Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Οχι μόνο ένδεια, αλλά αναξιοπρέπεια...

του κ. Νικου Ξυδακη...
Ο έμπορος της Σόλωνος είχε καθυστερήσει τη δόση του στην εφορία. Η εφορία πάγωσε τον λογαριασμό όψεως στην τράπεζα, με τον οποίο κάνει τις πληρωμές του μέσω επιταγών. Ο έμπορος συγκέντρωσε επειγόντως ένα ποσόν, για να το αθροίσει με το υπόλοιπο του λογαριασμού και να εξοφλήσει το ληξιπρόθεσμο χρέος του. Ματαίως. Δεν μπορεί. Η τράπεζα δεν μεταβιβάζει το παρακρατημένο ποσόν του λογαριασμού στην εφορία·
επικαλείται φόρτο εργασίας και έλλειψη προσωπικού λόγω του πρόσφατου κύματος εθελουσίων εξόδων. Τα χρήματα παραμένουν εγκλωβισμένα, και το χειρότερο: παραμένει μπλοκαρισμένος και αδρανής ο επαγγελματικός λογαριασμός όψεως. Ο έμπορος δεν μπορεί να καλύψει τις επιταγές του, να φανεί συνεπής στις τρέχουσες υποχρεώσεις του· τρέχει να προλάβει τις επιταγές σε συνεργάτες του, να τις πληρώσει μετρητά, χέρι χέρι, έχει τεθεί εκτός τραπεζικού συστήματος.
Δεν είναι μόνος· στο κατάστημα της τράπεζας που τον γνωρίζουν από δεκαετίες, του είπαν ότι σαν κι αυτόν έχουν εκατοντάδες μικρομεσαίους επιχειρηματίες, με παγωμένους λογαριασμούς.
Δεν σταματά εδώ. Με φιρμάνι της διοίκησης, όσοι οφείλουν ασφαλιστικές εισφορές άνω των 5 χιλιάδων ευρώ στον ΟΑΕΕ (πρώην ΤΕΒΕ) απειλούνται με κατάσχεση κινητής και ακίνητης περιουσίας τους. Ηδη έχουν εκδοθεί περίπου 6,5 χιλιάδες εντολές κατάσχεσης.
Οποιος έχει στοιχειώδη αίσθηση της αγοράς, γνωρίζει ότι 450 χιλιάδες μαγαζάτορες και ελευθεροεπαγγελματίες από καιρό δεν καταβάλλουν εισφορές, έχουν τεθεί εκτός ασφαλιστικού συστήματος. Πολλοί επιχείρησαν να κάνουν ρύθμιση του χρέους, με δόσεις, πλην όμως η ταυτόχρονη καταβολή δόσεων παλαιού χρέους και τρεχουσών οφειλών είναι αδύνατη εκ των πραγμάτων σε μια παγωμένη αγορά.
Πρόκειται περί δαιμονικού κύκλου.

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Ξαφνικά, μία ωραία πρωΐα, κυβέρνηση Αριστεράς;

Του Χρήστου Λάσκου, απο το AlterThess...
Έχω κάτι σαν προαίσθηση ότι το κόμμα μας, λόγω της μαλθακότητας και της αναποφασιστικότητας των άλλων κομμάτων, μπορεί να βρεθεί ξαφνικά, μια ωραία πρωία,  στην κυβέρνηση για να εφαρμόσει μέτρα που δεν θα είναι άμεσα προς το συμφέρον μας, αλλά θα ανταποκρίνονται στα συμφέροντα της επανάστασης γενικώς και ειδικά στα συμφέροντα της μικροαστικής τάξης… Σε αυτά τα ζητήματα χάνει κανείς τα λογικά του… και παράγεται μια αντίδραση, και, ώσπου ο κόσμος να είναι σε θέση να εκφέρει ιστορική κρίση σχετικά με τα γεγονότα, μας βλέπουν όχι μόνο σαν άγρια θηρία, αλλά επιπλέον σαν ηλίθιους, πράγμα που είναι χειρότερο.

Ένγκελς, 12 Απριλίου 1853
Έχει γίνει κοινή συνείδηση πιστεύω πως το 2014 είναι μια χρονιά, η οποία είναι πολύ πιθανό πως θα αποτελέσει πολιτική καμπή για την Ελλάδα. Η προοπτική μιας κυβέρνησης της Αριστεράς γίνεται πλέον πολύ αληθοφανής δυνατότητα. Δεν είναι καθόλου απίθανο, μάλιστα, στους επόμενους μήνες η δυναμική που οδηγεί σε αυτήν την έκβαση να αποκτήσει ραγδαία χαρακτηριστικά.
Είναι προφανές πως, σε μεγάλο βαθμό, αυτή η εξέλιξη διαμορφώνεται λόγω της πρωτοφανούς κοινωνικής καταστροφής που σήμανε η καπιταλιστική κρίση και, ακόμη περισσότερο, η διαχείρισή της από τις καθεστωτικές δυνάμεις. Με αυτήν την έννοια, η ενίσχυση της Αριστεράς έρχεται και ως απελπισμένη κίνηση πολλών και ετερόκλητων κοινωνικών τάξεων, μερίδων τάξεων και στρωμάτων, τα οποία, εγκαταλείποντας τους διαχρονικούς πολιτικούς εκπροσώπους τους και διαρρηγνύοντας τις κοινωνικές συμμαχίες, στις οποίες ήταν μεταπολιτευτικά προσδεμένα, ψάχνουν την θέση τους στο νέο, χαοτικό εν πολλοίς, πλαίσιο.
Σε αυτές τις συνθήκες,  η πολιτική προτίμηση δεν σημαίνει ιδεολογική προσχώρηση. Θέλω να πω, στους δυνητικούς ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ αθροίζονται από πεπεισμένους αντικαπιταλιστές μέχρι και υποστηρικτές ενός «μη κλεπτοκρατικού» -ό,τι κι αν σημαίνει αυτό- καπιταλισμού. Και, μαζί, όλες οι ενδιάμεσες παραλλαγές.

