Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Οι λατρεμένες ημέρες της Φρίκης...

Η αμετροέπεια ορίζεται ως χαρακτηριστικό του βίου της νεότερης ελληνικής πολιτείας. Παρατήρηση, που έρχεται σε αντίφαση με την κληρονομιά της έννοιας του μέτρου, γεννημένης κάποτε σε τούτο το χώρο. Καθόλου παράδοξο ωστόσο το γεγονός, αν συνυπολογιστούν στις παραμέτρους διαμόρφωσης της νεοελληνικής mentalite διαφόρων τύπων επιρροές και επιδράσεις (ρωμαϊκή, οθωμανική κ.λπ.).
 Η υπερβολή αποτελεί εκδήλωση και συμπεριφορά που διαπερνά το σύνολο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Καθότι, όμως, η λαϊκή ρήση θέλει το ψάρι να βρομάει εκ της κεφαλής, ένα ανασκάλεμα στάσεων και δράσεων της εγχώριας μεταπολεμικής ελίτ (πολιτικής, οικονομικής κ.ο.κ.) απασχολεί το παρόν κείμενο. Κυρίως επειδή «οι μεγάλοι» αναλαμβάνουν ρόλο καθοδηγητή και διαμορφωτή του πλαισίου εντός του οποίου κινούνται «οι μικροί» (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι τελευταίοι περιφέρονται άνευ ευθύνης -ευθύνης, όχι συνενοχής- στην Ιστορία).
Πλείστα όσα παραδείγματα καταδεικνύουν ότι η υπερβολή αποτέλεσε το κυρίαρχο στοιχείο-υλικό στα χρόνια που δομήθηκε εκ νέου η Ελλάδα, πάνω στα αποκαΐδια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Στο φουλ ο αυταρχισμός, ο συντηρητισμός, η τυπολατρία, η βία, η ανισότητα, η υποτέλεια.
Στο πηδάλιο της ξέφρενης κούρσας βρέθηκε η ανώτατη πολιτειακή αρχή, το Στέμμα.

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Τα επείγοντα της αριστερής εξουσίας...


του Δημητρη Σεβαστακη, απο την Αυγη...
Τα κυβερνητικά κόμματα της μεταπολίτευσης είχαν πίστωση πολιτικού χρόνου και πιστώσεις στην οικονομία. Η Ελλάδα, πιεσμένη από τη χούντα και την εισβολή στην Κύπρο δεν έπρεπε να χαθεί για το Δυτικό στρατόπεδο. Εισήλθε επιεικώς στην ΕΟΚ, έρρευσαν κονδύλια, αγοράστηκε πολιτικός χρόνος, κερδήθηκε το στρατηγικό στοίχημα. Ο Κ. Καραμανλής, ο Αν. Παπανδρέου, μπορούσαν να κάνουν κάποιες αταξίες (παροδική έξοδος από στρατιωτικό ΝΑΤΟ, διαπραγματεύσεις για τις βάσεις κ.λπ.) που θα εξευμένιζαν το τσαλακωμένο συλλογικό αίσθημα ,αταξίες που έδιναν το άλλοθι μιας βαθιάς ατλαντικής πειθαρχίας. Έγιναν εξαγορές (ιδιωτικών) προβληματικών επιχειρήσεων, ανέβαιναν οι μισθοί, επέστρεψαν οι πολιτικοί πρόσφυγες, νομιμοποιήθηκε το ΚΚΕ. Ο λαός έκτιζε δεύτερο όροφο, αγόραζε αυτοκίνητο, σπούδαζε τα παιδιά, άρχιζε να ντύνεται κομψά, διαδήλωνε συχνά.
Η στοχευμένη και πολιτικά ελεγχόμενη αυτή πολιτική και οικονομική πίστωση δεν υπάρχει στη νέα μεταπολίτευση που μάλλον θα εγκαινιαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ. Σύμφωνο Βαρσοβίας -αντίπαλο δέος- δεν υφίσταται (άρα η Ελλάδα δεν είναι στρατηγικά πολύτιμη), το εκμηδενιστικό και εξαιρετικά κερδοφόρο σοκ του νεοφιλελεύθερου πειράματος δεν φαίνεται να έχει ισχυρούς αντιπάλους, ούτε ορατούς κινδύνους, αφού θεμελιώνεται στη λαϊκή ενοχή κι όχι στη συλλογική αίσθηση ιστορικού δικαίου όπως συνέβαινε κατά την μεταπολίτευση.

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Λυτρωτικές αλήθειες, ύποπτα μυστικά...

Του Νίκου Α. Κωνσταντόπουλου, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

Η Ελλάδα του 2013, κάτω από την επιτήρηση των δανειστών με τα μνημόνια της τρόικας, εμφανίζει συμπτώματα ηττημένης ασύνταχτης χώρας. Μπροστά στα μάτια και με την επιστασία των εκάστοτε κυβερνητών, που δεν είναι αυτεξούσιοι εκφραστές λαϊκής κυριαρχίας, η Ελλάδα γίνεται σκιά του εαυτού της.
Ο συνεταιρισμός, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, και οι υπηρετικοί μηχανισμοί στήριξης και προβολής του γνωρίζουν άριστα ότι το καθεστώς ελέγχου και επιτήρησης ακρωτηριάζει τη δημοκρατία και κομματιάζει την κοινωνία, λεηλατεί και δεν αναπτύσσει τη χώρα. Επιμένουν όμως στην ξεφτισμένη και προκλητική μέθοδο εικονικής ωραιοποίησης των πραγμάτων και επικοινωνιακής καλλιέργειας ψευδοαντιλήψεων και ψευδαισθήσεων. Αυτοί που λένε ναι σε όλα, γίνονται ικανοί για όλα και ο πολιτικός πραγματισμός καταντάει αποκρουστικός αμοραλισμός.

«Οταν ο καιρός γίνεται κλειστός, είναι πιεστική και η ανάγκη για περισσότερη «πατριδογνωσία»», όπως έλεγε ο Αλέξης Σεβαστάκης, για περισσότερη ιστορική αυτογνωσία και συνειδητοποίηση κοινωνίας και πολιτών. Η δημιουργική συνθετική εσωτερίκευση της κρίσης και των συνεπειών της από την κοινωνία ως μιας ακόμη εθνικής τραγωδίας επιβάλλει να σέβονται όλοι, αφ’ ενός τα συντριπτικά δεινά της πατρίδας μας κι αφ’ ετέρου την ευαισθησία και δύναμη της κοινωνίας, «την ευφυΐα της κοινωνίας», όπως θέλει ο Μπρεχτ. Αυτό σημαίνει να εκκαθαριστεί, επιτέλους, το πεδίο της μεταπολιτευτικής πραγματικότητας από παραμορφωτικές προσχώσεις των παραθεσμικών λειτουργιών της διαπλεκόμενης διακυβέρνησης και επικοινωνίας.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Για όλα φταιει η «Εύα» του ’74...

του Διονυση Ελευθερατου, απο το Πριν, μεσω του Αριστερου Βηματος...
Όταν η μεταπολίτευση αναφέρεται σαν να πρόκειται για προπατορικό αμάρτημά μας
Το πολιτικό και δημοσιογραφικό «μέινστριμ» έχει αποφανθεί: ασυγχώρητο προπατορικό, πολιτικό, ιδεολογικό και κοινωνικό αμάρτημά μας είναι η άτιμη μεταπολίτευση!

Ναι, εκείνη η πανούργα «Εύα» που εμφανίστηκε το 1974 και δηλητηρίασε την ανυποψίαστη χώρα με το ολέθριο μήλο του «λαϊκισμού», του οποίου οι παρενέργειες ακόμη μας ταλανίζουν. Να το ξέρετε: εξ αιτίας της σήμερα μας συνθλίβουν οι «θεοί» των αγορών, του ευρω- ιερατείου και της διεθνούς τοκογλυφίας.

Αλλόκοτη γυναίκα, όντως, η «Εύα» που μας «χαντάκωσε» το ΄74 : διέθετε κάτι από τον επιθετικό δυναμισμό της - σχεδόν γυμνόστηθης- Ελευθερίας του Ντελακρουά, αλλά τίποτε από την ενδυματολογική τόλμη εκείνης. Φορούσε αμπέχονα και τζιν. Στις ταβέρνες και στις πλατείες τραγουδούσε αντάρτικα, ρεμπέτικα, Θεοδωράκη, Λοϊζο, Μικρούτσικο, Μαρκόπουλο, Λεοντή. Στο σπίτι, μακριά από «κολλημένους» καθοδηγητές, άκουγε και αρκετό ροκ - κατά κανόνα από κασέτες ή από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του Γιάννη Πετρίδη.

Συνήθως ήταν σκεπτική, αλλά το χειλάκι της πρόθυμα «έσκαγε» με τα χιουμοριστικά τραγούδια του Θέμη Ανδρεάδη και του Γιάννη Λογοθέτη. Γέλασε με την ψυχή της - παρέα με σκιτσογράφους και συντελεστές θεατρικών επιθεωρήσεων - το 1976, όταν ο υπουργός Εργασίας Κ. Λάσκαρης «απαγόρευσε» την πάλη των τάξεων. Άλλο γέλιο της, επινίκιο αυτό, ήχησε ως καμπάνισμα υπερηφάνειας τον Μάιο του ΄77: τότε οι 1.200 εργάτες της ΛΑΡΚΟ, έπειτα από μια εμβληματική απεργία τεσσάρων μηνών, κέρδισαν μισθολογικές αυξήσεις 17%, καθώς και την επαναπρόσληψη των απολυμένων συναδέλφων τους.

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Χόλιγουντ-Μόναχο - Αθήνα: οι διαδρομές των «δύο άκρων»...

