Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΓΕΡΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΓΕΡΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Τον Απρίλη και το Μάη κατά τόπους το νερό...

Του Μάνου Αυγερίδη, απο το Red Note Book...
Τετάρτη, 28 Μάη. Στις 25 ψηφίσαμε, αλλά είναι ακόμα εδώ. Δεν θα φύγουν, θα τους διώξουμε. Με αγώνες. Η Αριστερά πρώτη. Πρώτη φορά. Προεκλογική συνθηματολογία και μετεκλογική πραγματικότητα, σαν τηλεγράφημα. Η νύχτα της Κυριακής ήταν από αυτές που σε παίρνει ο ύπνος αργά, μπερδεμένο και εξαντλημένο.
Η επόμενη μέρα από αυτές που ξυπνάς, νωρίς, δυνατός και αισιόδοξος. Τη νύχτα υπερίσχυε η κούραση, η υπερένταση και τα ανάμεικτα συναισθήματα: Το «παρά τσακ» του Γαβριήλ και η νίκη της Δούρου στο νήμα, η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές και το ποσοστό που «δεν είναι τόσο μεγάλο όσο ελπίζαμε». Μια σειρά αναμετρήσεις που κρίθηκαν στον πόντο, νίκες και ήττες. Η δύσκολη (από πολλές πλευρές) εμπειρία στα εκλογικά τμήματα. Η επικράτηση της μαφίας σε Πειραιά και Βόλο, το ποσοστό της Χρυσής Αυγής. Το γαμώτο για το ΚΚΕ.
Όλα τα παραπάνω ισχύουν. Βλέποντας όμως κανείς τη μεγάλη εικόνα, δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί ότι βρισκόμαστε πια σε ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο. Ένα μετεκλογικό τοπίο με νέα δεδομένα και συγχρόνως ένα πεδίο δράσης που δεν μπορεί παρά να μας γεμίζει αν όχι αισιοδοξία (αλλά γιατί όχι;), σίγουρα δύναμη και ευθύνη. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα απ’ την αρχή. Καταρχάς από τις ευρωεκλογές· τις ευρωπαϊκές ευρωεκλογές.
Τρεις Ευρώπες, οι εξής δύο
Μεγάλος νικητής των ευρωεκλογών, λένε, ο «ευρωσκεπτικισμός»… Η επιλογή αυτού του μάλλον ασαφούς και ιδεολογικά ουδέτερου όρου για να περιγραφεί η εκλογική έκρηξη υπερσυντηρητικών, ξενοφοβικών και εθνοκεντρικών κομμάτων, κυρίως στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, είναι σίγουρα προβληματική αλλά και σε ένα βαθμό κατανοητή και μάλλον όχι ανακριβής.

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Η κουτσή Μαρία υποψήφια...

του Μάνου Αυγερίδη, απο τα Ενθεματα...
manos –«Θέλεις να τα φτιάξουμε;», –«Δεν μπορώ, σε βλέπω σα δημοτικό σύμβουλο!». Τις τελευταίες μέρες, αστεία σαν αυτό έχουν πλημμυρίσει τα social media. Τα διαβάζουμε, τα αναπαράγουμε στους «τοίχους» μας, διαλέγουμε τα καλύτερα, σκεφτόμαστε καινούργια, τα συζητάμε με τους φίλους μας πίνοντας καφέ.
Η παραγωγή αυτή, βέβαια, αποτελεί αντίδραση στην υπερπροσφορά υποψηφίων και (προσωπικού) προεκλογικού υλικού. Στις φετινές αυτοδιοικητικές εκλογές μοιάζει να κατεβαίνουν υποψήφιοι οι πάντες, πολλοί εκ των οποίων προσπαθούν να εκμεταλλευτούν, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τις δυνατότητες που τους προσφέρουν τα νέα μέσα, μαζί με παλιές δοκιμασμένες πρακτικές όπως οι προσωπικές κάρτες και τα φυλλάδια — άλλοτε με περισσότερο και άλλοτε με λιγότερο αξιοπρεπή αισθητικά αποτελέσματα.
Σ’ αυτό το σύντομο σχόλιο θέλω να σταθώ, ωστόσο, στη χιουμοριστική κριτική που ανέφερα στην αρχή κι όχι στο ίδιο το φαινόμενο, επισημαίνοντας μόνο ένα πράγμα γι’ αυτό: Λέξη-κλειδί για την Αριστερά είναι η συλλογικότητα. Η προσωπική προβολή του κάθε υποψηφίου, λοιπόν, είναι χρήσιμη και γόνιμη στο μέτρο που συμβάλλει στην ενίσχυση της συλλογικής προσπάθειας, και όχι στην ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών και την αυτοπροβολή — κάτι που ενίοτε φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα, εκθέτοντας τη συλλογικότητα.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Πλούτος της κοινωνίας είναι οι άνθρωποι...

«Austerity kills. The Body Economic» είναι ο τίτλος της μελέτης του David Stuckler και του Sanjay Basu που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες (εκδ. Allen Lane). Ο Στάκλερ (κορυφαίος ειδικός σε ζητήματα οικονομικών της υγείας, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης) και ο Μπασού (επιδημιολόγος, αναπληρωτής καθηγητής υγείας στο Στάνφορντ) μελέτησαν συστηματικά τις επιπτώσεις της λιτότητας στην Ευρώπη
(σημαντικό μέρος της έρευνας καταλαμβάνει η Ελλάδα) και τη Βόρεια Αμερική, καταλήγουν στο εξής συμπέρασμα, το οποίο το τεκμηριώνουν πολλαπλώς και αποτυπώνεται και στον τίτλο του βιβλίου: «Η λιτότητα σκοτώνει»· και κυριολεκτούν. Οι πολιτικές της λιτότητας (αυτές, και όχι η κρίση από μόνη της) οδηγούν σε σοβαρή αύξηση της θνησιμότητας, χωρίς μάλιστα να εξασφαλίζουν ένα καλύτερο οικονομικό και κοινωνικό μέλλον, βυθίζοντας τα κράτη και τις κοινωνίες τους σ’ έναν φαύλο κύκλο ύφεσης και ανασφάλειας. Αντίθετα, πολιτικές κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας διαφυλάττουν τον πιο σημαντικό πλούτο κάθε χώρας, τους ανθρώπους της, οδηγώντας την οικονομία και την κοινωνία σε ανάκαμψη. Δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το εισαγωγικό και το ακροτελεύτιο κεφάλαιο του βιβλίου, καθώς και από μια συνέντευξη του Στάκλερ στον Νάιτζελ Γουωρμπάρτον (στο www.socialsciencespace.com). Oι τίτλοι είναι των «Ενθεμάτων».

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Βραζιλία: σπάζοντας στο δρόμο τους δεσμούς με το αποικιακό παρελθόν...

της Μπεττυ Μαρτινς,  μετάφραση: Μάνος Αυγερίδης, για τα Ενθεματα...
Βραζιλία: Μια διαμαρτυρία που ξεκίνησε από την αύξηση της τιμής των εισιτηρίων στα δημόσια μέσα μεταφοράς και την αντίθεση στις προκλητικές δαπάνες για το Μουντιάλ του 2014 και πολύ γρήγορα υπερέβη τα αιτήματα αυτά. Σε μια προσπάθεια να καταλάβουμε τον χαρακτήρα της εξέγερσης (και ενώ την Τετάρτη έγινε γνωστό ότι η αύξηση της τιμής των εισιτηρίων ακυρώνεται, μετά τις διαμαρτυρίες), δημοσιεύουμε με μικρές περικοπές το άρθρο της βραζιλιάνας BettyMartins (δημοσιεύθηκε στο www.opendemocracy.net, με τίτλο «Confronting disorder in Brazil», 19.6).H συγγραφέας έχει κάνει σπουδές τέχνης και πολιτισμικής διαχείρισης και ασχολείται με την καλλιτεχνική εκπαίδευση κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων στη Βραζιλία. Έχει ιδρύσει τον οργανισμό D-AEP.org.
brazil

