,  καθώς, εκτός όλων των άλλων, δημιουργεί ζητήματα φερεγγυότητας και  αξιοπιστίας, — όχι μόνο για τους συνδικαλιστές της ΟΛΜΕ, αλλά  συνολικότερα για τον συνδικαλισμό και τον ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτό, ο κλονισμός της πολιτικής εμπιστοσύνης,  η ματαίωση είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ σοβαρότερο από το αν μια απόφαση είναι δεξιότερη ή αριστερότερη.
3. Ταυτόχρονα, με τις δεδομένες συνθήκες (στάση ΑΔΕΔΥ-ΓΣΕΕ, φόβος απόλυσης, γενικότερη παγωμάρα στην κοινωνία) όλες οι αποφάσεις ήταν δύσκολες,  όλες ήταν πολύ πιθανό να οδηγήσουν σε ήττα  (βέβαια, από εκεί και πέρα τίθεται το ζήτημα ότι δεν είναι όλες οι ήττες ίδιες, με λυδία λίθο και πάλι το ζήτημα της πολιτικής εμπιστοσύνης). Και ασφαλώς δεν πρέπει να φαντασιωνόμαστε μια κατάσταση γενικευμένης ανυπακοής, όπου χιλιάδες εκπαιδευτικοί θα έκαιγαν τα φύλλα επιστράτευσης. Δεν βρισκόμασταν στο παρά πέντε της εξέγερσης — αλλιώς  τα χαράματα Πέμπτης τα γραφεία των ΕΛΜΕ και της ΟΛΜΕ θα πολιορκούνταν από πλήθη αγανακτισμένων καθηγητών και λαού.
4. Το τελευταίο δεκαήμερο μας υποχρεώνει να συζητήσουμε ξανά συνολικά για το συνδικαλιστικό κίνημα. Εκτός και πέρα από τις ευθύνες προσώπων, μακριά από ανέξοδες λογικές αγωνιστικής πλειοδοσίας  ή οδηγιών του τύπου «Αριστερότερα, Κουροπάτκιν!»,[1] είναι σίγουρο ότι οι διαδοχικές ήττες (Χαλυβουργία, μετρό, καθηγητές) κάνουν αναγκαίο έναν κριτικό στοχασμό. Με δυο λόγια, γιατί τη στιγμή που το συνδικαλιστικό κίνημα είναι αναγκαίο περισσότερο από ποτέ, δεν μπορεί να εκπληρώσει τον ρόλο του, πηγαίνει από ήττα σε ήττα.
5. Φτάνω στον ΣΥΡΙΖΑ. Και, όσο πλησιάζουμε στα δικά μας χωράφια, μπορούμε, και πρέπει, να είμαστε πιο αυστηροί με τα «οικεία κακά». Ως ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, ενώ όλα τα δεδομένα ήταν γνωστά εδώ και μέρες, δεν δείξαμε τα πολιτικά αντανακλαστικά που έπρεπε. Δεν αξιολογήσαμε το ζήτημα ως κεντρικό, πρώτης γραμμής που υπερβαίνει πολύ τους εκπαιδευτικούς, αφορώντας συνολικά τη δημοκρατία και τα δικαιώματα. Δεν εκτιμήσαμε την απεργία ως έναν αγώνα που  στην πιο προωθημένη –και εξαιρετικά δύσκολη, ίσως και απίθανη– περίπτωση της επιτυχίας μπορούσε ακόμα και να ρίξει την κυβέρνηση, ενώ στη χειρότερη (και πιο πιθανή) να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα, ακόμα και να καταρρακώσει τον συνδικαλισμό και την Αριστερά. Η κριτική μου, εδώ, δεν είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν «συγκρατημένος» ή «δεν βγήκε στα κεραμίδια», αλλά ότι δεν αντελήφθη την κεντρικότητα και την κρισιμότητα του αγώνα, ιδίως μετά την επιστράτευση[2] – και αυτό είναι αυτοτελές κεφάλαιο από τη στάση και τις ευθύνες  της ΟΛΜΕ, αφού το ζήτημα, όπως είπαμε, ξεπερνούσε κατά πολύ  και τα σχολεία, τους καθηγητές και τους μαθητές.
***
Η κυβέρνηση  έχει δείξει  επανειλημμένα ότι δεν μπλοφάρει. Όσο και αν, με τις παραστάσεις και τα νοητικά εργαλεία του παρελθόντος, δυσκολευόμαστε να το συλλάβουμε, είναι σχεδόν βέβαιο ότι από εδώ και πέρα οι απεργίες θα κηρύσσονται συλλήβδην παράνομες και καταχρηστικές (βλ. και ΕΡΤ, προχθές), οι επιστρατεύσεις θα δίνουν και θα παίρνουν. Η κυβέρνηση θα κινηθεί έτσι, επειδή η πυγμή είναι το βασικό, ίσως και το μόνο, πολιτικό εργαλείο που της απομένει. Σε ένα κομμάτι της κοινωνίας η λογική «νόμος και τάξη», «Ξένιος Δίας»  κ.ο.κ. συναντά αποδοχή, και  η κυβέρνηση χτίζει συναινέσεις σε ένα πεδίο προνομιακό γι’ αυτήν. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η Αριστερά δεν μπορεί να αποτελεί απλώς  ένα «παρατηρητήριο» ή «διαπιστωτή» της κοινωνικής αδράνειας. Πρέπει να οργανώνει τους τρόπους που θα σπάσει η αδράνεια, που οι διάχυτες αντιδράσεις, η οργή, η απογοήτευση, η ματαίωση θα γίνονται πολιτική πράξη  – αυτό που δεν κατάφερε απεργία των εκπαιδευτικών. Είναι κάτι που αφορά όχι τα μόνο την πολιτική επιβίωσή της, αλλά και την επιβίωση της δημοκρατίας και της κοινωνίας.
***
 «Αν οι εκλογές άλλαζαν κάτι, θα απαγορεύονταν» έλεγε ένα γνωστό παλιό αναρχικό σύνθημα. Φαίνεται πως σήμερα  αυτό ισχύει, αντίστροφα,  για τις απεργίες. Παρά την τρομοκρατία, παρά τα προβλήματα και τη γραφειοκρατία του συνδικαλιστικού κινήματος, παρά την ιδιώτευση και τον φόβο της απόλυσης, φαίνεται ότι  οι απεργίες μπορούν κάτι να αλλάξουν, να απειλήσουν, πραγματικά και συμβολικά, την καθεστηκυία τάξη. Γι’ αυτό και απαγορεύονται, η μία μετά την άλλη.
ΥΓ. Δύο διευκρινίσεις. Παρότι το άρθρο εστιάζεται στην Αριστερά, ασφαλώς δεν πιστεύω ότι το θέμα αφορά μόνο την Αριστερά· αφορά και πολλούς άλλους: τους εκπαιδευτικούς (αριστερούς και μη), τους δημοκράτες πολίτες κλπ. Επίσης, ξέρω ότι πολλοί σύντροφοι πιστεύουν πως σε τέτοιες στιγμές δεν είναι ώρα για κριτική, ότι προέχει η άμυνα. Αν έγραψα, καθόλου εύκολα, τα παραπάνω, το έκανα έχοντας την εντελώς αντίθετη πεποίθηση: ότι σε τέτοιες ακριβώς δύσκολες στιγμές η πολιτική και προσωπική ειλικρίνεια, η κριτική είναι όρος πολιτικής αξιοπρέπειας και δύναμης. Το να βλέπουμε τα λάθη –με πρώτα τα δικά μας– μπορεί να είναι ακόμα λυτρωτικό, σημείο εκκίνησης για να τα ξεπεράσουμε. Με το βλέμμα μπροστά, για να προχωρήσουμε.