Σάλο έχουν προκαλέσει στις ΗΠΑ οι αποκαλύψεις του βιβλίου του Μπεν Αργουαντ που κυκλοφόρησε πρόσφατα υπό τον τίτλο «Η συνεργασία. Το συμβόλαιο του Χόλιγουντ με τον Χίτλερ».
Ο συγγραφέας, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 και μέχρι την κήρυξη του πολέμου με τη Γερμανία, τα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ απέφυγαν επιμελώς την παραγωγή οποιασδήποτε ταινίας με αντιναζιστικό/αντιφασιστικό περιεχόμενο, τορπιλίζοντας όλες τις σχετικές απόπειρες. Ακόμη και η αναφορά στον καλπάζοντα αντισημιτισμό ήταν ανεπιθύμητη, και από το 1933 και μετά εξαφανίζονται από τις οθόνες οι αναγνωρίσιμοι ως εβραίοι χαρακτήρες, παρ' όλο που σχεδόν όλοι οι ιδιοκτήτες των στούντιο ήταν εβραϊκής καταγωγής.
Κορυφαίο σημείο αυτής της θέλησης για συνεργασία με το ναζιστικό καθεστώς ήταν η παραχώρηση στο Γερμανό πρόξενο στο Λος Αντζελες της πρόσβασης στα σενάρια με «ευαίσθητα» θέματα, καθώς και της δυνατότητας να προβαίνει σε υποδείξες για το περιεχόμενό τους αλλά και να παρεμβαίνει στο μοντάζ των ταινιών, κόβοντας τις ανεπιθύμητες σκηνές.
Οι εξαντλητικές έρευνες του Αργουαντ στα γερμανικά και αμερικανικά αρχεία δείχνουν ότι οι λόγοι μιας τέτοιας στάσης δεν ήταν οικονομικοί. Τα κέρδη από την προβολή ταινιών του Χόλιγουντ στη Γερμανία ήταν αμελητέα για τα δεδομένα του κλάδου. Αυτό που συνέβαινε είναι ότι ακριβώς την περίοδο όπου στις ΗΠΑ, και ειδικά στο χώρο του πολιτισμού, αναπτυσσόταν ένα ρωμαλέο αντιφασιστικό και εργατικό κίνημα στο οποίο ηγεμόνευε η Αριστερά, το Χόλιγουντ είχε επιλέξει το «άλλο άκρο».

Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

Η μεταπολίτευση, μια παρεξήγηση...

«Η μεταπολίτευση δεν έχει και τόσο καλή φήμη στις μέρες μας. Διανοούμενοι όλων των αποχρώσεων τη στηλιτεύουν, αναγνωρίζοντάς την ως πηγή των κακοκδαιμονιών που τυραννούν εδώ και πολύ καιρό, κι ακόμη περισσότερο σήμερα, τη χώρα: από την ισοπέδωση κριτηρίων και αξιών στην παιδεία μέχρι τη διάδοση μιας ξύλινης γλώσσας στα δημόσια  πράγματα, κι από την κατάχρηση συνδικαλιστικών και πολιτικών διεκδικήσεων μέχρι τη δημοσιονομική κατάρρευση και την κρίση χρέους».
Περιγράφει ο Κώστας Λιβιεράτος, κατ’ εξοχήν τέκνο της περιόδου, οξυδερκής και εμβριθής μελετητής της «πολιτισμικής» μεταπολίτευσης είτε γράφοντας αυτόνομα είτε αναλύοντας το έργο του φίλου του Χρήστου Βακαλόπουλου. Ο Βακαλόπουλος άλλωστε, μοναδικός παρατηρητής του καιρού του, καμιά εικοσαριά χρόνια νωρίτερα, είχε μιλήσει για «αυτή την παρεξήγηση που ονομάστηκε μεταπολίτευση».
Στο εκτενές μελέτημά του «Ο Χρ. Βακαλόπουλος και οι χαμένοι δρόμοι της μεταπολίτευσης», στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, ο Λιβιεράτος τοποθετεί με ευαισθησία την όλη συζήτηση περί τέλους της μεταπολίτευσης πέραν της αυτομαστίγωσης και της στερεοτυπικής καθολικής ευθύνης. Σαν ακάματος ανασκαφέας των συλλογικών αναπαραστάσεων και των συλλογικών πρακτικών, των καθημερινών σπαραγμάτων του λαϊκού πολιτισμού και της διάσπαρτης ποπ, σαν άγρυπνος ακροατής των υπόγειων ρευμάτων της παράδοσης και της ιστορίας, ο Κ.Λ. βγαίνει τολμηρά υπεράνω της νοσταλγίας για το ροκ συγκρότημα της εφηβείας μας που διαλύθηκε, αλλά και υπεράνω της άγονης καταστροφολογίας.
Προεκτείνω τις σκέψεις του Κ.Λ., συνοδοιπόρου απ’ τα χρόνια του ’80, μέσα στο δραματικό παρόν: Η αθωότητα και η σωματική βίωση του χρόνου τέλειωσε πράγματι πολύ πριν από τη χρεοκοπία. Από τη δεκαετία του ’90 ζούμε διαρκώς αποκολλώμενοι από τη σωματικότητα και την παράδοση, διαρκώς εμβαπτιζόμενοι στη φενάκη και την απληστία, ανιστορικοί και λιμασμένοι. Χωρίς να γινόμαστε περισσότερο ηδονικοί· μάλλον, ματαιόσπουδοι θηρευτές της ατομικότητας και της υλικής πλησμονής. Χάνοντας στο δρόμο την κριτική ματιά, τη ζυγισμένη αποτίμηση, την αποσυμπιεστική ειρωνεία, την αίσθηση της φθαρτότητας. Χάνοντας τη γνώση της παράδοσης και την έγνοια για ανανέωσή της, δηλαδή, όλα όσα με κόπο και ενόραση αποτόλμησαν οι πνευματικοί προπάτορες, από τον ρομαντικό 19ο αιώνα ίσαμε τη γενιά του ’30 και τα φανερώματα του νέου λαϊκού πολιτισμού το ’60.
Ο σημίτειος εκσυγχρονισμός, ας πούμε, ένας βαλκάνιος μπλερισμός, διακηρύχθηκε σαν σπάσιμο των δεσμών με το παρελθόν της μίζερης Ελλάδας, σαν άλμα στο λαμπρό μέλλον των αγορών. Το άλμα συντελέσθηκε πράγματι, πάνω από στάδια, εργολαβίες και ιερά δισκοπότηρα χρηματιστηρίου και ευρώ· όταν πέσαμε όμως δεν υπήρχε ούτε στρώμα ούτε χώμα. Υπήρχαν τα καρφιά της ματαίωσης. Χωρίς καταγωγικό ίχνος, δίχως τη χαρά του μικρού και του τοπικού, χωρίς έγκαιρο ενοφθαλμισμό του παγκόσμιου στο μικρό μας σώμα, όταν έσπασε η πολυετής φούσκα βυθιστήκαμε διαδοχικά στην κατάπληξη, την οργή, την αυτοϋποτίμηση, τον φόβο, το μίσος. Οι πληγωμένοι και εμβρόντητοι, οι έντρομοι, αποτινάσσουν το βάρος μισώντας κάθε τι πέρα από τον πυρήνα του φόβου τους: τον διπλανό του, τον άλλο, τα ίδια τους τα σωθικά.
Ακόμη και μια ιστορική περίοδος, μια άυλη υπόσταση ποικίλως οριζομένη, όπως η μεταπολίτευση, συγκεντρώνει την καταλαλιά και το μίσος. Αν όμως ακούσουμε προσεκτικά ποιοι φωνάζουν, θα αντιληφθούμε ότι οι περισσότεροι ποτέ άλλοτε δεν φώναξαν, δεν μίλησαν, δεν άσκησαν κριτική, κατά το μακάριο παρελθόν. Σαν τους μελετηρούς επί δικτατορίας, τότε δεν ήξεραν τίποτε για το έγκλημα. Οι περισσότεροι σημερινοί τιμητές της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, στα χρόνια της κραιπάλης εδόξαζαν λόγω και έργω τον κυνισμό του λάιφστάιλ, τον ατομικιστή άρπαγα, την αναδιανομή του Χρηματιστηρίου, τα ελληνάδικα, ανέχονταν τη διαφθορά, ήταν συγκαταβατικοί με τη γενικευμένη ξιππασιά. Οσοι, ολίγοι, μιλούσαν για την εν τω βάθει παρακμή και την πολιτισμική παράλυση, χαρακτηρίζονταν μίζεροι, κολλημένοι, μοραλίστ, γραφικοί.
Μα ακριβώς αυτοί οι κριτικοί και οι κολλημένοι, πικρότατα δικαιωμένοι τώρα, καλούνται πάλι να μιλήσουν ψύχραιμα για τα επιτεύγματα της μεταπολίτευσης και όχι μόνο για τις απώλειες και τις αμαρτίες. Μόνο όσοι διέκριναν ακόμη και μες στην ασυδοσία τα φανερώματα της ζωής και τους κόκκους αλήθειας, τολμούν να δουν το σημερινό ναυάγιο με όρους ιστορικούς και πνευματικούς, χωρίς αναθέματα και δαιμονολογία, χωρίς την εύκολη προσφυγή σε νεοφιλελεύθερους μονόδρομους ή εθνικοσοσιαλιστικά τσεκούρια.
Τα δημόσια γραπτά και τα δημόσια λόγια μένουν. Να τα αφήσουμε πίσω, ναι, οπωσδήποτε, αλλά να μη λησμονούμε.

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Η μελαγχολία της αποκατεστημένης δημοκρατίας...