Γεννήθηκα στον Σάο Πάολο, την έβδομη μεγαλύτερη πόλη του κόσμου. Το Λονδίνο, όπου μένω, μοιάζει ακόμα στα μάτια μου σαν χωριό, όπου μπορώ να ζω όπως θέλω, να απολαμβάνω την ελευθερία μου (βέβαια, υπάρχουν σοβαρά ζητήματα με την πολιτική της Μ. Βρετανίας, αλλά δεν θα σταθώ σ’ αυτά σε τούτο το άρθρο). Πραγματικά νιώθω ελεύθερη στην καθημερινότητά μου εδώ.
Η βραζιλιάνικη κουλτούρα είναι ποικιλοτρόπως βουτηγμένη στη διαφθορά και τη βία. Η διαφθορά είναι ενσωματωμένη στη συνείδησή μας: είναι παρούσα στην καθημερινότητα σε τέτοιο βαθμό ώστε καταντάει μια κανονικότητα, μια επικίνδυνη κανονικότητα. Επιπλέον, ψηλαφώντας την πολιτισμική μνήμη της χώρας, εύκολα διακρίνει κανείς τα ίχνη της αποικιοκρατίας, τα οποία πολλές φορές βυθίζουν τον κόσμο σε αυτό που ο βραζιλιάνος παιδαγωγός και φιλόσοφος Πάουλο Φρέιρε όρισε ως «κουλτούρα της σιωπής». Μια κουλτούρα σιωπής δεν σκέφτεται, δεν παράγει. Μια κουλτούρα σιωπής καταναλώνει τα πάντα στο πέρασμά της και αναπαράγει τα ίδια συμπτώματα ξανά και ξανά.
Νιώθω μεγάλη χαρά βλέποντας, έστω από απόσταση, τους Βραζιλιάνους να βγαίνουν στον δρόμο μαζικά και να αγωνίζονται για έναν κοινό σκοπό. Σίγουρα υπάρχουν παλιοί αγωνιστές που παλεύουν εδώ και χρόνια, και νιώθω τυχερή που γνωρίζω κάποιους από αυτούς. Αλλά εκείνο που συμβαίνει τώρα είναι κάτι διαφορετικό. Ίσως, τώρα, μια νέα γενιά σπάει επιτέλους τους δεσμούς με το αποικιακό παρελθόν. Ίσως αυτή η γενιά είναι πιο ελεύθερη από τη δική μου. Ίσως αυτό που έκανε τη διαφορά είναι τα κοινωνικά δίκτυα, τα αποκεντρωμένα social media, τα οποία μέχρι τώρα τουλάχιστον ελέγχονται από τους ίδιους τους πολίτες. Ναι, μπορεί μέσα από αυτά να γινόμαστε αντικείμενο παρακολούθησης, αλλά μπορούμε και να παρεμβαίνουμε. Αυτό το οποίο πρέπει να μάθουμε να διαχειριζόμαστε πλέον είναι ίσως το ζήτημα της εξουσίας. Απ’ ό,τι φαίνεται δεν τα ’χουμε πάει άσχημα μέχρι τώρα. Ναι, υπάρχει το #NSA (το σκάνδαλο παρακολούθησης τηλεφώνων από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ), αλλά έχουμε και την Άνοιξη των λαών, την Αραβική, την Ευρωπαϊκή και την Τουρκική, στη Βόρεια και τη Λατινική Αμερική, καθώς και τα συλλογικά κινήματα που οδηγούν σε μια παγκόσμια κοινωνική αφύπνιση και αλλαγή.
Ωστόσο, βλέπω επίσης την Βραζιλία που θυμάμαι: την παλιά Βραζιλία, με τις παραδοσιακές μιλιταριστικές της τακτικές. Και η παλιά Βραζιλία δεν είναι μόνο αυτή της αστυνομίας· το πιο επικίνδυνο μιλιταριστικό εργαλείο είναι τα παραδοσιακά της μέσα ενημέρωσης. Όπως και στην Τουρκία, η κατηγορία που εμφανίζεται πιο συχνά στους τίτλους των ειδήσεων είναι «ο βανδαλισμός». Τα μέσα ενημέρωσης, ως συνήθως, κάνουν πολύ επιτυχημένα αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα: διαίρει και βασίλευε. Αρχίζουν έτσι να εμφανίζονται κάποια οργισμένα σχόλια σχετικά με τους «βανδαλισμούς» στις διαδηλώσεις, που επισκιάζουν βέβαια τα πραγματικά διακυβεύματα. Η μεσαία τάξη, λένε, της Βραζιλίας, η οποία ζει σε ένα τελείως διαφορετικά σύμπαν, αγανακτεί με αυτούς που διαμαρτύρονται ενάντια στην αύξηση του εισιτηρίου των δημοσίων συγκοινωνιών κατά 0,20 λεπτά — στη Βραζιλία, η απόσταση μεταξύ των τάξεων είναι τεράστια: ένας άνθρωπος της μεσαίας τάξης δεν θα καταδεχόταν ποτέ να χρησιμοποιήσει τα δημόσια μέσα μεταφοράς.
Έχω μιλήσει με ανθρώπους που συμμετέχουν στις διαδηλώσεις:
«Ήμασταν περίπου 15.000 και όχι 5.000, όπως είπαν τα καθεστωτικά μέσα».
«Ήταν ξεκάθαρο ότι η αστυνομία σκόπευε να μας διαλύσει ό,τι και να κάναμε. Όταν η πορεία πλησίασε στην πλατεία Ρούσβελτ άρχισε να χτυπάει βίαια τον κόσμο, αδιακρίτως και τελείως απρόκλητα».
«Τα μήντια προσπαθούν να παρουσιάσουν τους διαδηλωτές σαν εγκληματίες. Αλλά αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν λίγο δυσκολότερα γι’ αυτούς, αφού μπορούσαμε μέσω του ίντερνετ και των κοινωνικών δικτύων να πούμε τη δική μας εκδοχή της ιστορίας… Όλοι οι τηλεπαρουσιαστές, ταυτόχρονα, επιτίθονταν στους διαδηλωτές μιλώντας για βανδάλους. Μόνο όταν ήταν πια απολύτως αδύνατον να στηρίξουν αυτόν τον ισχυρισμό άρχισαν να μιλούν για την αγριότητα της αστυνομίας».
Ας προσπαθήσουμε να ορίσουμε τη λέξη «βανδαλισμός». Βανδαλισμός είναι η πράξη της καταστροφής ενός πράγματος πολύτιμου για την κουλτούρα και την ιστορία ενός έθνους. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο για μένα ότι εκείνος που πραγματικά προβαίνει σε βανδαλισμούς, σ’ αυτήν την περίπτωση, είναι εκείνος που επιτίθεται στην πιο πολύτιμη κληρονομιά αυτού του τόπου, θεματοφύλακες της οποίας είναι οι άνθρωποί του: στη δημοκρατία.
«Παίρνουμε μαζί μας ξίδι για να προστατευθούμε από τα χημικά. Στη διάρκεια των διαδηλώσεων συνέλαβαν ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή κουβαλούσαν ξίδι. Ποια λογική εξήγηση μπορεί να δοθεί γι’ αυτό; Το ξίδι δεν είναι παράνομο ναρκωτικό. Τα social media είναι γεμάτα από αστεία σχετικά μ’ αυτόν τον παραλογισμό. Δεν είχαν κανέναν πραγματικό λόγο να συλλάβουν ανθρώπους, οπότε δημιούργησαν έναν!»
Αυτό που κάνουν οι Βραζιλιάνοι ξεπερνάει την πράξη της διαμαρτυρίας για την αύξηση του εισιτηρίου στις δημόσιες συγκοινωνίες (αν και το γεγονός αυτό αποτελεί από μόνο του έναν θεμιτό και δικαιολογημένο λόγο διαμαρτυρίας, στο μέτρο που η εικόνα μιας αναπτυσσόμενης οικονομίας στη Βραζιλία σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχεί στις πραγματικότητες του φτωχού πληθυσμού της). Είναι ένας ξεσηκωμός ενάντια στην κανονικότητα, ενάντια στην κάλυψη των γεγονότων από τα ΜΜΕ και την πολιτισμική μνήμη των Βραζιλιάνων. Και ελάχιστα έχουμε συνειδητοποιήσει αυτή την ανατροπή, ότι βρισκόμαστε σε ένα συναρπαστικό νέο στάδιο.
Όπως έλεγα, τα social media έχουν παίξει έναν ρόλο-κλειδί. Οι Βραζιλιάνοι αποδείχθηκαν εξαιρετικά δραστήριοι στα ψηφιακά μέσα. Η ρητορική των «βανδαλισμών» δεν μπορούσε να υποστηριχθεί, όσο οι Βραζιλιάνοι ήταν ενεργοί στα social media: οι απαντήσεις στα ψέματα που ακούγονταν έρχονταν αμέσως, με αναρτήσεις για το τι πραγματικά συνέβαινε σε κάθε μέρος, φωτογραφίες, βίντεο, live streams. Ο κόσμος συζητούσε τα γεγονότα διεξοδικά, απορρίπτοντας τα παραδοσιακά μέσα και τους εκπροσώπους τους. Οι ρεπόρτερ των mainstream μέσων πρέπει πια να κρύβονται από τους διαδηλωτές, λόγω της παραπληροφόρησης στην οποία επιδόθηκαν στη διάρκεια των κινητοποιήσεων.
Τώρα που οι κινητοποιήσεις έχουν επεκταθεί, προκύπτει μια ανησυχία σχετικά με τη πολιτικές διαφορές των χώρων που συμμετέχουν σε αυτές. Αν και οι διαμαρτυρίες ξεκίνησαν από την Αριστερά, τώρα πια πολίτες και από τον χώρο της Δεξιάς υψώνουν τις σημαίες τους στις διαδηλώσεις. Το γεγονός αυτό ασφαλώς προκαλεί κάποια σημαντικά ερωτήματα. Μπορεί αυτό να μετατοπίσει το ενδιαφέρον από τον αρχικό σκοπό; To Avaaz ήδη κυκλοφορεί μια διαμαρτυρία εναντίον της προέδρου Ρούτσεφ. Αυτός όμως είναι ο πραγματικός στόχος;
Ένα ευρύτερο μέτωπο, πιο μαζικό, είναι ισχυρότερο αλλά συγχρόνως μπορεί να χάσει την πολιτική του εστίαση. Γι’ αυτό θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ένας ανοιχτός διάλογος, με μεγάλη προσοχή ώστε να μην «καπελώσει» ο ένας τον άλλο με το αφήγημά του. Κάθε διάσπαση ανάμεσα στους διαδηλωτές θα αποτελέσει, κατά τη γνώμη μου, μεγάλο λάθος. Στέκομαι στο πλευρό των ανθρώπων που βρίσκονται στο δρόμο, αγωνίζονται και εξεγείρονται. Είμαι στο πλευρό εκείνων των ανθρώπων της Βραζιλίας, για τους οποίους μιλούσα πάντα με υπερηφάνεια στη Μ. Βρετανία: εκείνους τους Βραζιλιάνους που ενδιαφέρονται για την κοινότητά τους, που δρουν συλλογικά, που παλεύουν για έναν καλό σκοπό, ανεξάρτητα από τις κοινωνικές, θρησκευτικές ή πολιτισμικές τους καταβολές.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Η Γουώλ Στρητ διψάει για νερό...

