Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

ΖΟΥΓΚΛΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΘΗΡΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΓΡΙΟΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ...

Τεσσερα αρθρα απο τα Ενθεματα της Αυγης για τον κιτρινισμο και  τον φασισμο  δηλαδη για τον Μ. Τριανταφυλλόπουλο (κι οχι μονο)...
των:
Στρατή Μπουρνάζου
Δημήτρη Χριστόπουλου
Δημήτρη Τρίμη
Παντελή Μπουκάλα


Πίσω γορίλες! Δεν είναι «κίτρινος»· είναι φασίστας και εκβιαστής

του Στρατή Μπουρνάζου
Έργο του Ιερώνυμου Μπος (λεπτoμέρεια), 1515
Έργο του Ιερώνυμου Μπος (λεπτoμέρεια), 1515
Από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε ο εκβιασμός (γιατί περί αυτού, και μόνο αυτού πρόκειται), μία σκέψη τρυπάει βασανιστικά το μυαλό μου:

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Ελληνικό ακροδεξιό σύμπτωμα: Γιατί είναι τόσο ακραίο;

του Δημήτρη Χριστόπουλου, απο τα Ενθεματα...
 Γιατί η ελληνική Ακροδεξιά συγκαταλέγεται, μαζί με την ουγγρική, στις πιο ακραίες στην Ευρώπη; Γιατί στην Ελλάδα έχουμε ναζισμό, και όχι φασισμό ή άλλες εκδοχές δεξιού εξτρεμισμού; Ας αποφύγουμε τον πειρασμό της προσφυγής σε ουσιοκρατικές θεωρήσεις ή ιδεοληπτικές δοξασίες, που αναπαράγουν οικεία στερεότυπα στον ευρωπαϊκό Bορά σχετικά με τα Βαλκάνια,
και δη την Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια. Μια ψύχραιμη έρευνα δείχνει ότι στην Ελλάδα συντείνουν όλοι οι ικανοί και αναγκαίοι παράγοντες για αυτή την πιθανή θλιβερή πρωτιά. Επιχειρώ μια ταξινόμηση, προσπαθώντας να διακρίνω τις ριζωμένες αιτίες από τις θρυαλλίδες.4b christopoulos
Γιατί η ακροδεξιά; Το ιστορικό βάθος
Πρώτον, επειδή υπάρχει το ιστορικό βάθος, η κληρονομιά του 20ού αιώνα με την οποία οι δεσμοί δεν διερρήχθησαν. Και η κληρονομία αυτή δεν είναι μόνο η μη τιμωρία των δωσιλόγων και συνεργατών –και αλλού δεν τιμωρήθηκαν–, κάτι πολύ βαρύτερο: ότι αυτοί υπήρξαν οι πυλώνες αντιμετώπισης του «εσωτερικού εχθρού» και στη συνέχεια οι στυλοβάτες του κράτους, από τον Δεκέμβρη του 1944 μέχρι τη θεσμική κορύφωση της συνταγματικής εκτροπής στη δικτατορία. Αυτοί έκαναν τη βρώμικη δουλειά για να «ανήκομεν στη Δύση». Σήμερα, σαράντα χρόνια μετά την πτώση της χούντας, οι αυτολογοκριτικοί μηχανισμοί του χώρου αυτού –η ντροπή δηλαδή του να δηλώνεις χουντικός– αδυνατίζουν. Ο χρόνος περνάει. Τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής στα παραδοσιακά «μαύρα» εκλογικά άνδρα της χώρας το αποδεικνύουν. Περιοχές, που, παρεμπιπτόντως, δεν έχουν κανένα πρόβλημα με το μεταναστευτικό… Η δικτατορία «έκανε τη ζημιά» της στην παράδοση της ακροδεξιάς στην Ελλάδα καθώς την απονομιμοποίησε, αλλά σιγά σιγά η παράδοση αυτή ξαναβρίσκει την ορμή της και έναν νέο βηματισμό.
4-xristopoulosΔεύτερον,έχουμε την διείσδυση του χυλού που αποτελεί τη μαγιά της άκρας δεξιάς ιδεολογίας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ελληνικού πολιτικού φάσματος. Ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο σεξισμός δεν αποτελούν μονοπώλιο της Χρυσής Αυγής — όπως και αλλού βέβαια. Στην Ελλάδα όμως, ο «μακεδονικός αγώνας» της δεκαετίας του 1990 οδήγησε στην ανάδυση ενός επιθετικού εθνικιστικού λόγου, ο οποίος διαχύθηκε στο σύνολο του πολιτικού φάσματος, της Αριστεράς μη εξαιρουμένης, πρωτοστατούσης φυσικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτό το περιβάλλον, η Χρυσή Αυγή κάνει τα πρώτα της βήματα της βρεφικής της ηλικίας. Είναι η στιγμή που ο παλαιάς κοπής αυτοθυματοποιημένος ελληνικός εθνικισμός συνάντησε το όνειρο της «ισχυρής Ελλάδας»: μιας βαλκανικής καπιταλιστικής μητρόπολης που «διεισδύει οικονομικά» (σύμφωνα με μια δημοφιλή λέξη της δεκαετίας) στα εσωτερικά των αδυνάμων γειτόνων. Η βαλκανική –κυρίως αλβανική– αποδημία προς την Ελλάδα στις δεκαετία εκείνη εντείνει τη μισαλλοδοξία και τον ιδιωτικά τηλεκατευθυνόμενο ρατσισμό. Συζητάμε σήμερα για τον ρατσισμό εναντίον Πακιστανών και λοιπών, σαν να ξεχνάμε τι συνέβαινε με τους Αλβανούς πριν 20 χρόνια…
Γιατί σήμερα; Οι θρυαλλίδες
Πρώτον, θρυαλλίδα αποτελούν η ένταση των μεταναστευτικών ροών, η εκπομπή επισήμως μισαλλόδοξου λόγου αλλά και πρακτικής (βλ. Ξένιος Δίας) από το κράτος, και η παταγώδης πολιτειακή αποτυχία να διαχειριστεί θεσμικά τις ροές αυτές, μια αποτυχία στην οποία κατεξοχήν «πάτησε» ο λόγος της Χρυσής Αυγής, κυρίως στα δύσκολα διαμερίσματα του Δήμου Αθηναίων το 2010. Το μεταναστευτικό, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί το σημείο στο οποίο εφάπτεται η ελληνικής κοπής Άκρα Δεξιά με τα υπόλοιπα ομοειδή κόμματα ευρωπαϊκών κρατών που είναι μεταναστευτικοί προορισμοί. Εδώ όμως θέλει μια προσοχή: ο αντιμεταναστευτικός λόγος είναι η πρόσοψη του ακροδεξιού μορφώματος, το οποίο τρέφεται και ανασαίνει από την ιδέα της εκάστοτε «απειλής» και του κινδύνου. Σήμερα είναι οι μετανάστες, χθες οι κομμουνιστές κλπ. Αν δεν απειλείται από κάτι, δεν μπορεί να ζήσει. Ιστορικά, έτσι επινοεί τις απειλές του, πατώντας στα κοινωνικά αδιέξοδα των ανθρώπων.
Δεύτερον, η όξυνση των βιοτικών αδιεξόδων στον καιρό της κρίσης οδηγεί στη διόγκωση του ακροδεξιού όγκου. Όχι όμως ευθέως και μονοσήμαντα, όπως συχνά νομίζουμε στην Αριστερά: η Άκρα Δεξιά ανθεί σε χώρες που δεν βιώνουν την ένταση της κρίσης (π.χ. Βρετανία, Δανία, Αυστρία), ενώ αντίστροφα δεν λέει να βγει από το περιθώριο σε χώρες με χρόνια υψηλή ανεργία, όπως η Ισπανία. Η οικονομική κρίση φυσικά και μεγεθύνει την Άκρα Δεξιά: αυτό το διδάσκει κατεξοχήν η γερμανική εμπειρία του Μεσοπολέμου και όχι μόνο. Αν κάτι δείχνει επίσης η σημερινή διαχείριση της κρίσης είναι ότι η ίδια η ιδέα της δημοκρατίας συνολικά απαξιώνεται από την νεοφιλελεύθερη επίθεση στην κοινωνία. Αυτό συμβαίνει κυρίως όπου υπάρχει το ιστορικό και ιδεολογικό υπέδαφος για το οποίο έγινε λόγος στην αρχή. Σε αυτές τις συνθήκες, πρέπει να σκεφτούμε πολύ σοβαρά ότι η όποια υπέρβαση της κρίσης, δεν σηματοδοτεί μηχανικά και την οπισθοχώρηση της Άκρας Δεξιάς. Όπως η Δεξιά αφελώς νομίζει ότι η Αριστερά στην Ελλάδα είναι, ευθύγραμμα και μόνον, γέννημα της κρίσης, έτσι και εμείς αφελώς νομίζουμε ότι η Άκρα Δεξιά θα φύγει μαζί της. Ασφαλώς η κρίση, και η νεοφιλελεύθερη διαχείριση της τρέφει την Άκρα Δεξιά, αλλά τα πράγματα είναι πιο σύνθετα.
Τρίτον, έχουμε μια βαθύτατη ηθική ανυποληψία των ελληνικών πολιτικών ελίτ που εύλογα χρεώνονται στα μάτια του ελληνικού λαού την ευθύνη η Ελλάδα έφτασε εδώ που έφτασε. Και αυτή η ανυποληψία τροφοδοτεί τη Χ.Α. σε δύο επίπεδα: Πρώτον, αφεαυτής, καθώς σαρώνει όλο το πολιτικό πεδίο, αφήνοντας αλώβητους μόνο τους ακροδεξιούς «τιμωρούς». Δεύτερον, επειδή το κυνήγι των σκανδάλων και την πομπώδη ανάδειξη της σαπίλας του ελληνικού αστισμού τα οικειοποιείται μια χαρά η Ακροδεξιά που ανέκαθεν στοχεύει στην εξάρθρωση της «εκφυλισμένης» κυβερνώσας ελίτ, βρίσκοντας άφθονη πρώτη ύλη στα κακώς κείμενά της. Η συμμετοχή του ακροδεξιού ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση «τεχνοκρατών» του Νοεμβρίου 2011 –η ολοκληρωτική «καθεστωτοποίησή» του δηλαδή– άνοιξε τον δρόμο για την εκλογική εκτίναξη της Χ.Α. στις εκλογές του 2012, καθώς νομιμοποίησε την παρθενική εμφάνιση ενός ακροδεξιού κόμματος στο κυβερνητικό μπλοκ εξουσίας, γεγονός καινοφανές για τα ελληνικά πολιτικά χρονικά μετά τη χούντα.
***
Η Αριστερά, μέσα σε όλα, πρέπει να σκέφτεται αυτοτελώς το ζήτημα της αντιμετώπισης της Άκρας Δεξιάς. Να μην το απωθεί, να μην το διαχειρίζεται με όρους τακτικής ή υπαγωγής στο δίλλημα «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο». Να μην υποτάσσεται στον θεσμικό κομφορμισμό, αλλά και ταυτόχρονα να μην απαξιώνει το κράτος δικαίου. Σήμερα, σε μια συγκυρία πολιτικής εδραίωσης της Αριστεράς και απίσχνανσης του δεξιού κυβερνητισμού, ένα διόλου ασήμαντο κομμάτι της ιστορικής Δεξιάς θέλγεται από την ιδέα των ακροδεξιών ενέσεων για να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες του. Ο διαρκής κίνδυνος εκφασισμού του τμήματος αυτού δεν πρέπει να εκπλήσσει όσους ξέρουν στοιχειωδώς την ευρωπαϊκή –και δη την ελληνική– ιστορία του 20ού αιώνα. Η ολίσθηση αυτή είναι απειλή για τη Δημοκρατία. Είναι απειλή για τη δυνατότητά μας να διαφωνούμε συντεταγμένα για το μέλλον αυτού του τόπου. Σήμερα, η Αριστερά έχει το –ιστορικά οικείο σε αυτήν, βέβαια– πρόσθετο φορτίο υπεράσπισης της Δημοκρατίας.
Ο Δημήτρης Χριστόπουλος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και είναι αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το κείμενο βασίζεται σε διάλεξη στη σειρά «Exploring narratives on the Greek crisis», που πραγματοποιήθηκε στο Ολλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών, στις 12.6.2014.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Ποια διάλεξη θέλετε να αναγνώσω σήμερα;

