Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Άδωνις. Τώρα και στο Λονδίνο...

του Δημητρη Παπανικολαου, απο τα Ενθεματα...
ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ IMPERIAL
Την προηγούμενη εβδομάδα βρέθηκα σε ένα αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής Σχολής στην Αθήνα. Στον τοίχο δέσποζε μία (και μοναδική) αφίσα. «Οι Νέοι Ορίζοντες στον Βασίλη Καρρά». Από κάτω τιμές φιάλης, στοιχεία για δηλώσεις συμμετοχής. Μέσα στο αμφιθέατρο όλα αυτά – Αθήνα, μέρες του 2014.
Οι Νέοι Ορίζοντες, για όποιον δεν το γνωρίζει, είναι φοιτητικό σχήμα της Φιλοσοφικής. Ξεκίνησε ως νεολαία της πάλαι ποτέ Πολιτικής Άνοιξης,
και παραμένει μέχρι σήμερα ενεργό ως αυτόνομο δεξιό σχήμα, στηρίζοντας, εκτός από τον Βασίλη Καρρά και τις εκδρομές στη Μύκονο, κάθε εθνικιστικό και λαϊκιστικό σχέδιο του Αντώνη Σαμαρά ειδικώς, και της ελληνικής Δεξιάς γενικότερα. Είναι επίσης το σχήμα με το οποίο συνδέθηκε κατά τη διάρκεια των μακρόχρονων βασικών σπουδών του στη Φιλοσοφική ο Άδωνις Γεωργιάδης, αλλά και κοντινοί του συνεργάτες και πολιτικοί του φίλοι.
Την αφίσα τη θυμήθηκα όταν λίγες μέρες μετά ο υπουργός Υγείας Γεωργιάδης βρέθηκε σε ένα άλλο αμφιθέατρο, στο Imperial College του Λονδίνου. Χωρίς αφίσες του Βασίλη Καρρά μεν, τριγυρισμένος όμως από κάποια μέλη του Συλλόγου Ελλήνων Φοιτητών του Κολεγίου που τον κάλεσαν για να συζητήσουν μαζί του σε εκδήλωση υπό τον εθνολυρικό τίτλο «Αντιστρέφοντας το κλίμα: Η ελληνική εθνική προσπάθεια για έξοδο από την κρίση». Το τι έγινε στην εκδήλωση είναι λίγο πολύ γνωστό. Ο Άδωνις μπορεί να πήγε καλεσμένος από πολιτικούς του φίλους, βρέθηκε όμως εντέλει αντιμέτωπος με ένα εχθρικό περιβάλλον. Άλλες ομάδες φοιτητών και εργαζομένων είχαν εκδώσει ανακοινώσεις εναντίον του, μια από τις οποίες διαβάστηκε· και πολλοί είχαν έρθει στην αίθουσα αποφασισμένοι να εκφράσουν την αγανάκτησή τους για την παρουσία του εκεί. Τον διέκοπταν επί ένα εικοσάλεπτο, υιοθετώντας την ίδια πρακτική στην οποία ο ίδιος έχει βασίσει όλη του την πολιτική καριέρα. Όπως έγραψε αργότερα πολύ εύστοχα η σκηνοθέτις Ζωή Μαυρουδή, «το “κοινό” σου, Υπουργέ, θα σε σεβαστεί όσο το σέβεσαι κι εσύ».

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΛΟΓΩΝ...

του Δημητρη Παπανικολαου, απο το Τεχνηεντως...
Ημιμάθεια που όμως περιβάλλεται από έναν αδιευκρίνιστο μανδύα εξειδίκευσης, αδιαφανής χρήση της οπτικής γωνίας και μεταμόρφωσή της σε «κοινή λογική», που είτε τη δέχεσαι ως οπαδός της, είτε ονομάζεσαι αρνητής της, ευχέρεια στο χειρισμό των νέων μέσων, εμπάθεια που μεταμφιέζεται σε πάθος. Αυτές είναι οι βασικές οδηγίες χρήσης του δημοσιολόγου, οι βασικές του λειτουργίες.
Papanikolaou dimosiologoiΣτις αρχές Δεκεμβρίου 2013 η συγγραφέας Σώτη Τριανταφύλλου κλήθηκε να μιλήσει στο 25ο Πανελλήνιο Συνέδριο για το AIDS. Αν κανέναν τον ξενίζει το γεγονός της πρόσκλησης αυτής –η Τριανταφύλλου δεν είναι και ο πρώτος άνθρωπος που σου έρχεται στο νου ως ιδανική ομιλήτρια σε ένα συνέδριο για το AIDS–, την ίδια δεν φαίνεται να την πτόησε. Γιατί η Τριανταφύλλου είχε μόλις διαβάσει ένα δημοφιλές και εκλαϊκευτικό βιβλίο για τους αρνητές του AIDS, την περίληψη του οποίου ήταν πολύ πρόθυμη να δώσει στο κοινό της. Ήταν, ως εκ τούτου, πλέον, εκτός των άλλων, μια ειδικός και για την ασθένεια του αιώνα.
Το κείμενο της, που δημοσιεύθηκε αμέσως μετά σε ηλεκτρονικό περιοδικό του βιβλίου, αξίζει να προσεχτεί όχι τόσο για όσα γράφει περί αρνητών του AIDS.[1] Στην καλύτερη περίπτωση είναι πασίγνωστα, ενώ στη χειρότερη είναι μάλλον απλοϊκά και λιγάκι άψαχτα.[2] Το κείμενο αξίζει, όπως μερικοί ήδη θα το φαντάστηκαν, για τη γυριστή που επιφυλάσσει στο τέλος.