απο τα Ενθεματα...
Από την Τετάρτη, η ΕΥΔΑΠ και η ΔΕΥΑΘ αποτελούν παρελθόν για το δημόσιο., σε μια  συγκυρία που ο δημόσιος έλεγχος και διαχείριση στο νερό γίνονται όλο και πιο αναγκαία. Δημοσιεύουμε σήμερα, με μικρές περικοπές, ένα άρθρο του Frederick Kaufman, συνεκδότη του περιοδικού «Ηarpers», ειδικού σε ζητήματα επισιτισμού, για την εμπορευματικοποίηση του νερού διεθνώς και τη σημασία του της μη κερδοσκοπιοκής διαχείρισής του. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο διεθνούς κύρους περιοδικό «Νature», στις 24.10.2012. Ευχαριστούμε τον Παύλο Καζακόπουλο που μας το υπέδειξε και τον Μιχάλη Βεληζιώτη για την βοήθειά του στην απόδοση ορισμένων όρων.
του Φρέντρικ Κάουφμαν
Οι κερδοσκόποι μπορούν ήδη να ποντάρουν στο χιόνι, τον αέρα και τη βροχή μέσω των σχετικών με τον καιρό Συμβολαίων Μελλοντικής Εκπλήρωσης (future markets, εφεξής στο κείμενο: ΣΜΕ), τα οποία πωλούνται και αγοράζονται στο Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων του Σικάγου. Η αγοραστική αξία των καιρικών φαινομένων αυξήθηκε κατά 20% από το 2010 στο 2011. Αλλά ο τομέας παραμένει μικρός: 11,8 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό ασήμαντo ακόμα. Ακόμα κι έτσι, τα συμβόλαια αυτά δείχνουν την πρόθεση της Γουώλ Στρητ να μετατρέψει τη Μητέρα Φύση σε μητέρα του τζόγου.
Κάποιοι περιβαλλοντολόγοι υποστηρίζουν πως η κοστολόγηση του τρεχούμενου νερού μπορεί να είναι ο καλύτερος τρόπος για να προστατευθούν τα αποθέματα του πλανήτη. Όσο περισσότερο κοστίζει τόσο λιγότερο θα σπαταλιέται. Στην πραγματικότητα, η λογική της χρηματιστικοποίησης των πολύτιμων πόρων διέπει τα Οικονομικά των Οικοσυστημάτων και της Βιοποικιλότητας (The Economics of Ecosystems and Biodiversity-TEEB), μια διεθνή πρωτοβουλία που συγκροτήθηκε υπό την αιγίδα του Περιβαλλοντικού Προγράμματος του ΟΗΕ και την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ολλανδίας, της Νορβηγίας, της Σουηδίας και της Ιαπωνίας. Τα ΤΕΕΒ σκοπεύουν να υπολογίσoυν την αξία των οικοσυστημάτων μέχρι το τελευταίο τρισεκατομμύριο δολάρια, ριγιάλ ή γιουάν. Και, στη συνέχεια, υπάρχει η κίνηση PES (Payments for Environmental Services) — κίνητρα για την προώθηση υπηρεσιών οικοσυστήματος (ή περιβάλλοντος), η οποία αναφέρεται σε αγαθά όπως ο αέρας που αναπνέουμε και το νερό που πίνουμε. Ανάμεσα στους πολλούς υποστηρικτές αυτού του πλαισίου, βρίσκονται η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών.
Έργο του   Ανρί Ματίς, 1905
Η επιτυχία της Γουώλ Στρητ στην εξαργύρωση της φούσκας των τροφίμων, η ανικανότητα της Ουάσινγκτον στη ρύθμιση της παγκόσμιας αγοράς παραγώγων και η πίεση να εμπορευματοποιηθεί η φύση μέσω των ΤΕΕΒ και της PES συνέκλιναν σε ένα κοινό πλαίσιο αυτό το καλοκαίρι, όταν η ξηρασία έπληξε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μαζί ήρθε και μια σειρά καταστροφολογικές κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές προβλέψεις: μέχρι το 2035 στη Γη θα υπάρχουν τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι που θα αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα με το νερό· η λειψυδρία θα εξελιχθεί σε μόνιμο φαινόμενο, οι πυρκαγιές θα είναι ανεξέλεγκτες, οι μουσώνες θα γίνουν όλο και πιο απρόβλεπτοι και οι χιονοπτώσεις θα μειωθούν δραματικά, καθώς οι χειμώνες θα γίνονται όλο και πιο θερμοί.
Την ίδια στιγμή, το νερό γίνεται ολοένα και πιο απαραίτητο σε ένα ευρύ φάσμα βιομηχανικών κλάδων, από την υδροηλεκτρική ενέργεια και το fracking (μια νέα μέθοδος άντλησης πετρελαίου ή αερίου από έναν πέτρωμα με διοχέτευση υγρού) μέχρι τη ζυθοποιία και την κατασκευή ημιαγωγών. Οι υδρολόγοι προειδοποιούν ότι οι δείκτες στους πίνακες του νερού μειώνονται σε όλη την Ασία. Πολιτικοί επιστήμονες προβλέπουν συγκρούσεις με αντικείμενο την ιδιοκτησία και τη χρήση των ποταμών των Ιμαλαΐων, ενώ στη Νεμπράσκα όλοι γνωρίζουν ότι η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα Ογκαλάλα, στις μεσοδυτικές ΗΠΑ, μειώνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς.
Οι συνέπειες είναι ολέθριες: καταστροφή των υδάτινων οικοσυστημάτων, εξαφάνιση αναρρίθμητων ειδών και κίνδυνος τοπικών και διεθνών συγκρούσεων — ο εφιάλτης των «πολέμων του νερού» του 21ου αιώνα. Τι θα κάνει η Αίγυπτος αν η Αιθιοπία αποκόψει τον Μπλε Νείλο; Τι θα συμβεί όταν η Υεμένη γίνει η πρώτη χώρα που θα ξεμείνει από νερό; Η σύντομη απάντηση είναι: σίγουρα, κάτι κακό.
Αποκάλυψη τώρα!
Οι επενδυτές όλων των αποχρώσεων λατρεύουν την ατμόσφαιρα «Αποκάλυψης». Ανάμεσα στις ρωγμές της βίας και του χάους, βλέπουν ευκαιρίες για περισσότερο χρήμα. Τις μέρες αυτές, τα μεγαλύτερα κέρδη δεν προκύπτουν απ’ τις αγοραπωλησίες πραγματικών προϊόντων (όπως τα άλογα, τα σιτηρά ή τα αυτοκίνητα), αλλά από τη διαχείριση αόριστων εννοιών όπως ο κίνδυνος ή οι εγγυημένες δανειακές υποχρεώσεις. Ο πλούτος ρέει από χρηματοπιστωτικά εργαλεία που βρίσκονται μακριά από την πραγματικότητα.
Η επένδυση σ’ έναν δείκτη νερού είναι τώρα πιο δημοφιλής από ποτέ. Υπάρχουν πάνω από 100 δείκτες οι οποίοι μετρούν την αξία των αποθεμάτων των επιχειρήσεων που έχουν σχέση με το νερό, όπως οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, επεξεργασίας λυμάτων και αφαλάτωσης. Πολλοί προσφέρουν υγιείς αποδόσεις. Ως εκ τούτου, η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο πιέζουν τα κράτη να ιδιωτικοποιήσουν τους πόρους τους: τις λίμνες, τα ρυάκια και τις δεξαμενές της Αργεντινής, της Βολιβίας, της Γκάνας, του Μεξικού, της Μαλαισίας, της Νιγηρίας και των Φιλιππίνων. Ποια καλύτερη εγγύηση κερδοφορίας από την αποφασιστικότητα των πολυεθνικών να αποκομίσουν έσοδα από κάτι χωρίς το οποίο κανείς δεν μπορεί να ζήσει;
Έτσι, το καλοκαίρι αυτό, καθώς οι φυτείες καλαμποκιού από την Ουκρανία μέχρι το Κάνσας μαραίνονταν, καθώς οι ελλείψεις στο μπέικον έγιναν πρωτοσέλιδο και οι πιο τολμηροί τάιζαν τις αγελάδες τους με γλυκά, ένα νέο μήνυμα εμπεδώθηκε: στο μέλλον, το πιο σπουδαίο προϊόν του πλανήτη δεν θα είναι ο χρυσός, το στάρι ή το λάδι· θα είναι το νερό. Το αξιοποιήσιμο νερό. Αν και το να κατέχεις μερίδια σε δείκτες εισηγμένων εταιριών είναι ωραίο πράγμα, και το νερό σίγουρα προσφέρει προβλέψιμα κέρδη, δεν θα ήταν πιο αποτελεσματικό αν μπορούσε να μεταφραστεί σε ισοδύναμο μετρητών; Πιθανώς, αν σκεφτούμε τους συντηρητικούς επενδυτές και τους κερδοσκόπους, θα πρέπει να υπάρξει μια αγορά εμπορεύματος στο νερό, όπως για τον χρυσό ή τα σιτηρά — ένα σύστημα ανταλλαγής ΣΜΕ, στο οποίο οι διαβεβαιώσεις για τη μεταφορά ή την αποδοχή νερού σε κάποιο συγκεκριμένο μελλοντικό χρόνο να μπορούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης όπως τα μετρητά.
Από ορισμένες οπτικές γωνίες, το νερό αποτελεί πολύ πιθανό υποψήφιο για ένα ΣΜΕ στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων. Πρώτον, ανταποκρίνεται στην προϋπόθεση της εμπορευσιμότητας — το εμπόρευμα που αντλείται από μια λίμνη, ένα ποτάμι ή ένα ρυάκι είναι λίγο-πολύ το ίδιο με αυτό που συλλέγεται από ένα παγόβουνο, τον υδροφόρο ορίζοντα ή σε μια στέρνα. Σύντομα, το νερό θα εξασφαλίσει και τη δεύτερη προϋπόθεση της εμπορευσιμότητας: θα γίνεται ολοένα και πιο ρευστό, δηλαδή μετατρέψιμο σε μετρητά. Προφανέστατα, επίσης, το νερό είναι παγκόσμιο. Η διαχείριση των λεκανών απορροής των ποταμών αποτελεί το ίδιο κρίσιμο θέμα στον Βόλτα όσο και στον Σενεγάλη. Από τη σκοπιά του χρήματος, δεν υπάρχει διαφορά αν ο ποταμός είναι ο Γουαδαλκιβίρ της Ισπανίας, ο Ροδανός της Γαλλίας, ο Νίγηρας ή ο Σακραμέντο στην Καλιφόρνια.
Οι οικονομικοί αναλυτές αντιλαμβάνονται ότι, όπως και τα παραδοσιακά προϊόντα –τα πολύτιμα μέταλλα, για παράδειγμα–, το αξιοποιηθέν νερό του μέλλοντος θα είναι τόσο σπάνιο που θα πρέπει να εξορυχθεί, να μεταποιηθεί, να συσκευαστεί και, το κυριότερο, να κυκλοφορήσει σε όλο τον κόσμο. Και ξέρουν, επίσης, ότι πάντα θα υπάρχει ζήτηση για νερό. Αυτή είναι η ουσία της σκέψης γύρω από μια παγκόσμια αγορά ΣΜΕ στο νερό.
Η ιστορία του νερού και του χρήματος
Το 1996 σηματοδοτεί τη διάβαση του Ρουβίκωνα για την ιστορία του νερού και του χρήματος. Το νερό από τα Γουέστλαντς της Καλιφόρνιας αρδεύει καλλιέργειες που παράγουν τρόφιμα αξίας περίπου ενός δισ. δολαρίων τον χρόνο· με έκταση 2 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα, αποτελεί τη μεγαλύτερη γεωργική υδάτινη περιοχή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1996, στα Γουέστλαντς άρχισε να λειτουργεί ένας ηλεκτρονικός πίνακας ανακοινώσεων για τους αγρότες, ώστε να πουλούν και να αγοράζουν τα δικαιώματά τους στο νερό της περιοχής μέσω του προσωπικού τους υπολογιστή. Η ανταλλαγή δικαιωμάτων στο νερό μέσω ενός λάπτοπ θεωρείται τώρα κάτι δεδομένο — όπως κάποτε τα εμπορεύματα μπορούσαν να αγορασθούν και να πωληθούν μόνο στα μαγαζιά του Σικάγο ή της πόλης του Κάνσας, και τώρα διακινούνται από κατόχους διδακτορικών στα μαθηματικά σε εταιρείες κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου στο Κονέκτικατ. Αν και όταν το νερό γίνει ένα διαπραγματεύσιμο παράγωγο, θα συναντήσει το αργό πετρέλαιο, τα αεροπορικά καύσιμα και το σογιέλαιο — και θα ανταλλάσσεται οποτεδήποτε, οπουδήποτε, από οποιονδήποτε.
Το να βγάζει κανείς χρήματα από μια βρύση σημαίνει πως το τρεχούμενο νερό πρέπει να αποκτήσει μια τιμή, η οποία θα ισχύει οπουδήποτε αυτό γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης· μια παγκόσμια τιμή που να μπορεί να λειτουργεί ρυθμιστικά διαμέσου των ηπείρων. Εκείνοι που, στη Βομβάη ή το Μανχάταν, αντιλαμβάνονται την αυξανόμενη αξία του νερού στην παγκόσμια οικονομία θα κερδοσκοπήσουν πάνω στο υποτιμημένο αυτό «περιουσιακό στοιχείο», και οι επενδύσεις τους θα ανεβάσουν το κόστος παντού. Μια καταστροφή σχετιζόμενη με το νερό στην Κίνα ή την Ινδία –και τα επισιτιστικά προβλήματα, η πολιτική αστάθεια και η ανθρωπιστική κρίση που σίγουρα θα ακολουθήσουν– θα έχει ως αντίκτυπο μια ραγδαία αύξηση των τιμών από το Λονδίνο ως το Σίδνεϋ. Έτσι θα κερδίσουν οι τραπεζίτες.
Οι οικονομολόγοι έχουν αρχίσει να διαμορφώνουν μια παγκόσμια αγορά ΣΜΕ με βάση το νερό. Οι ασφαλιστικές εταιρείες που ασχολούνται με τις πλημμύρες σίγουρα θα θελήσουν να αγοράσουν μερίδια τα οποία θα μπορούσαν να μετριάσουν τον κίνδυνο οικονομικών απωλειών. Στην πραγματικότητα, κάθε οργανισμός που δραστηριοποιείται σε μια κοιλάδα ποταμού, οπουδήποτε, πιθανώς θα συμμετάσχει. Οι αγρότες θα θελήσουν να αντισταθμίσουν τα στοιχήματά τους ότι θα βρέξει ή δεν θα βρέξει, όπως και οι ψαράδες. Όσο για τους κερδοσκόπους, ξέρουμε ποιοι είναι και πώς θα κινηθούν.
Αυτή τη στιγμή, κανένας δεν διαπραγματεύεται ΣΜΕ νερού, αλλά αυτό δεν θα κρατήσει για πολύ· με μια σπίθα, η αγορά θα πάρει φωτιά. Καθώς οι οικονομικές απώλειες της πολιτείας του Τέξας από την πρόσφατη ξηρασία υπολογίζονται σε 10 δισ. δολάρια, ακαδημαϊκοί επεξεργάζονται ήδη θεωρίες για το πώς το νερό του Ρίο Γκράντε θα μπορούσε να αναπροσαρμοστεί για μια αγορά ΣΜΕ. Μετά τις περσινές πλημμύρες στην Ταϋλάνδη, που προκάλεσαν οικονομικές απώλειες 46 δισ. δολαρίων συνολικά, η Επιτροπή Ασφαλειών και Συναλλάγματος της χώρας διερεύνησε τη δυνατότητα χρηματοοικονομικών παραγώγων σε συνάρτηση με τις βροχοπτώσεις και τα φράγματα. Η κατασκευάστρια ημιαγωγών Intel θα μπορούσε να είχε ενδιαφερθεί — το χώμα και η λάσπη που φαίνεται ότι σταμάτησε την παραγωγή μικροτσίπ στην Ταϋλάνδη κόστισε στην εταιρεία περίπου ένα δισ. δολάρια.
Η διαπραγμάτευση ΣΜΕ θα επεκταθεί από τα παρθένα ποτάμια μέχρι τις ημιπαράνομες αναθυμιάσεις των φυτικών στερεών αποβλήτων. Θεωρητικοί του εμπορεύματος στην Ελβετία έχουν κάνει τα πρώτα βήματα για τη δημιουργία αγορών που θα δραστηριοποιούνται σε ΣΜΕ νερού προερχόμενου από λύματα. Η ομάδα αυτή αποκαλεί το σχέδιό της «ηθική αγορά ΣΜΕ νερού». Κατά την άποψή μου, είναι μια χρηματοοικονομική πλατφόρμα για την πώληση επεξεργασμένου νερού στον πλειοδότη.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τα ΣΜΕ θα προκύψουν από την αποτίμηση της σχετικής έλλειψης ή αφθονίας νερού, βασισμένης στον δείκτη της στάθμης του νερού στα φράγματα, τη μέση τιμή του υετού και άλλες παραμέτρους ή προβλέψεις. Στο τέλος, αν η βιομηχανία φυσικού αερίου μπορεί να πληρώσει περισσότερα για το νερό από τους καλλιεργητές σόγιας, τότε το νερό θα πάει στην άντληση φυσικού αερίου, και όχι στη σόγια.
Τα καλά νέα: έξω από το βασίλειο της εμπορευματικοποίησης
Δεν είναι εύκολο να φανταστούμε τον απόηχο μιας παγκόσμιας αγοράς ΣΜΕ νερού. Όμως, είναι λίγο-πολύ ξεκάθαρο ότι ένας τέτοιος τζόγος στον τομέα του νερού θα αφήσει καλλιέργειες που θα διψούν, οδηγώντας διεθνώς τις τιμές των τροφίμων πολύ υψηλότερα από τα υψηλά των τελευταίων πέντε ετών.
Τα καλά νέα είναι ότι, σε αντίθεση με τις αποτυχημένες προσπάθειες για ρύθμιση των αγορών παραγώγων στα τρόφιμα, υπάρχουν περιθώρια να γίνει κάτι καλύτερο στην περίπτωση του νερού. Έχουμε άφθονα παραδείγματα χρήσης του νερού έξω από το βασίλειο της καθαρής εμπορευματοποίησης. Ένα από τα καλύτερα έχει αναπτυχθεί στην κοιλάδα του Ρουρ στη Γερμανία. Αυτό τον παραποτάμιο πόρο δεν τον διαχειρίζεται η αόρατος χειρ της αγοράς, αλλά ο Συνεταιρισμός του Ρουρ, ένα συλλογικό σώμα που χαράσσει πολιτική και αποφασίζει. Σε αυτό μετέχουν, μέσω αντιπροσώπων και συνεργατών, δήμοι, επαρχίες και επιχειρήσεις της περιοχής. Ένα σύνολο από 543 ενδιαφερόμενα μέρη διαπραγματεύονται τα τέλη υδροληψίας και τις χρεώσεις για τη ρύπανση. Η πολιτική μπορεί να είναι βρώμικο πράγμα, αλλά λειτουργεί. Δυστυχώς, σε μια δημοκρατία αυτός είναι ο μόνος τρόπος.
Δεν υπάρχει εύκολη λύση ή πανάκεια σε σχέση με τις ανάγκες νερού παγκοσμίως, και πολύ περισσότερο σε σχέση με την παγκόσμια επιχείρηση παραγώγων, η οποία έχει αποδειχθεί τελείως αναξιόπιστη όσον αφορά τα στεγαστικά δάνεια, πόσο μάλλον σχετικά με το πιο πολύτιμο αγαθό. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη να ξεκινήσει μια αγορά ΣΜΕ στο νερό μόνο και μόνο για να προκληθεί ακόμα μεγαλύτερη οικονομική παραφροσύνη, που φαίνεται να αντιστέκεται σε κάθε προσπάθεια εξορθολογισμού. Τούτη τη φορά, ήρθε η ώρα η επιχείρηση αυτή να σταματήσει πριν καν αρχίσει.
Μεταφραση για τα Ενθεματα του Μάνου Αυγερίδη