Γιώργος Αγγελόπουλος, απο το Tvxs...
Στις 26 Οκτωβρίου 1938, ο κοινωνιολόγος και φιλόσοφος καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αβροτέλης Ελευθερόπουλος έπρεπε, ως πρύτανης, να εκφωνήσει τον πανηγυρικό της ημέρας. Στην τελετή συμμετείχαν ο βασιλιάς Γεώργιος, διπλωμάτες άλλων χωρών, οι αρχές της πόλης και οι καθηγητές του πανεπιστημίου.
Ο λόγος του Ελευθερόπουλου είχε λογοκριθεί από το γενικό διοικητή Μακεδονίας Γεώργιο Κυρίμη. Ανεβαίνοντας στο βήμα ο Ελευθερόπουλος ρώτησε δημόσια το Γεώργιο: «Μεγαλειότατε, έχω εις τας χείρας μου δύο λόγους. Έναν του κ. Κυρίμη και έναν ιδικόν μου. Ποιον θέλετε να σας αναγνώσω;»
Ο έμπειρος Γεώργιος απάντησε λέγοντας «Μα φυσικά τον ιδικόν σας». Στο λόγο του ο Ελευθερόπουλος εξέφρασε θετικά σχόλια για την βαλκανική διπλωματική πολιτική του Ελ. Βενιζέλου, ζήτημα άρρηκτα συνδεόμενο με τις περί μειονοτήτων αντιλήψεις. Το ίδιο βράδυ μεταφέρθηκε κρατούμενος στην Ασφάλεια. Στις 2 Δεκεμβρίου του κοινοποιήθηκε έγγραφο απομάκρυνσης του από το Πανεπιστήμιο λόγω των απόψεων του. Στο έγγραφο αναφέρονταν: «Πρεσβεύων… ασυδότως παραδοξολόγους θεωρίας και φρονών ότι ως φιλόσοφος δεν υπόκειται εις έλεγχον… δεν παραλείπει να καυτηριάζη  το ήδη υφιστάμενον πολίτευμα…». Ο Α. Ελευθερόπουλος δεν ήταν ούτε ριζοσπάστης, ούτε αριστερός, ούτε αναρχικός. Ήταν ένας κλασσικός φιλελεύθερος αστός διανοούμενος, πολέμιος των σοσιαλιστικών ιδεών που έχαιρε βαθύτατης εκτίμησης ακόμα και ανάμεσα στους μαρξιστές των αρχών του 20ου αιώνα.
Στις 22 Απριλίου 2014 ανταλλάχθηκε στο Tweeter μια αποκαλυπτική στιχομυθία μεταξύ του διευθυντή του Γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού Γιώργου Μουρούτη και του βουλευτή της ΝΔ Ανδρέα Ψυχάρη (κεντρική φωτό). Tα σχόλια ανταλλάχθηκαν με αφορμή τις - πραγματικές ή υποτιθέμενες - απόψεις του αν. καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου Δημήτρη Χριστόπουλου, υποψήφιου ευρωβουλευτή κόμματος της αντιπολίτευσης. Γράφει ο Γ. Μουρούτης: «Για να μην ξεχνιόμαστε, ο Χριστόπουλος που αμφισβητεί τη Συνθήκη της Λωζάννης πληρώνεται από τους φόρους μας για να διδάσκει τα παιδιά μας». Ο Ανδρέας Ψυχάρης σχολιάζει:  «Φαντάζομαι ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό…».