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Ο δοσιλογισμός του θανάτου...

Η διάταξη Λοβέρδου και οι ένθερμοι θιασώτες της
Ο πονηρός πολιτευτής μπορεί, για όσα πολύ τιτιβίζει, πολλά να μη γνωρίζει· όμως, από τη δύναμη των εύκολων συμβολισμών όλο και κάτι ξέρει. Το αξίωμα επιβεβαιώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα όταν ο νέος υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, σε μια από τις πρώτες αποφάσεις που υπέγραψε στη νέα του θέση, επανέφερε σε ισχύ την υπουργική απόφαση «για τον περιορισμό της διάδοσης Λοιμωδών Νοσημάτων», γνωστή πλέον και ως «διάταξη Λοβέρδου».
Πρόκειται για τη διαβόητη διάταξη στη βάση της οποίας διαπομπεύθηκαν τόσες συμπολίτισσές μας πριν από έναν χρόνο, αυτές οι γυναίκες που καταβροχθίσθηκαν από τα media ως «ιερόδουλες φορείς του AIDS», ταλαιπωρήθηκαν στις φυλακές και σύρθηκαν στα δικαστήρια, αν και εντέλει αθωώνονται, η μια μετά την άλλη — κάτι που δεν καλύφθηκε από τα τόσο πρόθυμα κανάλια.
Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος στην Ελλάδα που να πίστεψε ποτέ ότι η συγκεκριμένη προεκλογική υπουργική απόφαση, όπως και η τωρινή επαναφορά της, έχουν στόχο τη δημόσια υγεία. Ακόμα κι όσοι επιμένουν ότι η λέξη «δημόσιο» και «υγεία» μπορούν ακόμα να συμβαδίζουν σ’ αυτήν τη χώρα. Ακόμα κι εκείνοι, οι λίγοι καλόπιστοι, δεν μπορεί, θα το βλέπουν το προφανές: η διάταξη Λοβέρδου είναι, και πάλι, εδώ, όχι με σκοπό την προστασία αλλά για τον έλεγχο. Δεν υπηρετεί την υγεία, αλλά την εργαλειοποίηση και την εκμετάλευση της νόσου. Δεν έρχεται ως κίνηση ανθρωπισμού, αλλά ως κίνηση ολοκληρωτικής βιοεξουσίας. Στόχος της δεν είναι η εξασφάλιση της ζωής, αλλά η μεγιστοποιητική διαχείριση του θανάτου.
Πιο ειδικοί από εμένα, και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, έχουν καταγγείλει το πόσο λανθασμένη, επικίνδυνη και ύποπτη, πολιτικά, κοινωνικά και επιστημονικά, είναι αυτή η απόφαση που διατάσσει τον υποχρεωτικό υγειονομικό έλεγχο μεταναστών, «εκδιδόμενων» και εξαρτημένων. Στην καλύτερη περίπτωση, είναι ανακόλουθη και μη εφαρμόσιμη (μιλάει για περίθαλψη και θεραπεία «σε κατάλληλους χώρους», υπόσχεται, με υποκριτικό άγχος, σεβασμό ανθρώπινων δικαιωμάτων [!πώς;], περιλαμβάνει και την ανατριχιαστική φράση «εκπονούνται ολοκληρωμένα προγράμματα που αφορούν τους πληθυσμούς μεταναστών»).
     Στη χειρότερη περίπτωση, ειδικά έτσι όπως χρησιμοποιήθηκε πριν από έναν χρόνο, η διάταξη επιβάλλει στην πράξη άρση βασικών δικαιωμάτων ασθενών, καταπατά κάθε έννοια ιατρικού απορρήτου και ιατρικής ηθικής, χρησιμοποιεί τους γιατρούς ως μηχανή καταστολής εξαναγκάζοντάς τους να λειτουργούν ως επίορκοι, μεγιστοποιεί και διαφημίζει την εικόνα του ελέγχου, ενώ ουσιαστικά δημιουργεί συνθήκες άρνησης ουσιαστικής περίθαλψης –καθώς χρησιμοποιείται κυρίως εναντίον ανθρώπων που μετά τη σύλληψη τους μπορούν να απελαθούν. Η διάταξη ιδρύει καθεστώς ποινικοποίησης της ασθένειας, και διπλής και τριπλής καταδίκης των ήδη ασθενέστερων και καταδικασμένων συμπολιτών μας.