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Το δεύτερο πιάτο...

Red NoteBook...
 Για την είσοδο της Ισπανίας στο Μηχανισμό Στήριξης
 Του Μάνου Αυγερίδη

«Θα παραδεχθώ ό,τι θέλετε, αλλά μόνο όταν μου εξηγήσετε, στη βάση του Ορθού Λόγου, τι στο διάβολο κάνετε στην Ισπανία;», έγραφε ο Γιάνης Βαρουφάκης πριν μερικές μέρες στο Hot Doc, περιγράφοντας πώς μια τεράστια και «παραδειγματική» οικονομία, χωρίς τις «χρόνιες παθογένειες» της ελληνικής, βρίσκεται σήμερα στα πρόθυρα της κατάρρευσης, χωρίς να μπορεί να διατυπωθεί η παραμικρή πειστική απάντηση για βιώσιμη αντιμετώπιση του προβλήματος, εντός του πλαισίου πάντα του «αυτονόητου» νεοφιλελεύθερου οικοδομήματος, που ξαφνικά μοιάζει περισσότερο με κινούμενη άμμο. Η ευρωπαϊκή βελόνα έχει κολλήσει στο τραγούδι της «λιτότητας» και ο σώζων εαυτόν σωθείτω. Δεν θα επικαλεστούμε ουτοπιστές, ανεύθυνους και λαϊκιστές (sic), παρά μόνο το νέο πρωτοσέλιδο του, υπεράνω υποψίας, Economist, όπου απεικονίζεται το καράβι της παγκόσμιας οικονομίας να οδεύει ολοταχώς προς τον πάτο της θάλασσας και μια φωνή από μέσα να ρωτά με αγωνία: «Κυρία Μέρκελ, μπορούμε να ξεκινήσουμε τις μηχανές τώρα, παρακαλώ;».

Έπειτα από μια περίοδο αλλεπάλληλων πακέτων μέτρων λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεων, απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και «δημοσιονομικής προσαρμογής» -μέτρα μνημονίου χωρίς μνημόνιο- από τη συντηρητική κυβέρνηση Ραχόι και με την υποστήριξη της Ευρώπης, η χώρα βυθίστηκε ακόμα πιο βαθιά στην ύφεση. Η περίπτωση της Ισπανίας, έτσι, καταδεικνύει με τον πλέον εύγλωττο τρόπο την πλήρη αποτυχία της στρατηγικής καρμπόν για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Όπως έχει γραφτεί και στο παρελθόν, δεν είναι μόνο ότι η συνταγή αυτή βυθίζει τις κοινωνίες στη φτώχεια και απειλεί τη δημοκρατία (αυτήν την υπάρχουσα μέχρι τις μέρες μας λειψή και άνιση αστική δημοκρατία), αλλά και ότι έχει τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα από στους στόχους που η ίδια θέτει. Η μόνη -ανομολόγητη συνήθως, περισσότερο στο παρελθόν και λιγότερο πια- προοπτική που ακόμα προσφέρει, είναι η διασφάλιση των συμφερόντων των οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Ακόμα κι έτσι, όμως, αρκεί αυτό και μόνο για λειτουργήσουν και να επιβιώσουν τα ευρωπαϊκά κράτη, και η ίδια πλέον η Ευρωπαϊκή Ένωση - έστω και με φτωχότερους λαούς, έστω και με τεράστιες θυσίες στο βιοτικό επίπεδο και την ζωή της κοινωνίας; 

