Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΙΒΙΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΙΒΙΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Απριλίου 2014

Οι αυτόχθονες δεν γιορτάζουν, διεκδικούν...

του Δημητρη Γκιβιση, απο το Red NoteBook...
Μέσα στα συνήθη ταρατατζούμ γιορτάστηκε χθες η «Indian day» (ή «Dia do Indio» στα βραζιλιάνικα), η ετήσια γιορτή που γίνεται δήθεν επειδή η λευκή Βραζιλία θυμάται την σημασία των αυτόχθονων πληθυσμών της χώρας.
Η γιορτή ξεκίνησε να γιορτάζεται στις 19 Απριλίου στο Σάο Παόλο μετά από νομοθετικό διάταγμα του 1943. Ωστόσο, πίσω από την φανταχτερή εικόνα με τα σημαιάκια και τους χιλιάδες μαθητές που ομοιόμορφα ντυμένοι με τα ρούχα των ιθαγενών συμμετείχαν στις εκδηλώσεις, η πραγματικότητα είναι διαφορετική: οι αυτόχθονες Γκουαρανί της πόλης δεν είχαν τίποτα να γιορτάσουν. Όπως οι ίδιοι λένε «είναι μια ημέρα που χρησιμοποιείται από τις κυβερνήσεις και τις οικονομικές ελίτ για να δικαιολογήσουν την εκμετάλλευση και της αδικία, για να εξαπατήσουν τον κόσμο. Εμείς θα γιορτάσουμε μόνο τότε που θα ανακτήσουμε τα εδάφη μας». 
 
Στις αρχές Απριλίου οι αυτόχθονες της περιοχής ξεκίνησαν την εκστρατεία «Resistencia Guarani», που υπογράφεται μέχρι σήμερα από περίπου 30.000 ανθρώπους. Με την εκστρατεία αυτή απαιτούν από τον υπουργό Δικαιοσύνης Jose Eduardo Cardozo την οριοθέτηση της γης που τους ανήκει και την εκπλήρωση των συνταγματικών υποχρεώσεων του κράτους απέναντί τους. Το αίτημα για την επιστροφή της κλεμμένης γης των προγόνων τους στηρίζεται στο προεδρικό διάταγμα που ρυθμίζει την οριοθέτηση των περιοχών των αυτοχθόνων όλης της χώρας, στο οποίο υπάρχει και σαφής αναφορά στον τρόπο αποζημίωσής τους αν το κράτος απαλλοτριώσει την γη. 

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Στην Νικαράγουα η ζάχαρη έχει μια γεύση πικρή...

του Δημητρη Γκιβιση, απο τη στηλη "μια ματια στον κοσμο" του Red NoteBook...
Στις 20 Νοεμβρίου στην Μεντελίν της Κολομβίας, το ίδρυμα για την Νέα Ιβηροαμερικανική Δημοσιογραφία (FNPI)
ανακοίνωσε τους νικητές του ετήσιου βραβείου δημοσιογραφίας «Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες», που επιλέχτηκαν από περίπου 1.400 υποψηφίους.

Στην κατηγορία δημοσιογραφική φωτογραφία τιμήθηκε ο περουβιανός φωτογράφος του Associated Press, με έδρα στη Νικαράγουα, Εστεμπάν Φέλιξ, για το έργο του «Ζάχαρη μπίτερ, η μυστηριώδης επιδημία», που αντανακλά την τραγωδία των πρώην εργαζομένων της Ingenio San Antonio (Sugar Estates Ltd) και των οικογενειών τους.

Ο φωτογράφος εισάγει τον θεατή στο δράμα και τον καθημερινό πόνο χιλιάδων ανθρώπων που ζουν στη δυτική Νικαράγουα, το μέλλον των οποίων παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο και συνδέεται στενά με την επέκταση της μονοκαλλιέργειας, στην προκειμένη περίπτωση του ζαχαροκάλαμου, και με μια ανεξέλεγκτη επιδημία χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας.

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

«Κάθε χρέος που δημιουργείται από την διάσωση των τραπεζών πρέπει να θεωρηθεί παράνομο»...

Συνέντευξη με τον Ερίκ Τουσέν, απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
-Αντιμέτωποι με την τρέχουσα κρίση του δημόσιου χρέους, αναφέρεστε σε έναν έλεγχο του για να μην πληρωθεί το  παράνομο χρέος. Πόσο χρέος θα πρέπει να θεωρείται ως τέτοιο;

-Είναι ένα απλό έργο, υπάρχουν πολύ σαφή κριτήρια. Στην περίπτωση της Ελλάδα είναι περισσότερο από το μισό του χρέους της με την τρόικα, τα 170 δις ευρώ. Είναι εντελώς παράνομο και πρέπει να ακυρωθεί, γιατί επιβλήθηκε από οργανισμούς που δεν εκπροσωπούν τους Έλληνες πολίτες. Ακόμα και το μνημόνιο που πέρασε «δημοκρατικά» στο Κοινοβούλιο, εγκρίθηκε υπό τον εκβιασμό του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου χωρίς καμία δυνατότητα τροποποίησης. Αυτές είναι συνθήκες που συνιστούν παραβίαση των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του πληθυσμού. Η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, επίσης, προσαρμόστηκαν σύμφωνα με αυτό το μοτίβο. Στην περίπτωση της Ισπανίας δεν έχει υπάρξει ακόμη κανένα υπόμνημα, αλλά όλο το χρέος που δημιουργείται από την διάσωση των τραπεζών πρέπει να θεωρηθεί παράνομο. Μπορεί να είναι μια νομική απόφαση, επειδή η ίδια η κυβέρνηση την έχει λάβει, αλλά δεν είναι νόμιμη, γιατί αναγκάζει τους πολίτες να αναλάβουν τα χρέη που δημιουργούνται από τη φούσκα των ακινήτων και της τραπεζικής κρίσης.

-Στο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ της Τυνησίας, το θέμα του χρέους ήταν μια από τις μεγάλες συζητήσεις σχετικά και με την κατάσταση της χώρας μετά την Αραβική Άνοιξη. Ποιο είναι το κύριο χαρακτηριστικό που έχει το χρέος της Τυνησίας;

-Έχει συμβληθεί από ένα δικτατορικό καθεστώς, για αυτό δεν είναι μόνο παράνομο, αλλά είναι και απεχθές. Είναι ένα εξωτερικό δημόσιο χρέος προς τους ιδιώτες πιστωτές, που είναι διάφορες χώρες και το ΔΝΤ, που ήταν συνεργοί του Μπεν Αλί. Έτσι, η λαϊκή κινητοποίηση που ξεκίνησε στην χώρα έχει ως στόχο να πιέσει την κυβέρνηση για να αποκηρύξει την πληρωμή.

-Σε ένα ευρύτερο επίπεδο, ποιες στρατηγικές ακολουθούν οι πιστωτές σε αραβικές χώρες όπως η Αίγυπτος ή η Λιβύη;

-Η στρατηγική του ΔΝΤ και άλλων θεσμικών οργάνων είναι να παρέχουν υποστήριξη σε αυτές τις κυβερνήσεις για να εξασφαλιστεί η πληρωμή. Δίνουν πίστωση στις νέες κυβερνήσεις με συμφωνίες που ενισχύουν το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, την επισφαλή αγορά εργασίας, κλπ. Παράλληλα, υιοθετούν έναν επαναστατικό λόγο υποστηρίζοντας ότι στηρίζουν τις δημοκρατικές διαδικασίες, χρηματοδοτώντας τις κυβερνήσεις οι οποίες πρέπει να αποδεχθούν και να εφαρμόσουν αυτά τα σχέδια προσαρμογής που τους χρειάζονται. Ισλαμικές δυνάμεις, όπως η Ennahda στην Τυνησία και η Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Αίγυπτο, είναι εξαιρετικά φιλελεύθερες. Δεν πρόκειται θα θέσουν σε κίνδυνο το οικονομικό μοντέλο στο οποίο κερδίζουν οι πολυεθνικές εταιρίες.

