Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Γιατί πρέπει να πείσουμε τον Πάσχο Μανδραβέλη για την ενιαία τιμή βιβλίου;

Σε μια εκδήλωση πρώτης γραμμής, σύμπας ο κόσμος του βιβλίου και αρκετοί πολιτικοί προσπαθούν να πείσουν τον Πάσχο Μανδραβέλη για την ανάγκη διατήρησης της ενιαίας τιμής βιβλίου. Δίκιο έχουν. Γιατί μας νοιάζει όμως η γνώμη του Μανδραβέλη επ’ αυτού;
IMG_8884 copy
Ένας εναντίον όλων; Ή μήπως ένας αλλά λέων; Η σκηνή θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί επεισόδιο φάρσας. Αντίπροχθες το μεσημέρι, 4 Φεβρουαρίου, το πατάρι του βιβλιοπωλείου Ιανός ήταν κατάμεστο. Βουλευτές νυν και πρώην, εκπρόσωποι κομμάτων, σύμβουλοι υπουργών και του πρωθυπουργού, ο δήμαρχος Αθηναίων, εκδότες, συγγραφείς και βιβλιοπώλες συνέρρευσαν στην εκδήλωση που οργάνωσε η ΕΝΕΛΒΙ (Ένωση Ελληνικού Βιβλίου), ένας σχετικά νεοσύστατος σύλλογος εκδοτών, με σκοπό την υπεράσπιση της ενιαίας τιμής βιβλίου.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Μ Μ Ε: Το βαθύ πέος της διαπλοκής ...

Στέλιος Ελληνιάδης - "Δρόμος της Αριστεράς", μεσω  Βαθυ κοκκινο..
«Ο πιο ασφαλής δρόμος προς τα μεγάλα κέρδη περνούσε μέσα από τον εκφυλισμό του πνευματικού επιπέδου...», γράφει στο «Εκδότες χωρίς εκδότες» (εκδ. Πόλις) ο Αντρέ Σίφριν, που έφυγε από τη ζωή πριν από λίγες μέρες, αναλύοντας με παραδείγματα και ονόματα την κατάσταση που διαμορφώθηκε στην Αμερική όταν οι μεγάλες επενδυτικές εταιρίες και οι «βαρόνοι» των ΜΜΕ, έβαλαν χέρι στο βιβλίο. Επενδυτές σαν τον Murdoch και τον Newhouse, ιδιοκτήτες -ταυτόχρονα- εφημερίδων, περιοδικών, ραδιοφώνων, τηλεοράσεων, εταιριών παραγωγής βιντεοταινιών, κινηματογραφικών στούντιο, δισκογραφικών εταιριών, βιβλιοπωλείων και εκδοτικών οίκων, οι οποίοι, μέσα από τον έλεγχο της γνώσης, της ενημέρωσης, της ψυχαγωγίας και κάθε σχετικής συζήτησης στο δημόσιο χώρο, όχι μόνο στηρίζουν τις πιο αντιλαϊκές πολιτικές και τους πιο αντιδραστικούς πολιτικούς, από την Θάτσερ και τον Μπλερ ως τον Κλίντον και τον Γκίνγκριτς, αλλά διαμορφώνουν και την κουλτούρα των πολιτών προκειμένου να αποδέχονται ως «φυσικό» και «μοναδικό» το καθεστώς διαφθοράς και να εκλέγουν ως εκπροσώπους τους αυτούς που απεργάζονται την εκμετάλλευση και ισοπέδωση τους, την καταστροφή του πολιτισμού και του περιβάλλοντος, τη φτωχοποίηση της κοινωνίας και τη διεύρυνση του χάσματος των ανισοτήτων!

Γύρω τους, ένας ολόκληρος κόσμος από δημοσιογράφους, συγγραφείς και πανεπιστημιακούς, φέρνει σε πέρας αυτή την «αποστολή», με προφανείς ιδιοτελείς σκοπούς. Στον αντίποδα, ο Σίφριν, εκδότης-μεταξύ άλλων- του Νόαμ Τσόμσκι, της Χάνα Αρεντ και του Χάουαρντ Ζιν, αναφέρει συγγραφείς που αρνήθηκαν να δώσουν τα βιβλία τους στους εκδοτικούς κολοσσούς, χάνοντας πολλά εκατομμύρια από προκαταβολές και δικαιώματα, και, επίσης, απέφυγαν να τα παρουσιάσουν στις μεγάλες αλυσίδες προτιμώντας τα μικρότερα ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία που συμπιέζονται αφόρητα από τα τραστ.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Λουκέτο και στο θωρηκτό της αστικής διανόησης...