του Παντελη Μπουκαλα, απο την Καθημερινη...
Με όσες νότες αισιοδοξίας κι αν εμπλουτιστούν τα φετινά διαγγέλματα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, μελαγχολικός θα παραμείνει ο τόνος τους. Ακόμα κι αν αυτοεκβιαζόμενοι προσεγγίσουμε τα πράγματα με «θετική σκέψη», και πάλι θα μετρήσουμε περισσότερα προβλήματα παρά παρηγορητικά σημάδια. Κατά κοινή ομολογία, δεν βρισκόμαστε πια στην περίοδο που η μείωση της δημοκρατίας οφειλόταν πρωτίστως στη δράση εξωθεσμικών κέντρων. Σήμερα, στα χρόνια των Μνημονίων, η επίσημη Ελλάδα, όπως αναγνωρίζουν και οι κρατούντες, έχει συνυπογράψει τη μείωση της εθνικής της κυριαρχίας, άρα και την κολόβωση της δημοκρατίας της. Με αντάλλαγμα μια οικονομική σωτηρία ίδια με τον ορίζοντα: απομακρύνεται πάνω που νομίζουμε ότι τη φτάνουμε· πάλι και πάλι.
Αλλά δεν είναι μόνο εξωγενής η σμίκρυνση της δημοκρατίας. Η οικονομική καταβαράθρωση, η διεθνής επιτροπεία, η φθορά του πολιτικού συστήματος και η διαφθορά ορισμένων στυλοβατών του λειτούργησαν σαν εκκολαπτήριο. Και το φιδάκι ξεμύτισε και πια δαγκώνει - Ελληνες και ξένους. Η μιλιταριστική Χρυσή Αυγή, όλο και πιο επιθετική, όσο βλέπει να την προβάλλουν κάμποσα ΜΜΕ και να την κανακεύει ψηφοθηρώντας μερίδα του πολιτικού προσωπικού, έχει επιβάλει το «δίκαιο» της βίας, της χυδαιότητας, του μίσους και του τρόμου· ακόμα και η Βουλή δέχεται αμήχανη τη μία προσβολή μετά την άλλη. Καμία δημοκρατία όμως δεν είναι πλήρης όταν οι πολίτες της φοβούνται και οι θεσμοί της υπολειτουργούν.
Παρά ένα τεσσαράκοντα χρόνια από «την επιστροφή της δημοκρατίας στον τόπο που γεννήθηκε» (όπως συνηθίζουμε να λέμε με καμάρι, χωρίς να κατανοούμε πάντοτε πόσο βαριά είναι η σημασία των λεγομένων μας και ποια καθήκοντα υπαγορεύουν), θα βρεθούν αρκετοί να κηρύξουν για πολλοστή φορά το «τέλος της μεταπολίτευσης»· οι περισσότερο είρωνες μάλιστα ίσως ευχηθούν χλευαστικά «καλά σαράντα», υποθέτοντας ότι έχουν να κάνουν με οργανισμό σεσηπότα και όχι ζώντα. Παρότι ο όρος «τέλος της μεταπολίτευσης» συγκαταλέγεται από καιρό στα πλέον κοινόχρηστα κλισέ, δεν του αποδίδουν όλοι το ίδιο νόημα. Παραμένει σημείο αμφιλεγόμενο, μολονότι επί του παρόντος επικρατεί η αντίληψη που θεωρεί τη μεταπολίτευση υπεύθυνη για όλα τα κακά της μοίρας μας. Λησμονούν προφανώς οι «τελεολόγοι» ότι διαφθορά υπήρχε και προ μεταπολιτεύσεως (με πλέον διεφθαρμένη τη χούντα, που την παριστάνουν άμωμη οι φανεροί και κρυφοί νοσταλγοί της), και λαϊκισμός επίσης, και διαπλοκή, και δεσποτικοί εξωθεσμικοί παράγοντες, και αναξιοκρατία, και νεποτισμός. Δεν τα επινόησε η μεταπολίτευση όλα αυτά. Λησμονούν επίσης οι κήρυκες του τέλους ότι στη μεταπολίτευση πιστώνονται πάρα πολλά θετικά, τόσα που ενδεχομένως θα είχαν αλλάξει το τοπίο αν δεν ήταν ιδιαίτερα γερές οι προχουντικές ρίζες του πελατειακού κράτους, της οικογενειοκρατίας και του παλαιοκομματισμού. Πιθανόν όσοι βιάζονται να ξεμπερδέψουν με τη μεταπολίτευση, βιάζονται να ξεμπερδέψουν όχι με τα αρνητικά της γνωρίσματα, αλλά με όσα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα και πολιτικές ελευθερίες κατοχυρώθηκαν στη διάρκειά της, επειδή τα θεωρούν πλέον «αντιπαραγωγικά». Αλλά δημοκρατία δίχως αυτά δεν νοείται. Είναι ανάπηρη.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Ρεβάνς από τη Μεταπολίτευση...

Το 2014 κλείνουν 40 χρόνια από την πτώση της δικτατορίας. Στο διάστημα αυτό συχνά πυκνά διαπιστωνόταν το τέλος της Μεταπολίτευσης. Σήμερα όμως ο λόγος περί τέλους της Μεταπολίτευσης δεν είναι απλώς διαπιστωτικός. Είναι κυρίως λόγος πανηγυρικός, φιλοδοξεί να γίνει τελεστικός και συχνά υπονοεί κάποια ρεβάνς. Επιχαίρει ο κ. Βορίδης επειδή «οι ψευδοαξίες της γενιάς του Πολυτεχνείου ενταφιάστηκαν». Απειλεί ο κ. Δένδιας: «Ήρθε η ώρα η χώρα να κλείσει τους λογαριασμούς που μένουν ανοιχτοί από το 1974-1975». Και πιο προωθημένος ο κ. Χρυσοχοϊδης: «ένα κυρίαρχο -αν και αδιαμόρφωτο ακόμη- ρεύμα ζητάει ακριβώς αυτό, Λευτεριά από τη Μεταπολίτευση». Και εάν η πολιτική διαδρομή του κ. Βορίδη εξηγεί τη σπουδή της ρεβάνς, προκαλούν εντύπωση οι υπόλοιπες οιμωγές και κατάρες για τον κύκλο που άνοιξε το 1974. Να λοιπόν το ζήτημα: η συλλήβδην απαξίωση της Μεταπολίτευσης με πρόσχημα υπαρκτές πολιτικές και κοινωνικές στρεβλώσεις. Στρεβλώσεις που δε δικαιολογούν πάντως την εκδικητική μανία των –όψιμων επί το πλείστον- επικριτών τους.
Το πολιτικό σκηνικό της Μεταπολίτευσης είχε δυο πυλώνες: αφενός την ανασύσταση και κυριαρχία μιας νέας εκδοχής του προδικτατορικού δικομματισμού από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 ως το 2012, αφετέρου τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και την ανεμπόδιστη συμμετοχή της Αριστεράς στο πολιτικό παίγνιο. Σήμερα, ο πρώτος πυλώνας, ο κυβερνητικός, κατηγορεί τον δεύτερο. «Εσείς επιβάλατε το πνεύμα της Μεταπολίτευσης και δεν μπορούσαμε να κυβερνήσουμε». Και η απάντηση: «εμείς ήμασταν επιβάτες, εσείς ρίξατε το καράβι στα βράχια». Στη μάχη αυτή, γύρω από το σώμα και το πνεύμα της Μεταπολίτευσης, όπλα είναι οι λέξεις: συντεχνίες, λαϊκισμός, προνόμια, πελατειακό κράτος, διαφθορά.
Ποιο είναι όμως αυτό το «πνεύμα» που φταίει για όλα; Σε τι αντιδιαστέλλεται; Οι πολέμιοί του κάνουν πως λησμονούν το προηγούμενο στάδιο, το «πνεύμα της δικτατορίας». Η συγκυρία της πτώχευσης ωθεί το μεταπολιτευτικό οικοδόμημα και την καθημαγμένη κοινωνία στη θέση της αυτομαστίγωσης και της αυτοενοχοποίησης, αλλά δεν αναιρεί τις πρωτοφανείς δημοκρατικές εγγυήσεις αυτής της περιόδου.
Εκεί ακριβώς παρεμβαίνει ο «αντιμεταπολιτευτικός» λόγος με ένα νοητικό σχήμα που συνδυάζει την «ελληνική ιδιαιτερότητα» με την «υπερβολική δημοκρατία». Αυτό το σχήμα γίνεται το όχημα της αποδόμησης των συνταγματικών εγγυήσεων. Μας λένε δηλαδή: «σας δώσαμε δημοκρατία και ευημερία αλλά το παραξηλώσατε. Ώρα να τελειώνουμε και με τα δυο». Πιο συγκεκριμένα: όσοι κραδαίνοντας το χαρτί της επιστράτευσης επιτίθενται στις «συντεχνιακές πρακτικές που αδιαφορούν για το δημόσιο συμφέρον» χρησιμοποιούν ωμά και καταχρηστικά τον όρο «συντεχνίες» ως όπλο κατά του μεταπολιτευτικού θεσμικού πλέγματος και του εργατικού δικαίου. Ακούω τον αντίλογο: δηλαδή δεν επιβιώνει συντεχνιακή λογική σε μείζονα τμήματα του ελληνικού συνδικαλισμού (και όχι μόνο); Φυσικά και υπάρχει συντεχνιακή λογική. Όπως ακριβώς κρύβονται αθέμιτα κεκτημένα των λίγων πίσω από τον μανδύα δικαιωμάτων των πολλών. Όμως, όταν καταγγέλλονται συλλήβδην τα κεκτημένα και τα προνόμια της Μεταπολίτευσης, στόχος είναι η αποδιάρθρωση των βασικών δικαιωμάτων.
Σήμερα λοιδορείται η Μεταπολίτευση των δικαιωμάτων και των δημοκρατικών διεκδικήσεων στο όνομα της καταπολέμησης των προνομίων και των συντεχνιών. Επιχειρείται να παρουσιαστούν ως προνομιούχοι νοσταλγοί ενός αποτυχημένου χτες, όχι το πολιτικό προσωπικό που το έχτισε, αλλά όσοι τολμούν να διανοηθούν μια κινητοποίηση ή απεργία για τα στοιχειώδη. Σε αυτόν τον πόλεμο των λέξεων οι απώλειες γίνονται ενυποθηκεύσεις του μέλλοντος. Σε αυτόν τον αγώνα κατά του «πνεύματος της Μεταπολίτευσης» βασίζεται η οικοδόμηση ενός οιονεί καθεστώτος εξαίρεσης, που ήδη δοκιμάστηκε πειραματικά με την προληπτική απαγόρευση απεργίας. Ας όψονται βέβαια ο διάχυτος κοινωνικός αυτοματισμός και η τύφλωση των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Τα κατέδειξε περίτρανα και τα δυο η περιπέτεια της ΟΛΜΕ.
Κάθε μεταπολίτευση είναι μια στιγμιαία μετάβαση από το προηγούμενο καθεστώς σε ένα νέο. Είναι όμως και μια πολιτική διεργασία εγγενώς ατελής, διαρκώς ανοιχτή και επιτελούμενη, αφού εξ ορισμού δεν νοείται τετελεσμένος αγώνας για πολιτική δημοκρατία. Ο Νορμπέρτο Μπόμπιο μιλούσε για την αξία της δημοκρατίας, ακόμα και της πιο ξεχαρβαλωμένης, όπως η δική μας. Όσοι σήμερα μιλάνε μόνο για το ξεχαρβάλωμα και όχι για τη δημοκρατία, όσοι εφορμούν με το σύνθημα «να τελειώνουμε με τη Μεταπολίτευση» κλείνουν το μάτι στους ηττημένους της Μεταπολίτευσης του 1974. Έτσι εξηγείται μάλλον και η επιδίωξη της ρεβάνς.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Το τέλος της «μεταπολίτευσης»...