-Ποιες αλλαγές έχουν επέλθει στο παγκόσμιο σύστημα της αγοράς, έτσι ώστε το κέντρο του χρέους να έχει μεταφερθεί από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου στις χώρες της νότιας Ευρώπης;

-Υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ της κατάστασης στη δεκαετία του ΄80 και του ΄90, όταν το επίκεντρο της κρίσης χρέους ήταν στο Νότο, και στην σημερινή κατάσταση στην οποία η κρίση από το 2008 βρίσκεται στην Ευρώπη, ως το αποτέλεσμα της έκρηξης του ιδιωτικού χρέους που δημιουργήθηκε από την τραπεζική κρίση και στην συνέχεια μετατράπηκε σε δημόσιο χρέος. Η βασική διαφορά είναι ότι από το 2003 και το 2004 οι τιμές των πρώτων υλών αύξησαν την εξαγωγή  από τις νότιες χώρες, όπως η Κίνα, η οποία επέτρεψε να αυξηθούν τα εθνικά αποθέματα. Αρκετές από αυτές πήραν απαλλαγή από το χρέος προεξοφλώντας με τα συσσωρευμένα αποθεματικά από το πετρέλαιο. Στον βορρά είχαμε μια έκρηξη του ιδιωτικού χρέους που προκλήθηκε από την πτώχευση μεγάλων τραπεζών, όπως η Lemman Brothers, σε συνδυασμό με το σκάσιμο της στεγαστικής φούσκας, η οποία οδήγησε σε μια τεράστια κρίση. Ήταν μια κρίση που οδήγησε σε ιδιωτικό χρέος με την διάσωση των τραπεζών να μεταφέρεται στα κράτη, αφού οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποφάσισαν να κοινωνικοποιήσουν τις ζημιές του τραπεζικού τομέα.

-Με την αύξηση του δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και την επακόλουθη εφαρμογή των πολιτικών λιτότητας σχεδιάζεται να μειωθεί το έλλειμμα. Εσείς τι περιμένετε να γίνει στην Νότια Ευρώπη τα επόμενα χρόνια;
-Η οικονομική κρίση συνεχώς βαθαίνει. Οι συνέπειες είναι καταστροφικές στις λεγόμενες χώρες PIIGS (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία), αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι και οι ισχυρότερες χώρες, όπως η Γαλλία, η Γερμανία και το Βέλγιο, είναι επίσης σε κατάσταση ακραίας βαρύτητας. Υπάρχουν ακόμη δέκα ή δεκαπέντε χρόνια κρίσης, καθώς οι κυβερνητικές πολιτικές που είναι προσηλωμένες στα ιδιωτικά συμφέροντα δεν είναι επαρκείς για να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση. Η τρέχουσα πολιτική των περικοπών των δημοσίων δαπανών, του παγώματος των μισθών και των κοινωνικών υπηρεσιών θα εξακολουθήσουν να έχουν μια ισχυρή επίδραση, από την άποψη της μείωσης του εισοδήματος.

-Οι χώρες της Λατινικής Αμερικής που αρνήθηκαν να πληρώσουν το χρέος, όπως η Αργεντινή και το Εκουαδόρ, είναι ένα παράδειγμα που μπορεί να ακολουθήσει η Ευρώπη;

-Είναι σημαντικό ότι οι πολίτες και τα κοινωνικά κινήματα επιδιώκουν τους ελέγχους του χρέους από τα κάτω. Αυτό είναι σημαντικό ως ένα εργαλείο για την οργάνωση σε επίπεδο βάσης και για μια μαζική εκστρατεία για να αλλάξει η αντίληψη των ανθρώπων, επειδή οι διεθνείς οργανισμοί και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ελέγχουν κατασκευάζουν μια ψεύτικη ιδέα ότι το έλλειμμα είναι αποτέλεσμα της σπατάλης και του υπερβολικού κράτους κοινωνικής πρόνοιας. Ο λογιστικός έλεγχος των πολιτών δεν περιορίζεται στην ανάλυση, αλλά χρησιμεύει για να προκαλέσει την κινητοποίηση που απαιτείται για να ζητηθεί η αναστολή της πληρωμής του παράνομου χρέους. Ένα παράδειγμα είναι το Εκουαδόρ, όπου για χρόνια τα λαϊκά κινήματα έκαναν λογιστικούς ελέγχους από τα κάτω, και στη συνέχεια πίεσαν την κυβέρνηση του Κορέα που αποφάσισε τον έλεγχο και την αναστολή της πληρωμής του παράνομου χρέους. Νομίζω ότι στην περίπτωση της Ευρώπης, η προτεραιότητα είναι ο λογιστικός έλεγχος των πολιτών. Όμως αν μια κυβέρνηση όπως αυτή του Ραχόι, της Μέρκελ ή του Σαμαρά έκανε έναν έλεγχο, αυτό θα χρησίμευε μόνο για να νομιμοποιήσει την πλήρη εξόφληση. Μόνο μια αριστερή κυβέρνηση, ένα σενάριο δηλαδή που θα μπορούσε να υλοποιηθεί αν ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδιζε τις εκλογές στην Ελλάδα, θα μπορούσε να αναστείλει την πληρωμή, να κάνει ουσιαστικό έλεγχο και να αποφασίσει πόσο χρέος θα πρέπει να αποκηρυχτεί.

-Ποιο σενάριο θα μπορούσε να ανοίξει στην Ελλάδα, αν αρνιόταν να πληρώσει το χρέος;

-Θεωρώ ότι είναι εξ ολοκλήρου δυνατό για μια αριστερή κυβέρνηση στην Ευρώπη να εκτελέσει αυτό το έργο, αν χαράξει τις κατάλληλες πολιτικές. Όπως, για παράδειγμα, να αναστείλει την καταβολή των δανείων σε συνδυασμό με την αναστολή του μνημονίου της Τρόικας, να γίνει έλεγχος των κινήσεων των κεφαλαίων, να προχωρήσει η κοινωνικοποίηση των ιδιωτικών τραπεζών, να εφαρμοστεί μια ισχυρή φορολογική μεταρρύθμιση ώστε να πληρώσουν οι πλούσιοι, να διωχτεί η φορολογική απάτη, να μειωθεί ο ΦΠΑ. Εν τω μεταξύ, θα ήταν απαραίτητο η κυβέρνηση να ενθαρρύνει την γεωργική παραγωγή και την ελαφρά βιομηχανία για την δημιουργία θέσεων εργασίας.

Όλα αυτά θα είχαν θετική επίδραση, επειδή το παράδειγμα θα μπορούσε να «τρέξει» για το υπόλοιπο της Ευρώπης και των πολιτών της, που θα έβλεπαν ότι είναι δυνατόν να δείξουν ανυπακοή. Ως εκ τούτου, η ιστορική ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ μεγάλη. Αν η ελληνική κυβέρνηση δεν λάβει τέτοια μέτρα που θα οδηγήσουν στην προοπτική της αλλαγής, θα κυριαρχήσει η απόγνωση μέσα στην κρίση, και οργανώσεις όπως η Χρυσή Αυγή θα έχουν την ευκαιρία να κατακτήσουν ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Αυτή η φασιστικού τύπου διαδικασία είναι το χειρότερο σενάριο για την Ελλάδα, αλλά δεν είναι ο κανόνας.

Ο Ερίκ Τουσέν είναι  πρόεδρος της επιτροπής για την κατάργηση του χρέους του Τρίτου Κόσμου (CADTM)

Μετάφραση: Δημήτρης Γκιβίσης

Πηγή: http://www.lahaine.org/index.php?p=68268

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Οι κλέφτες, η εκμετάλλευση και η αριστερά...

Του Δημητρη Γκιβιση απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
Αφορμή για τις παρακάτω σκέψεις δεν είναι το σύνθημα, αλλά όλη αυτή η οριζόντια κλεφτολογία που αναπτύσσεται συνεχώς στην ελληνική κοινωνία με συζητήσεις που ξεκινούν, ανακυκλώνονται και καταλήγουν στο ίδιο αίτημα: «οι κλέφτες στη φυλακή». Όμως επειδή το κάθε αίτημα αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα της θέσης από την οποία λέγεται κάθε φορά, θα σταθώ σε κάποια σημεία.

