Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΔΕΡΗΣ Θ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΔΕΡΗΣ Θ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Μίλα ελληνικά ή σώπα...

του Θωμά Σίδερη....
i-am-greek-and-i-cannot-keep-calm-24
Τι γίνεται όταν πλειονότητα και μειονότητα συζητούν για πρώτη φορά για τις συνέπειες της Συνθήκης της Λωζάνης και ο Γενικός Γραμματέας Θρησκευμάτων του υπουργείου Παιδείας Γιώργος Καλαντζής πετά την ευκαιρία στα σκουπίδια και συμπεριφέρεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παρευρισκομένων σαν κοινός Χρυσαυγίτης;
Το περιστατικό συνέβη κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας του συνεδρίου που διοργανώνεται στην Κομοτηνή από το ΕΛΙΑΜΕΠ και το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης των Παιδιών της Μουσουλμανικής Μειονότητας στη Θράκη, ένα πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από πόρους του ΕΣΠΑ.
Όταν επρόκειτο να βάλει το λόγο μειονοτικός δημοσιογράφος προκειμένου να πραγματοποιήσει  την εισήγησή του στα τουρκικά που ήταν και η μητρική του γλώσσα, ο Γενικός Γραμματέας Θρησκευμάτων αντέδρασε με έντονο τρόπο και απαίτησε από τον δημοσιογράφο να μιλήσει ελληνικά, απειλώντας ότι θα αποχωρίσει από το συνέδριο. Παρότι εξηγήθηκε από τους διοργανωτές ότι το επίπεδο ομιλίας της ελληνικής γλώσσας του μειονοτικού δημοσιογράφου δεν ήταν ικανοποιητικό και άρα θα ήταν χρησιμότερο να αποτυπώσει τις σκέψεις του στη μητρική του γλώσσα και παρότι υπήρχαν επίσημοι μεταφραστές στο συνέδριο, ο κος Καλαντζής ήταν ανένδοτος, θέτοντας το δίλημμα «ή εγώ ή αυτός», απαγορεύοντας στην πραγματικότητα τη συμμετοχή του μειονοτικού δημοσιογράφου. Παρά τις εμφανείς αντιδράσεις των συνέδρων, ο κος Καλαντζής δεν κατάφερε να δώσει κάποια πειστική απάντηση και φανερά ενοχλημένος αποχώρησε από το συνέδριο, λέγοντας πως θα χάσει το αεροπλάνο για την Αθήνα.
Η καθαρά ρατσιστική συμπεριφορά του Γενικού Γραμματέα Θρησκευμάτων τορπίλισε στα θεμέλια τους στόχους του συνεδρίου, αφού μετά το περιστατικό αυτό αποχώρησαν και οι περισσότεροι μειονοτικοί σύνεδροι. Η ατζέντα του συνεδρίου άνοιγε για πρώτη φορά σημαντικά θέματα της Ανταλλαγής και μεταξύ άλλων είχαν προσκληθεί βουλευτές, πρώην υπουργοί και, γενικότερα, όλη η ηγεσία των κοινοτήτων της περιοχής.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Από τη Μάχη της Ηλεκτρικής ως τη δολοφονία του Παύλου...

του Θωμά Σίδερη...
ΜΑΧΗ-ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ-
Κερατσίνι, από «πόλη της σιωπής» σε πόλη των κοινωνικών, πολιτικών και αντιφασιστικών αγώνων.
Το Κερατσίνι είναι μια από τις «πόλεις της σιωπής», με την έννοια που τους προσέδωσε ο Ιταλός φιλόσοφος Αντόνιο Γκράμσι. Υπήρχε μια ένοχη σιωπή του αστικού κράτους του Μεσοπολέμου απέναντι στον προσφυγικό πληθυσμό . μια ένοχη σιωπή που λειτούργησε υποδόρια για χρόνια κάτω από το μένος των προσφύγων αλλά και της δυσφορίας του λαϊκού εργατικού πληθυσμού που προϋπήρχε σ’ αυτές τις περιοχές.
Το 1929, η Γενική Εταιρεία Ηλεκτροφωτισμού (Πάουερ) θα δημιουργήσει ένα μεγάλο εργοστάσιο στο Κερατσίνι, τον ΑΗΣ του Αγίου Γεωργίου. Ένα εργοστάσιο – αδηφάγο βιομηχανικό μνημείο, που μόνο μνημείο δεν είναι αφού λειτουργεί αδιάλειπτα έως σήμερα και που στην καθημερινότητα των ανθρώπων με το πέρασμα των χρόνων θα γίνει γνωστό ως «δράκος». Το εργοστάσιο αυτό στη συλλογική συνείδηση έχει αποτυπωθεί ως σημείο αναφοράς για δύο εντελώς διαφορετικούς λόγους: από τη μια ως σημείο αυτοθυσίας των μελών του Ε.Λ.Α.Σ και του «Καπετάνιου» Νίκανδρου Κεπέση για να προστατέψουν τη λειτουργία του από την εκδικητική μανία των Γερμανών και από την άλλη ως σημείο διαρκούς και ανατροφοδοτούμενης συναλλαγής των εκάστοτε δημοτικών αρχών με την κεντρική εξουσία.
Το ότι οικοδομείται εκείνη την εποχή το εργοστάσιο της ΔΕΗ στο Κερατσίνι δεν είναι καθόλου τυχαίο. Εδώ ζουν 11.000 πρόσφυγες, ανεξάντλητη πηγή φτηνής εργατικής δύναμης για όλες τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις που απλώνονται κατά μήκος της ακτογραμμής του Κερατσινίου.

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Ο ρατσισμός πέρα από τα τάγματα εφόδου...