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Ταυτότητες ανθρώπων στη Μεγάλη Υφεση...

του κ. Νικου Ξυδακη...
Munoz-boxerΕχουμε κουραστεί να μετράμε απώλειες. Τέσσερα χρόνια τώρα. Απώλειες υλικές, κοινωνικές, πολιτικές. Η ύστατη και ίσως σημαντικότερη απώλεια με την οποία απειλούμαστε είναι η απώλεια ταυτότητας. Οχι ότι θα τη χάσουμε και θα είμαστε το τίποτε, αλλά υπό την έννοια ότι τα σοκ των μεταβολών ήταν και είναι τόσο πολλά, οι μετασχηματισμοί τόσο απότομοι και βίαι οι, που δεν ξέρουμε πια πού στεκόμαστε, πού πατάμε, ποιοι είμαστε μέσα στη δίνη.

Από τις πρώτες μέρες της αναγγελίας της χρεοκοπίας και της επιβολής των μνημονίων οι Ελληνες βίωσαν μια καταιγίδα δημοσιότητας, σχετική με τον χαρακτήρα τους, με αυτή την συχνά ισοπεδωτική γενίκευση που αφορά τον εθνικό χαρακτήρα, τα χαρακτηριστικά ενός εθνικού συνόλου. Τα εντυπωσιοθηρικά ιδίως μήντια της Βορείου Ευρωπης ανέσυραν πλήθος στερεοτύπων για τον συνοπτικό ανθρωπότυπο του πονηρού, οκνηρού, απείθαρχου, ηδονιστή Ελληνα. Από κοντά, και εγχώριοι θυμόσοφοι.
Το παράδοξο είναι ότι πολλοί Ελληνες συμμερίζονται αυτή την στερεοτυπική περιγραφή τους, για διάφορους λόγους: ίσως επειδή ενσωματώνουν μια ραγιάδικη στάση ζωής, ισχυρό κατάλοιπο υποτελούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας· ίσως επειδή βαυκαλίζονται ότι με την πονηριά ξεγελούν τον κουτόφραγκο· ίσως επειδή νιώθουν διαρκώς σύμπλεγμα κατωτερότητας έναντι ενός εξιδανικευμένου, μυθικού Ευρωπαίου ανθρώπου.

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Πόσες Μανωλάδες χωράει η χώρα;

του Barikat...

Πόσους μικρομεσαίους χωράει αυτή η χώρα;
Είναι ένα από τα πιο ονομαστά βιβλιοπωλεία στην Αθήνα και μάλιστα εκτός κέντρου. Κρίση, αλλά οι δουλειές δεν πάνε άσχημα. Μέσα στην κρίση καταφέρνει να ανοίξει νέο κατάστημα. Προσλαμβάνει μία εργαζόμενη με 500 ευρώ. Βάζει μία παλιά (800 ευρώ) να την εκπαιδεύσει για δύο μήνες. Μετά από την εκπαίδευση θυμήθηκε ότι η παλιά δεν ήταν «και τόσο καλή υπάλληλος» και έτσι την απολύει. Την απόλυση ακολουθούν μια σειρά από κινητοποιήσεις έξω από το κατάστημα. Η απάντηση του βιβλιοπωλείου είναι να προσλάβει έναν μπράβο (υπάλληλο θέλαμε να πούμε). Σε κάθε περίπτωση αρνείται να επαναπροσλάβει την εργαζόμενη. Προτιμάει να τα δίνει στον μπράβο.
Αν σκεφτούμε τα παραπάνω, με καθαρά οικονομικούς όρους δεν βγάζουν πολύ νόημα. Μεγάλη φασαρία για να γλυτώσει τρία κατοστάρικά. Την ίδια στιγμή όμως προσλαμβάνει και άλλο υπάλληλο. Κάτω από 4 κατοστάρικα δεν νομίζουμε να παίρνει. Πως εξηγείται αφού «για τα λεφτά τα κάνεις όλα»; Για τα λεφτά, αλλά για να "βγουν" τα απαραίτητα λεφτά, το απαραίτητο κέρδος, προηγείται κάτι άλλο. Προηγείται το σπάσιμο της αξιοπρέπειας και του εργατικού τσαμπουκά. Ακριβώς αυτό προσπαθεί να κάνει και ο συγκεκριμένος κύριος. Γιατί αν δεν υπάρχει εργατικός τσαμπουκάς, αξιοπρέπεια και αλληλεγγύη τα υπόλοιπα τα βρίσκουμε.
Δηλαδή κάτι σημαντικό παίζεται αυτές τις μέρες στο Χαλάνδρι, στο βιβλιοπωλείο Ευριπίδης. Ο αντίπαλος το έχει καταλάβει. Απόδειξη η επιστολή του εργοδοτικού συλλόγου Ένωση Ελληνικού Βιβλίου (ΕΝ.ΕΛ.ΒΙ.). Μια επιστολή που ζητάει από τον εμπορικό σύλλογο να πάρει μέτρα για την προστασία της επιχειρηματικότητας. Δεν είναι ωραία εικόνα μια στις δεκαπέντε το εμπορικό κέντρο να γεμίζει με τρελούς που μιλάνε για εργατικά δικαιώματα.