***

Τα ποσοστά ανεργίας στην Ισπανία έπιασαν ιστορικό υψηλό τον Απρίλιο. Η κυβέρνηση της Καταλονίας ανακοίνωσε την προηγούμενη βδομάδα ότι χωρίς βοήθεια από τη Μαδρίτη η χρεοκοπία είναι βέβαιη στο τέλος του μήνα. Τώρα, η χώρα προσφεύγει σ’ αυτό που μέχρι χθες υποστήριζε ότι σίγουρα θα αποφύγει: στο δανεισμό από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης για τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού της τομέα. Η Ισπανία βρίσκεται στο σημείο μηδέν, γνώριμο πια στα καθ’ ημάς. Όλοι, τελικά, φαίνεται να συμφωνούν πως πρόκειται για τη νέα Ελλάδα. Με μια διαφορά: ότι οι συνέπειες από μια πιθανή κατάρρευση της τέταρτης μεγαλύτερης οικονομίας της ευρωζώνης θα είναι απολύτως καταστροφικές για την παγκόσμια οικονομία. Η ισπανική κυβέρνηση είδε τις πόρτες των περιβόητων Αγορών να κλείνουν οριστικά, είδε τις πιέσεις για ένταξή της στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης να πληθαίνουν και ζήτησε, ουσιαστικά, περίοδο χάριτος μισού μήνα ώστε να λάβει τις τελικές αποφάσεις για την επιχείριση ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών της. Εκείνων των ιδιωτικών τραπεζών που σε μεγάλο βαθμό ευθύνονται για την σημερινή κατάσταση, κερδοσκοπώντας, υπερχρεώνοντας το ισπανικό δημόσιο και οδηγώντας το στην πτώχευση. Την επόμενη μέρα προσέφυγε, λοιπόν, στον μηχανισμό. Την ίδια ώρα δε, πληθαίνουν και οι φωνές που υποστηρίζουν ότι η λύση δεν μπορεί παρά να είναι συνολική και ευρωπαϊκή. Προς ποια κατεύθυνση όμως;

Εστιάζοντας στην καθημερινότητα, όπως έκανε ο Alasdair Fotheringham στο ρεπορτάζ του για τον Independent, ερχόμαστε αντιμέτωποι, και πάλι, με γνώριμες εικόνες: Μια κοινωνία εξαρτημένη απ’ τη φούσκα των τραπεζικών δάνειων, οδηγείται σταδιακά στην απόγνωση τώρα που η κάνουλα αυτή έκλεισε. Άδεια καταστήματα, λουκέτα, αγοραστήρια χρυσού να ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, πωλητήρια κολλημένα σε κινητά κι ακίνητα, άνθρωποι σε αναζήτηση δουλειάς επί μήνες, ζητιάνοι και άστεγοι, όλο και μεγαλύτερες ουρές στα δημόσια συσσίτια. Το χειρότερο; Ελάχιστοι ελπίζουν πλέον ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία κάνουν στο μυαλό τους συγκρίσεις με τα χρόνια της δεκαετίας του 1950. Στις μεγάλες πόλεις η εικόνα διασώζεται από το πλήθος των τουριστών που συνεχίζουν να επισκέπτονται τη χώρα και να προσφέρουν ακόμα μια (ψευδαίσθηση;) ζωντάνιας και κίνησης. Παρόλα αυτά, η αίσθηση που έχει κανείς, ζώντας σε μια ισπανική πόλη, δεν είναι αυτή μιας ομοιογενούς κατάστασης κρίσης, αλλά μάλλον της έντασης των ταξικών αντιθέσεων. Πανάκριβα αυτοκίνητα, γεμάτα κλαμπ και πολυτελή εστιατόρια συνεχίζουν να υπάρχουν, όπως συνεχίζουν να υπάρχουν κι αυτοί που έχουν τη δυνατότητα να τα πληρώνουν. Η κρίση, όπως συμβαίνει πάντα, δεν έκανε τους πάντες φτωχότερους.

Από την άλλη, οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων και των κινημάτων πολιτών, κυρίως των Ιndignados που επανεμφανίστηκαν πρόσφατα, κλιμακώθηκαν σε όλο το τελευταίο διάστημα: Με μεγάλες απεργίες, μαζικότατες πορείες και συγκεντρώσεις και καθημερινές δράσεις στις τράπεζες, τους χώρους δουλειάς, στα λιμάνια στις δημόσιες υπηρεσίες, τα πανεπιστήμια, τα σχολεία. Οι μεγάλες συνδικαλιστικές ενώσεις, αφήνοντας για λίγο τη λογική της συναίνεσης και το «μικρότερου κακού», έδειξαν τη δύναμή τους στην γενική απεργία της 29 Μαρτίου. Μια απεργία υποδειγματική, με δυναμική και μαζική περιφρούριση και καθολική συμμετοχή στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.

Ασφαλώς, όταν η κοινωνία διεκδικεί, η καταστολή εντείνεται. Τόσο στη γενική απεργία όσο και στην τρέχουσες κινητοποιήσεις των ανθρακωρύχων στην Αστούριας, που διαμαρτύρονται για την περικοπή των επιδοτήσεων στον άνθρακα, είδαμε σφοδρές συγκρούσεις με την αστυνομία. Και έπεται συνέχεια. Το στοίχημα, νομίζω, είναι να κατορθώσουν οι δυνάμεις της κοινωνίας που αντιδρούν (και αντιδρούν δυναμικά) να συντονιστούν, τόσο μεταξύ τους όσο και με παραδείγματα από την πλούσια αναρχική και αριστερή παράδοση της χώρας. Η Αριστερά εδώ, όπως εκπροσωπείται αυτή τη στιγμή από την  Izquierda Unida, και όχι μόνο, έχει καθήκον να αναλάβει τα ινία αυτού του αγώνα. Να οργανωθεί και οργανώσει, να καθοδηγήσει και να καθοδηγηθεί, τόσο πανεθνικά όσο και στις εκφράσεις της στις αυτόνομες κοινότητες. 

Αν αυτό το σημείωμα γραφόταν μερικούς μήνες πριν, ίσως να έκλεινε λέγοντας ότι, ειδικά εμείς οι έλληνες (σχολιαστές και αναγνώστες), μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τη συνέχεια και στην περίπτωση της Ισπανίας. Σήμερα, και μετά τις εξελίξεις των τελευταίων μηνών στη χώρα μας, οφείλουμε μάλλον να είμαστε πιο επιφυλακτικοί για το όρια του δυνατού και του αδύνατου, της θετικής ή της αρνητικής εξέλιξης. Αλήθεια, μπορούμε να φανταστούμε τη συνέχεια;

Κυριακή 27 Μαΐου 2012

Αντανακλάσεις...

 του Μάνου Αυγερίδη
 Βαρκελώνη, 24 Μαΐου. Δύο μικρές ιστορίες: Μια φίλη περπατάει σ’ ένα απ’ τα στενά δρομάκια της Ραβάλ, στο κέντρο της Βαρκελώνης. Η Ραβάλ, μια από τις παλιότερες συνοικίες της πόλης, συνδυάζει τη φήμη του «εναλλακτικού» και του «ψαγμένου» με αυτή του «επικίνδυνου». Από τη μία είναι γεμάτη μουσεία και γκαλερί, δισκάδικα, ωραία μπαράκια και εστιατόρια, από την άλλη παραμένει μια φτωχογειτονιά, τόπος κατοικίας για πολλούς μετανάστες. Τα περισσότερα κτίρια είναι ψηλά, παλιά και ετοιμόρροπα. Σηκώνοντας το κεφάλι κυριαρχεί η εικόνα των απλωμένων ρούχων, στριμωγμένων στα σκοινιά μπροστά απ’ τα μικρά μπαλκονάκια· μερικές δορυφορικές κεραίες, κάποιες σημαίες της Μπάρτσα και της Καταλονίας εδώ κι εκεί. Στο ισόγειο, μαγαζιά μεταναστών, πουλάνε ή επιδιορθώνουν ό,τι χρειάζεται να καταναλωθεί ή να επιδιορθωθεί. Διάφορες «ύποπτες φάτσες» όπως έχουμε συνηθίσει να ακούμε, συχνάζουν στις γωνίες, συνήθως σε παρέες· καπνίζουν, μιλάνε, γελάνε ή τσακώνονται. Οι έντονες μυρωδιές, ωραίες ή ανυπόφορες, συμπληρώνουν την αίσθηση του ανοίκειου, με την έννοια της ανασφάλειας, συχνά, ιδίως τις νυχτερινές ώρες, και συγχρόνως του ελκυστικού και ενδιαφέροντος. Κάπως έτσι είναι η Ραβάλ, για μένα, στο λίγο διάστημα που την έχω γνωρίσει.
Ξαναρχίζω λοιπόν: Μια φίλη περπατάει σ’ ένα απ’ τα στενά δρομάκια της περιοχής. Είναι μόνη της και ο πεζόδρομος εκείνη την ώρα άδειος. Την πλησιάζει ένας ψηλός, μαύρος άντρας, μια απ’ αυτές τις «ύποπτες φάτσες», όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε· της μιλάει. Η κοπέλα κρατάει την τσάντα της σφιχτά, σύμφωνα με τις οδηγίες που παίρνει κανείς όταν φτάνει στην πόλη. Το πρώτο συναίσθημα είναι ο φόβος. Ο άντρας τής λέει πως είναι όμορφη, την καλημερίζει, κάνει μια μικρή κίνηση, σαν υπόκλιση. Η κοπέλα του χαμογελάει, τον ευχαριστεί, ανταποδίδει τον χαιρετισμό και χωρίζουν. Το χαμόγελο τη συντροφεύει για το υπόλοιπο της ημέρας, εκείνη τη μέρα ένιωθε πιο όμορφη, γιατί εκείνος ο άντρας της το είπε. Δεν θυμάμαι να έχω κάνει ποτέ κάτι παρόμοιο, και νιώθω πως αυτός ο άντρας καταλαβαίνει την άνοιξη –ίσως και τη ζωή– κάπως καλύτερα από μένα. Κατορθώνει με μια μικρή κίνηση, να βρίσκει τις χαραμάδες στο ζόφο, να σπάει για λίγο το κατενάτσιο της εποχής μας. Θα ήθελα να είμαι σαν αυτόν.
Την ίδια μέρα, στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, η μητέρα μου με την εξάχρονη αδερφή μου περιμένουν στη στάση το λεωφορείο. Δύο νεαροί, εμφανώς αλλοδαποί, σηκώνονται, κάνουν χώρο και τους προσφέρουν μια θέση στον ίσκιο. Πιάνουν κουβέντα και παίζουν με τη μικρή. Κατάγονται από τη Συρία. Η γυναίκα του ενός είναι απ’ την Πολωνία, μένουν επτά χρόνια στην Ελλάδα κι έχουν ένα μωράκι. Εδώ είναι δύσκολα πια, θέλουν να φύγουν. Δύσκολο όμως κι αυτό, στη Συρία θα συναντήσουν πόλεμο, στην Πολωνία ένα άκρως ρατσιστικό περιβάλλον. «Οι Πολωνοί παθαίνουν κάτι με το σκούρο χρώμα». Το απόγευμα η μητέρα μου μού έστειλε μήνυμα. Σκεφτόταν πως δεν είναι καθόλου εύκολο να καταφέρνουμε, τελικά, να ξεπερνάμε τις προκαταλήψεις που μας περνούν πλαγίως, χρόνια τώρα· ευχαριστούσε τα παιδιά της που τη βοηθούν σ’ αυτό. Δεν ξέρω ποιος οφείλει να ευχαριστήσει ποιον κι αν έχει νόημα μια τέτοια κουβέντα. Αναρωτιέμαι ποιες είναι εκείνες οι διαδρομές (κοινωνικές, οικογενειακές) που οδηγούν σε φουσκωτούς τύπους με δικέφαλους αετούς στο μπράτσο, σιδερογροθιές στο χέρι και λαμπρές καριέρες στην «προστασία» νυχτερινών μαγαζιών, στις εκτελέσεις συμβολαίων θανάτου, στην αστυνομία (όπως στοιχειοθετημένα πια βλέπουμε με βάση την ψήφο των σωμάτων Ασφαλείας), στο «ξεβρώμισμα του τόπου» από τους ανθρώπους του και, εσχάτως, και στα έδρανα του ελληνικού κοινοβουλίου.
Και οι δύο αυτές ιστορίες, κατά  περίεργη σύμπτωση –σαν να μην υπάρχει λίγος χώρος για αισιόδοξα συναισθήματα πια– συνέβησαν την ίδια μέρα με τα ρατσιστικά πογκρόμ στην Πάτρα και την πολιορκία της Πειραϊκής-Πατραϊκής από ανθρώπους τυφλούς, διψασμένους για βία, αίμα και εκδίκηση. Αφορμή, η δολοφονία του 29χρονου Θ. Λαζανά από τρεις αφγανούς άντρες τα ξημερώματα της 19ης Μαΐου, ένα έγκλημα που λειτούργησε σαν «ευκαιρία», ξανά· ευκαιρία για μίσος και βέβαια, βολικές και εύκολες γενικεύσεις. Απέναντι σ’ αυτά τα ρατσιστικά αντανακλαστικά που συνυπάρχουν με τα πολύ σοβαρά αντικειμενικά προβλήματα του μεταναστευτικού και αλληλοτροφοδοτούνται, κυρίως με τεχνητό τρόπο, οφείλουμε, τουλάχιστον οι αποδώ πολιτικοί χώροι και συλλογικότητες να συντονιστούμε, ξανά, με ό,τι διαθεσιμότητες έχουμε. Αν κάτι πρέπει να είναι ξεκάθαρο, μια από τις βασικές αιχμές της αριστερής πρότασης εξουσίας που επιχειρείται να συγκροτηθεί, δεν μπορεί παρά να είναι ο αντιρατσισμός. Τόσο ξεκάθαρο όσο το ότι «αριστερή πολιτική» σημαίνει πολιτική για τα συμφέροντα των αδύναμων. Και οι πιο αδύναμοι της κοινωνίας μας, σήμερα, από κάθε άποψη, είναι οι μετανάστες.