Κώστας Ν. Στρατηλάτης, απο το Κοκκινο Σημειωματαριο...
Ο ορισμός της δημοκρατίας που μας παρέδωσαν οι πολιτικές, επιχειρηματικές και μιντιακές ελίτ της «μεταπολίτευσης» ήταν βέβαια από μόνος του εξαιρετικά φειδωλός: Δημοκρατία είναι το ηρωικά κατεκτημένο σύστημα διακυβέρνησης που παρέχει σε όλους μεν τους εγγεγραμμένους πολίτες-ιδιώτες το προνόμιο να ψηφίζουν, αλλά σε μία εκλογική μειοψηφία (της τάξης περίπου του 40%) το ακόμη πιο σημαντικό προνόμιο να εκλέγει τους εκπροσώπους του έθνους και του λαού. Αυτοί με τη σειρά τους, αναλαμβάνουν μεν τη μεγάλη ευθύνη να μεριμνούν για τις ανάγκες της εκλογικής πελατείας τους, αλλά από την άλλη πλευρά λαμβάνουν για τέσσερα χρόνια ως αντίδωρο την ασυλία να κυβερνούν και να νομοθετούν περίπου κατά το δοκούν, υπό συνθήκες εξωφρενικής κομματικής πειθαρχίας, ανύπαρκτης εσωκομματικής δημοκρατίας και, βέβαια, συνεκτικά διαπλεκόμενης και πολιτικώς ορθά σκεπτόμενης μεγαλοδημοσιογραφίας. [1]

Ασφαλώς, ο παραπάνω ορισμός δεν άφηνε εντελώς ικανοποιημένα τα βαθυστόχαστα κριτήρια της φιλελεύθερης μεταπολιτευτικής διανόησης της χώρας μας —πολύ λιγότερο άλλα, πιο απαιτητικά κριτήρια και αισθητήρια. Όπως κι αν έχει, αυτό που γνωρίζαμε ήταν ότι οι τύποι της κοινοβουλευτικής διαδικασίας τηρούνταν, τουλάχιστον «σε γενικές γραμμές». Έστω και τυπικά, έστω και προσχηματικά, υπήρχαν πάντως κάποιοι δίαυλοι, αν όχι ελέγχου, τουλάχιστον επίγνωσης των περιεχομένων της διακυβέρνησης και της νομοθεσίας στον τόπο μας. Επίγνωσης, αν όχι των πολιτών, τουλάχιστον των Βουλευτών. Και αν όχι όλων, ή των περισσοτέρων εξ αυτών, πάντως κατά τεκμήριο των πιο καλά ενημερωμένων ή εκείνων που είχαν την ευθύνη του Υπουργού και της νομοθετούσας Κυβέρνησης συνολικά.

Φθάσαμε λοιπόν στην εποχή των Μνημονίων, όπου ακόμη και κορυφαίοι Υπουργοί της «μεταπολίτευσης» (και της «γενιάς του Πολυτεχνείου») αυτοθαυμάζονται για την υπεύθυνη ειλικρίνειά τους, όταν ομολογούν ότι δεν είχαν καν το χρόνο να διαβάσουν (πολύ λιγότερο να μελετήσουν) το κείμενο των  πιο σημαντικών διεθνών συνθηκών που «υπέγραψε η χώρα» (ποια χώρα και ποιανού η υπογραφή;) εδώ και δεκαετίες. Φθάσαμε λοιπόν στην εποχή των Μνημονίων, όπου οι Βουλευτές της συμπολίτευσης θεωρούν θεμελιώδες δημοκρατικό δικαίωμά τους να μην γνωρίζουν ούτε αυτοί, έστω και σε γενικές γραμμές, το περιεχόμενο των νομοσχεδίων που «υπεύθυνα» ψηφίζουν. [2] (Φθάσαμε στην εποχή όπου θεωρείται αυτονόητο πως οι πιο σημαντικές νομοθετικές ρυθμίσεις για τις επόμενες δεκαετίες, ρυθμίσεις που αφορούν κάθε σχεδόν τομέα της ζωής εκατομμυρίων πολιτών (και των γενιών που έρχονται), φθάσαμε λοιπόν στην εποχή όπου τα νομοθετήματα αυτά μπορούν άνετα να πακετάρονται ανά εκατοντάδες σελίδων σε ένα διάταγμα («πράξη νομοθετικού περιεχομένου») ή και σε ένα μόνο άρθρο κάποιου υπεργολαβικά υπερτροφικού πολυ-πολυ-νομοσχεδίου, προκειμένου να μην προκύψει, έστω και οριακά, το ενδεχόμενο κάποιας αποστασίας. Φθάσαμε στην εποχή όπου στις οθόνες των δελτίων ειδήσεων θριαμβεύει, και παρουσιάζεται ως θριαμβευτής, ο ροπαλοφόρος εκπρόσωπος της ΝΔ, να κατηγορεί με μύδρους την αντιπολίτευση, γιατί είχε το θράσος να υπερασπιστεί έστω τον τύπο των συνταγματικών και των κοινοβουλευτικών διαδικασιών. Φθάσαμε στην εποχή όπου ομολογείται ανοιχτά ότι η Βουλή νομοθετεί διά βοής και χωρίς στοιχειώδη έστω επίγνωση —και όποιος έχει αντίρρηση, τόσο το χειρότερο γι’ αυτόν, τα τηλεοπτικά παράθυρα θα τον καταδικάσουν συνοπτικά με βάση τις διατάξεις της θεωρίας των άκρων, του νέου εκθαμβωτικού παρασυντάγματος της φιλελεύθερης διανόησης της χώρας).

Το πιο θλιβερό είναι ότι η Κυβέρνηση, που οικειοποιήθηκε εδώ και καιρό ανοιχτά κάθε νομοθετική εξουσία στο κράτος που ονομάζεται Ελλάδα, η κυβέρνηση αυτή ομολογεί επίσης ανοιχτά ότι η νομοθετική, διαταγματική, διακυβερνητική, αναθεωρητική και η όποια άλλη εξουσία της τελεί υπό την έγκριση της τρόικα. Έχοντας οικειοποιηθεί το σύνολο των εξουσιών που πηγάζουν από το Λαό με σκοπό να του στερήσουν την ελπίδα να τις ασκήσει κάποτε στο μέλλον, έχοντας καταλύσει τις όποιες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, οι οποίες αποτελούσαν τη μόνη υπαρκτή δίοδο πολιτικής νομιμοποίησης κατά τον ορισμό της μεταπολίτευσης, έχοντας θεσμοποιήσει εξουσίες κυβερνητικής προπαγάνδας σε μεγαλο-εργολάβους και σε ασύδοτα αρπακτικά της δημοσιογραφίας, τα μέλη της Κυβέρνησης ομολογούν επιπλέον ανοιχτά (κάποιοι μάλιστα και χαρωπά) ότι οι όποιες, επί παντός επιστητού, αποφάσεις τους υπόκεινται στην έγκριση τριών γραφειοκρατών, ονόματι Τόμσεν, Μαζούχ και Μορς. Ακόμη και τα προσχήματα της «μεταπολίτευσης» έλαβαν τέλος.

Αυτό που ακόμη δεν ομολογείται ανοιχτά (αλλά βλέποντας τον ροπαλοφόρο εκπρόσωπο της κυβερνητικής πλειοψηφίας στη Βουλή, πιστεύω ότι δεν θα αργήσει η ώρα) είναι ότι το Σύνταγμα του 1975 αποτελεί και ως κείμενο παρελθόν. Μέχρι να μας το ανακοινώσουν κι αυτό, θα έχουμε το προνόμιο να απολαμβάνουμε τις θυσίες, τις σωτηρίες και (ήδη) τα θεαματικά οφέλη της κοινοβουλευτικής τους δικτατορίας.

Υ.Γ. Αρνούμαι να υπογράψω το κείμενο αυτό με την ιδιότητα του δικηγόρου και του διδάκτορα Νομικής. Τούτο διότι αρνούμαι να αναλάβω τις διπλωματικές διατυπώσεις που αρμόζουν σε αυτούς τους τίτλους, τουλάχιστον όπως αυτοί εννοούνται από τους συνήθεις τύπους αστικής-πανεπιστημιακής ευγένειας στον τόπο μας.

_______________

Σημειώσεις

[1] Η «αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων» και το συναφές δικαίωμα των πολιτών σε πολυφωνική και κατά το δυνατόν πλήρη ενημέρωση δεν υπήρξαν ποτέ πραγματικότητα στη χώρα μας. Ο μεταπολιτευτικός ορισμός της δημοκρατίας δεν επεδίωξε ποτέ να βολέψει κάπως, έστω και προσχηματικά, τις συναφείς επιταγές των άρθρων 14 και 15 του Συντάγματος.

[2] Κάποιοι βέβαια, πιο πονηροί, σιγο-γκρινιάζουν περί τούτο με διαρροές (την επίσημη μορφή ενημέρωσης στη χώρα μας), προκειμένου να κερδίσουν λίγα δευτερόλεπτα τηλεοπτικής δημοσιότητας. Κάποιοι άλλοι, πάλι, χρησιμοποιούν την άγνοιά τους αυτή ως ρητορικό όπλο για να κατακεραυνώσουν την ανεύθυνη αντιπολίτευση, με εκφράσεις του τύπου: «εμείς οι υπεύθυνοι φθάσαμε σε σημείο να μην γνωρίζουμε τι ψηφίζουμε κι εσείς οι ανεύθυνοι, αντί να αναγνωρίζετε το μεγαλείο μας, έχετε το θράσος να μας κατηγορείτε για το χάλι της διαδικασίας».

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Η καταργηση της μεταπολιτευσης...