     Εδώ κάποιοι ίσως θυμηθούν ότι μια αντίστοιχη διάταξη είχε φέρει η Χούντα, και ένα αντίστοιχο νομοσχέδιο «περί αφροδισίων» ήθελε να ψηφίσει η κυβέρνηση Καραμανλή το 1976-77, προκαλώντας διεθνή κατακραυγή (και, ως αντίσταση, κινήματα όπως το ΑΚΟΕ). Ίσως οι αντίστοιχες σημερινές αντιδράσεις να οδηγήσουν σε μια ακόμα απόσυρση της ανεκδιήγητης διάταξης Λοβέρδου. Ό,τι και να συμβεί όμως, η λογική της δεν πρόκειται να αποσυρθεί· θα συνεχίσει να επανέρχεται σε κάθε ευκαιρία.
     Γιατί το διακύβευμα, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, είναι η δημιουργία «ηθικού πανικού» και κλίματος φοβίας, και η επέκταση, και δι’ αυτών, ενός απόλυτου πολιτικοκοινωνικού ελέγχου. Από την αρχή της Κρίσης, το βασικό πολιτικό αφήγημα είναι ότι «το σπίτι μας κινδυνεύει» — υπονοείται: συστραφείτε σε όσο πιο συντηρητικές απόψεις για το «σπίτι» και ανεχθείτε τα πάντα για την εξασφάλισή του. Σιγά σιγά, λοιπόν, το αφήγημα μετακυλίεται σε: «Κλειστείτε μέσα κι εμείς θα φροντίσουμε για όλα τ’ άλλα, που κυκλοφορούν εκεί έξω».
     Όσο εξελίσσεται αυτή η βιοφυλακή, τόσο περισσότερο η λέξη έλεγχος θα έρχεται όλο και πιο κοντά με τη λέξη σώμα, και όλο και πιο κοντά σε όλων το σώμα. Όλο, δηλαδή, κάποιο ασκέρι θα σου κλείνει το δρόμο, εκεί έξω, και θα σου λέει δείξε αν είσαι από μας ή απ’ τους άλλους, με το σώμα σου, παρουσιάσου — από αίμα μέχρι δέρμα. Μπορεί να λέγεται Χρυσή Αυγή, μπορεί σώματα Ασφαλείας, μπορεί και ασφάλεια του Υπουργείου Υγείας. Κι έτσι ακριβώς θα φυσικοποιείται αυτή η συνεχής εξαίρεση, που θέλει τα βασικά δικαιώματα όλο και να αίρονται για κάποιους, ενώ για τους «δικούς» κάπως θα διατηρούνται (αν και προσωρινά· αν και κολοβωμένα). Θα φυσικοποιείται μια εξουσία που όσο σε κάποιους οργανώνει τη ζωή, σ’ άλλους προγράφει θάνατο — κι όπως προγράφει τον θάνατο, την ίδια στιγμή τσεκάρει, επιβεβαιώνει, διαπομπεύει, και μ’ αυτά, τα φτηνά εργαλεία, εκβιάζει την υποταγή.
     Γιατί, ας το δούμε ξεκάθαρα, η πολιτική στην Ελλάδα της δεύτερης περιόδου της Κρίσης αλλάζει. Δεν είναι πια μόνο ακραία βιοπολιτική («σας νοικοκυρεύουμε»), έχει μεταμορφωθεί και σε συντονισμένη θανατοπολιτική («σας καθαρίζουμε και τα γύρω γύρω πτώματα»). Τη διακονούν θανατοπολιτικοί. Τις κυβερνητικές πράξεις τις υπογράφουν θανατοϋπουργοί, μεταξύ των οποίων και εκείνοι που είναι, υποτίθεται, στα υπουργεία της ζωής. Στο κλίμα αυτό, το καλό χαρτί το έχει όποιος παίζει ευκαμπτότερα τον ρόλο του τζόκερ: απέξω μάσκα γελωτοποιού, μέσα δοσίλογος θανάτου.