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

Τα όνειρα των ξοφλημένων...

 ΕΝΘΕΜΑΤΑ...

του Μάνου Αυγερίδη
«Τα όνειρα των ξοφλημένων είναι ο εφιάλτης των τραπεζιτών», Ραβάλ, Βαρκελώνη.
«Υποστηρίζουμε τον ελληνικό λαό. Αγάπη και δύναμη από την Ισπανία. Αλληλεγγύη στον Δημήτρη Χριστούλα. Είμαστε στους δρόμους». Αυτό το μήνυμα συμπαράστασης, δεν είναι τηλεγράφημα μιας άλλης εποχής, με αποστολέα και παραλήπτη κάποιες αριστερές πολιτικές οργανώσεις ή νεολαιίστικες συλλογικότητες. Δεν μπορεί να το βρει κανείς στο κουτί ενός αρχείου, με κακοτυπωμένα κεφαλαία γράμματα πάνω στη σκούρα και ταλαιπωρημένη απ’ το χρόνο, χάρτινη φόρμα της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Θα βρει, σίγουρα, παρόμοια, αλλά όχι αυτό. Το συγκεκριμένο αποτελεί ένα από τα εκατοντάδες μηνύματα που ανακαλύπτει κανείς ξεφυλλίζοντας, με την «ψηφιακή» έννοια, τη σχετική με την αυτοκτονία του συνταξιούχου φαρμακοποιού, θεματική στο τουίτερ: «Todo mi apoyo al pueblo griego. #greece Desde #españa amor y fuerza. Solidaridad con #DimitrisChristoulas. Seguimos en las calles». Τηλεγραφήματα με τον τρόπο του τουίτερ, και μαζί τους τραγούδια, κείμενα, φωτογραφίες, σκίτσα, κραυγές και σιωπές, ό,τι μπορεί να χωρέσει το μέσο.
Δεν είναι στις προθέσεις μου μια ανάλυση για τα νέα μέσα, οι χρήσεις των οποίων, ωστόσο, συνεχίζουν να εκπλήσσουν, τόσο τους επιφυλακτικούς και τους ψηφιακά αναλφάβητους, όσο και εκείνους για τους οποίους οι νεολογισμοί «τουίτ» και «χάσταγκ» αποτελούν πια μέρος της καθημερινότητάς τους. Δεν γνωρίζω ποιος ξεκίνησε, ποιος έστειλε το πρώτο μήνυμα δημιουργώντας τη σχετική θεματική. Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι το «χάσταγκ» κατακλύστηκε από μηνύματα Ισπανών πολιτών, τα οποία πλειοψηφούν ακόμη και των αντίστοιχων ελληνικών. Γιατί, λοιπόν το συγκεκριμένο γεγονός άγγιξε, τόσο πολύ, τους Ισπανούς χρήστες; Δεν είναι δύσκολο, νομίζω, να σκεφτούμε τι είναι αυτό που κινητοποιεί και ενώνει τους ανθρώπους σε κοινά συναισθήματα, αγωνίες και τελικά, σε κοινούς αγώνες.
Γράφει η Ιρέν Λοσάνο στην εφημερίδα El Confidencial: «Αναρωτιέμαι, πόσες φορές δεν είχε ακούσει [ο αυτόχειρας] τον τελευταίο καιρό την κατηγορία ότι έχει ζήσει πάνω από τις δυνάμεις του, αυτή τη χοντροκομμένη κατηγορία που μετατρέπει τον πόνο των ανθρώπων (ακόμα και τον θάνατό τους) σε δίκαιη τιμωρία επιβαλλόμενη απ’ την κρίση». Κι αναρωτιέμαι κι εγώ, πόσες φορές δεν έχουν ακούσει οι Ισπανοί ανάλογες κατηγορίες, πόσες φορές δεν έχουν ακούσει για την κρίση και τα σκληρά μα αναγκαία μέτρα, για τις μεταρρυθμίσεις και τις δύσκολες αποφάσεις. Αν παρακολουθήσει κανείς ένα δελτίο ειδήσεων στην ισπανική τηλεόραση, η άποψη που προβάλλεται είναι σαφέστατη, ως προς την πολιτική της ένταξη: «Η συντεχνιακή λογική και οι ανεύθυνες πολιτικές οδηγούν την Ισπανία στον δρόμο της Ελλάδας». Τα έως τώρα μέτρα, ο νέος προϋπολογισμός και η περιβόητη εργασιακή μεταρρύθμιση, το μόνο που υπόσχονται ξεκάθαρα, είναι περισσότερη φτώχεια, διάλυση των εργασιακών σχέσεων και αύξηση των ήδη τεράστιων ποσοστών ανεργίας. Αλλά και η εφαρμογή της Συνθήκης της Μπολόνια, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη εν μέσω δυσκολιών και αντιδράσεων, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αυταπάτες σχετικά με το «πανεπιστήμιο του μέλλοντος». Η συντηρητική και αυταρχική Ευρώπη, η ταξική Ευρώπη, δείχνει ήδη το σκληρό της πρόσωπο και στην Ισπανία, σε βαθμό που ένα μεγάλο μέρος των πολιτών, μπορεί δικαίως πια να νιώθει (και να φωνάζει) ότι αυτό που βιώνει «Δεν είναι Κρίση. Είναι Απάτη».
Οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης, λοιπόν, προς τον ελληνικό λαό δεν πρέπει να οδηγούν σε λάθος συμπεράσματα. Δεν πρόκειται ούτε για κάποιον αναδυόμενο «νέο φιλελληνισμό», ούτε για κινήσεις συμπάθειας απέναντι στον πιο αδύναμο κρίκο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Όσο περνάει ο καιρός, τα αποτελέσματα των πολιτικών της λιτότητας και του αυταρχισμού, γίνονται πια αισθητά, αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο. Παρά τις εθνικές ιδιαιτερότητες, αντιμετωπίζουμε ένα κοινό πρόβλημα. Ως τέτοιο το αντιλαμβάνονται οι ηγεσίες της Ευρώπης και οι οικονομικές ελίτ, γι’ αυτό και οι «λύσεις» είναι παντού ίδιες· ως τέτοιο, κρίνοντας απ’ τη θέση του επισκέπτη και εξωτερικού παρατηρητή, το αντιλαμβάνεται και ένα μεγάλο μέρος της ισπανικής κοινωνίας. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, οφείλουμε να το δούμε και στην Ελλάδα.Το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας –παρόλο που στην παρούσα φάση είναι σημαντικό με βάση τους φορείς που επιβάλλουν την απώλειά της– δεν μπορεί να οδηγεί σε λογικές περιχαράκωσης. Διότι το ζητούμενο δεν είναι να είμαστε ανεξάρτητοι ως Έλληνες, αλλά ως εργαζόμενοι, ως ελεύθεροι και ισότιμοι πολίτες· ας πούμε της Ευρώπης, για αρχή. Της Ευρώπης, στο μέτρο που αυτή δεν αποτελεί, ασφαλώς, μια λέσχη πλουσίων ή έναν νεοφιλελεύθερο οργανισμό παραγωγής υψηλής πολιτικής εναντίον των πολλών, όπως η σημερινή ΕΕ. Τί σημαίνει, όμως, αυτό πρακτικά; Σκέφτομαι, για παράδειγμα, πως κάτι έχουμε να διδαχθούμε από την γενική απεργία της 29ης Μαρτίου στην Ισπανία. Πόσες φορές, άραγε, στην Ελλάδα –με δεδομένη την απαξίωσή της ως μορφής δράσης και την ευθύνη των συνδικάτων σε αυτό– το σημαντικό γεγονός μιας γενικής απεργίας ήταν για τους φορείς της η ίδια η επιτυχία και διαφύλαξη της απεργίας, όπως συνέβη στην Ισπανία, περισσότερο από την πορεία διαμαρτυρίας που τη συνοδεύει; Πόσες φορές έχουμε ζήσει την καθολική συμμετοχή των εργαζομένων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και τη μαζική περιφρούρησή της απ’ τις 2 τη νύχτα μέχρι αργά το απόγευμα; Είναι ένα καλό, αν και όχι ιδιαίτερα καινοτόμο θα μπορούσε κανείς να πει, παράδειγμα, παρόλο που μία επιτυχής απεργία δεν ήταν ασφαλώς αρκετή για να αλλάξει προς το καλύτερο τη ζωή των ισπανών εργαζομένων.
Κατά τη γνώμη μου, οφείλουμε να έχουμε τα μάτια και τ’ αυτιά μας ανοιχτά σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας, να μιλάμε και να ακούμε, τουλάχιστον όσοι έχουμε αυτή τη δυνατότητα, να μαθαίνουμε. Και το σημαντικότερο, να καταλαβαίνουμε και να νιώθουμε πως αυτοί οι ισπανοί απεργοί, οι γερμανοί αντιφασίστες, οι γάλλοι διαδηλωτές, το κίνημα ανυπακοής στην Ιρλανδία και οι κυνηγημένοι ή έγκλειστοι σε κάποιο από τα εκατοντάδες ευρωπαϊκά στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, είμαστε εμείς. Δεν περιμένουμε κάτι να συμβεί για να μας σώσει. Συμβαίνει ήδη. Αυτό που έχουμε, για την ώρα, να κάνουμε, είναι να είμαστε μέρος του.

