Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΛΗ ΑΝΑΛΟΓΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΛΗ ΑΝΑΛΟΓΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Η δημοκρατία μετά τον καταποντισμό:Εμείς, αντί για μας, σαν εμάς...

Του Δημήτρη Σκαρπαλέζου*, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ
Στη νότια Ευρώπη, η εφαρμογή των μνημονίων από κυβερνήσεις που είχαν εκλεγεί με άλλες υποσχέσεις και προγράμματα έπληξε ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία των ίδιων των δομών της «κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», ενώ η υπέρβασή τους έγινε κεντρικό σύνθημα των «αγανακτισμένων» και των πλατειών.

Μετά την ήττα της Γαλλικής Επανάστασης, όπου υπήρχαν πολλά στοιχεία άμεσης δημοκρατίας, επιβλήθηκε η άποψη ότι στα μεγάλα σύγχρονα κράτη (αντίθετα με τις πόλεις-κράτη της αρχαιότητας) η μόνη δυνατή μορφή δημοκρατίας είναι η αντιπροσωπευτική, δηλαδή η εκλογή σε τακτά χρονικά διαστήματα κάποιων «δικηγόρων του λαού» που θα κυβερνούν δίχως κανέναν έλεγχο από τα «κάτω» αλλά με συνεχή έλεγχο συμφερόντων που χρηματοδότησαν την εκλογή τους.

Την περίοδο που ακολούθησε τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου η ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους και η μερική έστω συμμετοχή κρατικού σχεδιασμού στην οικονομία βοήθησαν στη νομιμοποίηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στα μάτια του λαού.

Ο νεοφιλελευθερισμός και ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός συρρίκνωσαν το κοινωνικό κράτος και τα δικαιώματα των εργαζομένων, με αποτέλεσμα να χαθεί η όποια νομιμοποίηση, ενώ η εκλογή της μιας ή της άλλης νεοφιλελεύθερης συμμαχίας έπαψε να έχει σημασία.

Τέλος, η εκβιαστική εφαρμογή των μνημονίων και η προθυμία των κυβερνώντων να υποταχθούν, έκανε ώριμο και επείγον το αίτημα της «πραγματικής δημοκρατίας» όπου δεν θα ήταν δυνατόν να γίνουν μνημονιακά πραξικοπήματα. Οχι δηλαδή μόνο το πώς να κυβερνήσουν δημοκρατικότερα κόμματα, αλλά πώς να αλλάξουμε τις ίδιες τις δομές της δημοκρατίας.

Οπως μας έδειξε η πρόσφατη εμπειρία, φτάνει να σχηματιστεί μια συμμαχία 151 βουλευτών για να μπορούν να περάσουν νομότυπα τα πιο αντιλαϊκά μέτρα. Σε ένα σύστημα με λαϊκά δημοψηφίσματα όπως π.χ. της Ελβετίας, θα ήταν αδύνατον να περάσουν τα μνημόνια (τουλάχιστον αν δεν πειστεί η πλειοψηφία του λαού).

Είναι λοιπόν επείγον και απαραίτητο να ανοίξει η συζήτηση για τις πολιτικές δομές και το περιεχόμενο της δημοκρατίας τόσο στη χώρα όσο και στα κόμματα και τα συνδικάτα. Οι απογοητευτική σημερινή εικόνα των «δικηγόρων του λαού» μάς κάνει να σκεφτούμε και να εμπνευστούμε μια εναλλακτική λύση, από την αρχαιότητα και από τις δημοκρατικές δομές στις επαναστατικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας.

Ενα πάγιο αίτημα της «δημοκρατικής» Αριστεράς ήταν η απλή αναλογική. Σήμερα πιστεύω ότι αυτό το αίτημα είναι και ανελλιπές και επικίνδυνο.

Σίγουρα η απλή αναλογική είναι δικαιότερη από την ενισχυμένη ή το πλειοψηφικό, αλλά το αξεπέραστο μειονέκτημά της είναι ότι κάνει αδύνατη την ανάκληση από τον λαό ενός βουλευτή, δίνοντας τεράστια εξουσία στις κομματικές ηγεσίες. Αυτό το σύστημα επιτρέπει μεν την εκπροσώπηση όλων των κομμάτων αλλά παρέχει και ενδεχόμενο ρόλο εκβιαστή σε κάποιο μικρό τυχοδιωκτικό κόμμα που είναι έτοιμο να αλλάξει συμμαχίες (δίχως βέβαια να ρωτήσει τους ψηφοφόρους του). Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στα κόμματα και στα συνδικάτα, όπου οι αρχηγοί τάσεων μπορούν να επιβάλουν αποφάσεις αντίθετες από τις θελήσεις των υποστηρικτών τους.