dendias
Να λοιπόν που φτάσαμε στα χρόνια που εφευρέθηκε η κατάργηση της Μεταπολίτευσης. Γιατί, όπως και να το δει κανείς, γι’ αυτό ακριβώς δεν είναι που επιχαίρει ο Νίκος Δένδιας στις γνωστές δηλώσεις του;
Λέει ο υπουργός (Ιανουάριος 2013): «Ήρθε η ώρα η χώρα να κλείσει τους λογαριασμούς που μένουν ανοιχτοί από το 1974-1975 μέχρι σήμερα. Είτε αυτοί λέγονται ανομία, είτε αυτοί λέγονται καταλήψεις, είτε αυτοί λέγονται μεταναστευτικό, είτε μιλάμε για το άγος της Μαρφίν. Όλα αυτά πρέπει να βρουν το δρόμο τους. Και ο δρόμος τους μπορεί και πρέπει να είναι μόνο ένας, η εφαρμογή των νόμων προς όλους. [...] Τεράστιο όφελος έχει ο μέσος άνθρωπος, ο μέσος πολίτης από την επιβολή της ευνομίας».
Το ανατριχιαστικό σε αυτές τις δηλώσεις δεν είναι η γλιστερή λογική τους (Μεταπολίτευση> ανομία> καταλήψεις> μεταναστευτικό!), ούτε ίσως η σιγουριά ότι έχουν πια κερδίσει προνομιακό συνομιλητή σε αυτό που η τελευταία φράση ονομάζει «μέσο άνθρωπο, μέσο πολίτη». Το ανατριχιαστικό είναι αυτό το «όλα θα βρουν το δρόμο τους». Που, ας μην γελιόμαστε, μπορεί να ξεκινάει σημαίνοντας ολα θα πάνε καλά τώρα που βρήκαμε καλή περπατησιά, καταλήγει όμως και λίγο σαν να βγαίνει από ταινία τρόμου. Κάθι Μπέητς στο Misery. Να κοιτάζει με λατρεία στα μάτια, να χαμογελάει ήρεμα, και με αυτοπεποίθηση, αλλά και το τσεκούρι στο χέρι, λέγοντας στο ακινητοποιημένο σ’ ένα κρεβάτι θύμα της, «Εμπιστεύσου με. Είναι για το καλύτερο». Χραπ.
Τα σχόλια Δένδια έγιναν, θυμίζω, εντός του πλάνου που στήνεται με τόσους τρόπους τον τελευταίο καιρό, όπου το κάδρο εκμεταλλεύεται στο έπακρο το φόβο του «μέσου πολίτη», την ώρα που το σενάριο, συνεχώς, κλείνει παλιούς λογαριασμούς. Εν προκειμένω, σκηνικό ήταν το συνέδριο «Πόλη: Εγκληματικότητα και ανασφάλεια στην εποχή της οικονομικής κρίσης». Στο Γκάζι. Κι εκεί, το σκεπτικό, και καλά, της παρέμβασης Δένδια ήταν ότι από το 1974 ως σήμερα «επικράτησε η προσπάθεια να κουκουλώσουμε τις σκληρές επιλογές» κι αυτή είναι «μια από τις αιτίες που οδήγησαν τη χώρα στα αδιέξοδα που βιώνουμε σήμερα».
Θα πει κανείς «πώς και τη θυμήθηκε ξαφνικά τη Μεταπολίτευση». Μα αν το καλοσκεφτείς, φαίνεται φυσικό: το μόνο που στέκει ανάμεσα στην ποιμαντική ρητορική του υπουργού Δένδια και την πιο εξόφθαλμα ιατρική μεταφορολογία του χουντικού συνταγματάρχη Παπαδόπουλου («η χώρα είναι ασθενής σε γύψο»), είναι αυτό το περίεργο πράγμα που το είπανε Μεταπολίτευση. Μοιάζει πλέον εντελώς ξεκάρφωτο, μια παραφωνία. Καιρός να το καταργήσουμε.
Αξίζει όμως μια μικρή έρευνα στο ίντερνετ, και βλέπεις ότι το αφήγημα «το τέλος της Μεταπολίτευσης» γίνεται όλο και πιο πολύ της μόδας τον τελευταίο καιρό. Το χρησιμοποιούν από αναλυτές που θέλουν να μιλήσουν για το τέλος του δικομματισμού, μέχρι τη Χρυσή Αυγή, στα χείλη της οποίας, άλλωστε, η φράση «έχει ήδη σημάνει το τέλος της Μεταπολίτευσης» (βλ. δήλωση του κόμματος 18/11/2012), γίνεται ευχή που θέλει να στοχεύσει την κυριολεξία.
Οι δηλώσεις Δένδια πατάνε όμως σε μια πιο εξελιγμένη εκδοχή αυτού του αφηγήματος, η οποία έχει πλασθεί σιγά σιγά. Σε αυτήν ανήκει, για παράδειγμα, το περίφημο κείμενο του Στάθη Καλύβα «Η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» γραμμένο στην Καθημερινή το Δεκέμβρη του 2008. Αλλά και το ευρύτερο εγχείρημα του ίδιου και ομάδας πανεπιστημιακών, να αναθεωρήσουν την ιστορία του Εμφυλίου στη βάση μιας θεωρίας της βίας. Αυτήν την εκδοχή «τέλους Μεταπολίτευσης» σμιλεύει και το μεγαλύτερο μέρος της νεοφιλελεύθερης αρθρογραφίας, που μιλάει για «κουλτούρα της βίας» για «μπαχαλάκηδες] κλπ. Αυτήν την εκδοχή υπηρετεί, αν και συχνά άκομψα, αρκετή από την κρατική προπαγάνδα, αλλά και τα άρθρα του Ηλία Κανέλλη. Ο οποίος, ως Άλλος, εν έτει 1990, όταν η αστυνομία είχε ανακοινώσει ότι θα μπουν κάμερες στα Εξάρχεια, έγραφε το περίφημο κείμενο προτρέποντας «σπάστε τις λοιπόν, τι περιμένετε» (εφ.Εποχή, 18/11/1990). Και τώρα, ως ο πιο καλός ο ανανήψας, γράφει με μια καθήλωση που, εκτός από ψυχαναλυτικά, καταλήγει και μοντερνιστικά ενδιαφέρουσα, για την «τήρηση των νόμων». Τα κείμενά του, ξανά και ξανά, προσπαθούν να δείξουν με το δάχτυλο «κουλτούρες της Μεταπολίτευσης» από τα μέσα – και στο πλέγμα αυτό περιγράφει, από την κουλτούρα του Κνίτη ca. 1985, μέχρι τα βιβλία που βρέθηκαν στις γιάφκες τρομοκρατών, και από το προφίλ του «αιώνιου φοιτητή» μέχρι τα παλιά προβλήματα υγείας ενός αριστερού πολιτικού. Τώρα, βέβαια, όποιος ξέρει τα περί Χούντας του καλά, γνωρίζει ότι και την περίοδο 1967-74 επεκράτησαν παρόμοιες λογικές, σε επίπεδο τουλάχιστον δημόσιας ρητορικής. Μπορεί κανείς να καταλάβει τι εννοώ αν διαβάσει, για παράδειγμα, τα (επίμονα, επαναλαμβανόμενα, και «από τα μέσα») κείμενα του ιδεολογικού καθοδηγητή του καθεστώτος και ανανήψαντα καριέρας, Γεωργίου Γεωργαλά. Και για να μην παρεξηγηθώ, εννοώ τη σύγκριση τηρουμένων των αναλογιών. Αλλά την εννοώ.
Όλη αυτή η ρητορική υπερπαραγωγή περί Τέλους Μεταπολίτευσης, μοιάζει βεβαίως με παρόμοιες νεοφιλελεύθερες κορώνες που έχουν στο πρόσφατο παρελθόν υψωθεί και αλλού. Ο Σαρκοζί ήθελε να τελειώνει με την κουλτούρα του Μάη του ’68 (νομίζω μάλιστα ότι ο Δένδιας, ρητορικά, αυτόν αντιγράφει), οι Γερμανοί με το αντάρτικο πόλεων, και οι Ιταλοί με τις Ταξιαρχίες.
Αλλά αυτό που συμβαίνει εδώ με την Μεταπολίτευση έχει διαφορά ποιοτική: πρώτον είναι πολύ πιο οργανωμένο, πιάνει πολύ μεγαλύτερο χώρο και η πολιτική του λογική πάει βαθύτερα· μιλάμε για σύστημα πολιτικής επιβολής. Δεύτερον, όσο και αν κάποιοι την θέλουν συνώνυμη με τις δικές τους καθηλώσεις, η Μεταπολίτευση παραμένει μια μακρά πολιτική διαδικασία, δεν είναι ούτε ένα γεγονός, ούτε μια τρομοκρατική ενέργεια. Η ρητορική περί του τέλους της, όσο και αν το κρύβει, θα είναι πάντα μια ρητορική κλασικά αντιδημοκρατική, τελεία.
Τρίτον, η Μεταπολίτευση υπήρξε επίσης (και δυστυχώς) μια διαδικασία κατά την οποία τα πιο ριζοσπαστικά αιτήματα που αναδύθηκαν από την αντίσταση στη Χούντα και τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια (αυτό που ο Δένδιας ονομάζει ’74 – 75′) ηττήθηκαν. Μιλώ για αιτήματα που έρχονται κατευθείαν στην ουρά των 60ς, και είναι, και στην Ελλάδα όπως και αλλού, αιτήματα για ριζική αλλαγή του τρόπου της πολιτικής συμμετοχής. Η Μεταπολίτευση, επιτέλους, δεν είναι η εποχή κατά την οποία δεν επεκράτησε η κατά Δένδια ευκταία σκληρότης. Είναι, αντίθετα, η εποχή στην οποία χαλυβουργήθηκε μια δημόσια σφαίρα στην οποία μεσουρανούν πλέον μίντια που, ακόμα και η πλειοψηφία των «μέσων πολιτών», θεωρεί εξωνημένα και στην υπηρεσία των συμφερόντων συγκεκριμένης κάστας.
Με άλλα λόγια: η Μεταπολίτευση δεν είναι μια κουλτούρα στην οποία όσοι τώρα ανακοινώνουν το τέλος της, εναντιώνονται. Είναι, δυστυχώς, η μακρά διαδικασία που, εκτός των άλλων, γέννησε και τους ίδιους, και τη δυναμική τους, και τα κανάλια από την οποία τη διοχετεύουν. Τώρα θα μου πεις, γιατί λοιπόν τόσος κόπος να την καταγγείλουν.
Α, εδώ ερχόμαστε σε μια άλλη ιστορία, και είναι η ιστορία μιας εικόνας. Γιατί όλοι αυτοί που λένε, ας τελειώνουμε με τους ανοιχτούς λογαριασμούς του ’74 (και μετά με άγχος προσθέτουν και το ’75, μην και παρεξηγηθούν), αυτό με το οποίο θέλουν να κλείσουν τους λογαριασμούς τους δεν είναι ό,τι συνέβη έκτοτε. Αυτό που συνέβη έκτοτε, αντίθετα, είναι το σύστημα που οι ίδιοι καλά εξυπηρετούν. Τον ανοιχτό λογαριασμό τον έχουν όμως μ’ εκείνη την εικόνα, κόσμος στους δρόμους και να διεκδικεί ευθύνη και απόδοση ευθυνών, άλλη αντιπροσώπευση, άλλους όρους συμμετοχής και μια νέα ιστορία. Τους λογαριασμούς τους, λοιπόν, θέλουν να τους κλείσουν με αυτόν τον φόβο που κάποτε ένοιωσαν, αλλά και τον διαρκή φόβο που νοιώθουν κάθε φορά που αναλογίζονται, όχι το 74, αλλά την εικόνα και τη στιγμή του. Που ψιλοπιάνουν εκείνο το αχνό αεράκι που θα ξεφεύγει πάντα ως πιθανότητα: Ότι κάπου εκεί, και καθώς το νόημα αρχίζει νά’χει απ’ τη φωτιά, κάτι θα συμβεί· ότι ο κόσμος αυτός, οι άνθρωποι αυτοί, κάτι θα καταφέρουν.

Δημοσιεύτηκε στο UNFOLLOW 15

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

«Αντικειμενική» παγίδα...