 της Μαριαννας Τζιαντζη...
Έκλεισε το βιβλιοπωλείο της Εστίας, αφού στη μνημονιακή Λογική δεν χωρά Ευαισθησία.
Όπως εκατοντάδες βιβλιοπωλεία σε όλη την Ελλάδα, έτσι και η Εστία, στη Σόλωνος, ψυχορραγούσε εδώ και τρία χρόνια περίπου και αυτό το ψυχορράγημα το ένιωθαν στο πετσί τους οι δέκα-δώδεκα άνθρωποι που εργάζονταν εδώ. Από το Σεπτέμβριο του 2012 έξι απ’ αυτούς βρίσκονταν σε επίσχεση εργασίας, διεκδικώντας τους μισθούς πολλών μηνών, ενώ στα τέλη Νοεμβρίου έγινε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το βιβλιοπωλείο, με τη συμπαράσταση του Σωματείου Υπαλλήλων Βιβλίου Χάρτου Αττικής. Δεν βαριέστε. Ψιλά ή μάλλον ανύπαρκτα γράμματα για πολλούς που τώρα θρηνούν για το λουκέτο που μπήκε στο ιστορικό αυτό βιβλιοπωλείο.
Ένα βιβλιοπωλείο δεν είναι μόνο τα ράφια, το εμπόρευμα, το brand name, η βιτρίνα, ο μάνατζερ, ο ιδιοκτήτης: είναι και οι άνθρωποι που εργάζονται σ’ αυτό. Και στην περίπτωση της Εστίας οι εργαζόμενοί της στάθηκαν άξιοι της μακράς λογοτεχνικής παράδοσης, άξιοι του ιστορικού ονόματος. Ο Νίκος Παντελάκης, όπως και άλλοι που δεν θα μάθουμε το όνομά τους, μπορούσε να βρει ένα βιβλίο ακόμα και με δεμένα μάτια, ψηλαφώντας τα ράφια, μετρώντας τις ράχες, αναγνωρίζοντας το βιβλίο που του είχαμε γυρέψει από το σχήμα και τη μυρωδιά του.
Αυτή την αναγνώριση, που είναι κάτι παραπάνω από την επαγγελματική επάρκεια, δεν τη συναντάμε παντού. Πολλά σημεία πώλησης δεν είναι μόνο αποστειρωμένα, αλλά και άσχετα. Βιβλία, χλωρίνες και γυαλιά ηλίου ατάκτως ερριμμένα. Η «μολοποίηση», το βιβλιοπωλείο σούπερ μάρκετ που στις προθήκες του κυριαρχούν τα μπεστ σέλερ ή τα προοριζόμενα για μπεστ σέλερ δίνουν τον τόνο στην αγορά του βιβλίου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο ως χώρος μύησης, αναζήτησης, επικοινωνίας έχει προ πολλού γίνει εξωτικό είδος.
«Αντώνη, έχουμε το Σέξι νύχτες στην Ακρόπολη;» Έτσι αντέδρασε μια νεαρή υπάλληλος ενός βιβλιο-σουπερ-μάρκετ όταν κάποιος πελάτης ζήτησε τις Έξι νύχτες στην Ακρόπολη του Γιώργου Σεφέρη -και αυτό ΔΕΝ είναι ανέκδοτο. Στην Εστία δε θα συνέβαινε ποτέ κάτι τέτοιο, ούτε στο βιβλιοπωλείο της Δωδώνης, που έκλεισε κι αυτό, ούτε σε πολλά βιβλιοχαρτοπωλεία σε όλη την Ελλάδα που επιβιώνουν με το σουγιά στο κόκαλο, συχνά χάρη στην απλήρωτη εργασία ολόκληρης της οικογένειας.
Μια άλλη Εστία θα βρεθεί, καλύτερη απ’ αυτήν; Χλωμό το βλέπω. Το λουκέτο είναι το σήμα κατατεθέν της νέας μνημονιακής εποχής. Και δεν κλείνουν ή δεν υπολειτουργούν μόνο τα σκυλάδικα, οι μεγάλες πίστες της παραλιακής, τα σύμβολα της ξιπασιάς και της προκλητικής κατανάλωσης, αλλά και άλλες εστίες αν όχι υψηλού πολιτισμού, πάντως εστίες ζωής, τόποι συνάντησης κι επικοινωνίας, όπως το περίπτερο, το καφενείο του (μη τουριστικού) χωριού, το θερινό σινεμά. Η Ομόνοια, ο ομφαλός της κάτω πόλης, έχει γίνει κάτω κόσμος.
Το κλείσιμο της Εστίας είναι απώλεια, είναι ένα χαστούκι στη μνήμη της πόλης. Και εδώ η ιστορική μνήμη δεν είχε γίνει μνημείο, απολίθωμα, αλλά ανάσαινε, της έδιναν πνοή και ζωή οι εργαζόμενοι στο βιβλιοπωλείο, όπως και οι άνθρωποι που μπαινόβγαιναν σ’ αυτό (συγγραφείς και αναγνώστες), ακόμα και εκείνοι που κοντοστέκονταν στη βιτρίνα της. Κάτω από άλλες συνθήκες, αυτοί οι θύλακες ιστορικής μνήμης θα μπορούσαν να εξελιχθούν και να συνυπάρξουν με τα ηλεκτρονικά μέσα, όμως άλλο οι επιθυμίες μας και άλλο η οικονομική πραγματικότητα.
Για εκατομμύρια Έλληνες το βιβλίο είναι απρόσιτος καρπός. Καλύτερα σκέφτονται να κόψεις το βιβλίο, την εφημερίδα, το θέατρο, ακόμα και το καλοριφέρ, παρά να σου κόψουν το ρεύμα. Κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει την ταχύτητα, την ευκολία, αλλά και το οικονομικό όφελος της διαδικτυακής αγοράς, όμως κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει τη λειτουργία του βιβλιοπωλείου ως χώρου, σαν γέφυρας ανάμεσα στον αναγνώστη και το εμπόρευμα -γιατί το βιβλίο επί αιώνες ήταν «και» εμπόρευμα, χωρίς αυτό να του στερεί τη γοητεία και την αξία του.
Το λουκέτο στην Εστία, το θωρηκτό της αστικής διανόησης, αποκτά εμβληματικό χαρακτήρα, όπως εμβληματικό χαρακτήρα έχει ο Κίτρινος Ποταμός των ενεχυροδανειστήριων. Θύμα της ύφεσης, των μνημονιακών πολιτικών είναι «και» το βιβλιοπωλείο της Εστίας και όχι απλώς της «κοινωνικής αδιαφορίας» ή της επέλασης του Διαδικτύου.
Επιχείρηση Ξένιος Ζευς, Επιχείρηση Θέτις, Σχέδιο Αθηνά και τώρα «Εκκαθαριστικές Επιχειρήσεις Εστία», ενώ ακόμα δεν βρέθηκε το κατάλληλο αρχαιοελληνικό όνομα για το δημοτικό λουκέτο που απειλεί δεκάδες αθηναϊκά θέατρα. (Μήπως Επιχείρηση Μένανδρος;) Πληθαίνουν τα σκονισμένα ισόγεια κουφάρια για τα οποία δεν έχουν δείξει ενδιαφέρον επενδυτές από το Κατάρ. Είναι αυτονόητο ότι ο θρήνος δεν έχει νόημα, όμως έχει νόημα ο κοινός αγώνας με τους ανθρώπους που μάχονται για να ζήσουν οι ίδιοι και τα παιδιά τους, αλλά και να ζήσει, να μη βουλιάξει ό,τι δίνει νόημα στη ζωή μας... και αυτοί δεν είναι μόνο οι βιβλιοϋπάλληλοι.
Ας κλειστούμε σπίτι μας να δούμε στην οθόνη μας τις Σέξι νύχτες στην Ακρόπολη...

(ΠΡΙΝ, 7.3.13)

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Εξωφρενικά «Μαθήματα Αμερικανικής Ιστορίας»...

Της Μαριαννας Τζιαντζη...
Σάλος έχει ξεσπάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες με αφορμή τα σκοταδιστικά μαργαριτάρια που εντοπίστηκαν στα σχολικά βιβλία της Λουιζιάνας, τα οποία διδάσκονται στα επιδοτούμενα ιδιωτικά σχολεία αυτής της πολιτείας. Κάποιοι εκπαιδευτικοί συγκέντρωσαν μερικές από τις αντικομμουνιστικές, ακροδεξιές και ψευδοεπιστημονικές τερατολογίες που σερβίρονται στους αμερικανούς μαθητές γυμνασίου και λυκείου, όπως οι ακόλουθες.