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Οι Αχυράνθρωποι των Λυκανθρώπων...

Ο Στάθης στον eniko...
Οι χθεσινοί FINANCIAL TIMES έγραψαν σε δραματικούς τόνους ότι η Ελλάδα είναι πλέον «η πρώτη Αποικία της Γερμανίας».
Φοβάμαι ότι η καλή εφημερίδα κάνει λάθος. Η Γερμανία διαθέτει ήδη «αποικίες» σε ευρωπαϊκό έδαφος. Οπως η Κροατία. Διαθέτει επίσης και προτεκτοράτα, όπως η Βοσνία - Ερζεγοβίνη. Ή έχει υπό Καθεστώς Εντολής, μαζί με άλλους συμμάχους της, κι άλλες ζώνες. Οπως το Κοσσυφοπέδιο.
Βεβαίως, η Γερμανία εμφανίσθηκε (ή μάλλον επανεμφανίσθηκε) σε αυτές τις περιοχές (και εν πολλοίς πρώην χώρες) μέσω ενός πολέμου, μέσω του διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας.

Μέσω ενός πολέμου επίσης (οικονομικού αυτήν τη φορά) η Γερμανία βάζει πόδι και στην Ελλάδα, αλλά επ’ αυτού θα επανέλθουμε παρακάτω.
Ωσπου να δημιουργηθεί η κρίση στη Γιουγκοσλαβία, πόλεμος σε Ευρωπαϊκό έδαφος, μάλιστα με ανάμειξη της Γερμανίας, φαινόταν αδιανόητος.
Κι όμως έγινε!
Ορισμένοι, σε εκείνη την κρίση διέκριναν την αρχή του γερμανικού ρεβανσισμού. Σε πολλούς άλλους ο εκ νέου «πειρασμός» της Γερμανίας για μια «γερμανική Ευρώπη» φαινόταν εξίσου αδιανόητος.
Ομως, πριν αλέκτορα φωνήσαι (διότι συχνά στην ιστορία μια δεκαετία μπορεί να έχει την πυκνότητα μιας στιγμής) η Γερμανία όχι μόνον ξαναβγήκε στο κυνήγι, όχι μόνον απέκτησε εκ νέου ζωτικό χώρο, όχι μόνον προχώρησε σε αθόρυβα Ανσλους, αλλά εγκαθίσταται και σε (πρώην) ανεξάρτητες χώρες, που ουδέποτε μάλιστα ανήκαν στη σφαίρα επιρροής οποιουδήποτε απ’ τα κατ’ εξακολούθησιν Ράιχ που η χώρα αυτή αποπειράθηκε.
Το ότι την Ελλάδα την έβαλε στο χέρι με «ειρηνικά» μέσα δεν αποκλείει τη χρήση πολεμικών μέσων στο μέλλον για άλλους.

Αλλωστε, όποιος τώρα πλέον δεν βλέπει ότι αυτό που άρχισε με τη Γιουγκοσλαβική κρίση συνεχίζεται με την Ελληνική, είναι απλώς τυφλός. Η Γιουγκοσλαβία παγιδεύτηκε με τα όπλα. Η Ελλάδα παγιδεύτηκε με τα επιτόκια.
Αυτήν τη στιγμή, η Ελλάδα δεν διαθέτει κυβέρνηση (ούτε καν τη δοτή και άνευ της Δεδηλωμένης αντισυνταγματική κυβέρνηση Παπαδήμου), αλλά ξένο Διευθυντήριο. Της Τρόικας. Κι όχι μόνον.
Αυτήν τη στιγμή η Ελλάδα δεν διαθέτει Σύνταγμα, αλλά έναν Κλειστό Λογαριασμό. Δεν διαθέτει Εργατικό Δίκαιο, αλλά μια (χρυσή) Ορδή Επιτρόπων που θα εποπτεύουν ακόμα και πότε θα πάμε στην τουαλέτα.
Αλήθεια, πόσοι Γερμανοί θα ανέχονταν να μην υπάρχει Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας στη χώρα τους;

Πόσοι Αγγλοι θα ανέχονταν να τους υπαγορεύει ο οποιοσδήποτε Φούφουτος, πότε θα κάνουν εκλογές στη χώρα τους;
Πόσοι Βέλγοι ή Ισπανοί θα δέχονταν να τους διέπει το Αγγλικό Δίκαιο; Να είναι η χώρα τους Ανοχύρωτη, χωρίς Ασυλία;

Ποια άλλη χώρα θα δεχόταν να πληρώνει ο λαός της ένα χρέος που δεν δημιούργησε ο ίδιος επί δέκα χρόνια, απλώς για να το κάνει μεγαλύτερο; (Μόλις χθες η «Γουώλ Στρητ Τζέρναλ» ξανάλεγε αυτό που χίλιες φορές έχουμε διαπιστώσει όλοι, ότι δηλαδή «το ελληνικό χρέος θα είναι στο 120% του ΑΕΠ το 2020», αν στο μεταξύ, λέμε εμείς, δεν έχουν μπει οι μισοί Ελληνες στα ψυχιατρεία και δεν έχουν μεταναστεύσει οι υπόλοιποι στο επέκεινα.
Ακόμα κι ο Ράιχενμπαχ, ως φαίνεται, μας έχει λυπηθεί κι ως εκ τούτου πρόκειται μάλλον να αντικατασταθεί από άλλον, συγγνώμη, από άλλους Γκαουλάιτερ, πιο κοντά στο πνεύμα της «υποβοηθούμενης αυτοκτονίας» στο οποίον σπρώχνεται η χώρα.
Απομένει στους Ελληνες πολίτες να τελειώνουν με το ιθαγενές πολιτικό προσωπικό που δεν είναι παρά Αχυράνθρωποι των Λυκανθρώπων.
Οχι μόνον με τις εκλογές, αλλά με τους καθημερινούς αγώνες, τα κόμματα που υποδούλωσαν την Ελλάδα με «ειρηνικά» μέσα στους ξένους Τοκογλύφους και τους γραικύλους σπίρους τους, πρέπει να υποστούν τα επίχειρα της πολιτικής τους.
Το ΠΑΣΟΚ, η Ν.Δ., ο ΛΑ.ΟΣ., η Δημοκρατική Συμμαχία κι όποιοι άλλοι ναιναίκοι υπερψήφισαν το Μνημόνιο 1 και το Μνημόνιο 2, ας μη νομίζουν
ότι υπάρχει λεκάνη σαν του Πόντιου Πιλάτου, τόσο μεγάλη, ώστε να ξεπλύνουν από τα χέρια τους το αίμα της ανεργίας, της φτώχειας, της διάλυσης και της απελπισίας που έχουν προκαλέσει.
Οχι μόνον δεν «έσωσαν» αυτές οι δυνάμεις τη χώρα, αλλά τριάντα χρόνια τη σκότωναν, ώσπου εξουθενωμένη να την παραδώσουν ράκος, ως άλλη Βοσνία ή Κόσσοβο, στα μεγάλα αφεντικά μιας «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Εθνους».
Ομως, επειδή όλο αυτό είναι ένα άλμα προς τα πίσω, οι πιθανότητες να το ξεράσει η Ιστορία είναι περισσότερες από το να το φάει.
Εξαρτάται απ’ τους λαούς.
Και οι λαοί δείχνουν να ξυπνάνε...

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Και το κακό δε βγαίνει ...

Red NoteBook ...
Του Μάνου Αυγερίδη


Ξύπνα και μην κοιμάσαι
Γλυκό μου καναρίνι
Σηκώσου από την κλίνη
Να ιδείς τι γίνεται

Παραδοσιακό Δωδεκανήσων


Πώς να γράψεις για όλα αυτά, μέρες που είναι, χωρίς να χαθείς στα μονοπάτια ενός φτηνού μελό; Σήμερα, όπως κάθε χρόνο, όλοι ανταλλάσσουν ευχές, ανέξοδα. Όλοι μιλούν για τον «συνάνθρωπο», για τα παιδιά. Και το πρόβλημα είναι τόσο στο «όλοι» όσο και στο «ανέξοδα». Γνωστό το πρώτο σκέλος και παλιό, θύτες και θύματα: Θύτες που σπεύδουν να αλλάξουν μορφή και λόγο για την περίσταση, επιστρέφοντας αμέσως «στα επείγοντα και στα σημαντικά»· που υμνούν την έννοια της αλληλεγγύης, προσφέροντας «απλόχερα», με όρους προσφοράς πάντα, φιλανθρωπίας, έκπτωσης, εταιρικού μάρκετινγκ. Θρησκευτική κατάνυξη και χριστουγεννιάτικο πνεύμα εν αφθονία. «Αγάπη» με στόμφο και άλφα κεφαλαίο, σαν συγκαταβατικό χτύπημα στην πλάτη ή φτύσιμο στα μούτρα – λίγο διαφέρει.