του Παντελη Μπουκαλα απο την Καθημερινη...
Στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, που πολλοί βιάζονται να την πετάξουν στη χωματερή της Ιστορίας λες και στη διάρκειά της υπήρξαν μόνο αθλιότητες, η αλφαβήτα της δημοκρατίας απειλήθηκε πολλές φορές.
Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, με την ευθύνη της κυβέρνησης, αλλά και με ευδιάκριτη τη συμμετοχή μερίδας των μίντια στη φθορά δικαιωμάτων που κάποτε τα συνυπολογίζαμε στα «φυσικά» και αναπαλλοτρίωτα. Ενα από αυτά τα αφορά, αν όχι την ανέφικτη ισηγορία, τουλάχιστον τη δυνατότητα καθενός εκάστου να εκφέρει γνώμη, να προσπαθεί να ερμηνεύσει κάποιο συμβάν και να κρίνει πράξεις ή απόψεις χωρίς τον κίνδυνο να βρεθεί κατηγορούμενος (με όρους νομικούς και όχι πολιτικούς) για μύρια όσα.
Οσοι δεν έχουν πλήρως ατροφική μνήμη, θυμούνται ότι το τωρινό επικίνδυνο και κοινωνικά δηλητηριώδες παιχνιδάκι κάθε άλλο παρά καινούργιο είναι. Κι άλλες φορές, και πάντοτε για τις ανάγκες των ανθρωποβόρων ορέξεων της προπαγάνδας, όσοι δοκίμαζαν να εξηγήσουν ένα συμβάν καταγγέλλονταν σαν «αντικειμενικά» υπαίτιοι (αυτό το δολιότατο «αντικειμενικά» έχει καταστρέψει ζωές) ή σαν ηθικοί αυτουργοί του: «αντικειμενικά φίλοι της τρομοκρατίας», «αντικειμενικά οπαδοί της “17 Νοέμβρη”», «εκ των πραγμάτων συνυπεύθυνοι για τη βία» κ.ο.κ.
Τα ίδια πάθαιναν κι εκείνοι που η γνώμη τους για πρόσωπα και πράγματα δεν συμφωνούσε με τον «κανονικό μέσο όρο» (αυτόν που καλλιεργεί και επιβάλλει η τηλεοπτική μονοφωνία) ή με την εκάστοτε κυρίαρχη αντίληψη περί «εθνικών συμφερόντων», τα οποία διαφοροποιούνται ανάλογα με τον κάθε φορά επίσημο εκφραστή τους.
Ετσι, όταν το «εθνικό συμφέρον» πρόσταζε ότι δεν πρέπει να μας απασχολούν οι «λεπτομέρειες», κατηγορήθηκαν σαν οπαδοί του Μιλόσεβιτς ή του Σαντάμ όσοι επέμεναν να υποστηρίζουν ότι έχει το νόημά της η «λεπτομέρεια» των ανθρωπιστικών νατοϊκών βομβαρδισμών με στόχο κατοικημένες περιοχές και φάλαγγες προσφύγων ή η «λεπτομέρεια» της μη ανεύρεσης όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ.
Στην αρχαιότητα, όποιοι και αν ήταν οι εμπόλεμοι, οι κήρυκες και οι πρέσβεις προστατεύονταν από άγραφους νόμους που δεν επέτρεπαν να ταυτιστεί ο αγγελιοφόρος με την αγγελία που κόμιζε (στη βαρύτερη καταπάτηση του «πολεμικού δικαίου» πρωταγωνίστησε ο Θεμιστοκλής, που θανάτωσε τον απεσταλμένο του Ξέρξη με το επιχείρημα ότι «τόλμησε να χρησιμοποιήσει την ελληνίδα γλώσσα για βάρβαρα προστάγματα», ζητώντας «γην και ύδωρ»).
Στους δικούς μας μικροπολέμους φαίνεται ότι συγχωρούνται όλα και τίποτα δεν απαγορεύεται. Προσπαθείς να καταλάβεις το πώς και το γιατί της πολύμορφης βίας; Α, είσαι αντικειμενικά βιαιολάτρης. Ισχυρίζεσαι ότι οι «βίλες» δεν είναι σώνει και καλά άντρα εγκληματιών; Α, είσαι «πυρήνας της φωτιάς». Με κάτι τέτοια σοφά τσιμπάς κι εσύ και σκέφτεσαι μήπως «αντικειμενικά, ο καλύτερος σύμμαχος του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο κ. Κεδίκογλου». Αλλά όχι. Δεν στέκει εδώ το «αντικειμενικά». Διότι υπάρχει και ο κ. Δένδιας.

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Η Μεταπολίτευση των μικρομεσαίων...

του κ. Νικου Ξυδακη...
Η σημερινή επέτειος του Πολυτεχνείου, εντός της δυσμενούς ιστορικής συγκυρίας, δίνει αφορμή για απολογισμό όλης της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η δικτατορία έπεσε με πάταγο, αλλά η επάνοδος της δημοκρατίας συνοδεύτηκε από μια εθνική καταστροφή, τη διχοτόμηση και κατοχή της Κύπρου. Ωστόσο η δικτατορία των συνταγματαρχών άφησε κάποια ίχνη στην νεογέννητη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία,
αυτούσια ή τα κατοπτρικά τους αντίστροφα.
Το ελληνοχριστιανικό Kitsch της χούντας λ.χ. λοιδωρήθηκε, αλλά ο λαϊκισμός της επταετίας, όπως ακφραζόταν από τις νέες φυλές των ατσίδων θαλασσοδανειούχων και των γλετζέδων της παραλιακής, έμεινε αλώβητος. Ισως κρύφτηκε την πρώτη περίοδο, αλλά αναδύθηκε παντοδύναμος αργότερα. Η μέθη της ελευθερίας και η εκ των υστέρων αναχώνευση του Μάη ’68 εσκέπαζαν το βαθύτερο kitsch, το ηθικό και κοινωνικό, το ήθος των ανερχόμενων μεσοστρωμάτων, των ωφεληθέντων της χούντας. Ο μεταγενέστερος λαϊκισμός του ’80 άντλησε και από αυτά τα κοιτάσματα.
Ωστόσο η Μεταπολίτευση δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τις ποικίλες φανερώσεις του λαϊκισμού. Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία πρόσφερε πρωτόγνωρη πολιτική ελευθερία και μοναδικές ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού· πρακτικά, διεύρυνε τα μεσοστρώματα ως προς την έκτασή τους και την επιρροή τους. Υπό μία έννοια ολοκληρώθηκε επιταχυμένα η κοινωνική ανακατάταξη που είχε αρχίσει τη δεκαετία του ’60.
Η τέτοια ταξική αναδιευθέτηση είχε θετικές και αρνητικές όψεις. Τα μεσοστρώματα απέκτησαν υψηλή παιδεία και πλήθυναν τις τάξεις των επιστημόνων, των επαγγελματιών και μικρομεσαίων επιχειρηματιών: αυτή ενδεχομένως να είναι και η πολυτιμότερη προίκα για ανάκαμψη από την παρούσα κρίση. Ωστόσο δεν κατάφεραν να ανανεώσουν εξυγιαντικά τις κυβερνώσες ελίτ, ενώ ο διαρκώς ογκούμενος κομματισμός και πελατειασμός κατέλυε βαθμιαία τις λειτουργικές ιεραρχίες, την αξιοκρατία, την ισοπολιτεία εντέλει. Ο,τι προσεφέρετο με το ένα χέρι ―παιδεία, κινητικότητα―, αφαιρείτο με το άλλο. Η Κρίση εσήμανε τη μεγάλη ήττα του μικρομεσαίου πλήθους, που είχε αρχίσει προ πολλού.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

"μες στις γενιές της ανομίας η ύβρις η παλαιά το συνηθίζει να γεννά την νέαν ύβριν..."

Του Νίκου Α. Κωνσταντόπουλου απο την Αυγη...
Η Ελλάδα βρίσκεται και θα εξακολουθήσει να είναι στη δίνη μιας εντελώς διαφορετικής δοκιμασίας, ιστορικών διαστάσεων, απογυμνωμένη από βασικά στοιχεία παραγωγικού δυναμισμού, κοινωνικής συνοχής και δημοκρατικής οντότητας. Η ανάλυση των δεδομένων αυτής της εκρηκτικής και διαλυτικής κατάστασης δεν μπορεί να γίνεται με πλαίσιο αναφοράς τη Μεταπολίτευση, τα θεσμικά, πολιτικά και κοινωνικά στερεότυπα της οποίας,
δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τις έντονες και διευρυμένες ανατροπές, που καθημερινά και σταθερά συντελούνται στο εσωτερικό της συλλογικής και υπαρξιακής συνείδησης.