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Ενώπιον της κορύφωσης του δράματος...

Το βαρύ πυκνό καλοκαίρι του 2013, πολλοί άνθρωποι που συναντώ, πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, μεταφέρουν την ίδια αίσθηση: ότι εκμετράται ο χρόνος της παρούσας κρίσης, ότι βαδίζουμε προς μια κορύφωση. Η κορύφωση έχει ποικίλες καταλήξεις, αναλόγως του συνομιλητή, πάντως όλες είναι δραματικές, οδυνηρές και λυτρωτικές συνάμα.
Τριάμισι χρόνια μετά την κατάπληκτη ομολογία πτώχευσης, τριάμισι χρόνια αλεπάλληλων θυσιών των Ελλήνων της μείζονος πλειοψηφίας και αλλεπάλληλων σφαλμάτων και σφαγών, τριάμισι χρόνια συνεχούς καταβύθισης. Δεν πάει άλλο. Ας γίνει κάτι ριζικό, ας είναι επώδυνο, αρκεί να μη συνεχιστεί αυτή η βύθιση, άλλωστε δεν έχουμε πια και πολλά να χάσουμε. Το λένει άνθρωποι υψηλής μορφώσεως, νοικοκύρηδες έως πρόσφατα, που τώρα αγκομαχάνε να τα βγάλουν πέρα, γονατισμένοι από φόρους, περικοπές μισθών, εξανεμισμένα εισοδήματα, με άνεργους συζύγους και παιδιά, με δάνεια και με σχολάζοντα κληρονομικά ακίνητα που κουβαλάνε φόρους και χαράτσια.
Τρία και πλέον χρόνια από το ιστορικό διάγγελμα του Καστελόριζου, όταν και επισήμως έμαθαν ότι η εθνική κυριαρχία αναστέλλεται επ’ αόριστον, οι αμέριμνοι νοικοκύρηδες της απέραντης μεσαίας τάξης έχουν μάθει εν τω μεταξύ ότι η κρατική χρεοκοπία συνεπιφέρει συρρίκνωση της λαϊκής κυριαρχίας, ιδιωτική πενία, κοινωνική υποβάθμιση έως πληβειοποίησης, πολιτική αστάθεια. Οι περισσότερες σταθερές του βίου γκρεμίστηκαν, για όλους. Για πολλούς, ο βίος εξέπεσε σε γυμνή ζωή, σε γυμνή επιβίωση. Γι’ αυτούς τους πολλούς δεν υπάρχει πια τίποτε να χάσουν, ούτε να φοβηθούν. Αυτή είναι η κορύφωση, η ρήξη, που την αφουγκράζονται να έρχεται πολλοί Ελληνες τούτο το καλοκαίρι.
Αυτοί οι άνθρωποι, οι ήδη χαμένοι, όσοι ακόμη χάνουν, και κυρίως όσοι ακόμη σκέφτονται και αισθάνονται, παρά τα αλλεπάλληλα κύματα ενοχοποίησης, σύγχυσης και προπαγάνδας, αυτοί οι άνθρωποι είναι σε θέση ακόμη να αρθούν υπεράνω της οργής και του μίσους του ανήμπορου ηττημένου, και να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους. Φρονώ ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι πολλοί. Και είναι το πολυτιμότερο κοίτασμα της ελληνικής γης. Αλλά είναι ασύνδετοι, σκόρπιοι, σαστισμένοι, δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, δεν μοιράζονται μια κοινή εικόνα εαυτού και ένα κοινό σχέδιο πορείας. Πορεύονται μόνοι στα τυφλά.
Η χώρα πορεύεται αφεύκτως, βρίσκεται ήδη, σε μια οικονομία πολέμου, χωρίς τον συμβατικό πόλεμο. Είναι ήδη εμπλεγμένη στον πρώτο γεωοικονομικό πόλεμο του 21ου αιώνα, και στο εγγύς μέλλον θα τον δούμε εναργέστερα. Οπως σε κάθε πόλεμο, την πρωταρχική σημασία την έχει το φρόνημα του εμπλεκομένου και το τι καλείται να υπερασπιστεί, δηλαδή το τί είναι, τι θεωρεί ότι είναι. Ακριβώς αυτό έχει κλονιστεί πρώτο, με το ξέσπασμα της κρίσης: η ταυτότητα. Ποιοι είμαστε, ποιοι ήμασταν, ποιοι καλούμαστε να είμαστε. Πώς βλέπουμε τώρα τους εαυτούς μας, μετά τα χαστούκια, τις ήττες και τους εξευτελισμούς. Αντέχουμε; Αυτό συζητείται εντόνως, όλα αυτά τα τριάμισι χρόνια του Γολγοθά, και αυτό αιωρείται ακόμη αναπάντητο στην κορύφωση του δράματος. Είναι η περιλάλητη «αφήγηση», το όραμα, το σχέδιο, η απόφαση και η πράξη της αναγέννησης.
Τολμώ να υποστηρίξω ότι η κοινή αφήγηση, τέλος πάντων η αφήγηση που θα χωράει πολλούς, όχι όλους, αλλά πολλούς, δεν θα προκύψει πρώτη αυτή και μετά η δράση. Δεν θα σχηματισθεί ακεραία και πλήρης, και κατόπιν θα σπεύσουμε προς εφαρμογήν της. Αντιθέτως, η αφήγηση θα ξεκινήσει σαν δράση και λόγος μαζί, και θα εκκινήσει μερική, αποσπασματική, επείγουσα, από πολλές πηγές συμβάλλουσα σε ρυάκια και κοινά ποτάμια· και θα σχηματίζεται βαθμιαία, αλλάζοντας και αυξάνοντας δυναμικά διαρκώς σύμφωνα με τις ανάγκες των ανθρώπων, των δρώντων σκεπτόμενων υποκειμένων. Θα αναδύεται μια νέα γενική διάνοια.
Είμαστε τα πιο προχωρημένα θύματα μιας κρίσης διπλής, εσωτερικής και εξωτερικής. Αυτή η πρωτοπορία είναι πλεονέκτημα και κατάρα μαζί: μας επιτρέπει να πειραματιστούμε και να καινοτομήσουμε στην επίλυση της δικής μας κρίσης, αφενός· να δούμε πώς μπορούμε να σώσουμε τη χώρα και τους εαυτούς μας. Αφετέρου, η έκβαση της δικής καινοτομίας-σωτηρίας εξαρτάται εν πολλοίς από το διεθνές περιβάλλον. Συγκεκριμένα: Δεν μπορούμε πια να περιμένουμε να μας σώσει η Ευρώπη, αλλά και δεν μπορούμε να σωθούμε αγνοοώντας παντελώς τι συμβαίνει στην Ευρώπη. Ολα θα κρίνονται διαρκώς πάνω στην κόψη του καιρού και στο ζύγισμα οφέλους-ζημίας. Η επίκληση μιας ιδεατής Ευρώπης που είναι μοναδικός προορισμός, ακόμη κι αν έχουμε μετατραπεί σε προτεκτοράτο εξαθλιωμένων νεοπληβείων, εκτός από σφαλερή είναι και δόλια και επικίνδυνη. Το ίδιο σφαλερή και επικίνδυνη μπορεί να είναι η άκριτη αποδοχή ενός δρόμου που οδηγεί σε ευθεία σύγκρουση με την Ευρώπη ή τέλος πάντων με τις ηγεμονεύουσες δυνάμεις της, κυρίως τη Γερμανία. Σε κάθε περίπτωση, η μονοσήμαντα ραγιάδικη ή η τρελοαντάρτικη στάση, με ιδιοτέλεια ή ιδεοληψία, είναι ολέθριες αμφότερες.
Επιστρέφουμε στην ταυτότητα· όχι ουσιοκρατικά, αλλά δυναμικά. Δεν θα αποφασίσουμε τώρα ποιοι ακριβώς είμαστε εφεξής και τι θα παραδώσουμε στα παιδιά μας. Αυτό διαμορφώνεται διαρκώς στο άμεσο μέλλον. Αλλά για να επιζήσουμε σε συνθήκες οικονομίας πολέμου, πρέπει να συμφωνούμε σε κάποιο ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Ας είναι τα πιο πρακτικά, τα πρώτα: μια νέα σχέση του επανιδρυμένου κράτους με την εργασία και τη νέα επιχειρηματικότητα, τη μικροαμεσαία κυρίως, τη ραχοκοκκαλιά της εγχώριας οικονομίας. Η ενδυνάμωση της κοινωνικής αλληλεγγύης, που τόσο θαυμαστά και απρόσμενα βλάστησε στους δύσκολους καιρούς. Επιστροφή στη γη και στις τέχνες υπό νέους όρους. Και ταυτοχρόνως, υποκάτω: Αποδοχή και ανανέωση της παράδοσης. Σύνδεση με τη διασπορά. Σύνθεση του πατριωτικού αισθήματος με την οικουμενική εξακτίνωση. Τέτοια.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Το τέλος της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας;