απο το treno...

racist-attack-greece
«Ήμασταν 32 άνθρωποι πάνω σε μια βαρκούλα με μηχανή. Κρυβόμασταν για οχτώ ημέρες σε ένα φορτηγάκι στα τουρκικά παράλια, μέχρι οι διακινητές να αποφασίσουν ότι μπορούμε να περάσουμε απέναντι. Αν γνώριζα τις συνθήκες, δεν θα έκανα το ταξίδι. Όμως απ’ τη στιγμή που έφτασα στην Ελλάδα, ποτέ δεν σκέφτηκα να την εγκαταλείψω, χωρίς να τη γνωρίσω πρώτα. Ήθελα –αφού ήρθα– να ενταχθώ» δηλώνει κατηγορηματικά ο Μαμαντού, βγάζοντας απ’ τη τσάντα του βιαστικά τις «αποδείξεις»: χαρτιά που αποδεικνύουν ότι είναι αναγνωρισμένος πρόσφυγας, άδεια εργασίας, συμβόλαιο ενοικίασης σπιτιού.
Η επταετής παραμονή του στην Αθήνα άφησε τα σημάδια της επάνω του: τα αρκετά καλά ελληνικά του, το ντύσιμο, τις ιστορίες που διηγείται από φίλους που τον βοήθησαν να σταθεί επαγγελματικά. Κυρίως όμως, το σημάδι στο μέτωπο. Τη βαθιά ουλή που διατρέχει το κρανίο του, θυμίζοντάς του μόνιμα πόσο πλησίασε το θάνατο. Παράλληλα, του άφησε φόβο, απογοήτευση, αλλά και τη βαθιά ανασφάλεια που νιώθει, αφού η βία για το Μαμαντού πολλαπλασιάζεται από το ρατσισμό της καθημερινότητας.
Η πρώτη του επαφή με τα ακροδεξιά τάγματα εφόδου ήταν τον περασμένο Μάιο στο Γκάζι – όσο περίμενε το λεωφορείο τα χαράματα, αφού είχε τελειώσει τη δουλειά. «Ήξερα γι’ αυτούς. Είχαν επιτεθεί σε πολύ κόσμο. Όταν αντιλήφθηκα τις τέσσερις μηχανές, η καρδιά μου ξεκίνησε να χτυπάει δυνατά. Ύστερα, είδα τα στρατιωτικά παντελόνια, τις μαύρες μπλούζες και τα τατουάζ. Σκέφτηκα: «Μαμαντού είσαι νεκρός. Όλα τελείωσαν». Θυμήθηκα ότι κυνηγούν το μαύρο δέρμα. Κι έτσι τους γύρισα την πλάτη και κοίταξα απ’ την άλλη. Η πρώτη μηχανή προσπέρασε. Με κατάλαβε ο συνεπιβάτης στο δεύτερο μηχανάκι. Σφύριξε και σταμάτησαν μπροστά μου. “Τι κάνεις ακόμη στην Ελλάδα, ρε μ…;” ρώτησαν. Φοβήθηκα και άρχισα να τρέχω προς την Ομόνοια, ενώ εκείνοι με κυνηγούσαν. Όμως, είχα ξεχάσει το πρώτο μηχανάκι, στο φανάρι» διηγείται.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Αυτή είναι η γειτονιά του Παύλου....


του Θωμά Σίδερη...

EIKONA 24
Η δολοφονία του Παύλου έγινε σε μια κατεξοχήν προσφυγική γειτονιά, στην Αμφιάλη.
Εκεί όπου τα λαϊκά στρώματα στριμώχτηκαν και περιθωριοποιήθηκαν μέσα από ένα οργανωμένο σχέδιο απομόνωσης που εφάρμοσε το μεταπολεμικό αστικό κράτος. Εκεί όπου τα χαμένα μεροκάματα της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης έγιναν θηλιά για χιλιάδες οικογένειες – και δεν έγιναν ξαφνικά τώρα, γίνονταν πάντα. Πόσοι εργάτες δε γύριζαν πίσω με σκυμμένο το κεφάλι όταν δεν τους έπαιρναν για δουλειά στα συνεργεία, όταν οι επιχειρηματίες της Ζώνης -αυτοί οι σύγχρονοι “μαικήνες” της σκουριάς- ανέβαζαν πάνω στα καράβια απεργοσπάστες, όταν οι ηλεκτροσυγκολλητές, οι οξυγονοκολλητές και όλοι αυτοί οι άνθρωποι του Μετάλλου γύρευαν να μπουν στο Ταμείο Ανεργίας και ανακάλυπταν ότι τα τα ένσημα δε φτάνουν, γιατί τα ένσημα τους τα έκλεβαν. Μαζί όμως με τα ένσημα τους έκλεβαν και τη ζωή, πετώντας τους στις “κοιλιές” των καραβιών, χωρίς ανάσα και με μια σπίθα, ικανή να ανατινάξει όλο το Πέραμα.
“Πίσω από την κουρτίνα η Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, η Ελευσίνα” έγραψε κάποτε ο Τριπολίτης. Και να που η κουρτίνα τραβήχτηκε. Ο Παύλος, και ο πατέρας του Παύλου και ο πατέρας μου και οι πατεράδες των φίλων του Παύλου ήξεραν πως για να δεις το χρώμα της λαμαρίνας πρέπει να ξύσεις πρώτα τη σκουριά και πως ο δρόμος του βολέματος είναι διαφορετικός από το δρόμο του δίκιου. Τα παιδιά της Αμφιάλης ξυπνάνε και βλέπουν κάθε πρωί το φουγάρο της ΔΕΗ, ανίκητος αντίπαλος της καθημερινότητας αυτής της γειτονιάς αλλά και ζωντανό μνημείο της βιομηχανικής ιστορίας αυτού του τόπου. Κάποτε τα παιδιά της Αμφιάλης ανέπνεαν τη σκόνη του τσιμεντάδικου και έβλεπαν τα βυτιοφόρα να συνωστίζονται στη γειτονιά τους, πηγαίνοντας να αδειάσουν το φορτίο τους στη θρυλική χαβούζα της δεκαετίας του ’70.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Η ανεργία της Ευδοκίας...


του Θωμά Σίδερη...

amnistia_thumb1
Ο Γιώργος ο λοχίας συνάντησε την Ευδοκία σ’ ένα χωριό της Θράκης και για χάρη της χόρεψε το πιο ωραίο ζεϊμπέκικο στην ιστορία του ελληνικού σινεμά[1]. Τότε, η Ευδοκία που ξέρω εγώ ήταν ένα κοριτσάκι δέκα χρόνων.
Το κοριτσάκι αυτό το συνάντησα για πρώτη φορά, σαράντα χρόνια αργότερα, στο Κερατσίνι. Καθίσαμε σε κάτι σκαλοπατάκια πάνω από τον περιφερειακό και μιλήσαμε για όλα αυτά που δεν πήγαν καλά. Και που κανένας δεν ξέρει αν θα μπορούσαν να πάνε καλύτερα…Στα πενήντα σου έχεις μόνιμη δουλειά;
Όχι.
Πού δουλεύεις σήμερα;
Δουλεύω σ’ έναν Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης με σύμβαση έργου.

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Η πανσέληνος του Αυγούστου και μια βαθιά νυχτωμένη Ελλάδα...