Πρώτον, όλη αυτή η συζήτηση για την κλεπτοκρατία, έτσι όπως γίνεται περιορισμένα και αποσπασματικά θυμίζει τον συνήθη τηλεοπτικό διάλογο, που μπορεί να διεξάγεται με πολύ έντονους τόνους, και εφόσον τηρεί επακριβώς τις προϋποθέσεις που αναπαράγουν την συναίνεση να ενθαρρύνεται να προχωρήσει ακόμη περισσότερο μέσα στα πλαίσια των καθορισμένων ορίων, όμως το γεγονός ότι πάντα βρίσκεται υπό τον έλεγχο των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, συμβάλλει στην εδραίωση ότι υπάρχει ένα και μοναδικό θέμα στη σκέψη του συνόλου και παρακάμπτει το γεγονός ότι το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων αλλά μια κοινωνική σχέση ανάμεσα σε πρόσωπα διαμεσολαβούμενα από τις εικόνες.

Παράλληλα, το συγκεκριμένο αίτημα επειδή είναι προφανές ότι για πολλούς ξεκινά από μια θυμική διάθεση που αναζητά μια πρόσκαιρη ηθική ικανοποίηση για αυτό που ζουν (περιθωριοποίηση, φτώχεια, ανεργία κλπ), δηλαδή από την επιθυμία να μπουν οι κλέφτες (όλοι; κάποιοι; ποιοι;) στη φυλακή, συχνά ακούγεται ως ένας πρωτόγονος κανιβαλισμός λαϊκών δικαστηρίων που ενοχοποιεί εκ των προτέρων. Παράλληλα, δείχνει να είναι προϊόν μιας αυστηρά οικονομίστικης αντίληψης που αναδεικνύει ως πρωτεύον την κλοπή του δημόσιου χρήματος από τους «κλέφτες τους πολιτικούς», ενώ συγχρόνως έμμεσα αθωώνει συγκεκριμένες πολιτικές της κυρίαρχης τάξης και επιφανειακά παρακάμπτει βαθύτερες αιτίες, αναλύσεις, κλπ.

Όμως, μια τέτοια αναζήτηση θεωρώ ότι είναι και γίνεται παραπλανητική, όχι μόνο γιατί αναδεικνύει μια εύπεπτη ηθικολογία σε πολιτικό/κοινωνικό συλλογικό αίτημα, αλλά γιατί θεωρεί την πολιτική κυρίως ως μια υπόθεση προσώπων (που μπορεί βρε αδελφέ να κάνουν και κάποια λάθη πότε - πότε), και υποκρύπτει το γεγονός ότι όλες οι πολιτικές εκφράζουν συγκεκριμένα και αντικρουόμενα κοινωνικά συμφέροντα.

Είναι καθαρά μια συντηρητική αντίληψη που αυτονομεί αυθαίρετα τους πολιτικούς από τα κόμματά τους (π. χ. ο κακός Τσοχατζόπουλος από το καλό ΠΑΣΟΚ), που αποσυνδέει βίαια τα πρόσωπα από τις πολιτικές που ασκούν, και με μια «λογική» της πάνω πλατείας αντιπαλεύει την έννοια της πολιτικής ως συλλογική συμμετοχική δραστηριότητα και προτάσσει ως μοναδικό ζητούμενο την αναζήτηση των τίμιων, των ενάρετων, των αρίστων. Των έντιμων πατριωτών, σύμφωνα και με τις κραυγές των «προδομένων».

Θα έλεγα ότι το «οι κλέφτες στη φυλακή» εκφράζει μια άποψη που αφετηρία της είναι η απώλεια της ενότητας του κόσμου, και οδηγεί, και συγχωρείστε μου τον νεολογισμό, σε μια αταξικοποίηση του πραγματικού, αφού συσκοτίζει κάθε αναφορά σχετικά με το κοινωνικό ζήτημα, ενώ παράλληλα ενισχύει απολιτικές ισοπεδωτικές δοξασίες του τύπου «όλοι είναι ίδιοι» και συλλογικές ονειρώξεις για αγχόνες και Γουδιά. Όμως η κλοπή του δημόσιου χρήματος, δεν είναι μια πράξη περισσότερο αποτρόπαιη από οποιαδήποτε άλλη κλοπή/απώλεια δημόσιου δικαιώματος: όπως του δημόσιου πανεπιστήμιου, της δημόσιας τηλεόρασης, του δημόσιου χώρου, της δημόσιας συνάθροισης, της δημόσιας συγκοινωνίας, του δημόσιου δάσους, της δημόσιας ασφάλισης. Τα υπερασπιζόμαστε όλα εξίσου, με το ίδιο πάθος και χωρίς καμία μεροληψία. Και συγχρόνως, προτρέπουμε και τους άλλους να το κάνουν. 

Παράλληλα, μην ξεχνάμε η κάθε κλεφτολογία είναι πάντα κατά βάθος μια συζήτηση λειψή, γιατί διεξάγεται εντός των ορίων που θέτει το σύστημα, αφού το τι θεωρείται ως ποινικό αδίκημα σχετίζεται αποκλειστικά με αυτό που ορίζει ως νόμιμο το νομικό οπλοστάσιό του. Και ένα κοινωνικό σύστημα που ποινικοποιεί τις ανάγκες των ανθρώπων γιατί είναι προσανατολισμένο στην μεγιστοποίηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, είναι εξ ορισμού ένα σύστημα εχθρικό, δεν χωράει τα όνειρά μας, χρειάζεται ανατροπή. Και είναι λάθος να επικαλούμαστε την νομιμότητα που καθορίζει η σημερινή κυριαρχία του, όπως δυστυχώς ακούμε κάποιες φορές ακόμα και από την αριστερά. Δεν θα αναφερθώ μόνο στον χυδαίο τρόπο με τον οποίο το ΚΚΕ υπερασπίστηκε την αστική νομιμότητα τον Δεκέμβρη του 2008, αλλά και σε απόψεις που εκφράστηκαν από πλευράς στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με την είσοδο των εργαζομένων στο Πεντάγωνο.

Φυσικά δεν υπερασπίζομαι τους κλέφτες, ωστόσο, μια γενικόλογη συζήτηση περί κλοπής παραβλέπει ότι συχνά η κλοπή/απαλλοτρίωση είναι και μια εξέγερση κατά της κοινωνικής αδικίας, ότι είναι μια συμβολική πράξη αποφετιχοποίσης της φανταχτερής βιτρίνας του καπιταλισμού, ότι ξεκινά από την απελπισία των ανθρώπων και όχι από την ελπίδα τους. Για παράδειγμα, αν κάποιος εργαζόμενος σε ένα φούρνο παίρνει 400 ευρώ τον μήνα, αν επικαλεστούμε την νομιμότητα δεν μπορούμε να πούμε ότι ο εργοδότης τον κλέβει, αφού τον πληρώνει όσα καθορίζει ο νόμος, και άρα μπορεί κάλλιστα να ισχυριστεί ότι αυτό που κάνει είναι και νόμιμο είναι και ηθικό, σύμφωνα και με την αλήστου μνήμης ρήση του Βουλγαράκη. Όμως αν ο εργαζόμενος αρπάξει ένα κουλούρι που ο ίδιος παράγει για να το φάει, αυτό το σύστημα που ποινικοποιεί την πείνα τον ονομάζει κλέφτη.

Επομένως το βασικό ζήτημα δεν είναι η κλοπή ως κλοπή, αλλά η κλοπή ως ταξική εκμετάλλευση. Η κλοπή είναι ένα σύμπτωμα του διευρυνόμενου χάσματος μεταξύ των κυρίαρχων και των υποτελών, και η αντίθεση σε αυτήν δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι ούτε καν θέση. Με αυτό δεν εννοώ να περιμένουμε καρτερικά εκείνη την μαγική στιγμή που η γη θα γίνει κόκκινη σύμφωνα με τις προφητείες και αυτόματα θα σταματήσει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά ότι σε αυτήν την απολιτική συζήτηση περί κλεφτών πρέπει να μιλήσουμε με τις λέξεις που καίνε για την ταξική διάσταση των πραγμάτων.