Της Δήμητρας Γούναρη, Red NoteBook...
Τα τελευταία δύο χρόνια, με αποκορύφωμα τις δύο προεκλογικές περιόδους, η συχνότητα εμφάνισης της λέξης «Μνημόνιο» στον πολιτικό και δημοσιογραφικό λόγο, είναι παρόμοια με τη συχνότητα  εμφάνισης του όρου «μικρομεσαίες επιχειρήσεις», ή αλλιώς «μικρομεσαία επιχειρηματικότητα» [1]. Και όπως συνήθως συμβαίνει σε μία χώρα όπου η κοινωνία έχει εξαντλήσει κάθε περιθώριο ανοχής  απέναντι σε μία πολιτική εξουσία που έχει ξεπεράσει κάθε όριο λογικής, συμβαίνει το εξής παράδοξο: η ρητορεία της κυβέρνησης  περιλαμβάνει τους μικρομεσαίους ως μοχλό ανάπτυξης και πολιτικοοικονομική προτεραιότητα, ενώ οι εκπρόσωποι των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μιλούν για εξαθλίωση, εξόντωση και στοχοποίηση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας στα χρόνια της κρίσης. Και όσο συνεχίζει να κυκλοφορεί ο «όρος» σε Υπουργεία, Επιτροπές, κανάλια, εφημερίδες απομακρύνεται από τις πραγματικές του διαστάσεις. Τελικά, ποιος είναι ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας στην Ελλάδα; Ποιες είναι οι κοινωνικό - οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες;