Η εμμονή στην απλή αναλογική παντού και πάντα δείχνει ένα τεράστιο έλλειμμα προβληματισμού για το τι είναι δημοκρατία και κατά πόσον αυτή διαφέρει από τη θλιβερή σημερινή κατάντια της «αντιπροσωπευτικής» δημοκρατίας.

Το πλειοψηφικό σύστημα (ΗΠΑ, Γαλλία) εκβιάζει την ψήφο των πολιτών προς ένα διπλό μονοκομματικό σύστημα με την αρχή της ψήφου στον «μικρότερο κακό». Εδώ οι βουλευτές γίνονται πελατειακοί παράγοντες με άμεση εξάρτηση από τα συμφέροντα που στηρίζουν την εκλογή (και επανεκλογή) τους.

Ομως, στην ιστορία των επαναστάσεων, αναδείχθηκε και ένα άλλο μοντέλο πλειοψηφικού με συμμετοχή της βάσης και ανακλητότητα.

Στη Γαλλική Επανάσταση κεντρικό ρόλο στο πολιτικό σύστημα είχαν οι συνελεύσεις βάσης των τμημάτων. Οι αντιπρόσωποι εξέλεγαν τον βουλευτή σε κάθε περιφέρεια ο οποίος όμως ήταν ανακλητός και όφειλε να σέβεται τα ψηφίσματα των λαϊκών συνελεύσεων. Αυτή η ανακλητότητα ήταν η βασική διαδικασία που επέτρεψε το βάθεμα και τη ριζοσπαστικοποίηση της επανάστασης. Αντίστοιχα συστήματα αναπτύχθηκαν και σε άλλες επαναστάσεις όπου η ανακλητότητα ήταν βασικό στοιχείο προστασίας της λαϊκής βούλησης.

Ολες όμως αυτές οι εκλογικές διαδικασίες αναδεικνύουν τους υποτιθέμενους καλύτερους «δικηγόρους του λαού» που έχουν εκτός των άλλων και το μέλημα μιας επαγγελματικής πολιτικής καριέρας και αποτελούν μια αιρετή αριστοκρατία που διοικεί «αντί για μας».

Στην αρχαία Αθήνα είχε αναπτυχθεί μια τελείως διαφορετική φιλοσοφία για τη Βουλή, τα δικαστήρια και τα περισσότερα αξιώματα, δηλαδή η επιλογή διά κλήρου ενός «σαν εμάς».

Κατά τη δημοκρατική ιδεολογία της εποχής η εκλογή ήταν μια παραχώρηση στην αριστοκρατική ιδεολογία (οι στρατηγοί έβγαιναν με εκλογές). Σημαντικά «υπολείμματα» αυτής της δημοκρατικής άποψης είναι οι ένορκοι στα ποινικά δικαστήρια.

Πολλοί μπερδεύουν αυτό το σύστημα με τις δημοσκοπήσεις, οι οποίες όμως βασίζονται σε τελείως διαφορετική διαδικασία. Στη δημοσκόπηση μετράμε την πρώτη αντίδραση του περαστικού σε ένα θέμα που γνωρίζει επιφανειακά από τα ΜΜΕ και αντιδρά με τις προκαταλήψεις του.

Ομως στη Βουλή της αρχαίας Αθήνας, όπως και στα σύγχρονα δικαστήρια, ο κληρωτός αναγκάζεται να ακούσει όλες τις αντικρουόμενες απόψεις και επιχειρήματα προτού ψηφίσει.

Μια νέου τύπου δημοκρατία θα μπορούσε να συνδυάσει σε ένα μεικτό σύστημα (σε μία Βουλή ή σε δύο) τόσο την αντιπροσώπευση από τους «αντί για μας» όσο και από τους «σαν εμάς», με δυνατότητα μερικής έστω ανακλητότητας.

Τέλος όμως μια πραγματική δημοκρατία είναι αδιανόητη αν οι στρατηγικές και κεντρικές αποφάσεις δεν παίρνονται κατευθείαν από μας, είτε με συχνά δημοψηφίσματα είτε με ψηφίσματα λαϊκών συνελεύσεων.

Ενα σημαντικό μέρος της νομοθετικής εξουσίας πρέπει να είναι κατευθείαν στα χέρια του λαού δηλαδή σε μας και όχι μόνο στους «αντί για μας» ή τους «σαν εμάς». Κατά την άποψή μου, η Αριστερά έχει καθήκον να ξεπεράσει τις παλιές της αναφορές, τόσο στους κομματικούς μηχανισμούς όσο στο όραμά της για την κοινωνία.