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Ευρωπαϊκά μαθήματα από το πρόσφατο Ελβετικό δημοψήφισμα....

Το ελβετικό δημοψήφισμα για την επιβολή περιορισμών στη μαζική εισροή μεταναστών προσφέρει δύο σκληρά μα καλά μαθήματα.
1. Το πρώτο πάει στην Ευρωπαϊκή Ένωση: η Ελβετία, βάσει της απόφασης της ισχνής πλειοψηφίας του λαού της, αποφάσισε να συμπεριφερθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τρόπο που παραπέμπει σε αυτόν με τον οποίο συμπεριφέρεται η ΕΕ βάσει του ευρωπαϊκού συμφώνου για τη μετανάστευση στα κράτη που την περιβάλλουν. Το ευρωπαϊκό σύμφωνο για τη μετανάστευση είναι αυτό το οποίο ουσιαστικά θέτει φραγμούς στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ για ανθρώπους τρίτων χωρών (και δευτερευόντως το Δουβλίνο ΙΙ το οποίο και παραχώρησε τη θέση του από αρχής του 2014 στο Δουβλίνο ΙΙΙ). Η Ελβετία αποφάσισε λοιπόν την επιβολή περιορισμών στην ΕΕ για τον ίδιο ακριβώς λόγο για τον οποίον η ΕΕ έχει κλείσει τα σύνορα στο εξωτερικό της. Διότι νιώθει ότι περιβάλλεται από φτωχότερα κράτη οι πληθυσμοί των οποίων, δοθέντων της συγκυρίας της οικονομικής κρίσης και της όξυνσης των ανισοτήτων, θα επιθυμούν ολοένα και περισσότερο να μεταναστεύουν προς το πλούσιο κράτος. Η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο ευρωπαϊκός νότος – με πρώτη την Ελλάδα - η παγίωση της κοινωνικής εξάρθρωσης και οικονομικής δυσπραγίας σε μια σειρά από νέα κράτη – μέλη, με πρώτες φυσικά τη Βουλγαρία και την Ρουμανία – και η εδραίωση της φτωχοποίησης σε άλλες κοινωνίες, είναι κακά μαντάτα για την πλούσια Ελβετία. Για το λόγο αυτόν, αρχίζει να κλείνει τα σύνορά της με πρωταγωνιστές τα πιο συντηρητικά γερμανόφωνα καντόνια και φυσικά την Ακροδεξιά της.

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Οι «ασώματες κεφαλές» της διαφθοράς...

 Γιάννης Ψυχοπαίδης, «Όρθιο γυμνό» (1965), από την έκθεση με χαρακτικά του, με τίτλο «Το κόκκινο και το μαύρο», που οργάνωσε το ΜΙΕΤ και συνεχίζεται μέχρι τις 31 Ιανουαρίου στο Μέγαρο Εϋνάρδου (Αγ. Κωνσταντίνου 20)
«Τι ενισχύει τη Χρυσή Αυγή περισσότερο; Τα Μνημόνια ή ο Λιάπης;» με ρώτησε έγκριτος νομικός φίλος, ο οποίος θεωρεί αναγκαίο κακό τα πρώτα. Προσπαθώ εισαγωγικά να συνοψίσω το πρόβλημα. Κι αυτό δεν είναι τόσο ότι ο ανιψιός τού Κωνσταντίνου Καραμανλή είναι μάλλον ένοχος για τις μικροαπάτες που του καταλογίζονται, αλλά το ότι είναι σίγουρα υπεύθυνος για την εξαγρίωση ενός ήδη αλαφιασμένου λαού.

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Θα τον διαβούμε το δρόμο όπως και να είναι...

του Δημητρη Χριστοπουλου, απο το TVXS...
Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής/ FosPhotos
H δίκη του Φίλιππου Λοΐζου για τη γνωστή υπόθεση «Παστιτσίου» ήταν μια εμπειρία.
Έχω εδώ και κάμποσα χρόνια καταθέσει πολλές φορές ως μάρτυρας υπεράσπισης σε υποθέσεις που διακυβεύονται δικαιώματα, αλλά είναι η πρώτη φορά που η έδρα με κράτησε τόση ώρα. Συνήθως τέτοιου είδους μαρτυρίες ξεπετιούνται σε μερικά λεπτά ενώ προχθές κατέθετα ενώπιον του προέδρου και της εισαγγελέως  για περισσότερο από μισή ώρα.

Ο διάλογος αφορούσε δύο πράγματα: Πρώτον, αν και γιατί αυτό που έκανε ο Λοΐζος αποτελεί «κακόβουλη εξύβριση θρησκευμάτων» ή σάτιρα. Αν δηλαδή σκοπός του ήταν να βρίσει ή να δημιουργήσει γέλιο. Δεύτερον, αν και σε τι βαθμό η όποια πρόθεσή του προσβάλλει θρησκευόμενους ανθρώπους και επομένως η στάθμιση μεταξύ της ελευθερίας του λόγου του και της προστασίας της προσωπικότητας των ανθρώπων αυτών θα είχε ως πιθανή και θεμιτή έκβαση τον περιορισμό της ελευθερίας του.

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Μια παραδειγματική συνταγή κρατικής αποτυχίας...

Στα πανεπιστήμια της Ελλάδας, και όχι μόνο, σε μερικά χρόνια, στο μάθημα της πολιτικής επιστήμης, το λουκέτο στην ΕΡΤ θα διδάσκεται ως κατεξοχήν παράδειγμα κρατικής αποτυχίας. Λέω «κρατική αποτυχία» και όχι απλώς «πολιτικό λάθος», υπό την έννοια ότι το λουκέτο υπήρξε:
1. Συνταγή οριστικής διάρρηξης της εμπιστοσύνης με την κοινωνία. Η κυβέρνηση πλέον, και ορθώς, αντιλαμβάνεται ότι πλειοψηφικό τμήμα της κοινής γνώμης την εχθρεύεται και, αντίστροφα, αυτό το τμήμα την αντιλαμβάνεται ως καθολική απειλή. Το λουκέτο στην ΕΡΤ είχε σημαντικό μερίδιο στην ένταση της πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης των ανθρώπων. Το αποτέλεσμα είναι μια καθολική αδυναμία διαχείρισης των πολιτικών αποφάσεων μέσα από την αναπαραγωγή συναινέσεων. Η κυβέρνηση γνωρίζει εκ των προτέρων ότι τέτοιες συναινέσεις δεν υπάρχουν διότι (ξέρει ότι) έχει χάσει κάθε αξιοπιστία. Έτσι, αντιλαμβάνεται τις σχέσεις με τους πολίτες ως σχέσεις μόνιμου καταναγκασμού χωρίς εφεδρείες. Το κράτος δεν μπορεί πια να αποσβέσει τους κοινωνικούς κραδασμούς και για το λόγο αυτόν αναπόδραστα και προβλέψιμα καταλήγει στα ΜΑΤ. Η δύναμή του είναι η «πυγμή» του, όπως λέει και ο πρωθυπουργός μας, και όχι το μυαλό του.
2. Συνταγή διάλυσης μια συμμαχικής κυβέρνησης. Ενέτεινε τις ρωγμές, ρισκάροντας τη διάλυση μιας συμμαχικής κυβέρνησης, καθώς ο μόνος εταίρος που της έδινε μια κάποια νομιμοποίηση σε ευρύτερα ακροατήρια την εγκατέλειψε εκθέτοντάς την σε μια κρίση επιβίωσης. Παρεπόμενη απώλεια είναι ότι ο ίδιος ο εταίρος, κατόπιν αυτού, βρέθηκε σε μια δική του κρίση ταυτότητας, καθώς πλέον έγινε προφανές και στον ίδιο ότι ο συγκερασμός που επιχειρούσε διά της συμμετοχής του σε αυτήν την κυβέρνηση ήταν αδύνατος.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Ο πρώτος και ο «τρίτος» πόλος...