Οι Μικρές και Μεσαίες επιχειρήσεις αντιστοιχούν σε ένα ποσοστό που αγγίζει το 95% των ελληνικών επιχειρήσεων. Όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό –και σε αντίθεση με άλλες χώρες– η ελληνική επιχειρηματικότητα βασίστηκε σε οικογενειακές επιχειρήσεις μικρού μεγέθους. Από την πλευρά της απασχόλησης, η μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα αποτελεί το μεγάλο εργοδότη στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, με το ποσοστό των απασχολουμένων σε αυτές τις επιχειρήσεις να ξεπερνά το 85%. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι η ταύτιση των ΜΜεπιχειρήσεων με τη «ραχοκοκαλιά» της οικονομίας, υποτιμά εν μέρει τη σημασία τους. Οι ΜΜεπιχειρήσεις δεν είναι απλώς η ραχοκοκαλιά, αλλά το πρωτεύον γνώρισμα, το κύριο χαρακτηριστικό και η δομή της ελληνικής οικονομίας. 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η είσοδος μεγάλων επιχειρήσεων και διεθνικών αλυσίδων στην ελληνική αγορά, διαμόρφωσαν νέες συνθήκες μέσα στις οποίες οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αν και δέχτηκαν μεγάλες πιέσεις και σκληρό ανταγωνισμό, κατάφεραν και επιβίωσαν. [2] Σήμερα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν πλήττονται από ανταγωνισμό αλλά από «πολιτικές». Η εποχή του Μνημονίου έθεσε απολύτως μυωπικά σε όλους τους «ιθύνοντες» το παρακάτω ψευδοδίλημμα: λόγω της οικονομικής της δομής, η ελληνική οικονομία δεν είναι ανταγωνιστική  και ο ιδιωτικός τομέας έχει στρεβλώσεις. Απαιτείται λοιπόν εξορθολογισμός. Και ο τελευταίος, μπορεί να επιτευχθεί μέσω της εφαρμογής του Μνημονίου. Και φυσικά, όσες επιχειρήσεις (βλ. ΜΜ επιχειρήσεις) δεν αντέχουν, «ας κλείσουν».

Η συνέχεια ήταν προφανής: Αλλεπάλληλες οριζόντιες φορολογικές επιβαρύνσεις, κατακόρυφη αύξηση των λειτουργικών εξόδων, ένα απόλυτα ασταθές φορολογικό και οικονομικό περιβάλλον, περιορισμένη πρόσβαση σε ρευστότητα και μείωση της αγοραστικής δύναμης. Και ενόσω το Μνημόνιο « εξορθολόγιζε» την αγορά, έκλεισαν 120.000 επιχειρήσεις, χάθηκαν 500.000 θέσεις εργασίας, τα αποθέματα  μειώθηκαν, οι επενδύσεις τους μένουν στάσιμες, οι επιχειρηματίες που έκλεισαν μένουν άνεργοι χωρίς κανένα απολύτως δίχτυ προστασίας, όσοι επιχειρηματίες παραμένουν χρωστάνε σε  τράπεζες, κράτος, πιστωτές και τέλος, η κατανάλωση μειώνεται περαιτέρω αφού οι επιχειρηματίες – καταναλωτές βλέπουν τα εισοδήματα τους να εξανεμίζονται.

Και επειδή η στοχοποίηση δεν μπορεί να είναι μόνο οικονομική, είτε πριν είτε μετά τις αποφάσεις της Κυβέρνησης για νέα μέτρα, υπάρχει συνοδεία φημών και «έγκυρων» μελετών για τη φοροδιαφυγή αυτών των επιχειρήσεων ή των επιχειρήσεων που στηρίζονταν τόσα χρόνια σε «δανεικά». Προφανώς, κανείς από τους υποστηρικτές τέτοιων ισχυρισμών δεν αντιλαμβάνεται ή δε θέλει να αντιληφθεί ότι το πρόβλημα σήμερα δεν είναι μεταξύ υγιών και μη υγιών επιχειρήσεων. Ακόμα και επιχειρήσεις που παραμένουν κερδοφόρες, αντιμετωπίζουν, καθημερινά, προβλήματα έλλειψης ρευστότητας, διαπραγματευτικής αδυναμίας με προμηθευτές και συνεργάτες στο εξωτερικό, αδυναμίας εκπλήρωσης των βασικών τους υποχρεώσεων, κ.ο.κ. Άλλωστε, το βασικότερο στοιχείο της αγοράς σήμερα είναι ο κλονισμός της εμπιστοσύνης, με δεδομένο ότι τόσο οι ακάλυπτες επιταγές όσο και η μη ανταπόκριση των πελατών των επιχειρήσεων στις υποχρεώσεις τους, στρεβλώνουν το οικονομικό περιβάλλον και τους όρους των συναλλαγών. Και δυστυχώς, αυτή η απόλυτη αβεβαιότητα δεν δημιουργεί κανένα περιθώριο ανάκαμψης για καμία επιχείρηση.

Αυτός ο ατέρμων κύκλος της ύφεσης, όσο και να προσπαθούν να τον ντύσουν με μία αναπτυξιακή ελπίδα, οδηγεί, σχεδόν αναπόφευκτα, την κοινωνία και την οικονομία σε αδιέξοδο. Οι ΜΜ επιχειρήσεις αποτελούν το κομμάτι εκείνο της ελληνικής οικονομίας που δεν διαμορφώθηκε ούτε στηρίχτηκε σε κρατικές επιχορηγήσεις. Η περαιτέρω αποδυνάμωσή τους όχι μόνο θα εκτινάξει περαιτέρω την ανεργία, αλλά θα προκαλέσει αυτό που οι «ειδήμονες» προσπαθούν να αποφύγουν: την μονοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς. Βασικοί κλάδοι της ελληνικής οικονομίας, όπως μεταποίηση, εμπόριο, εστίαση παρουσιάζουν μειώσεις του τζίρου τους κατά 20 – 30% κάθε χρόνο ενώ χάνουν θέσεις εργασίας με ρυθμούς πρωτοφανείς.