Η οποιαδήποτε προσέγγιση της εθνικής τραγωδίας, που βιώνουμε, επιβάλλει να είναι ουσιαστικά συνειδητοποιημένες η ιστορικότητα της κρίσης και η πραγματογνωσία των επιπτώσεών της. Αυτή η ενιαία αντίληψη για το πώς διαμορφώθηκε η σημερινή κατάσταση και για το ποιες είναι οι επιπτώσεις της σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας, έχει καθοριστική σημασία τόσο για την αγωνιστική εξίσωση αποτελεσματικής αντιμετώπισης των προβλημάτων, όσο και για την οραματική επιδίωξη του διαφορετικού μέλλοντος, που δεν μπορεί να είναι, σε καμιά περίπτωση, μια διασκευασμένη και μεταποιημένη εκδοχή της μεταπολίτευσης.
Είναι, πλέον κοινός τόπος ότι οι αιτίες της ιστορικής έκπτωσης της πατρίδας μας βρίσκονται εντός αυτού του πολιτικού συστήματος που δημαγώγησε την κοινωνία ως πολιτική εγγύηση σταθερότητας, ευημερίας και ισχύος, για να αποκαλυφθεί, με οδυνηρό τρόπο ως αιτία του συλλογικού ξεπεσμού.
Το συλλογικό ζητούμενο είναι ο διαφορετικός πολιτικός λόγος, γυμνός και κοφτερός, αλλά και ο διαφορετικός τρόπος άσκησης της πολιτικής, διαμόρφωσης της αλληλεγγύης, ανάδειξης της συλλογικότητας και της ριζοσπαστικής παρέμβασης, που θα στηρίζει την κοινωνία και θα την ανασυγκροτεί.
Οι πολίτες και πιο αποφασιστικά οι νέοι, αμφισβητούν τις μεταπολιτευτικές δομές κι εξουσίες, βεβαιότητας κι ηγεσίας. Πιστεύουν ότι απαξιώθηκε η πολιτική από τις κούφιες ρητορείες, τις πολιτευτικές διγλωσσίες, τη συναλλαγή και τη διαφθορά, την παρεοκρατία και την κλεπτοκρατία, από το άθλιο δημόσιο ήθος που κυριάρχησε με όρους αγοραίου αμοραλισμού, και διέβρωσε το πραγματικό περιεχόμενο ζωής των αξιών της πολιτικής ευθύνης και ηθικής, της κοινωνικής και πνευματικής συνείδησης .
Το πεδίο της κρίσης δεν καλύπτεται από τους μεταπολιτευτικούς συσχετισμούς εξουσίας ούτε υπηρετείται από τους παραδοσιακούς ανταγωνισμούς τους. Ο ιστορικός ορίζοντας των ριζικών μετασχηματισμών απαιτεί και υπαγορεύει στρατηγική δυναμική, που θα ξεπερνά τις επιβαρύνσεις και δε θα ανακυκλώνει τα διαβλητά χαρακτηριστικά του μεταπολιτευτικού σκηνικού.
Οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς και οικολογίας, των κινημάτων και των δικαιωμάτων, αλλά και των πολύμορφων νέων ιδελογικοπνευματικών ρευμάτων, θα ανταποκριθούν στον ιστορικό τους ρόλο ως ανερχόμενες κοινωνικές δυνάμεις, εάν απελευθερώσουν και αποκρυσταλλώσουν οργανικές δυνατότητες και συλλογικότητες, για τη δημιουργία πολιτικών ιδεών και προτάσεων, ικανών να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν την εναλλακτική προοπτική που χρειάζεται η χώρα.
Η εθνική στρατηγική για την ανασυγκρότηση της χώρας και την παραγωγική συνοχή της κοινωνίας, προϋποθέτει κι απαιτεί ριζοσπαστική αναμόρφωση του συνταγματικού θεσμικού μεταπολιτευτισμού. Αυτό άλλωστε, που αποκαλούμε κρίση του πολιτικού συστήματος δεν είναι μια αναπόφευκτη κρίση εξουσίας και κυβερνητικής αποτυχίας, αλλά μια συνολική και έντονη εκφυλιστική αλλοίωση της ίδιας της κοινωνικής και πολιτικής, της συνταγματικής και θεσμικής δομής της Ελληνικής Δημοκρατίας. Αυτήν την παραμορφωτική στρέβλωση δεν την απέτρεψαν οι συνταγματικές αναθεωρήσεις του 1986, 2001 και 2006, απεναντίας την ενίσχυσαν και την παγίωσαν θωρακίζοντας την με ρυθμίσεις αδιαφανούς και ανεξέλεγκτης εξουσίας, πρωθυπουργοκεντρικής διακυβέρνησης και υποβιβασμένου κοινοβουλευτισμού, διαβλητής διαχείρισης και κοινωνικής αδικίας. Επειδή πια ο δημόσιος βίος πορεύεται με τον νόμο της αδράνειας, πρέπει αποφασιστικά να ανοίξει ο δρόμος για μια ευρεία κι αναθεωρητική διαδικασία στα όρια της συντακτικής εθνοσυνέλευσης, όπως θα λέγαμε άλλοτε.
Άλλωστε, σήμερα διαμορφώνονται οι νέες κοινωνίες για τον 21ο αιώνα, σε συνθήκες φανταστικής έξαρσης του τεχνοπολιτισμού, αδίστακτης βιοπολιτικής κατεργασίας της καθημερινότητας και της συνείδησης των πολιτών, δραματικής υποχώρησης της δημοκρατίας και της πολιτικής από την κυριαρχία της τεχνοκρατίας και της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Προβάλλει, έτσι, ως ριζοσπαστικό αίτημα η επαναχάραξη των δημοκρατικών εγγυήσεων, ή ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους, η αναδημιουργία των αντιπροσωπευτικών θεσμών και λειτουργιών της κοινωνίας, η αποκατάσταση της προτεραιότητας του κοινωνικού και πολιτικού, ηθικού και πνευματικού, έναντι του ανταγωνιστικού και αγοραίου, κερδοσκοπικού κι εκμεταλλευτικού σημερινού προτάγματος.
Το μεταπολιτευτικό σύστημα έχει μεγάλη αφομοιωτική δύναμη, απόδειξη ο παραδοσιακός τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η κυβερνητική τριτοκομματική κοινοπραξία. Έχει επίσης επιβληθεί ένας εξουσιαστικός τρόπος συμπεριφοράς των στελεχών και μηχανισμών του δικομματισμού, που θεωρούν ότι η διακυβέρνηση είναι προσωπική και παραταξιακή τους υπόθεση. Απόδειξη ο τρόπος με τον οποίο, ακόμα και στην πιο δραματική δοκιμασία της πατρίδας και της κοινωνίας, εμφανίζονται με «πλατφόρμες σωτηρίας» οι πρωταίτιοι της καταστροφής, που δεν εννοούν να καταλάβουν ότι έχουν αποδοκιμαστεί οριστικά, από την πολιτική πραγματικότητα, και έχουν χρεωθεί από την ιστορία αυτού του λαού, με απαράγραπτες ευθύνες. Είναι, τέλος, αυτοκαταστροφικό για την Ελληνική Δημοκρατία να δαιμονοποιείται η άνοδος της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με κινδυνολογίες πολωτικές και διχαστικές συνθηματολογίες, που θέλουν να κρατήσουν το ξέπνοο πια πολιτικό σύστημα, που κομπορρημονεί αυτοεξευτελιζόμενο.
Χαρακτηριστική κι επιπρόσθετη εκδήλωση, κοντά στα εγκληματικά λάθη που άνοιξαν τον δρόμο στον εφιάλτη των μνημονίων, αποτελεί και ο χρεωκοπημένος τρόπος διαχείρισης της αποτυχίας, που αποτελεί απόληξη κι επιβίωση του μεταπολιτευτικού κομματικού κυβερνητισμού. Δεν είναι μόνο εξοντωτική η πολιτική των Μνημονίων, που επιβάλλει η επιτήρηση και οδηγεί στον όλεθρο κι όχι στη σωτηρία. Είναι διαλυτικός και ο κυβερνητικός τακτικισμός της τρικομματικής κοινοπραξίας, με τις εσωτερικές πολιτικές υστεροβουλίες και "προσωπικές στρατηγικές", που επιμένουν στη διαχείριση του μεταπολιτευτικού ψεύδους, προσθέτοντας και το μνημονιακό ψεύδος. Είναι τραγικό με απρόβλεπτες συνέπειες ότι σήμερα, στην οριακή δοκιμασία των πάντων, που συγκροτούν πατρίδα, κοινωνία και δημοκρατία, δεν λειτουργούν κατά το Σύνταγμα ούτε η εκτελεστική εξουσία ούτε η νομοθετική εξουσία ούτε η Προεδρία της Δημοκρατίας. Η συστηματική καταφυγή στις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και οι επαναλαμβανόμενες συσκέψεις των "πολιτικών αρχηγών", αποτελούν ιδιότυπο μοντέλο διακυβέρνησης και κοινοβουλευτισμού, ενώ επιχειρείται να αποπροσανατολιστεί η πολιτική χρεωκοπία και κοινωνική τραγωδία με σεναριοποιήσεις περί νέων σχημάτων και διαθέσιμων πολιτικοκομματικών και τεχνοκρατικών προσώπων, που θέλουν να γίνουν οι "ηγετικές ελίτ της μνημονιοκρατίας".
Η ιστορία δεν περιμένει το παλιό να ανασυντάξει τα υπάρχοντά του σε ευκαιριακές κοινοπραξίες πολιτικής παρέμβασης. Δεν προκύπτουν έτσι οι νέες κοινωνικοπολιτικές συνθέσεις, τα νέα κόμματα και οι εναλλακτικές πολιτικές, ιδιαίτερα σε περιόδους βίαιων ανατροπών.
Η εκλογική κυριαρχία, η κυβερνητική παντοδυναμία και ο κοινωνικός εξουσιασμός που είχαν στη δούλεψή τους ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. τελείωσε ακρωτηριάζοντας την Ελληνική Δημοκρατία. Στο μοντέλο του κατεστημένου δικομματισμού και στα υποκατάστατα μορφώματα περιφερόμενων προσώπων και ευκαιριακών κυκλωμάτων, δεν υπάρχει καμία δυναμική για το μέλλον, απεναντίας υπάρχει το γήρας και το βάρος του αμαρτωλού παρελθόντος. Κι όπως λέει ο Αισχύλος, "μες στις γενιές της ανομίας/η ύβρις η παλαιά το συνηθίζει να γεννά/την νέαν ύβριν...". Αυτή τη νέα και παλιά πολιτική ύβρη σε βάρος της πατρίδας μας, που περισφίγγεται από το σύμπλεγμα γενεών ανομίας, πρέπει να διακόψει ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ, αποκτώντας τα σύγχρονα χαρακτηριστικά αξιόπιστης κυβερνητικής δύναμης και κοινωνικής πρωτοπορίας.
ο τιτλος ειναι δανεισμενος απο τον Αισχυλο...
το αρθρο δημοσιευθηκε στην Αυγη με τον τιτλο  "Στις γενιές της ανομίας, παλαιά και νέα ύβρις"  

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Της κακής χολής της φταίει η Μεταπολίτευση...

