Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Η Ευρώπη και η δύναμη των αδυνάτων...

Της Πέπης Ρηγοπούλου, απο την Εφημεριδα των Συντακτων..
Και, καθώς συνεχίζεται ο θόρυβος περί ευρωεκλογών, σκέφτομαι: Για ποια Ευρώπη μιλάμε; Αυτήν που περιορίζεται στην Ευρωπαϊκή Ενωση του ενιαίου ή μη νομίσματος ή την άλλη: Αυτή που, ένας από τους μεγάλους οραματιστές της Ενωμένης Ευρώπης, ο στρατηγός Ντε Γκολ, έλεγε ότι εκτείνεται από τον Ατλαντικό ώς τα Ουράλια, περιλαμβάνοντας τη Ρωσία και άλλες χώρες, που συμπληρώνουν γεωγραφικά και πολιτισμικά την ήπειρό μας, αν και έχουν θεωρηθεί από τον Χάντινγκτον και άλλους ο αντίποδάς της;

Ο εμφύλιος σπαραγμός στην Ουκρανία σήμερα είναι μαζί το σύμβολο και η άγρια πραγματικότητα την διαίρεσης για την οποία μιλώ: Από τη μια η Δυτική Ευρώπη με τον εκσυγχρονισμό της, που όμως συχνά λειτουργεί εκτός τόπου και χρόνου υπέρ των ισχυρών και σε βάρος των ανθρώπων και των κοινωνιών. Από την άλλη η Ανατολική, με τα υπαρκτά προβλήματά της, κατάλοιπα υποτίθεται του «ασιατικού τρόπου παραγωγής», που ονομάστηκε έτσι για να καλύψει την «ανωμαλία» της. «Ανωμαλία» διττή, αφού αυτή η δεύτερη Ευρώπη τυχαίνει να έχει μια διαφορετική πολιτική ιστορία, διαφορετικό –στον βαθμό που θρησκεύεται– δόγμα και, τέλος, το κυριότερο, διαφορετική διεθνή πολιτική.
Εχει περάσει καιρός από τότε που πίστευα ότι τα όνειρα του Γκέτε και άλλων για μια ενωμένη Ευρώπη του πολιτισμού, θα μπορούσαν να βγουν αληθινά ή πως, ακόμα και αν αυτό γινόταν, θα αρκούσαν για να μεταφραστούν σε πολιτική πραγματικότητα. Ξέρω πως η τέχνη, ο πολιτισμός δεν αρκούν για να εξανθρωπίσουν τους ανθρώπους. Αλλά δεν έχω πάψει να πιστεύω ότι η τέχνη και ο πολιτισμός χαράζουν έναν ορίζοντα, ένα όραμα προς το οποίο επώδυνα, με λάθη, παρακάμψεις, οπισθοδρομήσεις, οι ανθρώπινες κοινωνίες αγωνίζονται να βαδίσουν.

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Μη μάθεις τέχνη κι ασ' τηνε κι αν πεινάσεις...ξέρεις τί θα 'χει φταίξει...

Τρυπιο ευρω...
Στη ζωή είναι δύσκολο, έως σχεδόν αδύνατο, να πετύχεις τα πάντα με μια μπαταριά. Γι' αυτό και θέτεις προτεραιότητες κι από αυτές κρίνεσαι. Η κυβέρνηση, για παράδειγμα, διάλεξε να μειώσει το δημόσιο χρέος και να πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα μέσω και της σχεδόν κατάργησης των καλλιτεχνικών μαθημάτων από την ελληνική δημόσια εκπαίδευση. Την ίδια ώρα, βεβαίως, λεφτά υπάρχουν για να δοθούν αυξήσεις μόνο στις συντάξεις των βουλευτών και των δημάρχων, το έργο των οποίων προφανώς θεωρείται επιτυχημένο μολονότι μας οδήγησαν στο γκρεμό. Είπαμε, όμως, ο καθένας και οι προτεραιότητές του και το σύστημα φροντίζει να μας τις αποκαλύπτει καθημερινώς...

Οταν κάποτε γίνει η δίκη τού μνημονίου (δεν υπάρχει περίπτωση να μη γίνει) στο εδώλιο των κατηγορουμένων πρέπει να καθίσουν κι εκείνοι που αποφάσισαν πως για να διασωθεί η χώρα όχι μόνο δεν ήταν απαραίτητη η βελτίωση του δημόσιου εκπαιδευτικού της συστήματος, αλλά, αντιθέτως, ήταν αναγκαία η πλήρης καταστροφή του προς όφελος των ιδιωτών και, κυρίως, της ελίτ, η οποία δεν θέλει επ'ουδενί συνειδητοποιημένους πολίτες παρά μόνο εύκολα χειραγωγήσιμα ανθρωπάκια. Κι όμως, η βάση για τη σωτηρία μας είναι η παιδεία και η τέχνη που αφυπνίζουν τη σκέψη και δεν τη "διασωληνώνουν" με την τυφλή υποταγή, τη συνήθεια και, κατά συνέπεια, με τον πνευματικό λήθαργο. Τί σημασία έχει να μηδενιστεί το δημόσιο χρέος και οι κρατικοί προύπολογισμοί να είναι πλεονασματικοί, αν δεν κόψουμε τις αιτίες των δεινών μας από τη "ρίζα" τους; Κι αυτές δεν είναι τα δημοσιονομικά νούμερα, αλλά η αποχαυνωμένη κοινωνία, που για παιδεία λογίζει τη ζύγιση στοίχιση πίσω από απαρχαιωμένα, παπαγαλίστικα και ισοπεδωτικά μοντέλα και για τέχνη τις περιπέτειες της Φατμαγκιούλ και της Σιλά...  