Η αναγκαιότητα μιας πρωτοπορίας δεν σημαίνει την αντικατάσταση του λαού από τους αριστερότερους και καλύτερους εκφραστές του.

Μην ξεχνάμε ότι η «αριστεροκρατία» μπορεί εύκολα να εκφυλιστεί σε αριστοκρατία, και η τραγική ιστορία του εικοστού αιώνα δεν μας επιτρέπει να επαναλάβουμε τα ίδια λάθη.

Είναι καιρός να κινητοποιήσουμε τη φαντασία, την εφευρετικότητα, την ιστορική εμπειρία για να αναπτύξουμε δομές μεικτής δημοκρατίας συνθέτοντας το «εμείς» το «αντί για μας» και το «σαν εμάς» σε ένα σύστημα που να συνδυάζει αποτελεσματικότητα και λαϊκή κυριαρχία.

Η επαναστατική κοινωνική δημοκρατία στην εποχή μας, με την οικονομική και πολιτική κρίση, με τους κινδύνους οικολογικής καταστροφής, με τις τεράστιες και αυξανόμενες ανισότητες, είναι το μόνο όραμα που μπορεί να εμποδίσει την επερχόμενη βαρβαρότητα.

* Επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γαλλίας (Paris VII)

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Τα πεντακόσια τρισ....