Ο Δημήτρης Παπανικολάου διδάσκει νεοελληνική φιλολογία, θεωρία της λογοτεχνίας και σπουδές φύλου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Η καταργηση της μεταπολιτευσης...

dendias
Να λοιπόν που φτάσαμε στα χρόνια που εφευρέθηκε η κατάργηση της Μεταπολίτευσης. Γιατί, όπως και να το δει κανείς, γι’ αυτό ακριβώς δεν είναι που επιχαίρει ο Νίκος Δένδιας στις γνωστές δηλώσεις του;
Λέει ο υπουργός (Ιανουάριος 2013): «Ήρθε η ώρα η χώρα να κλείσει τους λογαριασμούς που μένουν ανοιχτοί από το 1974-1975 μέχρι σήμερα. Είτε αυτοί λέγονται ανομία, είτε αυτοί λέγονται καταλήψεις, είτε αυτοί λέγονται μεταναστευτικό, είτε μιλάμε για το άγος της Μαρφίν. Όλα αυτά πρέπει να βρουν το δρόμο τους. Και ο δρόμος τους μπορεί και πρέπει να είναι μόνο ένας, η εφαρμογή των νόμων προς όλους. [...] Τεράστιο όφελος έχει ο μέσος άνθρωπος, ο μέσος πολίτης από την επιβολή της ευνομίας».
Το ανατριχιαστικό σε αυτές τις δηλώσεις δεν είναι η γλιστερή λογική τους (Μεταπολίτευση> ανομία> καταλήψεις> μεταναστευτικό!), ούτε ίσως η σιγουριά ότι έχουν πια κερδίσει προνομιακό συνομιλητή σε αυτό που η τελευταία φράση ονομάζει «μέσο άνθρωπο, μέσο πολίτη». Το ανατριχιαστικό είναι αυτό το «όλα θα βρουν το δρόμο τους». Που, ας μην γελιόμαστε, μπορεί να ξεκινάει σημαίνοντας ολα θα πάνε καλά τώρα που βρήκαμε καλή περπατησιά, καταλήγει όμως και λίγο σαν να βγαίνει από ταινία τρόμου. Κάθι Μπέητς στο Misery. Να κοιτάζει με λατρεία στα μάτια, να χαμογελάει ήρεμα, και με αυτοπεποίθηση, αλλά και το τσεκούρι στο χέρι, λέγοντας στο ακινητοποιημένο σ’ ένα κρεβάτι θύμα της, «Εμπιστεύσου με. Είναι για το καλύτερο». Χραπ.
Τα σχόλια Δένδια έγιναν, θυμίζω, εντός του πλάνου που στήνεται με τόσους τρόπους τον τελευταίο καιρό, όπου το κάδρο εκμεταλλεύεται στο έπακρο το φόβο του «μέσου πολίτη», την ώρα που το σενάριο, συνεχώς, κλείνει παλιούς λογαριασμούς. Εν προκειμένω, σκηνικό ήταν το συνέδριο «Πόλη: Εγκληματικότητα και ανασφάλεια στην εποχή της οικονομικής κρίσης». Στο Γκάζι. Κι εκεί, το σκεπτικό, και καλά, της παρέμβασης Δένδια ήταν ότι από το 1974 ως σήμερα «επικράτησε η προσπάθεια να κουκουλώσουμε τις σκληρές επιλογές» κι αυτή είναι «μια από τις αιτίες που οδήγησαν τη χώρα στα αδιέξοδα που βιώνουμε σήμερα».
Θα πει κανείς «πώς και τη θυμήθηκε ξαφνικά τη Μεταπολίτευση». Μα αν το καλοσκεφτείς, φαίνεται φυσικό: το μόνο που στέκει ανάμεσα στην ποιμαντική ρητορική του υπουργού Δένδια και την πιο εξόφθαλμα ιατρική μεταφορολογία του χουντικού συνταγματάρχη Παπαδόπουλου («η χώρα είναι ασθενής σε γύψο»), είναι αυτό το περίεργο πράγμα που το είπανε Μεταπολίτευση. Μοιάζει πλέον εντελώς ξεκάρφωτο, μια παραφωνία. Καιρός να το καταργήσουμε.
Αξίζει όμως μια μικρή έρευνα στο ίντερνετ, και βλέπεις ότι το αφήγημα «το τέλος της Μεταπολίτευσης» γίνεται όλο και πιο πολύ της μόδας τον τελευταίο καιρό. Το χρησιμοποιούν από αναλυτές που θέλουν να μιλήσουν για το τέλος του δικομματισμού, μέχρι τη Χρυσή Αυγή, στα χείλη της οποίας, άλλωστε, η φράση «έχει ήδη σημάνει το τέλος της Μεταπολίτευσης» (βλ. δήλωση του κόμματος 18/11/2012), γίνεται ευχή που θέλει να στοχεύσει την κυριολεξία.
Οι δηλώσεις Δένδια πατάνε όμως σε μια πιο εξελιγμένη εκδοχή αυτού του αφηγήματος, η οποία έχει πλασθεί σιγά σιγά. Σε αυτήν ανήκει, για παράδειγμα, το περίφημο κείμενο του Στάθη Καλύβα «Η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» γραμμένο στην Καθημερινή το Δεκέμβρη του 2008. Αλλά και το ευρύτερο εγχείρημα του ίδιου και ομάδας πανεπιστημιακών, να αναθεωρήσουν την ιστορία του Εμφυλίου στη βάση μιας θεωρίας της βίας. Αυτήν την εκδοχή «τέλους Μεταπολίτευσης» σμιλεύει και το μεγαλύτερο μέρος της νεοφιλελεύθερης αρθρογραφίας, που μιλάει για «κουλτούρα της βίας» για «μπαχαλάκηδες] κλπ. Αυτήν την εκδοχή υπηρετεί, αν και συχνά άκομψα, αρκετή από την κρατική προπαγάνδα, αλλά και τα άρθρα του Ηλία Κανέλλη. Ο οποίος, ως Άλλος, εν έτει 1990, όταν η αστυνομία είχε ανακοινώσει ότι θα μπουν κάμερες στα Εξάρχεια, έγραφε το περίφημο κείμενο προτρέποντας «σπάστε τις λοιπόν, τι περιμένετε» (εφ.