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Επανάσταση στο μπαλέτο -και παντού αλλού...

James Carroll, Απο την Προοδευτικη Πολιτικη...
Revolt at the ballet-and everywhere else
©Boston Globe
Ο κόσμος που ζούμε γεννήθηκε ακριβώς εδώ κι εκατό χρόνια -και μια ματιά στη γέννησή του μπορεί να μας οδηγήσει σε ένα καλύτερο μέλλον.
Το ξεκίνημά του έγινε σε μια πρεμιέρα σε ένα παρισινό θέατρο, στις 29 Μαΐου 1913, όταν ο Ιγκόρ Στραβίνσκι (Igor Stravinsky) παρουσίασε το μπαλέτο του «ιεροτελεστία της ανοίξεως». Η μουσική ήταν παράτονη, η χορογραφία παράδοξη και η αφήγηση ασυνεχής. Το ακροατήριο σχεδόν εξεγέρθηκε και η συζήτηση μεταξύ των κριτικών πήρε φωτιά. Το γεγονός μάλιστα πως οι αυτουργοί αυτής της καταισχύνης ήταν Ρώσοι, πολιτικοποίησε γρήγορα την καλλιτεχνική διαφωνία: «είμαστε όλοι μας επαναστάτες», δήλωσε ο συνεργάτης του Στραβίνσκι Σεργκέι Ντιαγκίλεφ (Sergei Diaghilev). Και πράγματι, πόσες επαναστάσεις ακολούθησαν!
Δεν ήταν μόνο η μουσική του Στραβίνσκι που ήταν αναρχική, μα και η θεματολογία της: η νεότητα οδηγείται στην καταστροφή υπό τις επιδοκιμασίες των γέρων. Η αφήγησή της περνούσε από την «ιεροτελεστία των αντιμαχομένων φυλών» και κατέληγε στη «μεγάλη θυσία», όταν η εκλεκτή παρθένος συγκινεί τους πρεσβύτερους οδηγώντας τα βήματα του χορού της ως το θάνατό της. Η πρώτη ονομασία που είχε επιλέξει ο Στραβίνσκι για το έργο του («το θύμα») σύντομα θα γινόταν η τραγική εμπειρία μιας ολάκερης γενιάς.
Μόνο εκ των υστέρων κατόρθωσε η «ιεροτελεστία της ανοίξεως» να κατοχυρωθεί ως κλασικό έργο, όταν πια λειτούργησε ως ένα είδος προπομπού για την ηθική διάλυση που ακολούθησε τον Α' παγκόσμιο πόλεμο. Το 1989, αυτή η σχέση αποτυπώθηκε στον τίτλο του βιβλίου του ιστορικού Μόντρις Εκστάινς (Modris Eksteins): «ιεροτελεστίες της ανοίξεως: ο Μεγάλος Πόλεμος και η γέννηση της μοντέρνας εποχής». Σαν το ναυάγιο του Τιτανικού που εκ των υστέρων νοηματοδοτήθηκε ως μια παραβολή για την αυτοκτονία της Ευρώπης στο «δυτικό μέτωπο», το ίδιο συνέβη με την προφητική επίθεση του Στραβίνσκι κατά των κατεστημένων συμβάσεων. Τελικά, οι γέροι της Ευρώπης είχαν θυσιάσει στην πραγματικότητα τη νεότητα της ηπείρου τους, που, σαν την παρθένα της «ιεροτελεστίας», είχε βαδίσει οικειοθελώς στο θάνατό της.


Από την ασφάλεια που μας παρέχει η απόσταση των εκατό χρόνων, οι σημερινές αναφορές στην τραγική εκείνη εποχή έχουν συχνά νοσταλγικές αποχρώσεις. Το βλέπουμε αυτό σε επιτυχίες σαν τον «πύργο του Ντάουτον» -ή στην πιο πρόσφατη κινηματογραφική εκδοχή του «ο υπέροχος Γκάτσμπι». Αλλά τόσο «η ιεροτελεστία της ανοίξεως», όσο και ο Α' παγκόσμιος πόλεμος μπορούν να θεωρηθούν ως σημαντικοί σταθμοί ενός μετασχηματισμού της κυρίαρχης ηθικής που συνεχίζεται ως σήμερα.
Ο Γκάτσμπι, όπως εξακολουθούν να μας το θυμίζουν οι «Μπρουκς μπράδερς», εκπροσωπεί έναν διαχρονικό αμερικανικό τύπο, ακόμα κι αν ζει το 1922. Ο μηδενισμός του Γκάτσμπι γεννήθηκε στα χαρακώματα. Οι επιβιώσαντες από το «δυτικό μέτωπο» έγιναν «η χαμένη γενιά», που η απώλειά της διαιωνίστηκε: «μας είπαν πως ο πόλεμος τελείωσε», έγραψε ένας βετεράνος του πολέμου, «μα αυτό είναι γελοίο. Ο πόλεμος είμαστε εμείς οι ίδιοι». Πράγματι, από το Βερντάν στη Βαρσοβία, από τη Χιροσίμα στο Μπαχ Μάι κι από το Σεράγεβο και την Τσετσενία ως τη Βαγδάτη και τη Δαμασκό, εμείς οι ίδιοι, τα ανθρώπινα όντα, γίναμε ο πόλεμος... Μα πώς συνέβη αυτό.