Και σε αυτό το κλίμα, εξαγγέλλονται μέτρα για την ενίσχυση της ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΕΤΕΑΝ, ΤΕΜΠΜΕ, JEREMIE) σαν μορφή χιονοστιβάδας, υπογράφονται Συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα Επενδύσεων για την ενίσχυση της ΜΜ επιχειρηματικότητας, ανακοινώνονται προθέσεις στήριξης των μικρομεσαίων, που αναρωτιέται κανείς ποιος πραγματικά ωφελείται από όλες αυτές τις δράσεις; Μήπως η ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αποτελεί απλώς το πολιτικό άλλοθι  για την ενίσχυση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων; Και αν κάτι τέτοιο ισχύει, είναι ποτέ δυνατόν η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών να τίθεται πάνω από το συμφέρον της εγχώριας πραγματικής οικονομίας;

Η κοινωνική πραγματικότητα όμως, η οποία εξ ορισμού ούτε ποσοτικοποιείται ούτε απεικονίζεται σε νούμερα και αριθμούς, είναι ακόμα πιο σκληρή. Οι άνεργοι επιχειρηματίες δεν είναι, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, οι νέοι που συντηρούνται από τις οικογένειες τους και έχουν έστω τη δυνατότητα μιας άλλης επιλογής. Είναι άνθρωποι μέσης ηλικίας με οικογένειες, που δεν μπορούν να βρουν άλλη εργασία, που δεν απολαμβάνουν καμία υποτυπώδης κοινωνική μέριμνα, που ούτε καν εγγράφονται στο Μητρώο Ανέργων του ΟΑΕΔ, που ζουν με το φόβο της αυτόφωρης διαδικασίας αφού είναι αδύνατον να πληρώσουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις και πρέπει να επανακάμψουν από την ψυχολογική τους κατάρρευση.  Και η αποχώρηση τους αφήνει πίσω διαλυμένες οικογένειες, εγκαταλελειμμένες επιχειρήσεις, ανοίκιαστες εγκαταστάσεις και ερημωμένους δρόμους.

Είναι γνωστές οι προσεγγίσεις που επισημαίνουν την ανάγκη προσαρμοστικότητας των ΜΜεπιχειρήσεων στις νέες συνθήκες, με την εισαγωγή καινοτομιών και ευελιξίας στην οργάνωση τους. Και αν σε κάποιους, και στην αρχή της κρίσης, ένα τέτοιο ενδεχόμενο ηχούσε ρεαλιστικό, σήμερα είναι τουλάχιστον ανυπόστατος ένας τέτοιος ισχυρισμός. Όταν τα εισοδήματα μειώνονται, η οικονομία παραμένει σε αδιέξοδο και κανένα αναπτυξιακό μέτρο ούτε σχεδιάζεται ούτε εφαρμόζεται, αντίθετα οι πολιτικές επιλογές ευθέως θίγουν τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, δεν μπορεί καμία λύση η οποία αφορά τις επιπτώσεις να «θεραπεύσει» το ίδιο το πρόβλημα.

Και συνεχίζουν οι υποστηρικτές μίας πολιτικής χωρίς κανένα κοινωνικό περιεχόμενο να προπαγανδίζουν τις αναπτυξιακές τους προθέσεις, μέσα στις οποίες αποδεικνύεται ότι δεν περιλαμβάνονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το 95% δηλαδή των ελληνικών επιχειρηματικών μονάδων.  Παρ όλα αυτά, επιμένουν ότι θα σώσουν την ελληνική οικονομία. Αναρωτιέμαι: αν η Ευρωπαϊκή Ένωση βραβεύθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης, είναι πιθανόν το Νόμπελ Οικονομίας να απονεμηθεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο;

Σημειώσεις

1. Ως μεσαία επιχείρηση ορίζεται η επιχείρηση η οποία απασχολεί λιγότερους από 250 εργαζομένους και της οποίας ο κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει τα 50 εκατ. ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα 43 εκατ. ευρώ. Ως μικρή επιχείρηση ορίζεται η επιχείρηση η οποία απασχολεί λιγότερους από 50 εργαζομένους και ο κύκλος εργασιών της ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα 10 εκατ. ευρώ. Ως πολύ μικρή επιχείρηση ορίζεται η επιχείρηση η οποία απασχολεί λιγότερους από 10 εργαζομένους και της οποίας ο κύκλος εργασιών ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα 2 εκατ. ευρώ, Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων [Επίσημη Εφημερίδα L 124 της 20.05.2003].

2. Βάλια Αρανίτου (2007), Το εμπόριο στην Μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα, Παπαζήσης

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Μικρομεσαίοι: αυτά τα τρωκτικά...

Cogito ergo sum...
Εκτός από τα λαμόγια που εισπράττουν συντάξεις πεθαμένων, στα οποία αναφερθήκαμε χτες, οι καλοί μας πολιτικοί (φυσικά, με την βοήθεια των επίσης καλών μας δημοσιογράφων) μας δείχνουν τις τελευταίες μέρες, με το δάχτυλο τεντωμένο, ποιοι άλλοι ευθύνονται για την κατάντια αυτού του τόπου: οι μικρομεσαίοι επαγγελματίες που φοροδιαφυγούν (*).