του Θωμά Σίδερη...
“Θα ’πρεπε οι πολιτικοί μας να κρατούσαν μιαν ολυμπιάδα σιωπής ύστερ’ από το χαλασμό του Έθνους”. Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Στράτη, τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος “Έξι νύχτες στην Ακρόπολη” που έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ο Γιώργος Σεφέρης. Είναι το μοναδικό πεζό κείμενο που έγραψε ο νομπελίστας ποιητής.
Ο Σεφέρης τοποθετεί τους ήρωές του στη μεσοπολεμική Αθήνα του 1928.
Έξι χρόνια μετά την κατάρρευση του εθνικού μετώπου και ένα χρόνο πριν από το παγκόσμιο οικονομικό κραχ. Την ώρα που οι πρόσφυγες προσπαθούν να ενώσουν όπως όπως τα κομμάτια της ζωής τους, η συλλογική συνείδηση παραπαίει ανάμεσα στην ταπείνωση, στην προσπάθεια για λήθη και στην αβεβαιότητα.
eisitirio_akropoli_panselinos
 Το εισιτήριο συνοδεύει το χειρόγραφο του Γιώργου Σεφέρη και χρονολογείται από τη νύχτα 26-27 Μαΐου 1926.

Ο Στράτης επιστρέφει στην Αθήνα μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο Παρίσι. Στη νέα του πόλη βιώνει ένα έντονο υπαρξιακό αδιέξοδο και προσπαθεί να ανακαλύψει την ατομική του ταυτότητα. Εκείνη ακριβώς την περίοδο συναντιέται με μια παρέα αθηναίων φίλων. Επτά άνθρωποι, ουσιαστικά άγνωστοι μεταξύ τους, που ακόμα κι όταν είναι μαζί ο καθένας είναι μόνος του, αποφασίζουν να βγουν από το ατομικό και συλλογικό αδιέξοδο. Η παρέα βάζει ένα στοίχημα: να συγκεντρώνονται σε ένα ορισμένο μέρος μια φορά το μήνα. Το μέρος αυτό δε θα μπορούσε να είναι άλλο από την Ακρόπολη, και μάλιστα υπό το φως της πανσελήνου. Η Ακρόπολη, ως μυθικός τόπος, πέρα από χρόνο και τόπο, ανάμεσα στο εκτυφλωτικό φως του μεσημεριού και στο αχνό της πανσελήνου, μεταμορφώνεται σε ονειρικό τόπο δοκιμασίας και κάθαρσης κατά το πρότυπο του δαντικού Καθαρτηρίου. Το δαιμόνιο της ελληνικής φυλής υπερισχύει και το στοίχημα τελικά χάνεται. Η παρέα διαλύεται μετά από την τρίτη συνάντηση.
Το μυθιστόρημα “Έξι νύχτες στην Ακρόπολη” το πρωτοδιάβασα σαν φοιτητής της Νομικής. Το ξαναπήρα στα χέρια μου πριν από κάμποσους μήνες. Ο Σεφέρης μιλά για την Ελλάδα του 1928 και είναι σαν να μιλά για την Ελλάδα του 2012, την Ελλάδα του 2004, την Ελλάδα του Χρηματιστηρίου, την Ελλάδα του ’89, την Ελλάδα του ’81, την Ελλάδα του Καραμανλή, την Ελλάδα του γύψου. Το μόνο τελικά που πετύχαμε σαν λαός είναι να κάνουμε πράξη τις θεωρίες του Αϊνστάιν σχετικά με το χρόνο. Απόλυτη ακινησία και σιωπή. Σιωπή συνενοχής.

Οι υποσχέσεις των διακοπών...


του Θωμά Σίδερη...
tumblr_m387vwF4vL1rpn0coo1_500

Οι διακοπές είναι προσμονή, είναι αυτό που περιμένουμε να ‘ρθει. Είναι η μυρωδιά του θυμαριού και της ρίγανης, είναι το αυγουστιάτικο φως που μπαίνει από τις γρίλιες, είναι ο μεσημεράτικος ύπνος σε ολόλευκα σεντόνια, ένα πιάτο γεμιστά ψημένα στον ξυλόφουρνο, ένα επαναλαμβανόμενο και σύντομο ηλιοβασίλεμα που επιμένουμε να το βλέπουμε ως μοναδικό και αιώνιο.
Ο Αλέν ντε Μποτόν στο βιβλίο του «Η τέχνη του ταξιδιού», γράφει ότι ο Μποντλέρ θεωρούσε σπουδαίο σημάδι το να ονειρεύεται κάποιος ταξίδια, το έβλεπε ως ένδειξη μιας ψυχής στραμμένης σε ευγενείς αναζητήσεις. Το αποκαλούσε «ποιητική» κι έλεγε πως οι ποιητές δεν ικανοποιούνταν, ακόμη και αν τύχαινε να βρίσκονται στα πέρατα της γης. Ήταν στη φύση τους να αμφιταλαντεύονται μεταξύ ελπίδας και απόγνωσης, να παλινδρομούν από τον παιδιάστικο ιδεαλισμό στον κυνισμό.
Μία και κάτι τη νύχτα στο λιμάνι του Πειραιά. Το τελευταίο πλοίο από την Αμοργό ανοίγει τον καταπέλτη του. Τ’ αυτοκίνητα βγαίνουν αργά απ’ τη κοιλιά του κύτους. Σχηματίζουν ένα μεγάλο μεταλλικό φίδι που σέρνεται νυσταγμένο λίγο πριν από την αναπόφευκτη χειμέρια νάρκη του.
Η σκόνη της υπαίθρου παντού: στα τζάμια, στο καπό, στους προφυλακτήρες. Κάποιες σκόρπιες λέξεις –ίσως υποσχέσεις- πάνω στη σκόνη, που όμως πια έχουν σβηστεί ή μπερδευτεί στην καλύτερη περίπτωση. Η άμμος που σκόρπισε στα χαλάκια από τα γυμνά πόδια. Μια παραλία –σχήμα του λόγου ερημική- που κάποιοι εναπόθεσαν εκεί της ζωής τους το κάτι. Αλλά το κάτι στην άμμο είναι το τίποτα. Μια χούφτα αγράμπελη στο κιβώτιο ταχυτήτων που έχει ξεραθεί πια και ο άντρας παραπονιέται πως τρίβεται και του λερώνει ακόμα περισσότερο το ήδη λερωμένο από τις διακοπές αυτοκίνητο.
Το πρώτο φανάρι, το πρώτο κόκκινο, το πρώτο stop της επιστροφής. Τα παιδιά στο πίσω κάθισμα κοιμούνται. Τα μπροστινά παράθυρα ανοιχτά. Ο άντρας έχει στραμμένο το κεφάλι στ’ αριστερά και κοιτά επίμονα το φανάρι. Η γυναίκα έχει γείρει προς τα δεξιά και κοιτά τη θάλασσα. Χθες τη νύχτα, την ίδια ακριβώς ώρα, τα δυο αυτά κεφάλια ήταν ενωμένα και έδιναν υποσχέσεις που ήξεραν ότι δεν πρόκειται να τηρηθούν ποτέ. Οι υποσχέσεις των διακοπών τελειώνουν στο πρώτο φανάρι της επιστροφής.