Η δουλειά του Στραβίνσκι προκάλεσε έναν αναβρασμό που προφανώς συνάρπαζε όσους πιάστηκαν στα δίχτυα του. Ο «μεγάλος πόλεμος» δημιούργησε την ίδια αίσθηση, τουλάχιστο αρχικά. Με την κήρυξή του, μια κραυγή δονούσε τους δρόμους της Ευρώπης: «επιτέλους, ξεκίνησε!» Για τους Γερμανούς, ο πόλεμος υποσχόταν την οριστική τους απαλλαγή από την ιστορική παρακμή· η Γαλλία διέβλεπε «la grande manifestation» του εθνικού της μεγαλείου· η Βρετανία ήλπιζε, σύμφωνα με τη διάσημη φράση του Χ. Τζ. Ουελς (H.G. Wells), στον «πόλεμο που θα τελείωνε όλους τους πολέμους». Όσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με το σύνθημα του Ουίλσον (Wilson) αυτός ο πόλεμος θα καθιστούσε τη δημοκρατία ασφαλή σε όλο τον κόσμο.
Οι πάντες είχαν υιοθετήσει μια χιλιαστική προσέγγιση και θεωρούσαν την καταστροφή, ανεξάρτητα από το πόσο ολοκληρωτική θα ήταν, ως τον καλοδεχούμενο προπομπό μιας εκκοσμικευμένης σωτηρίας. Ο υποσυνείδητος μυστικισμός που προέλεγε ο Στραβίνσκι είχε ήδη ριζώσει για τα καλά στο ανθρώπινο φαντασιακό. Και στα 100 χρόνια που πέρασαν έκτοτε, στα στρατόπεδα θανάτου, στις βομβαρδισμένες πόλεις, στα καμένα χωριά, στα ανατιναγμένα μπιστρό, στα παγιδευμένα πεζοδρόμια, στα αεροπλάνα που έγιναν πύραυλοι και στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, θριαμβολογεί η ίδια πάντα αποκαλυπτική ιδέα της καταστροφής ως μέσου για τη σωτηρία, της ιδέας που συνεχίζει να μας απειλεί, ως σήμερα.
«Ο κόσμος έσπασε στα δυο το 1922 ή κάπου εκεί γύρω» όπως το έθετε η Γουίλα Κάθερ (Willa Cather). Ο φασισμός, ο ναζισμός, ο σταλινισμός, όλα γεννήθηκαν από αυτό το ρήγμα. Τελικά νικήθηκαν, αλλά με πελώριο κόστος. Αλλά το ρήγμα του κόσμου συνεχίζει να χάσκει και οι άνθρωποι εξακολουθούν να προσπαθούν να το γεμίσουν με τα πτώματα των εχθρών. Στην «ιεροτελεστία της ανοίξεως» του Στραβίνσκι, δεν μπορούσε να υπάρξει αναγέννηση χωρίς βία· μόνο ο θάνατος δημιουργούσε ζωή. Αυτό που ήταν εξοργιστικό στον Στραβίνσκι ήταν αυτή η προτεραιότητα που έδινε στο θάνατο, έστω και αν το έκανε ως προειδοποίηση. Τελικά πάντως στα πολεμικά πεδία του αιώνα που ακολούθησε απεδείχθη πως οι «αντιμαχόμενες φυλές» ενστερνίζονταν αυτήν την άποψη με πολύ πιο ριζικό τρόπο.
Μετά από τα διδάγματα των τελευταίων εκατό χρόνων, το μέλλον μπορεί να είναι διαφορετικό. Και σήμερα ο πόλεμος λυσσομανάει, πράγματι. Αλλά και η οργή που προκαλεί. Ξαφνικά, το είδος μας έγινε ικανό για παγκόσμια επικοινωνία και για διεθνή οικονομική συνεργασία. Στο διαδίκτυο δεν υπάρχουν σύνορα. Από τη στιγμή που ο ίδιος ο πλανήτης μας μετατράπηκε σε παγκόσμιο χωριό, κανείς δεν μπορεί να προσπαθήσει να σώσει το χωριό του καταστρέφοντάς το. Οι χιλιαστικές αυταπάτες, χωρίς τις οποίες ο ολοκληρωτικός πόλεμος δεν είναι δυνατός, δεν είναι πια βιώσιμες. Ο σπασμένος κόσμος μπορεί να ενοποιηθεί ξανά, και οι χαμένες γενιές επιτέλους να βρεθούν.
Ο James Carroll είναι διακεκριμένος συγγραφέας, δημοσιογράφος και ιστορικός

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη...

Της Ευγενίας Λουπάκη, απο την Αυγη..