του Δημητρη Χριστοπουλου, απο το TVXS...
Δεν θα έγραφα κάτι αναφορικά με το κείμενο των 58 για την κεντροαριστερά. Ομολογώ ότι από (κάποιους από) αυτούς τους ανθρώπους έχω δει και πιο εμπνευσμένες προσπάθειες. Αποφάσισα να γράψω μετά τις συνεντεύξεις δύο εκ των σοβαρότερων υπογραφών στο κείμενο: των (κατά τα λοιπά, πολύ φίλων) Νίκου Αλιβιζάτου και Νίκου Μουζέλη.
Σε συνέντευξή του στον 9.84, ο πρώτος Νίκος είπε: «Έχω την εντύπωση ότι κάνοντας την επιλογή ότι σε αυτή τη φάση δεν πρέπει να κινδυνεύσει η σταθερότητα, για να βγούμε από την κρίση, αυτό το κείμενο -είτε μας αρέσει, είτε όχι-, είναι πιο κοντά προς τη συντηρητική παράταξη, παρά προς τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.».
Νομίζω ότι τα λόγια αυτά είναι ειλικρινώς στη σωστή κατεύθυνση για τους 58. Δύο είναι τα επίδικα εδώ. Αφενός, ο εκλογικός νόμος με το bonus των 50 εδρών αποτρέπει τους πολίτες από το να ψηφίσουν το κόμμα της αρεσκείας τους και τους ωθεί να ψηφίσουν μόνο για κυβέρνηση. Αφετέρου, ο ειλικρινής φόβος που προκαλεί μια πιθανής αριστερή διακυβέρνηση, η οποία, θα φέρει την καταστροφή και για το λόγο αυτό πρέπει, με κάθε τρόπο, να ανασχεθεί.
Δεδομένων αυτών, νομίζω πως δεν υπάρχει άλλη προοπτική για τους 58 από αυτήν που λέει ο Ν. Αλιβιζάτος και με σαφήνεια υπονοεί ο Ν. Μουζέλης σε συνέντευξή του στην Εφημερίδα των Συντακτών περί από-ενοχοποίησης της συνεργασίας με τη συντήρηση. Και η προοπτική αυτή είναι – νέτα σκέτα – η συνεργασία με τη Δεξιά. Αλλιώς, δεν υπάρχει νόημα στα παραπάνω. Αυτή είναι η μόνη λογική διέξοδος στο δίλημμα.

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Oργισμένοι για χθες, ικανοποιημένοι για σήμερα, ανήσυχοι για αύριο....

Του Δημητρη Χριστοπουλου, απο το TVXS...
Ο Δημήτρης Χριστόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Παντείου Πανεπιστήμιου, Αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου γράφει για τις ραγδαίες σημερινές εξελίξεις.  28 Σεπτεμβρίου 2013: έχουμε λόγους να είμαστε οργισμένοι για το χθες, ικανοποιημένοι για το σήμερα και ανήσυχοι για το αύριο..
Η 28η Σεπτεμβρίου 2013 είναι σύνθετη μέρα. Δεν προσφέρεται για μεμψιμοιρίες, ούτε όμως για πανηγύρια όσο κι αν αυτό δεν είναι εύκολο… Μετά από χρόνια ολιγωρία, οι ελληνικές δικαστικές και διωκτικές αρχές έκαναν αυτό που όφειλαν να είχαν κάνει εδώ και πολύ καιρό: να ξεκινήσουν την εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή. Μιας οργάνωσης που εκμεταλλευόμενη την ελληνική νομοθεσία και συνταγματική παράδοση φόρεσε το μανδύα του πολιτικού κόμματος διευρύνοντας το εγκληματικό της έργο και αυξάνοντας την επιρροή της στην ελληνική κοινωνία.
Ως πολίτες, έχουμε λόγο να είμαστε οργισμένοι γιατί:
  • Ήταν ανάγκη η θυσία ενός Έλληνα, ενός «από μας», μετά από σωρεία εγκλημάτων εναντίον μεταναστών κυρίως, προκειμένου η εκτελεστική εξουσία να καταλάβει ότι «δεν πάει άλλο» καθώς απειλούνται όλα τα έννομα αγαθά της ελληνικής πολιτικής κοινότητας.
  • Χρειάστηκε μια ανθρωποκτονία ώστε η ελληνική δικαιοσύνη, κατά δημόσια παραγγελία της εκτελεστικής εξουσίας, να προβεί σε αυτό που ήταν ούτως ή άλλως το πολιτειακό της καθήκον: να προβεί σε διώξεις για εγκλήματα που είτε ήταν, είτε όφειλαν να είναι σε γνώση της.
  • Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης «ανακαλύπτουν» σήμερα την εγκληματική φύση μιας οργάνωσης που τόσα χρόνια εξέθρεψαν στα αδηφάγα «παράθυρά» τους.

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Μια εκπαιδευτική τερατογένεση...

Των Κωστή Παπαϊωάννου* – Δημήτρη Χριστόπουλου**, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

Οι συνθήκες υπό τις οποίες ξεκινά η νέα σχολική χρονιά δημιουργούν έντονη ανησυχία σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο στην Ελλάδα. Οι συνθήκες αυτές δεν θέτουν απλώς σε αμφισβήτηση τις ελάχιστες εναπομείνασες καταπονημένες λειτουργικές σταθερές του εκπαιδευτικού συστήματος.
Κάνουν κάτι πολύ σοβαρότερο. Θέτουν σε σοβαρή αμφισβήτηση την ίδια την πρόσβαση στην εκπαίδευση για έναν πολύ μεγάλο αριθμό μαθητών και αποδομούν με ριζικό τρόπο το εκπαιδευτικό περιβάλλον για τους υπόλοιπους.

Αργά ή γρήγορα, θα ερχόταν και η σειρά της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης να «μεταρρυθμιστεί» κατά το γνωστό μοντέλο που επιτάσσει η πολιτική ρητορική του νεοφιλελεύθερου μεταρρυθμιστικού λαϊκισμού της Ελλάδας των Μνημονίων. Η ρητορική αυτή δεν διαλύει απλώς αυτό που κάποτε λογιζόταν ως ο χώρος της κοινωνικής ευθύνης του κράτους, αλλά και απομακρύνει κάθε προοπτική ανάδειξης και βελτίωσης των υπαρκτών κακώς κειμένων και παθογενειών στον χώρο της δημόσιας διοίκησης. Και φυσικά στη θέση της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης μπορεί να μπει ο οποιοσδήποτε τομέας άσκησης δημόσιας πολιτικής. Με απλά λόγια: τα ελληνικά σχολεία απείχαν πολύ από το να είναι αυτό που θα θέλαμε. Ωστόσο, αυτό στο οποίο μετατρέπονται τώρα δεν απέχει καθόλου από ό,τι σίγουρα αποστρεφόμαστε: μια εκπαιδευτική τερατογένεση.

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

το συμβάν της 11ης Ιουνίου 2013 αφορά όλους τους Ευρωπαίους δημοκράτες...