Να ανιχνεύσουμε την νέα συλλογική χειραφέτηση, να ενισχύσουμε τα διάφορα αυτοδιαχειριστικά πειράματα, να μιλήσουμε για τον έλεγχο του πλούτου, και να αναδείξουμε το όραμα της κοινωνικής οικειοποίησης του δημιουργώντας ρωγμές στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου. Ειδικά σήμερα, στην εποχή των μεγάλων ερωτηματικών, που η οργή σπάει τον χρόνο, και οι ηττημένοι ξαναγυρίζουν και θέλουν να πάρουν πίσω όλα όσα τους ανήκουν.


ΥΓ: Και κάτι ακόμα. Είναι σημαντικό για τη δική μας αριστερά, που χαρακτηρίζεται από έναν πλούτο επεξεργασμένων αναλύσεων για μια σειρά θεμάτων που σχετίζονται με δικαιώματα, να μην αναπαράγει  τόσο εύκολα το «οι κλέφτες στη φυλακή» και για έναν ακόμα λόγο. Ο εγκλεισμός δεν είναι ο μοναδικός τρόπος έκτισης της ποινής, χρειάζεται να αναδεικνύουμε και άλλους εναλλακτικούς τρόπους, όπως την κοινωφελή εργασία, την ημιελεύθερη διαβίωση, κλπ.

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Εκεί που το “ya basta” υπερισχύει του φόβου...

Του Δημήτρη Γκιβίση απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
«Δεν έχετε συμμάχους» [1] είπε την Κυριακή ο Βενιζέλος απευθυνόμενος προς την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ στην συζήτηση για τον προϋπολογισμό, και αφού είχε προηγηθεί η διαβεβαίωση της Παπαρήγα ότι ναι, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτός που εκφράζει αναφανδόν το λόμπι της δραχμής. Το γιατί δεν είναι το ΚΚΕ -που ως γνωστό ζητάει την έξοδο της χώρας από την Ε. Ε. (αυτό που εκφράζει το λόμπι της δραχμής), μένει ακόμα αναπάντητο από την ηγεσία του. Άλλωστε, η στοχοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι αποτελεί μαρμαρωμένο αυτοσκοπό για τους συντρόφους του ΚΚΕ, ότι λειτουργεί ως το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου για το επαναστατικό λίμπιντό τους. Ενδεικτικό των αντιφάσεων που προκαλεί η εμμονή, είναι ότι ενώ στις 25 Οκτωβρίου η Παπαρήγα σωστά είπε ότι οι κυβερνητικοί εταίροι φοβούνται την λαϊκή ψήφο [2], όταν δέκα ημέρες αργότερα ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε εκλογές, ο Περισσός τον κατηγόρησε ότι τις ζητάει προτού προλάβει το κίνημα να οργανωθεί και ξεσκεπαστεί ο πραγματικός χαρακτήρας της δικής του πολιτικής (sic) [3]. Αλλά ας αφήσουμε το πότε και το εάν το κίνημα θα κριθεί έτοιμο από το ΚΚΕ, άλλωστε, κάποιοι έχουν κάνει την επιλογή να πεθάνουν χωρίς να νοιώσουν ποτέ τους την ηδονή τού να σπας έστω και ένα τζάμι. 

Οι συμφωνίες των κυρίων

Όλοι θυμόμαστε, ότι σε όχι και τόσο μακρινές εποχές, σε συζητήσεις που κάναμε με διάφορους ανθρώπους, μια συνηθισμένη απάντηση που ακούγαμε ήταν «αφού εσείς οι αριστεροί δεν τα βρίσκετε ούτε μεταξύ σας, πώς ζητάτε από εμάς να σας ψηφίσουμε;». Μια απάντηση, που δεν μπορούσες εύκολα να την αγνοήσεις. Γιατί παρόλο που φαινόταν ως φόβος δραπέτευσης από την συνήθεια, ως άμυνα, ως υπεκφυγή, ως καταφυγή στην απολιτική θεωρία της χαμένης ψήφου, κλπ, κατά βάθος είχε και μια δόση δικαιολογημένης αλήθειας, αφού στην συλλογική συνείδηση, από επαναλαμβανόμενες πρακτικές και αντιλήψεις της αριστεράς -με διαφορετικές βέβαια διαβαθμίσεις αλλά και διαφορές για κάθε τμήμα της (π. χ. πολιτική συνθηκολόγησης με τον ταξικό αντίπαλο, ενίσχυση καθεστωτικών/παραγοντίστικων νοοτροπιών, αποδοκιμασία του καθετί που δεν ελέγχεται, υπεράσπιση της αστικής νομιμότητας, κλπ) είχε αποτυπωθεί σε μεγάλο βαθμό η αντίληψη ότι η αριστερά είτε από επιλογή είτε από αδυναμία οικοδομεί ελάχιστες συμμαχίες και αυτές περιορισμένες, ενώ περισσότερο την απασχολεί το πώς θα επιδοθεί σε συμφωνίες, ή το πως θα τις αναζητήσει. Και εννοούσαν αυτές τις κυνικές συναλλαγές που στην κυρίαρχη σεξιστική αργκό είθισται να αποκαλούνται ως συμφωνίες κυρίων. Αυτές που είναι αποκομμένες πλήρως από τα λαϊκά αιτήματα και τις ζωντανές προσδοκίες, αποστειρωμένες από τις κοινωνικές διεργασίες και τις πραγματικές ανάγκες. Που βρίσκονται μακριά και έξω από τον πραγματικό χρόνο, από εκεί που το όλοι μαζί στέκεται ανυπάκουο απέναντι στα ΜΑΤ της εξουσίας, δημιουργώντας νέες συνειδήσεις πίσω από τις αλυσίδες και καινούρια συνθήματα μέσα στην ασφυξία από τα ληγμένα χημικά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν εκεί

Η βίαιη φτωχοποίηση της κοινωνίας και η ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων τμημάτων της -που σημαντικό μέρος αυτών συγκρούστηκε άγρια με τις δυνάμεις καταστολής από το Μάη του 2010 και μετά, οδήγησε στην επανανοηματοδότηση της ίδιας της ζωής, στην μετακίνηση των εσωτερικών ορίων, στην ρήξη με τις βεβαιότητες, στην αναζήτηση εκείνης της στιγμής που η αξιοπρέπεια θεριεύει και το εμείς αλλάζει τον κόσμο. Οι άνθρωποι ανακάλυψαν και πάλι την γοητεία του συλλογικού, αμφισβήτησαν την αυταπάτη των ατομικών λύσεων, έβγαλαν την γλώσσα στην οφθαλμαπάτη των «ειδικών». Μια νέα συλλογική συνείδηση άρχισε να γεννιέται μέσα από τα συντρίμμια του φανταχτερού χτες, καινούριες δράσεις μετέφρασαν τη γλώσσα της εξέγερσης σε κοινωνική αλληλεγγύη, παντού τριγύρω η αίσθηση μιας νέας χειραφέτησης, ότι όλα για όλους και τίποτα για εμάς. Στα πανεπιστήμια και στα εργοστάσια, στα λεωφορεία και στις γειτονιές, στα στέκια και στις πλατείες, εκεί που γύρω από τη φωτιά φτιάχνονται οι νέοι χοροί των ανθρώπων. Και ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι πάντα εκεί, προσπαθώντας να προλάβει την κοινωνία που έτρεχε με χίλια: στην Κερατέα και στο Σύνταγμα, στα χαράτσια και στα διόδια, στις απεργίες και στις παρελάσεις, στα σχολεία και στις φυλακές. Πάντα εκεί, στα μικρά και στα μεγάλα, παρόλα τα λάθη και τις παλινωδίες ήταν εκεί γιατί το ήθελε στα αλήθεια. Μπήκε στη φωτιά, βράχηκε, φώναξε, συμμετείχε. Δεν κοίταξε τα γεγονότα πίσω από τις γρίλιες, δεν σήκωσε το δάχτυλο, δεν έψαξε για προβοκάτορες. Επιτάχυνε το βήμα του, αφουγκράστηκε το θυμό και την απόγνωση, ενίσχυσε το καινούριο που ξεπήδησε μέσα από τις φλόγες της οργής, καλωσόρισε την γέννηση της πολιτικής ως κοινωνική αντίδραση των από κάτω απέναντι στην επίθεση των κυρίαρχων.