Οιχαλία, πρώην Νεοχώρι Τρικάλων. Άγνωστη λέξη στη γεωγραφία μου μέχρι χθες. Μέχρι χθες, που ήρθε η Κλειώ να με κάνει άνω-κάτω.
Η Κλειώ είναι ένα κορίτσι που ζει στην Οιχαλία με τη γιαγιά της. Είναι μαθήτρια του Γυμνασίου κι έχει καλούς φίλους, αλλά δεν έχει γονείς. Για την ακρίβεια έχει, αλλά δεν είναι παρόντες στη ζωή της. Είναι μετανάστες στη Γερμανία, όπως και οι γονείς άλλων 60 παιδιών που μεγαλώνουν με γιαγιάδες και παππούδες σ’ αυτή την κωμόπολη που μετρά 550 οικογένειες μεταναστών και της οποίας ο πληθυσμός μεταξύ δύο απογραφών μειώθηκε κατά 1.000 κατοίκους.
Η Κλειώ ξυπνάει μέσα στη νύχτα και φωνάζει τη μαμά της -αλλά είναι μόνη. Την ειδοποιούν ότι θά 'ρθουν για τα γενέθλιά της, αλλά δεν τα καταφέρνουν και θυμώνει. Στο σχολείο την αντιμετωπίζουν σαν ορφανό και πληγώνεται. Η γιαγιά, με τη στωικότητα της γέρικης ελιάς στο δέρμα, προσεύχεται... (η συνέχεια επί της οθόνης).
Διότι η “Κλειώ” είναι μια ταινία μικρού μήκους, σκηνοθετημένη και ερμηνευμένη από μαθήτριες και μαθητές του Γυμνασίου Οιχαλίας, με την πολύτιμη βοήθεια των καθηγητών τους. Μια ταινία που πήρε το πρώτο βραβείο, πριν από λίγες μέρες, στο 5ο Νεανικό Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Λάρισας (artfools), το οποίο επίσης δεν ήξερα μέχρι χθες ότι υφίσταται.
Η “Κλειώ”, και τα παιδιά πίσω απ’ αυτήν, μιλάει με συγκλονιστική απλότητα για μεγάλες πληγές και μεγάλες αξίες, για τη δεκαετία του '60 που ξαναζεί στο 2013, τον πόνο της αναγκαστικής υπερορίας και του χωρισμού των γονιών απ’ τα παιδιά τους, τη μοναξιά των γερόντων στην ερημωμένη ύπαιθρο, την αξία της φιλίας και το κόστος ή το κέρδος της επιλογής. Η νεαρή ηρωίδα επιλέγει να μείνει στην πατρίδα της με τη γιαγιά και τους φίλους της και να μη μεταναστεύσει κι αυτή στη Γερμανία...
Η ελπίδα δεν πεθαίνει τελευταία, η ελπίδα επιζεί διότι αντιστέκονται παιδιά σαν την “Κλειώ”. Αντιστέκονται καθηγητές σαν τον Θωμά Φωτόπουλο, που καθοδήγησε την ομάδα των μαθητών-ηθοποιών, σκηνοθετών, σεναριογράφων, εικονοληπτών, ηχοληπτών.
Η ελπίδα επιζεί σε πείσμα των χρυσοποίκιλτων πέτρινων χρόνων, της ισχυρής Ελλάδας Σημίτη, που έσπειρε και στην Οιχαλία γραφεία χρηματιστηριακού τζόγου, όπου εξανεμίστηκαν οι οικονομίες των μεταναστών. Επιζεί σε πείσμα της αμείλικτης περσόνας Διαμαντοπούλου που συκοφάντησε και κατέστρεψε το σχολείο και τους λειτουργούς του. Επιζεί μέσα στον Αρμαγεδώνα των Μνημονίων και των μελανοχιτώνων. Επιζεί μέσα απ’ τη γνώση και την καλλιτεχνική δημιουργία, μέσα απ’ το μεράκι και την τρέλα μονάδων που γίνονται ομάδες. Όπως ακριβώς γινόταν πάντα σ’ αυτόν τον καταραμένο, ευλογημένο τόπο.
Κλειώ, σ’ ευχαριστώ.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Η γερμανικη αστικη νομιμοτητα... και οι βιλλες "Αμαλια και λοιπες"...