[1] Ο  Π. Κανελλίδης, εκδότης των Καιρών, καλύπτοντας με πάθος τον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο του 1905, είχε φτάσει να δίνει, από τις στήλες της εφημερίδας του, λεπτομερείς οδηγίες στον ρώσο αρχιστράτηγο Αλεξέι Κουροπάτκιν  πώς να κινήσει τα στρατεύματά του για να νικήσει τους Ιάπωνες — με αποκορύφωμα τον περίφημο τίτλο-προτροπή: «Δεξιότερα, Κουροπάτκιν!».
[2] Αντίθετα, η πρόταση νόμου για κατάργηση του θεσμού της πολιτικής επιστράτευσης, που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ την Παρασκευή το πρωί, πρέπει να επισημανθεί σαφώς  ως θετική πρωτοβουλία.

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Η τιμη και τα οπλα...

Των Αλέξανδρου Ζαχιώτη και Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου, Red NoteBook...
Μετά την -επιεικώς άδοξη- ήττα της απεργίας της ΟΛΜΕ
Το λέμε εξαρχής: Δεν είμαστε καθόλου ευχαριστημένοι από τη συνδικαλιστική και πολιτική τακτική της Αυτόνομης Παρέμβασης και του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ στην πρόσφατη απεργία των εκπαιδευτικών. Δεν έχουμε καμιά διάθεση αριστερής πλειοδοσίας: Γνωρίζουμε πόσο δύσκολη υπόθεση είναι η επιτυχία κάθε μεμονωμένου αγώνα απέναντι σε ένα πρόγραμμα συνολικής κοινωνικής «αναμόρφωσης» (και την κυβέρνηση που το υλοποιεί), όπως γνωρίζουμε και τι σημαίνει σήμερα μια απεργία -- πολύ δε περισσότερο εν μέσω εξετάσεων, υπό την απειλή  της επιστράτευσης και με την απόλυση επί θύραις. Ενώ τα γνωρίζουμε αυτά, ενώ δηλαδή έχουμε πλήρη επίγνωση του δυσμενέστατου συσχετισμού υπό τον οποίο δόθηκε ο αγώνας της ΟΛΜΕ, θεωρούμε προβληματικούς και κατώτερους των αναγκών τους χειρισμούς που οδήγησαν στην αναστολή του. Εξηγούμαστε αμέσως.

Το μότο του Α. Σαμαρά, «προτιμώ να πέσει η κυβέρνηση, παρά να κάνω πίσω με την απεργία των καθηγητών», δεν ήταν απλά μια υπόμνηση ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο. Αντίθετα, επρόκειτο για τον ορισμό μιας «μεθόδου» που, ενώ προηγείται της κρίσης (μια εκδοχή της π.χ. είδαμε στις καταλήψεις του 2006-7 και στα «Δεκεμβριανά» του 2008), εντούτοις σήμερα, στους καιρούς της διαρκούς έκτακτης ανάγκης, γίνεται κύριο εργαλείο άσκησης και εμπέδωσης της εξουσίας, η χρήση του οποίου πηγαίνει πέρα από το εκάστοτε διακύβευμα. Πρόκειται για τη «μέθοδο» που εφαρμόστηκε επιτυχώς στους ναυτεργάτες και τους εργαζόμενους στο μετρό, και που πλέον αποτελεί σταθερά της περιόδου. Βασικό γνώρισμά της είναι η αναβάθμιση κάθε επιμέρους κοινωνικής σύγκρουσης σε κεντρική πολιτική μάχη εφ΄ όλης της ύλης, με την ευθυγράμμιση όλων των κομμάτων και όλων των ΜΜΕ στην υπόθεση της δαιμονοποίησης και, τελικά, της συντριβής της εκάστοτε ομάδας-στόχου που επιλέγει η κυβέρνηση. Στη λογική λοιπόν αυτή, της «δυσανεξίας» του πολιτικού, οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, από τη νεοφιλελεύθερη «Αριστερά» ως τη νεοναζιστική Δεξιά, διαμορφώνουν έναν πόλο απέναντι στο εκάστοτε Απόλυτο Κακό – είτε πρόκειται για τον οριακό (και ηρωικό) αγώνα της Υπατίας, είτε για μειοψηφικά μαχητικά εγχειρήματα όπως η Βίλα Αμαλίας, είτε, στην περίπτωσή μας, για ένα ιστορικό συνδικάτο με δεκάδες χιλιάδες μέλη, όπως η ΟΛΜΕ. Παρά τις προφανείς διαφορές, σε κάθεμιά από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, η «μέθοδος» αυτή τοποθετεί τη ριζοσπαστική Αριστερά αντικειμενικά στη θέση του άλλου πόλου. Σε μια θέση, δηλαδή, εξ ορισμού συγκρουσιακή.

Έχει ο κόσμος της Αριστεράς επίγνωση αυτής της θέσης; Και με ποιους τρόπους επιχειρεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που συνδέονται με αυτήν; Σε ό,τι αφορά τον αγώνα των εκπαιδευτικών, είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και η Αυτόνομη Παρέμβαση υπερασπίστηκαν στο δημόσιο λόγο τις επιλογές της ΟΛΜΕ, ανέδειξαν τις ευθύνες της κυβέρνησης, και επεσήμαναν τις οδυνηρές συνέπειες των μέτρων. Κάνοντας, ωστόσο, όλα αυτά, έκαναν και ένα ακόμα: διαχώρισαν την υποστήριξη του αγώνα από το πώς ο αγώνας αυτός θα μπορούσε να δοθεί επί της ουσίας και με αξιώσεις, στο χρόνο που επέλεξε η κυβέρνηση, και υπό τις δεδομένες (δυσμενέστατες) συνθήκες. Στο χρόνο αυτό, και με τις γνωστές δυσκολίες, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είδε τον αγώνα των εκπαιδευτικών ως «καυτή πατάτα».