Δημήτρης Χριστόπουλος, περιοδικο Χρονος...
Η Ελλάδα χωρίς δημόσια ραδιοτηλεόραση  
Δεν νοείται σύγχρονη δημοκρατία χωρίς δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση. Αυτό που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο αναφορικά με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου που έκλεισε τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα στην Ελλάδα, πρέπει δυστυχώς να επισημανθεί. Διότι στα σύγχρονα κράτη το δικαίωμα στην πληροφόρηση των πολιτών προϋποθέτει την παρουσία του κράτους στον χώρο της ενημέρωσης. Συνεπώς, με τη χθεσινή κυβερνητική ενέργεια, η Ελλάδα βρέθηκε κατάφωρα έξω από τον χάρτη των σύγχρονων δημοκρατιών σε ό,τι αφορά το δικαίωμα της πληροφόρησης και συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας. Ο δε τρόπος με τον οποίο μεθοδεύτηκε και υλοποιήθηκε η απόφαση αυτή, φέρνει στο νου τις πιο σκοτεινές στιγμές του 20ού αιώνα για το ελληνικό πολίτευμα. Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και ο απλός άνθρωπος που δυσανασχετούσε με τις χρόνιες παθογένειες της Ε.Ρ.Τ. έχει μείνει ενεός. «Αυτό δεν πιστεύαμε ότι θα το βλέπαμε», ψιθυρίζουν οι περισσότεροι. Και όμως, το πιο αποφασιστικό χτύπημα είναι αυτό που δεν θα περίμενε κανείς… Προετοιμάζει για τα χειρότερα και κυρίως διδάσκει τον κόσμο ότι δεν μπορεί ποτέ πια να είναι σίγουρος για τίποτε. Αυτό είναι ο κύριος στόχος πίσω από τον τρόπο με τον οποίο πορεύονται οι ελληνικές κυβερνήσεις τα τελευταία τρία χρόνια υπό την επίβλεψη της τρόικας. Αυτό συνιστά την πεμπτουσία του νεοφιλελεύθερου πειράματος.
Όποια παρέμβαση ήθελε να κάνει η κυβέρνηση στη δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση προς την κατεύθυνση εξορθολογισμού των υπηρεσιών της έχει ως συνταγματικό όριο τη λειτουργία της. Η παύση της λειτουργίας της Ε.Ρ.Τ. ξεφεύγει από τα όρια του συνταγματικού πολιτεύματος, ενώ οι μαζικές απολύσεις παραβιάζουν με προφανή τρόπο ό,τι απέμεινε από την ελληνική εργατική νομοθεσία αλλά και το κοινοτικό δίκαιο. Η δημόσια ραδιοτηλεόραση δεν είναι μια οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία. Είναι αγαθό δημοσίου συμφέροντος, η απρόσκοπτη διάθεση του οποίου στους πολίτες δεν επαφίεται στις ορέξεις του εκάστοτε κυβερνώντος. Ο έλεγχος της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης που προβλέπει το ελληνικό Σύνταγμα (Άρθρο 15, παρ. 2) δεν είναι εμπράγματο δικαίωμα της κυβέρνησης επί της τηλεόρασης όπως το αντιλαμβάνονται αυτοί που κυβερνούν την Ελλάδα προκειμένου να ικανοποιηθεί η αξίωση των δανειστών της χώρας για 2.000 απολύσεις από το δημόσιο. Αυτά τα αυτονόητα για μια σύγχρονη δημοκρατία πρέπει να διευκρινίζονται στην Ελλάδα του 2013.
Το αν ο ελληνικός λαός είναι σε θέση να εμπιστευτεί αυτή την κυβέρνηση που χρησιμοποιεί τη δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση ως βραχίονα της πιο γκροτέσκας προπαγάνδας και χειραγώγησης για να «εξυγιάνει» την Ε.Ρ.Τ. είναι άλλης φύσης –ρητορικό– ερώτημα, το οποίο φυσικά όχι μόνο δεν πρέπει να απωθείται αλλά πρέπει διαρκώς να τίθεται από όσους διακονούν πολιτικές εξυγίανσης του δημοσίου τομέα στην Ελλάδα. Προκαλεί αποτροπιασμό μέσα στην οδύνη των ημερών ότι αυτός ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο οποίος χθες σε μια ανακοίνωση-απαύγασμα του κρατικού αυταρχισμού, λαϊκισμού και ρεβανσισμού δήλωσε ότι «the party is over» θα είναι αυτός που θα ηγηθεί της προσπάθειας ανασυγκρότησης της δημόσιας ραδιοφωνίας και τηλεόρασης στην Ελλάδα. Διότι απλώς το «party» ήταν (και) δικό του. Δεν ήταν του ελληνικού λαού.
Όμως ο Έλληνας πρωθυπουργός με τη χθεσινή απόφαση επιχειρεί κάτι άλλο. Καθώς ουδείς εχέφρων άνθρωπος σε αυτή τη χώρα θεωρεί ότι η κυβέρνησή του είναι σε θέση έστω και στοιχειωδώς να βελτιώσει την Ε.Ρ.Τ., κάνει μια επίδειξη πολιτικής πυγμής με σκοπό να πείσει τους εντός όσο και τους εκτός Ελλάδας ότι η κυβέρνησή του –και μόνον αυτή– μπορεί να διασφαλίσει τα δικαιώματα των δανειστών στην Ελλάδα. Η Ε.Ρ.Τ. είναι η αρχή. Ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται επικοινωνιακά αυτή η επίδειξη στριμώχνει ασφυκτικά μέχρι το σημείο του πολιτικού αφανισμού, τούς ήδη βυθισμένους στην ηθική απαξίωση εταίρους του, και υποβάλλει πλέον την αξιωματική αντιπολίτευση σε διλήμματα πιο βαθιά φέρνοντάς την αντιμέτωπη με την επιτακτική ανάγκη της «βίαιης ωρίμανσής» της. Οι ανεπάρκειες της αξιωματικής αντιπολίτευσης πλέον βαραίνουν περισσότερο από ποτέ καθώς η συνέχιση αυτής της κυβερνητικής θητείας είναι εγκληματική.
Είναι γεγονός ότι η δημοκρατία στην Ελλάδα δοκιμάζεται. Πιο συμβολικό στιγμιότυπο αυτής της δοκιμασίας από το «μαύρο» στην οθόνη της Ε.Ρ.Τ. το βράδυ της Τρίτης 11ης Ιουνίου και 2.656 απολύσεις από το δημόσιο με τις υπογραφές δύο υπουργών δύσκολα επινοείται. Αν το εγχείρημα αυτό πετύχει στην Ελλάδα, είναι σίγουρο πως θα περάσει τα ελληνικά σύνορα. Για τον λόγο αυτόν είναι κρίσιμο για τη δημοκρατία στην Ευρώπη να ανατραπεί.
Να μην εκπλήσσει ότι το μαύρο στην οθόνη της Ε.Ρ.Τ. βρήκε έναν υπερασπιστή: τους Έλληνες ναζί. Υπ’ αυτή την έννοια, το συμβάν της 11ης Ιουνίου 2013 αφορά όλους τους Ευρωπαίους δημοκράτες.

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Οι λέξεις και τα πράγματα: Σχετικά με τις δηλώσεις Γαϊτάνη για το «όνομα» των γειτόνων...