  1. Άνθρωποι και δεινόσαυροι: «Οι χριστιανοί που πιστεύουν στη Βίβλο δεν μπορούν να δεχτούν τη θεωρία της εξέλιξης. Είναι σίγουρο ότι άνθρωποι και δεινόσαυροι συνυπήρχαν την ίδια εποχή στη Γη και ίσως να ζούσαν πλάι πλάι επί μερικές χιλιάδες χρόνια».
  2. Χίπις, αυτοί οι άπλυτοι: Για το κίνημα των χίπις, το βιβλίο Ιστορίας της Β Γυμνασίου γράφει ότι τότε «πολλοί νέοι στράφηκαν στα ναρκωτικά και στον έκλυτο βίο και αυτοί έγιναν γνωστοί ως χίπις. Κυκλοφορούσαν άπλυτοι, φορούσαν βρώμικα, κουρελιασμένα κι έξαλλα ρούχα και επίτηδες παραβίαζαν όλους τους κανόνες της ευπρέπειας και της καλής συμπεριφοράς. Η ροκ μουσική έπαιξε σημαντικό ρόλο στο κίνημα των χίπις... Οι περισσότεροι μουσικοί της ροκ που άρεσαν στους χίπις ανήκαν σε ανατολίτικες θρησκευτικές αιρέσεις ή συμμετείχαν σε σατανιστικές τελετουργίες». (Στο βιβλίο Ιστορίας της Β΄ Γυμνασίου America: Land I Love.)
  3. Η Κου Κλουξ Κλαν ήταν καλό πράγμα: «Σε ορισμένες περιοχές της χώρας [η Κου Κλουξ Κλαν] προσπάθησε να πετύχει μεταρρυθμίσεις καταπολεμώντας την ηθική παρακμή και χρησιμοποιώντας το σύμβολο του σταυρού. Οι στόχοι της ήταν λαθρέμποροι οινοπνευματωδών, ανήθικες κινηματογραφικές ταινίες και άνδρες που κακοποιούσαν τις συζύγους τους».
  4. Οι κομμουνιστές αφήνουν τους Αφρικανούς αγράμματους: «Η Αφρική είναι μια χώρα με πολλές ανάγκες. Εξακολουθεί να έχει ανάγκη το Ευαγγέλιο...  Μόνο το 10% των Αφρικανών γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση. Σε ορισμένες περιοχές της ηπείρου, οι κομμουνιστές, που έχουν καταλάβει την εξουσία, έκλεισαν τα σχολεία των ιεραποστολών», αναφέρεται στο «χριστιανικό»  βιβλίο Ιστορία και Γεωγραφίας. Μόνο που, σύμφωνα με την Unesco, το ποσοστό αυτό είναι 72,7% στους άνδρες και 55,5% στις γυναίκες για το χρονικό διάστημα 2005-2010.
  5. Η Μεγάλη Ύφεση δεν ήταν τόσο κακή όσο ισχυρίζονται μερικοί: «Ίσως το πιο γνωστό έργο προπαγάνδας της περιόδου της Μεγάλης Ύφεσης είναι Τα σταφύλια της οργής του Τζον Στάινμπεκ... Άλλες μορφές προπαγάνδας ήταν οι φήμες για χρεοκοπές, για μαζικές εξώσεις, για διαδηλώσεις πεινασμένων, καθώς και οι παραφουσκωμένες στατιστικές για τον αριθμό των ανέργων και των αστέγων στην Αμερική». Επομένως, οι φωτογραφίες της εποχής, με τις ουρές των ανέργων στα συσσίτια, είναι αποτέλεσμα φωτοσόπ, παρατηρούν πικρόχολα κάποιοι.
  6. Ο κομμουνισμός διαλύει την οικογένεια: «...ο Σατανάς μισεί την οικογένεια και τη δηλητηριάζει μέσω του κομμουνισμού».
  7. Οι δουλοκτήτες ήταν άγιοι: «Ελάχιστοι δουλοκτήτες ήταν σκληροί. Οι περισσότεροι φέρονταν καλά στους δούλους τους ενώ ο ξυλοδαρμοί δούλων ήταν πολύ σπάνιοι». (Προφανώς η ταινία Django Unchained του Κουέντιν Ταραντίνο μιλά για μια άλλη χώρα.)
  8. Οι οικολόγοι έχουν το σύνδρομο της καταστροφής: «Όπως φαίνεται από αυτά που λένε και γράφουν, σκοπός των περιβαλλοντολόγων είναι να καταστρέψουν την ευημερούσα οικονομία των πλουσιότερων κρατών».
  9. Οι γκέι είναι εγκληματίες: «Όπως οι βιαστές και οι παιδεραστές, έτσι και ομοφυλόφιλα άτομα δεν μπορούν να ζητούν ιδιαίτερα δικαιώματα». Αυτό αναφέρεται στο Εγχειρίδιο του Εκπαιδευτικού για τα Χριστιανικά Σχολεία (Teacher’s Resource Guide to Current Events for Christian Schools, 1998-1999).
  10. Στην πυρά ο Μαρκ Τουέιν, η ποιήτρια Έμιλι Ντίκινσον, αλλά και τα μοντέρνα μαθηματικά: Ο Τουέιν ήταν «εγωκεντρικός», ενώ η Ντίκινσον είχε μια καλυμμένη ασέβεια απέναντι στην εξουσία. Σε άλλο βιβλίο αναφέρεται ότι, «σε αντίθεση με τους “μοντέρνους μαθηματικούς”, που πιστεύουν ότι τα μαθηματικά είναι δημιούργημα του ανθρώπου», τα χριστιανικά μαθηματικά «μας διδάσκουν ότι οι μαθηματικοί νόμοι είναι δημιούργημα του Θεού και επομένως είναι απόλυτοι...»
Τα παραπάνω, και αρκετά άλλα εξίσου εξωφρενικά, περιέχονται στα εγκεκριμένα βιβλία που χρησιμοποιούνται στα 134 (κυρίως χριστιανικά) σχολεία όπου εφαρμόζεται το σύστημα «βάουτσερ» (voucher school system). Σύμφωνα με αυτό το σύστημα, οι μαθητές των πιο υποβαθμισμένων δημόσιων σχολείων μπορούν να φοιτήσουν σε κάποιο ιδιωτικό με την επιδότηση (βάουτσερ, κουπόνι) που προέρχεται από τα χρήματα των φορολογουμένων. Δηλαδή, αντί να βελτιωθεί η δημόσια εκπαίδευση, πριμοδοτείται κατευθείαν η ιδιωτική και μάλιστα στην πιο αντιδραστική μορφή της καθώς οι πιο φτωχοί μαθητές είναι αυτοί που υφίστανται αυτή την πλύση εγκεφάλου. Η αναθεώρηση της ιστορίας συμβαδίζει με την αναθεώρηση της επιστήμης, αλλά και της κοινής λογικής. Και όλα αυτά συντελούνται με ιδεολογική επικάλυψη το «λιγότερο κράτος» και την ελευθερία επιλογής, δηλαδή οι γονείς επιλέγουν αν θα στείλουν τα παιδιά  τους σε ένα άθλιο δημόσιο σχολείο ή σε ένα ιδιωτικό όπου θα διδάσκονται αθλιότητες...
Να σημειωθεί ότι αυτό το μήνα, το Ανώτατο Δικαστήριο της Λουιζιάνας θα κρίνει το κατά πόσον είναι συνταγματική η διάθεση δημόσιων πόρων σε ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα.
(ΠΡΙΝ, 16-20/3/2013)

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Έχει δίκιο η Χρυσηίδα Δημουλίδου!