Παρά τα υπεραριστερά και ανυπόστατα που γράφονται εκ των υστέρων (συχνά με αφόρητη μικροκομματική ιδιοτέλεια...), ο σχεδιασμός του αγώνα των εκπαιδευτικών ήταν -προφανώς- ευθύνη της ΟΛΜΕ, η οποία, μετά και την επιστράτευση, ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει δυναμικά. Όχι τόσο --και σίγουρα όχι μόνο-- για λόγους πρεστίζ. Αλλά γιατί τα μέτρα της κυβέρνησης, όπως συστηματικά εξήγησαν οι συνδικαλιστές της, ισοδυναμούσαν με 10.000 λιγότερους εκπαιδευτικούς από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

Όπως φάνηκε, ωστόσο, ο σχεδιασμός της ΟΛΜΕ άφηνε χωρίς απάντηση το κεντρικό ερώτημα, τι κάνουμε δηλαδή με την προληπτική επιστράτευση, και μετέθετε την απάντηση προς το καταφανώς ανέφικτο, τη στήριξη δηλαδή της ΑΔΕΔΥ. Με ιλιγγιώδη άλματα, και στην πραγματικτότητα αρκούμενος στο «συμβολικό», ο ούτως ειπείν σχεδιασμός της ΟΛΜΕ ουσιαστικά προδιέγραφε μια ήττα με ψηλά (;) το κεφάλι. Κι όμως, μολονότι απροετοίμαστος και ...προώρως καταδικασμένος, ο αγώνας αυτός στηρίχτηκε από τις γενικές συνελεύσεις και το 90% του κλάδου, που αψήφησε επιδεικτικά το απορρυθμιστικό άκρο για να συγκρουστεί με την κυβέρνηση. Θα ρίσκαραν άραγε την απόλυσή τους οι χιλιάδες που ψήφισαν υπέρ της απεργίας; Οι περισσότεροι πιθανότατα όχι –και κανείς δεν θα βρισκόταν να τους κατηγορήσει γι΄ αυτό. Όμως, ακριβώς γι΄ αυτό, το θέμα ήταν να αναμετρηθούμε συγκεκριμένα με την πραγματικότητα της επιστράτευσης, και το αίτημα των εκπαιδευτικών, στη χειρότερη να πάνε στις τάξεις τους ως επιστρατευμένοι απεργοί.

Αυτό ήταν το θέμα, τόσο για την ΟΛΜΕ, όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, που ζήτησε από την κυβέρνηση την άρση της επιστράτευσης -- επέμεινε δηλαδή να μιλά «πολιτικά» (και σωστά)--, χωρίς ωστόσο να ασχολείται με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα απέδιδε η πίεση. Μιλήσαμε ξανά και ξανά προς την κυβέρνηση• αποφύγαμε, όμως, να μιλήσουμε συγκεκριμένα προς τους δικούς μας ανθρώπους, τους απεργούς. Να τους πούμε ότι οι οργανώσεις μας θα τους υπερασπίζονταν έμπρακτα στις γειτονιές, ενισχύοντας την ορατότητα του αγώνα τους, και ότι οι βουλευτές μας θα βρίσκονταν έξω από τα εξεταστικά κέντρα, ως αλληλέγγυοι σε επιστρατευμένους απεργούς (γιατί απεργούς με χακί αφορά η επιστράτευση, όχι κανονικούς και κανονικά εργαζόμενους όπως όλο το χρόνο). Να τους πούμε ότι θα τους στηρίζαμε οικονομικά, όσο ήταν δυνατό. Και να τους πούμε ότι το σχέδιο της κυβέρνησης της Αριστεράς είχε πολλά να κερδίσει και από την ελάχιστη νίκη τους.

Δεν είπαμε και δεν κάναμε κανένα από τα παραπάνω –από υπερβάλλοντα σεβασμό στην αυτονομία του συνδικαλισμού ή λόγω πολιτικής οκνηρίας και υποτίμησης του αγώνα;--, ούτε τα συζητήσαμε σε διαδικασίες, μολονότι αφορούσαν έναν αγώνα που η κυβέρνηση αναβάθμισε σε ζήτημα ζωής και θανάτου. Και κάπως έτσι, έχοντας αφεθεί να «εκπροσωπούμε» έναν συμβολικό αγώνα, με μια υποστήριξη ωστόσο καθ΄ όλα πραγματική, συνεχίσαμε να διαχωρίζουμε (όπως η ΟΛΜΕ) την απεργία από την πρακτική αντιμετώπιση της επιστράτευσης. Η διαδικασία του διπλού ψηφίσματος --ένα για την απεργία και ένα για τις προϋποθέσεις της (!)--, απλώς επικύρωνε αυτό που όλοι (και οι Παρεμβάσεις) αντιμετωπίσαμε εξαρχής ως αναπόφευκτο. Γιατί, σε αντίθεση με όσα προπαγανδιστικά γράφονται σε σάιτ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν επρόκειτο για καμία «προδοσία» εκ μέρους της Αυτόνομης Παρέμβασης και του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Επρόκειτο για μία άνευ όρων παραδοχή μιας προδιαγεγραμμένης ήττας –τόσο άνευ όρων, που η Αυτόνομη Παρέμβαση βρέθηκε να καταγράφεται στην πλειοψηφία του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ, από κοινού με την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ. Άδοξο, για να μην πούμε γελοίο.

***

Επειδή πάντα θα υπάρχουν αυτοί που διαβάζουν με το στραβό βλέμμα του καχύποπτου: Με τις σκέψεις αυτές δεν έχουμε σκοπό να εκμηδενίσουμε ούτε μία από τις προσπάθειες των συντρόφων και των συντροφισσών μας του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, της Αυτόνομης Παρέμβασης και των «Παρεμβάσεων» --ούτε να υποστηρίξουμε ότι δουλειά της Αριστεράς είναι η υποκατάσταση των κοινωνικών οργανώσεων. Σκοπός μας είναι να θέσουμε σε συζήτηση δύο σημεία:

Το πρώτο είναι ότι στη συγκυρία της δυσανεξίας του πολιτικού, όπου κάθε πεδίο διαπραγμάτευσης με το κράτος συρρικνώνεται ασφυκτικά, είναι αδιανόητο η οργάνωση των αγώνων να διαχωρίζεται από τα μέσα και το σχέδιο για τη νίκη τους –ένα σχέδιο που μπορεί να έχουν ή να μην έχουν οι κοινωνικές οργανώσεις, δεν μπορεί όμως να μην το έχει η ριζοσπαστική Αριστερά. Στην εποχή που διανύουμε, και που μακράν απέχει από το συμβόλαιο κοινωνικής ειρήνης της δεκαετίας του ΄80, ακόμα και οι αγώνες για την τιμή των όπλων προϋποθέτουν κάποιον που βρίσκει και χρησιμοποιεί τα όπλα του –κι εδώ τίποτα το τρομοκρατικό δεν υπαινισσόμεθα.