Κωστας Καναβούρης, απο την Αυγη...
Εξαιρετική από κάθε άποψη ήταν η αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ σχετικά με το θέμα της απλής αναλογικής που προέκυψε στα μουλωχτά, τόσο απλής αναλογικής μάλιστα, ώστε θα μπορούσε να φτάσει και στην αναλογική παράκρουση, αφού ο σχετικός εκλογικός νόμος μελετάται -αν γίνεται- να δίνει περισσότερες έδρες στο δεύτερο και όχι στο πρώτο σε ψήφους κόμμα. Αν αυτό δεν ονομάζεται πολιτική εκτροπή, τότε παρακαλείται να μας εξηγήσει ο φαιός (και φαιδρά φαιό να τον πεις, μέσα είσαι) λαιμοδέτης με την επωνυμία Σίμος Κεδίκογλου και κατά κόσμον Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, τι ακριβώς είναι.
Πιθανώς σε κάτι τέτοια μυαλά, όπως ας πούμε του Χρύσανθου Λαζαρίδη ή του Φαήλου Κρανιδιώτη -που θα καταγραφούν, θα το θυμηθείτε, ως μελανές περιπτώσεις μιας άγρια ανιστόρητης και απάνθρωπης φασιστικής πολιτικής σκέψης-, μια τέτοιου είδους "απλή αναλογική" να αποτελεί πρόοδο της δημοκρατίας. Αυτής της ίδιας δημοκρατίας που καθημερινά αισχροποιούν έως εξαερώσεως. Αυτής της ίδιας δημοκρατίας που καθημερινά τερατοποιούν και αποσυμβολίζουν ως μέθοδο επίλυσης διαφορών, έδαφος ιδεών και απαραίτητη συνθήκη του κοινώς υπάρχειν. Εξαιρετική και ακαριαία ήταν όμως η αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ, που διά του Αλέξη Τσίπρα είπε το μοναδικό απλό, εξίσου απλό με την απλή αναλογική. Σε απλά ελληνικά: "Απλή αναλογική θέλετε; Φέρτε την αύριο το πρωί".
Παράλληλα ο γραμματέας της Κ.Ο. Νίκος Βούτσης διευκρίνισε ότι σύντομα το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα αναλάβει σχετική πρωτοβουλία. Άλαλα τα χείλη των ασεβών; Σιγά μη μείνουν άλαλα τα χείλη όλων αυτών των τεράτων που δεν σέβονται, και το αποδεικνύουν με καθημερινή αγριότητα ολέθριων αποτελεσμάτων, το παραμικρό ιερό και όσιο όλων όσα συνθέτουν το δημοκρατικό κεκτημένο αυτής της χώρας.
Αλλά και πάλι πώς να το σεβαστούν; Μήπως αγωνίστηκαν γι' αυτό; Μήπως ξόδεψαν ζωές για να το στερεώσουν, όσο έγινε κατορθωτό να στερεωθεί; Μήπως αντήχησαν ποτέ έστω και μια στιγμή αγωνίας ή μήπως ξύπνησαν χαράματα είτε από τον εφιάλτη μιας επικείμενης ήττας ή από το απλό χτύπημα στην πόρτα, που δεν σήμαινε την έλευση του γαλατά; Αλλά και γι' αυτό το γάλα του παιδιού μήπως πάσχισαν ποτέ ώστε να γίνει αυτονόητο δημοκρατικό κεκτημένο; Όχι, ποτέ δεν πάσχισαν αυτά τα εμέσματα. Ίσα-ίσα, στο πείσμα τους έγιναν όσα έγιναν και από τη λυσσαλέα τους αντίδραση δεν έγιναν όσα δεν έγιναν. Κι ίσως γι' αυτό με τόση ευκολία τα σημερινά εμέσματα κόβουν το γάλα των παιδιών. Γιατί ποτέ δεν το ένιωσαν, όπως και τόσα άλλα, ως δημοκρατικό κεκτημένο. Κυνήγησαν, εξαθλίωσαν, εξανδραπόδισαν, φυλάκισαν, βασάνισαν, εμπόδισαν από τα στοιχειώδη της ζωής, της μόρφωσης, της δουλειάς, της θαλπωρής, πληθυσμούς ολόκληρους για να φτάσουμε εδώ. Στο σημείο μηδέν. Για να επαναλαμβάνεται για μία ακόμη φορά το ίδιο έργο που έχει αλλάξει τόσες και τόσες φορές ώστε να μπορεί να παραμείνει ίδια η δήωση για τους πολλούς και τα ολοένα μεγαλύτερα πλούτη για τους λίγους. Τα ολοένα και μεγαλύτερα κέρδη έως του σημείου απονοηματοδότησης και του κέρδους και του πλούτου.
Άκουσα σε μια τηλεοπτική εκπομπή τον αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών Μενέλαο Γκίβαλο να λέει με ανατριχιαστική ακρίβεια πως το παγκόσμιο χρήμα που διακινείται σε όλες τις εκτός παραγωγής μορφές του (αν μπορώ να το θέσω έτσι), φτάνει στα 650 τρισ. ευρώ, τη στιγμή που η αξία της παγκόσμιας παραγωγής φτάνει μόλις τα 150 τρισ. ευρώ. Είναι λοιπόν αυτά τα 500 τρισ. ευρώ που περισσεύουν από την κοινή λογική, μέσα στα οποία χωράνε όλα τα τέρατα των πολέμων, όλα τα αποπλύματα των χρηματιστηρίων, όλα τα δουλικά των ΜΜΕ, όλα τα γύναια και τα ανδράρια της δουλοφροσύνης, όλα τα εκτροχιασμένα μυαλά κάθε ανύπαρκτης εξουσίας, όλα τα πρωτόζωα του φασισμού, από τον Χρ. Λαζαρίδη μέχρι τον Κασιδιάρη (περνώντας μέσα από ουκ ολίγα μακαρίως ολίγιστα μυαλά διανοουμένων που ραμφίζουν το κενό), είναι αυτά τα 500 τρισ. ευρώ του τίποτα, αυτές οι χωρίς αντίκρισμα πραγματικότητας λογιστικές εγγραφές της ισχύος, αυτό το απίστευτα μεγάλο αίμα που τρέχει σαν τον Ευφράτη και τον Τίγρη ποταμό σε μια Μεσοποταμία της ανήκουστης σφαγής που ονομάζεται "επένδυση" και "ανάπτυξη της οικονομίας" και αριθμός καταστροφής, είναι αυτά τα 500 τρισ. ανύπαρκτα ευρώ, που όμως είναι πληρωμένα με τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που μας φέρνουν στο διά ταύτα. Στο εδώ και τώρα. Στο πολύπλοκο αποτέλεσμα της αγωνίας, αγώνων και αγώνων, ετών και ετών: Το παράδειγμα πρέπει να μεταφερθεί. Η αφήγηση να πάει -επιτέλους- πιο πέρα από την εκφώνηση.
Δεν είναι εύκολο, γιατί δεν είναι εύκολο ν' αντιπαρατεθείς μ' ένα μυθικό "τίποτα". Που το υπηρετούν τόσοι και τόσοι τιποτένιοι. Γιατί δεν είναι εύκολο να πείσουμε πως είμαστε πραγματικοί. Γιατί δεν είναι εύκολο κι εμείς οι ίδιοι να πείσουμε τους εαυτούς μας.

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Μετεκλογικοί τίτλοι στο νέο πολιτικό τοπίο...