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Οι (Πανελλήνιες) εξετάσεις δεν τελειώνουν ποτέ...

του Θωμά Σίδερη...
294196_648739665139503_149694255_nΤη μέρα που η Νικολέτα γινόταν δεκαοχτώ έγραφε Φυσική Κατεύθυνσης.
Στη σύντομη διαδρομή μας με το αυτοκίνητο μέχρι το σχολείο, γύρισε και μου είπε: «Νιώθω τέτοια πίεση, που νομίζω ότι κάνω κακό στον εαυτό μου». Σήμερα, που επιτέλους ολοκλήρωσε τη διαδικασία των Πανελληνίων, μου είπε: «Αν ήταν στο χέρι μου, δε θα ήθελα να δώσω ποτέ. Ήταν χειρότερο απ’ ό,τι το περίμενα».

Ανέκαθεν στην Ελλάδα, το εκπαιδευτικό σύστημα ήταν ταυτισμένο με το εξεταστικό σύστημα. Ποτέ δεν ενδιαφερθήκαμε σοβαρά για το τι σχολείο θέλουμε να φτιάξουμε και για το τι πολίτες θέλουμε να δημιουργήσουμε. Αντίθετα, η φαιά ουσία μας αναλώθηκε στο πόσες και τι εξετάσεις θέλουμε να έχουμε. Ειδικότερα, στο ποια θα είναι η εξεταστική διαδικασία –από το πάλαι ποτέ εξατάξιο γυμνάσιο έως το σημερινό λύκειο- για την εισαγωγή των μαθητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Από τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια μέχρι και σήμερα, η αλλαγή του υπουργού Παιδείας σήμαινε και αλλαγή του εξεταστικού συστήματος. Σχηματικά, αν η διαδικασία εισαγωγής στα Πανεπιστήμια ήταν η ανυπεράσπιστη κορασίδα, ο εκάστοτε υπουργός αναλάμβανε το ρόλο του δράκου του Σέιχ Σου.
Αποσυνδέσαμε εντελώς το σχολείο με τη γνώση. Αποφασίσαμε ότι δε μας ενδιαφέρει ούτε το είδος της παρεχόμενης γνώσης ούτε ο τρόπος μετάδοσής της. Στη θέση της γνώσης βάλαμε την πληροφορία, με τέτοια ευκολία μάλιστα, που θα ζήλευε ακόμα και η Άρτεμις όταν έβαζε στη θέση της Ιφιγένειας το περιβόητο κριάρι. Αλλά οι ούριοι άνεμοι δε φύσηξαν ποτέ στα σχολεία της Ελλάδας. Και πώς να φυσήξουν τα ρεύματα της γνώσης και της προόδου όταν υψώσαμε πελώρια τείχη από άχρηστες και περιττές πληροφορίες.
Από την άλλη πώς μπορώ να πω στη Νικολέτα ότι «Οι εξετάσεις δεν τελειώνουν ποτέ»; Και πόσο δίκιο είχε ο Ενουάρντο Ντε Φίλιππο όταν το 1973 έγραφε το ομώνυμο θεατρικό έργο του;  Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό, εξετάσεις για όλα και μπροστά σε όλους.
Εξετάσεις μπροστά στους γονείς για να περάσουμε με άριστα τις προσδοκίες και τα όνειρα που έχουν για μας. “Μαμά, τελείωσα με άριστα, αλλά δεν έχω ευχάριστα. Μαμά…” Αυτό το “μαμά” κρύβει μέσα του σπαραγμό.
Εξετάσεις στο στρατό για να πιστοποιηθεί ότι είσαι υπάκουος και πειθαρχημένος και ότι ανά πάσα στιγμή θα δώσεις το αίμα σου για μια πατρίδα που σε αφαιμάζει διαρκώς και ποικιλοτρόπως. “Ευπειθώς αναφέρω…”
Εξετάσεις μπροστά στα κάθε λογής αφεντικά ότι είσαι τίμιος, συνεπής και δημιουργικός υπάλληλος. Εξετάσεις για τη σιωπή σου, την αντοχή σου, την υπομονή σου. Εξετάσεις ότι είσαι αναλώσιμος και ανά πάσα στιγμή αντικαταστάσιμος.
Εξετάσεις πτυχιούχων και μη μπροστά στο ΑΣΕΠ. Ένα κράτος, που επαγγέλλεται σαν ψωμοτύρι τη γελοία αξιοκρατία του, θα σε βάλει σε βαθμολογικούς πίνακες φθίνουσας κατάταξης, εξετάζοντας με μόρια την επιστημονική και πνευματική σου επάρκεια.
Εξετάσεις μπροστά στους φίλους που έρχονται και παρέρχονται και ποδοπατιούνται σαν τα φύλλα του φθινοπώρου. Εξετάσεις για ειλικρινή και άδολη φιλία, για εχεμύθεια και αυταπάρνηση. Εξετάσεις για να διαπιστωθεί πόσο εύκολα μπορείς να πουλάς κάθε φορά τους φίλους σου, αφού όλα είναι μέσα στο παιχνίδι και όλα πουλιούνται και αγοράζονται.
Εξετάσεις κάθε φορά που επιλέγουμε να ζήσουμε μ’ έναν άνθρωπο μαζί. Λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία. Εξετάσεις για τους μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς που είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε.
Εξετάσεις για τους ρόλους που αναλαμβάνουμε κάθε φορά. Εξετάσεις μέσα στις κοινωνικές, πολιτικές ή θρησκευτικές ομάδες που ανήκουμε. Εξετάσεις ότι είμαστε απόλυτα ταυτισμένοι με τους στόχους και τις επιδιώξεις της ομάδας. Ως γνωστόν, είναι κοινωνική ανάγκη το να ανήκεις κάπου.
Εξετάσεις ότι μπορούμε να μετουσιώνουμε τα “θέλω” μας στα “πρέπει”. Εξετάσεις για να κρύβουμε καλά την “ψυχούλα” μας. Εξετάσεις για τις άτακτες φυγές και τις υποχωρήσεις μας. Εξετάσεις για την ικανότητά μας να ισορροπούμε στον πολυπόθητο μέσο όρο.
Εξετάσεις για να διακριβωθεί αν ανταποκρινόμαστε με επάρκεια στις κάθε λογής εξετάσεις.