Το δεύτερο αφορά ειδικότερα τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Η διαφύλαξη του ηθικού του πλεονεκτήματος είναι βασικός όρος για την επιτυχία της κυβέρνησης της Αριστεράς, τόσο βασικός, όσο και η άμεση εγκατάλειψη της λογικής της ελαχιστοποίησης της σύγκρουσης. Όπως φάνηκε και με την έκβαση της απεργίας της ΟΛΜΕ, η τακτική αυτή, η λεγόμενη του ώριμου φρούτου, εν τέλει αναζωογονεί το φρούτο, αφήνοντας τον κόσμο της Αριστεράς να συζητά μακάρια τα του οίκου του, και καταξιώνοντας την άθλια κυβέρνηση ως αποκλειστικό φρουτοπαραγωγό. Επειδή μάλλον θα υπάρξει και επόμενη φορά, επειδή το τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ με κάθε αγώνα θα είναι όρος επιτυχίας του αγώνα αυτού, και επειδή το επικείμενο Συνέδριο οφείλει να θέσει και να απαντήσει το ερώτημα, ας θυμόμαστε ότι νέα επίδοση κάτω από τη βάση μπορεί να έχει συνέπειες μη αναστρέψιμες. Ας το πούμε, λοιπόν, ρητά: δεν θα υπάρξει κυβέρνηση της Αριστεράς, αν δεν αναλάβουμε την ευθύνη και την οργάνωση του άκρου που μας αντιστοιχεί.

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Η ΟΛΜΕ και οι Νεφελίμ...

Βάλια Μπαζού, απο το Ποντικι...
Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους και ας πούμε την αλήθεια για τους καθηγητές και την πολιτική επιστράτευσή τους.
Για να κατανοήσουμε την κυβερνητική απόφαση πρέπει να πούμε ορισμένες αλήθειες για τους Νεφελίμ.
Την  προκατακλυσμιαία φυλή, που λέγεται ότι προέκυψε από τα παιδιά που γεννήθηκαν από τις «κόρες των ανθρώπων», και τους «Υιούς του Θεού».

Φυσική καταστροφή

Οι Νεφελίμ – και αυτό κρατήστε το-  αναφέρονται στα παλαιά κείμενα σχεδόν ταυτόχρονα με τη δήλωση του Θεού ότι θα κατάστρεφε τη γη με πλημμύρα και φαίνεται ότι η επίδρασή τους στο ανθρώπινο γένος ήταν μια απ' τις βασικές αιτίες που προκάλεσαν την καταστροφή.
Συμπέρασμα 1ο : Η ΟΛΜΕ έχει καταληφθεί από τους Νεφελίμ που ελέγχουν το μυαλό του Δ.Σ και τους «πέρασαν» τεχνηέντως τη σκέψη για απεργία στις Πανελλαδικές εξετάσεις. Κίνηση που μπορεί να προκαλέσει την οργή του Θεού και άρα καταστροφική πλημμύρα. Έτσι εξηγείται η επιστάτευσή τους η οποία επιβάλλεται  και από το Σύνταγμα εν όψει της επαπειλούμενης φυσικής καταστροφής.

Δημόσια τάξη και ασφάλεια

Ο πλούτος των υδρογονανθράκων που διαθέτει η χώρα αλλά και ο ορυκτός πλούτος, όπως ο χρυσός που κρύβεται στην ελληνική γη, έχουν μπει στο στόχαστρο της Μαύρης και της Λευκής Αδελφότητας που έχουν κυριευθεί από τους Νεφελίμ. Στόχος τους να μην επωφεληθεί η χώρα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι πολεμούν λυσσαλέα την οριοθέτηση και την ανακήρυξη της ΑΟΖ και ότι χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να μην ολοκληρωθούν οι σεισμικές έρευνες για τον εντοπισμό των κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Πληροφορίες από μυστικές υπηρεσίες που έφτασαν στο Μέγαρο Μαξίμου, υποστηρίζουν ότι οι Νεφελίμ μέσω της ΟΛΜΕ ετοιμάζουν θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο.
Συμπέρασμα 2ο: Η ΟΛΜΕ με την σκέψη της για απεργία διαρκείας στις εξετάσεις στόχο έχει να αποπροσανατολίσει τις αρχές οι οποίες θα βρεθούν προ τετελεσμένων γεγονότων στο Αιγαίο και το Ιόνιο μια και οι ξένοι δυνάμεις θα φροντίσουν να επωφεληθούν πρώτες από τον πλούτο των υδρογονανθράκων. Έτσι εξηγείται η επιστάτευσή τους η οποία επιβάλλεται  και από το Σύνταγμα αφού θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και ασφάλεια.

Υγειονομική «βόμβα»

Σύμφωνα με πηγές, οι Νεφελίμ έχουν εκτροφεία κλωνοποιημένων ανθρώπων που τους χρησιμοποιούν σαν δούλους και σαν τροφή. Για τους Νεφελίμ οι άνθρωποι δεν είναι τίποτα άλλο από εκτρεφόμενα ζώα και στην γλώσσα τους μας λένε Γκοϊμ, που σημαίνει καταναλώσιμος.
Συμπέρασμα 3ο: Οι Νεφελίμ έχουν κυριαρχήσει στην ΟΛΜΕ και σύμφωνα με το σχέδιό τους κατά τη διάρκεια της απεργίας διαρκείας και ενώ οι μαθητές και οι γονείς τους θα είναι «όμηροι» θα τους χρησιμοποιήσουν για τροφή ή για να κάνουν τη λάντζα. Το αδιανόητο αυτό γεγονός θα προκαλέσει εθνική κρίση πανικού με αποτέλεσμα εκατομμύρια πολίτες να οδηγηθούν στα νοσοκομεία και τα ψυχιατρεία. Έτσι εξηγείται η επιστάτευσή τους η οποία επιβάλλεται  και από το Σύνταγμα αφού οι πράξεις τους μπορεί να οδηγήσουν σε «έκρηξη» υγειονομικής «βόμβας».

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

ΟΛΜΕ: Γράμμα των καθηγητών προς τους μαθητές τους...