του Δημήτρη Χριστόπουλου απο τα Ενθεματα...
Το πολιτικό τοπίο, όπως διαμορφώθηκε μετά τον Ιούνιο, μας θέτει ενώπιον μιας νέας ιστορικής συνθήκης, η εννοιολόγηση της οποίας αξιώνει συνέχειες και τομές. Μια προσπάθεια ταξινόμησης του τοπίου αυτού θέτει τέσσερις τίτλους με όρους ιεράρχησης, από το σημαντικότερο στο λιγότερο σημαντικό. Θα ήθελα να το υπογραμμίσω, καθώς πολύ συχνά, συνεπαρμένοι από τα γεγονότα, έχουμε την τάση να ξεχνάμε να κάνουμε ιεραρχήσεις ή να τις κάνουμε λάθος.
Τίτλος πρώτος: Επέλαση του  νεοφιλελευθερισμού και νεοσυντηρητισμού

Françoise Lucbert, «Καθιστός άντρας», 1913-14
Αν πριν λίγα χρόνια –σε πολλούς Έλληνες, και όχι μόνο αριστερούς– μας έλεγαν ότι η Ελλάδα θα έχει αυτόν τον πρωθυπουργό θα το θεωρούσαμε αυτοτελή αιτία καταστροφής. Πολλώ δε μάλλον τώρα, που έχουμε αυτόν τον πρωθυπουργό σε μια χώρα που καταστρέφεται. Έτσι έχουν τα πράγματα, και το χάπι δεν χρυσώνεται. Το πρώτο λοιπόν συμπέρασμα, που συνάγεται αβίαστα, είναι ότι καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε την ηγεμονία μιας πολιτικής συμμαχίας δύο ιδεολογιών στην υπερβολή τους. Νεοφιλελευθερισμός ευρωπαϊκής κοπής στη βάση, νεοσυντηρητισμός ελληνικής κοπής στο εποικοδόμημα. Είναι, νομίζω, η πρώτη φορά στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία που έχουμε τον συνδυασμό αυτό σε τέτοια ισχυρή δοσολογία.  Συνήθως είχαμε νεοσυντηρητισμό στους θεσμούς με πατερναλισμό στην οικονομία ή, σπανιότερα, το ανάποδο. Πάντως, σε αυτή την ευρωπαϊκή συγκυρία της νεοφιλελεύθερης συνταγής για την αντιμετώπιση της κρίσης, είναι ιδιαίτερο ότι έχουμε έναν πρωθυπουργό που βρίσκει πολύ χρόνο, προεκλογικά και μετεκλογικά, να θυμίζει ότι πρέπει να ασχοληθεί και με τον «νόμο Ραγκούση» για την ιθαγένεια.

Τίτλος δεύτερος: κοινοβουλευτική και κοινωνική εφόρμηση του νεοναζισμού

Η Αριστερά άργησε, αλλά άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι αυτό είναι ένα αυτοτελές πολιτικό διακύβευμα, το οποίο δεν χωράει συμψηφισμούς. Το εκλογικό σώμα της Χρυσής Αυγής αποτελείται από τρεις ομόκεντρους κύκλους. Ο πρώτος κύκλος και στενός πυρήνας είναι η συμμορία, αυτό που ανέκαθεν ήταν η Χρυσή Αυγή.  Ο δεύτερος εμπνέεται από την πολιτική κουλτούρα της αποενοχοποίησης του δωσιλογισμού και του βασιλοχουντισμού, κάτι που δεν τόλμησε –ή μάλλον δεν κατάφερε επαρκώς– το ΛΑΟΣ. Ο τρίτος και μεγαλύτερος κύκλος αποτελείται κατά κύριο λόγο από τμήματα της αφηνιασμένης μικροαστικής τάξης που συμπιέζεται, κατ’ ουσίαν εξαφανίζεται. Η τάξη αυτή, με εμπροσθοφυλακή τη νεολαία της, ήταν εδώ και έναν αιώνα η κατεξοχήν πελατεία του φασισμού, κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε.

Ο κάθε κύκλος, επειδή εκπροσωπεί ένα διαφορετικό στίγμα, χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση. Το σίγουρο είναι ότι μια πολιτική στρατηγική ανάσχεσης του νεοναζισμού δεν μπορεί παρά να έχει ως στόχο την αποσύνδεση των κύκλων, την παύση της επικοινωνίας τους: οι αφηνιασμένοι μικροαστοί να δώσουν άλλη διέξοδο στην αγανάκτησή τους, οι παραδοσιακοί ακροδεξιοί να νοσταλγούν τη χούντα στις συναγωγές τους μόνοι τους, και οι υπόλογοι εγκληματικών ενεργειών να αντιμετωπίσουν το κράτος δικαίου. Αυτό σημαίνει δουλειά σε τέσσερα επίπεδα: πολιτικό, ιδεολογικό, θεσμικό και κοινωνικό.

