Του Απόστολου Λυκεσά, Alter Thess...
Πριν λίγα χρόνια, ο φίλος Βαγγέλης Μίχος, είχε επιμείνει και
μεσολαβήσει για να συναντήσω στο σπίτι της την Ασπασία Καρρά. Στάθηκα
απέναντι σ’ αυτή την γυναίκα με ένα αίσθημα ντροπής για το μεγέθος της
κτηνωδίας που είχε υποστεί στο κορμί της στα χρόνια της δικτατορίας
παρόλο που τότε ήμουν πολύ μικρός για να με κατηγορήσω έστω για
αδιαφορία.
Ντρεπόμουν σαν να εκπροσωπούσα ένα μεταλλαγμένο είδος θηλαστικού τέρατος που απόκτησε αίφνης μέρος της συνείδησής του. Μου είναι αδύνατο, ακόμη, να φανταστώ έστω, ότι η γυναίκα που μου μιλούσε ή μου χαμογελούσε, που ξεχείλιζε ευγένεια και καλλιέργεια, είχε υποστεί ανείπωτα βασανιστήρια από άλλους εκπροσώπους του ανθρώπινου είδους.
Οι ξεφτιλισμένοι μουστακαλήδες της τότε ΚΥΠ, την είχαν γυμνώσει πάνω σε μια σανίδα, της έκαναν ηλεκτροσόκ στα γεννητικά όργανα «για να μην αποκτήσει κουμμουνιστάκια» αλλά και στο ανάπηρο πόδι της, και την έδερναν συνεχώς για μέρες και νύχτες στα υπόγεια του Γ Σώματος Στρατού.
Άλλο να μιλάς θεωρητικά για βασανιστήρια, άλλο να ακούς ιστορίες από τρίτους, άλλο να διαβάζεις βιβλία. Αν έχεις απέναντι το κακοπαθημένο σώμα ότι κι αν έχεις σκεφτεί πάει στην άκρη. Είχα πει μέσα μου, πιότερο παρηγορητικά, ότι στη χώρα τούτη κάτι θα είχε απομείνει ως νόημα από τα βάσανα της Ασπασίας, που θα έκανε ανθρωπινότερους όσους κατέχουν οποιαδήποτε εξουσία πάνω στις ζωές και τα σώματα άλλων ανθρώπων.
Διαψεύστηκα. Το χέρι του Καραμήτσου και των άλλων που βασάνισαν την Ασπασία βγαίνει κάθε μέρα, εννέα μήνες τώρα, πίσω από τις ασπίδες των ΜΑΤ και δέρνει χωρίς κανένα ηθικό φραγμό τις καθαρίστριες έξω από το υπουργείο οικονομικών. Βγαίνει το χέρι του Καραμήτσου και χτυπά με κάθε τρόπο και με τέτοια λύσσα που η φαντασία καταργείται. Αδύνατο να το φανταστείς διότι το βλέπεις.
Είναι το ίδιο χέρι του Καραμήτσου που χτυπάει, όχι πια στο υπόγειο, παρά στο φως της μέρας. Ξεδιάντροπα, μπαμπέσικα, με ασυγκράτητη κτηνωδία ενώπιον κοινού, πρωθυπουργού, υπουργών, βουλευτών, γραμματέων, δικαστών και εισαγγελέων. Κανένας, στοιχειωδώς υγιής πνευματικά άνθρωπος, δεν τολμά φυσικά να φανταστεί τι θα έκανε αυτό το χέρι αν του παραχωρούσαν πάλι κανένα υπόγειο για να συνετίζει τους απείθαρχους.
Ντρεπόμουν σαν να εκπροσωπούσα ένα μεταλλαγμένο είδος θηλαστικού τέρατος που απόκτησε αίφνης μέρος της συνείδησής του. Μου είναι αδύνατο, ακόμη, να φανταστώ έστω, ότι η γυναίκα που μου μιλούσε ή μου χαμογελούσε, που ξεχείλιζε ευγένεια και καλλιέργεια, είχε υποστεί ανείπωτα βασανιστήρια από άλλους εκπροσώπους του ανθρώπινου είδους.
Οι ξεφτιλισμένοι μουστακαλήδες της τότε ΚΥΠ, την είχαν γυμνώσει πάνω σε μια σανίδα, της έκαναν ηλεκτροσόκ στα γεννητικά όργανα «για να μην αποκτήσει κουμμουνιστάκια» αλλά και στο ανάπηρο πόδι της, και την έδερναν συνεχώς για μέρες και νύχτες στα υπόγεια του Γ Σώματος Στρατού.
Άλλο να μιλάς θεωρητικά για βασανιστήρια, άλλο να ακούς ιστορίες από τρίτους, άλλο να διαβάζεις βιβλία. Αν έχεις απέναντι το κακοπαθημένο σώμα ότι κι αν έχεις σκεφτεί πάει στην άκρη. Είχα πει μέσα μου, πιότερο παρηγορητικά, ότι στη χώρα τούτη κάτι θα είχε απομείνει ως νόημα από τα βάσανα της Ασπασίας, που θα έκανε ανθρωπινότερους όσους κατέχουν οποιαδήποτε εξουσία πάνω στις ζωές και τα σώματα άλλων ανθρώπων.
Διαψεύστηκα. Το χέρι του Καραμήτσου και των άλλων που βασάνισαν την Ασπασία βγαίνει κάθε μέρα, εννέα μήνες τώρα, πίσω από τις ασπίδες των ΜΑΤ και δέρνει χωρίς κανένα ηθικό φραγμό τις καθαρίστριες έξω από το υπουργείο οικονομικών. Βγαίνει το χέρι του Καραμήτσου και χτυπά με κάθε τρόπο και με τέτοια λύσσα που η φαντασία καταργείται. Αδύνατο να το φανταστείς διότι το βλέπεις.
Είναι το ίδιο χέρι του Καραμήτσου που χτυπάει, όχι πια στο υπόγειο, παρά στο φως της μέρας. Ξεδιάντροπα, μπαμπέσικα, με ασυγκράτητη κτηνωδία ενώπιον κοινού, πρωθυπουργού, υπουργών, βουλευτών, γραμματέων, δικαστών και εισαγγελέων. Κανένας, στοιχειωδώς υγιής πνευματικά άνθρωπος, δεν τολμά φυσικά να φανταστεί τι θα έκανε αυτό το χέρι αν του παραχωρούσαν πάλι κανένα υπόγειο για να συνετίζει τους απείθαρχους.