Φέτος μάλιστα η υποκρισία δεν πρόλαβε να στεγνώσει, οι λεκέδες διακρίνονται με γυμνό μάτι. Είναι πιο δύσκολο άλλωστε –κι ας βιάστηκαν να ξεκρεμαστουν απ’ το σκοινί νοτισμένες ακόμα οι γιορτινές και φιλεύσπλαχνες φορεσιές–, όταν η βαρβαρότητα, η απανθρωπιά κι ο ρατσισμός αποτελούν ή τείνουν να αποτελέσουν επίσημη πολιτική του κράτους. Ενός κράτους ο υπουργός υγείας του οποίου μπορεί απενοχοποιημένα να μιλάει για ανήλικες εκδιδόμενες κοπέλες σα να πρόκειται για βακτήρια που πρέπει να εξολοθρευτούν δια της απολυμάνσεως, και στο οποίο ο νέος δημόσιος λόγος μετατρέπει τις απολύσεις σε «μη εθελοντικές απομακρύνσεις εργαζομένων». Όπου η αυξανόμενη φτώχεια, η εξαθλίωση, είναι τόσο δύσκολο να αγνοηθεί, που αποτυπώνεται ακόμη και στις σελίδες της Καθημερινής, εκ των σθεναρότερων υποστηρικτών της νέας «αναγκαίας» πραγματικότητας. Αναφέρομαι στο άρθρο της Μαρίλης Μαργωμένου «Δεν θα γυρίσω να πάρω την Άννα. Συγνώμη». – Ακολουθεί «λαϊκίστικο» απόσπασμα από το εν λόγω κείμενο, που περιγράφει την αντίδραση των παιδιών όταν οι γονείς, αδυνατώντας λόγω φτώχειας να τους εξασφαλίσουν τα βασικά, τα εγκαταλείπουν στα Παιδικά Χωριά SOS, που για πρώτη φορά γίνονται δέκτες τέτοιων αιτημάτων: «Κανένα τους δεν φωνάζει» […] «Στέκονται στην πόρτα και κοιτάζουν μέχρι να χαθεί η μαμά τους. Αν είναι αδελφάκια, δύο ή πιο πολλά, εκείνο το βράδυ δεν μπορείς να τα χωρίσεις. Τα βάζεις το καθένα στο κρεβάτι του και δέκα λεπτά μετά γίνονται ένα κουβάρι, μαζεύονται όλα μαζί ξανά, να αγγίζουν το ένα το άλλο».

Για τα παιδιά, λοιπόν, που σηκώνουν το κεφάλι και κοιτούν τη μαμά τους σιωπηλά, να τους λέει πως δεν μπορεί να είναι πια μαμά τους, που την βλέπουν να απομακρύνεται χωρίς να μιλούν ή να κλαίνε –σαν η σιωπή αυτή να περιέχει όλα τα σκατά του κόσμου–, και για την έννοια της γιορτής, πώς να μιλήσει κανείς νηφάλια και συγκροτημένα, με την οργή και τα δάκρυα να οδηγούν κάπου πέρα απ’ τον καταγγελτισμό και τη μιζέρια; Διότι το «ανέξοδα» της πρώτης παραγράφου αφορά κυρίως εμάς, όσους είμαστε ή θέλουμε να είμαστε στην άλλη πλευρά. Κι εγώ κάπου εδώ αυτό το παιχνίδι το χάνω. Μοιάζει να το κερδίζει, όμως, ο Στάθης Παυλόπουλος που με αφορμή το διήμερο των ΑΣΚΙ έγραψε ωραία για την ανάγκη να ξανασκεφτούμε το νόημα των εκδηλώσεων και των γιορτών, και μ’ έναν τρόπο να τις εφεύρουμε ξανά, με τους δικούς μας όρους· και ο Δημοσθένης, εδώ δίπλα, μιλώντας για τους εμφανέστατους αφανείς της εποχής μας. Το έχουν κερδίσει επίσης, σίγουρα, από διαφορετικούς αλλά και τόσο ίδιους δρόμους, οι αγωνιστές της Χαλυβουργίας, η Φλόρενς Ρης και όσoι ρώτησαν και αναρωτήθηκαν «which side are you on», ο φούρναρης στα Πατήσια που έχει αναλάβει να ταΐζει τα υποσιτισμένα παιδιά του γειτονικού του σχολείου, ξενάκια και ελληνάκια – όλα έτσι κι αλλιώς στον τόπο μας πια, «τέλεια ξένα»· και όσοι, θα πρόσθετα (δειλά, και με συνείδηση της ολισθηρότητας μιας τέτοιας προσθήκης) τις μέρες αυτές κατορθώνουν να σταματούν για λίγο τον χρόνο τραγουδώντας με πείσμα σαν να αγκαλιάζουν, ό,τι κι αν σημαίνει αυτή η φράση για τον καθένα. Γνωρίζοντας, βέβαια, ότι «και τα τραγούδια λόγια είναι, τα λένε οι πικραμένοι, παλεύουν να ’βγει το κακό και το κακό δε βγαίνει».


Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Ποια ιδεολογία;

ΕΝΘΕΜΑΤΑ της ΑΥΓΗΣ ...
του Μάνου Αυγερίδη
«Το πτυελοδοχείο του Μπακούνιν το χυτό,
συντρόφια, μήπως βρέθηκε κι εκείνο,
να φτύσω μέσα με οργή που οι νέες εποχές
με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο»
Θανάσης Παπακωνσταντίνου

έργο του Αντρέ Μασόν από το λεύκωμα «Σφαγές», 1933
Τελικά αμαυρώθηκε η πραγματικά μεγαλειώδης συγκέντρωση. Όχι, όμως, όπως θα την «αμαύρωναν» με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στους πηχυαίους τίτλους τους τα κανάλια και οι μεγάλες εφημερίδες κατά την προσφιλή τους συνήθεια (Βλ. «Άργησαν αλλά αμαυρώθηκαν», Red Notebook, 19.10.2011), προκαλώντας εκνευρισμό ή ειρωνικά χαμόγελα σε όσους συμμετείχαν. Αμαυρώθηκε αληθινά· μέσα μας: μαύρισε η ψυχή μας. Δεν μου αρέσουν οι συμψηφισμοί, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορώ να κάνω πολύ διαφορετικά. Όποτε γέρνω από τη μία ή την άλλη πλευρά του στρατοπέδου –στην κυριολεξία, δυστυχώς, στρατοπέδου– προσπαθώντας να σταθμίσω τα πράγματα ή να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα νιώθω πως είναι λάθος, όσο εξοργιστική κι αν είναι, πλέον, η μόνιμα καταστροφική και ανεξαρτήτως προθέσεων προβοκατόρικη τακτική της τυφλής βίας και του μπάχαλου. Πολλοί φίλοι και σύντροφοι μιλούν για (σχεδιασμένη ή μη) επίθεση σε ένα κομμάτι του κινήματος. Ακόμα κι αν έχουν δίκιο, ο προβληματισμός μου παραμένει. Θα εξηγήσω αμέσως τι εννοώ.
Η γενική γραμματέας του ΚΚΕ, ανάμεσα στα όσα δήλωσε την Πέμπτη, κατακεραύνωσε –εκτός απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ και τον ρ/σ «Στο Κόκκινο»– τον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ, τονίζοντας ότι δεν πρόκειται για ιδεολογική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του κινήματος, όπως αναφέρθηκε σ’ αυτόν. Στη συνέχεια, είπε κι άλλα, βολικά για όλους μας, περί «πρακτόρων» και «αναρχοφασιστών», αλλά σ’ εκείνο το πρώτο πρώτο σημείο θα ήθελα να σταθώ και, κυρίως, θα ήθελα να μπορώ με ευκολία να συμφωνήσω. Ελπίζω και εύχομαι, δηλαδή, να μην εντάσσεται στην ιδεολογία τους αυτό που παρακινεί ένα μέρος των μελών του ΠΑΜΕ να συμπεριφέρονται συχνά ως κοινοί τραμπούκοι, δυο μέρες τώρα, απέναντι σε όποιον επιχειρεί να προσεγγίσει το σημείο το οποίο έχουν καταλάβει ή απλώς να διέλθει από αυτό και έχει επιτρέψει σε πολύ κόσμο να τους συγκρίνει (καθ’ υπερβολή ίσως) με τις δυνάμεις καταστολής. Ελπίζω, επίσης, βέβαια, να μην αποτελεί απόχρωση ή τάση κάποιας αναρχικής ιδεολογίας η φετιχοποίηση της βίας και η πλήρως αντικοινωνική, αντισυντροφική και ενίοτε δολοφονική δράση (με τελευταίο κρούσμα τις προχθεσινές ρίψεις μολότοφ κυρίως προς τα, εφοδεύοντα μεν, μέλη του ΠΑΜΕ, αλλά ωστόσο εντός της διαδήλωσης)˙ η συστηματική διάλυση των πορειών και των συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας από ομάδες ατόμων που αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί. Και σίγουρα δεν θέλω να σκέφτομαι πως είναι αποτέλεσμα κάποιας ιδεολογικής διεργασίας η απίστευτη αγριότητα της σύγκρουσης ανάμεσα σε ανθρώπους μ’ έναν, θεωρητικά τουλάχιστον, κοινό σκοπό, οι τυφλοί και ανηλεείς ξυλοδαρμοί, τα ρόπαλα, ο μαρμαροπόλεμος, η αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή κι απ’ τις δυο πλευρές (λιγότερο ή περισσότερο), που είδαμε το μεσημέρι της Πέμπτης. Πέραν αυτών, η παντελής αδυναμία αίσθησης της συγκυρίας και του αποτελέσματος των όποιων πράξεων εκατέρωθεν, η πλήρης ασέβεια απέναντι στους χιλιάδες άλλους διαδηλωτές.
Έτσι είναι λοιπόν, η ιδεολογική συγκρότηση αυτών των ανθρώπων είναι τόσο απλή, τόσο ξεκάθαρη; Κομματικός οπαδισμός και χουλιγκανισμός, τίποτε παραπάνω, θύρα 7 και θύρα 13; Όχι, ελπίζω πως όχι. Διότι αν η άλλη κοινωνία η οποία ονειρεύεται το μικρό αυτό ποσοστό των δύο πολιτικών χώρων – ασφαλώς και δεν αναφέρομαι στο σύνολο των φίλων του ΚΚΕ και της αναρχίας, ούτε, ακόμα σε όσους προσπάθησαν να αμυνθούν μέσα στο χάος, να προστατέψουν τον διπλανό τους ή ενεπλάκησαν στη σύγκρουση παρά τη θέλησή τους αλλά μόνο στους όσους λίγους μπήκαν στη «μάχη» επιτιθέμενοι και αποφασισμένοι για όλα — είναι το ίδιο βάρβαρη και απάνθρωπη με αυτήν στην οποία ζούμε, αν θα λύνουμε τις ιδεολογικές ή όποιες άλλες διαφορές μας με τα όπλα μέχρι την τελική ηθική και φυσική εξόντωση του άλλου, ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω, το έργο αυτό το έχουμε ξαναδεί και έχει πάντα το ίδιο θλιβερό τέλος.

Ροη αρθρων