Της Πέπης Ρηγοπούλου, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

Η επίσκεψη του Γερμανού προέδρου στην Ελλάδα σφραγίστηκε από τις σοφά υπολογισμένες δηλώσεις του, που από τη μία πλευρά εξέφραζαν την προσωπική θλίψη του για τις σφαγές και από την άλλη υπογράμμιζαν
ότι η όποια συλλογική ευθύνη της χώρας του έχει κατ’ ουσίαν παραγραφεί, έτσι που κάθε αναφορά στο ζήτημα των γερμανικών οφειλών να θεωρείται παράκαιρη, αν όχι και εκτός των κανόνων της ευπρεπούς φιλοξενίας.
Οι δηλώσεις αυτές -όπως και άλλες λιγότερο αβρές κάποιων άλλων Γερμανών επισήμων-προκλήθηκαν προφανώς από το γεγονός ότι για την ελληνική κοινωνία το θέμα παραμένει ζωντανό. Και αν αφαιρέσουμε τη φρασεολογία, επαναλαμβάνουν ξεκάθαρα ότι η συγκίνηση, ο αποτροπιασμός των καλών σημερινών Γερμανών που σώζουν την Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να πάρει οικονομική διάσταση. Οι σωτήρες μας έχουν εξάλλου φροντίσει να αποσπάσουν γραπτές δηλώσεις -που βεβαίως υπό δεδομένες συνθήκες αυτές μπορεί να θεωρηθούν μη ισχύουσες-, σύμφωνα με τις οποίες αποκλείεται ο συμψηφισμός ανάμεσα σε αυτά που εμείς λέμε ότι η Γερμανία μάς οφείλει για τα εγκλήματα των ναζί και σε αυτά που εμείς της οφείλουμε σύμφωνα με τα μνημόνια και οτιδήποτε άλλο έχουμε υπογράψει. Με δυο λόγια, ο κύριος πρόεδρος της Γερμανίας μάς υπογράμμισε ότι, προφανώς βάσει της προτεσταντικής ηθικής που διέπει όσους καταλαβαίνουν από μπίζνες, άλλο η ευαισθησία και η συμπόνια και άλλο το να βάλουμε το χέρι μας στην τσέπη γι” αυτούς που έχουμε την καλοσύνη να συμπονούμε.
Η επίσκεψη του Γερμανού προέδρου στην Ελλάδα σφραγίστηκε από τις σοφά υπολογισμένες δηλώσεις του, που από τη μία πλευρά εξέφραζαν την προσωπική θλίψη του για τις σφαγές και από την άλλη υπογράμμιζαν
ότι η όποια συλλογική ευθύνη της χώρας του έχει κατ’ ουσίαν παραγραφεί, έτσι που κάθε αναφορά στο ζήτημα των γερμανικών οφειλών να θεωρείται παράκαιρη, αν όχι και εκτός των κανόνων της ευπρεπούς φιλοξενίας.
Οι δηλώσεις αυτές -όπως και άλλες λιγότερο αβρές κάποιων άλλων Γερμανών επισήμων-προκλήθηκαν προφανώς από το γεγονός ότι για την ελληνική κοινωνία το θέμα παραμένει ζωντανό. Και αν αφαιρέσουμε τη φρασεολογία, επαναλαμβάνουν ξεκάθαρα ότι η συγκίνηση, ο αποτροπιασμός των καλών σημερινών Γερμανών που σώζουν την Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να πάρει οικονομική διάσταση. Οι σωτήρες μας έχουν εξάλλου φροντίσει να αποσπάσουν γραπτές δηλώσεις -που βεβαίως υπό δεδομένες συνθήκες αυτές μπορεί να θεωρηθούν μη ισχύουσες-, σύμφωνα με τις οποίες αποκλείεται ο συμψηφισμός ανάμεσα σε αυτά που εμείς λέμε ότι η Γερμανία μάς οφείλει για τα εγκλήματα των ναζί και σε αυτά που εμείς της οφείλουμε σύμφωνα με τα μνημόνια και οτιδήποτε άλλο έχουμε υπογράψει. Με δυο λόγια, ο κύριος πρόεδρος της Γερμανίας μάς υπογράμμισε ότι, προφανώς βάσει της προτεσταντικής ηθικής που διέπει όσους καταλαβαίνουν από μπίζνες, άλλο η ευαισθησία και η συμπόνια και άλλο το να βάλουμε το χέρι μας στην τσέπη γι” αυτούς που έχουμε την καλοσύνη να συμπονούμε.