Εποχή, 18/11/1990). Και τώρα, ως ο πιο καλός ο ανανήψας, γράφει με μια καθήλωση που, εκτός από ψυχαναλυτικά, καταλήγει και μοντερνιστικά ενδιαφέρουσα, για την «τήρηση των νόμων». Τα κείμενά του, ξανά και ξανά, προσπαθούν να δείξουν με το δάχτυλο «κουλτούρες της Μεταπολίτευσης» από τα μέσα – και στο πλέγμα αυτό περιγράφει, από την κουλτούρα του Κνίτη ca. 1985, μέχρι τα βιβλία που βρέθηκαν στις γιάφκες τρομοκρατών, και από το προφίλ του «αιώνιου φοιτητή» μέχρι τα παλιά προβλήματα υγείας ενός αριστερού πολιτικού. Τώρα, βέβαια, όποιος ξέρει τα περί Χούντας του καλά, γνωρίζει ότι και την περίοδο 1967-74 επεκράτησαν παρόμοιες λογικές, σε επίπεδο τουλάχιστον δημόσιας ρητορικής. Μπορεί κανείς να καταλάβει τι εννοώ αν διαβάσει, για παράδειγμα, τα (επίμονα, επαναλαμβανόμενα, και «από τα μέσα») κείμενα του ιδεολογικού καθοδηγητή του καθεστώτος και ανανήψαντα καριέρας, Γεωργίου Γεωργαλά. Και για να μην παρεξηγηθώ, εννοώ τη σύγκριση τηρουμένων των αναλογιών. Αλλά την εννοώ.
Όλη αυτή η ρητορική υπερπαραγωγή περί Τέλους Μεταπολίτευσης, μοιάζει βεβαίως με παρόμοιες νεοφιλελεύθερες κορώνες που έχουν στο πρόσφατο παρελθόν υψωθεί και αλλού. Ο Σαρκοζί ήθελε να τελειώνει με την κουλτούρα του Μάη του ’68 (νομίζω μάλιστα ότι ο Δένδιας, ρητορικά, αυτόν αντιγράφει), οι Γερμανοί με το αντάρτικο πόλεων, και οι Ιταλοί με τις Ταξιαρχίες.
Αλλά αυτό που συμβαίνει εδώ με την Μεταπολίτευση έχει διαφορά ποιοτική: πρώτον είναι πολύ πιο οργανωμένο, πιάνει πολύ μεγαλύτερο χώρο και η πολιτική του λογική πάει βαθύτερα· μιλάμε για σύστημα πολιτικής επιβολής. Δεύτερον, όσο και αν κάποιοι την θέλουν συνώνυμη με τις δικές τους καθηλώσεις, η Μεταπολίτευση παραμένει μια μακρά πολιτική διαδικασία, δεν είναι ούτε ένα γεγονός, ούτε μια τρομοκρατική ενέργεια. Η ρητορική περί του τέλους της, όσο και αν το κρύβει, θα είναι πάντα μια ρητορική κλασικά αντιδημοκρατική, τελεία.
Τρίτον, η Μεταπολίτευση υπήρξε επίσης (και δυστυχώς) μια διαδικασία κατά την οποία τα πιο ριζοσπαστικά αιτήματα που αναδύθηκαν από την αντίσταση στη Χούντα και τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια (αυτό που ο Δένδιας ονομάζει ’74 – 75′) ηττήθηκαν. Μιλώ για αιτήματα που έρχονται κατευθείαν στην ουρά των 60ς, και είναι, και στην Ελλάδα όπως και αλλού, αιτήματα για ριζική αλλαγή του τρόπου της πολιτικής συμμετοχής. Η Μεταπολίτευση, επιτέλους, δεν είναι η εποχή κατά την οποία δεν επεκράτησε η κατά Δένδια ευκταία σκληρότης. Είναι, αντίθετα, η εποχή στην οποία χαλυβουργήθηκε μια δημόσια σφαίρα στην οποία μεσουρανούν πλέον μίντια που, ακόμα και η πλειοψηφία των «μέσων πολιτών», θεωρεί εξωνημένα και στην υπηρεσία των συμφερόντων συγκεκριμένης κάστας.
Με άλλα λόγια: η Μεταπολίτευση δεν είναι μια κουλτούρα στην οποία όσοι τώρα ανακοινώνουν το τέλος της, εναντιώνονται. Είναι, δυστυχώς, η μακρά διαδικασία που, εκτός των άλλων, γέννησε και τους ίδιους, και τη δυναμική τους, και τα κανάλια από την οποία τη διοχετεύουν. Τώρα θα μου πεις, γιατί λοιπόν τόσος κόπος να την καταγγείλουν.
Α, εδώ ερχόμαστε σε μια άλλη ιστορία, και είναι η ιστορία μιας εικόνας. Γιατί όλοι αυτοί που λένε, ας τελειώνουμε με τους ανοιχτούς λογαριασμούς του ’74 (και μετά με άγχος προσθέτουν και το ’75, μην και παρεξηγηθούν), αυτό με το οποίο θέλουν να κλείσουν τους λογαριασμούς τους δεν είναι ό,τι συνέβη έκτοτε. Αυτό που συνέβη έκτοτε, αντίθετα, είναι το σύστημα που οι ίδιοι καλά εξυπηρετούν. Τον ανοιχτό λογαριασμό τον έχουν όμως μ’ εκείνη την εικόνα, κόσμος στους δρόμους και να διεκδικεί ευθύνη και απόδοση ευθυνών, άλλη αντιπροσώπευση, άλλους όρους συμμετοχής και μια νέα ιστορία. Τους λογαριασμούς τους, λοιπόν, θέλουν να τους κλείσουν με αυτόν τον φόβο που κάποτε ένοιωσαν, αλλά και τον διαρκή φόβο που νοιώθουν κάθε φορά που αναλογίζονται, όχι το 74, αλλά την εικόνα και τη στιγμή του. Που ψιλοπιάνουν εκείνο το αχνό αεράκι που θα ξεφεύγει πάντα ως πιθανότητα: Ότι κάπου εκεί, και καθώς το νόημα αρχίζει νά’χει απ’ τη φωτιά, κάτι θα συμβεί· ότι ο κόσμος αυτός, οι άνθρωποι αυτοί, κάτι θα καταφέρουν.