Της ΟΛΓΑΣ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ απο την ΙΣΚΡΑ...
'Εχουμε βάσιμους λόγους να πιστεύουμε ότι εάν η Γερμανική Κυβέρνηση και το αντίστοιχο Υπουργείο Δημόσιας τάξης, ακολουθούσε τη γραμμή του κ. Δένδια, μάλλον θα είχαμε στερηθεί τον πιο ρηξικέλευθο σκηνοθέτη της θρυλικής γερμανικής Σαουμπίνε, του μεγαλύτερου και πιο καταξιωμένου θεατρικού οργανισμού αυτής της χώρας.
Και μιλάω για τον Τόμας Οστερμάιερ που έγινε διευθυντής της το 1999, στα 31 του χρόνια και εμείς τον γνωρίσαμε το 2006 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, με την ανατρεπτική του «Νόρα» του Ιψεν. Εκτοτε είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τη σκηνοθετική του προσέγγιση σε πολλά κλασσικά κείμενα. Σκηνοθεσίες που έφεραν στη σκηνή την κοινωνική πραγματικότητα, μεταφέροντας μια λεκτική και φυσική βία, συχνά ακραία, περίπου ξεκοιλιάζοντας το έργο και παραθέτοντας σε κοινή θέα τα σωθικά των πασχόντων αλλά και του συγγραφέα.
Περίεργο;
Καθόλου. Ο νεαρός σκηνοθέτης προερχόταν από το χώρο που εμείς ονομάζουμε «αναρχοαυτόνομο» η «αντιεξουσιαστικό» και φυσικά είχε θητεύσει σε καταλήψεις κτηρίων της δεκαετίας του 1990.
Βαυαρός, αριστεριστής, από φτωχή οικογένεια, τεμπέλης «που δουλεύει πολύ για να θεραπευτεί από την οκνηρία» ήταν το «τρομερό παιδί του γερμανικού θεάτρου», ήταν δέκα χρόνια διευθυντής στη Σαουμπίνε. Κάνει θέατρο γιατί θέλει να μιλήσει, να δει, να δείξει τα ζόρια της πραγματικής ζωής.
Ετσι περιγράφεται στις συνεντεύξεις που δίνει κατά καιρούς και σημειώνει με το θράσος ενός ελεύθερου ανθρώπου:
«Αυτό που θυμάμαι από τα πρώτα μου χρόνια στο Βερολίνο είναι γκρίζος ου­ρανός και βροχή, εννέα μήνες το χρόνο. Μια πόλη γεμάτη νέους κυρίως από τη Δυτική Γερμανία, που έρχονταν εδώ για να αποφύγουν τη δουλειά και τις προ­βληματικές τους οικογένειες. Και πράγ­ματι, για πολύ καιρό δεν κάναμε σχεδόν τίποτα. Ζούσαμε κοινοβιακά στις κατα­λήψεις, κοιμόμασταν μέχρι το μεσημέρι, το βράδυ βγαίναμε. Συχνά βέβαια συμ­μετείχαμε σε διάφορες αριστερές δρά­σεις, σε αντιφασιστικές διαδηλώσεις και πορείες…»
Ελπίζουμε βέβαια με αυτά που ανακινούμε τις περίεργες αυτές μέρες που διανύουμε, να μην βάζουμε τίποτε ιδέες στον κ. Δένδια να του απαγορεύσει την είσοδο στην… Επίδαυρο.
Ακούγεται ειρωνικό και απρόβλεπτο αλλά ακόμα και σήμερα θεωρείται αναπόσπαστο μέρος του ταξιδιού στο Βερολίνο, η επίσκεψη τουλάχιστον ενός κατειλημμένου κτηρίου.
Βλέπετε, όταν η αστική τάξη αισθάνεται σίγουρη για τον εαυτόν της και την εξουσία της, επιτρέπει κάποιες νομικές παρεκβάσεις , επιτρέπει την ύπαρξη κάποιων χώρων όπου η αστική νομιμότητα υποχωρεί υπέρ της αντικουλτούρας των νέων.
Αυτό το κεκτημένο έρχεται από το Μάη του ’68 και τα κινήματα πόλης, με το στόχο της επαναοικειοποίησης του δημόσιου χώρου.
Τα κινήματα του ΄60 και ΄70 κυρίως στην Ευρώπη, δώρισαν αυτήν την καινούργια πολιτική πρακτική και στον αναρχικό χώρο που την εξέλιξε θεωρητικά, αλλά και στο νεολαιίστικο κίνημα ακόμα και το εργατικό, σε περιόδους έντονης πολιτικοποίησης και κινηματικής δράσης.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 στην Ιταλία, λόγω των συνθηκών της ιστορικής στιγμής, μόνον στην Ρώμη υπήρχαν 3000 καταλήψεις κτηρίων.
Φυσικά όταν το πολιτικό σύστημα αισθάνθηκε καυτή την ανάσα ενός αυξανόμενου λαϊκού κινήματος, ακολούθησε η πιο βίαιη καταστολή, με αποτέλεσμα και την σταδιακή εξαφάνιση του φαινομένου.
Από της δεκαετίες του 60’- ’70 και τις διεργασίες που συντελέστηκαν, πράγματι το κίνημα των καταλήψεων υπήρξε σημαντικό τμήμα της αντικουλτούρας που διαμορφώθηκε, αρχικά στη διαμόρφωση του σύγχρονου αναρχισμού, αλλά στη συνέχεια επηρέασε γενικότερα τα ακτιβιστικά κινήματα των νέων, που διαμορφώνονταν όχι σε άμεση σχέση αλλά σε συνάφεια ή παράλληλα με τα κλασσικά συνδικαλιστικά και εργατικά κινήματα των τελευταίων 20 χρόνων.
Δόθηκε έτσι έμφαση στην αυθόρμητη ακτιβιστική δράση με στόχο την υπεράσπιση αυτόνομων ζωνών (όπως οι καταλήψεις εγκαταλειμμένων κτηρίων σε αστικά κέντρα), οι οποίες λειτουργούν ως ελεύθεροι χώροι στέγασης, νησίδες οικοδόμησης μη εμπορευματικών σχέσεων και δραστηριοτήτων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, καλλιτεχνικών κλπ) και κέντρα μίας εναλλακτικής, αντιιεραρχικής κοινωνικοποίησης για τους συμμετέχοντες.
Ακόμα και σήμερα το φαινόμενο συνεχίζεται. Στην Ιταλία δεκάδες εγκαταλειμμένα θέατρα έχουν καταληφθεί από καλλιτέχνες και μερικά έχουν κατορθώσει να αποσπάσουν ακόμα και δικαστικές αποφάσεις υπέρ τους.
Στο Λονδίνο διασώζονται με τον ίδιο τρόπο Βιβλιοθήκες που προωθούνταν προς πώληση σε ιδιώτες.
Στην Ελλάδα είχαμε παρόμοια φαινόμενα όπως την υπερεικοσαετή κατάληψη της περίφημης «Βίλλας Αμαλία», του κτηρίου επί της οδού Λέλας Καραγιάννη, της Αγοράς της Κυψέλης, μερικά πτωχευμένα Δημοτικά Κυλικεία, αλλά και το θέατρο ΕΜΠΡΟΣ κ.α.
Το κίνημα των πλατειών και η ανάγκη υπεράσπισης στοιχειωδώς της έννοιας του δημόσιου χώρου, βοήθησε στην αναζωογόνηση τέτοιων πρωτοβουλιών .
Και ενώ το λαϊκό κίνημα τον τελευταίο καιρό δεν μπορεί να πει κανείς πως βρισκόταν «στα επάνω του». Και ενώ οι βουλευτές της συγκυβέρνησης είχαν ξεθαρρέψει και τέθηκαν σε επανακυκλοφορία στα γνωστά στέκια του Κολωνακίου και του Ν. Ψυχικού, ενώ μέχρι πρότινος είχαν «δοθεί για απόσυρση», φοβούμενοι τους προπηλακισμούς και κανένα ιπτάμενο κεσεδάκι γιαούρτης, ξαφνικά η Συγκυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στην «ανομία» γενικώς και την ριζοσπαστική κινηματικότητα, προσπαθώντας να κλείσει έστω και την τελευταία ρωγμή αμφισβήτησης της αποθέωσης της εμπορευματοποίησης κάθε κοινωνικού αγαθού και του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας , με ταυτόχρονη επίθεση στην αριστερά και το ΣΥΡΙΖΑ.
Αλλοδαποί μικροπωλητές, καταλήψεις, γκαζάκια, καλάζνικωφ. Ξαφνικά η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι. Απαιτείται από το σύστημα , τουλάχιστον προς ώρας, αυτολογοκρισία ακόμα και στις εκφράσεις των βουλευτών, απαιτούν δηλώσεις νομιμοφροσύνης και μάλιστα με το κείμενο γραμμένο από τους ίδιους.
Όταν τα πράγματα αγριεύουν, σημαίνει ότι το αστικό πολιτικό σύστημα είναι ανασφαλές και καθόλου σίγουρο για την κυριαρχία του. Και τότε είναι διπλά επικίνδυνο.
Και τότε το κίνημα και η Αριστερά πρέπει να επαγρυπνούν διπλά.
Γιατί εκτός από μπαρούτι, μυρίζει και …παγίδα.