του Νικου Σαραντακου...
Η συγγραφέας στην εκπομπή της Μενεγάκη (όλο το βιντεάκι, εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=pi92RbEuSXU)
Η κυρία Χρυσηίδα (τέως Χρύσα) Δημουλίδου, συγγραφέας εμπορικά επιτυχημένων βιβλίων (απ’ αυτά που τα λένε ευπώλητα) έγραψε χτες μια θυμωμένη ανοιχτή επιστολή στη σελίδα της στο Φέισμπουκ, στην οποία απευθύνεται σε όλους εκείνους που διαβάζουν τα βιβλία της χωρίς να τα αγοράζουν, δηλαδή εκείνους που τα δανείζονται από φίλους τους ή από δανειστικές βιβλιοθήκες. Αλλά ας αναδημοσιεύσω όλο το γράμμα, διατηρώντας την ορθογραφία και τη σύνταξη του πρωτοτύπου.
Κάποια στιγμή θα πρέπει να συνειδητοποιήσετε μερικά πράγματα και επειδή το κακό παράγινε, θα το κάνω θέμα. Πρέπει λοιπόν να μάθετε πως η συγγραφή, τουλάχιστον από την πλευρά μου, είναι επάγγελμα και όχι χόμπι. Επομένως αφού είναι επάγγελμα και ο άλλος μοχθεί για αναπαράγει έργο, θα πρέπει και να αμείβεται γι αυτό. Κάποιοι λοιπόν αναγνώστες, μου δηλώνουν με ιδιαίτερη μάλιστα υπερηφάνεια ότι δανείζονται όλα τα βιβλία μου απο δανειστικές βιβλιοθήκες ή τα ανταλλάσουν γιατί δεν έχουν χρήματα λόγω της οικονομικής κρίσης. Όμως αυτό δεν είναι τωρινό, γινόταν πάντα από τότε που άρχισα να πρωτογράφω. Ως ένα σημείο το καταλαβαίνω, όμως δεν καταλαβαίνω, πως είναι δυνατόν ένα βιβλίο να βρίσκεται στις προθήκες δανειστικών βιβλιοθηκών μια εβδομάδα μετά την έκδοσή του και μάλιστα χωρίς την άδεια του συγγραφέα;  Ένα βιβλίο για να μπει στις βιβλιοθήκες πρέπει να εχει κάνει τον κύκλο του που είναι 5 με 10 χρόνια, ή να βρίσκεται στα αζήτητα. π.χ ένας Καζαντζάκης, ένας Ντοστογιέφσκι, μια Λιλίκα Ζωγράφου κλπ που τα βιβλία τους έχουν εκδοθεί εδώ και πολλά χρόνια. Επίσης σχολεία και αναγνώστες μου ζητούν να τους χαρίσω βιβλία. Δηλαδή να πληρώσω για να τα αγοράσω, και μετά να χρεωθώ τα έξοδα αποστολής και να τους τα στείλω. Χώρια το πήγαινε έλα. Τόσο θράσος.
Αγαπητοί αναγνώστες θα πρέπει να μάθετε να σέβεστε τον μόχθο ενός δημιουργού. Ο συγγραφέας εργάζεται σκληρά και πληρώνει ένα απίστευτο τίμημα μοναξιάς και σωματικής υγείας γιατί καταπονείται όχι μόνο το σώμα του , αλλά και ο εγκέφαλος του. Και ενώ παράγει κοινωνικό και επιμορφωτικό έργο, αμείβεται στο κάθε βιβλίο του από 0.20 λεπτά έως 1 ευρώ [καθαρά], δηλαδή ψίχουλα. Τα άλλα πάνε υπέρ πίστεως και πατρίδος. Επομένως το να ζητάτε εσείς να σας δίνει δωρεάν αυτή την σταγόνα μόχθου του, όχι μόνο τον υποβιβάζει σαν επαγγελματία, αλλά και τον πλήττει οικονομικά. Το ίδιο γίνεται και με τα λαθραία cd και ταινίες , αλλά εκεί τουλάχιστον πληρώνετε ένα ποσό. Στην περίπτωσή μας όχι μόνο δεν δίνετε δεκάρα τσακιστή, αλλά ζητάτε να πληρώσει επιπρόσθετα ο δημιουργός για να έχετε εσείς το έργο του. Μάλιστα κάποιοι αναγνώστες είχαν το θράσος να με βρίσουν και να με στολίσουν με χείριστα κοσμητικά επίθετα επειδή αρνήθηκα να τους χαρίσω βιβλία μου. Οι δε δανειστικές βιβλιοθήκες έμειναν κατάπληκτες που δεν ήθελα να μοιράζω στους Έλληνες τα πνευματικά μου έργα δωρεάν, με πρόσβαλλαν επίσης με τα λεγόμενά τους λες κι εγώ βρίσκω τα προς το ζείν στον δρόμο κι αν αύριο μείνω κουλή η στραβή ή πάθω κάτι σοβαρό και δεν μπορώ να γράψω, αυτοί θα με ταΐσουν. Αν είναι έτσι, τότε να υπάρχει και δανειστική ταινιοθήκη και δανειστική ιματιοθήκη, πινακοθήκη, φαγοποτοθήκη κλπ.