Δημοσιεύτηκε στο UNFOLLOW 15

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Μνημόνιο: Ιδού πού πήγαν τα…λεφτά...

Του Γιώργου Παπανικολάου, euro2day...

Έως και συνταρακτικά τα στοιχεία που κατέθεσε στη Βουλή ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, μετά από ερώτηση του βουλευτή (της Ν.Δ.) Προκόπη Παυλόπουλου.

Διότι αποκαλύπτουν «πού πήγαν τα λεφτά» που μας δάνεισαν οι Ευρωπαίοι εταίροι και το ΔΝΤ, αλλά και το πώς άλλαξε η σύνθεση των κατόχων ελληνικού «χρέους» ανάμεσα στο τέλος του 2009 και στο τέλος του 2011,  οπότε και ξεκίνησε πρακτικά η διαδικασία του μεγάλου «κουρέματος», που έχει μείνει γνωστό ως PSI.

Oι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Στο τέλος του 2009, ο εγχώριος τομέας, περιλαμβανομένης και της Τ.τ.Ε., είχε στην κατοχή του ομόλογα ονομαστικής αξίας 56,9 δισ. ευρώ, ενώ οι ξένες τράπεζες και λοιποί φορείς κατείχαν… 145 δισ. ευρώ.

Εν ολίγοις, αν το «κούρεμα» γινόταν τότε, οι απώλειες θα ήταν συντριπτικά εις βάρος των ξένων συμφερόντων και όχι των ελληνικών, ενώ η εξοικονόμηση χρέους θα ήταν πολύ μεγαλύτερη.

Στο τέλος του 2011, όμως, ο εγχώριος τομέας (κυρίως τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία) είχε στην κατοχή του 86,2 δισ. ευρώ, ήτοι περίπου 25 δισ. ευρώ περισσότερα.

Από την άλλη πλευρά, τα ξένα ιδιωτικά συμφέροντα, την ίδια ημερομηνία, είχαν περιορίσει την έκθεσή τους μόλις σε … 35 δισ. ευρώ, ήτοι περίπου 110 δισ. ευρώ λιγότερα!
Όπως ίσως θα προσέξατε, εδώ προκύπτει κι ένα σημαντικό «κενό». Το σύνολο ελληνικών ομολόγων που ήταν στην κατοχή του εγχώριου και του ξένου τομέα, στο τέλος του 2009, ήταν κάτι παραπάνω από 200 δισ. ευρώ.

Στις 31/12/2011, όμως, το σύνολο εγχώριου και ξένου τομέα (με τον εγχώριο τομέα να έχει τα σκήπτρα) μόλις ξεπερνά τα 120 δισ. ευρώ, πάντα με τους αριθμούς του κ. Σταϊκούρα.

Η διαφορά που προκύπτει, έστω και «μπακάλικα», είναι περίπου 80 δισ. ευρώ, τα οποία αποπλήρωσε σε αυτό το μεσοδιάστημα των δύο ετών η χώρα μας, με την ΕΚΤ να έχει κι εκείνη «αγοράσει» ένα σημαντικό ποσό...

Με απλά λόγια, λοιπόν, η συντριπτική πλειονότητα των χρημάτων που δανείστηκε η χώρα μας από τους Ευρωπαίους και το ΔΝΤ (πέραν της κάλυψης του πρωτογενούς ελλείμματος) πληρώθηκε σε τοκοχρεολύσια, υπέρ των ξένων ιδιωτικών συμφερόντων, τα οποία μάλιστα το ίδιο διάστημα πουλούσαν ελληνικούς τίτλους που είχαν στην κατοχή τους, με αγοραστές (ποιος άλλος άραγε θα αγόραζε;) εγχώριες τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία.

Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, αν το «κούρεμα» των ομολόγων, επί τη βάσει του PSI, γινόταν τότε, το 2010, όταν εμείς υπογράφαμε το πρώτο μνημόνιο, η εξοικονόμηση θα ήταν τεράστια σε ό,τι αφορά το ελληνικό χρέος, αλλά και η Ελλάδα θα είχε δανειστεί λιγότερα από τον «Ευρωπαίο φορολογούμενο».

Η σκληρή αλήθεια, όμως, είναι ότι τόσο η ηγεσία της Ευρώπης και του ΔΝΤ (το οποίο, πάντως, όπως προκύπτει από τις όψιμες αποκαλύψεις Ρουμελιώτη είχε ενδοιασμούς) όσο και η τότε ελληνική κυβέρνηση, που δέχτηκε να υπογράψει το θνησιγενές πρώτο μνημόνιο, δεν τόλμησαν να δυσαρεστήσουν τους τραπεζίτες και τις «αγορές».

Δεδομένων μάλιστα των συσχετισμών, είναι προφανές ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία (με επικεφαλής τη Μέρκελ και τον Σαρκοζί), μιλώντας από θέση ισχύος απέναντι στην πανικόβλητη ελληνική κυβέρνηση, επέλεξε να δανείζει την Ελλάδα, για να πληρώνει έμμεσα τις ξένες τράπεζες (ιδίως δε τις… γερμανικές και τις γαλλικές, που είχαν τη μεγαλύτερη έκθεση σε ελληνικά ομόλογα).

Το βάρος του τελικού αποτελέσματος, όμως, το φέρει σήμερα η Ελλάδα. Κι όχι μόνο γιατί καλείται να αποπληρώσει δυσβάσταχτο χρέος. Υπάρχουν δύο ακόμη λόγοι:

- Πρώτον, διότι στην κοινή γνώμη των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών δεν έχει περάσει η αντίληψη ότι οι χειρισμοί που έγιναν στη χώρα μας είχαν ως βασικό στόχο να προστατεύσουν τις μεγάλες τράπεζες, κυρίως της Ευρώπης (οι οποίες στο μεγάλο μέγεθος ζημίας θα έπρεπε να αναχρηματοδοτηθούν από τις κυβερνήσεις των χωρών τους), αλλά ότι «χρηματοδότησαν» την Ελλάδα και τους άσωτους Έλληνες.

-Δεύτερον διότι, εφόσον προκύψει νέα ανάγκη «κουρέματος» του ελληνικού χρέους (στην περίπτωση δηλαδή που κριθεί είτε τώρα είτε στο μέλλον ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο), αυτήν τη φορά το «κούρεμα» θα το υποστεί ο «επίσημος τομέας», δηλαδή οι… Ευρωπαίοι φορολογούμενοι! Πράγμα ιδιαίτερα οδυνηρό για τη διεθνή εικόνα και τα πολιτικά συμφέροντα της χώρας μας.

Τι θα έχουν «πληρώσει» στην ουσία οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι;

Όχι τόσο την (αδιαμφισβήτητη) δική μας σπατάλη και κακοδιαχείριση τα έτη πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, όσο την «προστασία» τραπεζών, που τυφλωμένες από την απληστία της περιόδου δάνειζαν επί χρόνια την Ελλάδα με επιτόκια Γερμανίας, παρότι γνώριζαν, και μάλιστα πολύ καλά, τις… διαφορές.

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Το συναίσθημα που ’χει κάτι απ’ τη φωτιά « ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ...


του Δημήτρη Παπανικολάου
 Προπύλαια, βράδυ της 17.6.2012. Φωτογραφία του Άγγελου Καλοδούκα από το μπλογκ www.aformi.gr