Καταρχάς, καλούμαστε να συμβάλουμε στη σφυρηλάτηση μιας αντιακροδεξιάς πολιτικής κουλτούρας, από το Κοινοβούλιο ως τα media. Αυτό σημαίνει ανατροπές. Είδαμε προεκλογικά, λόγου χάρη, γνωστούς δημοσιογράφους του επικοινωνιακού στερεώματος, που εξ επαγγέλματος απαξιώνουν τους συνομιλητές τους, να αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα με τους εκπροσώπους της Χρυσής Αυγής. Άλλο όμως οι εξυπνάδες και οι ατάκες, και άλλο η αντιμετώπιση του κτήνους. Το δεύτερο επίπεδο είναι αυτό της ιδεολογίας. Εδώ, η κρίσιμη λέξη είναι η ασφάλεια. Οφείλουμε να την  επαναπατρίσουμε. Σαν μας ρωτάνε «ασφάλεια ή ελευθερία» να μην απαντάμε αφελώς «ελευθερία», αλλά «και τα δύο». Διότι η ασφάλεια είναι η κατάσταση της ελευθερίας. Η μόνη κατάσταση που την επιτρέπει. Για το έγκλημα δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον τρόπο από το κράτος δικαίου και τους θεσμούς του, αρχής γενομένης από το ξήλωμα του παρακράτους που έχει δημιουργήσει ο νεοναζισμός στα ελληνικά σώματα ασφαλείας. Όπως έλεγε ο Ηλίας Ηλιού, «να τους ταράξουμε στη νομιμότητα». Τιμωρία. Τέλος, στο κοινωνικό επίπεδο, εκεί δηλαδή που ο νεοναζισμός κινείται ανεμπόδιστος, χρειάζεται ανακατάληψη του δημόσιου χώρου. Όταν δέρνουν μετανάστες, η κοινή γνώμη αδιαφορεί. Όταν δέρνουν αριστερούς, η κοινή γνώμη ενοχλείται αλλά δεν πολυμιλά. Όταν όμως θα διαλύσουν ένα κοινωνικό φαρμακείο, τότε ο κόσμος θα τους απομονώσει.

Τίτλος τρίτος: ριζοσπαστικοποίηση των εναλλακτικών προτάσεων εξουσίας και πόλωση

Το τρίτο νέο που έφεραν οι εκλογές είναι αυτό που συχνά μας αρέσει να θεωρούμε πρώτο: το 4% που έγινε 27%. Το κρίσιμο εδώ είναι πως η πολιτικοϊδεολογική απόσταση μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν υπήρξε  ποτέ μεγαλύτερη, ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Ευρώπη. Ενώ είχαμε φτάσει σε ένα σημείο όπου χρειαζόταν μεγεθυντικός φακός για να εντοπίσει κανείς τις διαφορές κυβέρνησης-αντιπολίτευσης, τώρα η εικόνα κραυγάζει. Η ριζοσπαστικοποίηση αυτή μπορεί να προσφέρει έντονες συγκινήσεις, δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε πόσο εύθραυστη και επιρρεπής σε ανατροπές είναι. Για τον λόγο αυτό, πάλι χρειάζεται δουλειά σφυρηλάτησης ενός συλλογικού υποκειμένου με επίγνωση και στοχασμό. Ανατροπή χωρίς επίγνωση είναι απερισκεψία. Και οι απερισκεψίες του 27% είναι πολύ ακριβές. Διότι το πιο πιθανό είναι ότι  δεν θα οδηγήσουν στην επανεδραίωση της δικομματικής εναλλαγής μεταξύ των δύο εκδοχών του πολιτικού κέντρου, αλλά στην αναμέτρηση με το κτήνος (του δεύτερου τίτλου).