Οι δανειστικές βιβλιοθήκες δημιουργήθηκαν με σκοπό να δανείζουν βιβλία που έκαναν το κύκλο τους και πλέον μένουν στα αζήτητα. Ήδη η δικηγόρος μου που είναι η καλύτερη στα πνευματικά δικαιώματα, ανέλαβε να το ψάξει. Βιβλία μου χαρίζω εκεί που κρίνω εγώ ότι πρέπει να δώσω και το κάνω με όλη μου την καρδιά. Οι υπόλοιποι καλό θα είναι να το σκεφτούν καλύτερα. Ποτέ στην ζωή μου, ακόμη κι όταν σπούδαζα και δεν είχα μια, δεν δανείστηκα βιβλίο. Έκανα οικονομίες και αγόραζα. Απλά ήμουν πολύ επιλεκτική. Πως στο καλό τα κατάφερνα να έχω πάντα βιβλία σπίτι μου;
Οι οικονομικές απώλειες που έχει ένας συγγραφέας είναι ανυπολόγιστες. Μη τον συγκρίνετε με τους εκδότες ή τους βιβλιοπώλες, εκείνοι είναι επιχειρηματίες θα βρουν την άκρη. Ο συγγραφέας στην Ελλάδα είναι η τελευταία τρύπα του ζουρνά. Εσείς οι ίδιοι αν αγαπάτε πραγματικά το βιβλίο και δεν είστε οι αναγνώστες αλεξιπτωτιστές , θα έπρεπε να συνδράμετε σ αυτή την προσπάθεια. Διαφορετικά καλύτερα να σταματήσουμε να γράφουμε και να αφιερώσουμε τον χρόνο μας στον εαυτό μας.
Η παρούσα επιστολή εγράφη μετά από συζητήσεις με πολλούς συγγραφείς που εξέφρασαν έντονα αυτό το παράπονο. Σας ευχαριστώ πολύ , αν κατανοήσετε αυτή την επιστολή μου.
Χρυσηίδα Δημουλίδου.
Να διευκρινίσω ότι το απόσπασμα που είναι με έντονους χαρακτήρες δεν εμφανίζεται πια, επειδή η κ. Δημουλίδου το έσβησε, κρίνοντας προφανώς ότι την εκθέτει (έγινε άλλωστε στόχος άφθονων δηκτικών σχολίων), και το αντικατέστησε από το: Ένα βιβλίο για να μπει στις βιβλιοθήκες πρέπει να εχει κάνει τον κύκλο του που είναι 5 με 10 χρόνια, όχι όμως βιβλία που μόλις κυκλοφόρησαν.
Όπως είπα, η επιστολή της κ. Δημουλίδου προκάλεσε πολλά αρνητικά σχόλια, δηκτικά, σαρκαστικά ή οργισμένα, αν και βέβαια πολλοί πιστοί αναγνώστες της πήραν το μέρος της. Η συγγραφέας απάντησε λίγο αργότερα με το εξής μεγαλογράμματο σχόλιο (το παίρνω από σχόλιο του Σάκη Σεραφείμ στη συζήτηση που έγινε στο φόρουμ της Λεξιλογίας): ΜΕΤΑ ΛΥΠΗΣ ΜΟΥ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΩ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΤΟΜΑ ΠΟΥ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΔΕΝ ΔΙΑΒΑΣΑΝ ΤΙ ΕΓΡΑΨΑ ΚΑΙ ΠΙΟ (sic) ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΜΟΥ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ ΚΑΝ ΤΟ ΕΡΓΟ ΜΟΥ, ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΑΠΟΒΛΕΠΟΥΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΕ ΜΕΙΩΣΟΥΝ. ΟΧΙ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΩ ΣΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΑΠΑΝΤΗΣΩ. ΔΕΝ ΜΙΛΑΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΓΛΩΣΣΑ. ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΤΤΟ. ΑΠΛΑ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΩ ΤΑ ΚΩΝΕΙΟΦΟΡΑ (sic) ΣΧΟΛΕΙΑ (sic) ΓΙΑΤΙ ΦΟΒΑΜΑΙ ΜΗΠΩΣ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΤΟΥΜΕ ΕΔΩ ΜΕΣΑ…ΕΠΙΣΗΣ ΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΠΡΟΦΙΛ ΕΙΝΑΙ ΨΕΥΤΙΚΑ, ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΟΥΤΕ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΝ ΟΠΩΣ ΕΓΩ. Σημειώνω ότι η λέξη “κωνειοφόρα” είναι νεολογισμός της κ. Δημουλίδου, προσφορά της στον αγώνα για εμπλουτισμό της ελληνικής γλώσσας: κωνειοφόρος, από το κώνειο και το φέρω, παναπεί δηλητηριώδης, φαρμακερός, ιοβόλος, πικρόχολος, δηκτικός, δριμύς, οξύς,  που θα έλεγε κι ένας κοινός θνητός.
Πρέπει να πω ότι δεν έχω διαβάσει κανένα βιβλίο της κυρίας Δημουλίδου, κι έτσι δεν «ξέρω το έργο της», όπως λέει. Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν ξέρω και κανέναν που να έχει διαβάσει βιβλίο της. Ίσως μάλιστα να είμαι και αρνητικά προδιατεθειμένος απέναντι σε αυτό το είδος λογοτεχνίας (εδώ ίσως πρέπει να μπουν εισαγωγικά) που φαίνεται να συγκινεί κυρίως τις γυναίκες, αφού από γυναίκες ως επί το πλείστον γράφεται και διαβάζεται, όσο κι αν η κυρία Δημουλίδου δεν περιορίζεται σε ένα λογοτεχνικό είδος, όπως η Πασχαλία Τραυλού (άλλη επιφανής μπεστσελερού, που μάλιστα ζήτησε να γίνει και μέλος στην Εταιρεία Συγγραφέων) η οποία υπηρετεί κατά δήλωσή της το «κοινωνικό ερωτικό μυθιστόρημα». Ομολογώ βέβαια ότι μου γεννήθηκε η (νοσηρή;) περιέργεια να διαβάσω μερικές σελίδες της κυρίας Δημουλίδου, αλλά μάλλον με την περιέργεια θα μείνω γιατί στην ηλικία μου δεν μου πάει να κλέβω βιβλία, δεν ξέρω κανέναν που να έχει στη βιβλιοθήκη του και να το ομολογεί, και βέβαια ύστερα από το παραπάνω γράμμα αποκλείεται να αγοράσω βιβλίο της. Κι έτσι δεν θα κρίνω το έργο της ή την αξία της, αλλά θα σχολιάσω μερικά σημεία στην επιστολή της.