Ο φόβος· από την άλλη η ελπίδα∙ στη μέση η αγωνία, η ένταση, η απογοήτευση. Και γύρω τους η βία και οι συναισθηματικές της πλαισιώσεις∙ το μίσος, ο φθόνος, η αηδία. Να ο πραγματικός χάρτης των τελευταίων εκλογών. Οι εκλογές πάντα, θα πει κανείς, γίνονται στιγμές έξαψης των συλλογικών συναισθημάτων, οπότε το να χαρακτηρίσει κανείς τις τελευταίες ως ιδιαίτερα συναισθηματικές, μοιάζει και λίγο ταυτολογικό.
Όμως, αν κάποτε τα συναισθήματα αντιμετωπίζονταν ως παράγοντες εκτροπής της δημοκρατικής διαδικασίας, κάτι «ψεύτικο» που «ακύρωνε» την πραγματική βούληση του λαού, ή γινόταν αντικείμενο εκμετάλλευσης, σήμερα, αντίθετα, γίνονται πόλοι παραγωγής πολιτικής. Το πολιτικό κοινό δεν χειραγωγείται με την έξαψη συναισθημάτων∙ αντίθετα, καλείται στη βάση αυτών να αναγνωρίσει την πολιτική του θέση και πρακτική.Γίνεται δηλαδή το συναίσθημα, ιδιαίτερα στη συλλογική του εκφορά, πλατφόρμα συγκέντρωσης και οργάνωσης απόψεων, τρόπος και ύφος προβληματισμού, επιχείρημα και εξαγγελία πολιτικής. Με κορυφαίο παράδειγμα τον πολιτικό χειρισμό του φόβου, ο οποίος στις τελευταίες προεκλογικές μέρες εκφράστηκε κάπως έτσι: εφόσον «ο κόσμος» φοβάται τι θα συμβεί μετά την καταγγελία του Μνημονίου, τότε η καταγγελία είναι άκαιρη, άστοχη, λάθος, και όποιος φοβάται πρέπει να ενωθεί εναντίον της. Ως επιχείρημα μάλιστα, ανακυκλωμένο με τη γνωστή δυναμική της προπαγάνδας, λειτούργησε επιτελεστικά, κατορθώνοντας δηλαδή να πολλαπλασιάσει αυτό που περιέγραφε. Περισσότερος φόβος, μεγαλύτερο πολιτικό επιχείρημα περί αυτού. Φοβάσαι; Ταυτίσου εδώ.
 Ο λόγος για τον οποίο επιμένω στην παράμετρο των πολιτικών συναισθημάτων, είναι γιατί θα πρέπει να μην υποτιμήσουμε τη βαθιά συντηρητική της λειτουργία στην παρούσα φάση. Όταν ο Βορίδης μιλάει για το πώς πρέπει να συνεργαστούν «όσοι αγαπούν την Ελλάδα» καθώς επίσης δηλώνει ότι «τα προβλήματα θα αντιμετωπιστούν με αγάπη», δεν είναι πια ο λαϊκιστής πολιτικός σε στιγμή λυρικής αποστροφής. Είναι ο κυβερνητικός νους που δημιουργεί μια καινούρια ατζέντα. Αυτό που λέει αγάπη δεν είναι συναίσθημα πίσω από το οποίο θέλει να κρυφτεί μια στυγνή λογική∙ είναι, αντίθετα, η εκφορά και η μεγιστοποίησή της. Ένας νέος εθνικός, κοινοτικός και γενικά βιοπολιτικός λόγος ετοιμάζεται κάπως έτσι, μ’ αυτά και μ’ αυτά, όχι κρυμμένος πίσω από συναισθήματα, αλλά αναδιοργανώνοντας το οικοσύστημά τους.
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το θέμα αξίζει να μας απασχολήσει, είναι γιατί χρειάζεται να αποενοχοποιηθεί η αίσθηση ότι και στην αριστερά το συναίσθημα (οργή, ελπίδα, συγκίνηση) παίζει κεντρικό πολιτικό ρόλο. Ναι, συμβαίνει αυτό, και όποιος συμμετείχε στις δημόσιες συγκεντρώσεις του ΣΥΡΙΖΑ τον τελευταίο καιρό καταλαβαίνει και το γιατί (δεν νομίζω ήμουν ο μόνος που ξαναθυμήθηκε –ενάντια στον βιολογικό Σαββόπουλο– εκείνο τον δύσβατο παλιό του στίχο : «η πλατεία ήταν γεμάτη, με το νόημα πού’ χει κάτι απ’ τις φωτιές»). Μπορεί όμως να καταλάβουμε εδώ και τη βασική διαφορά: στην αριστερά το συναίσθημα γίνεται η αρχή μια κριτικής διαδικασίας συμμετοχής και επαναπροσδιορισμού. Δεν είναι απάντηση αλλά ερώτημα. Δεν είναι δηλαδή πλατφόρμα ταύτισης, αλλά η αρχή μιας αγωνιώδους και βαθειά αγωνιστικής διαδικασίας συμμετοχής. Ο γραμματικός του χρόνος δεν είναι τετελεσμένος, αλλά διαρκής — εκδιπλούμενος σε ένα παράφορα δύσβατο παρόν. Δεν ελπίζω, αλλά διεκδικώ το δικαίωμα να μένω και να μπορώ να ελπίζω. Δεν συγκινούμαι, αλλά διεκδικώ τη συγκίνηση ως διαδικασία ιστορικής κατανόησης. Δεν οργίζομαι απλώς: καταγγέλλω με την οργή μου συγκεκριμένες πολιτικές που προϋποθέτουν τη δική μου αναισθησία για να τη μεγιστοποιήσουν ως παθητικότητα.
Η διαφορά είναι μικρή, το ξέρω, αλλά είναι αυτή ακριβώς η διαφορά που αξίζει να αναδείξουμε και να κατακτήσουμε.
Ο Δημήτρης Παπανικολάου διδάσκει νεοελληνική φιλολογία και θεωρία της λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης

Ροη αρθρων