Του Δ. Χριστόπουλου,  TVXS..
Η βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ, Ιωάννα Γαϊτάνη, εξέφρασε την άποψη ότι η γειτονική χώρα δεν πρέπει να αποκαλείται με το όνομα της πρωτεύουσάς της αλλά με το συνταγματικό της όνομα. Επιθυμώ να εκφράσω τη συμπαράστασή μου στη γυναίκα αυτή, την οποία δε γνωρίζω προσωπικά, καθώς με παρρησία εξέφρασε μια θέση που συνεχίζει, για περισσότερα από 20 χρόνια, να θεωρείται ως ο απόλυτος εφιάλτης της ελληνικής εξωτερικής στα Βαλκάνια. Μιας πολιτικής απολύτως αποτυχημένης ως προς τα αποτελέσματά της, εθνικιστικής και αυταρχικής ως προς την έμπνευσή της, της οποίας ο πρωταγωνιστής έχει όνομα και συμβαίνει να τον έχουμε και πρωθυπουργό πλέον. Καλό είναι να μη τα ξεχνάμε αυτά.
Η ελληνική πολιτική για το 'όνομα' εξέθρεψε τον ελληνικό και τον μακεδονικό εθνικισμό όσο καμία άλλη, απομόνωσε διεθνώς τη χώρα καθιστώντας την μέρος του βαλκανικού προβλήματος, κατανάλωσε απίστευτο πολιτικό κεφάλαιο σε στιγμές που η ελληνική εξωτερική πολιτική είχε πολύ σοβαρά θέματα να αντιμετωπίσει και φυσικά ακόμη και σήμερα, μια χρεοκοπημένη χώρα αντί να κλείνει μέτωπα ώστε να ασχοληθεί με διεθνείς συμμαχίες για να σωθεί, έχει και τους ανοιχτούς μακεδονικούς λογαριασμούς που μας κληροδότησε ο κ. Σαμαράς.

Έτσι έχουν τα πράγματα.

Προσωπικά πιστεύω ότι σήμερα η εξωτερική πολιτική για το 'όνομα' πρέπει να σταθεί αυτοκριτικά απέναντι στον εαυτό της (το κάνει εν μέρει ήδη) και να συμβάλει ώστε να οδηγηθούμε σε έναν τίμιο συμβιβασμό ο οποίος θα περιλαμβάνει μεν μια σύνθετη ονομασία με κάποιον επιθετικό προσδιορισμό για το κράτος, αλλά δεν θα αμφισβητεί την ύπαρξη μακεδονικού έθνους. Ας γίνει κατανοητό λοιπόν ένθεν και ένθεν ότι τη στιγμή που η Ελλάδα δεν μπορεί να υποστεί μια απόλυτη διπλωματική ήττα, οι γείτονές μας δεν μπορούν να αρνηθούν την ταυτότητά τους επειδή εμάς (η ταυτότητα αυτή) δε μας αρέσει. Εξάλλου, ο μακεδονικός εθνικισμός είναι εθνικισμός και θα παραμείνει ακόμη και αν του στερήσουμε το όνομα. Μάλλον μεγαλώνει, επειδή του το στερούμε.

Τα παραπάνω τα θεωρώ αυτονόητα, ελάχιστο παρονομαστή ενός καλώς νοούμενου ρεαλισμού και αίσθησης δικαιοσύνης στις διεθνείς σχέσεις.

Σε κάποιο απόσπασμα των δηλώσεων της κυρίας Γαϊτάνη διάβασα κάτι με το οποίο όμως θα πρέπει να διαφωνήσω: "Το όνομα συνιστά απλώς άλλοθι και χρησιμοποιείται ως προκάλυμμα προκειμένου να καλυφθούν άλλα πράγματα που συμβαίνουν. Αιτία για αυτό που συμβαίνει με το όνομα είναι τα συμφέροντα των Ελλήνων καπιταλιστών στη Μακεδονία". Εδώ η βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ σφάλλει πολλαπλώς, θύμα ούσα ενός ευρέως διαδεδομένου οικονομισμού και αναγωγισμού στην ελληνική αριστερά.

Πηγαινοέρχομαι χρόνια τώρα στη γειτονική χώρα, έχω μιλήσει με πολλούς Έλληνες καπιταλιστές που επενδύαν εκεί και κανείς, μα κανείς δεν μου έχει πει τι ωραία που τα έχει κάνει η Ελλάδα με το θέμα του «ονόματος». Αντιθέτως, όλοι λένε πόσο λάθος (για να μην πω τη λέξη που κατά κανόνα άκουγα) ήταν αυτή η πολιτική.

Αιτία της ελληνικής μεταψυχροπολεμικής πολιτικής στο μακεδονικό είναι η αγοραία επένδυση στον εθνικιστικό λόγο. Το μακεδονικό ήταν η αρχή της μεταπολιτευτικής αναβίωσης του ελληνικού εθνικισμού που, μέσα από τις διάφορες διαδρομές του στο λόγο της πολιτείας και της εκκλησίας, κατέληξε στο κτήνος που βλέπουμε σήμερα.

Οι Έλληνες καπιταλιστές ευθύνονται για πολλά. Όχι όμως για αυτό.

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Μετεκλογικοί τίτλοι στο νέο πολιτικό τοπίο...

του Δημήτρη Χριστόπουλου απο τα Ενθεματα...
Το πολιτικό τοπίο, όπως διαμορφώθηκε μετά τον Ιούνιο, μας θέτει ενώπιον μιας νέας ιστορικής συνθήκης, η εννοιολόγηση της οποίας αξιώνει συνέχειες και τομές. Μια προσπάθεια ταξινόμησης του τοπίου αυτού θέτει τέσσερις τίτλους με όρους ιεράρχησης, από το σημαντικότερο στο λιγότερο σημαντικό. Θα ήθελα να το υπογραμμίσω, καθώς πολύ συχνά, συνεπαρμένοι από τα γεγονότα, έχουμε την τάση να ξεχνάμε να κάνουμε ιεραρχήσεις ή να τις κάνουμε λάθος.
Τίτλος πρώτος: Επέλαση του  νεοφιλελευθερισμού και νεοσυντηρητισμού

Françoise Lucbert, «Καθιστός άντρας», 1913-14
Αν πριν λίγα χρόνια –σε πολλούς Έλληνες, και όχι μόνο αριστερούς– μας έλεγαν ότι η Ελλάδα θα έχει αυτόν τον πρωθυπουργό θα το θεωρούσαμε αυτοτελή αιτία καταστροφής. Πολλώ δε μάλλον τώρα, που έχουμε αυτόν τον πρωθυπουργό σε μια χώρα που καταστρέφεται. Έτσι έχουν τα πράγματα, και το χάπι δεν χρυσώνεται. Το πρώτο λοιπόν συμπέρασμα, που συνάγεται αβίαστα, είναι ότι καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε την ηγεμονία μιας πολιτικής συμμαχίας δύο ιδεολογιών στην υπερβολή τους. Νεοφιλελευθερισμός ευρωπαϊκής κοπής στη βάση, νεοσυντηρητισμός ελληνικής κοπής στο εποικοδόμημα. Είναι, νομίζω, η πρώτη φορά στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία που έχουμε τον συνδυασμό αυτό σε τέτοια ισχυρή δοσολογία.  Συνήθως είχαμε νεοσυντηρητισμό στους θεσμούς με πατερναλισμό στην οικονομία ή, σπανιότερα, το ανάποδο. Πάντως, σε αυτή την ευρωπαϊκή συγκυρία της νεοφιλελεύθερης συνταγής για την αντιμετώπιση της κρίσης, είναι ιδιαίτερο ότι έχουμε έναν πρωθυπουργό που βρίσκει πολύ χρόνο, προεκλογικά και μετεκλογικά, να θυμίζει ότι πρέπει να ασχοληθεί και με τον «νόμο Ραγκούση» για την ιθαγένεια.