Το ένα είναι ότι η κυρία Δημουλίδου πιθανόν να έχει δίκιο σε σχέση με τις δανειστικές βιβλιοθήκες. Βάσει του νόμου, που τον συνοψίζει εύληπτα ένα σχόλιο στη Λεξιλογία, στην Ελλάδα οι βιβλιοθήκες που δανείζουν βιβλία στο κοινό πρέπει προηγουμένως να ζητήσουν την άδεια από τους δικαιούχους (συνήθως τον εκδότη και τον συγγραφέα), και τούτο ανεξάρτητα από τον χρόνο έκδοσης του βιβλίου. Δηλαδή, ενώ πράγματι η κυρία Δημουλίδου έχει δίκιο να διαμαρτύρεται αν οι δανειστικές βιβλιοθήκες διαθέτουν βιβλία της χωρίς άδεια από τον εκδότη, η διάκριση που κάνει ανάμεσα σε βιβλία «που έχουν κάνει τον κύκλο τους» και σε νέες εκδόσεις δεν έχει αντίκρισμα στον νόμο αλλά μόνο στην κοινή λογική.
Και η κοινή λογική είναι με το μέρος της κυρίας Δημουλίδου σ’ αυτό το σημείο, με την έννοια ότι ένα βιβλίο που μόλις εκδόθηκε το λογικό και το αναμενόμενο είναι να διατεθεί στα βιβλιοπωλεία, όχι από τις δανειστικές βιβλιοθήκες. Με την ίδια λογική, παλιότερα, που υπήρχε το βίντεο, μια κινηματογραφική ταινία δεν έβγαινε σε βιντεοταινία αν δεν περνούσε ένας χρόνος ή και παραπάνω από την κυκλοφορία της στις αίθουσες. Πάντως, στην Εθνική Βιβλιοθήκη, απ’ όσο ξέρω, τα καινούργια βιβλία δεν διατίθενται στο κοινό, ενώ οι βιβλιοθηκάριοι δεν σε αφήνουν να φωτογραφίσεις ολόκληρα βιβλία παρά μόνο ένα μικρό ποσοστό των σελίδων (βέβαια, δεν κάθονται κι από πάνω σου). Βέβαια, ένας συγγραφέας που έχει γράψει δεκάδες βιβλία, όπως η κ. Χρυσηίδα, μπορεί και να ωφεληθεί εμπορικά από τη διάθεση βιβλίων της σε δανειστικές βιβλιοθήκες, αφού περισσότεροι αναγνώστες θα τη μάθουν και, αν βρουν ότι αξίζει, τίποτα δεν αποκλείει να αγοράσουν κάποιο άλλο βιβλίο της.
Από την άλλη, βρίσκω εντελώς άτοπο και άκομψο να διαμαρτύρεται η κ. Δημουλίδου, μια συγγραφέας που έχει πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα,  επειδή οι αναγνώστες της ανταλλάσσουν τα βιβλία της ο ένας με τον άλλο, αντί να αγοράζει ο καθένας το δικό του αντίτυπο. Ο δανεισμός ανάμεσα σε φίλους και γνωστούς είναι βασική κοινωνική αξία ανέκαθεν, πολύ δε περισσότερο σήμερα, που πάρα πολλοί στην πατρίδα μας μετράνε και το ευρώ. Βέβαια, η κ. Δημουλίδου λέει ότι η ίδια ποτέ δεν δανείστηκε βιβλίο, και την πιστεύω, αλλά αναρωτιέμαι, δεν της έχει τύχει ποτέ να δανειστεί κάποιο σκεύος για την κουζίνα, ένα πανωφόρι, μια ομπρέλα, το αυτοκίνητο ενός φίλου; Ή η «απαγόρευση δανεισμού» ισχύει μόνο για τα βιβλία; Εκτός αυτού, υπάρχει ένας οργανισμός συλλογικής διαχείρισης, ο ΟΣΔΕΛ, ο οποίος καταβάλλει κάθε χρόνο σε όλους τους συγγραφείς ένα (μικρό) ποσό ως «αποζημίωση λόγω της επιτρεπόμενης ιδιωτικής αναπαραγωγής, η οποία δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί». Φαντάζομαι ότι η κ. Δημουλίδου, ως επαγγελματίας, θα το ξέρει.
Η διαμαρτυρία για το δανεισμό των βιβλίων μεταξύ φίλων, μού θύμισε έναν γνωστό μου ταξιτζή, ο οποίος μου έλεγε ότι τώρα με την κρίση έχουν αυξηθεί πολύ οι ιδιώτες που πηγαίνουν με το αυτοκίνητό τους στο αεροδρόμιο για να παραλάβουν συγγενείς και φίλους τους, με αποτέλεσμα να έχουν λιγοστέψει οι δικοί του πελάτες. Βρίσκω ότι ο γνωστός μου έχει περισσότερο δίκιο να θυμώνει απ’ ό,τι η κυρία Δημουλίδου, διότι εκείνος πράγματι χάνει πελάτες (όσοι φτάνουν στο αεροδρόμιο πρέπει με κάποιον τρόπο να πάνε σπίτια τους), ενώ η κυρία Δημουλίδου δεν είναι σίγουρο ότι χάνει πωλήσεις εξαιτίας του δανεισμού. Θέλω να πώ, είναι πλάνη να πιστεύει η κ. Χρυσηίδα ότι ο δυνητικός αναγνώστης θα αγόραζε σίγουρα το βιβλίο της αν δεν το έβρισκε δανεικό. Κάποιοι θα το αγόραζαν, κάποιοι άλλοι θα σκέφτονταν το εικοσάρικο και θα έλεγαν ‘όχι’. Την ίδια πλάνη καλλιεργούν και οι μεγάλες δισκογραφικές και κινηματογραφικές εταιρείες, που ισχυρίζονται ότι κάθε δίσκος/ταινία που πουλιέται ή λαμβάνεται πειρατικά αποτελεί διαφυγόν κέρδος· στην πραγματικότητα, το αληθινό διαφυγόν κέρδος είναι αρκετά μικρότερο γιατί δεν θα αγόραζαν όλοι τον δίσκο/ταινία αν δεν τον έβρισκαν δωρεάν ή έστω πάμφθηνα.