Protagon...
του Διονύση Ελευθεράτου
Βρέθηκε το πολιτικό, προπατορικό αμάρτημα! Το διαλαλεί το κλισέ που αναπαράγεται διαρκώς, χάρη στο σχετικό μηρυκασμό του πολιτικού mainstream (όλων των κομμάτων πλην Αριστεράς): Για όλα φταιει η ρημάδα η Μεταπολίτευση! Ναι, αυτό το τρομερό θεριό που γεννήθηκε το 1974 και το οποίο, μολονότι ο θάνατός του έχει αναγγελθεί καμιά πενηνταριά φορές από τότε, ακόμη ξερνά από τα ρουθούνια του - προσδιοριζόμενες ή μη- «κακές νοοτροπίες» και ... δόσεις «λαϊκισμού». Μυστηριωδώς...
Ενδιαφέρουσα θα ήταν μια ουσιαστική συζήτηση για τη Μεταπολίτευση - για το ριζοσπαστισμό, τα πάθη, τις απλουστεύσεις της. Νοείται όμως τέτοια συζήτηση υπό όρους ... ανιστόρητης παράκρουσης; ΟΚ, την πολιτική σκοπιμότητα του συγκεκριμένου μηρυκασμού μπορείς να την κατανοήσεις (το παρόν σημείωμα δεν εστιάζεται σε αυτό). Είναι όμως αδύνατον να μην καγχάσεις με τον έμμεσο ή άμεσο εξωραϊσμό της προ του 1967 Ελλάδας. Κάποιοι μάλιστα πιστεύουν ότι η ... αρετή εξέπνευσε το '74, αλλά ας μην ξύσουμε πληγές τώρα που η άκρα Δεξιά συμμετέχει «υπευθύνως» στην «σωτηρία της χώρας»...
«Εκκίνηση» όλων των κακών, λοιπόν, το 1974. Γιατί, παρακαλώ; Οι απαντήσεις ταξινομούνται, σε αδρές γραμμές, σε δυο σαθρούς ισχυρισμούς. Ο πρώτος: με τη Μεταπολίτευση η δημόσια ζωή παραδόθηκε στη διαφθορά, αλλά και στα μικρά «ξαδελφάκια» της- ρουσφέτι και πελατειακό κράτος. Ω, ναι, προφανώς όλα αυτά κατέφθασαν κρυμμένα στις τσέπες των αμπέχονων και στους κυλίνδρους των τυλιγμένων αφισών που απεικόνιζαν τον Τσε Γκεβάρα.
Μνημειώδης ανοησία! Το νεοελληνικό κράτος ανέκαθεν ... κολυμπούσε στη διαφθορά, ορισμένες δε περίοδοι (όπως πχ η τετραετία Βενιζέλου 1928- 32) εξελίχθηκαν σε πραγματικό ...πανηγύρι σκανδάλων, λοβιτούρας, οικογενειοκρατίας και υπεξαιρέσεων. Αγνοούν άραγε τα ... συνήθη μηρυκαστικά τι ακριβώς συνέβαινε, ας πούμε μια εικοσαετία πριν από το «φθοροποιό» '74;
Υπενθυμίσεις επιγραμματικές: Σκάνδαλο «Ζίμενς» που προκάλεσε και τη ρήξη στις σχέσεις του Παπάγου με τον Μαρκεζίνη, το 1954. Άφθονα... κλέη της οκταετίας (1955- 63) Καραμανλή, από τα «βραχώδη οικόπεδα της Φιλοθέης» και τα φουσκωμένα κέρδη εργολάβων, μέχρι την ηλεκτροδότηση της «Πεσινέ» με όρους σκανδαλωδώς ευνοϊκούς. Απόφαση της Βουλής, τον Φεβρουάριο του 1965, να παραπέμψει σε ειδικό δικαστήριο τους Κ. Καραμανλή, Π. Παπαληγούρα και Ν. Μάρτη για την «Πεσινέ». Επτά εν συνόλω υπουργοί και δυο υφυπουργοί του «εθνάρχη» που αντιμετώπισαν - σε κοινοβουλευτικό επίπεδο- κατηγορίες περί βλάβης του δημοσίου συμφέροντος και περί παράνομης διάθεσης μυστικών κονδυλίων. (Προτείνει κανείς να εκλάβουμε ως απόδειξη αθωότητας το «κουκούλωμα» που - κατά τα ειωθότα- ακολούθησε; ). Εξαγορές βουλευτών στην περίοδο της αποστασίας, το 1965.
Ακόμη κι ο ελληνικός κινηματογράφος των middle 60ς κατοχύρωσε ως σήμα κατατεθέν της εποχής τα αρπακτικά του Μαυρογιαλούρου. Μεγαλύτερη βεβαίως είναι μια σύγχρονη κωμωδία: αυτή που εμφανίζει ... τίμια τη χούντα, επειδή - λεει - ορισμένα «πρωτοπαλίκαρά της» δεν πλούτισαν καθόλου. «Ασφαλής» εξαγωγή συμπερασμάτων που βασίζεται στο status, στο οποίο περιήλθαν τα στελέχη της δικτατορίας έπειτα από την αποκαθήλωσή τους! (Παρεμπιπτόντως, εξαιρετική, εμπεριστατωμένη ξενάγηση στον κόσμο της αχαλίνωτης χουντικής διαφθοράς γίνεται στο κείμενο του «Ιού» της «Ελευθεροτυπίας», με τίτλο «τα ξεχασμένα σκάνδαλα της 'εθνοσωτηρίου': εφτά χρόνια αρπαχτή» της 25/7/ 2010).
Το πελατειακό κράτος, σε διάφορες εκδοχές του, δεν περίμενε ασφαλώς τη μήτρα της Μεταπολίτευσης για να κυοφορηθεί. Εκτός εάν οι μηρυκάζοντες συγχέουν τις πελατειακές σχέσεις με στοιχειώδεις δομές κοινωνικού κράτους, οι οποίες όντως ενισχύθηκαν στη μεταπολιτευτική περίοδο. Διόλου απίθανο δεν είναι αυτό το τσουβάλιασμα - κατ' αναλογία και των υπόλοιπων ... θαυμάτων του άτυπου λεξικού των ημερών μας (λχ λες «κρατισμός» και αθωώνεις την ιδιωτική κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα). Το μόνο που απομένει είναι να εξυμνηθούν και τα «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων», με το σκεπτικό ότι όσοι δεν τα κατείχαν έμεναν εκ των πραγμάτων έξω από κάθε ρουσφετολογικό πεδίο κι έτσι μειωνόταν η έκταση του κακού...
Μέσα στο ... χαλάζι των αιτιάσεων εναντίον της Μεταπολίτευσης, προσφάτως διάβασα και το εξής: ότι ακόμη και η ψηφοθηρία που συντελείται μέσω «χατιριών» και «εξυπηρετήσεων» προς ποδοσφαιρικές ομάδες αποτελεί ... «μεταπολιτευτικό κατάλοιπο»! Αντί άλλης παρατήρησης, αντιγράφω: «Ο υπουργός Δημοσίων Έργων Κ. Μαρής απειλεί με παραίτηση αν δεν προβιβασθεί (παρατύπως) στην Α΄ Εθνική κατηγορία ο ΟΦΗ, ο υπουργός Βιομηχανίας Ι. Γκλαβάνης απαιτεί, κατά πληροφορίες, να παραμείνει στην Α΄ Εθνική η Νίκη Βόλου, ενώ ο υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου Τ. Δρούλιας ενδιαφέρεται ζωηρά για τον Παναιγιάλειο». Είναι απόσπασμα του Ιστορικού Λευκώματος της «Καθημερινής» και αφορά τον Οκτώβριο του 1966. Δεκατρία ολόκληρα χρόνια προτού γίνουν Ανώνυμες Εταιρείες οι ομάδες.
Ο δεύτερος μύθος είναι μια συρραφή από ωραία ανέκδοτα, τα οποία συνδέουν τη Μεταπολίτευση απ' ευθείας με τον πυρήνα της σημερινής οικονομικής κρίσης- «πυροβολώντας» κατά το δοκούν. Ας μην θεωρήσουμε ότι τα ανέκδοτα έχουν εξαντληθεί, παρά μόνο εάν βρεθεί και ο φωστήρας που θα χρεώσει, ας πούμε, το (άκρως επιζήμιο για την όποια ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας) επίπεδο στο οποίο καθορίστηκε η ισοτιμία δραχμής - ευρώ, όχι στους κυρίους Σημίτη και Παπαδήμο, αλλά στο Σάκη Καράγιωργα. Μέχρι τότε, καλούμαστε να υπομείνουμε και πάλι τη νοσταλγία για την προδικτατορική περίοδο, ή ακόμη και για τη δικτατορική, όπως μαρτυρά και η γνωστή ρήση: «Επί Παπαδόπουλου όλος ο κόσμος έτρωγε ψωμάκι». Την ατάκα αυτήν μπορεί να μην την ψελλίζει κανένα «καθώς πρέπει» κομματικό σπιτικό, αλλά όταν ο πρωτογονισμός των χολερικών σχολίων για τη Μεταπολίτευση συναντά την απόγνωση του κόσμου και την πολιτική καθυστέρηση κάποιου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, τότε όλα ακούγονται.
Προτού παραδοθούμε άπαντες στην παράνοια, ας θυμηθούμε: διάβολε, κάποια στιγμή στα 60ς σχεδόν ο μισός ελληνικός ανδρικός πληθυσμός ηλικίας 20 έως 40 ετών αναζητούσε τον επιούσιο στη Δ. Ευρώπη, τη Β. Αμερική και την Αυστραλία. Η μετανάστευση παρέμεινε μαζική έως τα μέσα της δεκαετίας του '70. Η ένδεια ασφαλώς και ήταν μεγαλύτερη. Μόνο ως αστείο ηχεί ο ισχυρισμός ότι στη μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν βελτιώθηκε το γενικό βιοτικό επίπεδο. Ίσως πάλι οι ... νοσταλγοί να εννοούν κάτι άλλο: ότι στα «ευλογημένα» 60ς και πρώιμα 70ς δεν συντελέστηκαν ξαφνικές, απότομες καταβαραθρώσεις του επιπέδου ζωής τεράστιων τμημάτων του πληθυσμού, όπως συμβαίνει σήμερα. Γιατί και πώς να συντελεστούν υπό συνθήκες μικρών, περιοδικών διεθνών κρίσεων; Η πρώτη μεγάλη, παγκόσμια μεταπολεμική κρίση ήταν αυτή του 1973 - και δεν υπήρξε τόσο βίαιη και αδυσώπητη όσο η σημερινή. Μέχρι να φθάσουν τα ωστικά της κύματα στην Ελλάδα, η χούντα είχε καταρρεύσει.
Εάν, πάλι, πρόκειται να πιστώσουμε στις προδικτατορικές ελληνικές κυβερνήσεις και στη χούντα την έλλειψη βαθιάς, διεθνούς κρίσης μέχρι το '73, μπορούμε να σκαρφιστούμε κάτι ακόμη: την εξαγωγή της σχετικής ... πολιτικής σοφίας. Την εξαγωγή της κακής χολής που της φταιει η Μεταπολίτευση. Μια ευκαιρία ήδη προέκυψε, αλλά δυστυχώς χάθηκε: προσφάτως ο προπονητής της εθνικής ποδοσφαιρικής μας ομάδας, ο Πορτογάλος Φερνάντο Σάντος, μιλώντας σε τηλεοπτικό δίκτυο της χώρας του χαρακτήρισε κτηνωδία το χαράτσι της ΔΕΗ και επεσήμανε ότι η κατάσταση εδώ έχει επιδεινωθεί λόγω ΔΝΤ και «μηχανισμού στήριξης».
Είπαμε, χάθηκε η ευκαιρία: Δεν παρενέβη ο Α. Λοβέρδος, ο κατ' εξοχήν «μεταπολιτευτικολόγος» Έλληνας πολιτικός. Δεν δήλωσε ότι ο αναιδής Σάντος είναι δέσμιος των κατάλοιπων του «τερατουργήματος» της πορτογαλικής μεταπολίτευσης που προηγήθηκε κατά τρεις μήνες της δικής μας. Δεν ανακάλυψε καν ότι τα γαϊδουράγκαθα και τα αγγούρια που χαρακτηρίζουν το σημερινό επικίνδυνο κουκλοθέατρο της ευρωζώνης έλκουν την καταγωγή τους από τα γαρύφαλλα της Λισσαβόνας του '74. Κι όταν ο Α. Λοβέρδος ολιγωρεί, ελπίς που να βρεθεί;
*Ο Διονύσης Ελευθεράτος είναι δημοσιογράφος.
Προηγούμενα άρθρα του Διονύση Ελευθεράτου

Ροη αρθρων