Τίτλος δεύτερος: κοινοβουλευτική και κοινωνική εφόρμηση του νεοναζισμού

Η Αριστερά άργησε, αλλά άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι αυτό είναι ένα αυτοτελές πολιτικό διακύβευμα, το οποίο δεν χωράει συμψηφισμούς. Το εκλογικό σώμα της Χρυσής Αυγής αποτελείται από τρεις ομόκεντρους κύκλους. Ο πρώτος κύκλος και στενός πυρήνας είναι η συμμορία, αυτό που ανέκαθεν ήταν η Χρυσή Αυγή.  Ο δεύτερος εμπνέεται από την πολιτική κουλτούρα της αποενοχοποίησης του δωσιλογισμού και του βασιλοχουντισμού, κάτι που δεν τόλμησε –ή μάλλον δεν κατάφερε επαρκώς– το ΛΑΟΣ. Ο τρίτος και μεγαλύτερος κύκλος αποτελείται κατά κύριο λόγο από τμήματα της αφηνιασμένης μικροαστικής τάξης που συμπιέζεται, κατ’ ουσίαν εξαφανίζεται. Η τάξη αυτή, με εμπροσθοφυλακή τη νεολαία της, ήταν εδώ και έναν αιώνα η κατεξοχήν πελατεία του φασισμού, κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε.

Ο κάθε κύκλος, επειδή εκπροσωπεί ένα διαφορετικό στίγμα, χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση. Το σίγουρο είναι ότι μια πολιτική στρατηγική ανάσχεσης του νεοναζισμού δεν μπορεί παρά να έχει ως στόχο την αποσύνδεση των κύκλων, την παύση της επικοινωνίας τους: οι αφηνιασμένοι μικροαστοί να δώσουν άλλη διέξοδο στην αγανάκτησή τους, οι παραδοσιακοί ακροδεξιοί να νοσταλγούν τη χούντα στις συναγωγές τους μόνοι τους, και οι υπόλογοι εγκληματικών ενεργειών να αντιμετωπίσουν το κράτος δικαίου. Αυτό σημαίνει δουλειά σε τέσσερα επίπεδα: πολιτικό, ιδεολογικό, θεσμικό και κοινωνικό.

Καταρχάς, καλούμαστε να συμβάλουμε στη σφυρηλάτηση μιας αντιακροδεξιάς πολιτικής κουλτούρας, από το Κοινοβούλιο ως τα media. Αυτό σημαίνει ανατροπές. Είδαμε προεκλογικά, λόγου χάρη, γνωστούς δημοσιογράφους του επικοινωνιακού στερεώματος, που εξ επαγγέλματος απαξιώνουν τους συνομιλητές τους, να αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα με τους εκπροσώπους της Χρυσής Αυγής. Άλλο όμως οι εξυπνάδες και οι ατάκες, και άλλο η αντιμετώπιση του κτήνους. Το δεύτερο επίπεδο είναι αυτό της ιδεολογίας. Εδώ, η κρίσιμη λέξη είναι η ασφάλεια. Οφείλουμε να την  επαναπατρίσουμε. Σαν μας ρωτάνε «ασφάλεια ή ελευθερία» να μην απαντάμε αφελώς «ελευθερία», αλλά «και τα δύο». Διότι η ασφάλεια είναι η κατάσταση της ελευθερίας. Η μόνη κατάσταση που την επιτρέπει. Για το έγκλημα δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον τρόπο από το κράτος δικαίου και τους θεσμούς του, αρχής γενομένης από το ξήλωμα του παρακράτους που έχει δημιουργήσει ο νεοναζισμός στα ελληνικά σώματα ασφαλείας. Όπως έλεγε ο Ηλίας Ηλιού, «να τους ταράξουμε στη νομιμότητα». Τιμωρία. Τέλος, στο κοινωνικό επίπεδο, εκεί δηλαδή που ο νεοναζισμός κινείται ανεμπόδιστος, χρειάζεται ανακατάληψη του δημόσιου χώρου. Όταν δέρνουν μετανάστες, η κοινή γνώμη αδιαφορεί. Όταν δέρνουν αριστερούς, η κοινή γνώμη ενοχλείται αλλά δεν πολυμιλά. Όταν όμως θα διαλύσουν ένα κοινωνικό φαρμακείο, τότε ο κόσμος θα τους απομονώσει.

Τίτλος τρίτος: ριζοσπαστικοποίηση των εναλλακτικών προτάσεων εξουσίας και πόλωση

Το τρίτο νέο που έφεραν οι εκλογές είναι αυτό που συχνά μας αρέσει να θεωρούμε πρώτο: το 4% που έγινε 27%. Το κρίσιμο εδώ είναι πως η πολιτικοϊδεολογική απόσταση μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν υπήρξε  ποτέ μεγαλύτερη, ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Ευρώπη. Ενώ είχαμε φτάσει σε ένα σημείο όπου χρειαζόταν μεγεθυντικός φακός για να εντοπίσει κανείς τις διαφορές κυβέρνησης-αντιπολίτευσης, τώρα η εικόνα κραυγάζει. Η ριζοσπαστικοποίηση αυτή μπορεί να προσφέρει έντονες συγκινήσεις, δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε πόσο εύθραυστη και επιρρεπής σε ανατροπές είναι. Για τον λόγο αυτό, πάλι χρειάζεται δουλειά σφυρηλάτησης ενός συλλογικού υποκειμένου με επίγνωση και στοχασμό. Ανατροπή χωρίς επίγνωση είναι απερισκεψία. Και οι απερισκεψίες του 27% είναι πολύ ακριβές. Διότι το πιο πιθανό είναι ότι  δεν θα οδηγήσουν στην επανεδραίωση της δικομματικής εναλλαγής μεταξύ των δύο εκδοχών του πολιτικού κέντρου, αλλά στην αναμέτρηση με το κτήνος (του δεύτερου τίτλου).

Τίτλος τέταρτος: Η κεντροαριστερά στην κυβέρνηση

Το γεγονός έχει τη σημασία του, αλλά έχει επίσης σημασία να μην προτάσσουμε τον τέταρτο τίτλο στη θέση του πρώτου.  Η συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση θέτει το κόμμα αυτό ενώπιον πρωτοφανών διλλημάτων για την ελληνική Αριστερά, στα οποία κανείς δεν μπορεί να είναι αδιάφορος. Εξ αντικειμένου, η εν λόγω επιλογή έχει θέσει τη ΔΗΜΑΡ στον αστερισμό της αποσταθεροποίησης, όπως εξάλλου, θα συνέβαινε, και πιο έντονα, στην περίπτωση της συνεργασίας της με τον ΣΥΡΙΖΑ. Το κόστος τούτο, η ΔΗΜΑΡ το ανέλαβε. Πρόβλημά της. Το κάθε πολιτικό υποκείμενο είναι υπεύθυνο για τις πράξεις και τις παραλείψεις του και ούτως ή άλλως πληρώνει γι’ αυτό. Η ιστορική βλέψη της κατάληψης του πολιτικού κέντρου είναι ένας στόχος που έχει τα ρίσκα του. Η ουσία είναι ότι η συμμετοχή της κεντροαριστεράς στην κυβέρνηση τη θέτει σε μια θέση εξόχως δύσκολη, καθώς η υπόλοιπη Αριστερά (και μείζον τμήμα της κοινωνίας) κατ’ ουσίαν μόνο σε αυτήν απευθύνεται, διότι μόνο από αυτήν έχει προσδοκία να εισακουστεί. Αυτό είναι τεράστιο βάρος για τη ΔΗΜΑΡ στο οποίο, στη συγκυρία αυτήν, είναι σχεδόν αδύνατο να αντεπεξέλθει. Ό,τι όμως σωθεί, καλό είναι.