Αυτό που σίγουρα συμβαίνει είναι ότι εξαιτίας της κρίσης η αγορά του βιβλίου έχει υποστεί καθίζηση. Βλέπετε, το βιβλίο δεν ανήκει στα είδη πρώτης ανάγκης κι έτσι είναι από τα πρώτα που κόβονται όταν δεν βγαίνει ο οικογενειακός ή ατομικός προϋπολογισμός. Εικάζω λοιπόν ότι οι πωλήσεις των βιβλίων της κ. Δημουλίδου πρέπει να έχουν πέσει πολύ, πράγμα που την έσπρωξε να γράψει το απονενοημένο αυτό γράμμα -άρα δεν είναι μόνο τα «δυσπώλητα» βιβλία που πλήττονται από την κρίση. Αν μάλιστα αληθεύει αυτό που λέει, ότι έχει προηγουμένως συζητήσει το θέμα με πολλούς συγγραφείς (υποθέτω του ίδιου λογοτεχνικού προσανατολισμού), μπορούμε να συμπεράνουμε ότι γενικά οι πωλήσεις των παραλογοτεχνικών βιβλίων έχουν μειωθεί αισθητά.
Βέβαια, η κ. Δημουλίδου, έχοντας στο ενεργητικό της σχεδόν είκοσι τίτλους είναι σε προνομιακή θέση για να αντιμετωπίσει τη μπόρα, αφού εξακολουθεί να εισπράττει όχι ευκαταφρόνητα συγγραφικά δικαιώματα· κι επειδή τυχαίνει να γράφω κι εγώ βιβλία και να πληρώνομαι συγγραφικά δικαιώματα, έχω να σχολιάσω ότι το ποσό που αναφέρει ότι εισπράττει η κ. Δημουλίδου (0,2 έως 1 ευρώ, από βιβλία που πουλιούνται πάνω από 15 ευρώ) μου φαίνεται πολύ μικρό: ή θυμάται λάθος ή την έχουν πιάσει κορόιδο, όπως έγραψε στη Lifo ο Άρης Δημοκίδης. (Η φίλη μου η Σοφία βρήκε μια ευτράπελη εξήγηση: αν κρίνουμε από το ανοιχτό της γράμμα και τα σχόλιά της, η κ. Δημουλίδου εισπράττει λίγα, επειδή τα υπόλοιπα πηγαίνουν στους διορθωτές!).
Να σημειωθεί επίσης ότι η κυρία Δημουλίδου δεν αναφέρεται καθόλου σε απώλειες εσόδων της που οφείλονται στη νέα τεχνολογία (π.χ. λαθραία pdf των βιβλίων της, που μάλλον δεν κυκλοφορούν), αν και θίγει παρεμπιπτόντως τα λαθραία σιντί και ντιβιντί (χωρίς ωστόσο να έχει αντιληφθεί ότι κάποιοι τα κατεβάζουν από το Διαδίκτυο, άρα δεν πληρώνουν τίποτε). Έτσι, το παράπονό της δεν αφορά το πολύ ευρύτερο θέμα, του πώς μπορεί ένας δημιουργός να βγάζει το ψωμί του αξιοπρεπώς στην ψηφιακή εποχή, ειδικά ένας συγγραφέας που δεν μπορεί να δίνει παραστάσεις όπως ο μουσικός.
Συνολικά πάντως βρίσκω πολύ άστοχη ενέργεια αυτό το γράμμα. Χωρίς να λύνει κανένα πρακτικό ζήτημα (ο εκδοτικός οίκος, ένας από τους μεγαλύτερους της Ελλάδας, σίγουρα θα μπορούσε να χειριστεί τις επαφές με τις δανειστικές βιβλιοθήκες, αν όντως υπάρχει τέτοιο θέμα), το διάγγελμά της δίνει μια πολύ κακή εικόνα για τη συγγραφέα, την εικόνα ενός ανθρώπου χωρίς παιδεία, που, όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο για επαγγελματία συγγραφέα, δεν αγαπάει ούτε τη λογοτεχνία ούτε το βιβλίο. Μπορεί να είναι λαθεμένη η εντύπωση, αλλά αυτήν αποκόμισα. Και βέβαια τη χειρότερη εντύπωση την προκαλεί η παράγραφος που σβήστηκε, όπου η συγγραφέας, άσχετα με το τι εννοεί, εμφανίζεται να βάζει τον Καζαντζάκη και τον Ντοστογιέφσκι στα αζήτητα και να μην ξέρει ότι άλλη ήταν η Λιλίκα Νάκου και άλλη η Λιλή Ζωγράφου. Εδώ, ξεπερνάει τα όρια του γκροτέσκου.
Αποκρουστικός είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στους ανάπηρους, που δείχνει βέβαια και παντελή έλλειψη παιδείας. Όπως επισήμανε η φίλη συγγραφέας Σοφία Κολοτούρου, η κυρία Δημουλίδου θεωρεί ότι ένας τυφλός (στραβός επί το λογοτεχνικότερο) δεν είναι ικανός να γράφει βιβλία, ξεχνώντας ή μάλλον αγνοώντας ότι «στραβοί» ήταν ο Όμηρος και ο Μπόρχες και «κουλός» ο Θερβάντες. Αλλά βέβαια τι αξίζει ο Δον Κιχώτης μπροστά στο Κεράτωσε τον άντρα σου και μάγια μην του κάνεις.
Κλείνοντας όμως, θα συμφωνήσω ανεπιφύλακτα με την Χρυσηίδα Δημουλίδου σε ένα πράγμα: ότι κακώς, κάκιστα, υπάρχουν βιβλία της (αν υπάρχουν) σε δανειστικές βιβλιοθήκες. Εδώ η συγγραφέας έχει απόλυτο δίκιο. Οι δανειστικές βιβλιοθήκες, τις οποίες αφειδώς χρησιμοποιούσα όταν ήμουν έφηβος, βοηθούν τον αναγνώστη να διαπλάσει το γούστο του, να εξερευνήσει μη οικεία είδη γραφής, να ανακαλύψει ελάχιστα γνωστούς συγγραφείς, να αγαπήσει το διάβασμα. Το βρίσκω λοιπόν απαράδεκτο να έχουν οι δανειστικές βιβλιοθήκες τα έργα της κ. Δημουλίδου, ιδίως οι σχολικές βιβλιοθήκες.
ΥΓ
Είπα παραπάνω ότι δεν έχω διαβάσει τίποτε δικό της, παρόλο που έχω τη νοσηρή περιέργεια, αλλά στο μεταξύ βρήκα το απόσπασμα από ένα ποίημά της (ναι, γράφει και ποιήματα) και σκέφτηκα πως θα ήταν εγωιστικό να το κρατήσω για τον εαυτό μου. Είναι οι τέσσερις πρώτες στροφές από τις 20 του ποιήματος, αλλά αρκούν θαρρώ:
Με το Θεό κι απόψε μίλησα
του ζήτησα βοήθεια
κι εκείνος δε μ’ αρνήθηκε
όπως πολλοί το ‘κάναν
γιατί πιστέψαν στ’ άδικο
πιστέψαν στην κατάρα
που ‘χει καθίσει πάνω τους
σαν σύννεφο που βρέχει.