Σύμφωνα με την περισπούδαστη δημοσιογράφα κύρια Πυργιώτη, για παράδειγμα, δεν θα χρειάζονταν τα μέτρα των 11,5 δισ. αν οι μικρομεσαίοι επαγγελματίες ήσαν συνεπείς στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, διότι περίπου εκεί υπολογίζονται τα "διαφυγόντα έσοδα" του κράτους από την φοροδιαφυγή αυτών των "τρωκτικών". Βλέπετε, οι εν λόγω επαγγελματίες είναι και χιλιάδες αλλά και διασπαρμένοι σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, οπότε η σύλληψή τους είναι από εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη.

Είναι λογικό, λοιπόν, να αγανακτεί και να εξανίσταται ο κάθε μισθωτός ή συνταξιούχος, καθώς βλέπει να τσακίζονται οι αποδοχές του προκειμένου να εξοικονομηθούν όσα κλέβουν όλα αυτά τα τρωκτικά, οι μικρομεσαίοι. Και είναι επίσης λογικό να συμφωνεί με τον υπουργό οικονομικών, ο οποίος φωνάζει προς κάθε κατεύθυνση ότι όλοι οφείλουμε να ζητάμε απόδειξη για κάθε συναλλαγή μας καθώς οι φόροι, τους οποίους γλιτώνει όποιος δεν κόβει απόδειξη, θα πέσουν στην πλάτη μας. Όμως, πόσο έτσι είναι τα πράγματα; Ας το κουβεντιάσουμε λίγο.

Πρώτα-πρώτα, ας δεχτούμε ότι η φοροδιαφυγή των μικρομεσαίων δημιούργησε την "τρύπα" που πάνε τώρα να βουλώσουν τα μνημονιακά μέτρα. Εντεκάμισυ δισ. μας λένε ότι κάνουν αυτά τα μέτρα; Πάνω από είκοσι λέω εγώ ότι θα φτάσουν ίσαμε το τέλος του 2013, αλλά δεν θα τα χαλάσουμε εδώ. Όσα και να 'ναι, πάντως, προέρχονται από την φοροδιαφυγή των μικρομεσαίων, εν τάξει; Πάει καλά. Πώς διάβολο γίνεται, λοιπόν, να κλείνουν τα μικρομεσαία μαγαζιά με ρυθμό πολυβόλου, το ένα μετά το άλλο; Πώς εξηγείται να κλέβουν εκατομμύρια από την μια και να πτωχεύουν από την άλλη; Τί τα 'καναν τόσα λεφτά οι μικρομεσαίοι; Στα μπουζούκια τα φάγανε ή στις πουτάνες; Δεν μπορεί, κάπου τα φάγανε γιατί στην Ελβετία δεν τα βγάλανε, σίγουρα.

Πάμε παρακάτω. Προσωπικά, είμαι ελεύθερος επαγγελματίας 27 χρόνια. Στο επαγγελματικό μου διάβα απέκτησα -πόσα να πούμε;- εκατό χιλιάδες (υπερπαραφουσκωμένο νούμερο, αλλά δεν πειράζει) "μαύρο" εισόδημα, για το οποίο το κράτος δεν εισέπραξε ούτε ΦΠΑ ούτε φόρο εισοδήματος. Ας πούμε, λοιπόν, ότι ζημίωσα το κράτος 40-50 χιλιάρικα μέσα σε 27 χρόνια. Πάει καλά ως εδώ; Ωραία. Όμως, όλα αυτά τα χρόνια, το κράτος μού πήρε πάνω από 50 χιλιάρικα για συμβιβασμούς και περαιώσεις, μου πήρε παραπάνω φόρο από τους μισθωτούς (μέχρι πρόσφατα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες είχαν λιγώτερο αφορολόγητο από τους μισθωτούς), μου επέβαλε πρόστιμα και προσαυξήσεις όποτε καθυστερούσα τις πληρωμές μου και δεν πρόκειται ποτέ να μου δώσει "εφ' άπαξ" όταν θα βγω στην σύνταξη. Παράλληλα, χρειάστηκε να πληρώσω ένα σωρό "μαύρα": την πολεοδομία για να βγάλω άδεια, τον γιατρό για να χειρουργήσει τον πατέρα μου, τον εφοριακό για να μη με τσακίσει, τον υπάλληλο της περιφέρειας για να μου "τρέξει" την επιδότηση, τον καθηγητή που έκανε ιδιαίτερο στο παιδί μου κλπ., δαπάνες που δεν θα έκανα αν το κράτος δεν κακοπλήρωνε ή δεν είχε έλλειψη σε υπαλλήλους, γιατρούς και δασκάλους.  Πώς το βλέπετε το θέμα; Σε τελική ανάλυση, έχει βγει χαμένο το κράτος από μένα ή κερδισμένο;

Ας πούμε τώρα ότι ήμουν 100% νομοταγής. Πήρα, λοιπόν, από κάποιον πελάτη μου 1.000 ευρώ κι έκοψα την σχετική απόδειξη, καταβάλλοντας τον αναλογούντα ΦΠΑ στο κράτος (ας αφήσουμε έξω τον φόρο εισοδήματος, για ευκολία). Έτσι, από το χιλιάρικο, μου έμειναν 813 ευρώ. Ακριβώς τόσα πλήρωσα στο συνεργείο όπου πήγα το αυτοκίνητό μου για επισκευή. Ο συνεργειάς έκοψε απόδειξη, πλήρωσε τον αναλογούντα ΦΠΑ και του έμειναν 661 ευρώ, με τα οποία πλήρωσε τον μπογιατζή που του έβαψε το σπίτι. Ο μπογιατζής έκοψε απόδειξη κι αυτός, πλήρωσε κανονικά τον ΦΠΑ του και με τα ρέστα, 537 ευρώ, αγόρασε κάτι μικροέπιπλα για το σπίτι του. Νόμιμος κι ο επιπλοποιός, έκοψε απόδειξη, πλήρωσε τον ΦΠΑ και του έμειναν 437 ευρώ, με τα οποία ξόφλησε το φροντιστήριο των παιδιών του. Μετά την πληρωμή του ΦΠΑ, στον καθηγητή έμειναν 355 ευρώ. Παναπεί, δηλαδή, μετά από 5 νταραβέρια, το κράτος πήρε το 65% από το χιλιάρικό μου (ξαναλέω, δίχως να λογαριάσουμε τους φόρους εισοδήματος). Όμορφα;