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

TERRA INCOGNITA: Στις μακρές καλοκαιρινές σιωπές...

ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ...
Του Μάκη Γεωργιάδη

Λες κι έχουν αλλάξει οι καιροί. Ο ανέφελος ουρανός και το εκτυφλωτικό φως σμίγουν με συννεφιασμένα μάτια και σκοτεινά βλέμματα. Ίσως όμως και να μην είναι έτσι. Το καλοκαίρι μια πυριτιδαποθήκη αισθημάτων εις το διηνεκές, μια φιλόξενη στοργική αγκαλιά πανδοχείο ονείρων και καταφύγιο παιχνιδισμάτων ως και ώριμων σκέψεων.
Σε ερημικές λεωφόρους και σε γαίες χαρακωμένες από την ανυδρία και το λιοπύρι το θέρος ως αυθύπαρκτη οντότητα αναμοχλεύει στη σκέψη του σα γέρος αειθαλής μα αποκαμωμένος από τον κάματο της ημέρας, θύμησες και γεγονότα που το ίδιο φιλοξένησε. Για χρόνια. Στα συρτάρια και τις κρύτες κάθε μνήμης. Της μνήμης που τρέφεται ακόμη από τα παιδικά νανουρίσματα της γιαγιάς και τα παραμύθια με τα ξωτικά και τις νεράιδες και της μνήμης που σκιρτάει με τις διηγήσεις του παππού για ζωντανές μάχες, ήρωες και ανδραγαθήματα.

 Μέρος της ιστορίας είναι οι άνθρωποι κι αυτοί κινούν τις μυλόπετρες της. Μέρος της ιστορίας των ανθρώπων είναι κι αυτό που συντηρείται στις μνήμες τους. Άλλοτε με πιο έντονα και άλλοτε με πιο αχνά αλλά εξίσου ανεξίτηλα σημάδια.
Χάθηκαν οι εποχές της ανεμελιάς, της αθωότητας. Αλλά μάλλον δε θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς. Η πραγματική ζωή δεν είναι ποτέ όμοια με τα παραμύθια και τις αφηγήσεις. Δε χωράει σε καλούπια. Πολύ περισσότερο σήμερα. Τώρα που θεωρούμε πως οι εποχές άλλαξαν και μαζί άλλαξαν και τα καλοκαίρια μας.

 Καμιά εποχή δεν είναι ίδια με την άλλη. Το ίδιο και τα καλοκαίρια. Μπορούν να έχουν κάποιες γενικές ομοιότητες και να διατρέχονται από γενικές αρχές και κανόνες. Αλλά στα αλήθεια αυτό που ίσως τρομάζει σήμερα να είναι οι μεγάλες προσδοκίες που αναφύονται και συνακόλουθα οι μεγάλες απαιτήσεις κάτω από τις οποίες τα γόνατα μπορεί να λυγίζουν. Το ζήτημα λοιπόν είναι να έχεις τις δυνάμεις και τη σιγουριά ότι έχεις την πραγματική δυνατότητα και όχι ψευδαισθήσεις. Μπορείς να δέσεις πολλά καλοκαίρια με την κόκκινη κλωστή της ιστορίας που υπενθυμίζουν επιτακτικά την αναγκαιότητα των υπερβάσεων.

Γιατί η πλασματική μας ανεμελιά και η πολυπόθητη αθωότητα έχει χαθεί προ πολλού. Ήρθε πολλές φορές βάναυση η ενηλικίωση μας. Σχεδόν χωρίς να ακουμπήσει κανείς την παιδικότητα. Ήρθε με τη σκληρότητα της δολοφονίας του Λόρκα το 1936. Με την τραγικότητα της καταστροφής της Σμύρνης και τις Ναπάλμ στο Γράμμο. Στις 29 Αυγούστου του 1949 με την πίκρα της υποχώρησης και τον αποχαιρετισμό στα όπλα που άφησε πίσω γεμάτα ξερονήσια και φυλακές και πλημμύρισε με κύματα πολιτικών προσφύγων την Ανατολική Ευρώπη. Ήρθε το βιαστικό πέρασμα στην ωριμότητα με τη γλυκόπικρη αίσθηση της μάχης στον ποταμό Έβρο παρέα με τις Διεθνείς Ταξιαρχίες το 1938 και όμοιο με τη φρίκη της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι το 1945…