Το ορμητικό κύμα

Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και όχι με την ίδια επιτυχία πάντοτε, είναι προφανές ότι προσπαθεί να αναδείξει τα στοιχεία μιας άλλης πολιτικής, μιας νέας αντίληψης ειπωμένης στη γλώσσα που εμπνέει, στις λέξεις που απελευθερώνουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Ένα τέτοιο στοιχείο, ιδιαίτερα σημαντικό σε μια πολιτικά πρωτόγνωρη στιγμή για την ελληνική αριστερά, θεωρώ ότι ήταν και η επιλογή του μετά τις εκλογές της 6ης του Μάη, όταν πήρε την εντολή από τον Παπούλια και την επέστρεψε, πρακτικά και συμβολικά, στην κοινωνία. Όταν με μια αντίληψη ενός ιδιότυπου κομμουνισμού την μοιράστηκε με αυτούς που του την έδωσαν, όταν δεν την κράτησε σαν στοιχειωμένο φυλαχτό στο μαξιλάρι, όταν δεν φοβήθηκε μην τον κάψει, και ας ήξερε καλά ότι η κάθε επιλογή έκαιγε. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε το καθοριστικό κάλεσμα για την μετατροπή των θεατών από πειθήνιοι χειροκροτητές σε συμμετέχοντες, το κάλεσμα για να ανέβουν οι ίδιοι στην σκηνή. Τους έδειξε την πόρτα που δεν οδηγεί σαδιστικά στο ίδιο σημείο από το οποίο μπήκαν. Και μετά ήρθε όλο αυτό το ορμητικό κύμα, που ξάφνιασε ακόμα και εμάς, που πρόβαλλε το «εδώ και τώρα» στις 17 του Ιούνη με ένα πάθος πρωτόγνωρο, σαν αυτό που έχουν οι εραστές την πρώτη και την τελευταία φορά. Πώς μπορείς λοιπόν να αγνοήσεις αυτό το ποτάμι; πώς γίνεται να πατήσεις στην καυτή άμμο και να μην σε κάψει; πώς μπορείς να αγκαλιάσεις τον άλλον και να μην ακούσεις τον χτύπο της καρδιάς του; Μπορείς; Αν ναι, πες το τώρα.

Η άλλη πολιτική

Να τους διώξουμε λοιπόν, να φύγουν από μπροστά μας, να αφήσουν ήσυχες τις ζωές μας. Ναι, αλλά πως; Τα ερωτήματα πολλά, οι απαντήσεις δύσκολες, και η ανάγκη αναζήτησης αυτού του «κάτι παραπάνω» που θα φέρει τον ΣΥΡΙΖΑ πιο κοντά στην εξουσία να πιέζει αφόρητα. Θα σκεφτούμε πολλά, θα πούμε περισσότερα, θα γράψουμε, θα φωνάξουμε, θα συγκρουστούμε. Μα συμμετέχοντας σε αυτήν την συζήτηση, να προσθέσω ακόμα κάτι. Ότι σε κάθε βήμα, έχει τεράστια σημασία η ανάδειξη αυτής της άλλης πολιτικής, που συμβαδίζει με την καινούρια κοινωνική συνείδηση, που σηματοδοτεί το τέλος της εποχής των βεβαιοτήτων, το τέλος της εθελούσιας χειραγώγησης/αιχμαλωσίας των ανθρώπων. Αυτή η πολιτική που συμπυκνώνει το πάθος των πλατειών, την εξέγερση των αναγκών, και την οργή αυτών που δεν έχουν να χάσουν τίποτα γιατί δεν τους έμεινε πια τίποτα δικό τους. Που αποτυπώνει το «κάντε πίσω», το «θέλουμε να ζήσουμε», το «άντε γαμηθείτε ρε κουφάλες» των δρόμων, των καφενείων και των γηπέδων. Αυτή η πολιτική που δεν αναπαράγει καθεστωτικά θεάματα, που δεν δημιουργεί κούφιες επετείους, παρά μονάχα πραγματικά γεγονότα. Και που οδηγεί στο οριστικό κόψιμο του ομφάλιου λώρου με την «λογική» των αδελφών ή ανάδελφων (ουσιαστικά το ίδιο είναι) κομμάτων, χώρων, προσώπων. Γιατί η αριστερά, η δική μας αριστερά, αυτή η αριστερά που γουστάρουμε και παθιαζόμαστε, δεν έχει κανέναν λόγο να συχνάζει στα μουχλιασμένα γραφεία, να τριγυρίζει στους σκοτεινούς διαδρόμους, μα έχει χιλιάδες λόγους να κάνει βόλτες στον καθαρό αέρα. Εκεί που παίζονται όλα την κάθε στιγμή, σε αυτήν την μαγική στιγμή που το “ya basta” υπερισχύει του φόβου. Εκεί που δακρύζουν τα μάτια, που σφίγγονται οι ανάσες, που αγγίζονται τα χέρια και οι ψυχές των ανθρώπων. Όσο για τον κάθε Βενιζέλο, τιμή μας να μας λέει χαιρέκακα ότι δεν έχουμε συμμάχους. Μπορεί κάλλιστα να χαρεί τους δικούς του. Για όσο βέβαια μπορεί να το κάνει ακόμα…


[1] www.evenizelos.gr/el/speechesintervention/3641-vouli
[2] www.rizospastis.gr/story.do?id=7110830&publDate=26/10/2012
[3] www.rizospastis.gr/story.do?id=7126331&publDate=7/11/2012

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Το ανθρώπινο μεγαλείο είναι τα μικρά πράγματα ...

Συνέντευξη με τον Εντοάρντο Γκαλεάνο δημοσιευθηκε στο Red NoteBook...
-Από τη μία πλευρά, αισθάνεται κανείς ότι είναι μάταιο να σκεφτούμε ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν, αλλά από την άλλη υπάρχουν επίσης και τα κινήματα αλληλεγγύης που δέχονται τους αγώνες των άλλων λαών ως δικούς τους. Και αυτά τα κινήματα είναι περισσότερο εμφανή σήμερα από ποτέ.
-Υπάρχει μια νέα ενέργεια που είναι πολύ ενθαρρυντική. Είναι η βιταμίνη Ε της ελπίδας και του ενθουσιασμού. Φαίνεται αδύνατη μετά από τόσες απογοητεύσεις, τόσες πολλές διαψεύσεις, ειδικά σε σχέση με τη νέα γενιά. Το «κίνημα των αγανακτισμένων» πιστεύω ότι μεταφέρει αυτό τον ενθουσιασμό, μια λέξη πολύ όμορφη λέξη, εξαιρετικά όμορφη, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να προστατευθεί, γιατί αυτό σημαίνει «ότι έχουν μέσα τους τούς θεούς», όπως λέει μια έκφραση στην πατρίδα μου. Υπάρχουν φορές που οι άνθρωποι και οι κοινωνίες αισθάνονται ότι «έχουν μέσα τους τούς θεούς». Αυτές είναι στιγμές μαγικές, στιγμές μεγάλες, δεν είναι κάτι το καθημερινό, το φυσιολογικό. Η καθημερινή ζωή είναι πολύ μακριά.

-Όταν λέμε ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση», φαίνεται ότι ίσως η πραγματική κρίση είναι η ιστορία, ο τρόπος που μιλάμε για τα πράγματα και τον εαυτό μας. Λέμε ότι τα πράγματα θα είναι πάντα τα ίδια.