Ανοιχτό γράμμα των καθηγητών προς τους μαθητές τους  μεσω  left.gr..
Φίλε μαθητή/ φίλη μαθήτρια,

Θα ήθελα να σου εξηγήσω για ποιους λόγους αναγκαστήκαμε εμείς, οι καθηγητές σου, να ξεκινήσουμε αυτό τον δύσκολο απεργιακό αγώνα. Αυτό βέβαια δεν είναι αρκετό. Θα ήθελα να μάθω κι εγώ τη γνώμη σου, ιδίως αν είναι διαφορετική από τη δική μου. Σου ζητώ όμως πρώτα να ξοδέψεις δυο λεπτά για να με ακούσεις.

Σε συναντώ καθημερινά στην τάξη, ανταμώνουμε στους διαδρόμους και στις σκάλες, στη αυλή του σχολείου μας.  Με ενώνουν μαζί σου κοινές έγνοιες για το μάθημα της ημέρας, οι χαρές και οι λύπες της σχολικής καθημερινότητας.  Ακόμα κι αυτά που κάποιες στιγμές φαίνεται να μας χωρίζουν συχνά γίνονται αφορμή για να  συνδεθούμε στενότερα.

Κάποιες φορές στο σχολείο κυριαρχεί η ένταση, οι κραυγές δυναμώνουν, οι παλάμες σφίγγουν, το βλέμμα αγριεύει. Θα έχει περάσει, ασφαλώς, από το νου σου ότι τις περισσότερες φορές αυτές οι συγκρούσεις έχουν τη ρίζα τους έξω από το σχολείο, στο σπίτι, στη γειτονιά, στην καθημερινή ζωή. Και υπάρχουν λόγοι γιʼ αυτό. Ιδίως στις μέρες μας, η επιβίωση συχνά γίνεται ένας καθημερινός εφιάλτης.

Οι γονείς συζητούν ολοένα στο σπίτι για νέες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, για μεγαλύτερη φτώχεια, για το φόβο της απόλυσης. Οι μεγαλύτεροι φίλοι σου ομολογούν πόσο δύσκολο είναι να βρεις μια όποια δουλειά, κι ας έχεις ένα σωρό πτυχία. Μόνη διέξοδο βλέπουν στη μετανάστευση. Αλλά και συ ο ίδιος παρατηρείς το χαρτζιλίκι σου να  λιγοστεύει, το σπίτι σου μέρα τη μέρα να αδειάζει. Και την ίδια ώρα οι υπουργοί μας κάνουν λόγο για νέες περικοπές και νέα μέτρα, που σχεδιάζει να επιβάλει η τρόικα, ή για δημόσια περιουσία που πρέπει να ξεπουληθεί.

Αυτά, φίλοι μαθητές, είναι προβλήματα που κι εμείς οι καθηγητές σας αντιμετωπίζουμε, όπως όλοι οι εργαζόμενοι. Ο μισθός μας μειώθηκε μέχρι το μισό, το διδακτικό μας ωράριο αυξήθηκε, οι συνθήκες εργασίας χειροτέρεψαν, οι διορισμοί νέων εκπαιδευτικών σταμάτησαν. Ταυτόχρονα, πολλά δημόσια σχολεία καταργούνται και συγχωνεύονται, άλλα δεν έχουν θέρμανση, εξοπλισμό, αίθουσες και εργαστήρια. Με τα τελευταία μέτρα που ψήφισε η κυβέρνηση, μπορούν να μας ξεσπιτώνουν και να μας στέλνουν από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη οποτεδήποτε, χωρίς να νοιάζονται πώς θα τα βγάλουμε πέρα με τέτοιους μισθούς. Μπορούν ακόμη να μας απολύουν με το παραμικρό.

Μετά από αυτά τα τελευταία μέτρα το ποτήρι ξεχείλισε. Πήραμε την απόφαση πως πια δεν πάει άλλο. Το ξέρουμε πως δεν είναι εύκολο να απεργούμε σε μέρες που κάποιοι από σας δίνουν κρίσιμες εξετάσεις για το μέλλον τους. Όμως δεν διαλέξαμε εμείς αυτή την περίοδο για να συγκρουστούμε, αλλά η κυβέρνηση, που προώθησε αυτά τα μέτρα. Ούτε είναι εύκολο για μας σε τέτοιες συνθήκες να στερηθούμε το μισθό μιας πολυήμερης απεργιακής περιόδου. Όμως, δυστυχώς, δεν έχουμε άλλη διέξοδο.

Στην τηλεόραση συχνά θα ακούς ότι τάχα η απεργία μας έχει στο στόχο της εσένα. Αυτοί που τα λένε αυτά έχουν κάνει ήδη την επιλογή τους. Πήγαν με εκείνους τους λίγους, που συνεχίζουν να κερδίζουν ακόμα και σε αυτή τη δύσκολη περίοδο. Είναι αυτοί που διαπομπεύουν τους γονείς σου και όλους τους εργαζόμενους σαν τους τεμπέληδες της Ευρώπης. Μην επιτρέπεις σʼ αυτούς να μιλούν στο όνομά σου.  Μην τους αφήνεις να σε χρησιμοποιούν σαν όπλο ενάντια στο δίκαιο αγώνα όλων μας για ένα καλύτερο μέλλον.

Σκέψου πως έχουμε ένα κοινό στόχο, που μας φέρνει από την ίδια πλευρά. Θέλουμε να βάλουμε τέρμα σε αυτή την πολιτική, που διαλύει τη χώρα, που καταστρέφει το παρόν και το μέλλον μας. Έχουμε επιλέξει να σταθούμε από την πλευρά του δίκιου και της αξιοπρέπειας. Και θα το κάνουμε, όσο περνάει από το χέρι μας.

Δεν είναι μια εύκολη επιλογή. Αλλά, πίστεψέ μας, δεν υπάρχει άλλη λύση.

Ο καθηγητής/η καθηγήτριά σου

Μάιος 2013

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Πάγωμα διορισμών, παγωμάρα στους εκπαιδευτικούς, παγετώνας στην εκπαίδευση ...

αριστερό blog ...