 Δεμένοι στον τροχό της ιστορίας συνειδητά ή ασυνείδητα αναζητούμε μια μικρή ευχάριστη ανάπαυλα στην αγκαλιά του θέρους. Εκεί στα πεδία μιας μνήμης πέραν της συλλογικής που επανέρχεται διαρκώς με ξύλινα σπαθιά, νεράιδες αι ξωτικά, πετροπόλεμο ή μπάλα στις πλατείες , στις αυλές των σχολείων ή των εκκλησιών. Στα μέρη που ο χρόνος δε μετριέται. Δεν έχει νόημα η μέτρηση και εκεί όπου αλλάζεις διάσταση. Παρατηρώντας το απέραντο του νυχτερινού ουρανού με τα εκατομμύρια των άστρων σαν αναμμένα λυχναράκια να τρεμοσβήνουν να τροφοδοτούν τη σκέψη με τα πρώτα ερωτόλογα. Κάτω από τους ίσκιους των δέντρων μέσα στην απόλυτη ραθυμία του μεσημεριού χωμένοι στις σελίδες των χάρτινων ηρώων, του Ιούλιου Βέρν και του Δον Κιχώτη. Πάνω στα βράχια ή στην ακροθαλασσιά παρατηρώντας τους γλάρους να κάνουν τις βουτιές και να ξανανεβαίνουν με τη λεία τους στο στόμα ή φτιάχνοντας χάρτινες βαρκούλες , αμέτρητες χάρτινες βαρκούλες και κοιτάζοντας με επιμονή μέχρι να βυθιστούν…

 Με δύο όψεις η ζωή, να συμπλέκονται, να αλληλοαναιρούνται μα και να αλληλοτροφοδοτούνται και να συνυπάρχουν στην καθημερινότητα. Κι ας το θέλει πεισματικά η αγριότητα να επικρατήσει. Ένα μέρος της αντίστασης περνάει και από τις παιδικές μας αναμνήσεις, αυτές που κάνουνε τον κόσμο καλύτερο. Καλύτερο κι ανθρώπινο και όχι φανταστικό. Εάν έχει ενδιαφέρον το στοίχημα της εποχής μας είναι το στοίχημα αν μπορούμε επιτέλους να αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο. Υπάρχει η αδήριτη αναγκαιότητα, υπάρχει και η δυνατότητα. Η δυνατότητα της απελευθέρωσης. Τότε που μπορεί η κάθε μέρα να μην είναι καλοκαιρινή, αλλά που θα μοιάζει και θα είναι Κυριακή. Τότε που οι παρατεταμένες καλοκαιρινές σιωπές θα πνιγούν επιτέλους από τα παιδικά, αλλά όχι μόνο αυτά, γέλια…