Η κουλτούρα της συνεργασίας…

Πολιτική χωρίς συμμαχίες δεν γίνεται. Δεν έχει υπάρξει Αριστερά που να έχει καταφέρει να προτάξει λόγο κυβέρνησης και μακροσκοπικά λόγο εξουσίας χωρίς την κεντροαριστερά.  Αυτό έχει μείζονα σημασία σε μια ιστορική συνθήκη πόλωσης και ολικής δεξιάς μετατόπισης του ισχυρού πόλου. Το εκλογικό σώμα της ΔΗΜΑΡ, με συνοπτικές διαδικασίες για την κυοφορία των οποίων αρκούσε το μεσοδιάστημα ανάμεσα στις εκλογές, μετατοπίστηκε κατά 50% προς τα δεξιά, καθώς το ¼ ριζοσπαστικότερο τμήμα του 6% των εκλογών του Μαΐου πήγε στο ΣΥΡΙΖΑ και ένα νέο ¼ ερχόμενο από τα δεξιά αναπλήρωσε αυτό το κενό. Το ΠΑΣΟΚ πλέον, απαλλαγμένο από τις μεταρρυθμιστικές ιδεοληψίες της προηγούμενης ηγεσίας του, κλείνει άδοξα τον κύκλο της δεξιάς στροφής του, μεταλλασσόμενο, σύμφωνα με τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά του εκλογικού του ακροατηρίου, σε ένα «μικρό κόμμα της κεντροδεξιάς», όπως είπε ο Η. Νικολακόπουλος σε μια εκδήλωση της Πρωτοβουλίας για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας στις 19 Ιουνίου. Η Ν.Δ. του Α. Σαμαρά μόνο σε ελάχιστα  θυμίζει το κόμμα του «μεσαίου χώρου» που ευαγγελίζονταν, μακριά από τις «ακραίες δυνάμεις», ο πρώην πρωθυπουργός της. Τέλος, οι «ακραίες δυνάμεις» πλέον δεν θυμίζουν σε τίποτε τους κουτοπόνηρους χαριεντισμούς του καναλάρχη του ΛΑΟΣ με τους μεγαλοδημοσιογράφους του συστήματος, αλλά φέρουν τη μεταφορά της τέχνης του street fighting στην τηλεόραση από τον νεαρό υπαρχηγό της συμμορίας. Η Ακροδεξιά σήμερα δεν είναι ο αγοραίος εθνικισμός του ΛΑΟΣ, αλλά ο νεοναζισμός της Χ.Α.. Η Δεξιά δεν είναι ο ντιλενταντισμός του Καραμανλή, αλλά ο αφόρητος νεοσυντηρητισμός του Σαμαρά. Η κεντροδεξιά εκφράζεται κατεξοχήν από το ΠΑΣΟΚ που ολοκλήρωσε (;) τη συντηρητική του στροφή πριν την πιθανή διάλυσή του. Η κεντροαριστερά, με τη σειρά της, εκφράζεται με τον πιο αυθεντικό τρόπο από τη ΔΗΜΑΡ που εύλογα διεκδικεί να καθίσει στην μεγάλη άδεια καρέκλα του πολιτικού χώρου αυτού, είτε ως αυτοτελές κόμμα είτε ως συστατικό ενός νέου πολιτικού σχηματισμού.  Το κρίσιμο πάντως είναι ότι το σημείο τομής στη διαίρεση Αριστεράς-Δεξιάς του ελληνικού πολιτικού φάσματος τοποθετείται εντός της ΔΗΜΑΡ.

…και το ζητούμενο ενός αναλογικού εκλογικού συστήματος

Στο επίπεδο της κοινοβουλευτικής κουλτούρας, η Αριστερά ανέκαθεν έθετε την απλή αναλογική ως το μόνο εκλογικό σύστημα που ανταποκρίνεται στο αξιακό σύστημα και τις πολιτικές  της προτεραιότητες. Έτσι, η απλή αναλογική έχει ιστορικά περίοπτη θέση στην ατζέντα όλων των αριστερών αποχρώσεων, αποτελώντας ένα από τα ελάχιστα αιτήματα που ενώνει την όλη Αριστερά, από το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ ως τη ΔΗΜΑΡ και τα υπόλοιπα μικρά κόμματα. Όντως, η απλή αναλογική είναι το δικαιότερο εκλογικό σύστημα. Πάρα ταύτα, κατά την άποψή μου, το ζητούμενο μιας βιώσιμης κυβέρνησης επιβάλλει (ή επιτρέπει), υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ένα «πλειοψηφικό μπόλιασμα», δηλαδή την ενίσχυση του πρώτου κόμματος. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η συγκέντρωση ενός εκλογικού ποσοστού πάνω από τουλάχιστον 40% και ταυτόχρονα η ύπαρξη μιας ικανής απόστασης  (της τάξης του 5%) από το δεύτερο κόμμα. Η σώρευση αυτών των συνθηκών δείχνει με σαφήνεια ότι ένα μείζον πλειοψηφικό ρεύμα του λαού θέλει να κυβερνηθεί με τον α΄ ή  β΄ τρόπο. Συνεπώς, το μέγεθός του επιτρέπει ή καθιστά ενδεδειγμένη την κοινοβουλευτική του ενίσχυση,  προκειμένου να μπορέσει να κυβερνήσει. Ταυτόχρονα, απαραίτητο είναι να μειωθείκαι το όριο του 3%, το οποίο αλλοιώνει τη βούληση ενός τμήματος του λαού που δεν κατευθύνει την ψήφο του στο κόμμα της επιλογής του εξαιτίας της πρόβλεψης ότι αυτό δεν θα μπορέσει να εκφραστεί κοινοβουλευτικά.

Πάντως, τα προηγούμενα, κατά την άποψή μου, επιθυμητά στοιχεία πλειοψηφικής ενίσχυσης ενός αναλογικού εκλογικού συστήματος, δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν ένα εκλογικό αποτέλεσμα σαν και αυτό της 17ης Ιουνίου, από το οποίο δεν πιστοποιείται η ύπαρξη ενός ρεύματος άξιου πλειοψηφικής ενίσχυσης διά του εκλογικού νόμου. Αν υποθέσουμε λοιπόν ότι αυτές οι εκλογές γίνονταν με ένα αναλογικό σύστημα (και διατήρηση του 3%), το αποτέλεσμα θα ήταν η ΝΔ να έχανε περίπου 30 έδρες, ο ΣΥΡΙΖΑ να κέρδιζε περίπου 15, το ΠΑΣΟΚ 5 ή 6 και τα υπόλοιπα τρία κόμματα θα αύξαναν την δύναμη τους με 3 ή 4 βουλευτές ανά κοινοβουλευτική ομάδα. Οι προηγούμενοι υπολογισμοί μόνο κατά προσέγγιση μπορούν να γίνουν, καθώς εξ ορισμού υπάρχει μια μικρή απόκλιση στην εκλογική συμπεριφορά εξαιτίας του αναλογικού εκλογικού συστήματος.

Γιατί γράφω τα προηγούμενα; Διότι, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, καλούμαστε να σκεφτούμε τι θα κάναμε με απλή αναλογική, για να δούμε τι πραγματικά θα κάνουμε όταν και αν έρθει η ώρα ενός αναλογικού εκλογικού συστήματος. Εκτός αν το ενδεχόμενο αυτό δεν μας απασχολεί, οπότε η απλή αναλογική αντί για ένα πράγματι δύσκολο στοίχημα για την εδραίωση μιας κουλτούρας συνεργασίας (ανα)μέσα στην Αριστερά, είναι μια (ακόμη) καραμέλα της.

O Δημήτρης Χριστόπουλος διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και είναι μέλος του συντονιστικού της Πρωτοβουλίας για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας.

Ροη αρθρων