Τίτλος τέταρτος: Η κεντροαριστερά στην κυβέρνηση

Το γεγονός έχει τη σημασία του, αλλά έχει επίσης σημασία να μην προτάσσουμε τον τέταρτο τίτλο στη θέση του πρώτου.  Η συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση θέτει το κόμμα αυτό ενώπιον πρωτοφανών διλλημάτων για την ελληνική Αριστερά, στα οποία κανείς δεν μπορεί να είναι αδιάφορος. Εξ αντικειμένου, η εν λόγω επιλογή έχει θέσει τη ΔΗΜΑΡ στον αστερισμό της αποσταθεροποίησης, όπως εξάλλου, θα συνέβαινε, και πιο έντονα, στην περίπτωση της συνεργασίας της με τον ΣΥΡΙΖΑ. Το κόστος τούτο, η ΔΗΜΑΡ το ανέλαβε. Πρόβλημά της. Το κάθε πολιτικό υποκείμενο είναι υπεύθυνο για τις πράξεις και τις παραλείψεις του και ούτως ή άλλως πληρώνει γι’ αυτό. Η ιστορική βλέψη της κατάληψης του πολιτικού κέντρου είναι ένας στόχος που έχει τα ρίσκα του. Η ουσία είναι ότι η συμμετοχή της κεντροαριστεράς στην κυβέρνηση τη θέτει σε μια θέση εξόχως δύσκολη, καθώς η υπόλοιπη Αριστερά (και μείζον τμήμα της κοινωνίας) κατ’ ουσίαν μόνο σε αυτήν απευθύνεται, διότι μόνο από αυτήν έχει προσδοκία να εισακουστεί. Αυτό είναι τεράστιο βάρος για τη ΔΗΜΑΡ στο οποίο, στη συγκυρία αυτήν, είναι σχεδόν αδύνατο να αντεπεξέλθει. Ό,τι όμως σωθεί, καλό είναι.

Η κουλτούρα της συνεργασίας…

Πολιτική χωρίς συμμαχίες δεν γίνεται. Δεν έχει υπάρξει Αριστερά που να έχει καταφέρει να προτάξει λόγο κυβέρνησης και μακροσκοπικά λόγο εξουσίας χωρίς την κεντροαριστερά.  Αυτό έχει μείζονα σημασία σε μια ιστορική συνθήκη πόλωσης και ολικής δεξιάς μετατόπισης του ισχυρού πόλου. Το εκλογικό σώμα της ΔΗΜΑΡ, με συνοπτικές διαδικασίες για την κυοφορία των οποίων αρκούσε το μεσοδιάστημα ανάμεσα στις εκλογές, μετατοπίστηκε κατά 50% προς τα δεξιά, καθώς το ¼ ριζοσπαστικότερο τμήμα του 6% των εκλογών του Μαΐου πήγε στο ΣΥΡΙΖΑ και ένα νέο ¼ ερχόμενο από τα δεξιά αναπλήρωσε αυτό το κενό. Το ΠΑΣΟΚ πλέον, απαλλαγμένο από τις μεταρρυθμιστικές ιδεοληψίες της προηγούμενης ηγεσίας του, κλείνει άδοξα τον κύκλο της δεξιάς στροφής του, μεταλλασσόμενο, σύμφωνα με τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά του εκλογικού του ακροατηρίου, σε ένα «μικρό κόμμα της κεντροδεξιάς», όπως είπε ο Η. Νικολακόπουλος σε μια εκδήλωση της Πρωτοβουλίας για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας στις 19 Ιουνίου. Η Ν.Δ. του Α. Σαμαρά μόνο σε ελάχιστα  θυμίζει το κόμμα του «μεσαίου χώρου» που ευαγγελίζονταν, μακριά από τις «ακραίες δυνάμεις», ο πρώην πρωθυπουργός της. Τέλος, οι «ακραίες δυνάμεις» πλέον δεν θυμίζουν σε τίποτε τους κουτοπόνηρους χαριεντισμούς του καναλάρχη του ΛΑΟΣ με τους μεγαλοδημοσιογράφους του συστήματος, αλλά φέρουν τη μεταφορά της τέχνης του street fighting στην τηλεόραση από τον νεαρό υπαρχηγό της συμμορίας. Η Ακροδεξιά σήμερα δεν είναι ο αγοραίος εθνικισμός του ΛΑΟΣ, αλλά ο νεοναζισμός της Χ.Α.. Η Δεξιά δεν είναι ο ντιλενταντισμός του Καραμανλή, αλλά ο αφόρητος νεοσυντηρητισμός του Σαμαρά. Η κεντροδεξιά εκφράζεται κατεξοχήν από το ΠΑΣΟΚ που ολοκλήρωσε (;) τη συντηρητική του στροφή πριν την πιθανή διάλυσή του. Η κεντροαριστερά, με τη σειρά της, εκφράζεται με τον πιο αυθεντικό τρόπο από τη ΔΗΜΑΡ που εύλογα διεκδικεί να καθίσει στην μεγάλη άδεια καρέκλα του πολιτικού χώρου αυτού, είτε ως αυτοτελές κόμμα είτε ως συστατικό ενός νέου πολιτικού σχηματισμού.  Το κρίσιμο πάντως είναι ότι το σημείο τομής στη διαίρεση Αριστεράς-Δεξιάς του ελληνικού πολιτικού φάσματος τοποθετείται εντός της ΔΗΜΑΡ.