-Η βιασύνη είναι ανθρώπινη και κατανοητή. Οι άνθρωποι βλέπουν την ανάγκη να αλλάξουν τα πράγματα από τώρα μέχρι και τη Δευτέρα. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Η ιστορία είναι μια αργή κυρία που ποτέ δεν περπατά σε μια ευθεία γραμμή, αλλά σε κραδασμούς, σκοντάφτοντας. Σηκώνεται, πέφτει πάλι, κάνει ζιγκ - ζαγκ, και με πολλές αντιφάσεις «πηγαίνω εδώ, να πάω εκεί» επιστρέφει και ξεκινάει ξανά. Αυτός είναι ο εχθρός του προβλήματος, η βιασύνη. Αν θέλουμε να αλλάξουν τα πράγματα, θα πρέπει να τα κατανοήσουμε όπως είναι. Η πραγματικότητα έτσι είναι, δεν είναι κάτι που συμβαίνει σε δεκαπέντε λεπτά. Πολλές φορές κάνουμε λάθος στο ότι ταυτιζόμαστε με σημαντικά ιστορικά γεγονότα όπως  η κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων, οι παγκόσμιοι πόλεμοι, κλπ, αλλά το ανθρώπινο μεγαλείο είναι τα μικρά πράγματα, τα πράγματα που κάνουμε κάθε μέρα, μέρα με τη μέρα, ότι γίνεται από εκείνους που είναι ανώνυμοι, χωρίς να ξέρουν τι θέλουν πραγματικά να κάνουν. Μερικές φορές σε συζητήσεις οι άνθρωποι με ρωτούν ποιος είναι ο αγαπημένος μου ήρωας, και την τελευταία φορά αντί να πω για κάποιον ήρωα από μπρούντζο και μάρμαρο, είπα ότι ήταν ο οδηγός του ταξί που με είχε πάει το βράδυ στο σπίτι μου.

-Ίσως αυτές οι ιστορίες μιλούν περισσότερο για την πραγματικότητα από ότι το ασφάλιστρο κινδύνου, το οποίο είναι αυτό που όλοι οι δημοσιογράφοι εστιάζουν στις αναλύσεις τους.

-Μου αρέσει να το κάνω αυτό και αυτό είναι που κάνω: Πολύ σύντομες ιστορίες που περιέχουν άλλες ιστορίες μέσα τους και που λένε πολύ περισσότερα από ό τι φαίνεται να λένε, ως εκ τούτου, θα πρέπει να διαβαστούν πολλές φορές. Το καλό πράγμα για την ανθρώπινη πραγματικότητα είναι ότι μιλάει σε μια γλώσσα των συμβόλων. Μπορεί πάντα να διαβάσει ανάμεσα από τις γραμμές, κάτω από ότι φαίνεται.

-Μερικές φορές προκαλεί ανησυχία η ανέφικτη ουτοπία και η αίσθηση ότι η αντίσταση είναι ο δρόμος προς το πουθενά. Νοιώθουμε κουρασμένοι να κρατάμε τα πόδια μας σε αυτό το ζιγκ - ζαγκ της ιστορίας.

-Είχα κάποιες συναντήσεις στα στρατόπεδα των «αγανακτισμένων» στην Μαδρίτη και την Βαρκελώνη. Σε μια από αυτές τις συναντήσεις, αργά το βράδυ, μιλώντας με τους ανθρώπους μού είπαν για τα προβλήματα και τις δυσκολίες τους. Έλεγαν ότι οι άνθρωποι ζητούσαν ηγέτες, αλλά δεν είχαν κανέναν. Τους είπα ότι ελπίζω να μην έχουν ποτέ κανέναν, γιατί η ανάγκη να έχουμε έναν ηγέτη για να μας πάρει από το αυτί και να μας καθοδηγήσει είναι η πληγή του κόσμου. Για να μαθαίνουν πρέπει να παρακούν. Μια άλλη ανησυχία που είχαν ήταν το που πήγαιναν, τι επρόκειτο να κάνουν αύριο, ποιος ήταν ο στόχος τους. Τους είπα να μην δίνουν σημασία σε τίποτα από αυτά, ότι πρέπει να συνεχίσουν την πορεία τους και η πραγματικότητα θα τους πει πού να πάνε. Να μην δώσουν προσοχή σε όσους ρωτούν σχετικά με τα αποτελέσματα, που τους ρωτούν τι θα συμβεί αύριο ή την επόμενη εβδομάδα. Τους είπα να ανταποκριθούν σε αυτά με ένα όμορφο στίχο της αγάπης που λέει ότι «η αγάπη είναι άπειρη, ενώ διαρκεί». Έτσι και εμείς, είμαστε άπειροι καθώς προχωρούμε, και αυτό είναι το ταξίδι μας.

-Μετά από ένα χρόνο ειρηνικής διαμαρτυρίας χωρίς απάντηση από την θεσμοθετημένη πολιτική, ο αγώνας των ισπανών ανθρακωρύχων που χρησιμοποίησαν πιο άμεσα μέσα, άνοιξε την συζήτηση για τη νομιμότητα και την αναγκαιότητα αυτών των μέσων.

-Αυτό είναι εύκολο να το λες, ειδικά όταν οι άλλοι πεθαίνουν. Αυτό μου δίνει μια συνολική απόρριψη.  Κάποιοι διανοούμενοι στέλνουν άλλους να σφάζονται. Δεν είμαι ένας από αυτούς και νομίζω ότι κάθε χώρα, κάθε κοινωνικό κίνημα και κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να επιλέξει την πορεία του. Έξω από αυτό, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να πει σε κανέναν πού να πάει και πώς. Και βεβαίως, δεν σημαίνει ότι ο μόνος τρόπος είναι μέσω της χρήσης των όπλων. Αυτό εξαρτάται από την κάθε στιγμή, σε κάθε χώρα, σε κάθε περίπτωση, και όσο λιγότερη βία τόσο το καλύτερο. Υπήρξαν φορές που η βία ήταν αναπόφευκτη και πολλές από τις αλλαγές στην ανθρώπινη ιστορία έγιναν βίαια, αλλά σε γενικές γραμμές αυτό δεν έχει οδηγήσει σε συνολική επιτυχία, επειδή καταλήγει σε έναν φαύλο κύκλο.

-Ένας φίλος μου λέει πάντα ότι για τους ποταμούς του αίματος που τρέχει, πρέπει πρώτα να τρέξουν ποτάμια μελάνι.

-Οι φτωχοί πεθαίνουν στους πολέμους, όχι αυτοί που μιλούν στις επίσημες εκδηλώσεις εξυμνώντας τις αξίες του πολέμου. Αν όχι, δείτε τα Φώκλαντ. Είναι εύκολο να στείλεις τους άλλους να πεθάνουν.


Μετάφραση από το βασκικό φεμινιστικό περιοδικό «Pikara»: Δημήτρης Γκιβίσης

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Μες στο σκοταδι που καιει...

Δημήτρης Γκιβίσης, Red NoteBook...
Μέσα σε αυτή την σκληρή εποχή που ζούμε, ολοένα και συχνότερα έρχονται και μας κυκλώνουν οι καθημερινές ιστορίες των ανθρώπων, αυτές που διαπερνούν το σώμα, τρυπάνε τα κόκαλα, και σημαδεύουν κατευθείαν στο μυαλό. Είναι οι φωνές των «από κάτω», των «εκτός των τειχών», εκείνων που ανοίγουν δρόμους με οδηγό τους την ανάγκη. «Κλέβω από το σούπερ μάρκετ το γάλα των παιδιών μου…», έλεγε πριν λίγες ημέρες μια άνεργη μάνα τεσσάρων παιδιών στην πρωινή εκπομπή του «μεγάλου καναλιού», στο ίδιο που κάθε βράδυ οι κυνικοί παρουσιαστές του κεντρικού δελτίου οπλίζουν τα μικρόφωνά τους και απειλούν όποιον επιμένει να σκέφτεται, να αγωνίζεται, να διεκδικεί. Και αμέσως μετά, μια ακόμα μαχαιριά: «δεν έχουμε λεφτά να πληρώσουμε τη ΔΕΗ και ζούμε στο σκοτάδι…». Κι όμως, μέσα από το σκοτάδι φαινόταν καθαρά ότι το βλέμμα της έλαμπε. Όπως λάμπει πάντα το βλέμμα των αξιοπρεπών ανθρώπων. Στα αυτιά μου καρφωμένες οι τρεις δολοφονικές λέξεις «ζούμε στο σκοτάδι». Τα μάτια μου κολλημένα στα μάτια της μάνας, μια μικρή φωτιά που επιμένει να καίει. Το βλέμμα της σκληρό, αποφασιστικό, αμίλητο. Δεν είχε τίποτα από την αυταρέσκεια του Ανδρουλάκη όταν διαφημίζει τα λογοτεχνικά του πονήματα στα πρωινάδικα, από την όψη των φτιασιδωμένων, των πρόθυμων, των ανέραστων.      