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Η Γερμανια και οι χωρες - Ιφιγενειες...

του Θωμά Σίδερη* απο το Τρενο....
5FBB7581-9414-4E97-9BD1-832B02B9D291_mw1024_n_s
Τον Σεπτέμβριο του 1938 η Γαλλία, η Αγγλία και οι λοιπές ευρωπαϊκές δυνάμεις παραδίδουν την Τσεχοσλοβακία στη Γερμανία με σκοπό να σώσουν τη γηραιά ήπειρο και –υποτίθεται- να διασφαλίσουν την ειρήνη. Η Συμφωνία του Μονάχου θεωρείται ως η πιο επαίσχυντη συνθήκη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου είναι ο Άγγλος πρωθυπουργός Νεβίλ Τσάμπερλαιν, ο Γάλλος ομόλογός του Έντουαρντ Νταλαντιέ και, φυσικά, ο Χίτλερ. Κάπου εκεί μέσα εμπλέκονται και οι Σοβιετικοί που αισθάνονται απομονωμένοι και συμπεραίνουν ότι οι δυτικοί είναι ικανοί να συνεργάζονται και με το διάβολο, στη συγκεκριμένη περίπτωση με τους ναζί.
75 χρόνια αργότερα. Δεν είναι το Μόναχο, αλλά οι Βρυξέλλες. Δεν είναι η Τσεχοσλοβακία, αλλά η Κύπρος. Δεν είναι φθινόπωρο, αλλά αρχές της άνοιξης. Το μόνο που σταθερά μένει το ίδιο είναι η Γερμανία και τα γερμανικά συμφέροντα. Ο Χουάν Τόρες Λόπες είναι καθηγητής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Σεβίλλης. «Η Άνγκελα Μέρκελ, όπως ο Χίτλερ, κήρυξε τον πόλεμο στην υπόλοιπη ήπειρο, αυτή τη φορά για να εξασφαλίσει έναν οικονομικό ζωτικό χώρο» σημειώνει στην ισπανική El Pais και προσθέτει: «Μας τιμωρεί (η Μέρκελ) για να προστατεύσει τις μεγάλες επιχειρήσεις της και τις τράπεζές της και επίσης για να ξεχαστεί από το εκλογικό σώμα της το επαίσχυντο μοντέλο εξαιτίας του οποίου το επίπεδο της φτώχειας στη χώρα της είναι το υψηλότερο των 20 τελευταίων ετών».
Ο νομπελίστας οικονομολόγος Χριστόφορος Πισσαρίδης ασκεί δριμεία κριτική στον Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος φαίνεται ότι του είχε δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες: «Σε αντίθεση με προηγούμενους Γάλλους προέδρους, ο κ. Ολάντ, στο πρόσωπο του οποίου είχαν δημιουργηθεί προσδοκίες για αλλαγή στάσης στην Ευρώπη σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής, έχει εξαφανιστεί». Την ίδια στιγμή η γαλλική Liberation υπερτονίζει την αποφασιστική πολιτική των Βρυξελλών: «Η Ευρώπη θέλει να κλείσει το καζίνο που λέγεται Κύπρος». Για τα μαύρα ταμεία της Siemens όμως, ούτε λόγος.
Όπως το 1938 έτσι και το 2013, οι Γερμανοί ζητούν χώρες – Ιφιγένειες. «Δεν απαιτείται επικύρωση από τη κυπριακή βουλή η συμφωνία που συνήψε σήμερα η Κύπρος με τους διεθνείς πιστωτές» δηλώνει ο Σόιμπλε και πετά τη μπάλα στη Μπούντεσταγκ. Οι λοιπές ευρωπαϊκές δυνάμεις προστρέχουν στο κάλεσμα της Γερμανίας για να σώσουν την Ευρώπη. Το 1938 όλα γίνονταν ερήμην της Τσεχοσλοβακίας. Επτά δεκαετίες αργότερα υπάρχει απλώς το πρόσχημα της συμμετοχής.
Η Συμφωνία του Μονάχου δεν απέτρεψε τον πόλεμο. Δυο μέρες μετά ο Χίτλερ εισέβαλε στην Πράγα. Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι σε συνδυασμό οι δυνάμεις της Τσεχίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας θα μπορούσαν άνετα να έχουν κατατροπώσει τους ανέτοιμους Γερμανούς, των οποίων τα τανκ χάλασαν στο δρόμο προς την Πράγα, αποτρέποντας έτσι περαιτέρω τον πόλεμο στην Ευρώπη. «Αλλά καθώς οι δύο αυτοί αρχηγοί κρατών θυσίαζαν την Τσεχική δημοκρατία στο ναζιστή δικτάτορα, ο Τσάμπερλαιν  υπερηφανευόταν ότι είχε επιτευχθεί «ειρήνη με την τιμή, ειρήνη για την εποχή μας». Οι στιγμές της επαίσχυντης δόξας του ήταν φευγαλέες» σημειώνει η τελευταία επιζώσα του Ολοκαυτώματος Άλις Χερτζ-Σόμμερ.
Η συμφωνία του Eurogroup για την Κύπρο δε θα περισώσει σε καμιά περίπτωση τη χαμένη τιμή της Ευρωζώνης για τον απλούστατο λόγο ότι η Deutsche Bank «τα θέλει όλα». Κι οι επευφημίες γρήγορα θα κοπάσουν. Μετά τη Συμφωνία του Μονάχου, ο Γάλλος πρωθυπουργός φθάνοντας στο Παρίσι φέρεται να δήλωσε: «Οι ανόητοι, αν ήξεραν τι επευφημούν!».
* Ο Θωμάς Σίδερης είναι πολιτικός επιστήμονας και δημοσιογράφος.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Το μεροκάματο της Ευδοκίας...