XXVIII- VIII – 2012

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Ξούθου και Μενάνδρου γωνία

Εποχη ...
…και μέσα σ’ αυτόν τον χυλό περνάμε πολύ «ωραία», πολύ «ευχάριστα», με τις ανέσεις και τη σιωπή μας. Πνευματική ζωή δεν υπάρχει. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε που να βοηθά τη σκέψη, την κίνηση των ιδεών, την πρόοδο των αξιών. Διαρκώς βλέπεις να προωθούνται στο προσκήνιο οι μετριότητες, οι ηλίθιοι, οι γελοίοι. Κι άνθρωποι με κάποια αξία μόλις και μετά βίας να καταφέρνουν να επιζούν. Γιατί ζούμε στην εποχή των βεντετών. Είχαμε και την παλιά εποχή βεντέτες αλλά μέσα σ’ ένα όριο θάλεγα θεμιτό. Σήμερα τα πράγματα έχουν παραγίνει. Έχουν θαφτεί όλοι για χάρη ενός-δύο ανθρώπων. Και σ’ αυτό έχει συμβάλει κι ο Tύπος. Πικρές επισημάνσεις του ποιητή Τάκη Σινόπουλου 32 χρόνια πριν στη Σούλα Αλεξανδροπουλου και την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Με τις «βεντέτες», όπως τις προσδιόριζε (ν’ απλώνουν τα πλοκάμια τους πέραν της τέχνης), νά ’χουν σήμερα υποκατασταθεί από τα χειρότερα σκουπίδια της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής μας ζωής. Δείτε τους σύγχρονους αστέρες από Κωστόπουλο έως Αναστασιάδη. (Ακόμη και τα σκυλάδικα της Εργατικής Εστίας, επί ημερών Γιαννόπουλου, φαντάζουν κοιτίδες πνεύματος). Οι Ραγκούσης, Χρυσοχοΐδης, Πετσάλνικος, Διαμαντοπούλου και τ’ άλλα λουλούδια ήρθαν ως φυσικό επακόλουθο.
Με τους μαθητές, όπως φρόντισε προχτές να μας θυμίσει ο Μάκης, γιατί ’ναι δάσκαλος και το πονάει, να μην έχουν ακόμα βιβλία! 90 μέρες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Ούτε πετρέλαιο θέρμανσης αφού δεν έγινε ο σχετικός διαγωνισμός όπως μας πληροφόρησε η κ. Χριστοφιλοπούλου που είναι απασχολημένη με τα της ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ. Όπως κι όλοι οι δημοσιογράφοι, με το φλέγον πολιτικό ζήτημα. Η κατά Ινγκράο πολιτική δράση που μετατρέπει την εκπροσώπηση (και τη δημοκρατία) σε ζήτημα αριθμητικής/τακτικής (και προσωπικών βλέψεων), παραμερίζοντας την ανάγκη του πολιτικού/ιδεολογικού διαλόγου. Επακόλουθο ο εκφυλισμός και η διαφθορά των κομμάτων –συμπεριλαμβανομένων των αριστερών– που γεννά μια ανακυκλούμενη αγανάκτηση/απόγνωση. Με αποτέλεσμα την πλήρη διάσταση κοινωνικών αιτημάτων και πολιτικοσυνδιακλιστικών συμφερόντων.
Άλλωστε, μια χώρα σε κρίση ηγέτες χρειάζεται. Τι να τα κάνει τα γράμματα, τους δασκάλους, τα βιβλία την τέχνη; Αυτά αφορούν τους πολίτες, όχι τους δουλοπάροικους. Γερά δόντια νά ’χουν τα παιδιά για να ανεβαίνει η τιμή τους στο χρηματιστήριο. Οι νέοι θα πουληθούν κι οι γέροι θα σταλούν σε κρεματόρια για καύσιμη ύλη. Να κάνουμε οικονομία και στο πετρέλαιο, που ευθύνεται και για την κλιματική αλλαγή. (Θα τα μελετήσει ο Γιωργάκης διεξοδικά στη Νότια Αφρική στο συνέδριο) Μετά θα πάει και στο Βοτανικό, να δει την Ορφέως. Πριν τη χαρίσει στον Babis.
Σε μια ομιλία του στην Πάντειο τον Γενάρη του 1975 για την κοινωνική και πολιτική σημασία της τέχνης ο Σινόπουλος (περισσότερα στον καινούριο Μανδραγόρα), έβλεπε την ποίηση να προσδιορίζεται απ’ το κοινωνικό πλαίσιο όπου ζει ο δημιουργός, και να διαμορφώνεται μέσα σ’ αυτές τις αναγκαίες συγκρούσεις: «Θα προσδιόριζα ακριβέστερα, (αντιδιαστέλλει την υπεροχή της ποιητικής γλώσσας ο Σ.), πως όντας μια γλώσσα “επαναστατική” αντιμάχεται προπαντός τη γλώσσα της πολιτικής, τη γλώσσα της γραφειοκρατίας, τη γλώσσα της εξουσίας και της καταπίεσης που συμπορεύεται με οποιαδήποτε εξουσία. Θά ’λεγα ακόμα πως ο ποιητής μυρίζεται, ξέρει τι σόι κοπρισμένο παράγωγο είναι η γλώσσα (και η γραφή) της εξουσίας, ποια τάξη την παράγει και γιατί την παράγει. […] Γι’ αυτό το πρόβλημα του ποιητή δεν είναι μονάχα να ξεφύγει από τις παγίδες της αλλοτρίωσης, αλλά ταυτόχρονα να περάσει από την περιοχή της κοινόχρηστης (άχρωμης, ουδέτερης) ποιητικής γλώσσας, στην “προσωπική” γλώσσα κι από κει και πέρα να περάσει στο μεγάλο χώρο της “κοινής” που είναι η ευρύτερη, η ανεκτίμητη κι ανεξάντλητη (αληθινό ορυχείο) γλώσσα του λαού, πράγμα που κατάφερε ο Κορνάρος π.χ. ή ο Σολωμός. Κι αυτό σημαίνει απόσβεση του εγώ, προχώρεμα από την ατομική συνείδηση στη συλλογική συνείδηση, ταύτιση του ποιητή με τη γλώσσα, με το λαό, με την ελευθερία. Αυτή την ένταξη του ποιητή στη συλλογική συνείδηση, δεν θα ήθελα να βιαστούμε να την ονομάσουμε –με όρους σύγχρονους– “πολιτικοποίηση”, “στράτευση” κ.λπ., ας την πούμε καλύτερα “πράξη”, δηλαδή κατάχτηση του εαυτού του και της ποίησης, επιβαλλόμενη σημαίνουσα παρουσία, επιβαλλόμενο “παρόν” του ποιητή στον κοινωνικό χώρο, στο προσκλητήριο της εποχής του. Είναι ίσως το “παρόν” που γίνεται κάποτε συνεχές “παρόν”, διάρκεια, ίσως αιωνιότητα».
Αυτό το «παρόν» αναζητούμε μάταια οι απόντες, με τη διαφορά πως στα 30 αυτά χρόνια αντί το κοινωνικό να θεριεύει, χάθηκε/σβήστηκε/λοιδορήθηκε/κατέστη ντεμοντέ αφήνοντας στη θέση του σ’ ένα φοβισμένο «εγώ». Κουρασμένοι να ματαιοπονούμε –άλλωστε ο δρόμος της κρίσης προμηνύεται μακρύς, τόπε η Μέρκελ κι ο Φίλης– αναζητάμε διαφυγή, από τη βέβαιη καταστροφή και την αναπότρεπτη καταδίκη. Υποταγή ή εθισμός, μάθαμε ν’ ανεχόμαστε το κομματικό τέρας, τις παρεκτροπές και τις παρεκβάσεις του. Να το καλοπιάνουμε μήπως και λυπηθεί μονάχα εμάς, για να γλιτώσουμε –έστω σε άδεια πόλη, ακόμα και σε χώρα νεκρή. Όμως η οσμή του αίματος μεγαλώνει τις ορέξεις των θηρίων, τα πολλαπλασιάζει και τα ισχυροποιεί στη δημόσια ζωή. Έτοιμα να κατασπαράξουν και τον τελευταίο. Αχόρταγα, αδίστακτα και ασυγκίνητα στις παρακλήσεις μας.
Και το πιο επικίνδυνο πια (για να θυμηθούμε τον Χατζιδάκι), δεν είναι ο διαρκής φόβος, αλλά η συνήθεια του φόβου.

Κώστας Κρεμμύδας

Ροη αρθρων