Προφανώς για πολλούς -όπως για τον υποψήφιο ευρωβουλευτή της αυτοαποκαλούμενης υπεύθυνης αριστεράς Γιάννη Μπέζο, αυτής της αριστεράς που την υπευθυνότητά της την εγγυάται το ονοματεπώνυμο του επικεφαλής της -βλ. το αμίμητο ψηφοδέλτιο «Δημοκρατική Αριστερά - Πρόεδρος Φώτης Κουβέλης»,- οι ευθύνες βαραίνουν αποκλειστικά την ίδια την μάνα, επειδή τόσα χρόνια κατανάλωνε περισσότερα από αυτά που παρήγε. Ίσως γι΄ αυτό το λόγο, η παραδειγματική τιμωρία που τώρα της αξίζει είναι να ζει στο σκοτάδι και να μην βλέπει το κλίμα που αλλάζει διεθνώς υπέρ της Ελλάδας, σύμφωνα και με τις πρωθυπουργικές διαπιστώσεις.

Όμως ας αφήσουμε την πληκτική συνέντευξη που έδωσε στο tvxs ο άνθρωπος που μας καλεί να αφήσουμε την επαναστατική γυμναστική και να πολιτευτούμε επί της ουσίας. Άλλωστε, έκαστος εφ΄ ω ετάχθη. Το ζητούμενο στη ζωή είναι να παραμένει ο καθένας σταθερός στις αυταπάτες του, ειδικά τώρα που και αυτές δεν αισθάνονται πολύ καλά με «την αριστερά που μπορεί». Κι ας πάμε στα ουσιώδη.

Τον περασμένο χειμώνα, το κίνημα «Δεν Πληρώνω» κατάφερε με την μαζικότητά του να μην κόβεται το ρεύμα σε όσους δεν πληρώνουν το χαράτσι στα ακίνητα. Εν μέσω απειλών, αυτό το χαράτσι αναγκάστηκαν να το πληρώσουν άδικα χιλιάδες άνθρωποι. Την ίδια στιγμή, ο πολιτικός ογκόλιθος για τον οποίο αργότερα χιλιάδες άνθρωποι πλήρωναν δύο ευρώ (χωρίς απόδειξη), για να τον ψηφίσουν πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ με αντίπαλο τον Κανένα, αυτό το χαράτσι το είχε χαρίσει για τους μεγαλοϊδιοκτήτες, με απόφαση που πήρε ως υπουργός Οικονομικών. «Αυτές οι αποκαλύψεις είναι από τον λαϊκιστή τον Φωτόπουλο», θα πουν σύσσωμοι οι εστέτ του κυβερνητικού τρίο. Θαυμαστή η επισήμανση, αλλά παραβλέποντας την κακοφωνία τους, να υπενθυμίσω το αυτονόητο: η εμμονή να κοιτάς συστηματικά το δέντρο, όχι μόνο δεν εξασφαλίζει την απαγκίστρωση από το δάσος, αλλά οδηγεί κατευθείαν και αδιαπραγμάτευτα στον Καιάδα. Τον αληθινό Καιάδα, όχι τον μαϊμού σατανιστή του Μιχαλολιάκου, γνωστό και ως ίνδαλμα του Πέτρου Γαϊτάνου.  

Παρά την τότε νίκη του κινήματος ενάντια στα χαράτσια, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία η ΔΕΗ έχει κόψει το ρεύμα σε περισσότερους από 120.000 καταναλωτές επειδή δεν είχαν να πληρώσουν την κατανάλωση. Στην μνημονιακή Ελλάδα του 2012, μια πτυχή της ανθρωπιστικής καταστροφής που συντελείται είναι ότι χιλιάδες άνθρωποι στερούνται με τη βία (γιατί η φτώχεια είναι μόνο βία και όχι θυσία της κοινωνίας όπως θέλουν να μας πείσουν οι κυβερνώντες και τα παπαγαλάκια τους) ένα κατά κοινή παραδοχή κοινωνικό αγαθό. Ένα αγαθό το οποίο παρόλο που πουλιέται ως εμπόρευμα, δεν χάνει την βασική του ιδιότητα: την ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών. Χιλιάδες άνθρωποι δίπλα μας βλέπουν να αλλάζουν οι ζωές τους σε μια στιγμή, με το κατέβασμα ενός διακόπτη, με την εντολή που δίνει κάποιος ανάλγητος γραφειοκράτης. Άνθρωποι που ελπίζουν στο σκοτάδι, που αγγίζονται στο σκοτάδι, που χορεύουν στο σκοτάδι. Εραστές που κάνουν έρωτα χωρίς να κοιτάζονται στα μάτια, παιδιά που παρακαλούν το φεγγάρι να φωτίσει το παιχνίδι τους, βιβλία που μένουν αδιάβαστα στις βιβλιοθήκες. Ποια τραγούδια συντροφεύουν τις ώρες τους; Τι ονειρεύονται μέχρι να ξημερώσει; Πώς γράφονται τα ποιήματά τους όταν δύσει ο ήλιος; Χιλιάδες άνθρωποι ζωντανοί μέσα στο προσωπικό τους καταφύγιο, με τα μάτια κόκκινα, μα όχι από το κλάμα, δεν φτάνουν τα δάκρυα ως εδώ. Από την οργή κοκκινίζουν τα μάτια. Από την οργή και την αξιοπρέπεια, που πάντα φωτίζει τα μάτια των ανθρώπων.   

Δημήτρης Γκιβίσης

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Ο μπόγιας του «προδομένου λαού» ...

Του Δημήτρη Γκιβίση απο το Red NoteBook...
Πριν από αρκετά χρόνια, ένα χαρακτηριστικό πρόσωπο της ελληνικής κοινωνίας ήταν ο μπόγιας, o τύπος που μάζευε με ένα φορτηγό τα αδέσποτα σκυλιά και τα πήγαινε κάπου απόμερα για να τους ρίξει φόλα. Οι παιδικοί μας τσακωμοί, τότε που συνηθίζαμε να λέμε ο ένας στον άλλον «θα φέρω τον μεγάλο μου αδελφό για να σε βαρέσει», και εκείνος απαντούσε «και εγώ τoν ξάδερφό μου που είναι μεγαλύτερος», θυμάμαι ότι σταματούσαν αμέσως στην απειλή του γείτονα «ησυχάστε γιατί θα φωνάξω τον μπόγια να σας μαζέψει». Kαθώς ο μπόγιας με το πέρασμα του χρόνου εξαφανίστηκε, ένας καινούριος μπόγιας φαίνεται ότι ξανάρχεται στο συλλογικό υποσυνείδητο. Η νέα τρομερή απειλή είναι «θα φωνάξω τη Χρυσή Αυγή».

Τα παραδείγματα επαναλαμβανόμενα: Ο δήμαρχος Σύμης το είπε για να φύγουν οι «λαθρομετανάστες» από το νησί. Ο διευθυντής ενός Δημοτικού στην Πάτρα, για να πιέσει τους υπεύθυνους να διορθώσουν τα κτιριακά προβλήματα του σχολείου. Οι έμποροι με τις αναδουλειές, για να διαλυθεί η διαδήλωση των μουσουλμάνων στην Αθήνα. Η Ομοσπονδία Μικροπωλητών για να εκδιωχτούν οι μετανάστες από τις λαϊκές. Και διάφοροι γραφικοί παραθρησκευτικοί, για να σταματήσει η παράσταση Corpus Christi...

Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των περιπτώσεων μοιάζει να είναι η «αγανάκτηση». Μια ιδιότυπη αγανάκτηση, αυτή των ανορθολογικά απελπισμένων, των μη προνομιούχων, αυτή που πληγώνει το υπογάστριο των «από κάτω», που αναρωτιούνται οικτίροντας τους πάντες «γιατί φτάσαμε ως εδώ;». Παράλληλα, πολλές φορές είδαμε να γίνονται Πρώτο Θέμα διάφορες ευφάνταστες ιστορίες για ανθρώπους που φώναξαν την ΧΑ και είδαν το φως το αληθινό: ιδιοκτήτες που τους άδειασαν το κατειλημμένο από μετανάστες σπίτι τους, ασθενείς των οποίων το γιατρό ξυλοφόρτωσε η ΧΑ γιατί ζήτησε φακελάκι, γέροι που εξασφάλισαν φύλαξη για να παίρνουν άφοβα την σύνταξη από το ΑΤΜ, γριές που τις περνούν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Η απειλή «θα φωνάξω την Χρυσή Αυγή» μοιάζει να λειτουργεί πλέον σαν το θαυματουργό βοτάνι που θεραπεύει πάσα νόσο και πάσα μαλακία.

Είναι προφανές ότι όλα τα παραπάνω αποτελούν μια παραδοχή του αυτονόητου: η ΧΑ δεν είναι πολιτικό κόμμα (sic), όπως προσπαθούν να την παρουσιάσουν διάφοροι καθεστωτικοί κύκλοι. Όλο και περισσότερο δείχνει να ταυτίζεται με την αστυνομία, αφού αμφότερες καλούνται να επέμβουν για να αποκαταστήσουν την «ομαλότητα» (σημ.: η ταύτιση γίνεται ισχυρότερη αν αναλογιστούμε τις επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις που δρουν από κοινού, ως αλληλοσυμπληρούμενοι μηχανισμοί καταστολής, ενώ όπως έδειξαν και οι εκλογές, συνηθισμένο είναι και το φαινόμενο χρυσαυγίτες και αστυνομικοί να είναι τα ίδια πρόσωπα).

Πέρα από την αποδοκιμασία μας, ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: γιατί ο «απλός κόσμος» θέλει να φωνάξει τη Χρυσή Αυγή;. Ένας βασικός λόγος θεωρώ πως είναι ότι, σε αντίθεση με τα παραδοσιακά κόμματα της ελληνικής ακροδεξιάς (ΕΠΕΝ, Ελληνικό Μέτωπο, ΛΑΟΣ, κλπ.) που επιδίδονταν κυρίως σε «ακτιβισμούς» συμβολικού χαρακτήρα με την ανάδειξη στοιχείων του φαντασιακού του ακροδεξιού ακροατηρίου, η ΧΑ δρα σχεδόν αποκλειστικά, και σίγουρα με πολύ άγριο τρόπο, στο επίπεδο του πραγματικού: του δικού της, αλλά και πολλών άλλων ακόμα, κανιβαλικού πραγματικού. Έτσι, οι καθημερινές της δράσεις γίνονται άμεσα αντιληπτές. Και από εμάς, μα κυρίως από αυτούς που σπεύδουν να τις αναζητήσουν, και που όλα δείχνουν ότι θα συνεχίσουν να τις αναζητούν, καθώς η κοινωνική πόλωση εντείνεται και η κρίση τους περιθωριοποιεί. Αλλά και από τον «απλό κόσμο», που έχει εθιστεί να αναθέτει παθητικά σε άλλους όσα τον αφορούν (ανάγκες, ζωές, δικαιώματα, κλπ). Παράλληλα, όσα κάνει η ΧΑ φαίνεται να είναι απόλυτα συνεπή με τις προεκλογικές της διακηρύξεις, και αυτό τής δίνει πόντους αξιοπιστίας απέναντι στους «τριακόσιους», που όπως κραυγάζει μουντζώνοντάς τους ο «λαός», είναι ψεύτες και αναξιόπιστοι όσον αφορά τις υποσχέσεις τους.

Προφανώς, όλα αυτά είναι αποκρουστικά, σκοταδιστικά, μισαλλόδοξα. Όμως για τους απελπισμένους που στέκονται στην ουρά της πλατείας Συντάγματος για ένα κιλό πατάτες, με την ελληνική ταυτότητα να αποτελεί το διαβατήριο για την ικανοποίηση της πείνας τους, αρκεί ότι η ΧΑ παράγει «κοινωνικό» έργο. Ένα έργο, μάλιστα, που γίνεται αποδεκτό από τον «απλό κόσμο» για έναν επιπλέον λόγο. Γιατί παρόλο που η ίδια η ΧΑ είναι δημιούργημα του βαθέους κράτους, και λειτουργεί ως το μακρύ του χέρι αποκλειστικά επί των αδυνάτων, ο «απλός κόσμος» επικροτεί το γεγονός ότι δημιουργεί «δομές» που εκλαμβάνονται σα να λειτουργούν έξω από το κράτος, το «κράτος - μπουρδέλο», όπως συνηθίζει να λέει και ο «λαός», ως αδιαφοροποίητο σύνολο. Στα μάτια του οι χρυσαυγίτες φαντάζουν ως οι μόνοι που τού συμπαραστέκονται έμπρακτα όταν όλα γύρω του καταρρέουν, όταν συλλήβδην οι επάρατοι «πολιτικοί», όχι μόνο τον εξοντώνουν καθημερινά, αλλά κυρίως, προδίδουν την εμπιστοσύνη με την οποία τους περιέβαλε όλα τα προηγούμενα χρόνια ο «λαός».

Το «θα φωνάξω την Χρυσή Αυγή», λοιπόν, είτε ως απειλή είτε ως έκκληση, φαίνεται να είναι απολύτως συμβατό με τις πάγιες αντιχειραφετητικές πρακτικές και αντιλήψεις του «απλού κόσμου». Η ΧΑ μοιάζει σα να είναι ο κολλητός του, ο βουλευτής του, το κονέ του, το βύσμα του που πάντα ξηγιόταν για πάρτη του, που τον χτυπούσε στην πλάτη ελεημονώντας τον. Ενώ λοιπόν είναι προφανές ότι η ΧΑ είναι μια νεοναζιστική συμμορία τραμπούκων, η συσσωρευμένη αγανάκτηση από αυτό που απλοϊκά αποκαλείται «σύστημα», μπορεί να κάνει τον διαχρονικά αναζητούντα σωτήρες «προδομένο λαό» να στέκεται παγερά αδιάφορος μπροστά τον τρόμο που η συμμορία αυτή σπέρνει. Παράλληλα, να μπορεί και να του δημιουργεί την αίσθηση ενός καινούριου «συνανήκειν», μιας αυθεντικής αντισυστημικότητας: μια ομάδα κρούσης έτοιμη να δράσει αποτελεσματικά και προς όφελός του όταν κληθεί.

Οδηγούμαστε, έτσι, στο τραγελαφικό φαινόμενο της λεκτικής άρνησης της αντιπροσώπευσης από την μια («να καεί-να καεί το μπουρδέλο η Βουλή»), και συγχρόνως της τυφλής υποταγής- πρόσκλησης στον φύρερ Μιχαλολιάκο, που δεν αντιμετωπίζεται ως «πολιτικός», αλλά ως ένας τιμωρός που έρχεται από το υπερπέραν. Ως ο νέος φαντασιακός μπόγιας του «προδομένου λαού». 

Υ.Γ.: Επειδή μόνο τα συμπεράσματα δεν φτάνουν, σύντομα θα επανέλθω με σκέψεις σχετικά με το πώς μπορούμε να απαντήσουμε.

Ροη αρθρων