…και το ζητούμενο ενός αναλογικού εκλογικού συστήματος

Στο επίπεδο της κοινοβουλευτικής κουλτούρας, η Αριστερά ανέκαθεν έθετε την απλή αναλογική ως το μόνο εκλογικό σύστημα που ανταποκρίνεται στο αξιακό σύστημα και τις πολιτικές  της προτεραιότητες. Έτσι, η απλή αναλογική έχει ιστορικά περίοπτη θέση στην ατζέντα όλων των αριστερών αποχρώσεων, αποτελώντας ένα από τα ελάχιστα αιτήματα που ενώνει την όλη Αριστερά, από το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ ως τη ΔΗΜΑΡ και τα υπόλοιπα μικρά κόμματα. Όντως, η απλή αναλογική είναι το δικαιότερο εκλογικό σύστημα. Πάρα ταύτα, κατά την άποψή μου, το ζητούμενο μιας βιώσιμης κυβέρνησης επιβάλλει (ή επιτρέπει), υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ένα «πλειοψηφικό μπόλιασμα», δηλαδή την ενίσχυση του πρώτου κόμματος. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η συγκέντρωση ενός εκλογικού ποσοστού πάνω από τουλάχιστον 40% και ταυτόχρονα η ύπαρξη μιας ικανής απόστασης  (της τάξης του 5%) από το δεύτερο κόμμα. Η σώρευση αυτών των συνθηκών δείχνει με σαφήνεια ότι ένα μείζον πλειοψηφικό ρεύμα του λαού θέλει να κυβερνηθεί με τον α΄ ή  β΄ τρόπο. Συνεπώς, το μέγεθός του επιτρέπει ή καθιστά ενδεδειγμένη την κοινοβουλευτική του ενίσχυση,  προκειμένου να μπορέσει να κυβερνήσει. Ταυτόχρονα, απαραίτητο είναι να μειωθείκαι το όριο του 3%, το οποίο αλλοιώνει τη βούληση ενός τμήματος του λαού που δεν κατευθύνει την ψήφο του στο κόμμα της επιλογής του εξαιτίας της πρόβλεψης ότι αυτό δεν θα μπορέσει να εκφραστεί κοινοβουλευτικά.

Πάντως, τα προηγούμενα, κατά την άποψή μου, επιθυμητά στοιχεία πλειοψηφικής ενίσχυσης ενός αναλογικού εκλογικού συστήματος, δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν ένα εκλογικό αποτέλεσμα σαν και αυτό της 17ης Ιουνίου, από το οποίο δεν πιστοποιείται η ύπαρξη ενός ρεύματος άξιου πλειοψηφικής ενίσχυσης διά του εκλογικού νόμου. Αν υποθέσουμε λοιπόν ότι αυτές οι εκλογές γίνονταν με ένα αναλογικό σύστημα (και διατήρηση του 3%), το αποτέλεσμα θα ήταν η ΝΔ να έχανε περίπου 30 έδρες, ο ΣΥΡΙΖΑ να κέρδιζε περίπου 15, το ΠΑΣΟΚ 5 ή 6 και τα υπόλοιπα τρία κόμματα θα αύξαναν την δύναμη τους με 3 ή 4 βουλευτές ανά κοινοβουλευτική ομάδα. Οι προηγούμενοι υπολογισμοί μόνο κατά προσέγγιση μπορούν να γίνουν, καθώς εξ ορισμού υπάρχει μια μικρή απόκλιση στην εκλογική συμπεριφορά εξαιτίας του αναλογικού εκλογικού συστήματος.

Γιατί γράφω τα προηγούμενα; Διότι, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, καλούμαστε να σκεφτούμε τι θα κάναμε με απλή αναλογική, για να δούμε τι πραγματικά θα κάνουμε όταν και αν έρθει η ώρα ενός αναλογικού εκλογικού συστήματος. Εκτός αν το ενδεχόμενο αυτό δεν μας απασχολεί, οπότε η απλή αναλογική αντί για ένα πράγματι δύσκολο στοίχημα για την εδραίωση μιας κουλτούρας συνεργασίας (ανα)μέσα στην Αριστερά, είναι μια (ακόμη) καραμέλα της.

O Δημήτρης Χριστόπουλος διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και είναι μέλος του συντονιστικού της Πρωτοβουλίας για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας.

Ροη αρθρων