«Ο χρόνος δεν παγώνει, η χώρα προχωρά, τα ζητήματα είναι τεράστια. Μια κυβέρνηση που έχει διακομματική συμφωνία είναι το ιδανικό περιβάλλον για να προωθηθούν θέματα Παιδείας. Εύχομαι και ελπίζω να υπάρχει αυτή η συναίνεση», δήλωσε με «κρύο αίμα» η υπουργός παιδείας στους εκπροσώπους της ΟΛΜΕ που της ζήτησαν, εκτός των άλλων, «πάγωμα» των αλλαγών στο Λύκειο.
Τι ποιητικό! «Ο χρόνος δεν παγώνει»… Κι όμως, ο χρόνος ήταν παγωμένος μέχρι που έγινε το bing bang και ίσως παγώσει και ο πολιτικός χρόνος κάποιων πεφωτισμένων όταν θα συμβεί στη χώρα μας το bing bang των πολιτών.
Πόσο ψεύτικο! « Η χώρα προχωρά»… Προς το καλύτερο; Δηλαδή η πορεία της χώρας τα τελευταία δύο χρόνια είναι προς το καλύτερο; Αν αυτό εννοεί η υπουργός τότε δεν πήρε χαμπάρι πόσο κακό έχει προκαλέσει η ίδια και οι συνάδελφοί της στους ανθρώπους αυτής της χώρας. Τέτοιο «προχώρημα» της χώρας, να μας λείπει. Αν πάλι θεωρεί η υπουργός ότι τα τελευταία δύο χρόνια τα πράγματα δεν πήγαν καλά για τη χώρα, τότε θα έπρεπε, η ίδια και οι συνάδελφοί της, να έχουν φύγει από προχθές. Πώς γίνεται, τάχα, για δύο χρόνια να μας βεβαιώνουν ότι η χώρα προχωρά προς το καλύτερο και το μόνο που συμβαίνει είναι η χώρα να προχωρά, μεν, αλλά προς τον γκρεμό. Η απάντηση είναι απλή.
Άλλο εννοούν ως «χώρα» η υπουργός και οι συνάδελφοί της και άλλο οι άνθρωποι που ζουν σ΄αυτή. Στα μυαλά των υπουργών στη «χώρα» δεν συμπεριλαμβάνονται οι άνθρωποι, οι ζωές τους, οι ανάγκες τους, τα όνειρα τους παρά μόνο, οι αγορές, τα κέρδη τους, τα συμφέροντά τους, οι καταθέσεις τους, οι καρέκλες τους, η χλιδή τους.
Τόσο κενό, σε 4 λέξεις! «Τα ζητήματα είναι τεράστια»… Η εξαθλίωση που προκαλέσατε εσείς και οι συνάδελφοί σας, αυτή είναι τεράστια. Όμως δεν την επικαλείστε γιατί η εξαθλίωση σκεπάζει ανθρώπους, ματώνει ψυχές, κρύβει ευθύνες, τις δικές σας και των υπολοίπων, συντρίβει οικογένειες και, δυστυχώς για σας, μπορεί να γεννήσει και επαναστάτες, μπορεί και επαναστάσεις.
Πόσο αληθινό και πόσο ύπουλο! «Μια κυβέρνηση που έχει διακομματική συμφωνία είναι το ιδανικό περιβάλλον για να προωθηθούν θέματα Παιδείας»… Πράγματι, υπάρχει διακομματική συμφωνία, χωρίς να υπάρχει συμφωνία με τους φορείς της εκπαίδευσης και χωρίς τη λαϊκή έγκριση αφού το ξέρετε πολύ καλά πως στο λαό είστε μειοψηφία. Υπάρχει διακομματική συμφωνία για να προωθηθούν θέματα που σχετίζονται με την κατεδάφιση της Δωρεάν Παιδείας, είναι η πραγματικότητα. Γι΄αυτό ζητάτε συναίνεση. Θα την έχετε από τα συγκοινωνούντα με το δικό σας, κόμματα, αλλά δεν θα την έχετε ούτε από τους εκπαιδευτικούς, ούτε από τους μαθητές, ούτε από τους γονείς.
Εξαγγέλλετε μηδενικούς διορισμούς στην εκπαίδευση και αισθάνεστε υπερήφανη που το επίτευγμά σας θα ικανοποιήσει απολύτως την τρόικα, απογοητεύοντας τελείως τους εκπαιδευτικούς. Για τα κενά που θα δημιουργηθούν, δεν σας νοιάζει. Μήπως σας ένοιαξε και ποτέ; Μήπως σας ένοιαξε για τα βιβλία που ακόμη λείπουν από τα σχολεία; Τις προσωπικές σας εξετάσεις προς τους δανειστές τις περάσατε με άριστα, στις άλλες προς το λαό, μάλλον μείνατε στην ίδια τάξη.
Δυστυχώς για σας, αυτή η πρόσκαιρη κοινοβουλευτική συναίνεση, δεν έχει μέλλον μπροστά της, Θα διαλυθεί από τις εσωτερικές της αντιθέσεις και την πίεση που αρχίζουν να ασκούν οι πολίτες. Οι «εκδηλώσεις αγάπης» των Θεοφανείων ήταν αρκετά «διαφωτιστικές» και ίσως δίνουν μια εικόνα για το τι μπορεί να ακολουθήσει αν η κυβερνητική τρόικα δεν φύγει όσο γίνεται νωρίτερα.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Όταν καταρρίπτονται οι μύθοι περί "ιδιαιτεροτήτων" ...