του Θωμά Σίδερη...
TRENO.EVDOKIA
Ο Γιώργος ο λοχίας συνάντησε την Ευδοκία σ’ ένα χωριό της Θράκης και για χάρη της χόρεψε το πιο ωραίο ζεϊμπέκικο στην ιστορία του ελληνικού σινεμά . Τότε, η Ευδοκία που ξέρω εγώ ήταν ένα κοριτσάκι δέκα χρόνων.
Το κοριτσάκι αυτό το συνάντησα για πρώτη φορά, σαράντα χρόνια αργότερα, στο Κερατσίνι. Καθίσαμε σε κάτι σκαλοπατάκια πάνω από τον περιφερειακό και μιλήσαμε για όλα αυτά που δεν πήγαν καλά. Και που κανένας δεν ξέρει αν θα μπορούσαν να πάνε καλύτερα…
Στα πενήντα σου έχεις μόνιμη δουλειά;
Όχι.
Πού δουλεύεις σήμερα;
Δουλεύω σ’ έναν Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης με σύμβαση έργου.
Τι σημαίνει σύμβαση έργου;
Σύμβαση έργου σημαίνει ότι είσαι άνεργος και παράλληλα ότι έχεις μια δουλειά. Είναι ένας καλός τρόπος να σε ξεγελάνε και εσύ με τη σειρά σου να ξεγελάς για λίγο τον εαυτό σου. Κυκλοφορείς κι έχεις την ημερομηνία λήξης στο κούτελο. Επισήμως, είναι μια σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που σου δίνει τη δυνατότητα να παίρνεις κάτι λίγα χρήματα. Σχεδόν τα μισά τα δίνεις για την ασφάλισή σου. Ξέρεις όμως από την αρχή την ημερομηνία που θα σου πουν «δε σε θέλω άλλο».
Δουλεύεις δηλαδή με μπλοκάκι…
Ναι… Με το μπλοκάκι δεν έχεις κανένα εργασιακό δικαίωμα. Ουσιαστικά, οι συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου, που είναι συνήθως οχτάμηνες, είναι μια μεγάλη «εφεύρεση» ώστε να χαμηλώνουν οι δείκτες ανεργίας αλλά και οι απασχολούμενοι να μην είναι στην πραγματικότητα εργαζόμενοι. Συνήθως, αυτοί που επιλέγουν ετούτες τις συμβάσεις -μάλλον δεν τις επιλέγουν, είναι περισσότερο ζήτημα ανάγκης- είναι εργαζόμενοι που έχουν δουλέψει πολλά χρόνια στον ιδιωτικό τομέα και έχουν απολυθεί ή έπεσε έξω η επιχείρηση που δούλευαν. Εγώ, που είμαι πενήντα χρονών, για την αγορά εργασίας θεωρούμαι «άχρηστη». Όσες αιτήσεις για δουλειά έχω κάνει, μου απαντούν πολύ ψυχρά ότι θα πάρουν κάποιον άλλο με τα μισά χρόνια μου.
Τι πιθανότητες έχεις να σε ξαναπροσλάβουν στην ίδια δουλειά;
Καμία.
Θα προσπαθήσεις, ίσως, με κάποιο πλάγιο τρόπο; Να βρεις, έστω, έναν άνθρωπο να μιλήσει για σένα…
Για να είμαι σε αυτή την ηλικία και με αυτό το καθεστώς εργασίας, σημαίνει ότι δεν ακολούθησα ποτέ μέχρι σήμερα αυτή την πρακτική.
Τι πιστεύεις ότι δεν έκανες ώστε να έχεις σήμερα μια καλύτερη δουλειά;
Ίσως το ’81, όταν τέλειωσα το πανεπιστήμιο, έπρεπε να γραφτώ στη νεολαία του ΠΑΣΟΚ. Όλοι οι φίλοι μου που το κάνανε, διοριστήκανε. Πρέπει να σου πω όμως ότι δε μου άρεσε πάντα το δημόσιο. Γερνώντας βέβαια και έτσι τρομοκρατημένη όπως είμαι σήμερα, κάποιες στιγμές σκέφτομαι τα πράγματα που δεν έκανα…
Κι ένα από αυτά ήταν η νεολαία ΠΑΣΟΚ;
Έρχονται κάτι στιγμές που πρέπει να πάρεις κάποιες αποφάσεις. Κι εγώ αποφάσισα ότι δε θα είμαι με τις πλειοψηφίες που προκύπτουν κάθε φορά, θα πάω κόντρα στο ρεύμα… Κι έτσι ρίχτηκα στο κυνήγι του μεροκάματου. Στην πορεία διαμόρφωσα κάποια κριτήρια. Κρατάω αυτό, πετάω το άλλο. Αλλά βασανίστηκα για να μπορώ να κρίνω. Αυτό που μ’ ενοχλεί σ’ αυτό που κάνω τώρα δεν είναι ότι βλέπω γύρω μου κάποιους ανθρώπους που έχουν κάποιες σταθερές σε σχέση μ’ εμένα που δεν έχω απολύτως τίποτα. Αυτό που μ’ ενοχλεί πιο πολύ είναι ότι δεν μπορώ ν’ αγαπήσω τη δουλειά μου. Το μπλοκάκι είναι ένας μικρός θάνατος. Μπορεί να μοιάζει και μ’ έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, αν κι είναι μεγάλη κουβέντα αυτό. Μόλις πάω να δοθώ στη δουλειά μου, λέω τι κάνεις, αύριο δε θα είσαι εδώ.
Έχεις ένα κορίτσι 23 ετών. Έχετε κουβεντιάσει γι’ αυτό που την περιμένει;
Αφιέρωσα ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, τα ωραιότερα χρόνια μου, σε κοινωνικούς αγώνες. Η κόρη μου μεγάλωσε μ’ ένα αξίωμα: τίποτα δεν είναι εύκολο, τίποτα δεν είναι δεδομένο, παλεύεις για τα πάντα. Από μικρή διατύπωσε τα δικά της «γιατί» και έμαθε ότι μια ζωή θα πρέπει ν’ αναζητά τις απαντήσεις σ’ αυτά τα «γιατί». Τα παιδιά ξέρουν καλά ότι το μέλλον τους είναι υποθηκευμένο. Να τους πεις, τι; Καλύτερα είναι να σωπάσεις και να τ’ αφήσεις τουλάχιστον να κυνηγήσουν τ’ όνειρό τους.
Θα ‘θελες να φύγεις; Να πας να ζήσεις κάπου αλλού, σε μια άλλη χώρα…
Νομίζω ότι δεν έχω πια το χρόνο… Δυο φίλοι μου πήγανε στη Γερμανία. Το είπανε και το κάνανε. Εγώ νιώθω ότι δεν έχω το χρόνο.
Λένε πως το χρόνο τον ορίζουμε εμείς…
Αυτό είναι ένα αστείο, το είπαμε για να γελάσουμε και κάποιοι από εμάς το πήραμε στα σοβαρά. Πιστέψαμε ότι όλα τα παραμύθια κάπου στο βάθος κρύβουν ένα ευτυχισμένο τέλος. Στα πενήντα μου, νιώθω να υψώνεται μπροστά μου ένα τείχος. Μοιάζω με μια διχοτομημένη Γερμανία τον καιρό του ψυχρού πολέμου: ο εαυτός μου που θέλει κι ο εαυτός μου που δεν μπορεί.
Το «δεν μπορώ» μοιάζει όμως με παραίτηση…
Μπορεί… αλλά είναι η δική μου μικρή αλήθεια. Ίσως κάπου παραπέρα να υπάρχουν παρατημένες κι άλλες μικρές αλήθειες. Μακάρι, να ‘χω το χρόνο με το μέρος μου και να τις βρω.