Συνεχίζουμε. Επειδή όλοι οι συναλλασσόμενοι ήμασταν νομοταγείς πολίτες, από την αγορά χάθηκε το 65% των χρημάτων και πήγε στο κράτος. Αν το κράτος μάς επέστρεφε αυτά τα λεφτά ως κοινωνικές παροχές, δεν θα υπήρχε πρόβλημα: τα χρήματα θα επέστρεφαν σε μας ως πλατείες, νοσοκομεία, σχολεία, επιδόματα κλπ κλπ. Όμως, από την στιγμή που αυτά τα λεφτά δεν επιστρέφουν σε μας αλλά δίνονται σε κάποιους πονηρούς, οι οποίοι τα παίρνουν και τα βγάζουν στο εξωτερικό (η διεθνής των τοκογλύφων που λέμε, οι αγορές) τότε ναι, υπάρχει πρόβλημα.

Τώρα, ποιος ζημιώνει αν εμείς πάψουμε να είμαστε νομοταγείς και δεν ξανακόψουμε απόδειξη; Η ντόπια αγορά θα είναι σίγουρα κερδισμένη, αφού το αρχικό χιλιάρικο θα παραμείνει χιλιάρικο όσα χέρια κι αν αλλάξει. Θα ζημιώσει το κράτος; Μα το κράτος θα ζημίωνε αν ήταν όντως "κράτος", δηλαδή αν νοιαζόταν για τους πολίτες του. Τώρα, όμως, δεν είναι "κράτος" αλλά εισπράκτορας των τοκογλύφων. Τελικά, δηλαδή, είτε με το τούτο είτε με το 'κείνο, σκοπός του είναι να μας πάρει τα λεφτά για να τα δώσει στους πονηρούς που προαναφέραμε, οι οποίοι είναι και οι μόνοι ζημιωμένοι από την οποιαδήποτε φοροδιαφυγή σ' ένα τέτοιο κράτος. Υπ' αυτή την άποψη, λοιπόν, ούτε του μισθωτού είναι εχθρός ο μικρομεσαίος επαγγελματίας που φοροδιαφυγεί, ούτε του μικρομεσαίου επαγγελματία είναι εχθρός ο μισθωτός που τεμπελιάζει. Κοινός εχθρός και των δυο είναι το αστικό κράτος που τους έχει αμφότερους γραμμένους στα καπιταλιστικά παπάρια του.

Ας τελειώνουμε με κάτι που μπορεί να ακουστεί παράδοξο αλλά είναι απόλυτα τεκμηριωμένο. Αν το επίπεδο ζωής των λαϊκών στρωμάτων βελτιώθηκε τα τελευταία 60 χρόνια, τούτο οφείλεται σε δυο κυρίως παράγοντες: στα εμβάσματα των μεταναστών και των ναυτικών κατ' αρχάς και στην "μαύρη" οικονομία των μικρομεσαίων εν συνεχεία. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η βιοτική βελτίωση αυτού του τόπου χρωστάει πολλά στην φοροαποφυγή και στην φοροδιαφυγή των μικρομεσαίων: στον φτωχοψαρά, στον μπατίρη με τα 1-2 ρουμ-του-λετ, στην πουτάνα τού δρόμου, στον φούρναρη της γειτονιάς, στον ψιλικαντζή, στον μικρομαγαζάτορα της γωνίας. Σε όλους αυτούς που μεγάλωσαν και μόρφωσαν παιδιά επειδή δεν πλήρωναν φόρους. Για την ακρίβεια: επειδή δεν πλήρωναν όλους αυτούς τους παράλογους φόρους που το κράτος επιμένει να θέλει να εισπράξει από πλατειά λαϊκά στρώματα, μόνο και μόνο για να μην υποχρεωθεί να τους αναζητήσει από τους λίγους που έχουν πράγματι φοροδοτική ικανότητα.

Κι ένα τελευταίο: η επιμονή τής καθεστηκυίας τάξης να δείχνει, με το δάχτυλο τεντωμένο, τους μικρομεσαίους, την ώρα που προβαίνει σε σκανδαλώδη μείωση της φορολογίας των μεγαλομεγάλων και στην νομιμοποίηση της φορολογικής ασυλίας των μεγαλοκαταθετών τού εξωτερικού, είναι εξαιρετικά περίεργη (για να μη πω σκανδαλωδεστάτη). Τελεία και παύλα.



ΥΓ:  Συγγνώμη αν το "φοροδιαφυγώ" ακούγεται παράταιρο, άκομψο ή λανθασμένο αλλά η λέξη είναι απόλυτα σωστή. Σύμφωνα με τον σχετικό "νόμο τού Σκάλιγκερ" (υποθέτω ότι οι φιλόλογοι με εννοούν), δεν υπάρχει λέξη "φοροδιαφεύγω". Όπως δεν υπάρχει λέξη "δενδροφυτεύω", αλλά ας μην ασχοληθούμε τώρα μ' αυτά.

Ροη αρθρων