alterthess ...
Μελέτη στοιχείων για την Εκπαίδευση και τους Εκπαιδευτικούς στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες πραγματοποίησε το ΚΕΜΕΤΕ της ΟΛΜΕ.
Η Μελέτη που αφορά τις συνθήκες εργασίας και τις αμοιβές των εκπαιδευτικών στις χώρες της Ευρώπης αλλά και σε άλλες χώρες του κόσμου, καταρρίπτει το μύθο του «λιγότερο εργαζόμενου» εκπαιδευτικού στην Ελλάδα.
"Με τη μελέτη αυτή επιβεβαιώνεται η εκτίμησή μας για το ρόλο της κατά παραγγελίαν από το Υπουργείο Παιδείας έκθεσης του ΟΟΣΑ για την Εκπαίδευση στην Ελλάδα που δημοσιεύθηκε το καλοκαίρι και η οποία είχε σκοπό να ενισχύσει την Κυβέρνηση και την Τρόικα στην προσπάθειά τους να λάβουν ακόμα πιο επώδυνες αποφάσεις για τη δημόσια εκπαίδευση και τους εκπαιδευτικούς." αναφέρει η ΟΛΜΕ.
Ας αναφέρουμε ενδεικτικά μερικές διαπιστώσεις από το αποτελέσματα της έρευνας.
Οι εκπαιδευτικοί στη χώρα εργάζονται τις ίδιες ώρες κατά μέσο όρο με τους εκπαιδευτικούς στην Ευρώπη
Στις περισσότερες χώρες ο αριθμός των διδακτικών ωρών καθορίζεται στις συμβάσεις απασχόλησης των εκπαιδευτικών. Το 2006/07 η πλειονότητα των εκπαιδευτικών στην Ευρώπη έπρεπε να απασχοληθεί ενεργά με τη διδασκαλία μαθητών από 18 έως 20 ώρες την εβδομάδα, εξαιρώντας προκαθορισμένα διαλείμματα και άλλους χρόνους επαφής με μαθητές που δεν περιλαμβάνουν τη διδασκαλία.
Τα στοιχεία αφορούν στην περίπτωση ενός εκπαιδευτικού πλήρους απασχόλησης ο οποίος δεν ασκεί άλλα καθήκοντα, π.χ. διοικητικά. Ο αριθμός ωρών διδασκαλίας την εβδομάδα αφορά στο χρόνο που οι εκπαιδευτικοί αφιερώνουν σε ομάδες μαθητών. Αυτός ο αριθμός υπολογίζεται αυστηρά και αποκλείει το χρόνο των διαλειμμάτων ή το χρόνο που αφιερώνεται στους μαθητές χωρίς να περιλαμβάνει διδασκαλία.
Σε γενικές γραμμές, οι χώρες τείνουν να μειώνουν τον εβδομαδιαίο διδακτικό χρόνο των εκπαιδευτικών στην κατώτερη και στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μόνο η Βουλγαρία και η Ρουμανία ουσιαστικά αυξάνουν τον αριθμό των ωρών για τους εκπαιδευτικούς στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Σε δώδεκα χώρες, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να διδάσκουν τον ίδιο αριθμό ωρών τόσο στην κατώτερη όσο και στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Διακυμάνσεις στο πλαίσιο μιας χώρας εμφανίζονται για συγκεκριμένους παράγοντες, όπως το μάθημα που διδάσκει ο εκπαιδευτικός ή το καθεστώς απασχόλησής του (βαθμίδα εκπαίδευσης). Επίσης, διακυμάνσεις στο πλαίσιο μιας χώρας εμφανίζονται λόγω της ευελιξίας που έχει το σχολικό επίπεδο να καθορίσει τον αριθμό των διδακτικών ωρών ή το διαθέσιμο χρόνο στο σχολείο για κάθε εκπαιδευτικό. Επίσης, εμφανίζεται η ευελιξία μείωσης του αριθμού ωρών με βάση τα χρόνια υπηρεσίας.
Από τα στοιχεία βλέπουμε ότι ο μέσος όρος διδακτικών ωρών για τους εκπαιδευτικούς των 25 χωρών από τις 27 της Ε.Ε. για την κατώτερη Δ.Ε. είναι 19,1 και για αυτούς της ανώτερης Δ.Ε. είναι 18,4. Στην Ελλάδα, όπου δεν υπάρχει αντίστοιχος διαχωρισμός, ο μέσος όρος διδασκαλίας είναι 18,5, αντίστοιχος του μέσου όρου Ε.Ε. (19,1 και 18,4).
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat (Ιούλιος 2008) το 5,4% των Ελλήνων εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης είναι κάτω από 30 ετών, το 23,9% από 30-39, το 41,3% από 40-49 και το 24,4% πάνω από 50 ετών.
Από τα στοιχεία αυτά και σύμφωνα με την κατανομή των ωρών διδασκαλίας σε σχέση με τα χρόνια υπηρεσίας (0-6 χρόνια 21 ώρες, 7-12 χρόνια 19 ώρες, 13-20 χρόνια 18 ώρες και 20+ χρόνια 16 ώρες) φαίνεται ότι η μεγάλη πλειονότητα βρίσκεται στις 18 με 19 ώρες.
Το Υπουργείο Παιδείας δίνοντας τα στοιχεία στο Δίκτυο Ευρυδίκη αναφέρει μόνο το καταληκτικό διδακτικό ωράριο των 16 ωρών! Το ίδιο συμβαίνει και στα στοιχεία που έχουν δοθεί στον ΟΟΣΑ.
Περισσότερες ώρες οι εκπαιδευτικοί στην Ελλάδα στο Σχολείο
Ο αριθμός ωρών παρουσίας στο σχολείο την εβδομάδα αφορά στο διαθέσιμο χρόνο, εκτός από το διδακτικό χρόνο, που αφιερώνεται στην εκτέλεση καθηκόντων στο σχολείο ή σε άλλη τοποθεσία που καθορίζεται από τον διευθυντή του σχολείου.
Δέκα χώρες καθορίζουν ακριβή χρόνο κατά τη διάρκεια του οποίου οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να είναι διαθέσιμοι στο σχολείο κάθε εβδομάδα. Σε γενικές γραμμές, ο χρόνος στον οποίο οι εκπαιδευτικοί καλούνται να είναι παρόντες στο σχολείο κάθε βδομάδα δεν ξεπερνά τις 30 ώρες, εκτός από την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο (Αγγλία, Ουαλία, Βόρειο Ιρλανδία).
Όσον αφορά το διαθέσιμο χρόνο στο σχολείο από τις χώρες για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία ο μέσος όρος είναι 27.5 ώρες και για την κατώτερη και για την ανώτερη β/θμια εκπαίδευση, ενώ για την Ελλάδα είναι 30 ώρες.
35-40 ώρες ο συνολικός χρόνος εργασίας των Ευρωπαίων εκπαιδευτικών
Τέλος 17 χώρες καθορίζουν το συνολικό χρόνο απασχόλησης σε ώρες την εβδομάδα, που αφορά τον αριθμό των διδακτικών ωρών, τον αριθμό των διαθέσιμων ωρών στο σχολείο και το χρόνο που αφιερώνεται για την προετοιμασία και βαθμολόγηση, και μπορεί να αφορά σε ώρες εκτός σχολείου. Ο χρόνος αυτός κυμαίνεται από 35-40 ώρες. Για την Ελλάδα δεν υπάρχουν αντίστοιχα στοιχεία, μια και η προετοιμασία των εκπαιδευτικών στο σπίτι, η βαθμολόγηση κ.ά. δεν υπολογίζονται.
1.170 ώρες ο χρόνος εργασίας των εκπαιδευτικών
Ακολουθούν ο αριθμός ημερών διδασκαλίας για τους εκπαιδευτικούς της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και ο συνολικός χρόνος εργασίας σε ώρες σε ετήσια βάση σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ.
Όσον αφορά τους Έλληνες εκπαιδευτικούς βλέπουμε ότι ως προς το χρόνο εργασίας συνολικά στο σχολείο είναι 1.170 ώρες για το γυμνάσιο και το λύκειο, ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 1.199 για την κατώτερη και 1.166 για την ανώτερη β/θμια εκπαίδευση και για την ΕΕ των 19 είναι 1.133 και 1.108 αντίστοιχα.
Σχετικά με τον αριθμό ημερών διδασκαλίας για την Ελλάδα είναι 158 ημέρες στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Το γεγονός ότι είναι κάτω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ (186/184) και της ΕΕ/19 (181) οφείλεται στον εξετασιοκεντρικό χαρακτήρα ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς περισσότερες από 4 εβδομάδες του διδακτικού έτους είναι αφιερωμένες στις εξετάσεις.
Εργάσιμες εβδομάδες για τους εκπαιδευτικούς
Ο μέσος όρος των καθαρών εργάσιμων εβδομάδων για τους εκπαιδευτικούς κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους είναι 38,6 εβδομάδες.
Στη Σλοβακία οι εκπαιδευτικοί εργάζονται 41, στη Σλοβενία 43, και 40 στη Σουηδία και στη Β. Ιρλανδία. Στη Τσεχία έχουν 8 εβδομάδες άδεια, την οποία επιλέγουν πρωτίστως στη διάρκεια των σχολικών διακοπών. Στη Δανία δεν καθορίζεται σε κεντρικό επίπεδο. Συνήθως ξεκινούν λίγες μέρες πριν το σχολικό έτος των μαθητών και τελειώνουν μαζί με τους μαθητές. Στην Εσθονία η νομοθεσία ορίζει 8 εβδομάδες διακοπών, συνήθως από τα μέσα Ιουνίου ως τα μέσα Αυγούστου. Στην Ουγγαρία οι άδειες των εκπαιδευτικών βασικά δίνονται κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών. Οι άλλες σχολικές διακοπές δεν είναι αργίες για τους εκπαιδευτικούς, που μπορούν τότε να πάρουν την άδειά τους. Επίσης, 5 ημέρες μπορούν να τις πάρουν όποτε επιθυμούν κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους.
Στη Λετονία για τους εκπαιδευτικούς το σχολικό έτος αρχίζει νωρίτερα από ό,τι για τους μαθητές, αν και το τέλος και η ημερομηνία έναρξης δεν ορίζονται σε κεντρικό επίπεδο. Οι καθηγητές έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν 8 εβδομάδες ετήσιας άδειας με αποδοχές το καλοκαίρι.
Στη Λιθουανία, επίσης, η άδεια για τους εκπαιδευτικούς είναι 56 ημερολογιακές ημέρες. Κανονικά, συνιστάται οι εκπαιδευτικοί να τη λαμβάνουν κατά τη διάρκεια των θερινών σχολικών διακοπών (συνήθως αυτό καθορίζεται από το σχολείο). Στην Πορτογαλία δικαιούνται 1 μήνα άδειας κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών των μαθητών.
Στην Ελλάδα οι εργάσιμες εβδομάδες για τους εκπαιδευτικούς είναι 39, λίγο πάνω από το μέσο όρο ΕΕ/27.
Διακοπές και ημέρες αργιών κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους
Όλες οι χώρες έχουν διακοπές κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και του Πάσχα, εκτός από την Ολλανδία, η οποία δεν έχει διακοπές το Πάσχα.
Οι περισσότερες χώρες έχουν τις «διακοπές του Φθινοπώρου», εκτός των Ελλάδας, Κύπρου, Ιταλίας, Πορτογαλίας, Ισπανίας και Πολωνίας. Επίσης, αρκετές χώρες έχουν τις διακοπές «του χειμώνα - καρναβαλιού» και αρκετές χώρες διακοπές μετά το τέλος του τρίτου τριμήνου. Ο μέσος όρος των διακοπών κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους είναι 4 εβδομάδες. Η Ελλάδα έχει 4 εβδομάδες διακοπές (Χριστούγεννα, Πάσχα) και είναι ακριβώς στο μέσο όρο της ΕΕ/27.
Επίσης, όλες οι χώρες έχουν κάποιες ημέρες μεμονωμένων αργιών (εθνικές, τοπικές γιορτές, θρησκευτικές κ.ά.) που ο μέσος όρος τους είναι 10 ημέρες. Η Ελλάδα έχει 9 ημέρες αργιών.
"Φτωχότεροι" οι εκπαιδευτικοί στην Ελλάδα