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Ο υπερβάλλων ζήλος...

του Θωμα Σιδερη απο το Τρενο...
act
Όταν τα πράγματα ζορίζουν και δεν αντέχεις άλλο, λες ήρθε η ώρα να τελειώνω. Το ‘χεις πει κι άλλες φορές. Όταν σε πνίγει η απόγνωση, όταν οι άλλοι σου έχουν γυρισμένη την πλάτη ή είναι απλά αλλού. Δε λέω ότι είναι εύκολο. Στην αρχή δεν το πιστεύεις. Απορείς πώς το σκέφτηκες κιόλας. Μετά το σκέφτεσαι πιο συχνά. Το “συχνά” γίνεται “κάθε στιγμή”, κι η κάθε στιγμή ένα “δεν πάει άλλο”.
Πιστεύεις ότι θα τους δώσεις ένα καλό μάθημα. Ότι θα τους φορτώσεις με τύψεις για μια ολόκληρη ζωή. Ότι θα τους φέρεις στην ίδια θέση με σένα. Και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι μπορεί τίποτα απ’ όλα αυτά να μη συμβεί. Το πιο πιθανό είναι να μη συμβεί τίποτα. Σίγουρα, δε θα συμβεί τίποτα. Αλλά εσύ την απόφαση την έχεις πάρει.
Ήταν απόβραδο Παρασκευής. Κλείδωσα το σπίτι και άφησα το κλειδί κάτω από το χαλάκι της εισόδου. Τα κλειδιά του αυτοκινήτου τα είχα στο τασάκι, πάνω στο περβάζι. Κατηφόρισα το δρόμο. Ήμουν σίγουρος ότι έβλεπα για τελευταία φορά τη γειτονιά μου. Άρχισε να ψιλοβρέχει κι αντί ν’ ανοίξω το βήμα μου, μάλλον το επιβράδυνα. Νόμιζα ότι οι σόλες μου κολλούσαν στην άσφαλτο. Ένιωθα τα πάντα γύρω μου να κινούνται και μόνο εγώ να μένω ακίνητος κάτω από τη βροχή. Είχε δυναμώσει πια.
Σταμάτησα και πήρα από ένα γωνιακό καφέ ένα διπλό καπουτσίνο. Από το περίπτερο δίπλα ένα πακέτο τσιγάρα. Ελαφριά. Χαμογέλασα με τη σκέψη ότι ακόμα και τώρα στο τέλος μπορούσα να φροντίζω τον εαυτό μου. Έστριψα δεξιά στην Ιερά Οδό και μετά από λίγο βρέθηκα στην πύλη ενός μεγάλο εργοστασίου. Νομίζω ότι κάποτε είχαμε έρθει εδώ και διαδηλώσαμε για το θάνατο κάποιου εργάτη. Ο παχύς άσπρος καπνός του ανέβαινε ψηλά και ενωνόταν με τα παχιά κιτρινωπά σύννεφα. Η αντηλιά της πόλης.
Όπως πήγα να βγάλω τα σπίρτα απ’ το σακάκι μου, ψηλάφισα το χαρτί της κατάσχεσης που μου έστειλε η τράπεζα. Δεν ήταν μεγάλο το ποσό του δανείου, ούτε είχα βάλει υποθήκη το σπίτι. Η τράπεζα όμως είχε τον τρόπο της. Έδωσα μια και πέταξα το χαρτί στα λασπόνερα. Έτρεξαν προς το μέρος μου κάτι αδέσποτα με άγριες διαθέσεις. Τα μάτια τους ήταν φλογισμένα. Κατάλαβαν γρήγορα ότι είμαι πιο απελπισμένος απ’ αυτά και μ’ άφησαν ήσυχο.
Βρέθηκα στην Ακαδημία Πλάτωνα. Κοίταξα το ρολόι ου. Ήταν περασμένες εννιά και ήδη είχε παρατραβήξει το σχοινί. Έπρεπε να τελειώνω. Ψηλάφισα το σχοινί στην εσωτερική τσέπη του παλτού μου. Το σπίτι μου το άφησα καθαρό. Δεν ήθελα οι δικαστικοί επιμελητές να νομίζουν πως είμαι κανένας ανεπρόκοπος και ανοικοκύρευτος. Αν τους κόβει λιγάκι, θα γλιτώσουν και τα έξοδα κλειδαρά. Λίγο να παραμερίσουν το χαλάκι.
Λίγο πριν τελειώσουν όλα, βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω -ζωντανός και με χειροπέδες- σ’ ένα περιπολικό. Έγινα -λέει- αντιληπτός από ένα ζευγαράκι σε παρακείμενο όχημα -που ομολογουμένως δεν το είχα αντιληφθεί- και ειδοποίησαν με τρόπο την αστυνομία για να με αποτρέψουν από το απονενοημένο διάβημα. Εκεί που μια ολόκληρη ζωή περνούσα από όλους και από όλα απαρατήρητος, έγινα αντιληπτός την ύστατη στιγμή.
Ο αξιωματικός υπηρεσίας -σκέτο λαγωνικό- ανακάλυψε ότι πριν από τριάντα χρόνια -όταν δηλαδή ήμουν στην ηλικία του Χριστού- χρωστούσα στο ελληνικό δημόσιο 17.000 δραχμές, ήτοι πενήντα ευρώ και κάτι ψιλά με τις προσαυξήσεις. Ούτε κι αυτός ήξερε πού και γιατί τα χρωστούσα. “Μπορεί κάποια κλήση της τροχαίας, ίσως το ΙΚΑ όταν έχτιζες το σπίτι”. Ποιο σπίτι; Αυτό το σπίτι δεν είναι πια δικό μου. Τελικά, ποτέ δεν ξεχρεώνεις. Πάντα κάτι χρωστάς στους άλλους. Με έκλεισε στο κρατητήριο όλη τη νύχτα. Με τον Μαχμούντ και τον Ανάς, ύστερα από μια επιχείρηση “σκούπα” και με τρεις ακόμα ποινικούς -Έλληνες και οι τρεις- που τους είχαν ξεχασμένους εδώ και μήνες, γιατί δεν έχουν πού αλλού να τους πάνε, επειδή οι φυλακές είναι γεμάτες.
Το πρωί με οδήγησαν στον Εισαγγελέα Υπηρεσίας. Όχι γιατί προσπάθησα να πεθάνω, ούτε γιατί δεν πέθανα. Αλλά γιατί πήγα να πεθάνω, ενώ χρωστούσα στο ελληνικό κράτος πενήντα ευρώ και κάτι ψιλά.