Βρέχει κατάρες και οργή,
βρέχει θυμό και λάβα,
μίσος, κατάντια και βροχή,
βροχή που σε ματώνει,
τον πόνο μεγαλώνει…

Και ο Θεός με χάιδεψε
μ’Αγάπη και Σοφία.

“Μην τους μισείς όλους αυτούς
και μην τους εκδικείσαι
κι εσένα αν αρνήθηκαν
εμένα με μισούνε,
όμως εγώ τους αγαπώ
και τους καλώ σιμά μου,
κάθε στιγμή, κάθε λεπτό,
μα εκείνοι δε με βλέπουν
δε με θωρούν στο διαβα τους και ούτε με ακούνε…”
Κοινώς, Θεέ μου φύλαγε!

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Το μουνάκι της Ειρήνης...

Ειδήσεις απ' το δικό μου δωμάτιο...
Είμαι ξαπλωμένος σε μια ξαπλώστρα, κάτω απ’ την ομπρέλα και διαβάζω το τελευταίο βιβλίο του Ουελμπέκ, στριμωγμένος ανάμεσα σε δεκάδες άλλους, σε μια πολύβουη, αλλά όμορφη παραλία. Μπροστά μου μια φωνάσκουσα τετραμελής οικογένεια. Ο σύζυγος ψάχνεται για κουβέντα. Έχει αφιερώσει το πολύ πέντε λεπτά σε κάθε δραστηριότητα, πέντε λεπτά ρακέτες με το γιο, πέντε λεπτά ρακέτες με την κόρη, πέντε λεπτά να πιεί τον φραπέ, πέντε λεπτά καβγάς με τη σύζυγο, πέντε λεπτά να καπνίσει ένα τσιγάρο, πέντε λεπτά αθλητική εφημερίδα, πέντε λεπτά σκανάρισμα της παραλίας, πέντε λεπτά θαυμασμός των οπισθίων μιας νεαρής, πέντε λεπτά να ξεφυλλίσει το κουτσομπολίστικο περιοδικό της συζύγου, πέντε λεπτά πλατσούρισμα στη θάλασσα, πέντε επιπλέον λεπτά με κάθε παιδί παιχνίδι στην άμμο, ο τύπος έχει εξαντλήσει κάθε δυνατό πεντάλεπτο, κι έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για την παραλία. Σημειωτέον, όλα αυτά τα έχει κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μείνει τίποτα απαρατήρητο απ’ τους άλλους. Έχουν περάσει ήδη τα πέντε λεπτά βαρεμάρας, ώσπου στρέφεται σε ‘μένα.
“Τί διαβάζεις φιλαράκο;” με ρωτά λες και με γνωρίζει δέκα χρόνια.
Αιφνιδιάζομαι λίγο, σκέφτομαι πως είναι δυνατό κάποιος να μη διαβάζει στην παραλία, αλλά του απαντάω γρήγορα.
“Ένα μυθιστόρημα”
“Ελληνικό;”
“Όχι, ξένο”
Παρατηρώ ότι στον ώμο του έχει ένα τατουάζ, μια σύνθεση με την Ελληνική σημαία, μια μπάλα κι από κάτω το όνομα Μαρίνα. Οι απαντήσεις μου είναι κοφτές, ξερές, φωνάζουν ότι θέλω να συνεχίσω αυτό που κάνω. Όμως εκείνος έχει άλλη γνώμη.
“Εγγλέζικο;”
“Όχι, Γαλλικό”
Κοιτάζει τριγύρω, εστιάζει για λίγο ξανά τα οπίσθια της νεαρής, που τώρα παίζει ρακέτες με το φίλο της και μου λέει:
“Έχω να διαβάσω βιβλίο απ’ το σχολείο. Όχι ότι διάβαζα και τότε, αλλά επίσημα από τότε έχω να ανοίξω βιβλίο…”
“Δε σου άρεσε…” του λέω, προσπαθώντα να επιστρέψω στον Ουελμπέκ.
“Μου λένε ότι δε μπορώ να συγκεντρωθώ” συνεχίζει εκείνος απτόητος, και προσθέτει χωρίς περιστροφές “αλλά να σου πω την αλήθεια, νομίζω ότι τα βιβλία είναι χάσιμο χρόνου”
“Όχι όλα” του λέω χαμογελώντας.
Ξανακοιτάζει τριγύρω, κάνει μια παύση για να βεβαιωθεί ότι η οικογένεια συνεχίζει να βρίσκεται στο νερό, και κοιτάζει το βιβλίο μου.
“Αυτό εδώ ας πούμε” λέει δείχνοντάς το, “τί λέει;”
“Ακόμα δεν το έχω διαβάσει” του απαντώ.
“Τί θα σου προσφέρει; Θα καταλάβεις καλύτερα τί συμβαίνει γύρω σου; Πώς; Χωρίς να κοιτάζεις γύρω σου περιμένεις ένα βιβλίο να σου πει τι γίνεται γύρω σου;”.
Έχει στρέψει το βαρύ σώμα του προς την πλευρά μου. Θέλει οπωσδήποτε να δω το τατουάζ του. Όμως μοιάζει να έχει πάρει την κουβέντα πολύ σοβαρά και δε θέλω να του το χαλάσω.
“Υπάρχουν πάρα πολλά βιβλία” του λέω. “Νομίζω ότι σίγουρα υπάρχει μια επιλογή καλών βιβλίων για τον καθένα. Το δύσκολο είναι να τα ανακαλύψεις και να εξασφαλίσεις χρόνο για να τα διαβάσεις”
Τώρα έδειχνε ακόμα πιο προβληματισμένος.
“Δε μπορώ να φανταστώ ότι υπάρχει βιβλίο για ‘μένα” είπε με νόημα.
“Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να σου μιλήσουν αρκετά…” του απάντησα.
“Πες μου ένα” με προκάλεσε, “κι αν μ’ αρέσει θα σου βγάλω το καπέλο”, είπε κάνοντας μια κίνηση προσποιούμενος ότι βγάζει το καπέλο του μπέηζμπολ που φορούσε.
Έκανα μια πανοραμική κίνηση του κεφαλιού μου, σαν το σκανάρισμα που έκανε εκείνος, όταν εντόπισε τα οπίσθια της νεαρής, και του είπα:
“Το μουνάκι της Ειρήνης”
“Τί;” είπε ξαφνιασμένος.
“Το μουνάκι της Ειρήνης, Λουί Αραγκόν”
“Πλάκα μου κάνεις”
“Καθόλου, είναι ένα βιβλίο, και μάλιστα πολύ ενδιαφέρον!”
“Τσόντα;” είπε με πονηρό ύφος.
“Ποιητική” του είπα γελώντας.
“Θα το βρω στα βιβλιοπωλεία;”
“Νομίζω ότι είναι εξαντλημένο” του είπα, “άλλά όποιος ψάχνει, βρίσκει…”
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή πλησιάζει στην ομπρέλα η γυναίκα του.
“Γυναίκα” της λέει μ’ ενθουσιασμό, “το απόγευμα να πάμε στο βιβλιοπωλείο που είδα στο χωριό”.
Εκείνη σαν να μην πίστευε αυτό που άκουγε, κάθισε για λίγα δευτερόλεπτα με την πετσέτα της τυλιγμένη γύρω στο βαρύ της σώμα, να τον κοιτάζει σαν να έβλεπε τον Μπραντ Πιτ. Επειδή όμως αυτά δε γίνονται στην πραγματικότητα, άλλαξε αμέσως θέμα, του είπε κάτι για ένα κατόρθωμα των παιδιών κι ότι ήταν ώρα να φύγουν.
Με κοίταξε, έκανε κάπως βεβιασμένα κι αμήχανα την κίνηση ότι βγάζει το καπέλο και ξεκίνησε το πεντάλεπτο πρότζεκτ μαζέματος των πραγμάτων. Αν δεν κάνω λάθος, φαινόταν να έχει καλύτερη διάθεση. Ίσως επειδή σε λίγο θα έτρωγε, δεν ξέρω. Δεν τον ξαναείδα.
Ενδόμυχα δεν έχω πάψει να πιστεύω ότι μπορεί να εξευγένισα και να πρόσθεσα έναν ακόμα αναγνώστη στην ανθρωπότητα.

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Όλες οι ευχές του κόσμου δικές σου μικρούλι μου ...

Του Χρηστου Κυργιακη απο το pressinaction.gr ...
pressinaction.gr | Ιστοσελίδα με άποψη
Ετών έξι και μισό. Μπόι ένα και είκοσι, κιλά είκοσι, μυαλό ξουράφι και ψυχή να μοιράσεις σε όλο τον κόσμο.
Δεν πρόλαβες μικρούλι μου να χορτάσεις τον ύπνο και πρέπει να ξυπνάς από τα χαράματα για να πας στο σχολείο μέχρι το απόγευμα.
Όμως, ακούς τους γονείς σου να λένε πως είσαι τυχερός κι εσύ κι αυτοί μαζί.
«Πάλι καλά», μονολογούν και ομολογούν κάθε βράδυ.
«Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτή η δουλειά».

Ροη αρθρων