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, για το 2009 ο μέσος όρος για τις χώρες του ΟΟΣΑ των ετήσιων μεικτών αποδοχών του αρχικού μισθού των καθηγητών ήταν 29.472 και ο αντίστοιχος μέσος όρος για τις χώρες της Ε.Ε./21 ήταν 29.459.
Ο μέσος όρος για τις χώρες του ΟΟΣΑ των ετήσιων μεικτών αποδοχών του τελικού μισθού των καθηγητών ήταν 47.740 και ο αντίστοιχος μέσος όρος για τις χώρες της Ε.Ε./21 ήταν 47.374.
Αντίθετα, για τους Έλληνες καθηγητές ο αρχικός μισθός ήταν 24.541 και ο τελικός 36.230. Έτσι η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες χώρες (ακολουθούν μόνο Σλοβενία και Σλοβακία).

Από τη σύγκριση των ετήσιων μεικτών αποδοχών των Ελλήνων καθηγητών με το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ και των χωρών Ε.Ε./21 φαίνεται ότι οι αποδοχές αυτές είναι το 83% για τον αρχικό μισθό και το 76% για τον τελικό μισθό.
Οι ετήσιες μεικτές αποδοχές του τελικού μισθού των Ελλήνων εκπαιδευτικών είναι το 57% του μέσου όρου των χωρών της Ευρωζώνης. Στην Ελλάδα ο αρχικός μεικτός μισθός είναι 19.729 ευρώ και ο Μ.Ο. των χωρών της Ευρωζώνης είναι 30.870. Ο τελικός μεικτός μισθός στην Ελλάδα είναι 29.127 ευρώ και ο Μ.Ο. της Ευρωζώνης είναι 51.498
Με το νέο μισθολόγιο ο μεικτός αρχικός μισθός του Έλληνα καθηγητή είναι πλέον το 46% του μέσου όρου των μισθών της Ευρωζώνης (2009). Ο τελικός μεικτός μισθός είναι το 50% του Μ.Ο. της Ευρωζώνης (2009).
Για περισσότερα στοιχεία και πίνακες εδώ
*Η μελέτη βασίστηκε στα επίσημα στοιχεία του ΟΟΣΑ «Εκπαίδευση με μια ματιά», 2009 και 2011, και του Δικτύου Ευρυδίκη «Αριθμοί κλειδιά της εκπαίδευσης στην Ευρώπη» (2009) και «Οργάνωση του σχολικού χρόνου στην Ευρώπη» (2011-12).
Κ.Μ

Ροη αρθρων