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Το ποδήλατο και το λεπίδι...

γράφει ο Θωμάς Σίδερης,  απο το ΤΡΕΝΟ...
podilato sigkrousi
Τουλάχιστον εδώ, 145 χιλιόμετρα από το Ισλαμαμπάντ, δε θα φοβάμαι. Κι ομολογώ φοβήθηκα πολύ στη ζωή μου. Φοβήθηκα τους στρατιώτες, τους συνοριοφύλακες, τους αστυνομικούς, τους φασίστες. Δεν ξέρω ποιους φοβήθηκα περισσότερο. Μπορεί να μην ήταν πολλοί, μπορεί να ήταν μόνο ένας που άλλαζε στολές και πρόσωπα. Ο στρατιώτης στη Λαχόρη, έγινε συνοριοφύλακας στον Έβρο, αστυνομικός στην Ομόνοια, φασίστας στα Πετράλωνα.
Γύρισα στην πατρίδα με δανεικά ναύλα, ρούχα και παπούτσια. Τι είναι η πατρίδα; Πίστεψα ότι έχω δυο πατρίδες. Ο Ραφίκ με έλεγε αφελή και βλάκα. Αντί να σκύβω το κεφάλι και να παίρνω είκοσι ευρώ μεροκάματο, εγώ σκεφτόμουν αν ο άνθρωπος μπορεί να έχει δυο και τρεις και όσες θέλει πατρίδες. Ο άνθρωπος σκέφτεται, τα κτήνη όχι. Τα κτήνη δολοφονούν.
Το ποδήλατό μου πού να είναι τώρα; Θυμάμαι την πρώτη φορά που έκανα πετάλι στην Πέτρου Ράλλη. Από τον Κηφισό, έστριψα αριστερά και βγήκα στη μεγάλη λεωφόρο. Ήταν ακόμα νύχτα. Άγρια και βαθιά νύχτα στη λεωφόρο και στην Ελλάδα όλη. Πήγαινα από κάτω από τις γραμμές του τρόλεϊ. Πέρασα το Μεταγωγών –εκεί ο Γκουλάμ έμεινε δεκαπέντε μέρες- και σταμάτησα στο φανάρι της διασταύρωσης με την Αγία Άννης. Η μυρωδιά από τα μπισκότα! Ήμουνα νηστικός δυο μέρες, στα παιδιά στο σπίτι είπα ότι είχα φάει, δεν ήθελα να ξέρουν ότι όλα τα μεροκάματα της περασμένης εβδομάδας τα έχω βάλει στην άκρη. Η Μπενταρί… η Mαλάλα… η Σίντρα… Οι αδελφές μου…
Τις προάλλες το αφεντικό μού είπε να πάω νωρίτερα. Έπρεπε να ξεφορτώσω ένα μεγάλο φορτηγό με πορτοκάλια και να φορτώσω τα καφάσια σε άλλα μικρότερα φορτηγά. Μη με ρωτήσεις πόσα ήταν τα καφάσια. Δεν ξέρω… Δεν ξέρω να μετράω. Κι ούτε θα μάθω ποτέ. Κάποια στιγμή τα πόδια μου λύγισαν. Είπα να ξαποστάσω, πήρα ένα πορτοκάλι και το ‘κοψα στα δυο. Το πορτοκάλι έσταζε αίμα. Το αφεντικό κανόνιζε την τιμή που θα πουλούσε και κάπου στο βάθος ακούστηκε το τρένο που περνούσε από το σταθμό στου Ρουφ. Αίμα… τιμή… Μέχρι τότε, ήξερα τη φράση μέχρι εκεί. Και φοβόμουν, φοβόμουν πολύ. Το αφεντικό φώναζε να τελειώνω, τα πορτοκάλια λιγόστευαν, το ίδιο και οι μέρες μου.
Στο Περιστέρι της καινούριας πατρίδας μου είναι το σπίτι μου. Έχουμε και στο Πακιστάν περιστέρια και περιστερώνες. Κάποτε ένα φίδι προσπάθησε να πιάσει ένα περιστέρι και να το σκοτώσει. Αντί για γλώσσα, το φίδι είχε μια μεταλλική λεπίδα που άστραφτε κάτω από τον ήλιο. Αλλά τότε ήταν νύχτα –μόνο νύχτα τότε- κι έτσι ξεγελάστηκε προς στιγμή. Άκουσε όμως το σούρσιμο. Ήταν ένα μακρύ και ύπουλο σούρσιμο. Την ώρα που το φίδι προσπάθησε να του βγει μπροστά και να το αιφνιδιάσει, το περιστέρι πέταξε μακριά. Τα περιστέρια δεν έχουν πατρίδες. Τα περιστέρια πετούν πάνω από τα σύνορα, ερωτεύονται πάνω από τα σύνορα, χορεύουν πάνω από τα σύνορα. Κι ύστερα χάνονται στα βάθη του ουρανού.
Η μάνα μου νόμιζε πως κρυώνω. Ήρθε και με σκέπασε. Στην καινούρια πατρίδα δεν είχα ποιον να με φροντίσει. Τώρα έχω εκείνη. Μου ψιθύρισε στο αυτί πως πάνω στη σέλα του ποδηλάτου μου κάθεται πια ένα περιστέρι. Ύστερα με σκέπασε –για τελευταία φορά- και πάνω από το σεντόνι μού άφησε το κοράνι.
«Και είπε: “Αγάπησα –πράγματι- την αγάπη του αγαθού, με σκοπό την ανάμνηση (να δοξάζω τον Κύριό μου)” – μέχρις ότου (ο ήλιος) κρύφτηκε με το πέπλο (της νύχτας)». | Κοράνι, Μέρος 23ο, παρ. 32

Ροη αρθρων